ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

Ο Αντισκάρος (μυθιστόρημα): «Ξέρουμε ποιοι είμαστε;» – «Να κάμεις τη μολυβένια καρδιά και το νου χρυσάφι!...»


Ν. Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ, Ο ΑΝΤΙΣΚΑΡΟΣ ή «και τα μάτια της στο πράσινο της Βερόνας»

Λεξίτυπον, Αθήνα 2018, σελίδες 622.
 
«Η Κρήτη ανάμεσα στα οράματα και στον αγώνα, λίγο πριν τη δική της Άλωση»

Ελπινίκη Νικολουδάκη-Σουρή
Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κρήτης 

«Κακομοίρα Αννεζίνα, σαλή και καταφρονεμένη, σαν το μάλαμα του αλωνιού είναι κι η καρδιά σου∙ ο άνεμος παίρνει τ’ άχερα κι ο αφέντης τον καρπό του και δεν απομένει στα έρμα σου χεροπάλαμα παρά μόνο η αχερόσκονη, να σε τρώει μέρα νύχτα. Θ’ αρχίξεις πάλι να τραγουδείς στσι στράτες ‘Μου το πήρανε! Μου το αρπάξανε!’ κι άθρωπος δε θα κατέχει τον καημό σου∙ μόνο ο θεός α δε σ’ έχει κι εκείνος ξεχασμένη.» (01)

Αυτή η ψυχοπονετική αποστροφή του αφηγητή στην Αννεζίνα, ένα δευτερεύον αλλά σημαδιακό πρόσωπο του μυθιστορήματος Αντισκάρος είναι η επιγραμματική και αλληγορική αναγνώριση της αβέβαιης τύχης που κατατρέχει όχι μόνο τη φτωχολογιά την περίοδο της Ενετοκρατίας στην Κρήτη αλλά γενικότερα και τον τόπο μας στο διάβα των αιώνων.
Το νέο ιστορικό μυθιστόρημα του κυρίου Νικόλαου Παπαδογιανάκη, ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης, πραγματεύεται όσα γεγονότα συνέβησαν και όσα έργα συνέβαλαν ώστε η Κρήτη να αλλάξει κατακτητή, όταν ο Κρητικός Πόλεμος (1645-1669) λήγει με το μαρτυρικό πέρασμά της στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας χάνει οριστικά και τον έλεγχο στη Μεσόγειο. Το προβλέπει ο ντοτόρος [γιατρός] Νικολός, το κύριο πρόσωπο του μυθιστορήματος, ο γιος αυτής της σαλής της Αννεζίνας, όταν έχει μάθει «ποιος είναι» και βλέπει τον πρεβεδούρο Μινότο, να περιμένει τους εκπροσώπους του πασά για να παραδώσει τα κλειδιά του Ρεθύμνου: 
«Σκεφτόταν άραγε αν και πότε θα ξανάβλεπε το σπίτι του ή θωρούσε πως η θάλασσα μίκραινε, μίκραινε για τη Γαληνοτάτη, που θα ’πρεπε πια αργά ή γρήγορα να σύρει τις γαλέρες της από τα μέρη της Ανατολής και ν’ αφήσει πίσω της τα κάστρα και τα πόρτα δίχως άρμενα, και μούλους σπαρμένους παντού∙ μούλους που δεν θα ’ξεραν πού ανήκουν, ποιοι είναι και θα γυρεύουν το αίμα τους, τη γενιά τους, το είναι τους.» (02)
Η περίοδος του 15ου -17ου αι. είναι για την Κρήτη σημαντική, γιατί, παρά την κατάκτηση, η νήσος παράλληλα με τις οκονομικές σχέσεις που αναπτύσσει με την Δύση, ευρισκεται σε μια αλληλοπεριχώρηση μ’ αυτήν, σ’ έναν διάλογο στον χώρο του πολιτισμού· δίδει όσα έχει ακόμη ζωντανά από την δική της παράδοση και δέχεται το πνεύμα της Αναγέννησης. Αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης  υπήρξαν τα  λαμπρά έργα στον χώρο της Τέχνης και της Λογοτεχνίας, στα οποία τα δυτικά πρότυπα προσαρμόζονται στο τοπικό στοιχείο, που διατηρεί έντονη την βυζαντινή συνέχεια· «ένα είδος μεικτό αλλά νόμιμο». Αυτή η αλληλοπεριχώρηση δεν έπαυσε ποτέ να ισορροπεί σε μια «εμπεδόκλεια αρμονία» φιλότητος και νείκους, έλξης και άπωσης, σε όλα τα επίπεδα, μέχρι και την ύστατη ακόμη στιγμή,  όταν με την πτώση του Χάντακα, κατίσχυσε πλέον ο βάρβαρος κατακτητής.

Στον Αντισκάρο οι ήρωες αναζητούν την ταυτότητά τους, μέχρι το τέλος, ανάμεσα στην παράδοση της Ελληνικής Ανατολής και στον αναδυόμενο Νέο Κόσμο της Δύσης. Ο «ντοτόρος» Νικολός είναι ένας διχασμένος ήρωας· «είναι αυτός που δεν είναι και δεν είναι αυτός που είναι». Παράλληλα, η Κιάρα, ο Δοσίθεος ο Μητροφάνης, ο Λομπάρδος, οι εκπρόσωποι της Γαληνοτάτης, είναι δυνάμεις ενός πεδίου, στο οποίο ο ήρωας θα περάσει με τις προδιαγραφές της  «μοίρας» του, αλλά και με τις αποφάσεις και πράξεις του, σε μια τραγική διάσταση.
Ο συγγραφέας πιστός στις συμβάσεις του ιστορικού μυθιστορήματος υφαίνει τον μύθο του μέσα σ’ αυτό το ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον. Το κύριο μέλημά του είναι η Δυτική Κρήτη στα τέσσερα πρώτα χρόνια του Κρητικού Πολέμου (1645-1649)∙ και, μάλιστα, ενδιαφέρεται να αποδοθούν με ακρίβεια η αντίληψη και η αντίδραση του συλλογικού εντόπιου «προσώπου» όχι μόνο μπροστά στην οργανωμένη και ορμητική επέλαση του οθωμανικού στρατού αλλά και απέναντι στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι της εποχής, απέναντι στη στάση που κράτησαν η Βενετία και τα υπόλοιπα χριστιανικά κράτη, όταν οι Βενετοί διοικητές και οι ντόπιοι πολέμαρχοι ζητούσαν τη βοήθειά τους. Τα επώνυμα γνωστά πρόσωπα, όπως ο Cornaro, o Gonzaca, o Molino, ο Αρκολέος, ο Χουσεΐν πασάς που είναι στη γραμμένη Ιστορία κεντρικά εδώ έχουν δευτερεύοντα ρόλο και, ως επί το πλείστον, δρουν αντιστικτικά προς πρωταγωνιστικά φανταστικά.

Δεν είναι όμως μόνο η εμπεδόκλεια αρμονία, όπως τονίζει ο συγγραφέας, η φιλότης και το νείκος που διέπει τις σχέσεις του αφομοιωμένου βενετοκρητικού ευγενούς με την εντόπια παράδοση και τους Κρητικούς, αλλά είναι και το κενό των έμπρακτων αποφάσεων που πλανάται στο μυθιστόρημα ως εφιάλτης. Ο μυθιστοριογράφος, βαθύς γνώστης και ερευνητής της βυζαντινής λογοτεχνίας, επώνυμης και δημώδους, της ευρωπαϊκής, της κρητικής λογοτεχνίας και των κειμένων του λαϊκού μας πολιτισμού εισάγει στο ιστορικό μυθιστόρημα την παράδοση της βυζαντινής χρονογραφίας, την ιδεολογία της και τη γραφή της που εδώ εξελίσσεται στην «καθομιλουμένη» του τόπου μας.

Η κύρια ιστορία εκτυλίσσεται μέσα στα πολεμικά γεγονότα. Η απόβαση των μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων στη Γωνιά (Ιούνιος 1645), η πολιορκία και η πτώση των Χανίων (27 Ιουνίου 1645-18 Αυγούστου 1645), η οργάνωση της άμυνας στα χωριά μεταξύ Χανίων και Ρεθύμνου, όπου τα μοναστήρια, οι καλόγεροι και οι ντόπιοι αγωνιστές προσφέρουν υπεράνθρωπη βοήθεια στους Βενετούς (Σεπτέμβριος 1645-Οκτώβριος 1645), η προετοιμασία της άμυνας στο Ρέθυμνο, η επερχόμενη πανούκλα, οι συνεννοήσεις των οπλαρχηγών άλλοτε με τον Κορνάρο, διοικητή των στρατιωτικών δυνάμεων των Βενετών στο Ρέθυμνο και άλλοτε με τον Χουσεΐν πασά  η οργάνωση του νοσοκομείου στην πόλη, οι τελευταίες ημέρες της (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1646), η έξοδος των πολιορκημένων (9 Νοεμβρίου 1646), η καταστροφή του Αρτού από τον Χουσεΐν πασά (10 Νοεμβρίου 1646) συνεπάγονται μια δυναμική όσο και συναρπαστική δράση των προσώπων∙ απομονωμένα και αβοήθητα καίγονται σχεδόν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μέσα στη φωτιά του πολέμου. Τι εξέφραζε, αλήθεια, το θαύμα της πολιτισμικής άνθισης στην Κρήτη κατά τα τέλη του 16ου και την πρώτη εικοσαετία του 17ου αιώνα;

Ωστόσο, αυτή η ιστορία, που θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της το ιστορικό μυθιστόρημα, είναι το κυριότερο μέρος δύο άλλων ιστοριών. Πρώτα –  πρώτα αναπτύσσει είκοσι δύο  fragmenta που βρέθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1692 σε μια κασέλα στο κατακαημένο ξωμονάστηρο του Αγίου Παύλου. Ο ντοτόρος Νικολός, δόκιμος καλόγερος, γράφει το ημερολόγιό του με αφετηρία τη θητεία του ως αντισκάρου στη βενετσάνικη γαλέρα. 
Γραμμένο στην καθομιλουμένη της Κρήτης του 17ου αιώνα, με στοιχεία της λαϊκής ιερατικής ιδιολέκτου και απηχήσεις του πνεύματος και του ύφους της βυζαντινής χρονογραφίας, με κενά από τη φωτιά και τον χρόνο, εμπνέουν τον αναγνώστη του εικοστού αιώνα και τον συγγραφέα να συμπληρώσει και να αναπτύξει την ιστορία των προσώπων που έχουν ως βασικό τόπο στη ζωή τους την Κρήτη. Το Τσιριγότο, το Τσιρίγο, η Padova, η Βενετία, η Κέρκυρα και η Ζάκυνθος είναι οι τόποι υποδοχής και σωτηρίας των προσώπων που τους περιζώνει ο κίνδυνος του Σουλτάνου. Έτσι, εισάγεται στο μυθιστόρημα ο κοσμοπολιτισμός με τη διπλή του όψη. Οι ιταλικές πόλεις, η Ζάκυνθος και η Κέρκυρα εκπέμπουν τη λάμψη μιας ευημερίας, που μοιάζει να υπονομεύει τις σταθερές αξίες του κρητικού πολιτισμού.

Ο ντόπιος αφηγητής, αεικίνητος και πάντα κοντά στα διάφορα πρόσωπα, βλέπει την εντοπιότητα να τη διαπερνά η ιταλική κουλτούρα, να την εμπλουτίζει αλλά και να δημιουργεί δύο ειδών συνειδήσεις: αυτές που αφομοιώνονται στις πρόσκαιρες υλικές αξίες, όπως είναι ο Πιέρος στην Padova και τις άλλες, με την κρίση ταυτότητας∙ ο ντοτόρος Νικολός, ο ρέμπελος, ο αλτρουιστής αλλά και ο ξένος μέσα στον ίδιο του τον εαυτό, με τη γερή αρματωσιά, που θα ’λεγε κι ο Σεφέρης, της  ανθρωπιστικής παιδείας, δεν μπορεί να βρει την ισορροπία ανάμεσα στη γενναιότητα του επαναστάτη, στην αυτοδιάθεση του επιστήμονα και τις σειρήνιες προκλήσεις της Βενετίας ή της Ιταλίας γενικότερα. 
Όπως αυτός, έτσι και το χειρόγραφό του έχει μια περίεργη τύχη∙ ανήκε σ’ ένα γέρο χωρικό που πήγαινε στην Αθήνα και είχε μαζί του τη «φυλλάδα»∙ πνίγηκε όμως στο ναυάγιο του πλοίου ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ κοντά στη Φαλκονέρα. Μαζί του χάθηκε και το ημερολόγιο. Ο συγγραφέας είχε προλάβει να αντιγράψει αυτά τα είκοσι δύο αποσπάσματα που του δίνουν την ώθηση να ανασυνθέσει τη ζωή του πρωταγωνιστή του πάντα δίπλα στις ζωές των άλλων.

Ο αναγνώστης παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις ιστορίες των ανθρώπων να εξελίσσονται μέσα σ’ ένα περίεργο κράμα συνθηκών και συμπτώσεων, καθιστώντας  τις πόλεις και την περιφέρεια των Χανίων και του Ρεθύμνου «μοιραίο χωροχρόνο». Εντός του διαμορφώνονται οι άνθρωποι και από εκεί φαίνεται να τους δίνει ένα λάκτισμα η κάθε ιστορική στιγμή προς την ανοιχτή θάλασσα, προς την αμφίσημη Ευρώπη, προς την εσωστρεφή αναζήτηση του «εαυτού».  
Και είναι φυσικό να συμπάσχει ο αναγνώστης και να εξοργίζεται με την πολιτική των οικονομικών συμφερόντων, της αδιαφορίας και της αδράνειας, με την υποτίμηση του αγώνα που κάνει ο τόπος σ’ αυτήν την αναμέτρηση.
Όταν οι Τούρκοι, π.χ., αποβιβάζονται στο Κολυμπάρι και κατευθύνονται προς τα Χανιά, ο ντοτόρος Νικολός παίρνει διαταγή από τον Βενετό διοικητή να βοηθήσει στο Νοσοκομείο της πόλης τον γέρο γιατρό Μπαρτολομαίο. Στην Επισκοπή συναντά  Κρητικούς και συζητούν για την εισβολή της πολυάριθμης τούρκικης στρατιάς και την αδράνεια του Μεγάλου Δούκα της Κρήτης που εδρεύει στον Χάνδακα. Είναι η πρώτη φορά που γίνεται νύξη για την αδιαφορία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας και ο Νικολός διερωτάται: 
«Μα, πώς γίνεται να πλακώσει η Τουρκιά κι οι Ρετούρηδες να μη νοιάζουνται για τον τόπο;» 
(03) Αλλά και ο αλχημιστής, ο ηλικιωμένος Βενετός γιατρός Μπαρτολομαίο εκμυστηρεύεται στον Νικολό τις δυνατότητες που έχουν οι μπόμπες που κατασκευάζει και σχολιάζει την αδιαφορία της Γαληνοτάτης με αυτά τα λόγια:
«Το λέω από δυο χρόνια τώρα. Χρειάζομαι διάργυρο και τειάφι και βότανο από κουτσουλιές. Σαν τα γύρεψα, ο διάργυρος είναι ακριβός και χρειαζούμενος να κάνουν στη Βενεθιά καθρέφτες για τις μεγάλες κυράδες, αποκρίθηκαν, κι οι … κουτσουλιές… Γέλασαν μαζί μου∙ ε, αυτό δα κι αν είναι… κουτσουλιές θα μαζώνομε… είπανε. Και χρειάζεται πολύς διάργυρος. Δεν καταλαβαίνουν και θα χαθούν.» (04)
Καθώς, μάλιστα, η ανάγνωση του μυθιστορήματος χρειάζεται την παράλληλη υποστήριξη έγκυρων ιστορικών συγγραμμάτων (05), σκεφτόμαστε τα ιστορικά και τα φανταστικά πρόσωπα του μυθιστορήματος να παίρνουν τη θέση τους στα διάστιχα των επιστημονικών βιβλίων∙ να ζουν, να αγωνιούν, να αγαπούν και να μισούν, να υπερασπίζονται ή να μηχανεύονται υπογείως εξοντώσεις που μπορεί να τις επινοούν προσωπικά πάθη, συντελούν όμως σε ιστορικές καταστροφές∙ γιατί, ο άνθρωπος, ο τόπος, ο χρόνος και τα γεγονότα σφιχτοδένονται στο μυθιστόρημα. Στις πολιορκίες των Χανίων και του Ρεθύμνου οι σολντάτοι, οι αστοί, οι καπετάνιοι με τις «πατούλιες» τους γίνονται ένα σώμα, μια δύναμη για να υπερασπίσουν τις αδύναμες πόλεις. 
Ο αγώνας της επιβίωσης και η αβεβαιότητα της επόμενης μέρας, προς στιγμήν, παραμερίζουν, θα έλεγε κανείς, τα πάθη και τα μίση. Οι μηχανορραφίες, τα συμφέροντα, οι προσηλυτισμοί, οι αντιπάθειες που σιγοβράζουν ανάμεσα στους Βενετοκρητικούς και τους Βενετούς ευγενείς, η καχυποψία των ντόπιων καπετάνιων απέναντι στις Διοικήσεις των πόλεων, η κατάντια των βιλλάνων από τους φόρους και τις αγγαρείες, η οργή των Εβραίων λόγω της αφαίμαξής των, όλα τούτα που αποτελούν την καθημερινότητα της Κρήτης υποχωρούν, όταν η πανούκλα και η Τουρκιά κατακλύζουν το Ρέθυμνο: «Η Φορτέτζα στέκει σαν ξεδοντιασμένη γριά. Δεν υπάρχει ελπίδα…» (06)

Η λογοτεχνικότητα

Στις αρετές του μυθιστορήματος θα προσθέσουμε την απόλυτη σχέση του τόπου με τους χαρακτήρες. Η πόλη έχει διαφορετικά ήθη, διαφορετική ψυχαγωγία από την ύπαιθρο. Ο άνθρωπος της υπαίθρου έχει το σθένος να εντάσσει σε μια αδιάσπαστη ενότητα τη ζωή και τον θάνατο, το γλέντι και το πένθος, τον γάμο και τον πόλεμο. Τα τραγούδια, ριζίτικα, ρίμες και μαντινάδες, τα παραμύθια, οι παραδόσεις, οι διοσημίες, τα όνειρα, ακόμη και η λαϊκή «παραποίηση» της Οδύσσειας  ακτινοβολούν από μόνα τους, έχουν όμως και ρόλο συμπαράστασης, έκφρασης και ερμηνείας των διαθέσεων που έχει η κοινότητα την ώρα που τα τραγουδά. 
Η διαύγεια του νοήματος και ο ρυθμός είναι διαφορετικός από την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή ποίηση που απαγγέλλεται στις συνάξεις των βενετοκρητικών αρχόντων. Εκεί, με εξαίρεση τη «ριζίτικη» πρόσληψη του ποιητή Αλκαίου, το πάθος των στίχων υποβάλλει την αστάθεια και τη μελαγχολία, ενώ ο πολιτισμικός διάλογος που δημιουργείται  αντικατοπτρίζει αυτούς τους κόσμους της έλξης και άπωσης, που είπαμε παραπάνω.
Όλα τούτα τα καλύπτει η τραγική ειρωνεία, γιατί στο μυθιστόρημα δεν ταλανίζονται μόνο οι ήρωες από το ερώτημα «ξέρουμε ποιοι είμαστε;», αλλά και εμείς οι αναγνώστες. Ποιον ρόλο παίζει, αλήθεια, η μνήμη στις τύχες και στο τέλος αυτών των ανθρώπων; Κι εμείς ποια ηθική και πολιτική στάση διαμορφώνουμε  ζώντας σ’ αυτό το σταυροδρόμι των πολιτισμών; Και ο Νικολός; Μπόρεσε να πραγματοποιήσει αυτό που του εμπιστεύθηκε ο Μπαρτολομαίο στην πρώτη του επίσκεψη στο εργαστήρι των Χανιών; «Να κάμεις το μολύβι χρυσάφι∙ να κάμεις τη μολυβένια καρδιά και το νου χρυσάφι.» (07) Κι εμείς αναλογιζόμαστε τις δυνάμεις μας σαν τον Νικολό «σε τούτο το αντιμάμαλο των καιρών», αν μπορούμε να ξαλαφρώσουμε την καρδιά μας.
  
Σημειώσεις

(01) Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, Ο Αντισκάρος, Λεξίτυπον, Αθήνα 2018, σελ. 125.
(02) Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, ό. π., σελ. 435.
(03) Ό. π., σελ. 100
(04), Ό. π., σελ. 109
(05) Ενδεικτικά: Θεοχάρης Δετοράκης,  Ιστορία της Κρήτης, αυτοέκδοση, Αθήνα 1986, σσ. 254-260 και η ενότητα Χρύσας Μαλτέζου «Η Κρήτη στη διάρκεια της περιόδου της Βενετοκρατίας (1211-1669», στο Ν.Μ. Παναγιωτάκης (επιστημονική επιμέλεια), Κρήτη. Ιστορία και Πολιτισμός, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη – ΤΕΔΚ, Κρήτη 1988, σσ. 156-157.
(06) Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, ό. π. σελ. 426.
(07) Ό. π., 111.

Δείτε επίσης, παρακαλώ:

Μαυρόλυκοι, Ανταρόλυκοι και Game of Thrones

Έφυγε (και) ο Δάσκαλος Σαράντος Καργάκος...


Δημοφάντης


Aναπαύθηκε μια σπουδαία προσωπικότητα των Γραμμάτων και της Ιστορίας, ο Δάσκαλος Σαράντος Καργάκος. 


Ο ιστορικός, φιλόλογος και δοκιμιογράφος κ. Σαράντος Ι. Καργάκος, γεννήθηκε το 1937 στο Γύθειο Λακωνίας. Στη διάρκεια του Εμφυλίου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε, εργαζόμενος από μαθητής, Κλασσική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου είχε τρίτος εισαχθεί χωρίς να του δοθεί υποτροφία. Πρωταγωνίστησε στο φοιτητικό κίνημα των ετών 1961-1963 και υπήρξε εισηγητής του 15% για την παιδεία. Εργάστηκε επί 35 έτη στα μεγαλύτερα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια των Αθηνών και στους μεγαλύτερους φροντιστηριακούς οργανισμούς, στους οποίους πάντα ήταν ιδρυτικό μέλος («Ηράκλειτος», «Αριστοτέλης»). 


Από τα φοιτητικά χρόνια του άρχισε να αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Υπήρξε συνεργάτης των περιοδικών «Πανσπουδαστική», «Πολιτικά Θέματα», «Οικονομικός Ταχυδρόμος», «Πειραική Εκκλησία», «Ερυθρός Σταυρός», «Κοινωνικές Τομές», «Ιχνευτής», «Ελλοπία», «Αρδην», «Εθνικές Επάλξεις» και «4 Τροχοί». Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Ευθύνη» και «Νέμεσις» και τις εφημερίδες «Εστία» και η «Σφήνα». Επί τετραετία υπήρξε αρθρογράφος και λογοτεχνικός κριτικός της εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος» και «Τύπος της Κυριακής». Υπήρξε επίσης αρθρογράφος και κριτικός της εφημερίδας «Η Απόφαση» και παλαιότερα συνεργάτης της «Καθημερινής» και της «Απογευματινής».


Έχει δημοσιεύσει 75 βιβλία. Από αυτά ξεχωρίζουν οι γλωσσικές μελέτες «Αλαλία, ήτοι το σύγχρονο γλωσσικό μας πανόραμα» (Gutenberg1986) και «Αλεξία, γλωσσικό δράμα με πολλές πράξεις» (Gutenberg1993) και οι συλλογές δοκιμίων «Προβληματισμοί, ένας διάλογος με τους νέους» (6 τόμοι, εκδ. Gutenberg). Μεταξύ των ετών 1977-2000 κυκλφορήθηκαν τα βιβλία του: «Η πολιτιστική συνεισφορά του αρχαίου και μεσαιωνικού κόσμου» (2 τόμοι, εκδ. Gutenberg), «Ζαχαρίας Μπαρμπιτσιώτης, ο δάσκαλος της κλεφτουριάς» (εκδ. Σιδέρη), «Συντακτικό της Αρχαίας Ελληνικής» (συνεργασία Χρήστου Λεμπέση, εκδόσεις Πατάκη), «Λυκούργου, κατά Λεωκράτους Λόγος» (εκδ. Κάκτος), «Κινούμενη Άμμος» (κείμενα πολιτικά και κοινωνικά, εκδόσεις Αρμός), «Η Στρατηγική του Λόγου» (εκδ. Gutenberg), η ιστορική μελέτη «Αλβανοί-‘Αρβανίτες-Έλληνες» (εκδ. Σιδέρη) και η ογκώδης μονογραφία «Αλεξανδρούπολη: μια νέα πόλη με παλιά ιστορία» (αυτοέκδοση).

Μεταξύ των ετών 2000-2002 κυκλοφορήθηκαν: «Η Ιστορία του Ελληνικού Κόσμου και του Μείζονος χώρου» (Ελληνική και Παγκόσμια Ιστορία σε δύο τόμους από τις εκδόσεις Gutenberg), η πολιτική μελέτη «Για μια δημοκρατία ευθύνης» (εκδόσεις Καστανιώτη), «Παγκοσμιοποίηση: για ένα παγκόσμιο σύστημα απολυταρχικής εξουσίας» (εκδόσεις Κάκτος), «Ολυμπία και Ολυμπιακοί Αγώνες» (εκδ. Σιδέρη).
Το 2003 κυκλοφορήθηκαν δύο ακόμη έργα του: τα «Μικρά Γλωσσικά» (Αστρολάβος/Ευθύνη) και «Η πολιτική σκέψη του Παπαδιαμάντη» (Αρμός). Στις 2 Δεκεμβρίου 2004 κυκλοφορήθηκε η τρίτομη «Ιστορία των Αρχαίων Αθηνών, ένα ογκώδες έργο 2.000 σελίδων (εκδόσεις Gutenberg). Ένα έργο μοναδικό στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία, που εντός δεκαμήνου έκανε τρεις επανεκδόσεις.
 

Το 2006 κυκλοφορήθηκαν «Η Ιστορία της Αρχαίας Σπάρτης» (εκδ. Gutenberg) και «Η Ελληνικότητα της Μακεδονίας» (εκδόσεις Γεωργιάδη). Το 2007 από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρη εκδόθηκαν τα ακόλουθα έργα του κ. Σ. Ι. Καργάκου: «Το Βυζαντινό Ναυτικό» , «Η ιστορία από τη σκοπιά των Τούρκων» και «Μεσόγειος: η υγρή μοίρα της Ελλάδος και της Ευρώπης», και από τις εκδόσεις Γεωργιάδη τα «Μαθήματα Νεώτερης Ιστορίας (Τούρκοι και Βυζάντιο – Το Οθωμανικό imperium–Τουρκοκρατία» (τ. Α’). Τα «Μαθήματα» συνεχίσθηκαν με την έκδοση άλλων δύο τόμων (Β1 και Β2) κατά τα έτη 2008-2010 υπό τον τίτλο «Μεγάλες μορφές και μεγάλες στιγμές του ‘21». Επίσης σε μικρό σχήμα η μελέτη «Η παιδεία σήμερα, η παιδεία αύριο» (εκδόσεις Αστρολάβος/Ευθύνη). 

Το 2008 κυκλοφορήθηκαν τα ακόλουθα έργα του: «Τα Σατιρικά του Κώστα Καρυωτάκη» (εκδ. Αρμός), το ιστορικό και ταξιδιωτικό οδοιπορικό «Οι Πέρσες κι εμείς» (εκδ. Σιδέρη), η συλλογή δοκιμίων «Ελληνική Παιδεία. ένας νεκρός με… μέλλον!» (Αρμός). Το 2009 κυκλοφορήθηκαν δύο ακόμη έργα του: «Λιβύη: αναζητώντας το χαμένο «σίλφιο» στην ελληνική Κυρήνη» (Ι. Σιδέρης) και «Κ.Π. Καβάφης: η νεώτερη αιγυπτιακή Σφίγγα» (Αρμός). Μεταξύ των ετών 2009-2010 ολοκληρώθηκε η εκτύπωση του δίτομου έργου «Η Μικρασιατική Εκστρατεία – Από το έπος στην τραγωδία» (αυτοέκδοση) και παράλληλα ετοιμάζεται για εκτύπωση μια ογκώδης μονογραφία περί Αλεξάνδρου με τίτλο: «Μέγας Αλέξανδρος: ο ανθρωπος φαινόμενο». Έχει επίσης ολοκληρώσει και μια τρίτομη ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821.


Ο Σαράντος Ι. Καργάκος νυμφεύθηκε την Ιωάννα Δ. Κώττα, δικηγόρο και εκπαιδευτικό, με την οποία απέκτησαν δύο τέκνα: τον Γιάννη, ιστορικό και φιλόλογο, με σπουδές στρατιωτικής κοινωνιολογίας στο «Κίνγκς Κόλλετζ» του Λονδίνου, και την Ρωξάνη, καθηγήτρια γερμανικής φιλολογίας, με σπουδές βιβλιολογίας στο «London University».


"Ν": Ευχόμαστε ολόψυχα ο Κύριος να αναπαύσει την ψυχή του και να είναι αιωνία η μνήμη του.

Εκοιμήθη ο μητροπολίτης Σιατίστης Παύλος (Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019) !


Φωτο από εδώ

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Παύλος έφυγε από ανακοπή καρδιάς την Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019. Ο Σιατίστης Παύλος ήταν υπόδειγμα ορθόδοξου ιεράρχη αλλά και αγωνιστή του ελληνισμού. Συμμετείχε σε όλους τους μεγάλους δημοκρατικούς και εθνικούς αγώνες των τελευταίων χρόνων, –και ενάντια στις μνημονιακές πολιτικές– ενώ πλούσιο και πρότυπο ήταν το φιλανθρωπικό του έργο στην μητρόπολή του, ανάμεσα στα άλλα η παραχώρηση κατοικίας και αγροτικής γης σε πολύτεκνα ζευγάρια που εγκαθίστανται στη Σιάτιστα.
(Απόσπασμα ανακοίνωσης της Επιτροπής για την διενέργεια δημοψηφίσματος για την συμφωνία των Πρεσπών - ολόκληρη εδώ).

"Ν": Η ταπεινή μπλογκονησίδα μας λυπάται γιατί χάσαμε μια σοφή και δυναμική ορθόδοξη φωνή στην πατρίδα μας, και μάλιστα φωνή ιεράρχη.
Ευχόμαστε ο Κύριος να τον κατατάξει μετά των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, να πρεσβεύει για μας από τον ουρανό και η κληρονομιά όσων μας άφησε να ωφελήσει συν Θεώ τη ζωή και την κοινωνία μας.

Από το πρακτορείο εκκλησιαστικών ειδήσεων "Ρομφαία":

Γεννήθηκε στην Χαλκίδα το 1947. Μετά το πέρας των εγκύκλιων σπουδών του εισήλθε στο Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών αποφοίτησε το 1971.
Το 1973 χειροτονείται Διάκονος από τον Μητροπολίτη Χαλκίδος, Ιστιαίας και Βορείων Σποράδων Νικόλαο και τοποθετείται στο Μαντούδι.
Τον Νοέμβριο του 1974, χειροτονείται πρεσβύτερος και λαμβάνει το οφίκκιο του Αρχιμανδρίτου από τον Μητροπολίτη Χαλκίδος, Ιστιαίας και Βορείων Σποράδων Χρυσόστομο και ανέλαβε την ενορία του Μαντουδίου για μια εικοσιπενταετία.
Στην περιοχή αυτή και με την ιδιότητα του Αρχιερατικού Εκπροσώπου Μαντουδίου, Λίμνης και Αγίας Άννας ανέπτυξε αξιόλογη κηρυκτική και ποιμαντική δραστηριότητα.
Από το έτος 1998, κλήθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος να αναλάβει τη Γραμματεία της Συνοδικής Επιτροπής Χριστιανικής Αγωγής της Νεότητος, της Συνοδικής Υποεπιτροπής για τη χρηματοδότηση των Χριστιανικών οικογενειών της Θράκης για την απόκτηση τρίτου τέκνου, της Συνοδικής Υποεπιτροπής για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, της Συνοδικής Υποεπιτροπής Καλλιτεχνικών Εκδηλώσεων και της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Γάμου, Οικογενείας, Προστασίας Παιδιού και Δημογραφικού Προβλήματος.
Επίσης του ανετέθηκε η Διεύθυνση Κατηχήσεως, της Σχολής Κατηχητών και του Φροντιστηρίου Επιμορφώσεως Κατηχητών της Αποστολικής Διακονίας.
Πολλά έτη είναι παραγωγός Ραδιοφωνικών Εκπομπών του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος ["Ν": και της Πειραϊκής Εκκλησίας φυσικά]. Διετέλεσε πρόεδρος του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος «Τάσος Γεωργιάδης».
Για τριάντα και πλέον έτη ασχολήθηκε με τους νέους και τα προβλήματά τους, ως ιερέας, πνευματικός, κατηχητής και εκπαιδευτικός, ενώ παράλληλα κλήθηκε να μιλήσει σε σχολές γονέων, ιερατικά και νεανικά συνέδρια σε πολλές Ιερές Μητροπόλεις της Ελλάδος και της Κύπρου.
Την 28η Φεβρουαρίου 2006 εξελέγη από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης, η χειροτονία του έγινε στις 4 Μαρτίου 2006, στο Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών.
Ιδιαίτερη μέριμνα του Μητροπολίτου ήταν η καλλιέργεια των ιερατικών και μοναχικών κλήσεων.
Στα 14 χρόνια ποιμαντορίας στην Ιερά Μητροπόλη Σισανίου και Σιατίστης ανεγέρθηκαν και ανακαινίσθηκαν πολλοί ιεροί ναοί, ιδρύθηκαν νέες ενορίες, χειροτονήθηκαν νέοι κληρικοί.
Ήταν συγγραφέας βιβλίων και έχει δημοσιεύσει άρθρα στον ημερήσιο και εκκλησιαστικό περιοδικό τύπο.

Διαβάστε ακόμη:
 
Η είδηση στο Διαδίκτυο

Ανακοπή καρδιάς ή αιχμαλωσία τελειότητος; 
Στη μνήμη του Υπερόχου, μακαριστού Παύλου!

Αναχώρηση Σκηνώματος Σιατίστης Παύλου από τη Χαλκίδα
Ιερά Αγρυπνία ενώπιον του σκηνώματος του Σιατίστης Παύλου  

Αργολίδος για μακαριστό Σιατίστης: ''Χάσαμε έναν πολύ καλό Επίσκοπο''  
Καστορίας: ''Τιμή για την Εκκλησία η μορφή του Μητροπολίτη Παύλου''

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Αμεριμνία, το αντικαταθλιπτικό φάρμακο - αγάπη, ναρκισσισμός, υπευθυνότητα, ταπείνωση...

Πηγή Ζωής

O π. Νικόλαος Λουδοβίκος μιλά για την αμεριμνησία [& όχι μόνο], ως το αντικαταθλιπτικό φάρμακο για τον άνθρωπο. Η ομιλία έγινε στο αρχονταρίκι της Ι.Μ. Αγ. Διονυσίου εν Ολύμπω, την Κυριακή 11 Νοε 18, αμέσως μετά τη Θεία Λειτουργία. 
"Ν": Μια συγκλονιστική ομιλία, που αφορά στη σχέση του Ευαγγελίου με την ψυχική υγεία, τις οικογενειακές και γενικά τις ανθρώπινες σχέσεις και την κοινωνική ισορροπία.

Πέντε αναρτήσεις για τον π. Σεραφείμ Ρόουζ

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2019

Μα γιατί πάτε εκκλησία, τι κάνετε τόσες ώρες εκεί;



Προσκυνητής


Ρωτάνε μερικοί: "Μα γιατί πάτε εκκλησία, και αυτός είναι ένας χώρος όπως το σπίτι μας, τι καταλαβαίνετε, τι κάνετε τόσες ώρες εκεί;"

Και απαντώ: "Tίποτα δεν κάνουμε. Όταν είσαι εννιά μήνες στην κοιλιά της μάνας σου τι κάνεις; Τίποτα. Περιμένεις να βγεις στον αληθινό κόσμο. Η μάνα σου και ο οργανισμός της προσπαθούν να σε γεννήσουν υγιή. Έτσι και στην εκκλησία, κυοφορείσαι μέσα στο «σώμα» της εκκλησίας, του Θεού και προσπαθείς από εκεί μέσα να σταθείς όρθιος ως τον θάνατο σου, για να μπεις στην Βασιλεία του Θεού. Παλεύεις με τον εαυτό σου και τον αντίθετο."
Αυτό είναι η εκκλησία, η μήτρα που μας κυοφορεί για να αναγεννηθούμε εν Χριστώ και, κρίμα, αλλά ματαιοπονούν όσοι νομίζουν ότι κάτι θα πετύχουν εκτός αυτής. Ουδείς μπορεί να γεννηθεί φυσιολογικά εκτός της μήτρας.

RT EXCLUSIVE: Inside ‘Black Dolphin’ high security prison for the toughest criminals


Μια ρωσική φυλακή υψίστης ασφαλείας, όπου είναι κλεισμένοι φρικτοί εγκληματίες, ακόμη και κανίβαλοι. Κι όμως κάποιοι από αυτούς έφτιαξαν μέσα μια μικρή εκκλησία και την αγιογράφησαν (δείτε στο βίντεο μετά το 5.25΄΄).
Η αγάπη και το έλεος του Θεού μπορούν να μπουν παντού.


Διαβάστε για τη φυλακή αυτή ελληνικά εδώ & εδώ.
Δείτε επίσης, παρακαλώ:
Οι φυλακές ανηλίκων, η παρακμή, ο Χριστός, τα δάκρυα της Παναγίας... (ντοκιμαντέρ για ένα συστηματικό πρόγραμμα ορθόδοξης πνευματικότητας σε ρωσικές φυλακές)

Η Σύναξις των Μυρίων Αγίων Αγγέλων (11 Ιανουαρίου) & ο ναός των Μυριαγγέλων



Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ τῆς Συνάξεως τῶν Μυρίων Ἁγίων Ἀγγέλων, ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριο τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας «ἐν τοῖς Δομνίνου ἐμβόλοις». Ὁ ναὸς τῶν Μυριαγγέλων ἦταν, ἰδιαίτερα κατὰ τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ., ὀνομαστὸς γιὰ τὰ τελούμενα σὲ αὐτὸν θαύματα.

"Ν": Η αφορμή και το περιεχόμενο αυτής της εορτής είναι άγνωστα. Τη θεωρώ όμως πολύ ενδιαφέρουσα ως ιδέα, γι' αυτό και τη μοιράζομαι μαζί σας.
Την ίδια μέρα βεβαίως γιορτάζει και ο άγιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης και άλλοι άγιοι. 
Εικόνα: "Άγγελος αναγνώστης", από εδώ.

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Η παρακμή του εκδυτικισμού και ο νέος πολυπολικός κόσμος


Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος
φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)
ΔΗΜΟΦΑΝΤΗΣ. Πρώτη δημοσίευση: GEOPOLITICS AND DAILY NEWS
  
Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ
 
Η παγκόσμια ιστορία έχει πολλές φορές περιγραφεί ως το πεδίο όπου γεννιούνται, μεγαλουργούν, παρακμάζουν και χάνονται μεγάλοι πολιτισμοί. Με κέντρο μία αυτοκρατορία ή συστάδες συγγενών κρατών με συνδετικό ιστό τη φυλετική ομοείδεια, την κοινότητα της πίστεως ή τη γεωγραφία, οι πολιτισμοί διαμορφώνουν τις συνθήκες για την πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης δημιουργίας. Αφήνουν πίσω τους τέχνη και γραμματεία, αρχιτεκτονικά μνημεία, μορφές διακυβέρνησης και ηρωικές αφηγήσεις, περιγράφοντας τις αξίες τους, τα οράματα τους και την ιστορική τους εμπειρία.
Από τότε που ξεκίνησε η εποχή των μεγάλων Εξερευνήσεων και ύστερα με την ώθηση της βιομηχανικής επανάστασης, η δυτική Ευρώπη επεκτάθηκε σε ολόκληρη την υφήλιο. Η στρατιωτική και οικονομική της μηχανή στάθηκε ακαταμάχητη: αρχαία έθνη πως ως τότε λόγιζαν εαυτούς ως μέγιστα και αήττητα ταπεινώθηκαν και υποτάχθηκαν. Ο δυτικός άνθρωπος, με πνεύμα διαρκούς αναζήτησης και επέκτασης, οδηγήθηκε στις μεγαλύτερες επιστημονικές
ανακαλύψεις και σε διαρκή διανοητικό αναβρασμό (φιλοσοφικό, καλλιτεχνικό, θρησκευτικό), αλλά και σε πρωτοφανή δίψα να εκμεταλλευθεί κάθε φυσικό πόρο και να κυριαρχήσει πάνω σε κάθε κοινωνία. Πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ευρωπαϊκά και μεταευρωπαϊκά (π.χ. ΗΠΑ) έθνη ήλεγχαν, άμεσα ή έμμεσα, την πλειοψηφία της χερσαίας μάζας του πλανήτη, κατείχαν το σύνολο της βιομηχανίας, ήταν η μόνη πηγή ιδεών, ηθών και αξιών. 
 Όλοι οι πολιτισμοί θεωρούν εαυτούς ως τον κατ’ εξοχήν τρόπο οργάνωσης του ανθρώπου, την πρώτη και πρότυπη βασιλεία, την τάξη πραγμάτων που αντανακλά την αληθή φύση της ανθρωπότητας, και του θείου ακόμη. Όμως πρώτος (και ως τώρα μόνος) ο δυτικός κόσμος έκανε αυτήν την οικουμενική ιδέα, πράξη. Με την επιτυχία του οφθαλμοφανή, ο δυτικός άνθρωπος (και ιδίως οι Αγγλοσάξονες, οι πλέον επιτυχημένοι στο αυτοκρατορικό παίγνιο) γεμάτος αυτοπεποίθηση κήρυξε τις εμπειρίες του πανανθρώπινες, την πρόοδο του ως αναπόφευκτη, τα συστήματα του ως ιδανικά, ακόμη, τη φυλή του ως ανώτερη. Και ποιος θα μπορούσε να τον αντικρούσει; Ποιός θα αγνοούσε την οικονομία του, τα φάρμακα του, τους σιδηροδρόμους του, τα όπλα του;
Ειδικά μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η άνοδος των ΗΠΑ συνέπεσε με την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και των επικοινωνιών, επιτρέποντας στην αμερικανική κουλτούρα να κατακτήσει τον κόσμο. Ο δυτικός πολιτισμός γινόταν παγκόσμιος, και αυτός των μικρότερων δυτικών εθνών εξαμερικανίζονταν. Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και του κομμουνιστικού κόσμου το 1991 (συστήματα που, παρά το χώρο όπου επικράτησαν, ήταν ξεκάθαρα δυτικά σε σύλληψη και προέλευση), φάνηκε οι δυτικές αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας, του καπιταλισμού, της εκκοσμίκευσης και το ατομικισμού να κυριαρχούν απόλυτα και χωρίς αντίπαλο. Με περίσσεια αισιοδοξίας έγινε λόγος για το «τέλος της ιστορίας» και τον «τελευταίο άνθρωπο».
 
Η ΕΠΩΔΥΝΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ…

Μπροστά στη δυτική κυριαρχία οι άλλοι πολιτισμοί βρέθηκαν απροετοίμαστοι και ανήμποροι, με ανάμεικτα συναισθήματα κατάπληξης, θαυμασμού, φθόνου και μίσους. Απέναντι στην απειλή να χαθεί ο αρχέγονος πολιτισμός, πολλοί θέλησαν να αντισταθούν στη φθοροποιό δυτική επιρροή. Άλλοι θαμπώθηκαν από τα «φώτα» της Ευρώπης και ταυτίστηκαν με αυτήν. Υπήρξε και η τρίτη ομάδα που προσπάθησε να ισορροπήσει, εισάγοντας τα θετικά της δύσεως (ιδίως τα τεχνικά της επιτεύγματα και τη διοικητική της αποτελεσματικότητα) χωρίς να απαρνηθούν το πάτριο πνεύμα. Η απορρόφηση των δυτικών γνώσεων θεωρήθηκε απαραίτητη ώστε να αυξηθεί η κρατική ισχύς και να προστατευτεί η εθνική ανεξαρτησία από τους αποικιοκράτες.

Για την απελευθέρωση από τα δυτικά δεσμά λοιπόν θα αξιοποιείτο η δυτική πρόοδος και θα επιστρατευόταν μία δυτικόφερτη ιδεολογία: ο εθνικισμός. Το πιο κλασσικό αλλά και ακραίο παράδειγμα υπήρξε η Τουρκία του Μουσταφά Κεμάλ. Με την Οθωμανική αυτοκρατορία (επί αιώνες σε βασανιστικά αργή παρακμή και άθυρμα των Μεγάλων Δυνάμεων) να διαλύεται μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και να απειλείται με ολοκληρωτικό αφανισμό, ο Κεμάλ μέσα από τα πεδία των μαχών καλλιέργησε την τουρκική εθνική συνείδηση.  
Όταν τελικά απομάκρυνε τις δυτικές δυνάμεις, νίκησε τους Έλληνες και κατέστειλε τους οπαδούς του σουλτάνου, ξεκίνησε ένα ριζικό πρόγραμμα εκδυτικισμού και εκσυγχρονισμού. Το Ισλάμ εξορίστηκε από τη δημόσια σφαίρα και τέθηκε υπό ασφυκτικό κρατικό έλεγχο, απαγορεύθηκαν οι θρησκευτικές ενδυμασίες (με εμβληματικότερη τη γυναικεία μαντήλα και το ανδρικό φέσι), το κορανικό δίκαιο και τα ιεροδιδασκαλεία. Ένα επιθετικό εθνικιστικό αφήγημα (συχνά μιμούμενο τις εκ δυσμών φυλετικές θεωρίες) θέλησε να ομογενοποιήσει το μουσουλμανικό πληθυσμό σε ένα συμπαγές έθνος. Εισήχθη η δυτική ενδυμασία-το καπέλο ρεπούμπλικα έγινε χαρακτηριστικό της εμφάνισης του Κεμάλ, ο οποίος μετά τον πόλεμο ξύρισε και το μουστάκι του. Πολιτικά η Τουρκία απομακρύνθηκε από το μεσανατολικό της περίγυρο και στράφηκε στην Ευρώπη, προσδενόμενη μετά το 1952 στο αμερικανικό άρμα. Επί δεκαετίες η Δύση έβλεπε την Τουρκία με καμάρι, ως τον καλύτερο μαθητή της, με σοβαρά προβλήματα δημοκρατίας μεν (ο στρατός προασπιζόταν το εθνικό-κοσμικό καθεστώς με σιδηρά πυγμή) αλλά με σαφώς καλύτερη εικόνα από την ασταθή, θεοκρατική και απροκάλυπτα αυταρχική αραβοϊσλαμική γειτονιά της. Ο κεμαλισμός έγινε όρος συνώνυμος του ριζοσπαστικού εκδυτικισμού.

Η Ρωσία είναι μία χώρα που ανήκει στον ευρύτερο ευρωπαϊκό πολιτισμό, όμως οι ιστορικές της εμπειρίες, η ορθόδοξη χριστιανική πίστη (βυζαντινή κληρονομιά) και η γεωγραφία της την καθιέρωσαν ως διακριτή οντότητα. Η ανάπτυξη της μεσαιωνικής Ρωσίας διακόπηκε απότομα από τη μογγολική εισβολή και κατοχή (13-15ος αιώνας), όπως και από τη γερμανική επέκταση κατά μήκος της Βαλτικής θάλασσας και των Πολωνο-Λιθουανών στην ενδοχώρα. Ο τσάρος Ιβάν ο Τρομερός ένωσε τα ρωσικά πριγκiπάτα και επεκτάθηκε προς το βορρά και την ανατολή, όμως η χώρα παρέμενε αποκομμένη από τις ανοικτές θάλασσες και τις εμπορικές οδούς, ενώ ο μακροχρόνιος ζυγός την είχε απομονώσει από τις πνευματικές και υλικές εξελίξεις του Βυζαντίου και της Δύσης.
Το εκσυγχρονιστικό έργο ανέλαβαν τον 18ο αιώνα ο Μέγας Πέτρος και η Μεγάλη Αικατερίνη. Ο Πέτρος απέκρουσε τη σουηδική εισβολή, νίκησε τους Οθωμανούς και προχώρησε σε ριζοσπαστικές αλλαγές στη ρωσική κοινωνία, οικονομία και διοίκηση. Έθεσε την Εκκλησία υπό συγκεντρωτικό βασιλικό έλεγχο (κατά τα λουθηρανικά πρότυπα), επέβαλε φόρο στις γενειάδες (κουρεύοντας ο ίδιος τους βογιάρους άρχοντες της αυλής του) και έκτισε μία νέα πρωτεύουσα στο Φιννικό κόλπο. Η Αγία Πετρούπολη, όπως αποκλήθηκε, έγινε γρήγορα σύμβολο της νέας, δυτικόστροφης Ρωσίας, ανοικτής στα «φώτα» της Ευρώπης. Για τα παραδοσιακά στρώματα όμως έγινε το συνώνυμο της βιβλικής Βαβυλώνας, έδρα του Πέτρου-Αντιχρίστου. Αντίθετα η παλιά πρωτεύουσα, η Μόσχα, ενδύθηκε την πορφύρα της αγιοσύνης, ως Τρίτη Ρώμη, συνέχεια της χαμένης Κωνσταντινούπολης και νέα αγαπημένη πόλη του Θεού. 
Η Αικατερίνη, Γερμανίδα στην καταγωγή, επεκτάθηκε εις βάρος των Πολωνών και έδιωξε τους Τούρκους από την Ουκρανία και τις ακτές της Μαύρης θάλασσας. Υπό αυτήν εντάθηκαν οι επαφές με τη Δύση και η Ρωσία ήρθε σε επαφή με το κίνημα του διαφωτισμού. Η τσαρίνα αλληλογραφούσε με το Βολταίρο και η αυλή της μιλούσε γαλλικά, χωρίς όμως να αλλοιώνεται το απολυταρχικό πνεύμα της εξουσίας της. Το 19ο αιώνα η Ρωσία εμφανίστηκε ως η κατ’ εξοχήν αντιδραστική δύναμη. Η περίοδος σημαδεύτηκε από τη διαμάχη φιλελευθέρων-δυτικιστών με τους σλαβοφίλους, οι οποίοι αντιδρούσαν στην απώλεια της ρωσικής ταυτότητας και στις ιδέες της συνταγματικής και δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η χώρα όμως παρέμενε πολύ πίσω από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις σε βιομηχανία, πολεμική ισχύ και εκπαίδευση.
Η ήττα στον Κριμαϊκό πόλεμο από τους Αγγλογάλλους το 1856 και ιδίως από την Ιαπωνία το 1905 έδειξε πως δεν μπορούσε, παρά το κολοσσιαίο μέγεθος της (από τα Καρπάθια ως τον Ειρηνικό και από την Αρκτική ως την Περσία) να σταθεί στο διεθνές παίγνιο ως Μεγάλη Δύναμη. Στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο η Ρωσική αυτοκρατορία υπέστη ταπεινωτικές ήττες από τους Γερμανούς, με αποτέλεσμα την πτώση της μοναρχίας και το ξέσπασμα της πρώτης επιτυχημένης κομμουνιστικής επανάστασης. Υπό τον Λένιν, οι κομμουνιστές συνθηκολόγησαν με τους Γερμανούς, μετέτρεψαν τη Ρωσική αυτοκρατορία σε Σοβιετική Ένωση και εκτέλεσαν τον τσάρο Νικόλαο Β’ με την οικογένεια του. Αφού νίκησε τον εμφύλιο πόλεμο, ο Λένιν ξεκίνησε μία απηνή επίθεση εναντίον του παλαιού καθεστώτος, εξαρθρώνοντας και εξολοθρεύοντας την αριστοκρατία και τον κλήρο. Τα ορθόδοξα και αυτοκρατορικά σύμβολα, με επιφανέστερο τον δικέφαλο αετό, καταργήθηκαν. Σε μία συμβολική κίνηση, οι κομμουνιστές απαγόρευσαν τις βυζαντινές σπουδές, καθώς το αφήγημα της Τρίτης Ρώμης ήταν ισχυρό στήριγμα των τσάρων (θα αποκαθιστώντο από τον Στάλιν το 1943, στα πλαίσια της τόνωσης του ρωσικού φρονήματος στον πόλεμο κατά των Γερμανών Ναζί). Η Ρωσία, από ένα καθυστερημένο και συντηρητικό κράτος-απολίθωμα, μετατρεπόταν σε φάρος της ανθρωπότητας, αφού πρωτοπορούσε στο σοσιαλιστικό δρόμο.

Στην Κίνα η «ουράνιος αυτοκρατορία» επί αιώνες ήταν τόσο συντριπτικά ανώτερη και πλουσιότερη από τον περίγυρο της που όχι μόνο δεν συνήπτε ισότιμες διπλωματικές σχέσεις με κανέναν, αλλά θεωρούσε χάσιμο χρόνου να εξερευνήσει και να αποικίσει άλλες χώρες, ακόμη και να εμπορευτεί με το εξωτερικό. Το 19ο αιώνα η επιθετική εμφάνιση των Ευρωπαίων και ειδικά των Βρετανών στην Άπω Ανατολή οδήγησε σε οδυνηρές ήττες (Πόλεμοι του Οπίου) και τη μετατροπή της Κίνας σε άτυπη οικονομική αποικία. Η αποτυχία των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών γέννησε ένα ισχυρό εθνικιστικό κίνημα, ιδίως μετά την εξέγερση των Μπόξερ (1899-1901), κατά τη διάρκεια της οποίας το Πεκίνο κατελήφθη από ευρωπαϊκά στρατεύματα. Το 1912 η αυτοκρατορία κατέρρευσε και ιδρύθηκε η Κινεζική Δημοκρατία. Με πρωτεργάτη τον Σουν Γιάτ-Σεν και στη συνέχεια τον Τσανγκ Κάι Σεκ, το εθνικιστικό κίνημα Κουομιτάνγκ προσπάθησε να εκσυγχρονίσει εκ βάθρων τη χώρα, το στρατό της και την οικονομία της. Η προσπάθεια υπήρξε πολύ δύσκολη λόγω φυγοκέντρων τάσεων, διαμαχών για την εξουσία, της ιαπωνικής απειλής και τελικά του εμφυλίου πολέμου, που ξέσπασε μεταξύ εθνικιστών και κομμουνιστών. Το 1949 οι δεύτεροι επικράτησαν, με τον ηγέτη τους Μάο Τσε Τουνγκ να κηρύσσει Λαϊκή Δημοκρατία. Ο Μάο ενέτεινε τις εκσυγχρονιστικές προσπάθειες με μαζική κινητοποίηση του πληθυσμού σε μεγάλα βιομηχανικά, κατασκευαστικά και αγροτικά έργα. Η κακή οργάνωση όμως οδήγησε το «Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός» (1958-1962) σε παταγώδη αποτυχία, με τις κακές σοδειές να οδηγούν σε λιμό που στοίχισε τη ζωή εκατομμυρίων. Αντιδρώντας σε εσωκομματική αντιπολίτευση, το 1966 ο Μάο εξαπέλυσε την Πολιτιστική Επανάσταση, κατά την οποία μανιασμένοι οπαδοί του κατέστρεψαν μνημεία του παρελθόντος ως εμπόδια προς το κομμουνιστικό μέλλον. Οι ζημιές στην αυτοκρατορική και κομφουκιανική κληρονομιά της χώρας υπήρξαν δραματικές, ενώ η ίδια η Απαγορευμένη Πόλη, το θρυλικό ανάκτορο του Πεκίνου, σώθηκε την τελευταία στιγμή. Το 1976 ο Μάο πέθανε, με το διάδοχο του Ντενγκ Ξιαοπίνγκ να ξεκινά ένα πρόγραμμα ανοίγματος της αγοράς, που οδήγησε την καθυστερημένη οικονομικά Κίνα σε θεαματική ανάπτυξη.

Λίγο ανατολικότερα, η Ιαπωνία ζούσε επί αιώνες σε απομόνωση μέχρι το 1852, οπότε αμερικανικά πλοία επέβαλαν το άνοιγμα της χώρας στο δυτικό εμπόριο. Η αυτοκρατορική κυβέρνηση αντιλήφθηκε αμέσως την αναγκαιότητα προσαρμογής στα νέα δεδομένα και ξεκίνησε ένα τεράστιο έργο αναβάθμισης του στρατού και της παιδείας, δημιουργίας βιομηχανίας και εισαγωγής τεχνογνωσίας. Η επιτυχία ήταν τέτοια που σε λίγες δεκαετίες το νησιωτικό αυτό έθνος έγινε από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές και παραγωγικές δυνάμεις του κόσμου, σε βαθμό που κέρδισε σε πόλεμο την Κίνα (1894-5) και τη Ρωσία (1904-5). Το μονοπάτι εκσυγχρονισμού που ακολούθησε η Ιαπωνία ήταν διαφορετικό: ενώ μπήκε δυναμικά στο σύγχρονο στερέωμα, διατήρησε σχεδόν ανέπαφη την παράδοση της, τις ηθικές της αξίες και το εθνικό της πνεύμα. Ο (εξαιρετικά ρατσιστικός) ιαπωνικός εθνικισμός και μιλιταρισμός τροφοδότησαν και τροφοδοτήθηκαν από μία ραγδαία εξάπλωση εις βάρος της Κίνας, που κλιμακώθηκε σε ανοικτό πόλεμο εκ νέου το 1937. Η Ιαπωνική αυτοκρατορία μπήκε στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Ναζί, αλλά παρά τις αρχικές εντυπωσιακές επιτυχίες της (που την έφεραν στις πύλες της Ινδίας και της Αυστραλίας), λύγισε υπό τη βιομηχανική δύναμη των ΗΠΑ. Με τις ρίψεις των ατομικών βομβών τον Αύγουστο του 1945 και την παράδοση που ακολούθησε, η Ιαπωνία ταπεινώθηκε και παραδόθηκε. Ο πολιτισμικός εκδυτικισμός (εξαμερικανισμός) της Ιαπωνίας ξεκίνησε σχεδόν έναν αιώνα μετά την αρχή του εκσυγχρονισμού της.
 
Σαν τελευταίο παράδειγμα θα φέρουμε το Ιράν. Η αυτοκρατορία της Περσίας, από αιώνες μεγάλη δύναμη και εκλεπτυσμένος πολιτισμός, ήταν σημαντικό κέντρο ισχύος για τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία και βασικός ανταγωνιστής των Οθωμανών. Δεν κατακτήθηκε ποτέ, όμως η δυναμική είσοδος των Βρετανών στην περιοχή των Ινδιών-Αφγανιστάν και του Περσικού κόλπου (Κουβέιτ, Μπαχρέιν, Ομάν) ακολουθήθηκε από την εξάρτηση της χώρας από τα ξένα οικονομικά συμφέροντα. Το 1935, υπό την επιρροή της ναζιστικής θεωρίας περί Αρίας φυλής, η χώρα μετονομάστηκε επισήμως σε Ιράν, «χώρα των Αρίων». Οι φιλογερμανικές αυτές τάσεις ανησύχησαν τους συμμάχους στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, με αποτέλεσμα την κατάληψη της χώρας από βρετανικά και σοβιετικά στρατεύματα (1942). Μετά το τέλος του πολέμου οι προσπάθειες της ΕΣΣΔ να καλλιεργήσει αυτονομιστικά κινήματα απέτυχαν, όμως η άνοδος του κομμουνιστικού κόμματος Τουντέχ απειλούσε την κυριαρχία των δυτικών πετρελαϊκών εταιριών. Το 1953 ο λαοφιλής πρωθυπουργός του Τουντέχ, Μοσαντέκ, ανατράπηκε πραξικοπηματικά από αμερικανικές και βρετανικές ξένες υπηρεσίες. Ο τελευταίος Σάχης Ρεζά Παχλεβί κυβέρνησε κατά το κεμαλικό πρότυπο, πολύ αυταρχικά αλλά με φιλοδυτικό προφίλ, εισάγοντας προοδευτικά ήθη και τρόπους, δίνοντας δικαιώματα στις γυναίκες και περιορίζοντας το Ισλάμ.
 
…ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΠΑΝΟΔΟΣ
 
  Από τη δεκαετία του 1970 άρχισαν, αργά και σταδιακά, να ξεδιπλώνονται δυνάμεις που θα έθεταν σε αμφισβήτηση τη θεωρία του γραμμικού και φυσικού εκδυτικισμού της υφηλίου. Την εποχή εκείνη ξεκίνησε η ισλαμική αναβίωση, που αντέδρασε έντονα στα λίγο ως πολύ κοσμικά καθεστώτα που στηρίζονταν από τις ΗΠΑ ή την ΕΣΣΔ. Μετά την πτώση του κομμουνισμού και ο υπόλοιπος κόσμος θα άρχιζε να ανακαλύπτει τις ρίζες του, κάνοντας τις όχημα αντίστασης ή έστω μετριασμού της δυτικής (βλέπε αμερικανικής) παγκοσμίου κυριαρχίας και πολιτιστικού ιμπεριαλισμού.
Το εκρηκτικό γεγονός που άνοιξε την πρώτη ρωγμή στο αφήγημα ήταν η Ιρανική επανάσταση. Η πλήρως εξαρτώμενη από τις ΗΠΑ και στηριγμένη στην καταστολή πολιτική του Σάχη είχε εξαγριώσει το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, ενώ ο προωθούμενος ηθικό φιλελευθερισμός εξαγρίωνε το σιιτικό κλήρο. Υπό την καθοδήγηση του (εξορίστου στο Παρίσι τότε) Αγιατολάχ Χομεϊνί το 1979 ξέσπασε εξέγερση, που οδήγησε στην εκδίωξη του Σάχη. Ο Χομεϊνί ανέλαβε την εξουσία και κήρυξε την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν. Το νέο καθεστώς απέρριψε τόσο το φιλελευθερισμό, την κοσμικότητα και τον ατομικισμό των ΗΠΑ (ο «Μεγάλος Σατανάς») και τον άθεο κομμουνισμό της ΕΣΣΔ (ο «Μικρός Σατανάς»). Έκτοτε το Ιράν αποτελεί κάρφο στα πλευρά των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Η αναγέννηση του Ισλάμ, συνεπικουρούμενη από τις δυνάμεις της δημογραφίας, της οικονομικής αλλαγής και της λαϊκής απογοήτευσης από τα υπάρχοντα καθεστώτα, υπήρξε οικουμενική και συνεχίζεται ακάθεκτη σήμερα. Μετά την έναρξη του Πολέμου κατά της Τρομοκρατίες (αμερικανικές εισβολές Αφγανιστάν και Ιράκ) και την λεγόμενη Αραβική Άνοιξη, ο ισλαμισμός έχει αναδειχθεί σε υπολογίσιμη δύναμη. Το ισλαμιστικό κίνημα, είτε με την μορφή του βιαίου φονταμενταλισμού είτε με πιο ειρηνική αλλά σημαντικά συντηρητική-αντιδραστική μορφή, αντιτίθεται με πάθος στον εκδυτικισμό, τις αξίες, τον πολιτισμό και τον τρόπο ζωής που ταυτίζεται με τους νέους «Σταυροφόρους».

Η Τουρκία δεν αποτελεί την πιο ακραία περίπτωση ισλαμοποίησης ενός κράτους, ούτε είναι το πιο συντηρητικό και θεοκρατούμενο. Όμως ήταν το κράτος πρότυπο για τη Δύση, και η εγκατάλειψη του κεμαλισμού εκ μέρους της αποτέλεσε ράπισμα για το αφήγημα της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Η άνοδος και η εδραίωση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην εξουσία μετά το 2002 χαιρετίστηκε αρχικά ως δημοκρατική στροφή που θα συμφιλίωνε το καταπιεσμένο τουρκικό Ισλάμ με τις δημοκρατικές αρχές, χωρίς τις στρεβλώσεις της κεμαλικής στρατοκρατίας. Στην πραγματικότητα ο Ερντογάν προχώρησε σε μία εκστρατεία επαναφοράς των ισλαμικών ηθών. Η μετακεμαλική Τουρκία οικοδομείται στο συγκερασμό της ισχυρής εθνικής συνείδησης με τη μνήμη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την ισλαμική πνευματικότητα. 

Νέα προσωπικότητα-εικόνα του καθεστώτος δεν είναι ο άθεος εκσυγχρονιστής Κεμάλ Ατατούρκ, αλλά ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ, που στα τέλη του 19ου αιώνος αντιμετώπισε τη χειραφέτηση των χριστιανικών μειονοτήτων και τις πιέσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων αναζωογονώντας τον ισλαμικό χαρακτήρα της αυτοκρατορίας και δίνοντας έμφαση στο ρόλο του ως Χαλίφη, υπάτου θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτου της ούμα (κοινότητος των απανταχού πιστών) και διαδόχου του προφήτου. Η Τουρκία ταυτοχρόνως απομακρύνεται από τη δυτική παράδοση ελευθεριών και δικαιωμάτων, αν θεωρήσουμε βέβαια πως την προσέγγισε ποτέ. Η εξωτερική της πολιτική δε δεσμεύεται πλέον από την ευρωατλαντική κατεύθυνση, αλλά βλέπει εαυτόν ως την καρδιά του μεταοθωμανικού χώρου, προστάτιδα του μουσουλμανικού κόσμου και των μειονοτήτων του στα Βαλκάνια, τον Καύκασο, ακόμα και τη δυτική Ευρώπη. Όπως και αλλού στον ισλαμικό κόσμο (Ινδονησία, Μαλαισία κ.α.), η οικονομική ανάπτυξη δε φέρνει εκκοσμίκευση και εκδυτικισμό, αλλά συμπίπτει με εξισλαμισμό της κοινωνίας. Ιδίως στα αρχικά στάδια αιχμή του δόρατος του ισλαμιστικού κινήματος ήταν οι φοιτητές, η νεολαία γενικά και οι διανοούμενοι. Η πτώση αυταρχικών καθεστώτων και η διενέργεια εκλογών σε πολλές μουσουλμανικές χώρες ευνοεί πολλές φορές την άνοδο αντιδυτικών, θεοκρατικών στοιχείων τα οποία επί δεκαετίες κατέστειλαν οι φιλοαμερικανοί ή φιλοσοβιετικοί δικτάτορες.

Όταν κατέρρευσε η ΕΣΣΔ η Ρωσία αναγκάστηκε να ανοιχτεί στον καπιταλισμό και κάποια μορφή δημοκρατίας. Η δεκαετία του 1990, όταν η χώρα πέρασε φάση δυτικομανίας και πλημμύρισε από αμερικανικά προϊόντα, ήταν εποχή ταπείνωσης, αδυναμίας και οικονομικής καταστροφής. Η εκλογή του Βλαντίμιρ Πούτιν στην προεδρία το 2000 εγκαινίασε μία νέα περίοδο, κατά την οποία η Ρωσία προσπάθησε να αναστηλώσει το παλιό της κύρος και την οικονομική και πολιτισμική της ανεξαρτησία. Οι Αμερικανοί ήλπιζαν ότι η νέα Ρωσία θα ενσωματωνόταν στο διεθνές σύστημα (βλέπε αμερικανική ηγεμονία), θα διαποτιζόταν από δυτικές αξίες και θα εγκατέλειπε το αυτοκρατορικό της παρελθόν και τα γεωπολιτικά ενδιαφέροντα της. Ιδανικά η χώρα θα αποκεντρωνόταν τόσο πολύ που δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ενιαίο κράτος, ή και θα διασπάτο.

 Ο Πούτιν ανέτρεψε εκ βάθρων αυτές τις προσδοκίες. Παλινορθώνοντας ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, επανέφερε τη Ρωσία ως αξιόλογη δύναμη στο παγκόσμιο σκηνικό, κατέστειλε αποσχιστικές τάσεις, ενίσχυσε το στρατό και άρχισε να αντιδρά στην προς ανατολάς πορεία του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σφυρηλατώντας τη νέα εθνική συνείδηση ο Πούτιν ευνόησε την (αρκούντως εντυπωσιακή) επαναφορά της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ενώ σε καθαρά θρησκευτικό επίπεδο η κατάσταση είναι μέτρια (σε σχέση με άλλες πρώην κομμουνιστικές χώρες όπως η Πολωνία, η Ρουμανία και η Γεωργία, ή και οι ΗΠΑ ακόμη) και βελτιώνεται αργά, πολιτισμικά η ορθόδοξη ταυτότητα σφραγίζει τη ρωσική ιδιαιτερότητα. Κάποτε η χριστιανική Δύση υπερασπιζόταν το χριστιανικό πολιτισμό από το άθεο κομμουνιστικό μπλοκ. Τώρα η Ρωσία προωθεί την πίστη και τις εξ αυτής αξίες κόντρα σε ένα δυτικό κόσμο πολυπολιτισμικό, μεταχριστιανικό και φιλελεύθερο. Τα κίνημα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές στη ρητορική αμφοτέρων των πλευρών για να σπιλώσουν την άλλη.
Η Ιαπωνία παραμένει σταθερά στο αμερικανικό πλαίσιο διεθνών σχέσεων, αν και εκεί γίνεται προσπάθεια αναβίωσης του εθνικού φρονήματος και χάραξης πιο ανεξάρτητης πολιτικής. Η Κίνα όμως δεν είναι διατεθειμένη να ενσωματωθεί σε ένα σύστημα όπου η αμερικανική υπερδύναμη δρα μονομερώς και ανενόχλητα. Και εδώ δυτικοί αναλυτές ήλπιζαν πως η διασύνδεση της Κίνας με το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα θα την «δάμαζε» πολιτικά. Στην πραγματικότητα η Κίνα εκμεταλλεύεται την τεράστια παραγωγή της για να εκτοπίσει εμπορικά τις δυτικές βιομηχανικές χώρες. Κάνει τεράστιες επενδύσεις στην Αφρική (μετατρέποντας χώρες όπως η Ζιμπάμπουε σε άτυπα προτεκτοράτα) και εμβαθύνει τη συγκοινωνιακή σύνδεση της με την Ευρώπη. Η Κίνα, έστω και με το σημερινό κομμουνιστώνυμο/κρατικό καπιταλιστικό καθεστώς της, έχει την γεωπολιτική παράδοση μιας αυτοκρατορίας-κέντρο του κόσμου. Αργά αλλά πολύ σταθερά, με την μακροπρόθεσμη θέαση που την χαρακτηρίζει, εργάζεται πυρετωδώς για να εκτοπίσει τις ΗΠΑ από το θρόνο τους, ή τουλάχιστον να εξασφαλίσει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της «πίτας» στη διεθνή κατανομή ισχύος και πόρων. Η κυβέρνηση καλλιεργεί τον εθνικισμό και ενθαρρύνει την αναβίωση της κομφουκιανικής παράδοσης. Η τελευταία, με έμφαση στη σταθερότητα, την υπακοή και την ιεραρχία, νομιμοποιεί το τρέχον καθεστώς και αντιτίθεται στις δυτικές φιλοσοφικές διέες περί ατομικής αυτονομίας, ισότητας και ατομικότητας. Για αυτό και το κινεζικό κράτος προχωρά σε καταστολή ή ασφυκτικό έλεγχο του αυξανομένου χριστιανικού στοιχείου της χώρας: θεωρείται δούρειος ίππος εκδυτικισμού.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Που μας οδηγούν όλα αυτά; Ενώ ο πάλαι ποτέ τρίτος κόσμος ανέρχεται (δημογραφικά, οικονομικά, πολιτικά), πλέον είναι ολοένα και λιγότερο διατεθειμένος να ακολουθήσει τον πολιτισμό της Δύσης. Για δεκαετίες ή αιώνες ταπεινωμένος από αυτήν, ζητά μαζί με μια «θέση στον ήλιο» ένα νέο είδος ταυτότητας που ξεπερνά τη παλαιά μίμηση. Η ανατολή του πολυπολικού συστήματος ισχύος φέρνει και μια εποχή πολλών πολιτισμών. Προφανώς και η Δύση εξακολουθεί να ακτινοβολεί το πνεύμα της προς κάθε κατεύθυνση, και προφανώς ο μέχρι τώρα εκδυτικισμός έχει αλλάξει για πάντα το πρόσωπο της ανθρωπότητας. Όμως τώρα είναι πιο πιθανό οι άλλοι πολιτισμοί και εκείνοι να επηρεάσουν, ενώ ολοένα και συχνότερα υιοθετείται η τεχνική της «πολιτισμικής λεηλασίας»: να παίρνουν δηλαδή τα ωφέλιμα της αμερικανικής και ευρωπαϊκής εμπειρίας, αγνοώντας το αξιακό τους υπόβαθρο. Η τάση αυτή αναμένεται να διευρυνθεί όσο α) ο μη δυτικός κόσμος αναπτύσσεται περεταίρω, ιδίως σε τομείς όπως η τεχνολογία, β) το παγκόσμιο παίγνιο εξουσίας δείχνει την αδυναμία των Ευρωπαίων και τα αδιέξοδα στα οποία έχουν εδώ και καιρό οι Αμερικανοί και γ) η κρίση ταυτότητας και η κοσμοθεωρητική σύγχυση της Δύσης (μαζί με τις εσωτερικές δημογραφικές αλλαγές που εκτυλίσσονται τώρα) συνεχίζεται με τον ίδιο ρυθμό.
 
Συμπλήρωμα

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2019

Το θείον φως (Vladimir Lossky)


Από εδώ: Λίγο πριν ο μεγάλος Γάλλος συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ σκοτωθεί αδόκητα σε τροχαίο δυστύχημα, λέγεται ότι είχε διαβάσει το βιβλίο του μεγάλου Ορθόδοξου θεολόγου Λόσσκυ που έγραψε ειδικά για τους δυτικούς ανθρώπους με τίτλο «Η μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας». Ο Καμύ είχε εντυπωσιαστεί από αυτό και είχε δηλώσει: «Αυτό είναι κάτι με το οποίο μπορώ να συνομιλήσω».  

Vladimir Lossky, Η μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας,
Θεσσαλονίκη 1964, μτφρ. Πρεσβυτέρας Στέλλας Κ. Πλευράκη,
σελ. 259-269

orthodox fathers
Διακόνημα

Η μετά του Θεού ένωσις είναι μυστήριον, το όποιον τελειούται εν τοις ανθρωπίνοις προσώποις.

Το θείον φως - Vladimir LosskyΟ άνθρωπος εις την οδόν προς την ένωσιν ουδέποτε ελαττούται, ως προς την προσωπικότητα του, καίτοι αρνείται την ατομικήν του θέλησιν, τας φυσικάς του κλίσεις. Αρνούμενος ο άνθρωπος ελευθέρως παν ό,τι είναι εις αυτόν ατομικόν εκ φύσεως, ολοκληρούται εν χάριτι. Παν ό,τι δεν είναι εκούσιον, παν ό,τι δεν είναι συνειδητόν δεν έχει προσωπικήν αξίαν. Αι στερήσεις, οι πόνοι, δεν δύνανται να γίνουν οδός προς την ένωσιν, εάν δεν γίνουν αποδεκταί ελευθέρως. Εν τέλειον πρόσωπον λαμβάνει εν πλήρει συνειδήσει όλας τας αποφάσεις του· είναι ελεύθερον πάσης βίας, πάσης φυσικής ανάγκης. Όσον προοδεύει τις εις την οδόν της ενώσεως, τόσον περισσότερον συνειδητός γίνεται. Η συνείδησις αυτή εν τη πνευματική ζωή καλείται γνώσις υπό των ασκητικών Πατέρων της Ανατολής. Εκδηλούται πλήρως εις τας υψηλοτέρας βαθμίδας της μυστικής οδού, ως η τελεία γνώσις της Αγίας Τριάδος. Δια τον λόγον αυτόν Ευάγριος ο Ποντικός εταύτιζεν την βασιλείαν του Θεού με την γνώσιν της Αγίας Τριάδος, την συνείδησιν του αντικειμένου της ενώσεως. Αντιθέτως η άγνοια, εις το ακρότατον αυτής όριον, θα είναι η κόλασις – εσχάτη κατάπτωσις του προσώπου (1). Η πνευματική ζωή, η αύξησις του ανθρώπου εν τη χάριτι είναι πάντοτε συνειδητή, ενώ η άγνοια είναι σημείον αμαρτίας, «ο ύπνος της ψυχής». Οφείλομεν επομένως να είμεθα συνεχώς εν εγρηγόρσει, να διάγωμεν ως τέκνα φωτός («ὡς τέκνα φωτός περιπατεῖτε» Εφ. ε’ 9), κατά τον λόγον του Αποστόλου Παύλου: «ἔγειρε ὁ καθεύδων καί ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν καί ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός» (Εφ. ε’, 14).

Η Αγία Γραφή είναι πλήρης εκφράσεων αναφερομένων εις το φως, εις την θείαν φωτοχυσίαν, εις τον Θεόν, ο οποίος καλείται «Φως». Δια την μυστικήν θεολογίαν της Ανατολικής Εκκλησίας ταύτα δεν είναι μεταφοραί ή ρητορικά σχήματα, αλλά λόγοι εκφράζοντες μίαν πραγματικήν όψιν της θεότητος. Εάν ο Θεός καλήται Φως, είναι διότι δεν δύναται να μείνη ξένος εις την ημετέραν εμπειρίαν. Η «γνώσις», η συνείδησις του Θεού, πλην της εις τον ανώτερον βαθμόν, είναι μία εμπειρία του ακτίστου φωτός και αυτή δε ακόμη η εμπειρία αύτη είναι φως· «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμ. 35, 10). Είναι αυτό το οποίον δεχόμεθα και υπό του οποίου καταλαμβανόμεθα εν τη μυστική εμπειρία. Δια τον Άγιον Συμεών τον Νέον Θεολόγον η εμπειρία του φωτός, η οποία είναι η συνειδητή πνευματική ζωή ή η «γνώσις», αποκαλύπτει την παρουσίαν της κεκτημένης υπό του ανθρώπου χάριτος:
«Οὐ γάρ ὅ οὐκ οἴδαμεν λαλοῦμεν, ἀλλ’ ὅ οἴδαμεν μαρτυροῦμεν, ὅτι τό φῶς ἐν τῇ σκοτία ἤδη φαίνεται καί ἐν νυκτί καί ἐν ἡμέρα καί ἐντός καί ἐκτός. Ἐντός μέν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, ἐκτός δέ ἐν τῷ νοΐ περιλάμπον ἡμᾶς ἀνεσπέρως, ἀτρέπτως, ἀναλλοιώτως, ἀσχηματίστως, λαλοῦν, ἐνεργοῦν, ζῶν καί ζωοποιοῦν καί φῶς τούς λαμπομένους ἀπεργαζόμενον. Ἡμεῖς μαρτυροῦμεν ὅτι ὁ Θεός φῶς ἐστί καί οἱ αὐτόν καταξιωθέντες ἰδεῖν πάντες ὡς φῶς ἐθεάσαντο καί οἱ λαβόντες αὐτόν, ὡς φῶς αὐτόν ἔλαβον, ὅτι προπορεύεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ τό φῶς τῆς δόξης αὐτοῦ καί δίχα φωτός ἀμήχανόν ἐστι φανῆναι αὐτόν. Καί οἱ μή ἰδόντες τό φῶς αὐτοῦ, οὐδέ ἐκεῖνον εἶδον, ὅτι ἐκεῖνος τό φῶς ἐστι. Καί οἱ μή λαβόντες τό φῶς οὔπω τήν χάριν ἔλαβον οἱ γάρ τήν χάριν λαβόντες φῶς Θεοῦ καί Θεόν ἔλαβον, καθώς εἶπε τό φῶς, ὁ Χριστός «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω». Οἱ δέ μήπω τοῦτο παθόντες ἤ ἀξιωθέντες, πάντες οἱ τοιοῦτοι ὑπό τόν πρό τῆς χάριτος νόμον εἰσί, δοῦλοι καί μαθηταί δούλων καί ἀκροαταί νόμου καί τέκνα παιδίσκης καί υἱοί σκότους τυγχάνουσι, κἄν βασιλεῖς κἄν πατριάρχαι, κἄν ἀρχιερεῖς κἄν ἱερεῖς, κἄν ἄρχοντες κἄν ἀρχόμενοι, κἄν λαϊκοί κἄν μονάζοντες, κἄν ἀσκηταί κἄν ἡγούμενοι, κἄν πτωχοί κἄν πλούσιοι, κἄν ἀσθενεῖς κἄν ὑγιεῖς τῷ σώματι πέλωσι. Πάντες γάρ οἱ ἐν σκότει καθήμενοι υἱοί σκότους εἰσί καί μετανοῆσαι οὐ βούλονται. Ἡ γάρ μετάνοια θύρα ἐστίν ἐξάγουσα ἀπό τοῦ σκότους καί εἰσάγουσα εἰς τό φῶς. Ὁ οὖν προς τό φῶς μή εἰσελθών οὐ διῆλθε τήν θύραν τῆς μετανοίας καλῶς εἰ γάρ διῆλθεν, ἐγένετο ἄν ἐν φωτί. Ὁ δέ μή μετανοῶν ἁμαρτάνει, διότι οὐ μετανοεῖ. «Τῷ γάρ εἰδότι καλόν ποιεῖν καί μή ποιοῦντι, φησίν, ἁμαρτία αὐτῷ ἐστιν». Ὁ δέ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν δοῦλος ἐστι τῆς ἁμαρτίας καί μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή φανερωθῇ αὐτοῦ τά ἔργα» (2).

metamorfosisΕάν η ζωή εν τη αμαρτία είναι εκουσίως πάντοτε ασυνείδητος (κλείνομεν τους οφθαλμούς δια να μη ίδωμεν τον Θεόν), η ζωή εν τη χάριτι είναι μία συνεχής πρόοδος της γνώσεως, μία αυξανομένη εμπειρία του θείου φωτός.
Κατά τον Άγιον Μακάριον τον Αιγύπτιον, η φλόγα της χάριτος ανημμένη υπό του Αγίου Πνεύματος εις τας ψυχάς των χριστιανών τας καθίστα ικανάς να φωτίζουν ως λαμπάδες έμπροσθεν του Υιού του Θεού. Άλλοτε μεν το θείον τούτο φως αναλόγως της ανθρωπινής θελήσεως ενδυναμούται και απαστράπτει λαμπρώς, άλλοτε δε ελαττούται και δεν δίδει πλέον λάμψιν εις τας εκ των παθών συγκεχυμένας καρδίας. «Διότι τό ἄϋλον καί θεῖον πῦρ φωτίζειν μέν ψυχάς καί δοκιμάζειν εἴωθεν, ὥσπερ ἄδολον χρυσόν ἐν καμίνῳ τό πῦρ ἐνήργησεν ἐν τοῖς ἀποστόλοις, ἡνίκα ἐλάλουν γλώσσαις πυρίναις. Τοῦτο τό πῦρ διά τῆς φωνῆς Παῦλον περιλάμψαν, τήν μέν διάνοιαν αὐτοῦ ἐφώτισεν, τήν δέ αἴσθησιν τῆς ὅψεως αὐτοῦ ἠμαύρωσεν. Οὐ γάρ χωρίς σαρκός εἶδεν ἐκείνου τοῦ φωτός τήν δύναμιν. Τοῦτο τό πῦρ ὤφθη Μωϋσῇ ἐν τῇ βάτῳ· τοῦτο τό πῦρ ἐν εἴδει ὀχήματος Ἠλίαν ἐκ τῆς γῆς ἥρπασε… ὅθεν καί ἄγγελοι καί τά λειτουργικά πνεύματα τούτου τοῦ πυρός τῆς λαμπρότητος μετέχουσι… Τοῦτο τοιγαροῦν τό πῦρ δαιμόνων ἐστί φυγαδευτήριον, καί ἁμαρτίας ἀναιρετικόν, ἀναστάσεως δέ δύναμις καί ἀθανασίας ἐνέργεια, ψυχῶν ἁγίων φωτισμός καί λογικῶν δυνάμεων σύστασις» (3). Αύται είναι αι θείαι ενέργειαι, αι «ἀκτῖνες θεότητος» δια τας οποίας ομιλεί ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, δημιουργικαί δυνάμεις, αι οποίαι εισδύουν εις τον κόσμον και γίνονται γνωσταί εκτός των κτισμάτων ως το απρόσιτον φως, εν ω κατοικεί η Αγία Τριάς. Αι ενέργειαι παρεχόμεναι εις τους χριστιανούς δια του Αγίου Πνεύματος δεν εμφανίζονται πλέον ως εξωτερικοί αιτίαι, αλλ’ ως η χάρις, εσωτερικόν φως, το οποίον μεταμορφώνει την φύσιν θεούν αυτήν. «Ὅτι φῶς ὁ Θεός οὐ κατ’ οὐσίαν, ἀλλά κατ’ ἐνέργειαν λέγεται», λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (4). Ως Θεός φανερούται, μεταδίδεται, δύναται να καταστή γνωστός, είναι Φως. Ο Θεός καλείται Φως, όχι μόνον κατ’ αναλογίαν προς το υλικόν φως. Το θείον φως δεν έχει αλληγορικήν και αφηρημένην τινά εννοιαν: είναι δεδομένον της μυστικής εμπειρίας. «Καί τό μέν θεῖον τοῦτο φῶς μέτρῳ δίδοται, καί τό μᾶλλον καί ἧττον ἐπιδέχεται, κατά τήν ἀξίαν τῶν ὑποδεχόμενων» (5). Η τελεία θεωρία της θεότητος, η οποία καθίσταται ορατή εν τω ακτίστω φωτί, είναι το «μυστήριον της ογδόης ημέρας» και ανήκει εις τον μέλλοντα αιώνα. Εν τούτοις εκείνοι οι οποίοι είναι άξιοι δι’ αυτήν, επιτυγχάνουν να ιδούν «τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει» (Μαρκ. θ, 1) εκ της παρούσης ήδη ζωής, ως είδον αυτήν οι τρεις Απόστολοι εις το όρος Θαβώρ.
Αι θεολογικαί έριδες περί της φύσεως του φωτός της Μεταμορφώσεως του Χριστού περί το μέσον του 14ου αιώνος, κατά τας οποίας αντετάχθησαν οι υπερασπισταί της δογματικής παραδόσεως της Ανατολικής Εκκλησίας προς τους ανατολικούς θωμιστάς, απέβλεπον κατά βάθος εις εν σπουδαιότατον θεολογικόν πρόβλημα. Επρόκειτο περί της πραγματικότητος της μυστικής εμπειρίας, περί της δυνατότητος συνειδητής επικοινωνίας μετά του Θεού, περί της ακτίστου ή κτιστής φύσεως της χάριτος. Το θέμα του εσχάτου προορισμού των ανθρώπων, η ιδέα της μακαριότητος, της θεώσεως διεκυβεύετο. Εγίνετο μία σύγκρουσις μεταξύ της μυστικής θεολογίας και της θρησκευτικής φιλοσοφίας, ή μάλλον μιας θεολογίας ιδεών, η οποία ηρνείτο να παραδεχθή παν ό,τι εφαίνετο εις αυτήν ανοησία, «μωρία». Ο Θεός της Αποκαλύψεως και της θρησκευτικής εμπειρίας ευρέθη αντιμέτωπος προς τον Θεόν των φιλοσόφων και των σοφών επί του πεδίου του μυστικισμού και δια μίαν ακόμη φοράν η θεία μωρία εθριάμβευσε της ανθρωπίνης σοφίας. Υποχρεωμένοι να προσδιορίσουν την θέσιν των, να σχηματίσουν ιδέας των αληθειών, αι οποίαι υπερέκειντο πάσης φιλοσοφικής σκέψεως, οι φιλόσοφοι τελικώς εξέφρασαν μίαν κρίσιν η οποία εφάνη «μωρία» δια την ανατολικήν παράδοσιν: εβεβαίωνον την κτιστήν φύσιν της θεούσης χάριτος. Δεν θα επανέλθωμεν πλέον επί του θέματος, το οποίον ανεπτύξαμεν εις το 4ον Κεφάλαιον, εις το οποίον εγένετο λόγος περί της διακρίσεως μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών του Θεού. Περαίνοντες την μελέτην ημών, οφείλομεν να εξετάσωμεν τας θείας ενεργείας υπό μίαν άλλην έποψιν: υπό την έποψιν του ακτίστου φωτός, εν ω αποκαλύπτεται ο Θεός και μεταδίδεται εις εκείνους, οι όποιοι έρχονται εις ένωσιν μετ’ Αυτού.

Το φως τούτο ή η έλλαμψις δύναται να προσδιορισθή ως ο ορατός χαράκτηρ της θεότητος, των ενεργειών ή της χάριτος, δια της οποίας γνωρίζεται ο Θεός. Το φως τούτο δεν είναι διανοητικής φύσεως, ως είναι ενίοτε η έλλαμψις του νοός με την αλληγορικήν και αφηρημένην έννοιαν. Πολύ δε περισσότερον δεν είναι μία αισθητή πραγματικότης. Εν τούτοις το φως τούτο πληροί συγχρόνως νουν και αισθήσεις αποκαλυπτόμενον εις τον όλον άνθρωπον και όχι εις μίαν των ιδιοτήτων του. Το θείον φως ως δεδομένον της μυστικής εμπειρίας υπέρκειται συγχρόνως των αισθήσεων και του νοός. Είναι άϋλον και ουδέν αισθητόν έχει δια τον λόγον αυτόν ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος εις τα ποιήματα του το αποκαλεί «ἀόρατον πῦρ» και βέβαιοι την ορατότητα του:
«Ἔστι πῦρ τό θεῖον ὄντως Ἄκτιστον ἀόρατόν γε Ἄναρχον καί ἄϋλον τε» (6), αλλά δε είναι πολύ περισσότερον νοητόν φως. Ο «Αγιορείτικος Τόμος», μία απολογία συνταχθείσα υπό των μοναχών του Αγίου Όρους κατά τας θεολογικάς διαμάχας περί του φωτός της Μεταμορφώσεως, διακρίνει το αισθητόν φως, το νοητόν και το άκτιστον, το υπερέχον εξ ίσου των δύο πρώτων· 
«Ἄλλου μέν φωτός ὁ νοῦς, ἑτέρου δέ ἡ αἴσθησις ἀντιλαμβάνεσθαι πέφυκεν. Ἡ μέν γάρ αἰσθητοῦ, καί τά αἰσθητά ἦ αἰσθητά δεικνύντος· τοῦ δέ νοῦ φῶς ἐστιν, ἡ ἐν νοήμασι κειμένη γνῶσις· οὐ τοῦ αὐτοῦ τοίνυν φωτός, ὄψις τε καί νοῦς ἀντιλαμβάνεσθαι πεφύκασιν, ἀλλά μέχρις ἄν κατ’ οἰκείαν φύσιν καί ἐν τοῖς κατά φύσιν ἐνεργῇ ἑκάτερον αὐτῶν. Ὅταν δέ πνευματικῆς καί ὑπερφυοῦς εὐμοιρήσωσι χάριτος τε καί δυνάμεως, αἰσθήσει τε καί νῷ, τά ὑπέρ πᾶσαν αἴσθησιν και πάντα νοῦν οἱ κατηξιωμένοι βλέπουσιν…, ὡς οἶδε μόνος ὁ Θεός, καί οἱ τά τοιαῦτα ἐνεργούμενοι» (7).
Η πλειονότης των Πατέρων, οι οποίοι ωμίλησαν περί της Μεταμορφώσεως, μαρτυρούν την άκτιστον φύσιν, την θείαν φύσιν του φωτός του εμφανισθέντος εις τους Αποστόλους. Οι Άγιοι Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Κύριλλος Αλεξανδρείας, Μάξιμος, Ανδρέας Κρήτης, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Ευθύμιος Ζηγαβινός εκφράζονται με το αυτό πνεύμα και θα ήτο πολύ άστοχον να ερμηνεύωμεν πάντοτε τα χωρία αυτά ως ρητορικός εμφάσεις. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναπτύσσει την διδασκαλίαν ταύτην εν σχέσει προς το θέμα της μυστικής εμπειρίας. Το φως, το όποιον οι Απόστολοι είδον επί του Όρους Θαβώρ, είναι φυσική ιδιότης του Θεού. Αιώνιον, ατελεύτητον, υπάρχον εκτός χρόνου και τόπου, ενεφανίσθη εις τας θεοφανείας της Παλαιάς Διαθήκης ως η δόξα του Θεού: εμφάνισις τρομερά και αφόρητος δια τα κτίσματα καθ’ όσον είναι εξωτερική, ξένη προς την ανθρωπίνην φύσιν προ Χριστού, εκτός της Εκκλησίας. Δια τον λόγον αυτόν, κατά τον Άγιον Συμεών τον Νέον Θεολόγον, ο Απόστολος Παύλος εις την προς Δαμασκόν οδόν μη έχων εισέτι την προς τον Χριστόν πίστιν ετυφλώθη και έπεσεν εις την γην από την λάμψιν του θείου φωτός (8). 

Αντιθέτως, η Μαγδαληνή Μαρία, κατά τον Άγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν ηδυνήθη να ίδη το φως της Αναστάσεως, το οποίον επλήρου το μνημείον και καθίστα ορατόν παν ό,τι ευρίσκετο εντός αυτού, παρά το σκότος της νυκτός, «μήπω τῆς αἰσθητῆς ἡμέρας τελέως ἐκφανείσης» (9)· το φως εκείνο επίσης κατέστησεν αυτήν ικανήν, να ίδη τους αγγέλους και να συνομιλήση μετ’ αυτών. Την στιγμήν της ενανθρωπίσεως το θείον φως συνεκεντρώθη ούτως ειπείν εν τω Χριστώ, εν τω Θεανθρώπω, εν ω κατώκει σωματικώς άπαν το πλήρωμα της θεότητος. Τούτο σημαίνει ότι η ανθρώπινη φύσις του Χριστού εθεώθη δια της υποστατικής ενώσεως μετά της θείας φύσεως· ότι καίτοι ο Χριστός κατά την επίγειον ζωήν Του εφώτιζε πάντοτε δια του θείου φωτός, τούτο έμενεν αόρατον δια την πλειονότητα των ανθρώπων. Η Μεταμόρφωσις δεν υπήρξε εν φαινόμενον προσδιοριζόμενον υπό χρόνου και τόπου: ουδεμία αλλαγή συνέβη δια τον Χριστόν κατ’ εκείνην την στιγμήν, ακόμη και εν τη ανθρωπινή Αυτού φύσει, αλλά αλλαγή τις εγένετο εν τη συνειδήσει των Αποστόλων, οι οποίοι έλαβον προς στιγμήν την ικανότητα, να ιδούν τον διδάσκαλόν των, ως ήτο, καταυγαζόμενον εν τω αιωνίω φωτί της θεότητος Του (10). Δια τους Αποστόλους υπήρξε μία έξοδος εκ της ιστορίας, έλαβον γνώσιν τίνα της αιωνίου πραγματικότητος. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει εις τας ομιλίας Του περί της Μεταμορφώσεως: «…τῆς θεότητος ἐστι τό φῶς ἐκεῖνο, καί ἄκτιστόν ἐστι… οὐδέ τό φῶς ἐκεῖνο αἰσθητόν, οὐδέ οἱ ὁρῶντες αἰσθητικοῖς ἁπλῶς ἑώρων ὀφθαλμοῖς, ἀλλά μετασκευασθεῖσι τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος» (11).
Δια να ίδωμεν το θείον φως δια των σωματικών οφθαλμών, ως είδον τούτο οι Μαθηταί επί του όρους Θαβώρ, πρέπει να μετάσχωμεν αυτού του φωτός, να μεταμορφωθώμεν δι’ αυτού εν τινι μέτρω. Η μυστική εμπειρία προϋποθέτει επομένως μεταβολήν τίνα της φύσεως ημών, μεταμόρφωσιν αυτής δια της χάριτος. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει τούτο σαφώς: «ὁ θείας ἐνεργείας εὐμοιρήσας καί τήν θείαν ἀλλοίωσιν ἠλλοιωμένος αὐτός ὅλος οἶον φῶς ἐστι, καί μετά τοῦ φωτός ἐστι, καί σύν τῷ φωτί γνωστῶς ὁρᾷ τά χωρίς τηλικαύτης ἀπορρήτου χάριτος ἀνέκφαντα τοῖς πᾶσιν, οὐχ ὑπέρ τάς σωματικάς αἰσθήσεις μόνον γεγονώς, ἀλλά καί ὑπέρ πᾶν ὅ,τι τῶν ἡμῖν γνωρίμων, πάντως δέ καί τοῖς ὑπέρ ἡμᾶς τῇ γε φυσική δυνάμει· Θεόν γαρ ὁρῶσιν οἱ κεκαθαρμένοι τήν καρδίαν κατά τόν ὑπό τοῦ Κυρίου ἀψευδῆ μακαρισμόν, ὅς φῶς ὤν κατά τήν θεολογικωτάτην Ἰωάννου τοῦ τῆς βροντῆς υἱοῦ φωνήν οἰκίζει τε καί ἐμφανίζει ἑαυτόν τοῖς ἀγαπώσιν αὐτόν, καί ἀγαπηθεῖσιν ὑπό αὐτοῦ» (12).
Το σώμα δεν πρέπει να είναι εμπόδιον εις την μυστικήν έμπειρίαν· η περιφρόνησις υπό του Μανιχαίου της σωματικής φύσεως είναι ξένη προς τον ορθόδοξον άσκητισμόν…. «Μή ἄν ψυχήν μόνην, μήτε σῶμα μόνον λέγεσθαι ἄνθρωπον, ἀλλά τό συναμφότερον, ὅν δή καί κατ’ εἰκόνα πεποιηκέναι Θεός λέγεται», λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (13). Το σώμα πρέπει να εκπνευματοποιηθή, να γίνη «σώμα πνευματικόν» κατά την έκφρασιν του Αποστόλου Παύλου. Το έσχατον τέλος ημών δεν είναι μία διανοητική μόνον θεωρία του Θεού· εάν συνέβαινεν ούτως, η ανάστασις των νεκρών θα ήτο ανώφελος. Οι μακάριοι θα ίδουν τον Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον εν τη πληρότητι της κτιστής φύσεως των. Δια τον λόγον αυτόν ο «Αγιορείτικος Τόμος» αποδίδει από της παρούσης ζωής εις την εξαγνισθείσαν φύσιν του σώματος ωρισμένας πνευματικάς ικανότητας: «εἰ γάρ συμμεθέξει τότε τῇ ψυχῇ τό σῶμα τῶν ἀπορρήτων ἀγαθῶν, καί νῦν δήπου συμμεθέξει, κατά τό ἐγχωροῦν…. καί αὐτό τά θεῖα πείσεται, καταλλήλως ἑαυτῷ, μετασκευασθέντος, καί ἁγιασθέντος, ἀλλ’ οὐ καθ’ ἕξιν νεκρωθέντος τοῦ τῆς ψυχής παθητικοῦ» (14).

Η χάρις ως φως αρχή της φανερώσεως δεν δύναται να παραμείνη αόρατος εν ημίν. Δεν είναι δυνατόν να μη αισθανθώμεν τον Θεόν, εάν η φύσις ημών είναι πνευματικώς υγιής. Η αναισθησία εν τη πνευματική ζωή είναι μία κατάστασις ανώμαλος. Πρέπει να δυνάμεθα να αναγνωρίζωμεν τας ατομικάς καταστάσεις και να κρίνωμεν τα φαινόμενα της μυστικής ζωής. Δια τον λόγον αυτόν ο Άγιος Σεραφείμ του Sarov αρχίζει τας πνευματικάς του διδασκαλίας δια των λόγων: «ο Θεός είναι πυρ, το οποίον αναζωογονεί και καταφλέγει τας καρδίας. Εάν αισθανθώμεν εις τας καρδίας ημών το εκ του δαίμονος προερχόμενον ψύχος διότι ο δαίμων είναι ψυχρός ας επικαλεσθώμεν τον Κύριον και Αυτός θα έλθη και θα αναζωπύρωση την καρδίαν ημών δια της προς Αυτόν και προς τον πλησίον αγάπης. Και προ της θερμότητος του ιδικού Του προσώπου το ψύχος του εχθρού θα διαλυθή» (15). Η χάρις θα γίνη γνωστή ως η χαρά, η ειρήνη, η εσωτερική θερμότης, ως το φως. Αι καταστάσεις ακηδίας, της «μυστικής νυκτός», δεν έχουν την αυτήν έννοιαν εις την πνευματικότητα της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας. Εν πρόσωπον το οποίον έρχεται ολονέν εις στενωτέραν ένωσιν μετά του Θεού, δεν δύναται να μείνη εκτός του φωτός. Εάν ευρίσκεται βεβυθισμένον εις τα σκότη, είναι διότι η φύσις του ημαυρώθη υπό τινός αμαρτίας, η διότι ο Θεός δοκιμάζει αυτό, δια να αύξηση έτι περισσότερον τον ζήλον του. Αι καταστάσεις αύται παρέρχονται δια της υπακοής και της ταπεινοφροσύνης εις τας όποιας ο Θεός άπαντα φανερούμενος εκ νέου εις την ψυχήν, μεταδίδων το φως Του εις τον άνθρωπον, τον οποίον επ’ ολίγον είχεν εγκαλείψει. Η ακηδία είναι μία νοσηρά κατάστασις, η οποία δεν πρέπει να είναι διαρκής· ουδέποτε εθεωρήθη υπό των ασκητικών και μυστικών συγγραφέων της ανατολικής παραδόσεως ως απαραίτητος και κανονικός σταθμός της οδού προς την ένωσιν. Εις την οδόν ταύτην είναι εν σύνηθες δυστύχημα, πάντοτε όμως έπίφοβον. Αποτέλεσμα της ακηδίας είναι η λύπη, η ανία, η ψύξις της καρδίας, η οποία δημιουργεί την αναισθησίαν. Είναι μία δοκιμασία η οποία θέτει τον άνθρωπον εις τα όρια του πνευματικού θανάτου. Διότι η προς την αγιότητα άνοδος, ο άγων δια το θείον φως, δεν είναι ακίνδυνος. Εκείνοι οι όποιοι αναζητούν το φως, την συνειδητήν εν τω Θεώ ζωήν, διατρέχουν ένα μεγάλον πνευματικόν κίνδυνον, αλλά ο Θεός δεν τους αφήνει να πλανώνται εις τα σκότη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1). «Κεφάλαια πρακτικά», 33,25, ΡG 40, 1268 Α.
(2). Κατήχησις ΚΗ’.
(3). Ὁμιλία 25, 9, 10, ΡG 34, 673 Β C.
(4). «Κατά Ἀκίνδυνου», ΡG 150, 823.
(5). Γρηγ. Παλαμά, «Ὁμιλία εἰς τήν Μεταμόρφωσιν», ΡG 151, 448 Β. Ιδέ την υπέροχον μελέτην του Μ gr. Basile Krivocheine, «Ἡ ἀσκητική καί θεολογική διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ», Seminarium Kondakovianum 8, Ρrague 1936, σ. 99-154. Μετ. εις την γερμ. υπό Ηugolin Landvogt, εις το « Das ö stliche Christentum », 8, 1939.
(6). Εκδ. Σμύρνης, 1886, 2 μέρος, σ. 1.
(7). Αγιορείτικος Τόμος, ΡG 150, 1833 D.
(8). Λόγος 57, Ι, εκδ. ρωσ. του Αγ. Όρους 2 σ . 36· Γρηγ. Παλαμ. «Κεφαλ. φυσικά» κ.λ.π. ΡG 150, 1169 Α.
(9). Λόγος 20, ΡG 151, 268 Α Β.
(10). Αγιορείτικος Τόμος, ΡG 150, 1232 C.
(11). Λόγος 34, ΡG 151, 433 Α Β.
(12). Λόγος «Εις τα Εισόδια της Θεοτόκου», Εκδ. Σοφοκλέους του εξ Οικονόμων, Αθήναι 1861 σ. 175 -177.
(13). «Διάλογος περί ψυχής και σώματος» ΡG 150, 1361 C.
(14). ΡG 150, 1233 Β -D.
(15). Relation de la vie et des oeuvres du P. Séraphin, de bienheureuse mémoire, hiéromoine et reclus de Sarov, Μόσχα 1851, σελ. 63. (Ρωσ.)