ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Ας γιορτάσουμε ρωμαίικα Χριστούγεννα

 


Χριστούγεννα σε λίγες μέρες. «Η πασών των εορτών επεδήμησεν εορτή και την οικουμένην ευφροσύνης επλήρωσεν. Εορτή η των απάντων ακρόπολις, η πηγή και η ρίζα των παρ’ ημίν αγαθών…».
Είναι λόγια του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Από εχθροί, λέει ο άγιος, χάρις στην ενανθρώπιση του Λόγου του Θεού, γίναμε υιοί. Όμως τα τελευταία χρόνια εγκαταλείψαμε τον πατρικό οίκο και περιπλανιόμαστε στις Λόντρες και τα Βερολίνα. Άλλους η στείρα προγονολατρία, άλλους η ξενομανία και ο άκρατος πιθηκισμός, άλλους ο παρασιτικός καταναλωτισμός και το διογκωμένο σύμπλεγμα κατωτερότητας μας οδήγησαν στην περιφρόνηση του μοναδικού αυτού θησαυρού, της παράδοσης της Ρωμηοσύνης. Γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα χωρίς Χριστό. Μιας οικονομικής κατάρρευσης και κρίσης προηγείται μια πνευματική ήττα.
 
Ηττηθήκαμε, γιατί ξεχάσαμε το ρωμαίικο ήθος. Το ήθος αυτό είναι η «έντιμος πενία» του Παπαδιαμάντη, το καθαρό μέτωπο των γονέων μας, το δόξα τω Θεώ των παππούδων μας, το χιλιοτραγουδισμένο φιλότιμο του λαού μας. Ηττηθήκαμε, μα ο πόλεμος δεν χάθηκε. «Ημείς νικώμεν, νικώντων των άλλων» (Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας). «Τιμήσατε τον Θεόν πλέον της συνηθείας» λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Καιρός να επιστρέψουμε στο σπίτι του πατέρα μας, στην ηλιόλουστη Ορθοδοξία μας, να βρούμε τον εαυτό μας, να ξαναγίνουμε Ρωμιοί, ως αναζήτηση της πηγής εξ ης ρέει το ύδωρ το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον, ο Χριστός. Και, ας μου επιτραπεί η φράση, πολλά ρουσφέτια ζητήσαμε από διάφορους τα προηγούμενα χρόνια. Για μας τους Ορθόδοξους μόνο ένα “άγιο ρουσφέτι” μας επιτρέπεται. «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ σώσον ημάς». Η Παναγία μας είναι ελληνοσώτειρα. 
 
Διαβάζω την αφήγηση του Γάλλου ιησουίτη, περιηγητή Richard στα μέσα του 17αι., για την ζωή των υπόδουλων Ρωμηών.
«Πολλές φορές απορώ πως κατόρθωσε να επιβιώση η χριστιανική πίστη στην Τουρκία και πως υπάρχουν στην Ελλάδα εκατομμύρια Ορθόδοξοι. Και να σκεφθεί κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστεί ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία… Και όμως οι Έλληνες είναι ευτυχισμένοι που παραμένουν χριστιανοί.
Νομίζω πως αυτό οφείλεται στη λατρεία που τρέφουν στην Παναγία… Σε όλα τα σπίτια βλέπεις εικόνες της Παναγίας. Είναι ο φρουρός ή καλύτερα η νοικοκυρά του σπιτιού. Σ’ αυτήν την εικόνα στρέφουν το βλέμμα, όταν τους συμβεί κάτι κακό, ικετεύοντας τη βοήθειά της. Σ’ αυτήν απευθύνονται για να ευχαριστήσουν το Θεό, αν με τη δική της μεσολάβηση έλθει κάτι καλό στο σπιτικό τους… Ο ίδιος διαπίστωσα με πόση φυσικότητα, με πόση ευγλωττία και συγκίνηση μιλούν στις οικογενειακές τους κουβέντες γι’ αυτή τη βασίλισσα των Ουρανών». (ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τόμ. 10, Αθήνα 1974, σ. 150).
 
Στα σχολεία, ας αφήσουν οι δάσκαλοι τις «Φρικαντέλες τις μάγισσες, που μισούν τα κάλαντα και διώχνουν τα σκουπιδόπαιδα που τα ψέλνουν» (βιβλίο γλώσσας Ε’ Δημοτικού, α’ τεύχος, σελίδα 26-27), τις «συνταγές μαγειρικής» κι ας συλλαβίσουν στους μαθητές τους τα μυρίπνοα άνθη της παράδοσής μας. Να τους μάθουν και κάποιο «τραγούδι του Θεού», όπως μας κανοναρχεί και ο μπαρμπα-Αλέξανδρος ο Παπαδιαμάντης, το απολυτίκιο των Χριστουγέννων, το εξαίσιο κοντάκιον «Η Παρθένος σήμερον». Να μπει ο Χριστός στις τάξεις, να «ξεμουχλιάσουν» οι αίθουσες, να διασκορπιστούν οι αναθυμιάσεις της φραγκοεκπαίδευσης, στην οποία καταδικάσαμε τα παιδιά μας.
Αυτές τις ημέρες ως συνήθως οι μασκαράδες της τηλεοπτικής κερδεμπορίας, βάλθηκαν να μαγαρίσουν τα παιδιά με τις διαφημίσεις τρισάθλιων παιχνιδιών. Αντί για το ταπεινό σπήλαιο της Βηθλεέμ, άνοιξαν τα σπήλαια του θεού μαμωνά της κατανάλωσης. 
 
Ας γιορτάσουμε ρωμαίικα Χριστούγεννα, όπως μας συμβουλεύει ο Φώτης Κόντογλου. «Αδέλφια μου. Φυλάξτε τα ελληνικά συνήθεια μας, γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, και μη ξεγελιόσαστε με α ξένα κι άνοστα πυροτεχνήματα. Οι δικές μας οι γιορτές αδελφώνουν τους ανθρώπους, τους ενώνει η αγάπη του Χριστού. Μην κάνετε επιδείξεις. ‘‘Ευφράνθητε εορτάζοντες’’. Ακούστε τι λένε τα παιδάκια που λένε τα κάλαντα: ‘‘Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθείτε, στην εκκλησίαν τρέξετε, με προθυμίαν μπήτε, ν’ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν, και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρόν σας κάνετε, γευθείτε, ευφρανθείτε. Δώστε και κανενός φτωχού όστις να υστερήται’’.
Αθάνατη ελληνική φυλή! Φτωχή μα αρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μα χαρούμενη και καλόκαρδη περισσότερο από τους ευτυχισμένους της γης, που τους μαράζωσε η καλοπέραση. Ναι, αδερφοί μου Έλληνες, χαίρετε μαζί με κείνους που χαίρονται και κλαίτε μαζί με κείνους που κλαίνε. Αυτή είναι η παραγγελία του Χριστού, και σ’ αυτή μονάχα θα βρείτε ανακούφιση. Δίνετε στους άλλους απ’ ό,τι έχετε. Το παραπάνω απ’ ό,τι έχει κανένας ανάγκη, το κλέβει από τον άλλον. ‘‘Μακάριον το διδόναι μάλλον, ή λαμβάνειν’’». 
 
Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα.
 
του Δημήτρη Νατσιού

Τετάρτη 31 Μαΐου 2023

Η μνήμη της Αγ. Θεοδοσίας και ο θρύλος για το Γκιούλ τζαμί (το τζαμί με τα τριαντάφυλλα)



newsbomb.gr

Στη συνοικία Φατίχ της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται το Γκιουλ τζαμί, το οποίο στεγάζεται στον πρώην βυζαντινό ναό της Αγίας Θεοδοσίας, τον οποίο οι Οθωμανοί μετέτρεψαν σε τέμενος μετά την Άλωση.

Ήταν πολύ αγαπητή η Αγία Θεοδοσία στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, γι' αυτό στις 29 Μαΐου κάθε χρόνο, ημερομηνία που γιορτάζεται η μνήμη της, είχαν τη συνήθεια να στολίζουν τον ναό με τριαντάφυλλα.

Όπως και τις άλλες χρονιές, έτσι και το 1453, από την παραμονή της γιορτής οι πιστοί κατέκλυσαν τον ναό της Αγίας Θεοδοσίας με ρόδα. Μόνο που αυτή τη σημαδιακή χρονιά ήταν τόσα πολλά τα λουλούδια που δεν χωράει ο νους του ανθρώπου. Εκείνη τη μοιραία νύχτα πλήθη ανθρώπων προσεύχονταν γονατιστοί μέσα στην εκκλησία για τη σωτηρία της Πόλης, ενώ έξω ακούγονταν απόκοσμα τα τύμπανα του πολέμου.

Τα χτυπούσαν οι Τούρκοι μπροστά στα τείχη πιο δυνατά από κάθε άλλη φορά, προαναγγέλλοντας την τελική επίθεση. Το πρωί της 29ης Μαΐου, την ώρα που έβγαινε ο ήλιος, η Πόλη έπεσε. Οι Τούρκοι στρατιώτες που σάρωναν τα σοκάκια της πόλης εισέβαλαν κάποια στιγμή και στον ναό της Αγίας Θεοδοσίας.

Μπροστά στη θέα των αμέτρητων τριαντάφυλλων σταμάτησαν έκθαμβοι και πολλοί αναφώνησαν: «Γκιουλ τζαμί, Γκιουλ τζαμί!». Καθώς στα τούρκικα η λέξη γκιούλ σημαίνει τριαντάφυλλο και η λέξη τζαμί εκκλησία, προφανώς είπαν με θαυμασμό: «Να η εκκλησία των ρόδων!».

Οι Έλληνες της Πόλης, από την εποχή της Άλωσης μέχρι σήμερα, έχουν συνδέσει αυτό το τζαμί με τον τάφο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Λένε ότι σ’ ένα χορταριασμένο οικόπεδο εκεί κοντά υπάρχει ένα ανοιχτό μνήμα με μια πέτρα στο προσκέφαλό του, που πιθανόν ανήκει στον αυτοκράτορα.

Επί αιώνες έβλεπαν το καντήλι του τάφου να καίει και δεν τολμούσαν να ρωτήσουν ποιοι το ανάβουν. Μερικοί λένε ότι ο ίδιος ο Μωάμεθ ο Πορθητής είχε δώσει τη διαταγή να μην σβήσει ποτέ η φλόγα του καντηλιού και τα έξοδα του λαδιού να πληρώνονται για πάντα από το δικό του θησαυροφυλάκιο.

Ο θρύλος με το Γκιούλ τζαμί δεν τελειώνει εδώ, απεναντίας, γίνεται συνεχώς και πιο συναρπαστικός.

Υπάρχουν πολλοί που συνδέουν κι αυτόν τον τάφο με τον τελευταίο αυτοκράτορα, ο οποίος όπως λένε μπορεί να θάφτηκε εκεί ακέφαλος, αφού το κεφάλι του με διαταγή του σουλτάνου εκτέθηκε για μερικές μέρες σε κοινή θέα επάνω σ’ ένα κίονα κοντά στην Αγία Σοφία. Αν αληθεύει ότι ο σουλτάνος έδωσε στους Έλληνες το σώμα του αυτοκράτορα για ταφή, το πιθανότερο είναι αυτοί να το έθαψαν στον χώρο του ναού της Αγίας Θεοδοσίας που γιόρταζε εκείνες τις ημέρες. Πώς όμως μπορεί να πιστοποιηθεί αυτό;

«Το Τζαμί με τα τριαντάφυλλα»

orthodoxia news agency

Φωτο: το Μπλε τζαμί

Σαν σήμερα (σ.σ. 29 Μαΐου) πάρθηκε η Πόλη από τον σουλτάνο Μεμέτη στο 1453, μέρα Τρίτη, βγαίνοντας ο ήλιος. Μια τέτοια ιστορία δεν μπορεί να τη γράψει άξια κανένας. Δεν πιστεύω να βρίσκεται τέτοιος μεγάλος μάστορης. Κανένας, ας ήτανε ίδιος ο Όμηρος, που τραγούδησε με λόγια σαν κοτρώνια τον φημισμένον εκείνο πόλεμο της Τρωάδας.

Κείνη τη μέρα, που δεν πρέπει να λογαριαστεί μηδέ στις μέρες των χρόνων, μηδέ στις μέρες των μηνών, παρά να τη σκεπάσει σκοτάδι, όπως λέγει ο Ιώβ για τη μέρα που γεννήθηκε, ο φόβος πού 'πιασε τους ανθρώπους ήτανε τέτοιος, που τρεις και τέσσερες γενιές δε φτάξανε για να συνεφέρουμε. Ακόμα και σήμερα, σα διαβάζει κανένας όσα γράψανε η ιστορικοί εκείνου του καιρού, είναι στιγμές που τρέμει στο αλήθεια, σαν να βρίσκεται ο ίδιος μέσα στην Πόλη, κι ώρα με την ώρα περιμένει να δει τους Τούρκους να σφάζουνε τον κόσμο μπροστά στα μάτια του.

Αναλόγως τα μεγαλεία, που είδε αυτή η φημισμένη Κωνσταντινούπολη, αναλόγως τα χίλια χρόνια που έζησε, αναλόγως στάθηκε και το ψυχομαχητό της. Όλος ο κόσμος ταράχτηκε. Στα πιο ξέμακρα μέρη της χριστιανοσύνης ακούστηκε ο βρόντος πώ 'κανε το κορμί της σαν έπεσε άψυχο ανάμεσα ανατολή και δύση. Δε μιλώ σα ρωμιός. Μιλώ σαν άνθρωπος για μια από τις πιο σκληρές συμφορές που πέρασε η ανθρωπότητα. Θεριό πρέπει να ΄ναι κανένας για να μη δακρύσει το μάτι του.

Και ποιος δεν την έκλαψε! Έλληνες, Βενετσιάνοι, Γενοβέζοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ρούσοι, Πολωνοί, Αρμεναίοι, ακόμα και οι ίδιοι οι Τούρκοι, όλοι την κλάψανε, γιατί στα καλά χρόνια της όλη την καμάρωναν. Ο άνθρωπος είναι γιομάτος παραξενιές. Χαίρεται και καυχιέται για τα σπουδαία πράγματα, που μπόρεσε να φτιάξει με τόσους κόπους, με το αίμα της καρδιάς του, μα πάλι ο ίδιος, σαν να τον σπρώχνει ο διάολος με τα δικά του τα χέρια πάει και τα χαλά, ρίχνει χάμω το είδωλο που λάτρεψε, το τσακίζει και το ποδοπατά. 

Σάμπως και σήμερα, που λέγει πως τάχα μέρεψε, δε δουλεύει σα μερμήγκι να φτιάξει όμορφα πράγματα, τέχνες, κτίρια, βιβλία, για να τον πιάσει άξαφνα μια μέρα η τρέλα να τους δώσει μια κλωτσιά και να πιάσει πάλι από την αρχή! Έχω ακουστά, πως σε ένα νησί της Ινδίας, εκεί δά που οι άνθρωποι ζούνε ειρηνικά και κουβεντιάζουμε γνωστικά, στα καλά καθούμενα τους πιάνει άξαφνα μια μανία και τρέχουνε σα λυσσασμένοι στους δρόμους, σκοτώνοντας όποιον λάχει μπροστά τους. Ένα τέτοιο πράγμα πιάνει και την ανθρωπότητα, γίνεται θηρίο ανήμερο και δαγκώνει τα κρέατα της.

Σαν ένα μπουρίνι, που με μιας μελανιάζει ο ουρανός και γίνεται η μέρα σα νύχτα κι ακούγονται από μακριά βροντές κι αστροπελέκια, και σε λίγο ξεσπά ο Δρόλαπας, κι ο φόβος σφίγγει κάθε καρδιά, από του πουλιού που κελαηδούσε πριν από λίγο, ίσαμε του λιονταριού, που είναι καμωμένοι από ατσάλι, έτσι ξέσπασε απάνω στη γερασμένη την Πόλη ο σίφουνας και την έκανε στάχτη. Μέσα σε 55 μέρες χάθηκε ο, τι γίνηκε σε χίλια χρόνια.

Το τέλος της Πόλης φαίνεται ακόμα πιο λυπητερό άμα συλλογισθή κανένας πως χάλασθηκε το μήνα Μάη, τις ημέρες που μοσκοβολούσανε οι πασχαλιές κι οι τριανταφυλλιές. Ανήμερα που σκλαβώθηκε η Πόλη ήτανε της Αγίας Θεοδοσίας που τη γιορτάζανε πάντα οι Πολίτες στις 29 Μαΐου με μεγάλη δόξα στην εκκλησιά της, που γίνηκε ύστερα τζαμί. Μ΄ όλη την αγωνία που περνούσανε, οι γυναίκες την είχανε στολισμένη, κατά τα συνηθισμένα, με στεφάνια και με περικοκλάδες από τριαντάφυλλα. Την ώρα, που μπήκανε μέσα οι Τούρκοι, έψελνανε ακόμη οι ψαλτάδες. Τους περάσανε όλους από το μαχαίρι, κι΄ από τότε βαστά η ονομασία «Γκιουλ Τζαμί», δηλαδή «Το Τζαμί με τα τριαντάφυλλα», και μ΄ αυτό τόνομα στέκει ως τα σήμερα. Μέσα σε αυτή την εκκλησία λένε πως υπάρχει και ένα μνημόρι, όπούχει απάνω στην πλάκα τουρκικά γράμματα, που λένε «Εδώ κείτεται ένας μαθητής του Χριστού» και πως αυτός είνε ο τάφος του βασιλιά Παλαιολόγου.

Θλιβερό το απόβραδο της εικοστής ενάτης Μαΐου – ημερομηνία ορόσημο στην πορεία της Ρωμιοσύνης αλλά και όλου του Χριστιανικού κόσμου- κι αναρωτιέμαι πόσοι τάχα απέμειναν να θυμούνται πως χρόνια πριν, στην απόμακρη εκείνη ρηγιώνα του Βυζαντίου, κάθε χρόνο, κάθε τέτοια μέρα που οι κυρίαρχοι πανηγύριζαν την επέτειο της Αλώσεως, γενόταν σιωπηλά σύναξη μιας πλειάδας αθεράπευτων νοσταλγών του Βυζαντίου και εκεί, πίσω από τους υψηλούς μαντρότοιχους του Αγίου Νικόλαου, του παρά την πύλην του Αγίου Ρωμανού όπου έπεσε ο Κωνσταντίνος, τελούσαν τρισάγιο εις μνήμην του ύστατου βυζαντινού αυτοκράτορα.

«Εμπνευστής του μνημόσυνου», διηγείται ο Κωνσταντίνος Γρίβας, «ήταν ο Τζανής ο Παπαδόπουλος, ο σοφός εκείνος και ενθουσιώδης καθηγητής της Ιστορίας στην μεγάλη του Γένους Σχολή. Παρόντες και οι χρόνια τώρα μακαριστοί Θεοφάνης Μέντζος, Αντώνης Μαλέτσκος, Ειρήναρχος Κόβας, Νικόλαος Δάμσας, Μιλτιάδης Νομίδης…». Ήταν η δεκαετία του τριάντα. Αργότερα έσπευσαν να τους πλαισιώσουν οι Δημήτρης Χαβιαρόπουλος, ο Γιώργος Πατριαρχέας με νεότατο τότε τον Καλλίνικο Γκιουζέλογλου. Την πρώτη εκείνη φορά, το 1927, ο ανίδεος και αγαθός ιερέας που εκλήθη προς τέλεσιν της μυσταγωγίας, άρχισε χωρίς την παραμικρή υποψία να μουρμουρίζει λόγια χιλιοειπωμένα γι αυτόν, ένα βιαστικό και συνηθισμένο τρισάγιο για τον κάθε παπά. Όταν κοντοστάθηκε να ρωτήση το όνομα του μνημονευομένου και του ψιθυρίσαμε πως επρόκειτο για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο τον αυτοκράτορα και πάντας τους προ των τειχών της βασιλίδος πεσόντας κατά την Άλωσιν΄, κόμπιασε, διέκοψε συγκινημένος και ξανάρχισε από την αρχή, ακολουθώντας όλο εκείνο το βυζαντινοπρεπές αυστηρό τυπικό που συνήθως παρακάμπτουν οι περισσότεροι λειτουργοί…».

Ο βίος της αγίας Θεοδοσίας (από εδώ)

Εικ. από εδώ

Πνίγει θαλάσσης Θεοδοσίαν ὕδωρ,
Τρέφει δὲ Χριστὸς εἰς ἀναψυχῆς ὕδωρ.
Εἰκάδι Θεοδοσίην ἐνάτῃ πέφνε ῥεῦμα θαλάσσης.

Η Αγία Θεοδοσία καταγόταν από την Τύρο της Φοινίκης και δεν είχε μόνο παρθενικό σώμα, αλλά και παρθενική ψυχή. Από ηλικία 18 χρονών, έλαμπε για το ζήλο και τη θερμή της πίστη, ανάμεσα στις νεαρές ειδωλολάτρισσες γυναίκες. Αυτό καταγγέλθηκε στον άρχοντα Ουρβανό, που με κάθε δελεαστικό τρόπο προσπάθησε να την πείσει να αρνηθεί το Χριστό. Όμως η παρθένος Θεοδοσία έμεινε αμετακίνητη στο Ιερό της πιστεύω. 

Ο Ουρβανός, βλέποντας την αδάμαστη επιμονή της, εξοργίστηκε και με θηριώδη τρόπο έσπασε τα κόκκαλά της και πριόνισε τις σάρκες της. Έπειτα, την πλησίασε και της πρότεινε να αλλαξοπιστήσει, έστω και την τελευταία στιγμή, και αυτός θα θεράπευε αμέσως τις πληγές της. Η Θεοδοσία μισοπεθαμένη απάντησε: «Είμαι χριστιανή». Τότε ο τύραννος διέταξε και την έριξαν στη θάλασσα, οπού και παρέδωσε το πνεύμα της.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς δόσιν θεόσδοτον, τὴν παρθενίαν τὴν σήν, ἀγῶσιν ἀθλήσεως, Θεοδοσία σεμνή, τῷ Λόγῳ προσήγαγες· ὅθεν πρὸς ἀθανάτους, μεταστᾶσα νυμφῶνας, πρέσβευε Ἀθληφόρε, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων, ῥυσθῆναι ἐκ πολυτρόπων, ἡμᾶς συμπτώσεων.

Κοντάκιον
Ἦχος ὁ αὐτὸς. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ὡς παρθένος ἄμωμος καὶ ἀθληφόρος, νοερῶς νενύμφευσαι, τῷ Βασιλεῖ τῶν οὐρανῶν, Θεοδοσία πανεύφημε· ὃν ἐκδυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον
Δόσει λαμπρυνθεῖσα παρθενικῇ, δόσιν εὐσεβείας, διαυγάζεις ἀθλητικῶς, ὦ Θεοδοσία, Χριστοῦ Παρθενομάρτυς· διὸ κἀμοὶ μετάδος, ἐκ τῶν σῶν δόσεων.

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2022

"Η σημερινή ημέρα είναι μεγάλη και επιφανής. Το γλυκοχάραμά της είναι καθαρό και γλυκύτατο."

Ιερά Μητρόπολις Ζάμπιας

(Άρθρο του Φώτη Κόντογλου στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ – 15/8/1959)

Η Κοίμησις Της Θεοτόκου είναι το δεύτερο Πάσχα της Ορθοδοξίας, εορτών εορτή και πανήγυρις πανηγύρεων, Η σημερινή ημέρα είναι μεγάλη και επιφανής. Το γλυκοχάραμά της είναι καθαρό και γλυκύτατο.

Να! Τ’ άστρα τρεμοσβήνουνε. Ο ουρανός ανοίγει τις συντεφένιες πύλες του κι από τα μυστηριώδη βάθη του έρχεται προς τη γη μια μυστική υμνωδία, Οι άνθρωποι και τα άλλα πλάσματα νοιώθουνε μέσα στον γλυκόν ύπνο τους κάποια αγαλλίαση, σκιρτούν για τη μεγάλη μέρα που ξημερώνει. Τα βουνά, η θάλασσα, τα λαγκάδια, όλα είναι αγιασμένα σήμερα, σα να ψέλνουνε μαζί με τους Αγγέλους. Τα δρυμόνια και τα δάση μοσκοβολάνε, κάθε χαμόδεντρο, κάθε αγκάθι, κάθε πέτρα. Μέσα στον δροσερόν αέρα είναι χυμένη μια μελωδία, που την ακούνε οι ευλαβικές ψυχές κι όχι τ’ αυτιά της σαρκός : «Ιδού ημέρα ένδοξος εξέλαμψεν»!

Σήμερα αγρυπνά όλος ο άϋλος χορός των Αγγέλων, των Προφητών και των αγίων για να υποδεχτούν στα ουράνια σκηνώματα την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ.

Ο μεγαλόφωνος Ησαΐας κράζει, πως πέρασε ο καιρός του θανάτου από τη μέρα που γεννήθηκε ανάμεσα στους ανθρώπους η Παναγία. Και ξαναλέγει στις προφητείες που είπε για τη Θεοτόκο : «Εξελεύσεται ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί και άνθος εκ της ρίζης αναβήσσεται», εννοώντας πως από τη ρίζα του Ιεσσαί θα βλάσταινε η Παναγία κι απάνω σε τούτο το βλαστάρι θα άνθιζε το ευωδέστατο άνθος, ο Χριστός. Και πάλι φωνάζει : «Ευφράνθητι έρημος διψώσα, αγαλλιάσθω έρημος και ανθείτω ως κρίνον. Ευφραίνεσθε ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη, ρηξάτωσαν τα όρη ευφροσύνην, ότι ηλέησεν ο Θεός τον λαόν αυτού και τους ταπεινούς του λαού αυτού παρεκάλεσεν»!

Ω! Πόσο αληθινά προφήτεψε ο μεγάλος αυτός Προφήτης! Γιατί ποια χαρά θα είχε ο κόσμος που είχε κυλιστεί στην αμαρτία και ποια παρηγοριά θα είχανε οι φτωχοί άνθρωποι αν δεν ερχότανε στη γη Εκείνη που ανεβαίνει σήμερα στον ουρανό κι έκανε ν’ ανθήσει σαν κρίνο η καταξεραμένη έρημο κι αντί την ξερή αστοιβιά να φυτρώσει λυγερό κυπαρίσσι κι αντί την κόνυξα ν΄ ανθίσει η μυρσίνη.

Για τους ανθρώπους που ζούσανε τον καιρό που ειπωθήκανε αυτές οι προφητείες για τη Θεοτόκο, αυτά ήτανε αινίγματα και ίσκιοι. Πλην τώρα που συντελέσθήκανε κι έγινε μ’ Αυτή η σωτηρία των ανθρώπων, για εμάς τους Χριστιανούς δεν είναι πια ίσκιοι σκοτεινοί, αλλά χεροπιαστές αλήθειες της θρησκείας μας. Και για τούτο βαστούμε γερά την Άγκυρα της Ελπίδας, την κεχαριτωμένη Θεοτόκο.

Πώς λοιπόν να μην σκιρτά από χαρά σήμερα η κτίσις, που αναστέναζε όλη και πονούσε μαζί με τους ανθρώπους, ορατά και αόρατα, έμψυχα και άψυχα;

Να! Ο ήλιος προβάλλει από την Ανατολή με μεγαλοπρέπεια, ο τελετάρχης της μεγάλης και λαμπρής πανηγύρεως. Φως γεμίζει την οικουμένη, φως γεμίζει τις ψυχές, φως κατεβαίνει ως τα βάθη της θάλασσας, φως μπαίνει μέσα στις σκοτεινές σπηλιές, φωτερά γινήκανε όλα τα σκοτεινά, αφού ο θάνατος νικήθηκε από την Πηγή της Ζωής. Γι αυτό η Κοίμησις, που γιορτάζουμε σήμερα, δεν είναι ξόδι λυπητερό, αλλά πανήγυρη χαρμόσυνη, γιορτή αθανασίας. Αν ίσως δεν ευδοκούσε ο Κύριος να πάρει σάρκα από τούτο το αγιασμένο σκήνωμα, που είναι ξαπλωμένο πάνω στο νεκρικό κλινάρι, τι θλίψη απαρηγόρητη θα ’χαμε όλοι οι άνθρωποι, καταδικασμένοι δίχως ελπίδα στη φθορά και στο θάνατο! Ποια ψυχή θα μπορούσε να δροσιστεί από το γλυκό αγεράκι της αθανασίας χωρίς τη Μητέρα της Ζωής, ποιος θα ένοιωθε την ευωδία της πνευματικής άνοιξης, δίχως την ελπιδοφόρα χελιδόνα, ποιος θα ευφραινότανε στον μυστικό Παράδεισο, αν δεν τον στόλιζε το Ρόδον το Αμάραντον;

Για τούτη την αιτία δεν ψέλνουμε σήμερα νεκρώσιμα τροπάρια στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αλλά ύμνους χαρούμενους και θριαμβικούς, τελούντες της θείαν ταύτην και πάντιμον εορτήν της Θεομήτορος και κρατούμεν τας χείρας, τον εξ αυτής τεχθέντα Θεόν δοξάζοντες. Ψέλνουμε με αγιασμένον οίστρο και λέμε : « Άπας γηγενής σκιρτάτω τω πνεύματι λαμπαδοχούμενος. Πανηγυριζέτω δε άϋλων νόων φύσις, γεραίρουσα την ιερά πανήγυριν της Θεομήτορος και βοάτω : Χαίροις Παμμακάριστε, Θεοτόκε, Αγνή, Αειπάρθενε»!

 

Επισκεφτείτε επίσης, αν θέλετε: 

Δεκαπενταύγουστος: εποχή ανεφοδιασμού και εξοπλισμού - καιρός "αντεπίθεσης"!...

Έχει ακόμα κάτι ανθρώπους του λαού μας, αγνούς και πονεμένους, που ζουν με τον καημό και την ανημπόρια όλου του κόσμου στα στήθια τους

  "Ανέκδοτα" με την Παναγία
Ραπ προσευχή προς την Παναγία 

Δευτέρα 18 Απριλίου 2022

Το Πάσχα μακριά από τις πολιτείες - ταξιδιωτικός οδηγός για το Πάσχα στην Ελλάδα του Φώτη Κόντογλου...

Ένας ταξιδιωτικός οδηγός για Πάσχα στην Ελλάδα, γραμμένος με «Κοντόγλειο» τρόπο. Απευθύνεται βέβαια σε «κάποιους που έχουνε τα δικά μας αισθήματα», δηλαδή κάποιους που αγαπούν πραγματικά την Ορθοδοξία και την Ελλάδα, φθάνει να μην είναι «κοιλιόδουλοι και μαλθακοί». Κατά βάθος όμως κάτι λέει σε όλους μας, αν και το «Πάσχα στο Χωριό» που περιγράφει έχει αρκετή διαφορά με το «Πάσχα στο Χωριό», όπως το εννοούμε σήμερα και μας έχει λείψει τόσο πολύ...

Διαβάστε το ολόκληρο στο ιστολόγιο Αέναη επΑνάσταση

 

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2022

Η ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΑΠΛΟΤΗΤΑ (Φ. Κόντογλου)


Προσκυνητής / Φώτη Κόντογλου, αρχείο (εδώ)

Σήμερα δημοσιεύουμε το πρώτο άρθρο του Κόντογλου στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, στις 22 Φεβρουαρίου του 1948, με τίτλο «Η ειρηνική απλότητα». Με αυτό άρχισε μια συνεργασία, που συνεχίστηκε με την μόνιμη στήλη «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ» για 17 ολόκληρα χρόνια.

Το τελευταίο άρθρο δημοσιεύτηκε στις 13 Ιουνίου 1965, ακριβώς ένα μήνα πριν από το θάνατο του Κόντογλου, με τίτλο «Ο φθόνος και η αχαριστία»! Όπως φαίνεται από τους τίτλους, τα άρθρα αυτά αποτελούν και την βιωματική εξιστόρηση της ζωής του. Ο Κοντογλου αυτοσυστήνεται στον αναγνώστη με το πρώτο του άρθρο με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. «Τα δύο πράγματα που αγάπησα στον κόσμο, είναι η ευλάβεια της ορθοδοξίας κι η θάλασσα». Και πάνω απ’ όλα η απλότητα. Ο ακρογωνιαίος λίθος της ύπαρξής του. Απλότητα στην έκφραση, απλότητα στη σκέψη, απλότητα στη συμπεριφορά, απλότητα στη διάνοια, στην ψυχή και στην καρδιά. Απλότητα που ταυτίζεται με την αλήθεια, που είναι πάντοτε απλή.
Πέρα από αυτά όμως ο Κόντογλου είναι και προφητικός …
«Και για να ξεκουραστούμε ακόμα οι δυστυχείς, κάνουμε κάποιες άλλες δουλειές, που τις λέμε «ψυχαγωγία» και που είναι και κείνες κουραστικές, ταραγμένες, πονηρές και άσπλαχνες». «Τα απλά βιβλία είναι σαν ένα πέλαγο αφρισμένο, που το χαίρεσαι κι ας σε φοβερίζει να σε καταπιεί, κι όχι σαν τα χημικά εκείνα δηλητήρια που βγαίνουνε λες από κάποιο εργαστήριο καταχθόνιο»! Δεν έχει δίκιο;

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - Η ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΑΠΛΟΤΗΤΑ
Άρθρο του Φ. Κόντογλου στην ''ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ'' - 22 Φεβρουαρίου 1948

Μπορεί να έχω λάθος, μα απ’ όσο κατάλαβα ο άνθρωπος είναι πιο ευτυχισμένος και ειρηνεμένος, όταν καταγίνεται με απλά πράγματα κι όχι με περίπλοκα και νευρικά, τουλάχιστον τις ώρες που θέλει να ξεκουραστεί. «Καρδίας ησυχαζούσης, το πρόσωπον θάλλει».
Σήμερα δε φτάνει πως η ζωή μας είναι άγρια και νευρική, με τις μηχανές και τα σίδερα που βροντάνε γύρω μας, παρά και για να ξεκουραστούμε ακόμα οι δυστυχείς, κάνουμε κάποιες άλλες δουλειές, που τις λέμε «ψυχαγωγία» και που είναι και κείνες κουραστικές, ταραγμένες, πονηρές και άσπλαχνες, Η τέχνη, που τη βρήκε ο άνθρωπος για να ξεκουράζεται, έγινε κι αυτή επιστημονική στις μέρες μας, μια σκοτεινή αριθμητική γεμάτη προβλήματα. Κι όταν πάγει κανένας στο σπίτι του για να ξεκουραστεί και ποθήσει να ησυχάσει και να μερέψει λίγο η ψυχή του, κάθεται και διαβάζει κάποια βιβλία που είναι γεμάτα ψυχολογίες μπερδεμένες, κάτι δαιμονικά παραμιλήματα εκφυλισμένων ανθρώπων, βιογραφίες διαφόρων διασήμων υποκριτών ή φιλοσοφίες παγωμένες σαν τους κρατήρες του φεγγαριού. Κι αντί να βρει ξεκούραση, φορτώνεται και με άλλα βάσανα και με έγνοιες αβάσταχτες.
Ο Χριστός μας είπε να γίνουμε απλοί κι απονήρευτοι σαν τα παιδιά, για να μπούμε στη βασιλεία του Θεού, εκεί που βρίσκεται η κάθε μακαριότητα. Τουλάχιστον οι χαρές μας ας είναι αθώες σαν των παιδιών και θα είναι πιο αληθινές και πιο φυσικές από τις φαρμακερές ικανοποιήσεις, που ζητάμε μέσα σε τέτοια βιβλία ή στα λογής λογής διαβάσματα.

Ανάμεσα στ’ άλλα γραψίματα θαρρώ πως τα πιο φχάριστα και τα πιο κατευναστικά, είναι τα ταξίδια. Γιατί, τις πιο πολλές φορές, δεν είναι γραμμένα από λογοτέχνες, ούτε από φιλόσοφους, αλλά είναι γραμμένα από ανθρώπους που γράφουνε δίχως καμιά τέχνη και για τούτο η απλότητά τους αναπαύει τον άνθρωπο και του δίνει κάποια αθώα χαρά, που τον ζεσταίνει και τον παρηγορά στην άχαρη ζωή του. Αυτά δεν τα συστήνω σαν κάποιο αφιόνισμα για να αποκομίζεται η ενέργεια της ψυχής, αλά ίσια σαν κάποιο πιοτό καθαρό, που δίνει όρεξη για τη ζωή. Ακόμα και σαν βάζουνε στη διήγησή τους κάποια σκληρά περιστατικά και κείνα ακόμα δεν έχουνε αυτή την ψυχρή αγριάδα και την στεγνή την απελπισία που βγαίνουνε από τ’ άλλα τα βιβλία που είπαμε πρωτύτερα. Παρά είναι σαν ένα πέλαγο αφρισμένο, που το χαίρεσαι κι ας σε φοβερίζει να σε καταπιεί, κι όχι σαν τα χημικά εκείνα δηλητήρια που βγαίνουνε λες από κάποιο εργαστήριο καταχθόνιο!
Αυτό είναι το μυστικό που έχουνε τούτα τα απλά βιβλία – να μας γίνουνται οικεία κι αγαπημένα, σα να είναι βγαλμένα από τη δική μας την καρδιά και γραμμένα από το δικό μας χέρι. Μονάχα η ταπεινοί άνθρωποι γράφουνε τέτοια ταπεινά κι αληθινά έργα, γιατί γράφουνε απροσποίητα και απροσπάθηστα, δίχως να δίνουνε σημασία στον εαυτό τους κι ούτε πολύ πολύ σ΄ εκείνο που γράφουνε, χωρίς να φοβερίζουνε κανέναν με βαθυστόχαστες και με σατανικές αλχημείες και χωρίς να φοβούνται κανέναν, γιατί δεν πάνε ν’ αποχτήσουνε δάφνες και πατάνες κι ούτε κάνουνε κοσμοθεωρίες. Αυτοί δε ζητάνε να τους δοξάσει κανένας, σαν τους αποθεωμένους ανθρώπους, που γράφουνε τα βαθυστόχαστα και τρομερά έργα, τα οποία κανονίζουνε την πορεία της ανθρωπότητας ανά τους αιώνας. Αλλά ας σταματήσω ως εδώ κι ας μην πάγω παραπέρα, γιατί κοντεύω να γίνω κι εγώ βαθυστόχαστος.

Τούτες τις μέρες που ήρθε στον τόπο μας το κρύο και χιονίζει στα βουνά, φέρνω στο νού μου λογιών λογιών ιστορίες από ταξίδια στα βορεινά μέρη, που μου τις είπανε κάποιοι καπεταναίοι, με το στόμα ή με το γράψιμο. Οι πιο παλιοί είναι οι πιο καλοί. Διαβάζοντάς τες, θαρρείς πως κουβεντιάζεις μαζί τους. Ούτε βιάζουνται, ούτε νευριάζουνε. Εσύ κάθεσαι στα ζεστά κι αυτοί λένε, κι εσύ ακούς και δεν τους κακοφαίνεται πως εσύ είσαι στο ραχάτι σου, τη ώρα που αυτοί οι κακόμοιροι βρίσκουνται μέσα στις αγριεμμένες θάλασσες και χαροπαλεύουνε.
Θαν αρχίσω λοιπόν από μια φουρτούνα που την έγραψε στο χαρτί με το χέρι του ο καπετάν Αγγελής Σόνιος, λίγος στα γράμματα, πλην άνθρωπος με φόβο Θεού, αληθινός Χριστιανός. Χίλιες δόξες να ’χει ο Χριστός που μου χάρισε ένα τέτοιο βασιλικό δώρο, δηλαδή τα χαρτιά πού ‘γραψε ο καπετάν Αγγελής και που ευωδιάζουνε από τα δύο πράγματα που αγάπησα στον κόσμο, από την ευλάβεια της ορθοδοξίας και από τη θάλασσα.
Το χέρι του που χοντροπέτσιασε από τη λαγουδέρα, ώ του θαύματος! Κρατά «κάλαμον γραμματέως οξυγράφου». Καραβοκύρης Έλληνας και Χριστιανός ορθόδοξος, πάλευε με τη Μαύρη Θάλασσα, με την Άσπρη Θάλασσα [Αιγαίο], από μούτσος ίσαμε που γίνηκε γέρος, λίγο πριν συγχωρεθεί, ενενήντα εννιά χρονών, σαν πατριάρχης πλήρης ημερών.
Πολλοί θα πούνε πως γράψω συναξάρια. Γιατί η στέρφα η καρδιά τους δεν παραδέχεται το απλό αίσθημα που βγαίνει από τις ίσιες ψυχές. Γιατί αυτοί θέλουνε ρητορείες, λόγια κούφια που αστράφτουνε στον ήλιο σαν τους τενεκέδες που γυαλίζουνε στους σκουπιδότοπους. Δε βαρεθήκανε τούτη την ανάλατη ζωή, αυτά τα κύμβαλα της βαθυστόχαστης ανοησίας!
Αφήστε σας παρακαλώ την καρδιά σας λεύτερη, να δροσιστεί από τον αρμυρόν αγέρα του πελάγου, Βγάλετε από πάνω σας τα χαρχάλια που φορτωθήκατε θεληματικά για να φαινόσαστε άνθρωποι σπουδασμένοι και σοβαροί. Μην σας πειράζουνε τα απλά τα πράγματα, τα καθαρά, τα απονήρευτα, Αγαπήστε τα, γιατί είναι σαν τα βότανα που μας γιατρεύουνε, επειδή οι ψυχές μας είναι άρρωστες.
Την άλλη Κυριακή, που θα σας μιλά ο καπετάν Αγγελής, θα δώσετε δίκιο σ’ αυτά που σας λέγω και θα θέλετε να ακούτε ολοένα και περισσότερα.
«Γεύσασθε και ίδατε»

Συμπλήρωμα, από την καλύβα μας

ΖΗΣΕ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΙΑ!
Αυτογνωσία
Γίνε κι Εσύ Πολεμιστής του Φωτός
Είσαι ο άνθρωπός μου;
 

Η αμαρτία (χωρίς ηθικισμούς)
Ηθικισμός στην Ορθοδοξία; Όχι, ευχαριστώ!

Σας προτρέπουμε να επισκεφθείτε το Αρχείο Φώτη Κόντογλου & αυτή την ιστοσελίδα (του π. Νεκταρίου Μαμαλούγκου) με κείμενά του.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Η ορεινή γυναίκα


κυρ-Φώτη Κόντογλου

Μητερικό

Αν γυρίσεις τον κόσμο, θα δεις πως δεν θα βρεις παρά σπάνια ευτυχισμένους ανθρώπους και εκείνους με λιγόχρονη και άστατη ευτυχία, πικραμένους όμως θα βρεις πολλούς σε κάθε σου πάτημα. Αδέρφια σου στην χαρά δε θα βρεις πολλά, μα αδέρφια στην πίκρα θα βρεις πάρα πολλά. Αυτό φανερώνει πώς τούτος ο κόσμος είναι ένας τόπος που έρχεται ο άνθρωπος για να δοκιμαστεί, όπως το χρυσάφι στην φωτιά. Αφήνω πως ευτυχία δεν είναι η καλοπέραση του κορμιού, κι αυτό φαίνεται τρανότατα από το ότι οι καλοπερασμένοι και οι πλούσιοι δεν είναι ευτυχισμένοι, αλλά κάνουνε τον ευτυχισμένο και στο τέλος βαριούνται την ζωή τους. Η ευτυχία τους είναι μάλλον ρηχή και ψεύτικη, κι ολοένα ζητάνε να βρούνε την αληθινή ευτυχία, κ᾿ επιχειρούνε κάθε τόσο ν᾿ αλλάξουνε την ζωή τους. Μπορεί η ψυχή να είναι ευτυχισμένη και μέσα σε ένα κορμί δυστυχισμένο; Μπορεί να ισχύει αυτό το παράδοξο;


Μία από τούτες τις ημέρες βρέθηκα σ᾿ ένα βουνό πυκνοδασωμένο και μοσχοβολημένο και σαν να ξαναγεννήθηκα. Περπατούσα σ᾿ ένα έρημο μονοπάτι, κι ανάσαινα το δροσερό αεράκι που κατέβαινε από τις ραχούλες, μακριά από την πνικτική βρόμα της αλεποφωλιάς που την λένε πολιτεία, και που βγάζει μέσα της κάθε λογής κακία, πονηριά και ασχήμια, μ᾿ όλα τα ψεύτικα στολίδια που στολίσανε την πόρνη οι εραστές της.


Εκεί που περπατούσα, βλέπω να βγαίνει από το δάσος μία μικροκαμωμένη γυναίκα, μ᾿ ένα σακί στον ώμο. Ήτανε ξυπόλυτη, μ᾿ ένα τσεμπέρι και κρατούσε στο χέρι της ραβδί. Σαν ήρθε κοντά μου με χαιρέτησε μ᾿ έναν έμορφον χαιρετισμό. Το πρόσωπό της ήτανε πολύ εκφραστικό και συμπαθητικό, αλλιώτικο από τα πρόσωπα που βλέπουμε στην πολιτεία, που είναι γεμάτα αφηρημάδα, αδιαφορία, ανέκφραστες μάσκες. Με κοίταζε με προσοχή σαν μιλούσε και με περισσότερη προσοχή μ᾿ άκουγε όταν της απαντούσα. Η όψη της ήτανε βασανισμένη, μα γεμάτη αξιοπρέπεια, απλότητα και σεμνότητα. Το μικρό πρόσωπό της ήτανε ψημένο από τον αγέρα και τον ήλιο. Τα μάτια της ήτανε τόσο εκφραστικά και η ομιλία της τόσο σπουδαία, απονήρευτη και συμπαθητική, που τραβούσε τον άνθρωπο σαν μαγνήτης. Το σώμα της ήτανε κοκκαλιάρικο και πολύ σβέλτο, και μ᾿ όλο που ήτανε κακοντυμένη και ξυπόλυτη, είχε επάνω της κάποιο ανεξήγητο μεγαλείο, τόσο που ν᾿ απορεί κανείς και να συλλογίζεται γιατί δεν βρίσκονται πια τέτοιοι άνθρωποι ανάμεσά μας.


Μου μίλησε για τα πρόβατα που τα φύλαγε ο γιος της και εκείνη η ίδια, μου μίλησε για τα βάσανα που τραβάνε με τους βαριούς χειμώνες και για κάποιους «επίσημους ανθρώπους» που έρχονται από την Αθήνα με συνοδεία και που τους φοβερίζουνε πως θα πάρουνε τις βοσκές και που λένε πως δεν χρειάζονται τα πρόβατα και πως θα τα διώξουνε, επειδή στα βουνά κάνουνε περίπατο οι άνθρωποι που έρχονται από τα ξένα μέρη, και που δεν θέλουνε να βλέπουνε πρόβατα που κοπρίζουνε, μηδέ γιδερά, αλλά μοναχά δένδρα. «Έλα Χριστέ και Παναγία» μου λέγει. Η κοπριά που κάνουνε τα πρόβατα, μοσχοβολά. Η δική μας κοπριά βρωμά, η ανθρώπινη. Εμένα ο παππούς μου κι ο προπάππους μου, ο πατέρας μου κι ο άνδρας μου κι όλοι οι συγγενείς μου, αυτή την δουλειά κάνανε, με τα ζωντανά ζούσανε. Α! το γάλα και το μαλλί το θέλουνε οι άνθρωποι που έρχονται από την Αθήνα! Τα κακόμοιρα πρόβατα δεν θέλουνε!


Ακουμπισμένη στο ραβδί, με κοίταζε σαν να με ήξερε από χρόνια. Ήτανε σαν το αγριολούλουδο που κρύβεται ντροπαλά κάτω από την πέτρα. Και οι σοφοί και επίσημοι από την Αθήνα δεν θέλουνε να βλέπουνε μήτε πρόβατα μήτε τσοπάνηδες! Γιατί άραγε να βρίσκονται ΠΑΝΤΑ υπό διωγμό οι απλοϊκοί και καθαροί άνθρωποι; Αυτούς που δεν πειράζουνε κανένα, γιατί τους πειράζουν όλοι; Γιατί να κινδυνεύουνε να εξοντωθούνε οι απλοί και άβλαβοι άνθρωποι;


Το έργο που συνοδεύει το κείμενο αυτό, είναι το πλέον αγαπημένο της οικογένειάς μας και πρόκειται για τη γνωστή πια Γριά, που έκανε ο Κόντογλου σε ηλικία 15 χρονών, όπως σημειώνει και ο ίδιος επάνω.


Για τον Φώτη Κόντογλου

Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

Παναγία, η χαρά των χριστιανών


Φώτης Κόντογλου (1895 – 1965)
Συγγραφέας, αγιογράφος, ο πατέρας της σύγχρονης ελληνικής αγιογραφίας
Στο κείμενο διατηρήθηκε η ορθογραφία της εποχής του συγγραφέα

Η Παναγία είναι το πνευματικό στόλισμα της ορθοδοξίας. Για μας τους Έλληνες είναι η πονεμένη μητέρα, η παρηγορήτρια κ’ η προστάτρια, που μας παραστέκεται σε κάθε περίσταση. Σε κάθε μέρος της Ελλάδας είναι χτισμένες αμέτρητες εκκλησιές και μοναστήρια, παλάτια αυτηνής της ταπεινής βασίλισσας, κι’ ένα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στα βουνά, στους κάμπους και στα νησιά, μοσκοβολημένα από την παρθενική και πνευματική ευωδία της.
Μέσα στο καθένα απ’ αυτά βρίσκεται το παληό και σεβάσμιο εικόνισμά της με το μελαχροινό και χρυσοκέρινο πρόσωπό της, που το βρέχουνε ολοένα τα δάκρυα του βασανισμένου λαού μας, γιατί δεν έχουμε άλλη να μας βοηθήσει, παρεκτός από την Παναγία, «άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς Θεόν εν κινδύνοις και θλίψεσιν αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι υπό πταισμάτων πολλών».
Το κάλλος της Παναγίας δεν είναι κάλλος σαρκικό, αλλά πνευματικό, γιατί εκεί που υπάρχει ο πόνος κ’ η αγιότητα, υπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Το σαρκικό κάλλος φέρνει τη σαρκική έξαψη, ενώ το πνευματικό κάλλος φέρνει κατάνυξη, σεβασμό κι’ αγνή αγάπη. Αυτό το κάλλος έχει η Παναγία. Κι ‘ αυτό το κάλλος είναι αποτυπωμένο στα ελληνικά εικονίσματά της που τα κάνανε άνθρωποι ευσεβείς οπού νηστεύανε και ψέλνανε και βρισκόντανε σε συντριβή καρδίας και σε πνευματική καθαρότητα. Στην όψη της Παναγίας έχει τυπωθεί αυτό το μυστικό κάλλος που τραβά σαν μαγνήτης τις ευσεβείς ψυχές και τις ησυχάζει και τις παρηγορά. Κι’ αυτή η πνευματική ευωδία είναι το λεγόμενο Χαροποιόν Πένθος [δηλαδή ένας συνδυασμός χαράς και λύπης] που μας χαρίζει η θρησκεία του Χριστού, ένα βότανο άγνωστο στους ανθρώπους που δεν πήγανε κοντά σ’ αυτόν τον καλόν ποιμένα. 

Τούτη τη χαροποιά λύπη την έχουνε όλα όσα έκανε η ορθόδοξη τέχνη, και τα ευωδιάζει σαν σμύρνα και σαν αλόη, καν εικόνισμα είναι, καν υμνωδία, καν ψαλμωδία, καν χειρόγραφο, καν άμφια, καν λόγος, καν κίνημα, καν ευλογία, καν χαιρετισμός, καν μοναστήρι, καν κελλί καν σκαλιστό ξύλο, καν κέντημα, καν καντήλι, καν αναλόγι, καν μανουάλι, ότι και νάναι αγιωτικό.
Από τα ονόματα και μόνο που έδωσε η ορθοδοξία στην Παναγία, και που μ’ αυτά την καταστόλισε, όχι σαν είδωλο θεατρικό, όπως γίνηκε αλλού που φορτώσανε μια κούκλα με δαχτυλίδια και σκουλαρήκια και με ένα σωρό άλλα ανίερα και ανόητα πράγματα, λοιπόν αυτά μοναχά, λέγω, φαίνεται πόσο πνευματική αληθινά είναι η λατρεία της Παναγίας στην ελληνική ορθοδοξία. Πρώτα-πρώτα το ένα αγιώτατο όνομά της: Παναγία. 
Ύστερα τα άλλα: Υπερευλογημένη, Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξωτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, Ζώσα και Άφθονος, Πηγή, Έμψυχος Κιβωτός, Άχραντος, Αμόλυντος, Κεχαριτωμένη, Αειμακάριστος και Παναμώμητος, Προστασία, Επακούουσα, Γρηγορούσα, Γοργοεπήκοος, Ηγιασμένος Ναός, Παράδεισος λογικός, Ρόδον το Αμάραντον, Χρυσούν Θυμιατήριον, Χρυσή Λυχνία, Μαναδόχος Στάμνος, Κλίμαξ Επουράνιος, Πρεσβεία θερμή, Τείχος απροσμάχητον, Ελέους Πηγή, του Κόσμου Καταφύγιον, Βασιλέως Καθέδρα, Χρυσοπλοκώτατος Πύργος και Δωδεκάτειχος Πόλις, Ηλιοστάλακτος Θρόνος, Σκέπη του Κόσμου, Δένδρον αγλαόκαρπον, Ξύλον ευσκιόφυλλον, Ακτίς νοητού ηλίου, Σιών αγία, Θεού κατοικητήριον, Επουράνιος Πύλη, Αδικουμένων προστάτις, Βακτηρία τυφλών, Θλιβομένων η χαρά, και χίλια δυο άλλα, που βρίσκονται μέσα στα βιβλία της εκκλησίας. 
Κοντά σ’ αυτά είναι και τα ονόματα που γράφουνε απάνω στα άγια εικονίσματά της οι αγιογράφοι: Οδηγήτρια, Γλυκοφιλούσα, Πλατυτέρα των Ουρανών, η Ελπίς των απελπισμένων, η Ταχεία Επίσκεψις, η Αμόλυντος, η Ελπίς των Χριστιανών, η Παραμυθία, η Ελεούσα κι άλλα πολλά, που γράφουνται από κάτω από τη συντομογραφία: ΜΗΡ ΘΥ, που θα πεί Μήτηρ Θεού. Πόση αγάπη, πόσο σέβας και πόσα κατανυκτικά δάκρυα φανερώνουνε μοναχά αυτά τα ονόματα, που δεν ειπωθήκανε σαν τα λόγια οπού βγαίνουνε εύκολα από το στόμα, αλλά που χαραχτήκανε στις ψυχές με πόνο και με ταπείνωση και με πίστη.

Αμή οι ύμνοι της πούναι αμέτρητοι σαν τάστρα τ’ ουρανού κ’ εξαίσιοι στο κάλλος, και που τους συνθέσανε οι άγιοι υμνολόγοι, «θίασον συγκροτήσαντες πνευματικόν»! Σ’ αυτό το ευωδιασμένο περιβόλι βρίσκουνται όλα τα αμάραντα άνθη και τα ευωδιασμένα βότανα του λόγου. Αληθινά προφήτεψε η ίδια η Παναγία για τον εαυτό της, τότε που πήγε στο σπίτι του Ζαχαρία και την ασπάσθηκε η Ελισάβετ, πως θα τη μακαρίζουνε όλες οι γενεές: «Εκείνες τις μέρες, σηκώθηκε η Μαριάμ και πήγε στην Ορεινή με σπουδή στην πολιτεία του Ιούδα [αρχαίου προγόνου των Ιουδαίων, δισέγγονου του Αβραάμ] και μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρέτησε την Ελισάβετ. Και σαν άκουσε η Ελισάβετ τον χαιρετισμό της Μαρίας πήδηξε το παιδί μέσα στην κοιλιά της [δηλ. χοροπήδησε, κινήθηκε, όλα αυτά αναφέρονται στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο, κεφάλαιο 1].
Και γέμισε Πνεύμα Άγιο η Ελισάβετ και φώναξε με φωνή μεγάλη κ’ είπε: Βλογημένη είσαι εσύ ανάμεσα στις γυναίκες και βλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Κι’ από πού μου ήρθε αυτό το καλό, νάρθει η μητέρα του κυρίου μου προς εμένα; γιατί μόλις ήρθε η φωνή του χαιρετισμού σου στ’ αυτιά μου, ξεπέταξε το παιδί στην κοιλιά μου, κι’ είναι μακάρια εκείνη που πίστεψε σε όσα της είπεν ο Κύριος. Κ’ είπε η Μαριάμ: «Δοξολογά η ψυχή μου τον Κύριο κι’ αναγάλλιασε το πνεύμα μου για το Θεό τον σωτήρα μου, γιατί καταδέχθηκε να κυτάξει την ταπεινή τη δούλα του. Γιατί, να, από τώρα κ’ ύστερα θα με μακαρίζουνε όλες οι γενεές, επειδή έκανε σε μένα μεγαλεία ο Δυνατός, κ’ είναι αγιασμένο τ’ όνομά του, και το έλεός του πηγαίνει από γενεά σε γενεά σε κείνους που έχουνε τον φόβο του».

***
 
Εικ. από εδώ
Αμέτρητες είναι οι υμνωδίες της Παναγίας, μα αμέτρητα είναι και τα σεμνόχρωμα εικονίσματά της, που καταστολίζουνε τις εκκλησιές μας, ζωγραφισμένα στο σανίδι είτε στον τοίχο. Σε κάθε ορθόδοξη εκκλησιά στέκεται το εικόνισμά της στο τέμπλο από τα δεξιά της άγιας Πόρτας. Σε άλλες εικόνες ζωγραφίζεται και μοναχή, μα στα εικονίσματα του τέμπλου κρατά πάντα τον Χριστό στην αγκαλιά της απ’ τ’ αριστερά, σπάνια απ’ τα δεξιά, (τότε λέγεται Δεξιοκρατούσα). Το κεφάλι της είναι σκεπασμένο σεμνά και σοβαρά με το μαφόριο, ένα φόρεμα φαρδύ κι’ ιερατικό σκούρο βυσσινί, που πέφτει στον ώμο της απλόχωρο, αφήνοντας να φαίνεται μοναχά το μακρουλό πρόσωπό της και τα χέρια της. Από μέσα από το σκέπασμα φαίνεται μια στενή λουρίδα από το δέσιμο του κεφαλιού της που σφίγγει το μέτωπό της και αφίνει να φανούνε μονάχα οι άκρες των αυτιών της.
Το μέτωπό της είναι σαν μελαχροινό φίλντισι, αγνό, απλό και κατακάθαρο. Τα ματόφρυδά της είναι καμαρωτά, ζωηρά και μακρυά, φτάνοντας ίσαμε κοντά στ’ αυτιά της, τα μάτια της αμυγδαλωτά, ισκιωμένα, καστανά, βαθειά, σοβαρά μα γλυκύτατα, με τ’ ασπράδι καθαρό μα ισκιωμένο. Το βλέμμα της είναι μελαγχολικό απλό, ίσιο, ήσυχο, συμπαθητικό, αγαπητό, θλιμένο μα και μαζί χαροποιό, αυστηρό μα και μαζί συμπονετικό, αγιώτατο, πνευματικό, αθώο, σκεφτικό, άμωμο, ελπιδοφόρο, υπομονητικό, πράο, σεμνώτατο, μακρυά από κάθε σαρκικόν λογισμό, καθρέφτισμα μυστικό του παραδείσου, βασιλικό και ταπεινό, ανθρώπινο και θεϊκό, άκακο, αδελφικό, ευγενικό, ελεγκτικό, άγρυπνο, γαληνό, φιλάνθρωπο, μητρικό, παρθενικό, δροσερό, καυτερό για όσους έχουνε πονηρούς λογισμούς, τρυφερό, διαπεραστικό, ερευνητικό, απροσποίητο, ηγεμονικό, συγκαταβατικό, παρακαλεστικό, αμετασάλευτο. 
Η μύτη της είναι μακρυά και στενή, με μέτρο, ιουδαϊκή, άσαρκη, με λεπτά ρουθούνια, λίγο γυριστή, σεμνή. Το στόμα της μικρό, ντροπαλό, φρόνινμο, κλειστό, καθαρό, ισκιωμένο κατά το μάγουλο, σαν να χαμογελά ελαφρά. Το πηγούνι της γυριστό, σεβαστό, ανεπιτήδευτο, ταπεινό. Το μαγουλό της, παρθενικό, καθαρό, χνουδωτό, ευωδιασμένο, ντροπαλό, χλωμό με μιαν ελαφρότατη ροδοκοκκινάδα. Ο λαιμός της γυρτός ταπεινά, σμίγει με το πηγούνι μ’ ένα απαλό ίσκιασμα που το λέγανε οι παλαιοί γλυκασμό. Το όλο πρόσωπό της είναι ιερατικό και θρησκευτικό, και μαρτυρά αρχαία φυλή. Τα άχραντα χέρια της είναι μικρά, στενά μακροδάχτυλα, λεπτόνυχα. Με το αριστερό βαστά τον Χριστό, και το δεξί τόχει ακουμπισμένο σεμνά απάνω στο στήθος της, σε στάση παρακαλεστική, με το μεγάλο δάχτυλο μακρυά από τ’ άλλα. Στα πιο αρχαία εικονίσματα αυτό το χέρι είναι πιο όρθιο και πιο ψηλά, κοντά στο λαιμό.

Ο πιο αυστηρός τύπος της Παναγίας είναι η λεγόμενη Οδηγήτρια, που έχει όρθια την κεφαλή της, έκφραση απαθέστερη και το όλο σχήμα της είναι πιο ιερατικό. Ενώ η Γλυκοφιλούσα έχει το κεφάλι της γυρτό κατά το παιδί της, που τ’ αγκαλιάζει σφιχτότερα, κ’ η έκφρασή της είναι πιο αισθηματική. Η Πλατυτέρα παριστάνεται καθισμένη απάνω στο θρόνο, αυστηρή κι’ αλύγιστη, και βαστά τον Χριστό στα γόνατά της, ακουμπώντας τόνα χέρι της στον ώμο του και με τ’ άλλο βαστώντας το πόδι του ή ένα μαντήλι.
Στην Ελλάδα, οι περισσότερες εκκλησιές της Παναγίας γιορτάζουνε κατά την
Κοίμηση της Θεοτόκου, δηλαδή στις 15 Αυγούστου. Τα τροπάρια που ψέλνουνε σ’ αυτή τη γιορτή είναι από τα πιο εξαίσια. Το δοξαστικό του Εσπερινού είναι το μονάχο τροπάρι που ψέλνεται με τους οχτώ ήχους, κάθε φράση κι’ άλλος ήχος· αρχίζει από τον πρώτον ήχο και τελειώνει πάλι στον πτώτον.
Μα ολάκερη η Ελλάδα δεν υμνολογά την Παναγία μονάχα με τους ψαλτάδες και με τους παπάδες στις εκκλησιές, αλλά και με το κάθε τι της, με τα χωριά, με τα βουνά, με τα νησιά, πούχουνε τ’ αγιασμένο τ’ όνομά της. Τα καράβια βολτατζάρουνε στη δροσερή θάλασσα, ανοιχτά από τους κάβους πούναι χτισμένα τα μοναστήρια της, έχοντας στη πρύμνη σκαλισμένο τ’ αγαπημένο και προσκυνητό όνομά της. Όποιος ταξιδεύει στα ελληνικά νερά, σ’ όποιο μέρος κι’ αν βρεθεί τη μέρα της Παναγίας, θαν ακούσει απ’ ανοιχτά τις καμπάνες απάνω από το πέλαγο. Άλλες έρχουνται από τ’ Άγιον Όρος που το λένε Περιβόλι της Παναγίας, άλλες από την Τήνο πούχει το ξακουστό παλάτι της, άλλες από την Σαλαμίνα που γιορτάζει η Φανερωμένη, άλλες από τη Μυτιλήνη, από την Παναγιά της Αγιάσσος και της Πέτρας, άλλες από το Μοναστήρι της Σίφνου, άλλες από τη Σκιάθο, άλλες από τη Νάξο, από κάθε νησί, από κάθε κάβο, από κάθε στεριά.

Δείτε επίσης:

Η Παναγία των Ελλήνων
Δεκαπενταύγουστος: εποχή ανεφοδιασμού και εξοπλισμού!...