ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Ο άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς και οι Ναζί στο Νταχάου...



Μίλιτσα Ζέρνωβ
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Θα έδινα όλη μου τη ζωή για να ζήσω μία ώρα στο Νταχάου
Διακόνημα, Orthodoxia.online
 
Κάποτε, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με κάλεσαν οι Αμερικανοί φίλοι μου να τους επισκεφτώ από την Αγγλία. Εγώ στο μεταξύ είχα πληροφορηθεί ότι ο επίσκοπος Αχρίδος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (1881-1956) ζει στο Σικάγο και αποφάσισα να τον επισκεφτώ, μολονότι αυτό δεν ήταν ούτε τόσο φθηνό μα ούτε και τόσο απλό.
Τηλεφώνησα στην σερβική Εκκλησία για να μάθω την διεύθυνσή του και μου είπαν ότι ο επίσκοπος έλειπε σε ταξίδι στη Ν. Υόρκη για ένα τριήμερο. Ήταν για μένα δώρο εξ ουρανού.
Συναντηθήκαμε. Εκείνος ήταν γερασμένος και καταβεβλημένος, αλλά το βλέμμα των μαύρων ματιών του διαπερνούσε τον συνομιλητή -όπως τότε στην Σερβία- μέχρι την καρδιά.
Αρχίσαμε να μιλάμε για την πορεία του κόσμου, για την Εκκλησία, τη Ρωσία…
«Σεβασμιώτατε», τον ρώτησα, «άραγε οι κακουχίες και οι στερήσεις στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως στη ναζιστική Γερμανία κατά τον πόλεμο πνευματικά φονεύανε ή ξαναγεννούσαν τον άνθρωπο; Διότι, εγώ για παράδειγμα, γνώρισα ανθρώπους, και μάλιστα πιστούς, οι οποίοι στο στρατόπεδο δεν είχαν τη δύναμη να προσευχηθούν, επειδή όλες τους οι δυνάμεις ήταν συγκεντρωμένες στο ξεροκόμματο, στο κρεμμύδι, στο φλιτζάνι με το ζεστό νερό…»
Μού απάντησε στο στρατόπεδο γινόταν έτσι: κάθεσαι σε μία γωνιά και επαναλαμβάνεις μέσα σου: -Κύριε, εγώ είμαι γη και σποδός. Κύριε παράλαβε την ψυχή μου! Καί πάλι σε ανεβάζει ο Κύριος… Στην πραγματικότητα, θα έδινα όλη τη ζωή που μου απέμεινε, εάν αυτό ήταν δυνατόν, για μία ώρα παραμονής στο Νταχάου.
Ο επίσκοπος σήκωσε τα μάτια του και με κοίταξε ίσια στα μάτια. Εγώ δεν μπόρεσα να αντέξω εκείνο το βλέμμα. Με κοίταζαν τα μάτια του ανθρώπου που συνάντησε το Θεό πρόσωπο προς πρόσωπο…
Μου έλεγε και το εξής:
-Με πλησίαζαν οι δεσμοφύλακες και ειρωνικά με ρωτούσαν: -Πιστεύεις εσύ ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός;
-Όχι, τους απαντούσα.
Τότε άρχιζαν να γελούν και να με ξαναρωτούν:
-Δηλαδή εσύ δεν πιστεύεις πλέον;
-Δεν πιστεύω πλέον, αλλά γνωρίζω, φώναζα με όλη μου τη δύναμη και κείνοι εξαγριωμένοι έφευγαν αυτοστιγμεί.
Αργότερα ξανάρχιζαν την κουβέντα και ρωτούσαν:
-Εκείνος ο Ιησούς σου ήταν γιος μιας Εβραιοπούλας;
-Όχι, τους απαντούσα.
-Τότε τίνος γιος ήταν;
-Υιός του Θεού, τους απαντούσα και κείνοι δεν είχαν τι να μου πουν.
Ο επίσκοπος Νικόλαος ήταν στύλος της σερβικής Εκκλησίας. Τώρα, μετά την κοίμησή του, βλέπει συνεχώς το Θεό πρόσωπο προς πρόσωπο.

Και:

Ένας άγιος από Νταχάου προς Ευρώπη 
Ενότητα στο ιστολόγιό μας για τον άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς
Αλεξάντερ Σμορέλ, ο αντιναζιστής νεομάρτυρας (13 Ιουλίου)
Ορθόδοξοι άγιοι του Παρισιού, νεομάρτυρες από τους Ναζί
Ο άγιος νεομάρτυρας Γκόραζντ της Τσεχίας
Άγιος Γρηγόριος Περάντζε, Άουσβιτς 1942
Οι άγιοι Σέρβοι νεομάρτυρες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου
Η νεομάρτυς Στεφανίδα του Κοσόβου (& η αγιοκατάταξη του αγ. Αλέξανδρου Σμορέλ)


Ο "Άγγελος του Νταχάου": ο ρωμαιοκαθολικός ιερέας και μάρτυρας του Νταχάου Ένγκελμαρ Ουντσάιτιχ (άγιος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας)  

Η μοναδική Θ. Λειτουργία του Πάσχα του 1945 στο Νταχάου ...
Orthodox Pascha (Easter) in Dachau
1940: Η Παναγία στο μέτωπο
Χειμάρρα 1940: Μια 9χρονη, μαζί με τους γονείς της, έθαψε 6 Έλληνες στρατιώτες στην αυλή του σπιτιού της...
Το ΟΧΙ του κλήρου (της Ορθόδοξης Εκκλησίας) κατά τη ναζιστική Κατοχή 

Η γιορτή της Αγίας Σκέπης 
Το θαύμα της Παναγίας στα τζάμια της βομβαρδιζόμενης Θεσσαλονίκης
Η Παναγία και τα τανκς των Ναζί  

Ο άγιος Χαράλαμπος, οι Ναζί & τα Φιλιατρά

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Theocracy, anyone?


Khanya (Orthodox Christians from South Africa)

The icon of Christ "Extreme Humility" or "The King of the Glory", from here.
My brethren, really, this is our King in the Orthodox Church!

Someone pointed me to an interesting article on theocracy recently Of Course Christians Are Theocrats | Peter J. Leithart | First Things:
In the final analysis, “human affairs” and “things divine” won’t stay put in their neutral corners. This is why I prefer Stanley Hauerwas’s straightforward confession: “I often enjoy making liberal friends, particularly American liberal friends, nervous by acknowledging that I am of course a theocrat.”
That “of course” is the kicker. For Hauerwas, it’s obvious that a Christian must be a theocrat. He’s right. “Theocracy” means “rule of God,” and the Christian gospel is, in a literal sense, a theocratic message: Jesus preached the gospel of the kingdom of God. Against the Roman conviction that “Caesar is lord,” Christians proclaim that “Jesus is Lord.”
I thought it was worth reading, and on the whole I agreed with the sentiments expressed.
I recalled the ending of the account of the Martyrdom of Polycarp;, which I have often quoted, where after listing all the secular rulers and authorities at the time, the author goes on to say “but the reigning monarch was Jesus Christ, who rules for ever and ever.”
That “but” is important.
Yes, it is theocracy in the sense in which Stanley Hauerwas and Peter J. Leithart speak of it, but it is not what most people mean by “theocracy” when they use the word today. The “but” makes a clear distinction between the Kingdom of God and the kingdoms of men, in a way that “theocracy”, in its current English usage, does not.
Now the blessed Polycarp was martyred on the second day of the first part of the month Xanthicus, on the seventh before the calends of March, on a great Sabbath, at the eighth hour. He was apprehended by Herodes, when Philip of Tralles was high priest, in the proconsulship of Statius Quadratus, but in the reign of the Eternal King Jesus Christ. To whom be the glory, honor, greatness, and eternal throne, from generation to generation. Amen.
One cannot determine the meaning of words in current usage solely by etymology, which the First Things article does, So my response to it is both Yes and No, and the No comes from C.S. Lewis, with whom I also agree:
I am a democrat… I am a democrat because I believe that no man or group of men is good enough to be trusted with uncontrolled power over others. And the higher the pretensions of such power, the more dangerous I think it both to the rulers and to the subjects. Hence Theocracy is the worst of all governments. If we must have a tyrant a robber baron is far better than an inquisitor. The baron’s cruelty may sometimes sleep, his cupidity at some point be sated; and since he dimly knows he is doing wrong he may possibly repent. But the inquisitor who mistakes his own cruelty and lust of power and fear for the voice of Heaven will torment us infinitely because he torments us with the approval of his own conscience and his better impulses appear to him as temptations. And since Theocracy is the worst, the nearer any government approaches Theocracy the worse it will be. A metaphysic, held by the rulers with the force of a religion, is a bad sign. It forbids them like the inquisitor, to admit any grain of truth or good in their opponents, it abrogates the ordinary rules of morality, and it gives a seemingly high, super-personal sanction to all the passions by which, like other men, the rulers will frequently be actuated. In a word, it forbids wholesome doubt.[1]
And it is also worth bearing in mind the Grand Inquisitor, from Dostoevsky.


Christ with Emperor Constantine and Empress Zoe

In the days when Roman Emperors were pagan, there was less of a problem. There could be a clear distinction of church and state, between eternity and time. It was easy to be theocrats in the Hauerwas sense. But when Christian kings and emperors came along, a notion of Christian kingship.developed, which has never really worked out in practice.
We pray:
  • hallowed be thy name…  on earth as it is in heaven
  • thy kingdom come… on earth as it is in heaven
  • thy will be done… on earth as it is in heaven
So Christian rulers have a responsibility to God and not for him. They are to make their rule an icon, an image, of the kingdom of God and God’s justice. It is when Christian rulers think that they have a responsibility for God, and not to him, that things go horribly wrong. All too often they fail. And it is the failure to recognise the failure that, as C.S. Lewis points out, is the greatest failure of all.
The Bolsheviks thought they recognised the failure, but were trapped by precisely the same thing. They thought they could build the kingdom of heaven on earth,  without God (ie astheistically), Call it, if you will, as Philip Pullman did, the Republic of Heaven. But they too failed to recognise their failure, and thought that anyone who pointed out the failure and failed to recognise the Bolshevik earthly paradise must be mad, so they locked dissidents away in lunatic asylums. Even an atheist theocracy remains a theocracy, subject to all the weaknesses C.S. Lewis points out.
Beware the politician who thinks he knows the will of God, or, in the absence of God, substitutes his own will.
On balance I think I agree with C.S. Lewis: theocracy is the worst form of government.


Notes & References

[1] Lewis, C.S. 1966. Of other worlds: essays and stories. London: Geoffrey Bles; p 81.
For more on this and related topics see also:
See also
 
Grace and “the Inverted Pyramid”
Weak, Sick, Poor, Tired: A Story for Losers
Why Orthodox Men Love Church
The Kingdom of Heaven, where racial discrimination has no place
"THE WAY" - An Introduction to the Orthodox Faith
St. Justin Popovic: Whither does humanistic culture lead?

The Singular Goodness of God
 
The Church as the Liberated Zone: "All we Christians are terrorists..." 

Giving Thanks for All Things – The Cruciform Life
An Atonement of Shame – Orthodoxy and the Cross
Sunday after the feast of the Exaltation of the Holy Cross: "Whoever desires to come after Me, let him deny himself, and take up his cross and follow Me" 

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Η Εκκλησία ως «ιατρείο ψυχής» μπορεί να προσεγγίσει και να θεραπεύσει τους πλανεμένους αδελφούς



Orthodoxia.online

Η Εκκλησία, δηλαδή όλοι μας, πρέπει να λειτουργεί ως φορέας αγάπης και θεραπείας και όχι ως τιμωρός για τους πλανεμένους αδελφούς.

Η Εκκλησία ως «ιατρείο ψυχής» μπορεί να προσεγγίσει και να θεραπεύσει τους πλανεμένους αδελφούς.

Ο π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος, ο μακαριστός αυτός υπερασπιστής της πίστεως, διέκρινε ότι πολ­λές φορές η επέμβαση του εκκλησιαστικού και οικείου περιβάλλοντος των θυμάτων αποτελεί συνισταμένη πανικού, απόρριψης, αποκλεισμού, λανθασμένης διάγνωσης και το βασικότερο, παντελούς άγνοιας του σεναρίου και της σκηνοθεσίας που μεθοδεύουν οι αιρέσεις με σκοπό να δελεάσουν και να εξασφαλίσει οπαδούς.

Η εκ των προτέρων κατ’ αρχάς αποδοχή του άλλου ως έχει, δηλαδή με τα ελαττώματά του, τις αδυναμίες του, την τυχόν εξωτερική του εμφάνιση κ.λ.π. είναι ένα σωστός τρόπος προσέγγισής του.

Αγάπη, προς το απολωλός ή τον αδιάφορο θα πρέπει να εκδηλώνεται χωρίς υστεροβουλία. Αυτό που χρειάζεται είναι η περίθαλψη και η απεριόρι­στη αγάπη και κατανόηση. Πολύ σωστά η Εκκλησία μας έχει χαρακτηρισθεί ως ένα μεγάλο Νοσοκομείο όπου όλοι όσο βαριά άρρωστοι και εάν είναι μπορούν ν’ αποθεραπευτούν. Η Εκκλησία οικοδομείται με τη μετάδοση της άκτιστης και θεοποιού Χάριτος.

Ο αείμνηστος π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος μας επισημαίνει ξανά και ξανά ότι ο άξιος ποιμένας δεν τρέχει να αναζητήσει το χαμένο πρόβα­το με σκοπό να το δείρει. Κανένας σωστός ποιμένας δεν είναι τόσο σκληρός, ώστε να μη δείχνει έλεος. Γι’ αυτό χρειάζεται σύνεση, κατα­νόηση, αγάπη.

Πρόκειται για σοβαρά ασθενείς, που δεν έχουν συναί­σθηση ότι πάσχουν, θεωρούν τον εαυτό τους γιατρό, ικανό να δώσει στον καθένα μας συνταγές θεραπείας.

Ο άνθρωπος αναζητεί αγάπη και ζεστασιά. Εάν δεν βιώνει αυτή του τη ανάγκη μέσα στα πλαίσια της εκκλησιαστικής ζωής σίγουρα θ’ ανα­ζητήσει να την γεμίσει κάπου αλλού.

Πολλοί συνάνθρωποί μας, λόγω προσωπικών, ψυχολογικών, οικογε­νειακών περιπετειών έχουν βιώσει στη ζωή τους το μαρτύριο της έλλει­ψης ζεστασιάς και αγάπης.

Δεν έχουν κάποιο άνθρωπο δίπλα τους για να τους συμπαρασταθεί και να σταθεί δίπλα τους, για να καλύψει το κενό που πρέπει να πληρωθεί με αγάπη, φροντίδα, ζεστασιά και ενδια­φέρον.

Η επίγεια ζωή του ανθρώπου δεν είναι χαρές και γέλια αλλά κυρίως λύπες και πίκρες. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της απομάκρυνσης από το Θεό. (Γεν. 2.8,15-17,3.1-0). Ο άνθρωπος βιώνει τις συνέπειες της πτώ­σης του, της παρακοής στο θέλημα του Θεού. (Γεν. 3,7-13). Πολλές φορές η ζωή εκδιπλώνεται ενώπιον μας με τραγικό και δραματικό τρόπο.

Προσωπικές αποτυχίες, οικογενειακές και κοινωνικές συγκρού­σεις, προσωπικά δράματα, ψυχολογικός κλονισμός, έρχονται να ταρά­ξουν την ύπαρξή μας. Ειδικά, ο θάνατος προσφιλών προσώπων κλονί­ζει τα θεμέλια του ψυχολογικού μας κόσμου, συγκλονίζει συθέμελα το ανθρώπινο είναι. Τα γεγονότα αυτά μας θέτουν ενώπιον των οριακών καταστάσεων που μπορεί να φτάσει η ύπαρξή μας. Βιώνοντας αυτές τις οριακές καταστάσεις, βιώνουμε τον προσωπικό μας Άδη, εκείνη την κατάσταση της απόλυτης μοναξιάς, βρισκόμαστε σε τραγικό αδιέξοδο. Σε αυτή την κατάσταση ο άνθρωπος έχει ανάγκη από ζεστασιά, συντροφιά, αγάπη, κατανόηση, ένα λόγο παρηγοριάς.

Σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση ο άνθρωπος είναι ανοιχτός σε κάθε είδους πράξη αγάπης και φροντίδας και γίνεται ευάλωτος σε «επιθέσεις αγάπης» πολλών αιρετικών.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι κατά την κατάστα­ση απώλειας προσφιλών προσώπων ο άνθρωπος παρουσιάζει ανησυ­χίες, αγωνίζεται να μάθει την τύχη των αποθανόντων πλέον προσφι­λών του προσώπων, και ενδιαφέρεται να μάθει για τη θρησκευτική και μεταφυσική διάσταση της ανθρώπινης ζωής. 




Σε αυτή τη στιγμή μπορεί να παρουσιαστούν αιρετικοί, όπως οι Μάρτυρες του Ιεχωβά και οι οποί­οι θα προθυμοποιηθούν να καλύψουν αυτό το μεταφυσικό κενό του υποψηφίου και βασανισμένου από τα χτυπήματα της ζωής προσήλυτου παρουσιάζοντας τις αφελείς τους διδασκαλίες περί ανάστασης των νεκρών και τη διδασκαλία τους περί της δευτέρας Παρουσίας του Κυρί­ου μας.

Παράλληλα, με συνεχείς επισκέψεις αποκτούν μια προσωπική οικειότητα με το υποψήφιο θύμα και του δίδουν ζεστασιά και αγάπη, προσπαθώντας ν’ αναπληρώσουν το δυσαναπλήρωτο κενό στην ψυχή του. Ο υποψήφιος προσήλυτος τους εμπιστεύεται και η παρουσία του σε μια και περισσότερες συναθροίσεις των αιρετικών αυτών αποτελεί πια θέμα χρόνου.

Ο π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος μας παρουσιάζει ένα όπλο των αιρέ­σεων και ειδικά των Μαρτύρων του Ιεχωβά, και αυτό είναι ο λεγόμενος «βομβαρδισμός αγάπης». Η αγάπη όμως αυτή ερμηνευομένη από τους σκοπούς που υπηρετεί είναι υποκριτική, επίπλαστη χωρίς βάθος και έννοια. Είναι η «αγάπη» ενός προβατόσχημου λύκου απέναντι σε αγνό αμνό, το δέλεαρ της οργάνωσης για να προσελκύσει τους ανυποψία­στους ανθρώπους στις «φυλακές» της αίρεσης.

Η «αγάπη» των αιρετικών μοιάζει με την «αγάπη» που δείχνει ο κυνηγός προς το θήραμά του.

Πλησιάζει το θήραμά του με «καλοσύνη», προσπαθεί να γίνει φίλος του, το πλησιάζει σιγά-σιγά, ώστε να μην καταλάβει τις εχθρικές του διαθέσεις, χρησιμοποιεί κινήσεις των χεριών του για να δείξει στο θήραμά του ότι το αγαπά και θέλει μόνο να το ταΐσει και όταν έρχεται σε μια ικανή απόσταση βολής, τότε εκτο­ξεύει τα βέλη του ή χρησιμοποιεί το μαχαίρι του για να το σφάξει και να επιφέρει το θάνατό του.

Αυτού του είδους «αγάπη» είναι «αγάπη των αδελφών στις συνα­θροίσεις» των αιρετικών. Αυτού του είδους η «αγάπη» εφαρμόζεται από τους περισσότερους αιρετικούς οι οποίοι πίσω από αυτή την επί­πλαστη και ουσιαστικά ανύπαρκτη αγάπη καλύπτουν τις πραγματικές διαθέσεις τους.

Ο άνθρωπος είναι ψυχή και σώμα. Είναι ένωση πνευματικού και υλι­κού στοιχείου. Στην ύπαρξή του ενώνεται ο πνευματικός και ο υλικός κόσμος. Είναι ένα όν μοναδικό και αξιοθαύμαστο. Ο Απόστολος Παύ­λος στην προς Εβραίους επιστολή μας παρουσιάζει με έντονο τρόπο αυτό το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης όταν τον συγκρίνει με το νοητό κόσμο. (Εβρ. 2,7).

Ο Απόστολος Παύλος στο 13ο κεφάλαιο της Α’ προς Κορινθίους επιστολή, μας παρουσιάζει την αληθινή έννοια της αγάπης. Η αγάπη είναι η υπέρτατη αρετή, το υπέρτατο πνευματικό απόκτημα, το χάρι­σμα μπροστά στο οποίο φανερώνεται όλος ο πλούτος της εν Χριστώ ζωής. (Α’ Κορ. 13,1) Η αληθινή αγάπη έχει μακροθυμία, δεν κυριαρ­χείται από ζηλοφθονία, ανέχεται τα πάντα και υποχωρεί στα πάντα. (Α’ Κορ. 13,4).

Η αληθινή αγάπη δεν κρύπτει ιδιοτέλεια όπως των αιρετικών αλλά ανιδιοτέλεια. Πρέπει ν’ αγαπούμε «εν αγάπη ανυποκρίτω» (Β’ Κορ. 6,6) διότι ο ίδιος ο Θεός «αγάπη εστίν» (Α’ Ιωανν. 4,8)

Ο Απόστολος Παύλος γράφει στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή: «Τίς σκανδαλίζεται και ουκ εγώ πυρούμαι» (Α’ Κορ. 11,29), συμμετέ­χοντας στα υπαρξιακά προβλήματα των Κορινθίων. Η κατανόηση του ανθρώπινου προβληματισμού βοηθά αυτόν που ασχολείται με την σωτηρία των ανθρώπων να συμμετάσχει ουσιαστικά στα προσωπικά προβλήματα του ποιμενόμενου. Η δική μας προσωπική συμμετοχή στα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου και η κοινωνία αγάπης που θα πρέπει να δημιουργήσουμε θα μας δώσει την δυνατότητα να οικοδομή­σουμε και να εντάξουμε ουσιαστικά τους ανθρώπους στην ποίμνη του Χριστού.

Η Εκκλησία αγαπά τον άνθρωπο όχι διότι επιθυμεί να το κάνει πειθήνιο όργανό της αλλά διότι έτσι εκφράζει τη φύση και την απο­στολή της, αγαπά τον άνθρωπο όχι διότι επιθυμεί να τον εξουσιάζει αλλά διότι ακολουθεί πιστά το λόγο του Κυρίου, η Εκκλησία δεν αγαπά μόνο όσους ανήκουν σε αυτήν αλλά ολόκληρο τον κόσμο, αυτούς που την αγαπούν και αυτούς που την υπηρετούν και αυτούς που την εχθρεύονται. Είναι η ολοκληρωτική έκφραση της αγάπης.

Απόσπασμα από το βιβλίο:«ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ» Έκθεση της Ορθοδόξου Πίστεως σε αντιπαράθεση με την αιρετική διδασκαλία.


Συμπλήρωμα

Ο δύσκολος δρόμος της επιστροφής από την αίρεση
Θύρα 7 και Θύρα του Μνημείου 
Γίνε κι Εσύ Πολεμιστής του Φωτός
Για την αλλαγή των άλλων (Γερόντισσα Γαβριηλία)
Άλαν: από Αυστραλία μέσω… Ινδίας!
Ταξί... για τον παράδεισο!

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Ημερίδα για τη Γερόντισσα Γαβριηλία τη Δευτέρα 17.9.2018 στη Θεσσαλονίκη

Ποιο είναι πιο δυνατό, το φίδι ή ο Σταυρός;


Προσκυνητής


Το 1994 στην Ιερά Μονή Ολύμπου είχε πάει ένας Αγιορείτης. Εκεί συνάντησε μια γιαγιά που εξυπηρετούσε τους επισκέπτες και του εξομολογήθηκε το λογισμό της:
«Πάτερ, όταν βλέπω κανένα φίδι στην αυλή του μοναστηριού, το σταυρώνω, αυτό κοκαλώνει, γίνεται σαν βέργα και μετά το πιάνω και το πετάω έξω. Μου λένε μερικοί: "Χαζή είσαι και πιάνεις τα φίδια;"
Κι εγώ τους λέω: Γιατί είμαι χαζή; Ποιο είναι πιο δυνατό, το φίδι ή ο Σταυρός που πάνω του σταυρώθηκε ο Χριστός κι έσωσε τον κόσμο;
Με τη δύναμη του σταυρού, όταν θέλω να ζυμώσω, βάζω νερό και αλεύρι, τα σταυρώνω, μετά σηκώνεται το προζύμι και κάνω ψωμί».

πηγή

Ρίγος πασχαλινό - Ή: Γιατί η ζωή μας σέρνεται σε μια απέραντη θλίψη...

Προσκυνητής
 
Αυτή η ημέρα ανήκει στον σταυρό και όμως μυρίζει ανάσταση, ένα πασχαλινό ρίγος μας αναστατώνει.
Σήμερα είναι μέρα νηστείας, ξηροφαγίας και ομολογώ πως με δυσκολεύει αυτή η μικρή στέρηση και πιστεύω και πολλούς άλλους φίλους, ενώ αυτό δεν συμβαίνει σε μακρές περιόδους νηστείας, κατά τις οποίες στερεώνεται η κατανυκτική χαρά μέσα μας.
Αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουμε ασπαστεί σε απόλυτο βαθμό το ασκητικό, το ορθόδοξο ήθος, το οποίο είναι σταυρώσιμο. Δεν ζούμε την νηστεία κάθε στιγμή, αλλά μόνα εποχικά και τυπικά. Θεωρούμε τις στερήσεις, την κακουχία, την νηστεία δύσκολα και ίσως προσβλητικά για το ανθρώπινο πρόσωπο πράγματα, λυπηρές υποθέσεις για λυπηρούς ανθρώπους. Γι' αυτό σε μια απέραντη θλίψη σέρνεται η ζωή μας, ακόμα και μέσα στις κοσμικές χαρές από τις οποίες δεν βγαίνει πνεύμα. Την απόλυτη αναστάσιμη χαρά την βιώνουν "αυτοί που" κατά τον απόστολο Παύλο "είναι του Χριστού, το σαρκικό το θέλημα σταύρωσαν μαζί και τις επιθυμίες".
Αυτή η χαρά πού λάμπει στα πρόσωπα των αγίων ασκητών, μοναχών ή μέσα στον κόσμο είναι καρπός σκληρής σταυρώσιμης ζωής. Όλοι οι μεγάλοι μέσα από τον Σταυρό πέρασαν για να τους λέμε σήμερα μεγάλους. Και λάμπει το πρόσωπο και ολόκληρη η ύπαρξη τους είναι φως.
Γράφει ένας ασκητής του αιώνα μας: "Ανάσταση μέσα μου, ατέλειωτη χαρά!". Αυτή την χαρά την ζηλεύουμε και αυτοί πού την είδαμε και αυτοί πού δεν ακούσαμε για εκείνη και δεν ξέρουμε τί είναι αυτό πού ψάχνουμε και αυτό πού μας λείπει. Αυτό είναι η ιδια η αναζήτηση για το μοναδικό νόημα της ζωής.
 

ππκ - πηγή

Και:

Του Τιμίου Σταυρού: μια Μεγάλη Παρασκευή μέσα στο Φθινόπωρο!
 
Τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού στην Μονή Σταυροβουνίου Κύπρου

Μπορεί για μας να υπάρχει μεγαλύτερος θησαυρός από τον Σταυρό που αγιάστηκε με το Τίμιο Αίμα του Κυρίου; (άγιος Λουκάς ο Ιατρός)
  
Τετρακτινοπύρσευτος Σταυρός!
  
Χάνω για να κερδίσω ή καλύτερα χάνω για να κερδίσεις!...
   
Ένα μυστήριο που μας κυνηγάει από παιδιά...

The Orthodox Holy Monastery at the Shepherds Field (East Jerusalem, Israel)


Photo from here

Orthodoxwiki
Ελληνικά για το θέμα:
Το Χωριό και η Μονή των Ποιμένων στη Βηθλεέμ 
 
The Monastery at the Shepherds Field (East Jerusalem, Israel) is located in a small valley in the village of Beit-Sahour, approximately one kilometer east of Bethlehem, where tradition indicates the spot where the "Shepherds kept watch" [Luke 2: 18-20], on the night that Christ was born (December 25), and heard the angelic proclamation "Glory to God in the highest, peace on earth and good will toward men" [Lk. 2: 14]. The site is also well known for its ancient Olive trees that date over 2000 years; tradition holds that two of these trees mark the location where Kind David wrote many of his Psalms.
The underground church is dedicated to the Synaxis of the Mother of God (celebrated December 26). An account by Eusebius (265-340) says that the "Tower Ader" marked the location where the shepherds received the message. St Jerome was of the same opinion and Arculf (670) notes that he saw a church in this place. In the calendar of Jerusalem (7th - 8th century) a monastery called "Poemenium" (of the flock) was east of Bethlehem. The abbot Daniel (1106) calls this place the "Agia Pimina" (Holy Pasture) and Peter the deacon (1137) calls the church "Ad Pastores", which had a grotto and an altar, while Phocas (1177) mentions a monastery as well. 

Photo from here
History

In the life of the Saints (Synaxaristes), it is mentioned that the angel who spoke to the shepherds was the Archangel Gabriel. Local Christians call the site by the name 'Kaniseter' Rawat', which means 'Place of the Shepherds' Shelter', while in Greek the site is known simply as Toemenion' meaning 'the pasture', But through the centuries the holy shrine has been known variously as the Synaxis of the Theotokos, "Glory to God in the Highest," Peace, the Holy Angels, and the Shepherds' Field. This cave was one of many churches built by Saint Helena in the year 325 A.D., when she came to the Holy Land to find the True Cross of our Lord. As a historical note, of all the churches built by Saint Helena, only this cave church is the original one ; all others have been destroyed and rebuilt through the centuries. This cave functioned first as a shelter, then as a tomb of the shepherds, and has been treated as such by Christians since the 4tn century. 

Holy Communion, photo from here

Therefore, directly connected with Jesus, it has been venerated as a holy place from earliest Christian times. It is mentioned, and precisely located in the itineraries of Christian pilgrims, the earliest being Aetheria, dating the second half of the 4tn century. All Christian, documents including those of the pilgrim itineraries, fix the site of the Shepherds' Field as being east of Bethlehem and at a distance of about one kilometer from the Basilica of the Nativity. On the basis of archaeological evidence, it has been proved that the church dates to the early Byzantine period, and that it is the earliest Christian structure built on this site. Therefore the evidence of the excavations are in full agreement with the early Christian written sources, and the site of Kaniset er' Rawat' is in fact the ruin of the Christian holy site of the Shepherds' Field. 

By the end of the 4th century, pious traditions also associated the Shepherds' Field with the place where Jacob pastured his flock and built the Mignal Eder (i.e. Tower of the Flocks) referred to in Genesis 35:16. The remains of the base of this tower are still visible today. The following story is found in Genesis 35, verses 9-16 (in the Greek translation of the Old Testament known as the Septuagint). God spoke to Jacob after his return from Mesopotamia, blessing him and naming him 'Israel'. He told him that the land He gave to Abraham and Isaac would also be given to him. On the spot where God spoke to him, Jacob erected a stone monument and named the place 'Bethel1. After erecting the tower, Jacob moved his tent near the Tower of Mignal Eder. When he finally reached Bethlehem, Rachel gave birth with great pain.
Archimandrite Fr. Ignatios Kazakos Superior (photo).

See also

"THE WAY" - An Introduction to the Orthodox Faith

Theosis, St. Silouan and Elder Sophrony
LIVE, BEYOND THE LIMITS!

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

The Universal Exaltation of the Precious and Life-Giving Cross


Commemorated on September 14

Troparion & Kontakion

Orthodox Church in America

 
The Elevation of the Venerable and Life-Creating Cross of the Lord: The pagan Roman emperors tried to completely eradicate from human memory the holy places where our Lord Jesus Christ suffered and was resurrected for mankind. The Emperor Hadrian (117-138) gave orders to cover over the ground of Golgotha and the Sepulchre of the Lord, and to build a temple of the pagan goddess Venus and a statue of Jupiter.

Pagans gathered at this place and offered sacrifice to idols there. Eventually after 300 years, by Divine Providence, the great Christian sacred remains, the Sepulchre of the Lord and the Life-Creating Cross were again discovered and opened for veneration. This took place under the Emperor Constantine the Great (306-337) after his victory in the year 312 over Maxentius, ruler of the Western part of the Roman empire, and over Licinius, ruler of its Eastern part. In the year 323 Constantine became the sole ruler of the vast Roman Empire.

In 313 he had issued the Edict of Milan, by which the Christian religion was legalized and the persecutions against Christians in the Western half of the empire were stopped. The ruler Licinius, although he had signed the Edict of Milan to oblige Constantine, still fanatically continued the persecutions against Christians. Only after his conclusive defeat did the 313 Edict of toleration extend also to the Eastern part of the empire. The Holy Equal of the Apostles Emperor Constantine, having gained victory over his enemies in three wars with God’s assistance, had seen in the heavens the Sign of the Cross, and written beneath: “By this you shall conquer.”

Ardently desiring to find the Cross on which our Lord Jesus Christ was crucified, Saint Constantine sent his mother, the pious Empress Helen (May 21), to Jerusalem, providing her with a letter to Saint Macarius, Patriarch of Jerusalem.

Although the holy empress Helen was already in her declining years, she set about completing the task with enthusiasm. The empress gave orders to destroy the pagan temple and the statues in Jerusalem. Searching for the Life-Creating Cross, she made inquiry of Christians and Jews, but for a long time her search remained unsuccessful.

Finally, they directed her to a certain elderly Hebrew by the name of Jude who stated that the Cross was buried where the temple of Venus stood. They demolished the pagan temple and, after praying, they began to excavate the ground. Soon the Tomb of the Lord was uncovered. Not far from it were three crosses, a board with the inscription ordered by Pilate, and four nails which had pierced the Lord’s Body (March 6).

In order to discern on which of the three crosses the Savior was crucified, Patriarch Macarius alternately touched the crosses to a corpse. When the Cross of the Lord touched the dead one, he came to life. Having beheld the raising of the dead man, everyone was convinced that the Life-Creating Cross was found.

Christians came in a huge throng to venerate the Holy Cross, beseeching Saint Macarius to elevate the Cross, so that even those far off might reverently contemplate it. Then the Patriarch and other spiritual leaders raised up the Holy Cross, and the people, saying “Lord have mercy,” reverently prostrated before the Venerable Wood. This solemn event occurred in the year 326. 

 

 

During the discovery of the Life-Creating Cross another miracle took place: a grievously sick woman, beneath the shadow of the Holy Cross, was healed instantly. The elder Jude and other Jews there believed in Christ and accepted Holy Baptism. Jude received the name Cyriacus and afterwards was consecrated Bishop of Jerusalem.

During the reign of Julian the Apostate (361-363) he accepted a martyr’s death for Christ (see October 28). The holy empress Helen journeyed to the holy places connected with the earthly life of the Savior, building more than 80 churches, at Bethlehem the birthplace of Christ, and on the Mount of Olives where the Lord ascended to Heaven, and at Gethsemane where the Savior prayed before His sufferings and where the Mother of God was buried after her death.

Saint Helen took part of the Life-Creating Wood and nails with her to Constantinople. The holy emperor Constantine gave orders to build at Jerusalem a majestic and spacious church in honor of the Resurrection of Christ, also including under its roof the Life-Giving Tomb of the Lord and Golgotha. The temple was constructed in about ten years. Saint Helen did not survive until the dedication of the temple, she died in the year 327. The church was consecrated on September 13, 335. On the following day, September 14, the festal celebration of the Exaltation of the Venerable and Life-Creating Cross was established.

Another event connected to the Cross of the Lord is remembered also on this day: its return to Jerusalem from Persia after a fourteen year captivity. During the reign of the Byzantine emperor Phocas (602-610) the Persian emperor Khozroes II in a war against the Greeks defeated the Greek army, plundered Jerusalem and captured both the Life-Creating Cross of the Lord and the Holy Patriarch Zachariah (609-633).

The Cross remained in Persia for fourteen years and only under the emperor Heraclius (610-641), who with the help of God defeated Khozroes and concluded peace with his successor and son Syroes, was the Cross of the Lord returned to the Christians.

With great solemnity the Life-creating Cross was transferred to Jerusalem. Emperor Heraclius in imperial crown and royal purple carried the Cross of Christ into the temple of the Resurrection. With the emperor went Patriarch Zacharios. At the gates by which they ascended Golgotha, the emperor suddenly stopped and was not able to proceed farther. The holy Patriarch explained to the emperor that an angel of the Lord was blocking his way. The emperor was told to remove his royal trappings and to walk barefoot, since He Who bore the Cross for the salvation of the world from sin had made His way to Golgotha in all humility. Then Heraclius donned plain garb, and without further hindrance, carried the Cross of Christ into the church.

In a sermon on the Exaltation of the Cross, Saint Andrew of Crete (July 4) says: “The Cross is exalted, and everything true gathers together, the Cross is exalted, and the city makes solemn, and the people celebrate the feast”. 


See also

Giving Thanks for All Things – The Cruciform Life
Jesus Christ and Nicodemus - A little of the theology of the Cross: The Sunday before the feast of the Exaltation of the Holy Cross
The Feast of the Exaltation of the Holy Cross (September 14): the crossroads of history and the Tree of Life...
Sunday after the feast of the Exaltation of the Holy Cross: "Whoever desires to come after Me, let him deny himself, and take up his cross and follow Me"

 
Two miracles of the Holy Cross in Africa (Congo) 

An Atonement of Shame – Orthodoxy and the Cross
Orthodoxy and Orthopraxy
Holy Cross Resource Page
Elevation of the Holy Cross
Kiss The Who's What?  


Του Τιμίου Σταυρού & άγιοι + μνήμες (& ένα βιβλίο) γύρω απ' αυτόν!...