ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Η αφύπνιση της καρδιας με τον φόβο του Θεου

 


Ἡ μνήμη του θανάτου, ως συνάντηση μὲ τὴ ζῶσα αἰωνιότητα του Θεου, πλήττει ἀποφασιστικὰ τὸν ὅλο ἄνθρωπο, γιατί φανερώνει τὸν ἅδη τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν καρδιά του καὶ ἀποκαλύπτει τὴν πνευματικὴ πτώχεια καὶ ερήμωση του νου.
Ἡ ὀδυνηρὴ αυτὴ ἐμπειρία γεννᾶ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, που αρχίζει νὰ περιβάλλει τὴν καρδιὰ καὶ νὰ ἀλλάζει τὸ φρόνημά του. Ὅπως ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ἔτσι καὶ ὁ Θεῖος φόβος ποὺ τὴν διαδέχεται, δὲν εἶναι ψυχολογικὸ συναίσθημα ἀλλὰ πνευματικὴ κατάσταση, δῶρο τῆς Xάριτος.
Κάθε εἴδους ἐπαφὴ μὲ τὴν αἰωνιότητα, καὶ μάλιστα στὰ ἀρχικὰ στάδια, προξενεῖ φόβο στὴν ψυχή, γιατί ἡ αἰωνιότητα βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου προκαλεῖ τὴ χαρισματικὴ ἀπόγνωση στὸν ἄνθρωπο, χάρη στὴν ὁποία ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν ἕλξη τῶν παθῶν καὶ τῶν κτισμάτων.
 
Ὁμοίως καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, προερχόμενος ἀπὸ ἄνωθεν ἔλλαμψη, βοηθεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀνανήψει ἀπὸ τὸν μακραίωνα ὕπνο τῆς ἁμαρτίας καὶ τὸν ὁδηγεῖ σὲ ἐγκράτεια. Ἐνισχύει τὴν καρδιά του, ὥστε μὲ σταθερὴ βούληση νὰ προτιμᾶ «τὰ μὴ βλεπόμενα» καὶ «αἰώνια» ἀντὶ τῶν «βλεπομένων» καὶ «πρόσκαιρων». Ἀκριβῶς στὴν προτίμηση αὐτή ἔγκειται τὸ νόημα καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου «ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου».
Ἔχοντας ὁ ἄνθρωπος τὴ σοφὴ αὐτὴ στάση πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὰ χαρίσματά Του συνάπτει, κατὰ κάποιον τρόπο, μαζί Του μία πνευματικὴ διαθήκη. Προκρίνει ἀποφασιστικὰ νὰ μὴν παραδοθεῖ στὴ φθορὰ καὶ στὸν αἰώνιο θάνατο ποὺ τὸν κυκλώνουν, ἀλλὰ νὰ ἐκζητήσει διὰ παντὸς τὸ Πρόσωπο τοῦ Ὑψίστου, φιλοτιμούμενος νὰ ἐκπληρώσει «τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον». Γιὰ τὴν ἀγαθὴ αὐτὴ προαίρεσή του ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὸν φωτισμὸ τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀναζωπυρώνει τὴν καρδιά του.
 
Μὲ τὸν ἐσωτερικὸ φωτισμὸ τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ γνώση τῆς ἀληθινῆς καταστάσεώς του. Ἀρχίζει νὰ βλέπει τὸν ἑαυτό του, ὅπως τὸν βλέπει ὁ Θεός. Πείθεται ὅτι γύρω του βασιλεύει τὸ ἀπαράδεκτο κράτος τοῦ θανάτου καὶ ὅτι μέσα του ἑδρεύει τὸ σκότος τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἄγνοιας, σὲ βαθμὸ μάλιστα ποὺ προκαλεῖ μαρτυρικὴ βάσανο στὸ πνεῦμα του.
Ἀνακαλύπτει βαθμηδὸν τὴν κρυφὴ δολιότητα καὶ τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς ποὺ ἐμφωλεύουν στὴν καρδιά του καὶ τρέμει γιὰ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς αἰώνιας ἀπώλειάς του. Ἂν καὶ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἀτενίσει κατὰ πρόσωπο τὴν πηγὴ τοῦ Φωτός, ὡστόσο γίνεται ἱκανὸς νὰ ἀποτιμήσει τὸ κατάντημά του.
Τὸ σημαντικότερο ὅμως εἶναι ὅτι δὲν ἀπελπίζεται γιὰ τὴν αἴσθηση τῆς ἀθλιότητάς του, γιατί δὲν τὴν ἀποκόμισε μὲ τὴ βοήθεια κάποιας ψυχολογικῆς μεθόδου, ἀλλὰ εἶναι πολύτιμος καρπὸς τῆς ἐνέργειας τῆς Χάριτος. Ἀπεναντίας, ἐμπνέεται νὰ ἐκχύσει τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του στὴν προσευχὴ καὶ νὰ συνεργασθεῖ μὲ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν κάθαρση καὶ τὴ θεραπεία του.

Ἀπὸ τὰ πρῶτα στάδια τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θεραπείας της ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου συλλαμβάνει μερικὲς ἀλήθειες. Διαισθάνεται τὸ ἄμετρο μεγαλεῖο τῆς εὐαγγελικῆς κλήσεως καὶ τὸ ἀνέφικτο ὕψος τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου ποὺ νομοθετοῦν τὴν ὁδό Του.
Συνειδητοποιει ἐξίσου σαφῶς τὸ μέγεθος τῆς ρυπαρότητάς του. Συνέχεται ἀπὸ φόβο μήπως παραβεῖ τὰ Θεία προστάγματα καὶ κατανοεῖ ὅτι ἡ σταύρωση εἶναι ἀναπόφευκτη γιὰ νὰ εἰσέλθει στὴ Βασιλεία. Τὸ ὕψος τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ καὶ τὰ παθήματα ποὺ συνδέονται μὲ τὴν πραγμάτωσή του αὐξάνουν τὸν φόβο. Καρδιὰ καὶ νοῦς κυριεύονται ἀπὸ τὴν ἀγωνιώδη μέριμνα νὰ μὴν ἀποδειχθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀνάξιος τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης.
 
Ὅπως ὁ Κύριος ἔδειξε τὴν τελειότητα τῆς ἀγάπης Του «διὰ παθημάτων», ἔτσι καὶ ὁ μαθητής Του, ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθει στὴν Οὐράνια Βασιλεία, πρέπει νὰ ὑπομείνει θλίψεις καὶ παθήματα, γιὰ νὰ ἐξαγνίσει τὴν καρδιά του. Καθὼς ὅμως τὰ μετέρχεται μὲ καρτερία, ἔρχεται σὲ ἐπίγνωση τῆς ἀστάθειας τῆς φύσεώς του. Ἀποδεικνύεται ἀνίκανος νὰ ἀγαπήσει μὲ σταθερότητα τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος «πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς».
Γνωρίζει τότε ἐμπειρικὰ τὴν ἀσθένειά του καὶ βεβαιώνεται ὅτι «πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης», γιατί δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ στὸ ἴδιο μέτρο ἀγάπης. Ἡ θλιβερὴ αὐτὴ διαπίστωση ἐντείνει τὸν Θεῖο φόβο ποὺ συντρίβει καὶ ταπεινώνει τὴν καρδιά, ὥστε νὰ γίνει εὔθετη γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ ποικιλοτρόπως στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὰ διάφορα στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἀρχικά τοῦ δίδει τὴ σύνεση νὰ προτιμᾶ τὰ αἰώνια ἀγαθὰ καὶ τὴν ἔμπνευση νὰ τὰ ἀναζητεῖ. Στὴ συνέχεια τὸν ὁδηγεῖ σὲ ἐπίγνωση τῶν μέτρων τῆς ἀσθενικῆς φύσεώς του, ὥστε νὰ μάθει νὰ διαφυλάττει τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ.
 
Ἡ κενοδοξία ἀφανίζει τὸν τόπο τῆς βαθειᾶς καρδιᾶς. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι συνεπῶς ἀπαραίτητος, γιὰ νὰ διδάξει τὸν ἄνθρωπο «μὴ ὑπερφρονεῖν παρ’ ὁ δεῖ φρονεῖν», ἀλλὰ μὲ ταπείνωση νὰ διατηρεῖ ζωντανὴ τὴν αἴσθηση τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιά του.
Τελικά, ὅταν ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πληθύνει στὴν καρδιά, τότε ὁ Θεῖος φόβος γίνεται προστατευτικός. Μεταδίδει τὸ τέλειο φρόνημα τῆς ταπεινώσεως, τὴ βαθειὰ αἴσθηση τῆς ἀναξιότητας τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον ἑνὸς τέτοιου Θεοῦ, Θεοῦ τῆς ἀγάπης, ὅπως εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ ταπεινὴ εὐγνωμοσύνη δὲν παύει τότε νὰ αὐξάνει τὸ πλήρωμα τῆς Θείας ἀγάπης, ὡσότου ἐπιτελεσθεῖ τὸ μεγαλύτερο θαῦμα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου: «Ὁ Θεὸς ἑνώνεται μὲ τὸν ἄνθρωπο σὲ ἕνα».
 
Για το διπλανό βιβλίο εδώ
 
Κατὰ τὸ μέτρο ποὺ ἔχει τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ τὴν ἀγάπη. Ἔτσι συναγωνίζεται τὰ Χερουβίμ, τὰ ὁποῖα τρέμουν καὶ φρίττουν, ἀλλὰ καὶ ἀγαποῦν τὸν Κύριο μὲ ὅλο τους τὸ εἶναι. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς αἰσθήσεις ὀφείλουν νὰ συνοδεύουν τὸν ἄνθρωπο καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του, ὥστε νὰ κατορθώσει νὰ διαφυλάξει ἐκείνη τὴν καρδιὰ τὴν ὁποία ἀναγνωρίζει ὁ Θεός, καὶ στὴν ὁποία ἀναπαύεται τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου.
Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι κατὰ κάποιον τρόπο φυσικὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν γεύθηκε τὴ Θεία Χάρη, γιατί δὲν γνωρίζει τὸ μέγεθος τῆς ταπεινώσεως, τῆς πραότητας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Κυρίου. Ὡστόσο, καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ ἁρπαγοῦν στὴ φωτοφόρο ἀπειρότητα τοῦ Οὐρανοῦ, καὶ ἐπιστρέψει ἔπειτα ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ πανηγύρι τῆς Θείας ἀγάπης στὴν καθημερινὴ πραγματικότητα, εἰσβάλλει ἐκ νέου ὁ φόβος μὲ τὴ σκέψη: θὰ ἐπιστρέψει ἄραγε ποτὲ ὁ Ἀπελθών;
 
Στὴν ἀρχὴ ὁ ἄνθρωπος ἔχει φόβο, γιατί δὲν εἶναι οἰκεῖος μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου.
Ὅταν ὅμως γνωρίσει τὸ μέγεθος τῆς εὐσπλαχνίας Του, τότε τρέμει καὶ συντρίβεται γιὰ τὸ κενὸ ποὺ μπορεῖ νὰ δημιουργήσει ἡ ἀποχώρησή Του. Αὐτὸς εἶναι ὁ τέλειος φόβος τῶν δικαίων. Καίτοι οἱ Ἅγιοι μετὰ τὴν ἁρπαγή τους καὶ τὴν ὅραση τοῦ Θείου Φωτὸς ἐλευθερώνονται ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου, παρ’ ὅλα αὐτὰ διατηροῦν τὴ σύνεσή τους, ὥστε καὶ τότε νὰ μὴν ἔχουν ὑπερβολικὴ παρρησία καὶ ἔτσι νὰ φυλάγουν ἀταλάντευτη τὴν παράστασή τους ἐνώπιόν τοῦ Κυρίου. Συνεπῶς ἡ ταπείνωση τοῦ τέλειου φόβου κατασφαλίζει τὸ χάρισμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποθησαυρίζει στὴν καρδιὰ τὴν πνευματικὴ γνώση.
 
Ὁ ἅγιος φόβος διακατέχει τὴν ψυχὴ τοῦ πιστοῦ καθ’ ὅλη τὴν πορεία του πίσω ἀπὸ τὸν Κύριο. Σὲ κάθε βαθμίδα τῆς πνευματικῆς ἀναβάσεως ὁ φόβος αὐτὸς προηγεῖται τῆς ἀγάπης καὶ ἀκολουθεῖ πάντοτε ὡς ἀκόμη πιὸ βαθειὰ ταπείνωση. Ὅταν τελικὰ ὁ ἄνθρωπος ἀξιωθεῖ νὰ κατοπτεύσει τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου, τότε ἐμφορεῖται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸ διπλὸ καὶ ὑγιὲς αἴσθημα τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀγάπης. Αἰσθάνεται φόβο, γιατί ὁ Κύριος εἶναι ὁ Δημιουργὸς καὶ ἡ ἁγιωσύνη Του ἀνέφικτη. Αἰσθάνεται ἀγάπη, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι πολυέλεος Πατέρας ποὺ συγκαταβαίνει ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς δόξας Του νὰ κατοικήσει στὴν καρδιά του. Ἡ τέλεια ὅμως αὐτὴ ἀγάπη, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ μεγάλος μαθητὴς τῆς ἀγάπης Ἰωάννης, διώχνει τὸν ἀτελῆ ἐκεῖνο φόβο, ποὺ «κόλασιν ἔχει».
 
Βλέπουμε, ἑπομένως, ὅτι ὁ Θεῖος φόβος ἀφυπνίζει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν καλλιεργεῖ καὶ τὴν τελειοποιεῖ μὲ τὴ Θεία ἀγάπη, γιὰ νὰ καταστεῖ ἱκανὴ νὰ δεχθεῖ τὸν ἀνεκτίμητο θησαυρὸ τῆς γνώσεως καὶ τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς ἀναγεννημένη καρδιὰ ὁ ἄνθρωπος «ματαιοῦται ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτοῦ» καὶ ἀποδεικνύεται ἀδόκιμος γιὰ τὴν ἀπόκτηση σοφίας.
Ἀκόμη καὶ ἂν ἡ εὐχάριστη διάθεση τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἁγνὰ ἐλατήρια, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ τὸν συμβουλεύει νὰ καλλιεργεῖ πάντοτε τὴ σύνεση, κατὰ τὸ ρῆμα Του: «Δουλεύσατε τῷ Κυρίω ἐν φόβῳ καὶ ἀγαλλιάσθε Αὐτῷ ἐν τρὸμῳ». Βαδίζοντας σοφὰ πάνω στὴ γῆ μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, κάθε μέρα ἐπιτελεῖ ἁγιωσύνη καὶ λαμβάνει τὴν κληρονομιὰ τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὴν ἀδιάσειστη ὑπόσχεσή Του: «Ἔδωκας κληρονομίαν τοῖς φοβουμένοις τὸ Ὄνομά Σου, Κύριε».
 
Ἀκόμη καὶ κατὰ τὶς μεγάλες στιγμὲς τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐξάρσεως ἀπὸ τὴ Χάρη Του, ὁ ἄνθρωπος διδάσκεται νὰ περιορίζει μὲ διάκριση τὸν ἐνθουσιασμὸ τοῦ περιφρουρώντας ταπεινὰ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Βαδίζει ἔτσι μέσα στὴν εὐδοκία τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ μολύνεται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη τόλμη. «Ἐπὶ τινα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου;» λέει ὁ Κύριος. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ ὁποῖος συνιστᾶ σύνεση κατὰ τὶς μεγαλειώδεις στιγμὲς τῆς ἐπισκέψεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, συμβουλεύει τὰ ἑξῆς: «Μὴ παρρησιάζου, κἄν καθαρότητα κέκτησαι· ταπεινοφροσύνη δὲ μᾶλλον πολλὴ πρόσελθε, καὶ πλέον παρρησιασθήση». Δυστυχῶς, τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποβαίνουν ἐπικίνδυνο ὅπλο, ὅταν ὑπερισχύσουν στὸν ἄνθρωπο ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ὑπερηφάνεια.
 
ἔκδ. Ι. Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ, Ἀγγλίας
 

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2025

π. Νικόλαος Λουδοβίκος, «Η αξία της αγιότητας για τον σύγχρονο άνθρωπο»

Απαρχή

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός

"Η αγιότητα είναι ζητούμενο από τον σύγχρονο άνθρωπο αν και δεν έχει την επίγνωσή της. Ο άνθρωπος αναζητεί το απόλυτο, θέλει να δει Αγίους, να βρει εμπιστοσύνη. Η απολυτότητα και αγιότητα είναι κατά μετοχή. Η αγιότητα θα δώσει στον σύγχρονο άνθρωπο την πληρότητα ζωής και την απόλυτη εμπιστοσύνη. Ο άνθρωπος με τη χρήση της ελευθερίας του μπορεί να φθάσει στην αγιότητα, μπορεί όμως να φθάσει και στον ολοκληρωτισμό…"

Κυριακή 2 Μαρτίου 2025

Ὁ νοῦς εἶναι φτιαγμένος γιά νά βλέπει τόν Θεό...


Πνεύματος κοινωνία

Ὁ νοῦς εἶναι φτιαγμένος γιά νά βλέπει τόν Θεό. Νοῦς δέν εἶναι αὐτό πού λέμε ἐγκέφαλος, διάνοια, σκέψη, λογική. Ὄχι, ὁ νοῦς εἶναι κάτι ἄλλο. Ὁ νοῦς δέν εἶναι στόν ἐγκέφαλο, ὁ νοῦς εἶναι στήν καρδιά καί εἶναι ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς, ἔτσι μᾶς τό εἶπαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Εἶναι τό μάτι τῆς ψυχῆς.

Ὁ ἄνθρωπος ἐκτός ἀπό τίς αἰσθήσεις τίς σωματικές, ἔχει καί αἰσθήσεις ψυχικές. Ὑπάρχει λοιπόν καί ἡ αἴσθηση, ἡ ὅραση τῆς ψυχῆς, πού μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά βλέπει μέ τήν ψυχή του, μέ τόν νοῦ του, ὅταν ὁ νοῦς του εἶναι καθαρός ἀπό τήν ἁμαρτία.

~ Ἱερομ. Σάββα Ἁγιορείτου

Σάββατο 1 Ιουνίου 2024

Η Εκκλησία βοηθά την κοινωνία με τους αγίους της

Χρήστος Σπ. Χριστοδούλου

Το Ρωμαίικο

Οι σύγχρονοι επιχειρηματίες, προκειμένου να αναπτύξουν και να βελτιώσουν τις επιχειρήσεις τους, αναζητούν εξειδικευμένους επιστήμονες, εμπειρογνώμονες και τεχνοκράτες και σ’ αυτούς εμπιστεύονται το μέλλον της επιχειρήσεώς τους. Η νοοτροπία αυτή είναι σωστή σε επιχειρηματικό επίπεδο. Η κοινωνία όμως, για να ζήσει και να προοδεύσει, χρειάζεται άλλα πρότυπα· τους αγίους.

Απέναντι στη χρησιμοθηρική και ωφελιμιστική νοοτροπία των επιχειρήσεων, η Εκκλησία αντιπαραθέτει τους αγίους της, που είναι ενεργήματα της θείας χάριτος. Προβάλλοντάς τους, δίνει ζωντανά υποδείγματα ζωής και βοηθά πρακτικά και αποτελεσματικά τον κόσμο.

Αυτοί που ασχολούνται με τη λύση των κοινωνικών προβλημάτων, πολιτικοί οικονομολόγοι, τεχνοκράτες κάθε είδους,  όχι όμως άνθρωποι πνευματοφόροι, προσπαθούν να βοηθήσουν την κοινωνία, αλλά μόνο εξωτερικά. Προσπαθούν να αμβλύνουν τα εξωτερικά συμπτώματα της ασθένειας, χωρίς να θεραπεύουν τη βαθύτερη αιτία που την προκάλεσε. Το βαθύτερο αίτιο της κοινωνικής ασθένειας, που λίγοι μπορούν να υποψιασθούν, είναι ο εγωϊσμός, με τις ποικίλες εκδηλώσεις του, το «ατομικώς σκέπτεσθαι».

Οι άγιοι όμως, με τον αγώνα τους εναντίον του εγωϊσμού, της υπερηφάνειας και της φιλαυτίας, έπαυσαν να ζουν ατομιστικά. Οι απλοί συνάνθρωποι και φίλοι τους, έγιναν «εν Χριστώ αδελφοί», «ψυχές υπέρ ων Χριστός απέθανεν», δηλαδή  αδελφοί, που χρήζουν σωτηρίας, όπως και οι ίδιοι. Έτσι όσοι φθάνουν στο επίπεδο της αγιότητος, δεν αισθάνονται απλά το καθήκον να βοηθήσουν τους άλλους. Η φιλαλληλία τους πραγματώνεται από εσωτερική ανάγκη.

Οι άγιοι, με τη ζωή τους, το παράδειγμά τους, τα θαύματά τους, το πραγματικό τους ενδιαφέρον για τους αδελφούς, σε κάθε περίπτωση, ευεργετούν αποτελεσματικά τους ανθρώπους. Έτσι αποδεικνύουν ότι η αγιότητα είναι η πραγματική κοινωνικότητα. Ο κατ’ εξοχήν κοινωνικός άνθρωπος, είναι ο άγιος. Είναι ο άνθρωπος, που υφίσταται «την καλήν αλλοίωσιν» από τη χάρη του Θεού. Φωτίζεται πρώτα ο ίδιος και μετά φωτίζει και τους άλλους. Χαριτώνεται, αγιάζεται, γίνεται δοχείον  του Αγίου Πνεύματος και τότε, μπορεί να βοηθήσει τους άλλους, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του ψυχή.

 

Οι άγιοι πάντες (από εδώ)

Πολλοί σύγχρονοι άνθρωποι έχουν εσφαλμένη ιδέα για τους αγίους και την αγιότητα. Δεν γνωρίζουν ίσως, ότι οι άγιοι δεν χαρακτηρίζονται απλά για την αρετή τους, την ευγένειά τους, την φιλανθρωπία, τα μεγάλα «ατομικά» τους κατορθώματα η τους ασκητικούς τους αγώνες, αλλά κυρίως για τη μέθεξη Θεού, (όπως λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας) δια «το Άγιον ου μετέχουσιν». Ως παράδειγμα θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι οι άγιοι είναι φωτεινοί, όχι, διότι έχουν δικό τους φως, αλλά, διότι ανακλούν το φως του Θεού. Είναι δηλ. ετερόφωτοι. και όχι αυτόφωτοι.

Ο συνεχώς αγιαζόμενος άγιος, καταξιώνεται από την συμμετοχή στην Αγιότητα του Χριστού. Η συμμετοχή του αυτή επιτυγχάνεται, με την παραμονή του μέσα στην Εκκλησία, την υπακοή του στο θέλημα του Χριστού, την τήρηση των εντολών του Θεού, την αγάπη του για τους άλλους, την υπομονή του στις δοκιμασίες της ζωής, την καρτερία στην άσκησή του κ.λπ. Όλα αυτά, έχουν ως συνέπεια, τη λήψη των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό όσο θα υπάρχει η Εκκλησία θα υπάρχουν και άγιοι. Η Εκκλησία είναι εργαστήριο και γυμναστήριο αγίων.

Όπου υπάρχουν επίσκοποι, θυσιαστήρια και αλήθεια του Χριστού, εκεί θα βρούμε αγίους, έστω και αν αγιάζουν σε διαφορετικές συνθήκες και με ποικίλους τρόπους. Ο Χριστός δεν ήρθε μόνο για να δώσει έναν νέο τρόπο ζωής, να διδάξει μία νέα διδασκαλία. Ούτε μόνο για να κάνει θαύματα η μόνο για να αλλάξει τις συνθήκες ζωής. Ήρθε κυρίως για να ελευθερώσει τον άνθρωπο από την καταδυνάστευση του διαβόλου, να του αλλάξει τον προσανατολισμό της ζωής του προς το «καθ’ ομοίωσιν», να τον αγιάσει. Η σωτηρία του, είναι η «κατά Θεόν  ολοκλήρωσίς του» ο αγιασμός του, η πλήρωσή του από Άγιο Πνεύμα.

 


Ο Χριστός ζήτησε από τους μαθητές του, «να γίνουν μάρτυρές Του έως εσχάτου της γης ». Να δίνουν τη μαρτυρία Του μέσα στον κόσμο. Έτσι και οι συνεχιστές των μαθητών Του, οι άγιοι είναι και αυτοί μάρτυρες του Χριστού στον κόσμο.

Η ανθρωπότητα μετά το προπατορικό αμάρτημα έχασε την επαφή της  με τον πραγματικό Θεό. Ελάτρευσε την κτίση και όχι τον Κτίστη. Γενικά, περιέπεσε σε λήθη του αληθινού Θεού. Ο Χριστός με την ενανθρώπισή Του έφερε στον κόσμο την αλήθεια, δηλαδή επανέφερε τον κόσμο από τη λήθη, στην αληθινή γνώση του Θεού.

Με τη ζωή του ο άγιος δίνει την ομολογία, ότι υπάρχει αληθινός Θεός· ότι η ανάπλαση και η ανακαίνιση του ανθρώπου γίνεται «εν Χριστώ»· ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι η Κιβωτός της σωτηρίας και η ταμειούχος της θείας χάριτος· ότι υπάρχει πέραν του τάφου ζωή, όπου ο άνθρωπος θα ζει αθάνατος κοντά στον Θεό· ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού,  αληθινός Θεός και Σωτήρας του κόσμου και ότι η σωτηρία του ανθρώπου επιτυγχάνεται με την ένωσή του με τον Χριστό.

Η μαρτυρία έχει μεγαλύτερη σημασία και αξία από το μαρτύριο, διότι το μαρτύριο είναι η φυσική συνέπεια της μαρτυρίας, που επισφραγίζει και επισημοποιεί τη ζωή της μαρτυρίας. Υπήρξαν στο διάβα των αιώνων άγιοι, που έζησαν κατά Χριστόν και έλαβαν τη χάρη της μαρτυρίας και του μαρτυρίου.

Άλλοι έδωσαν μόνο τη μαρτυρία Χριστού μπροστά σε ειδωλολάτρες και αθέους, χωρίς όμως να δεχθούν το μαρτύριο, για διάφορους λόγους. Στην πραγματικότητα είναι και αυτοί μάρτυρες και τις περισσότερες φορές καλούνται ομολογητές.

Η μαρτυρία για τον Χριστό από αγίους ανθρώπους δεν είναι μια αδιάκριτη πολυλογία. Είναι μαρτυρία της  πίστεως, που δίνεται με σεμνότητα, χωρίς προκλητικότητα, χωρίς διάθεση να κατατροπώσουμε τον άλλο. Είναι μια ομολογία, που δίνεται με απλότητα, με ταπείνωση, με αγάπη και ακεραιότητα, οπουδήποτε χρειαστεί. Μια ομολογία που ζητά να οικοδομήσει και όχι να συντρίψει. Όμως υπάρχει μια βασική προϋπόθεση, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή μαρτυρία Χριστού. Η προϋπόθεση αυτή είναι η εμπειρία. Δεν μπορεί να μιλήσει για τον Χριστό αυτός που δεν γνώρισε τον Χριστό.



H εικ. από εδώ

Δεν μπορεί να δώσει τη μαρτυρία Χριστού, αυτός που δεν έχει την εμπειρία της παρουσίας του Χριστού στη ζωή του, αυτός που δεν έχει εμπειρική γνώση του Θεού. Και δεν εννοούμε μια εξωτερική πληροφόρηση για τον Χριστό, αλλά τη ζωντανή σχέση μαζί Του, μέσω της Εκκλησίας και των αγίων Μυστηρίων της. Πολλές φορές έχοντας και θεοπτικές εμπειρίες, δηλαδή μπορεί να δώσει μαρτυρία, όχι αυτός που γνωρίζει απλώς περί Θεού, αλλά αυτός που, όπως λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας, «πάσχει τα Θεία».

Η μαρτυρία του Χριστού είναι πάντοτε συνδεδεμένη με κάποιο είδος μαρτυρίου. Το μαρτύριο της συνειδήσεως διαρκώς και το μαρτύριο του αίματος, όταν ο Θεός το επιτρέψει. Μαρτύριο της συνειδήσεως είναι ο σταυρός, τον οποίο καλείται κάθε πιστός να σηκώσει, για να ακολουθήσει τον Χριστό. (πρβλ. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι»). Μαρτύριο της συνειδήσεως είναι η απάρνηση του ιδίου θελήματος, για να κάνουμε το θέλημα του Θεού. Η νέκρωση του εγώ, η υπακοή στον πνευματικό πατέρα, η αποδοχή όλου του κόπου «μέχρις ου μορφωθεί Χριστός εν ημίν». Είναι επίσης, η αγόγγυστη αποδοχή της περιφρονήσεως και της ειρωνείας για την πίστη μας.

Οι άγιοι και οι μάρτυρες είναι το καύχημα και η δόξα της Εκκλησίας. Είναι αυτοί που με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο, έδωσαν τη μαρτυρία της δυνάμεως του Χριστού στον κόσμο, με το μαρτύριο του αίματος. Το μαρτύριο του αίματος είναι για λίγους. Το μαρτύριο της συνειδήσεως όμως, είναι για όλους και θα παραμείνει βασική προϋπόθεση, για μια αυθεντική μαρτυρία Χριστού.

Συμπλήρωμα

Αυτογνωσία  

Προσευχές από τους «τελειωμένους»...
 
Ο κόσμος γίνεται διαφορετικός όταν...

Για την αλλαγή των άλλων (αγία Γαβριηλία)

H παρεξηγημένη αγιότητα

Όλες οι Κυριακές δεν είναι ίδιες…

ΖΗΣΕ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΙΑ!

Το μυστικό των Παρθενομαρτύρων

Η Μαμά Σου Σε αφήνει... έλα να παίξουμε.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2022

Οι θεούμενοι Πατέρες θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής


Οδηγοί και πρωταγωνιστές της εκκλησιαστικής ιστορίας

πατρός Ιωάννη Ρωμανίδη †
ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑ 


Οι θεούμενοι που μετέχουν της δόξης του Θεού [δηλ. του Φωτός του Θεού], δηλαδή οι Προφήτες, Απόστολοι, Πατέρες, όσιοι, Άγιοι, είναι το θεμέλιο και η βάση της εκκλησιαστικής ζωής.

Η Εκκλησία δεν είναι μια ανθρωποκεντρική οργάνωση, αλλά το τεθεωμένο Σώμα του Χριστού και κοινωνία Θεώσεως. Κεφαλή της είναι ο Χριστός και μέλη της είναι οι κατά διαφόρους βαθμούς μετέχοντες της Θεώσεως, που λέγονται θεούμενοι.

Όσοι έχουν εμπειρία του Θεού, είναι τα πραγματικά μέλη της Εκκλησίας, αφού η Εκκλησία «δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα», αλλά «οι εμπειρίαν έχοντες». Τα μέλη της Εκκλησίας δεν καθορίζονται από την ηθική τους συγκρότηση, αλλά από το κατά πόσον μετέχουν της Θεώσεως και είναι θεούμενοι.

«Οπότε, δεν έχουμε πλέον έναν άνθρωπο, ο οποίος είναι καλός η κακός. Έχουμε ανθρώπους οι οποίοι είναι φωτισμένοι ή δεν είναι φωτισμένοι, είναι θεούμενοι ή δεν είναι θεούμενοι».

Οι θεούμενοι είναι η αυθεντία στην Εκκλησία, γιατί αυτοί απέκτησαν την αληθινή, απλανή γνώση του Θεού.

Ο λαός που ακολουθεί τους θεουμένους έχει αληθινή πίστη. Άλλο είναι η γνώση του Θεού και άλλο είναι η πίστη περί του Θεού.

«Εάν κανείς φθάνει στον φωτισμό και την θέωση, τότε θα έχει την ίδια εμπειρία που έχουν όλοι οι θεούμενοι και, άρα, ακριβώς την ίδια γνώση που έχουν οι θεούμενοι και γι' αυτό υπάρχει ταυτότητα γνώσεως του Θεού υφ' όλων των θεουμένων όλης της Ιστορίας.

Εκείνοι που έχουν γνώσεις περί του Θεού, μέσω των θεουμένων, είναι εκείνοι που έχουν ορθή πίστη περί του Θεού. Αλλά η ορθή πίστη περί του Θεού δεν σημαίνει και γνώση του Θεού.

Άλλο να γνωρίσουμε τον Θεό "πρόσωπον προς πρόσωπον", άλλο είναι να πιστεύουμε σωστά περί του Θεού, διότι έχουμε οδηγούς τους θεουμένους.

Είναι όπως είναι ο μαθητής αστρονόμος με τον επιστήμονα αστρονόμο που βλέπει με το τηλεσκόπιο. Το ίδιο ακριβώς, ίδια σχέση υπάρχει».

Οι θεούμενοι είναι οι απλανείς διδάσκαλοι στην Εκκλησία, και στην διδασκαλία τους στηριζόμαστε για να γνωρίσουμε και εμείς εκ πείρας τον Θεό. Η διδασκαλία των θεουμένων είναι τα κτιστά ρήματα και νοήματα της εμπειρίας τής ακτίστου Χάριτος που έχουν βιώσει.

«Ο ίδιος ο θεούμενος έχει μια γνώση που υπερβαίνει την γνώση, αλλά χρησιμοποιεί και τα ρητά και τα νοήματα για να μιλάει στους άλλους. Γι' αυτό δεν καταργείται η Αγία Γραφή, χρησιμοποιείται η Αγία Γραφή από τους ίδιους τους θεουμένους, διότι είναι τα ρητά και τα νοήματα με τα οποία οδηγούνται και οι άλλοι στην ίδια εμπειρία κ.ο.κ».

Επειδή οι θεούμενοι είναι αυθεντικοί διδάσκαλοι, γι' αυτό και, όταν συνέρχονται σε Τοπικές ή Οικουμενικές Συνόδους, διατυπώνουν απλανώς, θεοπνεύστως την διδασκαλία της Εκκλησίας.

«Γι' αυτό βρίσκουμε θεουμένους Αγίους όχι μόνο στην Ανατολή, αλλά και στην Δύση, αιώνες ολόκληρους. Αυτοί οι άνθρωποι όταν συνήρχοντο σε Σύνοδο, αμέσως γνωρίζανε τι είναι η διδασκαλία της Εκκλησίας».

Επειδή βασικό κριτήριο στην Εκκλησία που καθορίζει την αληθινότητα των μελών της είναι οι θεούμενοι, γι' αυτό στην αρχαία Εκκλησία παρατηρείται το γεγονός ότι από αυτούς τους θεουμένους και Προφήτες εκλέγονταν οι Επίσκοποι και Πρεσβύτεροι.

Αυτό το βλέπουμε στις «Πράξεις των Αποστόλων», κατά την εκλογή του Αποστόλου Ματθία, που κατέλαβε τον τόπο του Ιούδα. Έπρεπε να είναι μάρτυς της Αναστάσεως του Χριστού.

Άλλωστε, οι Κληρικοί έπρεπε να ήταν θεούμενοι, γιατί μόνον τότε ήταν οι αληθινοί ιατροί, γνώριζαν να θεραπεύσουν τους ανθρώπους και από το σκότος του νου να τους οδηγήσουν στον φωτισμό του νου και την θέωση.

Σκοπός της Εκκλησίας και αποστολή της είναι να κάνει τους ανθρώπους Θεούμενους.

Η Εκκλησία, όπως συχνά ως εδώ έγινε λόγος, ομοιάζει με ένα νοσοκομείο και οι Κληρικοί με τους ιατρούς. Με αυτήν την προοπτική πρέπει να δούμε την αρετή της υπακοής.

Δεν υπακούουμε σε κάθε διδασκαλία που εμφανίζεται, αλλά στους θεουμένους, που έχουν εμπειρία Θεού, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο η υπακοή θα οδηγήσει στην θέωση, στην μέθεξη τής ακτίστου δόξης του Θεού.

«Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν ερμηνεύθηκε η υπακοή ως μία τυφλή υπακοή σε μια αυθεντία από μια χειροτονία, επειδή ένας είναι δεσπότης, επειδή ένας είναι ηγούμενος κ.ο.κ. Όχι!

Η αυθεντία είναι η πνευματική αυθεντία.

Όταν κανείς είναι θεούμενος η φωτισμένος και εξασκημένος στην καθοδήγηση άλλων ανθρώπων στην θεραπεία, σε αυτόν, μέχρις ότου φθάσουμε εμείς σε ορισμένο σημείο, θα έχουμε μια υπακοή για να μάθουμε την μέθοδο. Σε αυτόν θα έχουμε υπακοή. Όχι σε οποιονδήποτε».

Η υπακοή στους «πείρα μεμυημένους» είναι αναγκαία για την πορεία προς την θέωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπονομεύεται και παραθεωρείται ο κανονικός θεσμός της Εκκλησίας.

Ακόμη δε και η προσευχή στους Αγίους έχει σημασία, γιατί αυτοί παραμένουν θεούμενοι, είναι φίλοι του Θεού και έχουν παρρησία σε Αυτόν, με αποτέλεσμα να έχουν οι μεσιτείες τους ενέργεια.

«Ο θεούμενος, όταν εκδημεί προς Κύριον, παραμένει θεούμενος, δεν παύει να είναι θεούμενος, και μετέχει στην δόξα του Θεού, στην θεοπτία. Και γι' αυτόν τον λόγο εμείς κάνουμε προσευχές και επικαλούμεθα αυτούς τους ανθρώπους να μεσιτεύουν υπέρ ημών».

Επομένως, οι θεούμενοι είναι η βάση και το θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής, αυτοί έχουν την ζωή των Πρωτοπλάστων προ της πτώσεως, αλλά μετέχουν και του τεθεωμένου Σώματος του Χριστού. Οι Πατέρες ερμηνεύουν τα θεολογικά θέματα από εμπειρία και όχι από στοχασμούς.

Έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η ιστορία της Εκκλησίας είναι τα διάφορα γεγονότα που έχουν σχέση με την εξωτερική δράση των μελών της, με τους διωγμούς, τις Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους, με τα σχίσματα και τις διαιρέσεις, με τις αιρέσεις και τους πολέμους κλπ. Είναι και αυτό ένα τμήμα της ιστορίας που διδάσκεται στις θεολογικές σχολές και τα σχολεία ως ειδικό μάθημα.

Όμως, η πραγματική εκκλησιαστική ιστορία είναι η ζωή των Αγίων, η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά των πιστών, η πορεία από την Κυριακή της Τυρινής έως το Πάσχα και από εκεί έως την Πεντηκοστή και την εορτή των Αγίων Πάντων.

Αυτά τα γεγονότα δεν είναι εξωτερικά, ιστορικά μόνον, δεν είναι εφάπαξ γεγονότα, αλλά επαναλαμβάνονται στην ζωή κάθε πιστού, ο οποίος με την μετάνοια και την κάθαρση της καρδιάς φθάνει στην Πεντηκοστή, δηλαδή μετέχει της θεοπτικής ενεργείας του Θεού και εορτάζει κατά την εορτή των Αγίων Πάντων.

«Κι αυτό φαίνεται από το εορτολόγιο της Εκκλησίας, που έχουμε την ημέρα του Πάσχα. Προηγήθηκαν οι Βαπτίσεις το Μεγάλο Σάββατο. Μετά φθάνουμε μέχρι την Πεντηκοστή, με το ευαγγέλιο του Ιωάννου, που είναι το "πνευματικό ευαγγέλιο" της Εκκλησίας, γι' αυτούς που έχουν βαπτισθεί. Μετά φθάνουμε στην ημέρα της Πεντηκοστής και μετά είναι η Κυριακή των Αγίων Πάντων. Αυτός είναι ο σκοπός της Πεντηκοστής».

«Λοιπόν, αυτά είναι τα ζωντανά κηρύγματα της Ορθοδοξίας, γι' αυτό η Ορθοδοξία πάντοτε βασίζεται στους βίους των Αγίων. Οπότε, το αγιολόγιο ήταν η σπονδυλική στήλη της Ορθοδόξου θεολογίας».

Η Εκκλησία δεν είναι μια ιδεολογία ούτε μια κοινωνική ή θρησκευτική οργάνωση, αλλά το Σώμα του Χριστού.

Ο πιστός που μετέχει στην εκκλησιαστική ζωή, στην πραγματικότητα μετέχει της ζωής του Χριστού.

Αυτό επιτυγχάνεται με τα Μυστήρια, δια των οποίων ο άνθρωπος δέχεται την άκτιστη Χάρη του Θεού και ενώνεται με τον Χριστό, τρέφεται από Αυτόν και δοξάζεται.

Έτσι καταλαβαίνουμε ότι η Εκκλησία «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις» και η Χάρη δια των Μυστηρίων ενεργεί ποικιλοτρόπως στον άνθρωπο.

Οι Απόστολοι και οι Πατέρες προσδιορίζουν κάποια πλαίσια μέσα στα οποία μπορεί να ερμηνευθεί η εκκλησιαστική ζωή.

Οι θεούμενοι είναι το θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής

 

π. Ιωάννης Ρωμανίδης †

Από το βιβλίο "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄. Πηγή:
logosfotos.blogspot.com

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2022

Η Ορθοδοξία ως Θεραπεία

 


Μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός 

Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
 

Αν θέλαμε να ορίσουμε συμβατικά τον Χριστιανισμό, ως Ορθοδοξία, θα λέγαμε ότι είναι η εμπειρία της παρουσίας του Ακτίστου (του Θεού) [1] μέσα στην ιστορία και η δυνατότητα του κτιστού (του ανθρώπου) να γίνει Θεός «κατά χάριν». 

Με δεδομένη την διηνεκή παρουσία του Θεού εν Χριστώ, στην ιστορική πραγματικότητα, ο Χριστιανισμός προσφέρει στον άνθρωπο την δυνατότητα θεώσεως, όπως η Ιατρική Επιστήμη του παρέχει την δυνατότητα διατήρησης ή αποκατάστασης της υγείας του μέσα από μια ορισμένη θεραπευτική διαδικασία και ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. 

Ο γράφων είναι σε θέση να κατανοήσει τη σύμπτωση ιατρικής και εκκλησιαστικής ποιμαντικής επιστήμης στο σημείο αυτό, διότι ως διαβητικός και ως χριστιανός γνωρίζει, ότι και στις δύο περιπτώσεις οφείλει να ακολουθήσει πιστά τα οριζόμενα εκατέρωθεν για την επίτευξη του διπλού στόχου.

Ο μοναδικός και απόλυτος στόχος της εν Χριστώ ζωής είναι η θέωση, η ένωση δηλαδή με τον Θεό, ώστε ο άνθρωπος, μετέχοντας στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, να γίνει «κατά χάριν», αυτό που ο Θεός είναι από την φύσιν του (άναρχος και ατελεύτητος). Αυτή είναι χριστιανικά η έννοια της σωτηρίας...

Δεν πρόκειται για μια ηθική βελτίωση του ανθρώπου, αλλά για την εν Χριστώ ανα-δημιουργία, ανά-πλαση ανθρώπου και κοινωνίας μέσα από την υπαρκτική και υπαρξιακή σχέση με το Χριστό, ο Οποίος είναι η ένσαρκη φανέρωση του Θεού στην ιστορία. 

Αυτό εκφράζει η φράση του απ. Παύλου (Β΄ Κορ. 5,17): «ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις». Ο ενωμένος με τον Χριστώ είναι καινούργιο δημιούργημα. 

Γι’ αυτό χριστιανικά η ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, η λυτρωτική «εισβολή» του Αιωνίου και Υπέρχρονου μέσα στον ιστορικό χρόνο, είναι η αρχή ενός νέου κόσμου, μιας κυριολεκτικά «Νέας Εποχής» (New Age), που συνεχίζεται ως τα πέρατα των αιώνων, στα πρόσωπα των αυθεντικών χριστιανών, δηλαδή των Αγίων.

Η Εκκλησία ως «σώμα Χριστού» και εν Χριστώ κοινωνία υπάρχει στον κόσμο, για να προσφέρει την σωτηρία, ως ένταξη σε αυτή την αναγεννητική διαδικασία.[2] Το σωστικό αυτό έργο της Εκκλησίας επιτελείται με μια συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδο, ώστε ουσιαστικά η Εκκλησία να ενεργεί ως ένα παγκόσμιο θεραπευτήριο.

«Ιατρείον Πνευματικόν» (Πνεματικό Νοσοκομείο) ονομάζεται η Εκκλησία από τον ιερό Χρυσόστομο (†407).

Στην συνέχεια θα δοθεί απάντηση στα ερωτήματα: 

1) Ποια είναι η αρρώστια την οποία θεραπεύει η χριστιανική Ορθοδοξία; 

2) Ποια είναι η θεραπευτική μέθοδος που εφαρμόζει;

3) Ποια είναι η ταυτότητα του αυθεντικού χριστιανισμού, που τον διαφοροποιεί ριζικά από τις αιρετικές αποκλίσεις του, αλλά και από κάθε μορφή θρησκείας;[3]

1. Η αρρώστια της ανθρώπινης φύσης είναι η πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και συνάμα και όλης της κτίσεως, που συμπάσχει («συστενάζει και συνωδίνει» Ρωμ. 8.22) μαζί του. Η διάγνωση αυτή αφορά σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το αν είναι χριστιανός ή όχι, αν πιστεύει ή όχι, λόγω της φυσικής ενότητας σύννομη της ανθρωπότητας (βλ. Πραξ.17.26). 

Η Χριστιανική Ορθοδοξία δεν κλείνεται στα στενά όρια ενός θρησκεύματος, που ενδιαφέρεται μόνο για τους οπαδούς του, αλλά, όπως ο Θεός, «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωση αληθείς ελθείν» (Α΄ Τιμ. 2.4), αφού ο Θεός είναι «σωτήρ πάντων ανθρώπων» (Α΄ Τιμ. 4.10). Η αρρώστια λοιπόν για την οποία μιλάει ο Χριστιανισμός είναι πανανθρώπινη (Ρωμ. 5.12: «…εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ’ ω (= λόγω του οποίου θανάτου) πάντες ήμαρτον» (=αστόχησαν στην πορεία τους προς την θέωση). 

Όπως δε η πτώση (δηλαδή η αρρώστια) είναι πανανθρώπινη, έτσι και η σωτηρία – θεραπεία εξαρτάται άμεσα από τη λειτουργία του εσωτερικού του κάθε ανθρώπου.

Η φυσική (αυθεντική) κατάσταση του ανθρώπου προσδιορίζεται, αγιοπατερικά, από την λειτουργία μέσα του, τριών μνημονικών συστημάτων, δύο από τα οποία γνωρίζει και ελέγχει η επιστήμη της ιατρικής, ενώ το τρίτο είναι υπόθεση της ποιμαντικής θεραπευτικής.

Το πρώτο είναι η κυτταρική μνήμη (DNA), που καθορίζει τα πάντα στον ανθρώπινο οργανισμό. Το δεύτερο είναι η εγκεφαλική κυτταρική μνήμη, η λειτουργία του εγκεφάλου, που ρυθμίζει την σχέση μας με τον εαυτό μας και το περιβάλλον. Τα δύο αυτά συστήματα γνωρίζει η επιστήμη της ιατρικής και μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία τους.

Η εμπειρία των Αγίων γνωρίζει ένα ακόμη μνημονικό σύστημα, την καρδιακή ή νοερά μνήμη, που λειτουργεί μέσα στην καρδιά.

Η καρδιά, στην Ορθόδοξη παράδοση, δεν λειτουργεί μόνο φυσικά, ως αντλία διακίνησης του αίματος. 

Ακόμη κατά την πατερική διδασκαλία, δεν είναι ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα το κέντρο της αυτοσυνειδησίας μας, αλλά η καρδιά. 

Διότι πέρα από τη φυσική έχει και μια υπερφυσική λειτουργία. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις γίνεται χώρος κοινωνίας με τον Θεό, με την άκτιστη δηλαδή ενέργειά Του. Βέβαια αυτό γίνεται αντιληπτό μέσα από την εμπειρία των Αγίων και όχι με τη λογική λειτουργία και τη διανοητική θεολόγηση. 

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (†1809), ανακεφαλαιώνοντας όλη την πατερική παράδοση, στο έργο του «Συμβουλευτικό Εγχειρίδιον» ονομάζει την καρδιά κέντρο φυσικό, υπερφυσικό, αλλά και παραφυσικό, όταν η υπερφυσική λειτουργία αδρανεί, διότι η καρδιά κυριαρχείται από τα πάθη. Η υπερφυσική λειτουργία της καρδιάς είναι η απόλυτη προϋπόθεση για την τελείωση, την ολοκλήρωση του ανθρώπου, δηλαδή την θέωση του, ως πλήρη ένταξή του στην εν Χριστώ κοινωνία.

Στην υπερφυσική της λειτουργία η καρδιά γίνεται χώρος ενεργοποίησης του νου. Στον γλωσσικό κώδικα της Ορθοδοξίας ο νους (στην Κ.Δ. ονομάζεται «πνεύμα» του ανθρώπου και «οφθαλμός της ψυχής») είναι ενέργεια της ψυχής, με την οποία ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, φθάνοντας στην θέα του Θεού ή θεοπτία. 

Βέβαια πρέπει να διευκρινήσουμε ότι η γνώση του Θεού δεν σημαίνει γνώση της αμέθεκτης και απρόσιτης θείας ουσίας, αλλά της θείας ενέργειας. Η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό είναι η ουσιαστική διαφορά της Ορθοδοξίας από κάθε άλλη εκδοχή του Χριστιανισμού.

Η ενέργεια του νου μέσα στην καρδιά ονομάζεται «νοερά λειτουργία» (noetic faculty) της καρδιάς. Διευκρινίζουμε, και πάλι, ότι Νους και Λόγος (Λογική) ορθόδοξα δεν ταυτίζονται, διότι η λογική ενεργείται στον εγκέφαλο, ενώ ο νους στην καρδιά.

Η νερά λειτουργία πραγματώνεται ως αδιάλειπτη προσευχή (πρβλ. Α΄Θεσσ. 5,17) του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά (πρβλ. Γαλ. 4,6 · Ρωμ.8,26· Α΄Θεσσ. 5,19), και ονομάζεται από τους αγίους πατέρες μας «μνήμη Θεού». Έχοντας ο άνθρωπος μέσα στην καρδιά του τη «μνήμη του Θεού», ακούοντας δηλαδή στην καρδιά του την «φωνή» (Α΄ Κορ. 14,11ε. Γαλ. 4,6.κ.α.) έχει αίσθηση της «ενοικήσεως» του Θεού μέσα του (Ρωμ. 8,11).

Ο Μ. Βασίλειος στη Β΄ επιστολή του λέγει, ότι η μνήμη του Θεού μένει αδιάλειπτη, όταν δεν διακόπτεται από τις γήινες φροντίδες, αλλά ο νους «αναχωρεί» προς τον Θεό. 

Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι ο ενεργούμενος από την θεία ενέργεια πιστός αποφεύγει τις αναγκαίες φροντίδες της ζωής, μένοντας στην απραξία ή σε κάποια εκ-στάση, αλλά την απελευθέρωση του νου από τις φροντίδες αυτές, με τις οποίες ασχολείται η λογική. Για να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα που μας αγγίζει: 

Ένας επιστήμονας που έχει αποκτήσει και πάλι την νοερά λειτουργία, με την λογική ασχολείται με τα προβλήματα του, ενώ ο νους μέσα στην καρδιά διατηρεί αδιάλειπτη τη μνήμη του Θεού. Ο άνθρωπος που διασώζει και τα τρία παραπάνω μνημονικά συστήματα είναι ο Άγιος. Αυτός είναι ορθόδοξα ο υγιής (normal) άνθρωπος. Γι’ αυτό η θεραπεία της Ορθοδοξίας συνδέεται με την πορεία του ανθρώπου προς την αγιότητα.

Η μη λειτουργία ή υπολειτουργία της νοεράς ενέργειας του ανθρώπου είναι η ουσία της πτώσεως. 


Το περιβόητο «προπατορικό αμάρτημα» είναι ακριβώς η αστοχία του ανθρώπου, στην αρχή ακόμα της ιστορικής του παρουσίας, να διασώσει την μνήμη του Θεού, την κοινωνία δηλαδή με τον Θεό, στην καρδιά του. Σ’ αυτή την νοσηρά κατάσταση μετέχουν όλοι οι απόγονοι των πρωτοπλάστων, διότι δεν είναι κάποιο ηθικό, προσωπικό δηλαδή, αμάρτημα, αλλά νόσος της φύσεως του ανθρώπου («Νενόσηκεν ημών η φύσις την αμαρτίαν», παρατηρεί ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, †444 ) και μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο όπως η αρρώστια κάποιου δέντρου μεταδίδεται σε όσα άλλα προέρχονται από αυτό.

Η αδρανοποίηση της νοεράς λειτουργίας ή της μνήμης του Θεού και η σύγχυσή της με την λειτουργία του εγκεφάλου, όπως συμβαίνει με όλους μας, υποδουλώνει τον άνθρωπο στο άγχος και στο περιβάλλον και στην εκζήτηση της ευδαιμονίας μέσα από τον ατομικισμό και της αντικοινωνικότητα. 

Στην κατάσταση της νόσου της πτώσεως ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον Θεό και τον συνάνθρωπο για την κατοχύρωση της προσωπικής του ασφάλειας και ευτυχίας. Η χρήση του Θεού γίνεται με την «θρησκεία» (προσπάθεια απόσπασης της δύναμης του Θεού), που μπορεί να εκφυλιστεί σε αυτοθεοποίηση του ανθρώπου («αυτείδωλον εγενόμην» λέει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης στον «Μέγαν Κανόνα» του). Η χρήση του συνανθρώπου και κατ’ επέκταση της κτίσης γίνεται με την εκμετάλλευση της με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτή, λοιπόν, είναι η νόσος, την οποία ζητεί να θεραπεύσει ο άνθρωπος, εντασσόμενος ολόκληρος [4] στο «πνευματικό θεραπευτήριο» της Εκκλησίας.

2. Σκοπός της παρουσίας της Εκκλησίας, ως εν Χριστώ κοινωνίας στον κόσμο, είναι η θεραπεία του ανθρώπου, με την αποκατάσταση της καρδιακής κοινωνίας του με τον Θεό, της νοεράς δηλαδή λειτουργίας. 

Κατά τον καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη: [«η πατερική παράδοσις δεν είναι ούτε κοινωνική φιλοσοφία, ούτε ηθικόν σύστημα, ούτε θρησκευτικός δογματισμός, αλλ’ είναι θεραπευτική αγωγή. Εις το σημείο αυτό ομοιάζει πολύ με την Ιατρική και κυρίως με την Ψυχιατρικήν. 

Η νοερά ενέργεια της ψυχής, που προσεύχεται νοερώς και αδιαλείπτως εις την καρδίαν, είναι ένα φυσιολογικό όργανον, που όλοι το έχουν και το οποίο χρειάζεται θεραπεία. 

Ούτε η φιλοσοφία, ούτε καμία των γνωστών θετικών ή κοινωνικών επιστημών δύναται να θεραπεύσει το όργανον αυτό (…) Διά τούτο ο αθεράπευτος δεν γνωρίζει ούτε καν την ύπαρξη αυτού του οργάνου».]

Η ανάγκη θεραπείας του ανθρώπου, κατά τα παραπάνω, είναι πανανθρώπινη υπόθεση, σχετιζόμενη πρώτα με την αποκατάσταση του κάθε ανθρώπου στη φυσική του ύπαρξη με την ενεργοποίηση και της τρίτης μνημονικής λειτουργίας. Επεκτείνεται όμως και στην κοινωνική παρουσία του ανθρώπου. 

Για να μπορεί ο άνθρωπος να κοινωνεί ως αδερφός με τον συνάνθρωπό του, πρέπει η ιδιοτέλειά του, που λειτουργεί τελικά ως φιλαυτία, να μεταβληθεί σε ανιδιοτέλεια (πρβλ Α΄ Κορ. 13,8: «η αγάπη… ου ζητεί τα εαυτής».

Ανιδιοτελής είναι η αγάπη του Τριαδικού Θεού (Ρωμ.5,8· Α΄ Ιωαν.5,7 ε.), που δίνει τα πάντα χωρίς αντάλλαγμα. Γι’ αυτό και το κοινωνικό ιδανικό της χριστιανικής Ορθοδοξίας δεν είναι η «κοινοκτημοσύνη», αλλά η «ακτημοσύνη», ως αυτοπαραίτηση από κάθε απαίτηση. Διότι μόνον τότε είναι δυνατή η δικαιοσύνη.

Η μέθοδος θεραπείας, που προσφέρεται από την Εκκλησία, είναι η πνευματική ζωή, ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι. Η πνευματική ζωή βιώνεται ως άσκηση και μετοχή στην παρεχόμενη μέσω των μυστηρίων άκτιστη Χάρη. Η άσκηση είναι βιασμός της αυτονομημένης και νεκρωμένης από την αμαρτία φύσεώς μας, που πορεύεται προς τον πνευματικό ή αιώνιο θάνατο, τον αιώνιο δηλ. χωρισμό από την Χάρη του Θεού. 

Η άσκηση αποβλέπει στη νίκη πάνω στα πάθη, για να νικηθεί η εσωτερική δουλεία στις νοσογόνες εστίες του ανθρώπου και να μετάσχουμε στο σταυρό του Χριστού και στην ανάστασή του. Ο Χριστιανός ασκούμενος υπό την καθοδήγηση του Θεραπευτή- Πνευματικού του, γίνεται δεκτικός της Χάρης που δέχεται με την μετοχή του στην μυστηριακή ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Χριστιανός ανάσκητος δεν μπορεί να υπάρξει, όπως δεν υπάρχει θεραπευμένος άνθρωπος, που δεν τηρεί τη θεραπευτική αγωγή, που του όρισε ο γιατρός του.

3. Τα παραπάνω οδηγούν σε κάποιες σταθερές, που τεκμηριώνουν την ταυτότητα της χριστιανικής Ορθοδοξίας:

α) Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού, λειτουργεί ως θεραπευτήριο-Νοσοκομείο.
Διαφορετικά δεν είναι Εκκλησία αλλά θρησκεία. Οι κληρικοί, εκλεγόταν αρχικά από τους θεραπευμένους, για να λειτουργούν ως θεραπευτές. Η θεραπευτική λειτουργία της Εκκλησίας σώζεται σήμερα κυρίως στις Μονές, που αντέχοντας ακόμη στην εκκοσμίκευση (secularism) συνεχίζουν την Εκκλησία των Αποστολικών χρόνων.

β) Οι επιστήμονες της Εκκλησιαστικής θεραπείας είναι ήδη θεραπευμένοι. Όποιος δεν έχει εμπειρία της θεραπείας δεν μπορεί να είναι θεραπευτής. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ ποιμαντικής θεραπευτικής και ιατρικής επιστήμης. Οι επιστήμονες της ιατρικής θεραπευτικής (Πατέρες και Μητέρες) αναδεικνύουν άλλους θεραπευτές, όπως οι Καθηγητές της Ιατρικής αναδεικνύουν τους διαδόχους τους.

γ) Ο περιορισμός της Εκκλησίας στην απλή συγχώρηση αμαρτιών για την είσοδο μετά θάνατον στον παράδεισο συνιστά αλλοτρίωση και ισοδυναμεί με το να συγχωρεί η ιατρική επιστήμη τον ασθενή, για να θεραπευθεί μετά θάνατον! 

Η Εκκλησία δεν μπορεί να στείλει κάποιον στον παράδεισο ή στην κόλαση. Παράδεισος και κόλαση, άλλωστε, δεν είναι τόποι, αλλά τρόποι υπάρξεως. Η Εκκλησία, θεραπεύοντας τον άνθρωπο, τον προετοιμάζει να βλέπει τον Χριστό αιώνια μέσα στο άκτιστο Φως Του ως παράδεισος και όχι ως κόλαση, δηλαδή «πυρ καταναλίσκον» (Εβρ. 12,29). Και αυτό, φυσικά, αφορά σε κάθε άνθρωπο, διότι ΟΛΟΙ οι άνθρωποι θα βλέπουν αιώνια τον Χριστό, ως «Κριτή» του κόσμου.

δ) Η εγκυρότητα της επιστήμης τεκμηριώνεται από την επίτευξη των στόχων της (π.χ. στην ιατρική, από τη θεραπεία του ασθενούς). Έτσι, διαφοροποιείται η αυθεντική επιστημονική ιατρική από τον κομπογιαννιτισμό. Κριτήριο της ποιμαντικής θεραπευτικής της Εκκλησίας είναι η επίτευξη της πνευματικής θεραπείας, με το άνοιγμα της πορείας προς την θέωση. Η θεραπεία δεν μετατίθεται στην μεταθανάτια ζωή, αλλά συντελείται στη ζωή του ανθρώπου σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο (hinc et nunc). 

Αυτό διαπιστώνεται από τα άφθαρτα λείψανα των Αγίων, που νικούν την βιολογική φθορά, όπως αυτά των Αγίων της Επτανήσου: Σπυρίδωνος, Γερασίμου, Διονυσίου και Θεοδώρας της Αυγούστας. Τα άφθαρτα ιερά λείψανα είναι στη παράδοση μας οι αδιαφιλονείκητες τεκμηριώσεις της θεώσεως, της ολοκληρώσεως δηλαδή της ασκητικής θεραπευτικής της Εκκλησίας. 

Θα παρακαλούσα δε τον ιατρικό κόσμο της Χώρας μας να προσέξει ιδιαίτερα την περίπτωση των ακεραίων ιερών λειψάνων, διότι όχι μόνο δεν έχουν δεχτεί επιστημονική επέμβαση, αλλά φανερώνεται σ’ αυτά η ενέργεια της θεϊκής Χάρης, διότι τη στιγμή ακριβώς που αρχίζει η διάλυση του κυτταρικού συστήματος, σταματά αυτόματα και αντί δυσοσμίας εκπέμπεται ευωδία...

Περιορίζομαι στα ιατρικά συμπτώματα, και δεν επεκτείνομαι στα θαύματα ως αποδείξεις της θεώσεως διότι ανήκουν σε άλλη σφαίρα.

ε) Τα ιερά κείμενα της Εκκλησίας (Γραφή, συνοδικά και πατερικά κείμενα) δεν κωδικοποιούν κάποια Χριστιανική ιδεολογία, αλλά έχουν θεραπευτικό χαρακτήρα λειτουργώντας όπως τα πανεπιστημιακά συγγράμματα στην ιατρική επιστήμη. Αυτό ισχύει και για τα λειτουργικά κείμενα, λ.χ. τις Ευχές. Η απλή ανάγνωση μιας Ευχής (προσευχής), χωρίς παράλληλη ένταξη του πιστού στη θεραπευτική διαδικασία της Εκκλησίας, δεν θα διέφερε από την περίπτωση που ο ασθενής καταφεύγει στον γιατρό με ισχυρούς πόνους, και εκείνος αντί να επέμβει δραστικά, περιορίζεται στο να τον ξαπλώσει στο χειρουργικό κρεβάτι και να του διαβάσει το σχετικό με τη νόσο του κεφάλαιο.

Αυτή με λίγα λόγια είναι η Ορθοδοξία. Δεν έχει σημασία αν την αποδέχεται κανείς ή όχι. Αναφερόμενος όμως σε επιστήμονες προσπάθησα, ως εν επιστήμη συνάδελφος, να απαντήσω επιστημονικά στο ερώτημα «τι είναι η Ορθοδοξία». 

Κάθε άλλη εκδοχή για τον Χριστιανισμό συνιστά παραποίηση και διαστροφή του, έστω και αν θέλει να προβάλλεται σαν Ορθοδοξία. 
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας. Θεσσαλονίκη 1984.

Του ιδίου, Η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της, στον τόμο. Ορθοδοξία, Ελληνισμός… Εκδ. Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, Β΄ τόμος, 1996, σ.67-87 [ολόκληρο εδώ].

Του ιδίου Church synods and Civilisation, στη ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τ.63 (1992) 421-450 και Ελληνικά, τ.66 (1995) 646-680.

π. Ιερόθεου Βλάχου (τώρα μητροπ. Ναυπάκτου), Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Έδεσσα 1986.

Του ιδίου, Μικρά είσοδος στην Ορθόδοξη Πνεύματικότητα, Αθήνα 1992.

Του ιδίου, Υπαρξιακή Ψυχολογία και Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Λειβαδιά 1995.

Ακόμη οι σχετικές κατά καιρούς δικές μας μελέτες, όπως π.χ. Γ. Δ. Μεταλληνού, Ορθόδοξη θεώρηση της Κοινωνίας, Αθήνα 1986. Θεολογική μαρτυρία της εκκλησιαστικής λατρείας, Αθήνα 1996 κ.α. Στα βιβλία αυτά βρίσκει κανείς και τη λοιπή βιβλιογραφία.

Σημειώσεις- επεξηγήσεις: 
 
1. Άκτιστος (=αδημιούργητος. άπλαστος στην λαϊκή γλώσσα) είναι μόνο ο Τριαδικός Θεός. Κτιστή είναι η κτίση, δημιουργία, με κορυφαίο τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν είναι «συμπαντική» δύναμη κατά την γλώσσα της Νέας Εποχής («όλοι ένα, όλοι Θεός!»), διότι ως δημιουργός υπέρκειται του σύμπαντος, όντας στην ουσία Του «Κάτι» εντελώς άλλο (Das ganz Andere). Ουδεμία αναλογική σχέση υπάρχει μεταξύ κτιστού και Ακτίστου. Και γι’ αυτό το Άκτιστο, γνωρίζεται με την αυτοαποκάλυψη (αυτοφανέρωσή) Του.

2. Ένα σημαντικό χριστιανικό κείμενο του Β΄ αιώνα, Ο Ποιμήν του Ερμά, λέγει ότι, για να γίνουμε μέλη του Σώματος του Χριστού, πρέπει να είμαστε «λίθοι τετράγωνοι» (οικοδομήσιμοι) και όχι «στρογγυλοί»!

3. Κατά τον π. Ι. Ρωμανίδη, στον οποίο κυρίως οφείλουμε την επιστροφή στη «φιλοκαλική» (θεραπαυτικοακουστική) θεώρηση της Πίστης μας, σε ακαδημαϊκό μάλιστα επίπεδο, «θρησκεία» είναι κάθε «ταύτιση» Ακτίστου και κτιστού, όπως συμβαίνει στην ειδωλολατρεία. Ο «θρησκευτικός» άνθρωπος προβάλει τις «προλήψεις» του (σκέψεις-νοήματα) στο χώρο του θείου, «κατασκευάζοντας» αυτός τον Θεό του (Αυτό μπορεί να συμβεί και στη μη Πατερική Ορθοδοξία.). σκοπός του είναι η «εξιλέωση», ο «εξευμενισμός» του «θείου» και, τελικά, η «χρήση» του θεού προς ίδιον όφελος (μαγική σχέση: do, ut des ). Στη δική μας, όμως, παράδοση, ο Θεός μας δεν έχει ανάγκη «εξευμενισμού» διότι «Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α΄ Ιωάν. 4,19). Ο Θεός μας ενεργεί ως «Αγάπη» (Α΄Ιωάν. 4,16) και μάλιστα ανιδιοτελής. Δίδει τα πάντα και δεν ζητεί τίποτε από τα πλάσματά Του. Γι’ αυτό και η ανιδιοτέλεια είναι η ουσία της χριστιανικής αγάπης που υπερβαίνει την πρακτική μιας δοσοληψίας.

4. Αυτό εκφράζει ο γνωστός και συχνά επαναλαμβανόμενος λόγος : «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Η πλήρης ένταξη γίνεται κατά κανόνα στις Μονές, όταν λειτουργούν Ορθόδοξα, φυσικά. Γι’ αυτό οι Μονές (π.χ. οι αγιορείτικες) μένουν πρότυπα για τις ενορίες του «κόσμου».

Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΩΡΙΑ (=όραση) ΤΟΥ ΘΕΟΥ ;


Εικ.: Ο Παλαιός των ημερών, τμήμα τοιχογραφίας από το νάρθηκα της Ιεράς Μονής Καρακάλλου.

Τριβώνιο 

Η θεωρία του Θεού δεν ανήκει στη σφαίρα των συναισθημάτων, ούτε στα επίπεδα του οπτικού πεδίου, αλλά είναι υποστατική ενότητα και επαφή του κτιστού δημιουργήματος με το άκτιστο «Είναι» του Θεού. όχι της φύσεως ή της ουσίας του, αλλά των θείων του ενεργειών, ανάλογα με τη δεκτικότητα του «πάσχοντος» τη θεωρία. 

Όταν ο Μωυσής απαίτησε να δει το Θεό, όπως φανταζόταν, άκουσε από τον ίδιο ότι αυτό είναι αδύνατο και μόνο τα «οπίσθια» μπορούσε να θαυμάσει, που σημαίνει τις θείες ενέργειες ή ιδιότητες. Ο ευρισκόμενος στη θεωρία του Θεού μαρτυρεί ότι μεταξύ του κτιστού και του άκτιστου καμιά ομοιότητα δεν υπάρχει και ότι «Θεὸν φρᾶσαι μὲν ἀδύνατον, νοῆσαι δὲ ἀδυνατώτερον» (άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος».

ΠΗΓΗ : + ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ, ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ, εκδ. ΙΕΡΑ ΜΕΓΙΣΤΗ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ, 2003, σ. 19. 

Συμπλήρωμα

Βλέποντας το Θεό - Μοναχισμός και θέα του Ακτίστου Φωτός 

Το θείον φως (Vladimir Lossky)

Ιστορίες Φωτός

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2021

Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ, "Η Μεταμόρφωση θεμέλιο ελπίδας"

 
Φωτο: Ευλογία των καρπών, Εορτή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος 2021, Ορθόδοξη Εκκλησία Κένυας (από εδώ)
 

Τι και πώς

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου αποτελεί στερεό θεμέλιο της ελπίδας για τη μεταμόρφωση όλης της ζωής μας —η οποία τώρα είναι γεμάτη από κόπο, ασθένειες, φόβο— σε ζωή άφθαρτη και θεοειδή.

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου αποτελεί στερεό θεμέλιο της ελπίδας για τη μεταμόρφωση όλης της ζωής μας —η οποία τώρα είναι γεμάτη από κόπο, ασθένειες, φόβο— σε ζωή άφθαρτη και θεοειδή. Εν τούτοις, η ανάβαση αυτή στο υψηλό όρος της Μεταμορφώσεως συνδέεται με μεγάλο αγώνα.

Όχι σπάνια εμείς εξασθενούμε από την αρχή αυτού του αγώνα και απελπισία φαίνεται να κυριεύει την ψυχή. Σε τέτοιες ώρες μαρτυρικής παραμονής στα όρια μεταξύ του Απροσίτου Φωτός της Θεότητας που έλκει προς τον εαυτό Του και της απειλητικής αβύσσου του σκότους, να ενθυμούμαστε τα διδάγματα των Πατέρων μας, οι οποίοι διήνυσαν την οδό αυτή ακολουθώντας τον Χριστό, και «εζωσμένοι τας οσφύας ημών» να παίρνουμε δύναμη με την κραταιά ελπίδα σε Εκείνον, ο Οποίος με την παλάμη Του βαστάζει ακόπως όλη την κτίση.

Να θυμόμαστε ότι στη ζωή μας πρέπει να επαναληφθεί κατά τον ίδιο τρόπο ο,τι έγινε στη ζωή του Υιού του Ανθρώπου, για να ελευθερωθούμε από κάθε φόβο και ολιγοψυχία.

Η οδός είναι κοινή σε όλους μας κατά τον λόγο Αυτού του Χριστού: «Εγώ ειμι η οδός»• και γι’ αυτό είναι και μοναδική, διότι «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ει μη δι’ Εμού».

Αν ο Κύριος «επειράσθη», και εμείς πρέπει να περάσουμε διά του πυρός των πειρασμών.

Αν ο Κύριος καταδιώχθηκε, και εμείς επίσης θα διωχθούμε από τις ίδιες εκείνες δυνάμεις, οι οποίες δίωκαν τον Χριστό.

Αν ο Κύριος έπαθε και σταυρώθηκε, και εμείς αναπόφευκτα οφείλουμε να πάσχουμε και να σταυρωνόμαστε έστω, ίσως, και πάνω σε αόρατους σταυρούς, εφόσον πράγματι Τόν ακολουθούμε στις οδούς της καρδίας μας.

Αν ο Κύριος μεταμορφώθηκε, και εμείς θα μεταμορφωθούμε και ενώ ακόμη βρισκόμαστε πάνω στη γη, αν ομοιωθούμε προς Αυτόν στις εσωτερικές επιθυμίες μας.

Αν ο Κύριος πέθανε και αναστήθηκε, τότε και όλοι όσοι πιστεύουν σε Αυτόν θα διέλθουν διά του θανάτου, θα τοποθετηθούν σε τάφους και έπειτα θα αναστηθούν όμοια προς Αυτόν, εφόσον πέθαναν όμοια προς Αυτόν….

Σας παρακαλώ, να μην ολιγοψυχήσουμε ακούοντας τα λόγια της διδασκαλίας αυτής, αλλά να λάβουμε θάρρος και να ανοίξουμε τις καρδιές μας για να δεχθούμε με απλότητα το Ευαγγέλιο του Χριστού.

Ο Κύριος με το στόμα Του είπε: «Θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. ις’ 33). Και εμείς, με τη δύναμη του Χριστού, θα κατορθώσουμε αναμφίβολα τη νίκη αυτή επί του κόσμου, ώστε μαζί με Αυτόν να μετάσχουμε στην αιώνια Βασιλεία των ουρανών. Καθημερινά η πείρα της ανθρωπότητος μας αποδεικνύει σταθερά ότι οι «σοφοί και συνετοί» του αιώνος τούτου δεν μπορούν να ακολουθήσουν τον Χριστό ούτε στο Θαβώρ, ούτε στον Γολγοθά, ούτε στο όρος των Ελαιών. 

 

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2021

Κατά την Πεντηκοστή όλοι οι Απόστολοι (και οι Εβδομήκοντα) έφθασαν στην θέωσι ~ π. Ιωάν. Ρωμανίδης



Πατερική Θεολογία ~ π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (†)
(Περί της εμπειρίας της θεώσεως και περί των τριών
 σταδίων της πνευματικής ζωής)

Η Θέωση δεν συμβαίνει σε όλους, ούτε είναι μόνο ένα στάδιο. Στα παρακάτω, θα δείτε τα στάδια της Θέωσης και τις προϋποθέσεις της.

Τώρα, διαβάζοντας την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, ποιοι βλέπομε ότι έφθασαν στην θέωσι; Στην Παλαιά Διαθήκη ήταν οι Προφήτες και στην Καινή Διαθήκη ήταν οι Απόστολοι. Πρώτα όμως στην Καινή Διαθήκη έφθασε ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. 

Μετά ωρισμένοι Απόστολοι. Όχι όλοι μαζί οι Απόστολοι. Διότι στο όρος Θαβώρ ήταν μόνο τρεις εκ των Αποστόλων. Μέχρι και την Μεταμόρφωσι, εκείνοι που ξέρομε καλά ότι είχαν φθάσει στην θέωσι στην Καινή Διαθήκη, ήταν (εκτός φυσικά από την Θεοτόκο) ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και μετά οι τρεις Απόστολοι, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης. Όλοι οι Απόστολοι εθεώθησαν μόνο κατά την Πεντηκοστή. 

Κατά την Πεντηκοστή όλοι οι Απόστολοι (και οι Εβδομήκοντα) έφθασαν στην θέωσι, εκτός φυσικά από τον Ιούδα τον προδότη, ο οποίος αντεκατεστάθη από τον Ματθία. Και όχι μόνον οι Απόστολοι έφθασαν στην θέωσι κατά την Πεντηκοστή, αλλά και πολλοί άλλοι, και βαπτίσθηκαν εκείνην την ημέρα.

Μετά βλέπομε το παράδοξο φαινόμενο ότι ο πρώτος εξ ειδωλολατρών, ο πρώτος εθνικός στην Καινή Διαθήκη, που έφθασε σε θέωσι, ήταν ο Κορνήλιος ο εκατόνταρχος, ο οποίος έφθασε σε θέωσι προ του βαπτίσματός του....

Αυτός μοιάζει με τον Ιώβ της Παλαιάς Διαθήκης, ο οποίος, παρ’ ότι δεν ήταν Εβραίος, αλλά ειδωλολάτρης, έφθασε σε θέωσι. Αλλά έχομε και άλλο παράδειγμα ανθρώπου, ο οποίος φθάνει σε θέωσι, και μετά βαπτίζεται, εκείνο του αποστόλου Παύλου.

Το Πνεύμα «όπου θέλει πνει» . Γι’ αυτό και ο Πέτρος λέγει στην περίπτωσι του Κορνηλίου: «Ποιος είμαι εγώ να διαφωνήσω με το Πνεύμα το Άγιο, που έδωσε στον Κορνήλιο ίση Χάρι με εκείνη που λάβαμε εμείς στην Πεντηκοστή, ώστε να μη τον βαπτίσω;» Όμως άλλο είναι το να μην υπάρχουν περιορισμοί στην θέλησι του Θεού να οδηγήση κάποιον στην θέωσι, και άλλο είναι το να λέμε ότι όλοι μετέχομε στην θεωτική Χάρι, διότι αυτό είναι ανοησία.

Η θεωτική ενέργεια του Θεού ενεργεί μόνον σε όσους φθάνουν
 Χάριτι Θεού σε κατάστασι θεώσεως.

Αλλά αυτή η θεωτική ενέργεια του Θεού ενεργεί σε στάδια, δηλαδή βαθμηδόν. 

Στο πρώτο στάδιο Της λέγεται και είναι απλή έλλαμψις. Οι πάσχοντες την έλλαμψιν της δόξης του Θεού είναι οι ελλαμφθέντες. Αυτή η έλλαμψις διαρκεί από ένα δευτερόλεπτο μέχρι μερικά λεπτά της ώρας, για λίγο δηλαδή. 

Μετά έρχεται το δεύτερο στάδιο, κατά το οποίο μιλούμε για θέα του ακτίστου Φωτός. Οι πάσχοντες την θέα του ακτίστου Φωτός είναι οι θεωθέντες.

Και μετά έρχεται το τρίτο στάδιο των τελείων,κατά το οποίο μιλούμε για διαρκή θέα. Αυτές είναι οι ταξινομήσεις της εμπειρίας της θεωτικής ενεργείας του Θεού.



Η φωτιστική ενέργεια του Θεού δεν είναι το ίδιο πράγμα. Διότι η φωτιστική ενέργεια του Θεού είναι ο φωτισμός της καρδιάς από το Άγιο Πνεύμα, που ταυτίζεται στο άνω στάδιο με την νοερά προσευχή. Στο κάτω στάδιο του φωτισμού, που λέγεται νεοφωτισμός, δεν συνοδεύεται συνήθως αυτή η κατάστασις από την νοερά προσευχή.

Αυτή είναι η κατάστασις των νεοβαπτισμένων κατά το Μέγα Σάββατο, των νεοφωτίστων. Υποτίθεται βέβαια ότι οι νεοφώτιστοι από νεοφώτιστοι θα γίνουν φωτισμένοι με την περαιτέρω κατήχησι από το Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή. 

Ασφαλώς δεν φθάνει κανείς οπωσδήποτε στην νοερά προσευχή κατά την ημέρα της Πεντηκοστής (δηλαδή μέσα σε πενήντα ημέρες), διότι μπορεί να χρειασθή εξήντα ή εκατό ημέρες ή έναν χρόνο, δύο χρόνια, τρία χρόνια ή μπορεί να μη φθάση ποτέ. 

Αυτό εξαρτάται κυρίως από τον νεοφώτιστο, από το κατά πόσον δηλαδή αγωνίζεται και μάλιστα νομίμως, καθώς και από το κατά πόσον έχει σωστή καθοδήγησι από έμπειρο πνευματικό πατέρα. 

Εάν δεν φθάση ποτέ, σημαίνει, κατά την Πατερική παράδοσι, ότι ο άνθρωπος αυτός έχει περιπέσει σε κάποια στασιμότητα πνευματική.

Πατερική Θεολογία ~ π. Ιωάννου Ρωμανίδου
(Μελετήστε το βιβλίο εδώ & εδώ)