ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Ο γενναίος Τυφλός, οι υποκριτές & ο Υιός του Θεού...

blindman“Εκείνο τον καιρό, καθώς περνούσε ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Τότε τον ρώτησαν οι μαθητές του και του λέγουν διδάσκαλε, ποιός αμάρτησε, αυτός η οι γονείς του, για να γεννηθεί τυφλός; Αποκρίθηκε ο Ιησούς· ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν σ’ αυτόν τα έργα του Θεού. Εγώ πρέπει να εργάζομαι τα έργα εκείνου που με έστειλε, ως που ακόμη είναι ημέρα· έρχεται νύχτα όπου κανένας δεν μπορεί να εργάζε ται. Όταν είμαι στον κόσμο, φως είμαι του κόσμου. Αφού είπε αυτά έφτυσε χάμω και με το σάλιο έκαμε λάσπη και έβαλε τη λάσπη πάνω στα μάτια του τυφλού και του είπε: πήγαινε να νιφτείς στη δεξαμενή του Σιλωάμ, που στα ελληνικά θέλει να πει «απεσταλμένος».
Πήγε λοιπόν και νίφτηκε και ήλθε βλέποντας. Ο γειτόνοι του λοιπόν και εκείνοι που τον έβλεπαν και ήξεραν πως πρώτα ήταν τυφλός, έλεγαν αυτός δεν είναι που καθόταν και ζητιάνευε; Αλλοι έλεγαν πως αυτός είναι· άλλοι πως κάποιος όμοιος του· εκείνος έλεγε πως εγώ είμαι· του έλεγαν λοιπόν πώς ανοίχτηκαν τα μάτια σου; Αποκρίθηκε εκείνος και είπε· ένας άνθρωπος που λέγεται Ιησούς έκαμε λάσπη και έβαλε πάνω στα μάτια μου και μου είπε: πήγαινε στη δεξαμενή του Σιλωάμ και νίψου. Πήγα λοιπόν και νίφτηκα και είδα το φως μου.
Του είπαν: που είναι εκείνος; Λέγει· δεν ξέρω. Παίρνουν τον άλλοτε τυφλό και τον πηγαίνουν στους Φαρισαίους. Ήταν δε Σάββατο όταν έκαμε τη λάσπη ο Ιησούς και άνοιξε τα μάτια του τυφλού. Ρωτούσαν λοιπόν πάλι οι Φαρισαίοι τον άλλοτε τυφλό, πώς είδε το φως του· και αυτός τους είπε· έβαλε λάσπη πάνω στα μάτια μου και νίφτηκα και βλέπω. Έλεγαν λοιπόν μερικοί από τους Φαρισαίους· αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από το Θεό, γιατί δε φυλάει την αργία του Σαββάτου. ʼλλοι έλεγαν πώς μπορεί άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτοια θαύματα; Έτσι χωρίστηκαν οι γνώμες μεταξύ τους.
Λέγουν πάλι στον τυφλό. Συ τι λες γι’ αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί τα δικά σου μάτια άνοιξε. Και αυτός είπε πως; είναι προφήτης. Δεν πίστεψαν λοιπόν οι Ιουδαίοι γι’ αυτόν πως ήταν τυφλός και είδε το φως του, μέχρι που φώναξαν τους γονείς του και τους ρώτησαν λέγοντας τους1 αυτός είναι ο γιος οας, που λέτε πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς λοιπόν τώρα βλέπει; Τους αποκρίθηκαν οι γονείς του και είπαν ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας και πως γεννήθηκε τυφλός. Πώς όμως τώρα βλέπει δεν ξέρουμε η ποιος του άνοιξε τα μάτια δεν ξέρουμε· ο ίδιος είναι σε ηλικία, τον ίδιο να ρωτήσετε ο ίδιος θα πει για τον εαυτό του. Αυτά είπαν οι γονείς ταυ, επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους· γιατί είχαν κάνει κιόλας συμφωνία οι Ιουδαίοι, ώστε αν κανείς ομολογήσει το Χριστό, να τον διώξουν από τη Συναγωγή. Γι’ αυτό οι γονείς του είπαν πως ο ίδιος έχει ηλικία, και να ρωτήσουν τον ίδιο. Για δεύτερη λοιπόν φορά φώναξαν τον άνθρωπο που ήταν τυφλός και του είπαν. Να δοξάζεις το Θεό· εμείς ξέρουμε πως αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός.
Εκείνος απάντησε και είπε. Αν είναι αμαρτωλός δεν ξέρω. Ένα ξέρω, πως πριν ήμουν τυφλός και εδώ και λίγη ώρα βλέπω. Του είπαν πάλι’ και τι σου έκαμε; Με ποιο τρόπο σου άνοιξε τα μάτια; Εκείνος τους απάντησε: λίγο πριν σας είπα και δεν ακούσατε; τι πάλι θέλετε να ακούτε; Μήπως θέλετε και σεις να γίνετε μαθητές του; Εκείνοι γέλασαν μαζί του και είπαν εσύ είσαι μαθητής εκείνου· εμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή. Εμείς ξέρουμε πως ο Θεός μίλησε στο Μωυσή, γι’ αυτόν όμως εδώ δεν ξέρουμε από πού είναι.
Ο άνθρωπος απάντησε και είπε· εσείς δεν ξέρετε από πού είναι και αυτό είναι περίεργο, και όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε πως ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς, αλλά ακούει εκείνους που τον σέβονται και κάνουν το θέλημα του. Από τότε που κτίστηκε ο κόσμος δεν ακούστηκε πως άνοιξε κανείς τα μάτια ενός ανθρώπου που γεννήθηκε τυφλός. Δε θα μπορούσε vα κάνει τίποτα τέτοιο, αν δεν ήταν αυτός ο άνθρωπος από το Θεό. Του απάντησαν και είπαν εσύ είσαι βουτηγμένος μέσα στις αμαρτίες και τώρα διδάσκεις εμάς; Και τον έβγαλαν έξω. Ο Ιησούς άκουσε πως τον έβγαλαν έξω και του είπε, όταν τον βρήκε· συ πιστεύεις στον υιό του Θεού; Εκείνος απάντησε και είπε· Και ποιος είναι, Κύριε, για να πιστέψω; Ο δε Ιησούς του είπε· και τον είδες και αυτός που σου μιλεί αυτός είναι. Και είπε αυτός· πιστεύω, Κύριε, και τον προσκύνησε.”

Σχόλιο στην ευαγγελική διήγηση (από εδώ):

 Η απάντηση της ταπείνωσης

«Ο δε έφη· Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ»
Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Τυφλού παρουσιάζεται ένα θαυμαστό γεγονός. Ένας εκ γενετής τυφλός αποκτά με τη θαυματουργική επέμβαση του Ιησού Χριστού την όρασή του. Και το γεγονός της θεραπείας του γίνεται αφετηρία σωτηρίας, η οποία στο τέλος του ευαγγελικού αναγνώσματος εκφράζεται διά της ομολογίας της πίστεώς του. Ο Χριστός τον ρωτά: «Συ πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού»; Και ο τυφλός τότε κατορθώνει να δει όχι μόνο το επίγειο, αλλά και το φως της Θεότητος: « Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ».
Το γεγονός αυτό αποτελεί μια ευλογημένη ευκαιρία, έτσι ώστε και εμείς, ως ορθόδοξοι άνθρωποι, να προβληματιστούμε για την πίστη μας και να ανανεώσουμε την υπόσχεση που δώσαμε κατά την ημέρα της βαπτίσεώς μας.
Πολλές φορές, απογοητευμένοι από τα ανθρώπινα και τα καθημερινά, προβληματιζόμαστε για την παρουσία του Θεού στη ζωή μας. Ζητάμε σημεία για να πιστέψουμε . Ακόμη κι όταν ο Κύριος βρισκόταν καρφωμένος επάνω στον Σταυρό, οι άνθρωποι Τον πείραζαν και Τον βλασφημούσαν λέγοντας: «Εάν είσαι υιός του Θεού, κατέβα από τον Σταυρό και θα πιστέψουμε σε Σένα». Όμως ο Κύριος δεν απάντησε. Παρέμεινε, εν σιωπή, στον Σταυρό και πέθανε, για να ζήσει ο άνθρωπος, και αναστήθηκε, για να ανοίξει τη θύρα του Παραδείσου και να οδηγήσει τον άνθρωπο στη ζωή του Θεού.

Η σιωπή του Θεού

Οι αποδείξεις που ζητάμε πολλές φορές, για να πιστέψουμε στον Θεό, τραυματίζουν την αλήθεια, την αγαπητική σχέση με το Θεό, και γι’ αυτό η άρνηση του Κυρίου είναι άμεση και κατηγορηματική (Μάρκ. 8,12).
Ο Θεός ήλθε στον κόσμο αλλά κρύβεται ακόμη και μέσα στη φανέρωσή Του. Ο Θεός αποκρίνεται με τη σιωπή, αλλά για εκείνον που μπορεί να καταλάβει, να νιώσει. μέσα σ’ αυτή τη σιωπή δηλώνει την αγάπη Του για τον άνθρωπο. Είναι η «μωρία» του Θεού, ο ακατανόητος σεβασμός στην ελευθερία μας.
Κάθε αναγκαστική απόδειξη βιάζει την ανθρώπινη συνείδηση, μεταβάλλει την πίστη σε απλή γνώση. Γι’ αυτό ο Θεός κλείνεται μέσα στη σιωπή της οδυνώμενης αγάπης Του. Ο Θεός δε δίνει διαταγές. Μας προσκαλεί σε μια σχέση αμοιβαιότητας. Ο Πατέρας είναι Πατέρας χωρίς να επιβάλει την πατρότητά του. Ο Χριστός έρχεται για να καθίσει στο «τραπέζι των αμαρτωλών», και σταυρώνεται από υπερβολή ερωτικής αγαθότητας. «Ποιός σύζυγος», ρωτά ένας ασκητικός συγγραφέας του 6ου αι., «πέθανε ποτέ για τη σύζυγό του, και ποιά σύζυγος διάλεξε ποτέ να παντρευτεί έναν εσταυρωμένο; Ο Κύριος μνηστεύθηκε την Εκκλησία, της έδωσε μια προίκα με το αίμα Του, και της σφυρηλάτησε ένα δαχτυλίδι με τα καρφιά της σταυρώσεώς Του». Τόσο μεγάλη είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο.

Συ, πιστεύεις;

Ο Χριστός δεν απευθύνεται ποτέ στη λογική, δεν παραθέτει αποδείξεις, μήτε επιχειρήματα, δε ρωτά: «Ξέρεις; Πείστηκες; Νικήθηκες;». Το μόνο που ρωτά είναι: «Πιστεύεις;». Και στο ερώτημα αυτό μια καθαρή καρδιά μόνο αυτό μπορεί να απαντήσει: «Πιστεύω, κύριε, βοήθει μοι τη απιστία». Την ώρα. λοιπόν, που μας βαραίνει η αμφιβολία για την παρουσία του Θεού, την ώρα που μας βαραίνει η μοναξιά, μόνο η βαθιά ταπείνωση έρχεται σε βοήθειά μας. Αυτή, η ταπείνωση, κάνει τον άνθρωπο να καταθέτει μπροστά στον Σταυρό του Χριστού ολόκληρο το είναι του. Και τότε έξαφνα ο Χριστός σηκώνει αντί για μας αυτό το βάρος: «Μάθετε απ’ εμού… ότι ο ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν έστι» (Ματθ. 11, 30). Και ο λόγος αυτός δεν είναι απάτη· είναι φως μέσα στην κόλαση του σημερινού κόσμου.

(Αγαθαγγέλου, Επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 136-138)

***
Σχόλια του θεολόγου Μιχαήλ Χούλη (από εδώ):

Απ’ ότι φαίνεται στην παρούσα περικοπή τού κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, υπάρχουν άνθρωποι –εδώ εκπροσωπούνται από τους Φαρισαίους- που όχι μόνο δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση με την αλήθεια, αλλά και διαστρέφουν επίτηδες την αλήθεια για να παρασύρουν και άλλους στην πλάνη. Προτιμούν να διασπείρουν ψέματα και κινούνται αρνητικά απέναντι στο Θεό. Ενοχλούνται από το φως και προτιμούν το σκοτάδι. Προσπαθούν μάλιστα να προσαρμόσουν την ιστορική αλήθεια προς την ιδεολογία τους (με συνεντεύξεις, δια του διαδικτύου, και με συγγραφή βιβλίων), να απορρίψουν ορθολογιστικά ή να ανακαλύψουν δήθεν αντιφάσεις στα θαύματα του Χριστού, παρά να παραδεχθούν το θαύμα ως μέρος της θεϊκής και τώρα (με τον ερχομό του Θεανθρώπου) και ανθρώπινης πραγματικότητας. Όσοι εν γνώσει τους βέβαια παρασέρνουν τους άλλους στην πνευματική καταστροφή θα κληρονομήσουν το πυρ το άσβεστο και αιώνιο. Για εκείνους όμως που από άγνοια τα φαύλα πράττουν, δίνει ο Θεός πολλές ευκαιρίες, ανώδυνες και επώδυνες, μήπως και μετανοήσουν και σωθούν.


Γιατί όμως ορισμένοι άνθρωποι βρίσκονται σε μεγάλη δυσκολία όταν βρεθούν αντιμέτωποι με την αλήθεια; Διότι πιστεύουν υπερβολικά στον εαυτό τους, στις απόψεις τους, στην αξία τους. Αυτοειδωλοποιούνται και αρνούνται τον πραγματικό Θεό. Ίσως κάποιοι μάλιστα να νομίζουν ότι πιστεύουν, αλλά η πίστη τους δεν είναι παρά προέκταση της ασφάλειάς τους στο υπερπέραν και όχι κάτι το αληθινό. Στερούνται φυσικά την ταπείνωση και την γνήσια μετάνοια, αφού νιώθουν ανώτεροι από τους άλλους. Θεωρούν ότι έχουν στο τσεπάκι τον Θεό, ζουν ψευδώς ως αυτόφωτοι και αρνούνται το φως το αληθινό ‘το ερχόμενον εις τον κόσμον φωτίσαι πάντα άνθρωπον’. Ακόμη και αν περάσουν από τον ναό εν ώρα Λειτουργίας, δεν κατανοούν αμέσως μετά τη Θεία Κοινωνία τα λόγια των ψαλτών: «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες. αύτη γαρ ημάς έσωσεν».


Ως συμπεράσματα ακόμη από την μικρή ανάλυση της περικοπής που επιχειρήσαμε, μπορούν να εξαχθούν τα κάτωθι:


(α) «Εγώ, που μιλάω αυτή τη στιγμή μαζί σου, είμαι ο Υιός του Θεού» αποκαλύπτει ο Χριστός, όχι μόνο προσωπικά σε όσους έχουν τις υγιείς προϋποθέσεις, αλλά και στην Εκκλησία Του δια των μυστηρίων και της αγιαστικής ζωής. Ο Χριστός είναι η κρίση της κρίσεως των ανθρώπων. Αυτός είναι το Α και το Ω, η Αρχή και το Τέλος. Στο εξής, όλοι οι άνθρωποι κρίνονται αναφορικά με τη στάση τους απέναντι στο πρόσωπο του Κυρίου. Ο ίδιος δεν κρίνει κανέναν, αλλά οι άνθρωποι είναι εκείνοι που κρίνονται, ανάλογα με τη ζωή τους και την αγάπη ή όχι, που δείχνουν όσο ζουν. Ο Κύριος φανερώνεται σε όσους θέλουν να τον πιστέψουν, παραμένουν ‘πτωχοί τω πνεύματι’ και βιώνουν την εσωτερική τους ανέχεια και ψυχική τυφλότητα, όχι την υποτιθέμενη μοναδική υπεροχή τους. Αυτοί είναι όσοι βρίσκονται στα πρόθυρα της αποκαλυφθείσας αλήθειας Του, αν κρατούν βέβαια ανοικτά τα ψυχικά τους μάτια και ζουν μονίμως εν εγρηγόρσει.


(β) Ο πόνος και η θλίψη δεν αποτελούν πάντα αρνητικές καταστάσεις, αλλά έναρξη ή πορεία προς την αγιότητα, αν ο άνθρωπος γνωρίζει να προσφέρει τις θλίψεις του στον Θεό με υπομονή, όπως έπραττε ο συγκεκριμένος τυφλός του Ευαγγελίου. Αλληγορικά, μας το διδάσκει αυτό η φύση, όσον αφορά στο κλάδεμα και στο όργωμα της γης. Εκεί τα δέντρα μικραίνουν προς στιγμήν και η γη ανασκάπτεται, αλλά στο τέλος τα αποτελέσματα είναι θετικά. Το ίδιο συμβαίνει και στην εγχείρηση των ασθενών προκειμένου να ξαναβρούν την υγεία τους ή και στην παιδαγωγική τιμωρία που επιβάλλεται στους μαθητές, με την οποία διορθώνεται ο χαρακτήρας τους. «Ο Θεός παιδεύει (πάντα) επί το συμφέρον», αναφέρει ο απόστολος Παύλος (Εβρ. 12,10) και πάλι γράφει: «Είμαστε βέβαιοι ότι, αν αγαπά κανείς το Θεό, ο Θεός κάνει τα πάντα να συντελούν στο καλό του» (Ρωμ. 8,28), αλλά «και το Πνεύμα έρχεται βοηθός στις αδυναμίες μας» (Ρωμ. 8,26). Οι απλοί άνθρωποι βιώνουν τα λόγια αυτά στην πράξη. Διαφορετικά δεν βρίσκει νόημα κανείς στη ζωή και δεν υποφέρονται οι δυσκολίες και στενοχώριες.


(γ) Το φυσικό κακό δεν είναι συνέπεια του ηθικού κακού, όπως πίστευαν και πιστεύουν πολλοί άνθρωποι. Ο Θεός δεν κρίνει κανέναν προσωπολατρικά, δεν συμπαθεί και αντιπαθεί με ανθρώπινες αδυναμίες και δεν τιμωρεί και χορηγεί τα καλά ανάλογα με το ποιόν του κάθε ανθρώπου. Είναι πέραν του καλού και του κακού ως ηθικές κατηγορίες, διότι είναι άγιος. Δεν είναι επιπλέον δεσμευμένος σε άτεγκτους νόμους για να ενεργεί σαν τυραννική εξουσία. Αγαπάει μόνο και προσφέρει θεραπεία δια της μυστηριακής ζωής. Όμως, βιώνοντας ή βλέποντας το κακό, και δια των θαυμάτων ή της άδολης πίστης, μπορεί ο κάθε άνθρωπος να μεταμεληθεί και να στραφεί προς το έλεος και την παρηγοριά του Θεού. Ουδέν κακόν επομένως αμιγές καλού.


(δ) Υπάρχουν άνθρωποι που δεν κρατούν καμία στάση απέναντι του Χριστού, όπως οι γονείς του άλλοτε τυφλού. Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις, οι άνθρωποι τοποθετούνται θετικά ή αρνητικά απέναντί Του. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το θάμβος από τις επιστημονικές και τεχνολογικές ικανότητες του σύγχρονου ανθρώπου, οδήγησε κάποιους στην αίσθηση αυτοθέωσης και στην καταστρεπτική για την τελειοποίηση του ανθρώπου απόρριψη της υπάρξεως του Θεού. Η άρνηση ορισμένων εξελίσσεται σε πόλεμο κατά του Χριστιανισμού και των πιστών. Έτσι, οι πιστοί π.χ. βίωσαν και βιώνουν διωγμούς, εξορίες και μαρτύρια, ο πατέρας της Αγίας Βαρβάρας έγινε και ο φονιάς της, νέος αυτοκτόνησε γιατί τον πίεζαν να μην στρέφεται προς το Θεό (δες στο βιβλίο: ‘Πώς σκότωσα το παιδί μου’) και μια γυναίκα έπεσε σε μεγάλη κατάθλιψη γιατί ο σύζυγος τής απαγόρευσε να θρησκεύει (δες στο βιβλίο: ‘Όχι ιερεύς μεταξύ μας’). Τα υπαρξιακά και θεολογικά θέματα είναι λοιπόν πολύ λεπτά και απαιτείται ο πρέπον σεβασμός προς την πίστη του άλλου. Όχι η βία ή ο εξαναγκασμός.


Ο γνωστός ψυχίατρος Γιούγκ διέγνωσε ότι η πίστη είναι φάρμακο κατά του άγχους και η βαθειά πίστη πραγματικά δίνει φτερά και ανυψώνει τον ευλαβή άνθρωπο. Ο Χριστός παρέχει το φως το αληθινό που φωτίζει το πνευματικό και υπαρξιακό μας αδιέξοδο, προσφέρει έξοδο από τον ναρκισσισμό του σύγχρονου ανθρώπου και ψυχοσωματική ανάπαυση. Προϋπόθεση είναι να τον δεχθούμε ως λυτρωτή, να επιτρέψουμε στη χάρη Του να κατασκηνώσει μέσα μας και να ζούμε εν ταπεινώσει και μετανοία την καθημερινή μας ζωή.


ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:


1. Ιστότοπος για την εικόνα: vatopaidi.wordpress.com
2. Κυριακοδρόμιο, εκδ. ‘Άρτος Ζωής’, Αθ. 2011
3. Κων/νου Γρηγοριάδη, ‘Λόγος και ύπαρξη’, τ. α΄, έκδ. β΄, εκδ. ‘Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος’, Μήλεσι Αττικής, Αθ. 2001
4. Νικολάου Νευράκη, ‘Ο Χριστός και ο καινούριος κόσμος του Θεού’, Αθ. 1989
5. Σταύρου Φωτίου, ‘Ορθόδοξα μηνύματα’, εκδ. Γρηγόρης, Αθ. 2000
6. Τιμοθέου Κιλίφη, αρχιμ. ‘Τα τέσσερα Ευαγγέλια και Πράξεις αποστόλων’, α΄ τόμος, 4η έκδ., Αθήνα.


Ο διάλογος του Ιησού με τον πρώην τυφλό

Γ. Τσιμπιρίδης (από εδώ)
 
1. Ο Χριστός είναι Αυτός που βρίσκει το χαμένο πρόβατο
Μετά την τέλεση τού θαύματος εις τον εκ γεννετής τυφλό, έψαξε ο ίδιος ο Ιησούς να εύρει τον θεραπευθέντα με τον οποίον είχε τον εξής διάλογο: «Ήκουσεν ο Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ· συ πιστεύεις εις τον Υιόν τού Θεού; 36. Απεκρίθη εκείνος και είπε· και τις εστί, κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; 37. Είπε δε αυτώ ο Ιησούς· και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σού εκείνος εστίν. 38. Ο δε έφη· πιστεύω, Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ» (ΙΩΑΝ. Θ:35-38). 
    Μόλις ο Ιησούς απεκάλυψε, ότι είναι ο Υιός τού Θεού, αμέσως ο πρώην τυφλός πίστευσε, και πλήρης ενθουσιασμού ύψωσε τον τόνο τής φωνής του και ωμολόγησε την πίστη του λέγοντας: ‘πιστεύω, Κύριε’. Προηγουμένως προσεφώνησε τον Ιησού με την λέξη ‘κύριε’ ως άνθρωπο (στίχ.36), γι’αυτό εις την περίπτωση αυτή ορθό είναι το ‘κύριε’ να γράφεται με κάππα μικρό και όχι με κεφαλαίο. Τώρα όμως προσφωνεί τον Ιησού με την λέξη ‘Κύριε ως Θεό, και γι’αυτό το ‘Κύριε’ πρέπει να γράφεται με κάππα κεφαλαίο.
    Μετά το θαύμα ο πρώην τυφλός δεν θα ενδιαφέρθηκε να βρει και να ευχαριστήσει τον ευεργέτη του Ιησού; Ασφαλώς θα ενδιαφέρθηκε. Αλλά δεν είναι αυτός που βρήκε τον Ιησού. Είναι ο Ιησούς ‘ο ευρών αυτόν’. Δεν είμεθα εμείς που βρίσκουμε τον Χριστό. Είναι ο Χριστός που ευρίσκει εμάς συμφώνως προς τον λόγο Του «Ήλθε ο Υιός τού ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός» (ΛΟΥΚ. ΙΘ:10). Γράφει ο Απόστολος Παύλος προς Χριστιανούς προερχομένους εκ τών εθνικών, οι οποίοι δεν γνώριζαν τον Αληθινό Θεό και λάτρευαν ψευδοθεούς: «Νυν δε γνόντες Θεόν, μάλλον δε γνωσθέντες υπό τού Θεού» (ΓΑΛ. Δ:9) δηλαδή «Τώρα όμως, αφού γνωρίσατε τον Θεό, μάλλον δε ο Θεός γνώρισε εσάς (δηλαδή σάς έκανε δικούς Του)». Ο Θεός δηλαδή άρχεται τού έργου τής σωτηρίας μας. Δεν αρχίζουμε εμείς, αλλά αρχίζει ο Θεός το έργο τής σωτηρίας μας.
    
2. Σώζει, όχι πίστη στον Θεό, αλλά στον "Υιό τού Θεού"
 Όταν ο Χριστός βρήκε τον πρώην τυφλό τον ρώτησε: «Συ πιστεύεις εις τον Υιόν τού Θεού;». Γιατί ερώτησε ο Χριστός; Δεν ήξερε; Ασφαλώς ήξερε. Αλλά ερώτησε, για να τού δώσει αφορμή να ομιλήσει, να συνομιλήσει μαζί του και να ομολογήσει. Το ερώτημα απευθύνεται και προς τον καθένα από εμάς. Και είναι το σημαντικώτερο ερώτημα, διότι προπάντων από την απάντηση εις το ερώτημα αυτό εξαρτάται η σωτηρία ή απώλειά μας. Εις την φράση: ‘Συ πιστεύσεις;’, η αντωνυμία προτάσσεται με έμφαση και αντιδιαστέλλει τον θεραπευμένο τυφλό προς τούς απίστους Ιουδαίους. Η φράση δηλαδή σημαίνει: Οι Ιουδαίοι, προς τούς οποίους έδωσες μάχη, δεν πιστεύουν. Εν αντιθέσει προς αυτούς ΕΣΥ πιστεύεις;
     Άξιον παρατηρήσεως είναι το γεγονός ότι ο Χριστός δεν έθεσε το ερώτημα «Συ πιστεύεις εις τον Θεό;», αλλά έθεσε το ερώτημα «Συ πιστεύεις εις τον Υιόν τού Θεού;» Υπάρχει και η γραφή «εις τον Υιόν τού ανθρώπου» η οποία όμως μαρτυρείται από λιγότερους κώδικες εν σχέσει προς την αυθεντική «εις τον Υιόν τού Θεού». Αναφέρουμε ενδεικτικώς όλους τούς κώδικες εις τούς οποίους απαντούν και οι δύο γραφές, όπως αναγράφονται εις το Κριτικό Κείμενο τών Bruce M. Metzger, Kurt Aland, Carlo M. Martini, Johannes Karavidopoulos, Barbara Aland, έκδ.1993:
«εις τον Υιόν τού ανθρώπου» א B D W it syr cop eth Origen
«εις τον Υιόν τού Θεού» A L Δ Θ Ψ 070 0141 0233 0250 f1 f13 28 33 157 180 205 565 579 597 700 892 1006 1010 1071 1241 1243 1292 1342 1424 1505 Byz [E F G] Lect it vg syr cop arm geo slav Origen Theodore-Heraclea Chrysostom Cyril Tertulian Victorinus-Rome Hilary Faustinus Augustine Vigilius
   Πιστεύουμε ότι αυθεντική είναι η γραφή «εις τον Υιόν τού Θεού» για έναν ακόμη λόγο. Εις το Ευαγγέλιο τού Ιωάννου ο συνήθης τίτλος τού Ιησού είναι ‘ο Υιός τού Θεού’. Ο δε σκοπός τού Ευαγγελίου τού Ιωάννου είναι να πιστεύσουν οι άνθρωποι, ότι ο Ιησούς είναι «ο Χριστός ο Υιός τού Θεού» (ΙΩΑΝ. Κ:31). Ο τίτλος «ο Υιός τού ανθρώπου» σημαίνει, κατά μίαν ερμηνεία, την ανθρώπινη φύση τού Ιησού. Αλλά εκείνο προπάντων και κυρίως, το οποίο ζητείται από τούς ανθρώπους, είναι να πιστεύσουν εις την θεία φύση τού Ιησού, ότι δηλαδή ο Ιησούς είναι ο Υιός τού Θεού και Θεός, όπως ο Πατήρ Του. Για τούς ανωτέρω δύο λόγους αυθεντική θεωρούμε τη γραφή «εις τον Υιόν τού Θεού». Βέβαια η Σκοπιά, κατά την πάγια τακτική της, έτσι κι εδώ, επέλεξε την πιο ‘ανώδυνη’ γραφή, την γραφή ‘Υιόν τού ανθρώπου’.
 
3. Πώς φαίνεται η ταύτιση ουσίας Θεού και Υιού τού Θεού
Ως καλός Ισραηλίτης ο πρώην τυφλός πίστευε εις τον Θεό και ανέφερετο εις Αυτόν επανειλημμένως: «οίδαμεν δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει» (στίχ.31) και «ει μη ην ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποείν ουδέν» (στίχ.33). Ερωτάται δε τώρα, εάν πιστεύει εις τον Υιόν τού Θεού! Και το ότι ο Υιός τού Θεού ταυτίζεται ως φύση και ουσία με τον Αληθινό Θεό αυτό φαίνεται από τα εξής:
1) Εις την Παλαιά Διαθήκη αντικείμενο πίστεως ήτο ο Θεός ή Γιαχβέ ενώ εις την Καινή Διαθήκη το πρόσωπο εις το οποίο πρέπει να πιστεύσει ο άνθρωπος για να σωθεί είναι ο Μεσσίας ή Χριστός ή ο Υιός τού Θεού! Πρβλ. «Ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον· ο δε απειθών τω Υιώ ουκ όψεται ζωήν, αλλ’ η οργή τού Θεού μένει επ’ αυτόν» (ΙΩΑΝ. Γ:36), «Εάν ομολογήσεις εν τω στόματί σου Κύριον Ιησού, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση» (ΡΩΜ. Ι:9), «αποκριθείς δε (ο ευνούχος) είπε· πιστεύω τον Υιόν τού Θεού είναι τον Ιησούν Χριστόν» (ΠΡΑΞ. Η:37), «οι δε (Παύλος και Σίλας) είπον· πίστευσον επί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και σωθήση συ και ο οίκος σου» (ΠΡΑΞ. ΙΣΤ:31) κ.ά. Έτσι και εις το παρόν περιστατικό αυτό που ζήτησε ο Χριστός από τον πρώην τυφλό, δεν ήτο να ομολογήσει την πίστη Του εις τον Θεό, αλλά εις τον Υιόν τού Θεού!  Εφόσον λοιπόν ο Υιός τού Θεού είναι αντικείμενο πίστεως, και εφόσον από το πρόσωπό Του εξαρτάται η σωτηρία και η αιωνιότητά μας, άρα δεν είναι ‘υιός τού Θεού’, με την έννοια που είναι οι άνθρωποι και οι άγγελοι, κατά χάριν δηλαδή, αλλά είναι ‘ο Υιός τού Θεού’ κατά φύσιν, με ειδική και μοναδική έννοια, ο μοναδικός φύσει Υιός τού φύσει Πατρός και Θεός Αληθινός!     
2) Το ότι ‘ο Υιός τού Θεού’ ταυτίζεται φύσει και ουσία με τον Αληθινό Θεό αυτό φαίνεται και από την συνέχεια τού διαλόγου τού πρώην τυφλού με τον Χριστό. Ο Χριστός εις τον καλοπροαίρετο τυφλό χάρισε την σωματική όραση. Αλλά μετά την θαρρελέα ομολογία και την εξύβρισή του και την εκδίωξή του από τούς εχθρούς, ο Χριστός χάρισε εις αυτόν πολύ ανώτερο δώρο, την πνευματική όραση. Φρόντισε και γνώρισε εις αυτόν τον εαυτό του ως τον Υιόν τού Θεού. Η δε γνωριμία με τον Υιό τού Θεού, αυτή είναι η πνευματική όραση. 

4. Τιμητικά ή Λατρευτικά προσκύνησε ο τυφλός τον Χριστό;
 Ο πρώην τυφλός ομολόγησε την πίστη του ‘πιστεύω, Κύριε’ αλλά όχι μόνον με λόγο, αλλά και με έργο ‘και προσεκύνησεν αυτώ’. Αμέσως έπεσε μπροστά εις τον Ιησού και τον προσεκύνησε. Προσκύνηση εις το Ευαγγέλιο τού Ιωάννη αναφέρεται εις τα εξής χωρία: Δ:20, 21, 22, 23, 24, ΙΒ:20. Προκαλούμε τούς Μάρτυρες τού Ιεχωβά να μάς υποδείξουν ποία προσκύνηση απ’όλες αναφέρεται με τιμητική ή σχετική έννοια. Ούτε μία! Όλες οι αναφορές περί προσκυνήσεως εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο αφορούν εις λατρευτική προσκύνηση! Έτσι συμβαίνει και με αυτή την προσκύνηση. Ο πρώην τυφλός προσεκύνησε τον Υιόν τού Θεού ως Θεό! Όχι δε μόνον ο εν λόγω άνθρωπος, αλλά πολλοί προσεκύνησαν τον Υιόν τού Θεού, ο δε Υιός τού Θεού ουδέποτε αποποιήθηκε και ποτέ δεν απέκρουσε την προσκύνηση, διότι είχε την συνείδηση ότι είναι Θεός! Εις πολλά λοιπόν μέρη τής Γραφής βλέπουμε τον Υιόν τού Θεού ως άνθρωπο, αλλά και προ τής ενανθρωπίσεώς Του, να προσκυνείται με λατρευτική έννοια. Κι εφόσον η Γραφή ρητώς λέγει «Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις» (ΜΑΤΘ. Δ: 10 προς το οποίον πρβλ. ΔΕΥΤ. ΣΤ:13, Ι:20) τότε ο Υιός τού Θεού περιλαμβάνεται εις την έννοια τού Αληθινού Θεού. Αναφέρουμε χωρία που αποδεικνύουν τού λόγου το αληθές:
«Ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως Υιός ανθρώπου ερχόμενος ήν...και αυτώ εδόθη η αρχή και η τιμή και η βασιλεία, και πάντες οι λαοί, φυλαί, γλώσαι αυτώ δουλεύσωσιν (=αυτόν θα λατρεύσουν). η εξουσία αυτού εξουσία αιώνιος, και η βασιλεία αυτού ου διαφθαρήσεται» (ΔΑΝ. Ζ: 13-14)
            «Εγώ ειμί ο Θεός, και ουκ έστιν άλλος. Κατ’εμαυτού ομνύω, ή μην εξελεύσεται εκ τού στόματός μου δικαιοσύνη, οι λόγοι μου ουκ αποστραφήσονται, ότι εν εμοί κάμψει παν γόνυ και εξομολογήσεται πάσα γλώσσα τω Θεώ» (ΗΣ. ΜΕ: 22-23 προς το οποίον πρβλ. ΡΩΜ. ΙΔ: 11 όπου ο Παύλος το εφαρμόζει επακριβώς εις τον Χριστό), καθώς και ΦΙΛΙΠ. Β: 9-11 όπου το πρόσωπον εις το οποίον θα «κάμψει παν γόνυ επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται...» είναι τού Ιησού!)
«Πού εστίν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων; Είδομεν γαρ αυτού τον αστέρα εν τη ανατολή και ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ. Και πεσόντες προσεκήνυσαν αυτώ» (ΜΑΤΘ. Β: 2,11)
«Και ιδού λεπρός ελθών προσεκύνει αυτώ λέγων Κύριε, εάν θέλης, δύνασαί με καθαρίσαι». (ΜΑΤΘ. Η: 2)
«Ταύτα αυτού λαλούντος αυτοίς ιδού άρχων είς προσελθών προσεκύνει αυτώ λέγων ότι η θυγάτηρ μου άρτι ετελεύτησεν». (ΜΑΤΘ. Θ: 18)
«Οι δε εν τω πλοίω ελθόντες προσεκύνησαν αυτώ, λέγοντες , Αληθώς Θεού Υιός ει» (ΜΑΤΘ. ΙΔ: 33
«η δε (Χαναναία) ελθούσα προσεκύνησεν αυτώ λέγουσα, Κύριε βοήθει μοι». (ΜΑΤΘ. ΙΕ: 25)
            «Τότε προσήλθεν αυτώ η μήτηρ τών υιών Ζεβεδαίου μετά τών υιών αυτής προσκυνούσα και αιτούσα τι παρ’ αυτού». (ΜΑΤΘ. Κ: 20)
            «αι δε (Μυροφόροι) προσελθούσαι εκράτησαν αυτού τους πόδας και προσεκύνησαν αυτώ. Και ιδόντες (οι μαθηταί) αυτόν προσεκύνησαν αυτώ, οι δε εδίστασαν». (ΜΑΤΘ. ΚΗ: 9,17)
«Ιδών δε (ο δαιμονιζόμενος) τον Ιησούν από μακρόθεν, έδραμε και προσεκύνησεν αυτώ, και κράξας φωνή μεγάλη είπε, Τι εμοί και σοι, Ιησού, Υιέ τού Θεού τού Υψίστου»; (ΜΑΡΚ. Ε: 6-7)
«και αυτοί (οι μαθηταί) προσκυνήσαντες αυτόν υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης». (ΛΟΥΚ. ΚΔ: 52). 
«...ίνα πάντες τιμώσι τον Υιόν, καθώς τιμώσι τον Πατέρα». (ΙΩΑΝ. Ε: 23) Όχι μόνον δεν απέκρουεν ο Ιησούς την προσκύνησιν, αλλά και ήθελεν οι πάντες να τιμούν Αυτόν ΟΠΩΣ τον Πατέρα.
«Όταν δε πάλιν εισαγάγη τον πρωτότοκον εις την οικουμένην, λέγει· και προσκυνησάτωσαν αυτώ πάντες άγγελοι Θεού» (ΕΒΡ. Α:6)
            «Τω καθημένω επί τού θρόνου και τω Αρνίω η ευλογία και η τιμή και η δόξα και το κράτος εις τούς αιώνας τών αιώνων. Και τα τέσσερα ζώα έλεγον, αμήν. Και οι πρεσβύτεροι έπεσαν και προσεκύνησαν».  (ΑΠΟΚ. Ε: 13-14)
           «Και ο θρόνος τού Θεού και τού Αρνίου εν αυτή έσται και οι δούλοι αυτού λατρεύσουσιν αυτώ». (ΑΠΟΚ. ΚΒ: 3)
    Τι συμπέρασμα, λοιπόν, εξάγεται εκ τών ανωτέρων χωρίων; Ότι τόσον ο Θεός όσον και το Αρνίον είναι ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΝ ΛΑΤΡΕΙΑΣ, διότι οι δύο είναι κατ’ουσίαν ΕΙΣ [=ένας]. ΜΙΑ Θεότης, ΜΙΑ βασιλεία, ΜΙΑ δόξα, ΜΙΑ τιμή, ΜΙΑ προσκύνησις και λατρεία. Αν ο Υιός τού Θεού δεν ήτο αληθινός Θεός, αλλά κτίσμα, η λατρεία τού προσώπου Του θα ήτο ειδωλολατρεία. Η δε Αγία Γραφή καταδικάζει την ειδωλολατρεία, και μάλιστα εις το σημείο εκείνο, όπου διακηρύσσει, ότι ο Χριστός είναι ο Αληθινός Θεός! «Οίδαμεν δε ότι ο Υιός τού Θεού ήκει και δέδωκεν ημίν διάνοιαν ίνα γιγνώσκωμεν τον αληθινόν. Και εσμέν εν τω αληθινώ, εν τω Υιώ Αυτού Ιησού Χριστώ. Ούτος εστίν ο αληθινός Θεός και ζωήν αιώνιος. Τεκνία, φυλάξατε εαυτούς από τών ειδώλων». (Α΄ ΙΩΑΝ. Ε: 20-21)

Δεν υπάρχουν σχόλια: