Ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που καλείται να κάνει ένας συγγραφέας είναι να μιλήσει ή να γράψει για το ίδιο του το έργο. Οι συγγραφείς σπάνια είναι ικανοί να ερμηνεύσουν τα ίδια τους τα κείμενα για τον πολύ απλό λόγο ότι τις περισσότερες φορές βλέπουν τα γραπτά τους ως δικά τους παιδιά. Είναι γνωστό ότι οι γονείς σπάνια είναι αντικειμενικοί όταν πρόκειται για τα παιδιά τους. Μπορεί να συμβεί, αλλά αυτό είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Όπως κάθε καλός γονιός, οι συγγραφείς είναι πρόθυμοι να επισημάνουν γιατί το παιδί τους είναι, αν όχι το πιο, τουλάχιστον ένα από τα πιο υπέροχα, έξυπνα, αστεία και χαριτωμένα παιδιά στον κόσμο. Κάπως έτσι πρέπει να φαίνεται σε κάποιον και αυτό εδώ το κείμενο. Εγκωμιάζω το βιβλίο μου για διάφορους λόγους, αλλά κυρίως επειδή είναι το πρώτο σε ορισμένους θεολογικούς τομείς. Ζητώ λοιπόν από τον αναγνώστη να είναι επιεικής με αυτό το κείμενο καθώς και τον ενθουσιασμό που μπορεί να εκφράζεται σε κάποια σημεία.
Κατά τη γνώμη μου, αυτό το βιβλίο είναι σημαντικό πρώτα απ’ όλα επειδή αποτελεί την πρώτη σημαντική ορθόδοξη συμβολή στη θεολογία της αναπηρίας, έναν τομέα που κυριαρχείται από ρωμαιοκαθολικές και προτεσταντικές φωνές, με ελάχιστους ορθόδοξους να ασχολούνται με το θέμα. Οι λόγοι είναι πολλοί, από την έλλειψη κατανόησης του τι είναι η αναπηρία έως την ανάγκη να αντιμετωπιστούν πιο επείγοντα ζητήματα, όπως η εκκλησιολογία ή η εκκλησιαστική πολιτική.
Παραδόξως, όμως, η ορθόδοξη θεολογική σκέψη εκπροσωπείται έμμεσα μέσω των γραπτών του Ιωάννη Ζηζιούλα, του οποίου τα έργα συχνά παρατίθενται από Ρωμαιοκαθολικούς ή Προτεσταντικούς θεολόγους. Αν και ο Ζηζιούλας δεν έγραψε τίποτα για την αναπηρία καθεαυτή – τουλάχιστον από ό,τι γνωρίζω – αρκετοί Προτεστάντες θεολόγοι, μεταξύ των οποίων και ο γνωστός Χανς Ρέιντερς, βρήκαν τη θεολογία του Ζηζιούλα ιδιαίτερα χρήσιμη για την παροχή ενός σταθερού πλαισίου που προσφέρει μια συμπεριληπτική κατανόηση των ανθρώπινων πλασμάτων.
Πιο συγκεκριμένα, αυτό που τραβά την προσοχή είναι η έννοια του προσώπου στον Ζηζιούλα, διότι για αυτόν το να είναι κανείς πρόσωπο δεν είναι κάτι που κατακτά ο ίδιος μέσω κάποιων προσόντων ή αρετών, αλλά είναι κάτι το οποίο δίνεται ως δώρο από τον Θεό, ανεξάρτητα από τα επιτεύγματα ή τα φυσικά χαρακτηριστικά του καθενός. Μια τέτοια οπτική είναι απόλυτα κατάλληλη για να εξηγήσει γιατί τα άτομα με διαφορετικές γνωστικές ικανότητες από τις δικές μας πρέπει να θεωρούνται πρόσωπα και ως τέτοια να χαίρουν σεβασμού και εκτίμησης.
Ο στόχος αυτού του βιβλίου ήταν να αποτελέσει την πρώτη ορθόδοξη μονογραφία στη θεολογία της αναπηρίας. Ο λόγος ήταν η πεποίθησή μου ότι η ορθόδοξη θεολογία έχει πολλά περισσότερα να πει για την αναπηρία από όσα έχουν ήδη εξαχθεί από τον Ζηζιούλα. Μια παράδοση που εκτείνεται σε βάθος δύο χιλιάδων ετών και περιλαμβάνει τις φωνές του Μεγάλου Αθανασίου, των Καππαδοκών Πατέρων, του Μαξίμου του Ομολογητή, την πνευματική παράδοση του Ευαγρίου Ποντικού, του Ιωάννη της Κλίμακος και της Φιλοκαλίας, ή φωνές όπως εκείνες του π. Δημητρίου Στανιλόαε, Σέργιου Μπουλγκάκοφ και της Μαρίας Σκόμπτσοβα, έχει σίγουρα πολλά περισσότερα να προσφέρει από όσα έχουν ήδη συζητηθεί.
Αυτή η εκπληκτική παράδοση μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση ενός από τα τυφλά σημεία της θεολογίας της αναπηρίας, το ζήτημα του λεγόμενου αισθητικού σοκ. Είναι γνωστό ότι όταν ένα άτομο με ένα μη τυπικό σώμα μπαίνει σε ένα δωμάτιο, κάνει όλους όσους έχουν κανονικά ή τυπικά σώματα να νιώθουν άβολα, προκαλώντας μια σειρά αρνητικών συναισθημάτων, από φόβο έως οίκτο, αηδία και θυμό. Τα συναισθήματα αυτά τείνουν να λειτουργούν ως αόρατα εμπόδια που προστατεύουν όσους τα βιώνουν από την συνειδητοποίηση της δικής τους ευαλωτότητας. Αυτά τα συναισθήματα τείνουν να εκφράζονται με διάφορους τρόπους, από την φαινομενικά άκακη παρατήρηση: «Αποτελείς μεγάλη έμπνευση» έως την πολύ επιθετική: «Θα προτιμούσα να πεθάνω παρά να είμαι ανάπηρος».
Η θεολογία της αναπηρίας δεν τοποθετήθηκε σωστά απέναντι στο ζήτημα των αρνητικών συναισθημάτων, οπότε μου φάνηκε ότι η ασκητική θεολογία των Πατέρων θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εξαιρετικό σημείο εκκίνησης ώστε να αντιμετωπίσουμε εννοιολογικά το παραπάνω ζήτημα. Ο λόγος που με οδήγησε να στραφώ στους ασκητικούς Πατέρες είναι το γεγονός ότι στον πυρήνα τόσο της ζωής όσο και της θεολογίας τους βρίσκεται μια διαρκής ανησυχία για το πώς να αντιμετωπίσουμε τα αρνητικά, αντικοινωνικά συναισθήματα.
Πατέρες όπως ο Ευάγριος, ο Μάξιμος ή ο Ιωάννης Κλίμακος γνωρίζουν ότι αν θέλουμε πραγματικά να ακολουθήσουμε την εντολή του Ιησού και να αγαπάμε τον πλησίον μας, πρέπει πρώτα να ξεπεράσουμε τα αρνητικά μας συναισθήματα: την τάση μας για φθόνο, απληστία ή αυταρέσκεια. Όλα αυτά προκύπτουν από την πεπτωκυία τάση μας να είμαστε εγωιστές, να αγνοούμε τους άλλους ή, ακόμα χειρότερα, να τους φθονούμε σε βαθμό που να επιθυμούμε την πτώση τους. Οι ασκητικοί Πατέρες μας παρέχουν καθοδήγηση για το πώς να μετασχηματίσουμε τα αρνητικά αυτά συναισθήματα σε θετικά.
Στο βιβλίο, αναλύω τις συμβουλές τους σε τέσσερα βήματα (διάγνωση, απάντηση, επαναπροσδιορισμός και δράση) και εξηγώ πώς μπορούν να έχουν εφαρμογή σε συναισθήματα όπως ο φόβος, η λύπηση ή η αηδία που μπορεί να νιώθουν ορισμένοι άνθρωποι απέναντι στα άτομα με αναπηρία. Πρώτον, όταν βιώνουμε ένα συναίσθημα το οποίο αυτόματα δημιουργεί και μια αλυσίδα σκέψεων, πρέπει να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε γιατί και από πού προέρχεται. Μόλις το κάνουμε αυτό, μπορούμε να απαντήσουμε σε αυτό το συναίσθημα σκεπτόμενοι αποσπάσματα από τις Γραφές που μας προτρέπουν να ενεργήσουμε διαφορετικά. Στη συνέχεια, μπορούμε να επαναπροσδιορίσουμε το συναίσθημα με τρόπο που μας φέρνει πιο κοντά στον Θεό και στον πλησίον μας. Τέλος, μπορούμε να αποφασίσουμε να ενεργήσουμε με τρόπο που είτε διαλύει είτε επισφραγίζει τη μεταμόρφωση αυτού που αρχικά ήταν ένα αρνητικό συναίσθημα.
Για παράδειγμα, μπορώ να φοβάμαι ότι ο Θεός με έχει ξεχάσει και ότι θα καταλήξω μόνος και άρρωστος, αλλά πρώτα πρέπει να αναγνωρίσω ότι αυτός ο φόβος εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από την έλλειψη πίστης μου στον Θεό και να ανταποκριθώ με ένα απόσπασμα από τις Γραφές που θα με εμπνεύσει να εμπιστευτώ το σχέδιο του Θεού για τη ζωή μου. Στη συνέχεια, μπορώ να μετατρέψω αυτό το συναίσθημα σε φόβο του Θεού, δηλαδή φόβο ότι ο Θεός θα δυσαρεστηθεί μαζί μου, και τελικά να αποφασίσω να ενεργήσω με τρόπο που θα επιτρέψει στον Θεό να είναι ευχαριστημένος με τα έργα μου. Αν και οι Πατέρες δεν ασχολούνται άμεσα με κάποια από αυτά τα συναισθήματα, όπως π.χ. με το συναίσθημα της αηδίας, ή έχουν διαφορετική αντίληψη για τον οίκτο, η απίστευτη διορατικότητα τους γύρω από τη δυναμική της ανθρώπινης ψυχής μπορεί να χρησιμοποιηθεί και εύκολα να επεκταθεί ώστε η διαύγεια τους να ρίξει φως και σε αυτά τα συναισθήματα.
Αυτή η ασκητική συμβολή συμπληρώνει ή μάλλον εξισορροπεί την έμφαση που δίνουν συνήθως οι θεολόγοι της αναπηρίας στις κοινωνικές και κοινοτικές δομές. Η βασική προϋπόθεση της θεολογίας της αναπηρίας είναι ότι ζούμε σε μια κοινωνία που κάνει διακρίσεις εις βάρος των ατόμων με αναπηρία μέσω του στιγματισμού, της έλλειψης πρόσβασης σε κοινοτικούς χώρους και της διαγραφής της παρουσίας τους από τις συμβολικές αναπαραστάσεις του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Για να καταπολεμήσουμε αυτή την αδικία και να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον ένταξης, πρέπει να κάνουμε δομικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον άλλον: να εξαλείψουμε το στίγμα, να κάνουμε τις κοινότητές μας προσβάσιμες και χωρίς αποκλεισμούς και να διατηρήσουμε την παρουσία τους στην εννοιολογική αναπαράσταση του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.
Εκείνο όμως στο οποίο δεν γίνεται συχνή αναφορά, είναι ο τρόπος με τον οποίο οι πιστοί που πηγαίνουν στην εκκλησία πρέπει να αντιμετωπίζουν την ένταξη των ανθρώπων με αναπηρία σε προσωπικό επίπεδο. Θα γίνουν οι ενορίτες πιο ευγενικοί και πιο στοργικοί προς τους άλλους απλώς και μόνο επειδή η εκκλησία διαθέτει πλέον ράμπες ή επειδή ο ιερέας κήρυξε για την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων, ανεξάρτητα από την αναπηρία τους; Μερικοί ναι, αλλά σίγουρα όχι η πλειοψηφία.
Αν υπάρχει κάτι που έχουμε μάθει από την ιστορία του Χριστιανισμού, είναι ότι οι παλιές συνήθειες δεν αλλάζουν εύκολα. Για να αλλάξουν, οι άνθρωποι πρέπει να ακολουθήσουν μια μακρά και συχνά δύσκολη διαδικασία. Αυτή η διαδικασία, που ξεκινά με τη μεταμόρφωση της καρδιάς, περιγράφεται πλήρως στα γραπτά των ασκητών Πατέρων, αφού, όπως ανέφερα παραπάνω, ο κύριος στόχος της θεολογίας τους είναι να μας διδάξουν πώς να αγαπάμε ο ένας τον άλλον εν Χριστώ. Σε αυτό το βιβλίο, αποκαλύπτω τα κύρια βήματα αυτής της μεταμόρφωσης και πώς μπορεί να εφαρμοστεί στην καθημερινή μας ζωή, ιδιαίτερα σε σχέση με τους ανθρώπους με αναπηρίες.
Ωστόσο, υπάρχει μια συμβολή που κάνει αυτό το βιβλίο στην ίδια την ορθόδοξη θεολογία, μέσω του κεφαλαίου που είναι αφιερωμένο στη φιλία. Αν και είναι εξαιρετικά σημαντικές, οι θεολογικές συζητήσεις για τη φιλία απουσιάζουν σχεδόν από τη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία. Το κείμενο ‘’Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς – Το κοινωνικό ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας’’ που εκδόθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο καταδικάζει την κατάσταση και ενθαρρύνει τους θεολόγους να γράψουν περισσότερα για αυτό το θέμα. Το συγκεκριμένο κεφάλαιο αποτελεί μια προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση, συνδυάζοντας τους στοχασμούς γύρω από το θέμα της φιλίας που ήδη έχουν υπάρξει στο χώρο της θεολογίας της αναπηρίας με εκείνες του ορθόδοξου θεολόγου Πάβελ Φλορένσκι.
Για τους θεολόγους που ασχολούνται με θέματα αναπηρίας, η φιλία είναι ένα ουσιαστικό θέμα για την αυθεντική και ουσιαστική ένταξη των ανθρώπων με αναπηρία στις χριστιανικές κοινότητες. Όπως συχνά λένε, δεν αρκεί να δημιουργηθούν κανόνες, κανονισμοί ή ακόμη και να τροποποιηθεί ο χώρος ώστε να είναι πιο προσβάσιμος. Όλα αυτά μπορούν να επιτευχθούν μέσω μιας σειράς κανονισμών που προέρχονται από έναν επίσκοπο ή μια σύνοδο, αλλά αν λείπουν οι προσωπικές αλληλεπιδράσεις και όσοι παρακολουθούν τη λειτουργία δεν θέλουν καν να μιλήσουν στους ανθρώπους με αναπηρία, τότε όλα είναι μάταια. Το να πηγαίνεις στην εκκλησία και να βρίσκεις μια ράμπα, ενώ κανείς δεν είναι διατεθειμένος να σου πει ούτε μια λέξη, μπορεί να είναι εξίσου οδυνηρό, αν όχι περισσότερο, από το να μην μπορείς να έχεις φυσική πρόσβαση στο κτίριο. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα τέτοιο συναισθηματικό κλίμα όπου οι προσωπικές αλληλεπιδράσεις μπορούν να εξελιχθούν σε φιλίες.
Αντλώντας από τον Φλορένσκι, προτείνω μια νέα αντίληψη της φιλίας που δεν βασίζεται σε κοινά χόμπι ή αμοιβαιότητα, αλλά στο να ερωτευόμαστε την κρυφή, εν Χριστώ, διάσταση του άλλου προσώπου. Αυτή η κρυφή διάσταση αποκαλύπτεται μέσω της ακτινοβολίας του Πνεύματος και μπορεί να βιωθεί στην Εκκλησία μέσω της προσωπικής αλληλεπίδρασης. Αυτή η ακτινοβολία είναι προσωπική, όπως και η προσωπικότητά μας, και προσελκύει ή απωθεί άλλους ανθρώπους ανάλογα με την προσωπικότητά τους, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο μείγμα δυσαρμονιών και αρμονιών μεταξύ ημών και του άλλου, ακριβώς όπως δύο διαφορετικές μελωδίες που συνδυάζονται αρμονικά.
Ελπίζω ότι μέχρι τώρα κατάφερα να σας πείσω ότι αυτό δεν είναι ένα συνηθισμένο βιβλίο, αλλά ένα βιβλίο καλύτερο, πιο έξυπνο και πιο όμορφο από οποιοδήποτε άλλο βιβλίο που έχει εκδοθεί φέτος, οπότε τώρα θα πρέπει να το διαβάσετε οι ίδιοι για να δείτε αν έχω δίκιο ή απλώς καυχιέμαι. Αν, ωστόσο, δεν σας έπεισα για κανένα από τα παραπάνω, τότε τουλάχιστον ελπίζω να έχω κινήσει το ενδιαφέρον σας για τη θεολογία της αναπηρίας, ώστε να σερφάρετε στο διαδίκτυο από περιέργεια και αυτό να αλλάξει την καρδιά σας και να εμπλακείτε περισσότερο στο να κάνετε την ενορία σας πιο συμπεριληπτική.
Το παρόν κείμενο αποτελεί μια σύντομη περιγραφή του βιβλίου του συγγραφέα με τίτλο «The Ascetism of Emotions. An Eastern Orthodox Approach to Inclusion» το οποίο εκδόθηκε το 2025 από τις εκδόσεις Palgrave Macmillan Cham και αποτελεί το πρώτο ακαδημαϊκό βιβλίο για την αναπηρία στον τομέα των Ανατολικών Ορθόδοξων Σπουδών.
Μετάφραση από τα Αγγλικά: Θεοδώρα Βαλσάμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου