ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

Τα νεκρά κόκαλα δεν ήταν και τόσο νεκρά!...


Α΄
Περιπέτεια στ' Αγιονόρος

 
Οι κάρες (κρανία) των άγνωστων μοναχών που έτρεξαν μύρο ξαφνικά, ανακατεμένες με εκατοντάδες άλλες, στη μονή Παναχράντου Άνδρου (λεπτομέρειες εδώ)
 
Κάποιος, κάπου, κάποτε πήγε για επίσκεψη στο Άγιο Όρος. Επίσκεψη και όχι προσκύνημα! Σχεδίαζε να παραμείνει στον Άθωνα έξι μέρες, μόλις όμως γνώρισε από κοντά τη μοναστική ζωή των αγιορειτών μοναχών άλλαξε γνώμη και δεν έβλεπε την ώρα να επιστρέψει στον πολιτισμό, όπως ο ίδιος το έθετε και το διαλαλούσε με μεγάλο θράσος. Έφτασε στην Ι. Μονή Σταυρονικήτα, η οποία θα ήταν και ο τελευταίος σταθμός της αρχικά εξαήμερης εν τέλει τριήμερης περιήγησής του. Μάλιστα, κορόιδευε την παρέα του, διότι, όπως έλεγε, έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά και όχι όπως εκείνος, που μέτραγε τις ώρες για να βγει στον έξω κόσμο και επιτέλους να ελευθερωθεί. 
Στην είσοδο τις μονής τους υποδέχτηκε ο καλόγερος με λουκούμι και ρακί, έδειξε στους επισκέπτες-προσκυνητές τα δωμάτιά τους και τους ενημέρωσε για το πρόγραμμα των ακολουθιών. Η ώρα ήταν 12.00 το μεσημέρι και στις 16.00μ.μ. είχε εσπερινό. 

Η κάρα του αγίου Ιωάννη του Χρυσόστσομου. Το αφτί είναι άφθαρτο, γιατί εκεί του ψιθύριζε ο απόστολος Παύλος την ερμηνεία των επιστολών του, σύμφωνα με το όραμα του αγίου Πρόκλου, μαθητή του Χρυσόστομου. Φυλάσσεται στο Βατοπαίδι. Σχετικά εδώ, αλλά & εδώ.

Ο φίλος μας την προηγούμενη μέρα είχε παραστεί σε αγρυπνία που διήρκεσε 12 ώρες. Αμέσως λοιπόν έπεσε για ύπνο και το μόνο που άκουσε ήταν το σήμαντρο, το οποίο σήμανε στις 16,00 ακριβώς και καλούσε όλους τους παρευρισκόμενους για τον εσπερινό. Ξύπνησε και σκουντουφλώντας κυριολεκτικά, έφτασε στο Καθολικό της μονής, όπου θέλοντας και μη παραβρέθηκε σωματικά στον εσπερινό. Και λέω σωματικά, διότι πνευματικά το μόνο που σκεφτόταν ήταν πότε θα ξεμπέρδευε, για να συνεχίσει τη δουλειά από την οποία τον έκοψε το καταραμένο σήμαντρο, έτσι έλεγε συνέχεια μέσα του. 
Επιτέλους, τελείωσε ο εσπερινός, ο κόσμος όμως δεν έφευγε, καθώς περίμεναν να θέσουν σε προσκύνημα τα ιερά λείψανα αγίων, που φυλάσσονται στη μονή. Μέσα στο τσούρμο πήγε και αυτός. Καθώς έλεγε είχε πάρει το κολάι, αφού και στις άλλες μονές που είχε πάει δεν έκανε άλλη δουλειά από το να ασπάζεται νεκρά κόκαλα, που ούτε παλμό είχαν ούτε θερμότητα ούτε ανάβλυζαν μύρο, παρά τα όσα έλεγαν οι αγιορείτες πατέρες. Προσκύνησε λοιπόν και ετοιμαζόταν να φύγει, παρόλο που ο υπόλοιπος κόσμος παρέμενε εντός του Καθολικού, όταν ο Παππούλης που βρισκόταν εκεί είπε με σπαστή φωνή, όσο μπορούσε δυνατή: «Παιδιά μου σας παρακαλώ, σας παρακαλώ στο όνομα του γλυκού μας Ιησού, πείτε μου ποιο από σας δε μύρισε από τα ιερά λείψανα τη θεία ευωδιά που βγάζουνε»;
 
Εκείνος σταματάει ξαφνιασμένος στην είσοδο, αυτό δεν το είχε ξανακούσει σε κανένα μοναστήρι. Αμέσως, πηγαίνει μπροστά στον παπά και με ύφος προκλητικό του λέει: «Εγώ». Τότε ξεπετάχτηκαν και καμιά δεκαριά ακόμη. Ο σεβάσμιος ιερέας πηγαίνει μπροστά στα ιερά λείψανα και με γλυκιά φωνή αρχίζει να ψέλνει το τροπάριο του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη. 
Το πρόσωπο του, κίτρινο από τις χημειοθεραπείες, άρχισε να λάμπει τόσο πολύ, που στο τέλος δεν μπορούσες να το κοιτάξεις. Ο γνωστός αυτός φοβήθηκε από αυτό που είδε και τότε συνειδητοποίησε ότι την ίδια στιγμή τα ιερά λείψανα άρχιζαν να ευωδιάζουν τόσο έντονα και γλυκά, που δε χόρταινες να εισπνέεις. Σε λίγο, το πρόσωπο του ιερέα σταμάτησε να φωτίζει, όμως η θεία ευωδιά από τα οστά ήταν τόσο έντονη, που ξεχύθηκε έξω από το Καθολικό, απλώθηκε σε όλη τη μονή και ακολουθούσε τους επισκέπτες ακόμη και στην Τράπεζα [=τραπεζαρία] και στα δωμάτια τους. Όσοι την είχαν αμφισβητήσει, έκλαιγαν σα μωρά παιδιά και έλεγαν ότι εξαιτίας των αμαρτημάτων τους δεν μπορούσαν να την μυρίσουν αρχικά. Τη νύχτα κανείς δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Την άλλη μέρα ξεκίνησαν για την Ι. Μονή Ιβήρων. Η μυρωδιά τους ακολουθούσε ως τα μισά του δρόμου...

Β΄
«Χριστός ανέστη, κοκαλάκια μου», «Αληθώς ανέστη, αδελφέ!»



«Συνέβη το Πάσχα του 1935, στο αγιορείτικο μοναστήρι του Αγίου Παύλου. Μετά τον εσπερινό της Αγάπης συνηθίζεται να συνάζονται όλοι οι πατέρες στο αρχονταρίκι και να ανταλλάσσουν ευχές με τον ηγούμενο και μεταξύ τους. Ο νεόκουρος μοναχός π. Θωμάς [=καινούργιος μοναχός, νέος στην "κουρά" = την τελετή με την οποία κάποιος γίνεται μοναχός] μη γνωρίζοντας την τάξη, πήγε με τους γεροντότερους μοναχούς μπροστά μπροστά. Ο ηγούμενος τον είδε και τον παρατήρησε. Ο π.Θωμάς είπε το «ευλόγησον» [=δέχτηκε την παρατήρηση].
Τότε ο καθηγούμενος π. Σεραφείμ γύρισε και είπε στον π. Θωμά: «Πάτερ Θωμά, πήγαινε, σε παρακαλώ, κάτω στο οστεοφυλάκιο να πείς στα οστά των κεκοιμημένων πατέρων το «Xριστός Aνέστη» και έλα μετά πάλι εδώ».
 

O π. Θωμάς, ο απλός, ο ταπεινός, ο πρόθυμος εργάτης της υπακοής, χωρίς να σκεφτεί καθόλου, έτρεξε στο οστεοφυλάκιο και είπε μεγαλόφωνα: «Πατέρες και αδελφοί, ο ηγούμενος με έστειλε να σας πω το "Xριστός Aνέστη"». Και τότε συνέβη το υπέρλογο γεγονός. Όλα τα οστά σκίρτησαν, έτριξαν, χόρεψαν, αναπήδησαν! Ένα κρανίο, μάλιστα, σηκώθηκε έως ένα μέτρο ψηλά και απάντησε στον χαιρετισμό του γέροντα: «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος». Αμέσως έγινε και πάλι νεκρική σιγή. Ο π. Θωμάς επέστρεψε  πίσω σε περίπου δέκα λεπτά,καθώς το κοιμητήριο και το οστεοφυλάκιο της Μονής βρίσκεται κοντά στο αρχονταρίκι.
Μόλις τον είδε ο ηγούμενος τον ρώτησε αν είπε το «Χριστός Ανέστη» στους κεκοιμημένους. Εκείνος απάντησε καταφατικά. Τότε ο ηγούμενος ξαναρώτησε «Και σου απάντησαν;».
Χαρούμενος ο απλούστατος π. Θωμάς είπε ότι του απάντησαν οι νεκροί το «Αληθώς Ανέστη», διηγήθηκε όλο το συμβάν  στον ηγούμενο και εκείνος έκπληκτος τον ρώτησε ξανά και ξανά για να επιβεβαιώσει ότι δεν άκουσε λάθος.
Ο ευλογημένος π. Θωμάς νόμιζε πως αυτό ήταν το τυπικό που συμβαίνει κάθε χρόνο στο μοναστήρι και δε τού φάνηκε κάτι ιδιαίτερο!»

Το περιστατικό έχει καταγράψει ο παλιός και σεβαστός αγιορείτης, επίσκοπος Ροδοστόλου π.Χρυσόστομος, από παλαιούς αγιοπαυλίτες οι οποίοι ήσαν παρόντες στο συμβάν.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ενδιαφέρον.