ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαία Ελλάδα και χριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρχαία Ελλάδα και χριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

«Λόγος»: Μια λέξη με απέραντο περιεχόμενο


 

Απομαγνητοφώνηση - Μετάφραση Κ. Ν.

https://www.youtube.com

ΟΟΔΕ

 

Υπάρχει μια λέξη στην πρώτη ακριβώς γραμμή ενός από τα Ευαγγέλια. Μια λέξη με την οποία οι μεταφραστές έχουν παλέψει για περισσότερα από 1.500 χρόνια. Και ακόμη και σήμερα, μετά από όλο αυτό το διάστημα, καμία αγγλική λέξη δεν μπορεί να την περιγράψει πλήρως.

Η Βίβλος σας πιθανότατα ξεκινά έτσι. «Εν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ην προς τον Θεό, και Θεός ήν ο λόγος». Αυτό βρίσκεται στο Ιωάννης 1:1.

Τρεις σύντομες προτάσεις ίσως να είναι το πιο πυκνό άνοιγμα σε ολόκληρη την Αγία Γραφή. Και όλα σταματούν ακριβώς στην πρώτη λέξη-κλειδί, «λόγος». Τι παράξενη λέξη για αρχή ενός Ευαγγελίου! Χρησιμοποιούμε την λέξη «λόγος» κάθε μέρα. Ακούγεται απλή, σχεδόν συνηθισμένη. Δεν φαίνεται αρκετά σπουδαία για ένα Ευαγγέλιο.

Και αυτό δεν είναι το μόνο για το οποίο μιλάει ο Ιωάννης, επειδή η λέξη που έγραψε ο Ιωάννης δεν ήταν «λέξη». Ο Ιωάννης έγραψε στα ελληνικά - την αρχική γλώσσα της Καινής Διαθήκης -και η λέξη που χρησιμοποίησε εκεί ήταν «λόγος». Και εδώ είναι που όλα αρχίζουν να γίνονται ενδιαφέροντα.

Ο «λόγος» προέρχεται από το ελληνικό ρήμα «λέγω» που σημαίνει απλώς «ομιλώ».

Έτσι, μπορείτε να φανταστείτε πως ο «λόγος» είναι ακριβώς αυτό – αυτό που εκπέμπεται από το στόμα κάποιου. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο «λόγος» είναι μια από τις πιο εκτεταμένες λέξεις στα αρχαία ελληνικά. Σημαίνει λέξη. Σημαίνει επίσης ομιλία, κάτι που έχει ειπωθεί. Και ταυτόχρονα, σημαίνει αιτία. Η αρχή που οργανώνει την σκέψη, η λογική των πραγμάτων… Μάλιστα η αγγλική λέξη «λογική» (logic) προέρχεται από το «λόγος».

 

Προσέξτε το μέγεθος του προβλήματος του μεταφραστή. Από τη μία πλευρά, ο λόγος είναι ο ήχος που βγαίνει από το στόμα. Από την άλλη, είναι ο λόγος που υπάρχει στο μυαλό - πολύ πριν βγει οποιοσδήποτε ήχος.

Και οι δύο έννοιες ζουν μέσα σε μία μόνο λέξη. Δεν είναι μόνο λέξη, δεν είναι μόνο λόγος, δεν είναι μόνο ομιλία, είναι και τα τρία ταυτόχρονα. Και τα αγγλικά δεν έχουν μία λέξη που να μπορεί να χωρέσει και τα τρία ταυτόχρονα. Γι' αυτό ο αγώνας κράτησε τόσο πολύ.

Όταν η Βίβλος μεταφράστηκε στα λατινικά γύρω στο έτος 400, ένας μεταφραστής ονόματι Ιερώνυμος επέλεξε μια λέξη για τον λόγο, επέλεξε τη λέξη verbum. «In principio erat verbum», (στην αρχή ήταν το ρήμα). Και από αυτό το λατινικό ρήμα προήλθε μια μακρά παράδοση μετάφρασης του «λόγου» ως «λέξη» στις αγγλικές Βίβλους.

Αυτό σημαίνει ότι η επιλογή ενός ανθρώπου πριν από 1600 χρόνια εξακολουθεί να αντηχεί στην λέξη που διαβάζετε στην αγγλική Βίβλο σας σήμερα. Αλλά δεν συμφωνούσαν όλοι με τον Ιερώνυμο. Πριν από αυτόν, γύρω στο έτος 200, ένας Χριστιανός συγγραφέας ονόματι Τερτυλλιανός πίστευε ήδη ότι το «Verbum» ήταν μια αδύναμη μετάφραση. Προτιμούσε μια άλλη λατινική λέξη sermo, που σημαίνει ομιλία, διάλογος, κήρυγμα, συνομιλία, η ζωντανή πράξη της ομιλίας. Γιατί; Επειδή για τον Τερτυλλιανό, ο λόγος δεν ήταν απλώς μια ολοκληρωμένη λέξη που καθόταν ακίνητη. Ήταν επίσης ο λόγος που υπήρχε μέσα στον Θεό, πριν ο Θεός δημιουργήσει οτιδήποτε. Και το «verbum» (ρήμα) από μόνο του έχασε αυτή την πλευρά. Έχασε τον λόγο και κράτησε μόνο τον ήχο.

 

Παρατηρήστε το εξής. Η συζήτηση για το πώς να μεταφραστεί αυτή η μία λέξη είναι σχεδόν τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο Χριστιανισμός. Και υπάρχει για έναν λόγο. Ο λόγος είναι πολύ μεγάλος για να χωρέσει σε ένα μόνο μέρος.

Πριν εμβαθύνουμε, υπάρχει κάτι που αξίζει να παρατηρήσουμε - κάτι που πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν.

Αυτή η λέξη «λόγος» εμφανίζεται συνεχώς στην Καινή Διαθήκη. Εκατοντάδες φορές, αλλά σχεδόν πάντα είναι ακριβώς αυτό. Μια συνηθισμένη λέξη, ένα μήνυμα, μια συζήτηση, το θέμα για το οποίο κάποιος μίλησε. Ο Ιησούς κήρυξε τον λόγο. Οι απόστολοι διακήρυξαν τον λόγο. Όλα αυτά είναι λόγος με την κανονική έννοια.

Αλλά η χρήση του «λόγου» ως ονόματος, ως τίτλου ενός προσώπου, είναι εξαιρετικά σπάνια. Σχεδόν κανείς σε ολόκληρη την Αγία Γραφή το έχει κάνει αυτό. Μόνο ένας συγγραφέας - και αυτός είναι ο Ιωάννης.

Το κάνει στην αρχή του Ευαγγελίου στο Ιωάννης 1:1. Το κάνει ξανά στην πρώτη του μικρή επιστολή όταν γράφει στην Α΄ Ιωάν.1:1 για τον «λόγο της ζωής, αυτόν που ήταν από την αρχή». Και το κάνει για τελευταία φορά στο τέλος της Αγίας Γραφής επειδή υπάρχει μια εντυπωσιακή σκηνή στην Αποκάλ.19:13. Μια μορφή έρχεται καβάλα σε ένα άσπρο άλογο. Το ρούχο του είναι βουτηγμένη στο αίμα και το κείμενο δίνει το όνομά του. Το όνομα με το οποίο ονομάζεται είναι «ο λόγος του Θεού»… ο λόγος του Θεού!

Είναι ο ίδιος τίτλος της αρχής του Ευαγγελίου,  που εμφανίζεται ξανά στο αποκορύφωμα του τελευταίου βιβλίου. Ο Ιωάννης τα ανοίγει και τα κλείνει δείχνοντας το ίδιο όνομα. Αυτός είναι ο τρόπος του. Αυτό είναι η υπογραφή του. Το ερώτημα λοιπόν που πραγματικά έχει σημασία είναι το εξής: Γιατί ο Ιωάννης άνοιξε το Ευαγγέλιό του ακριβώς έτσι; Γιατί έψαξε για αυτή τη λέξη, την πιο ευρεία, την πιο δύσκολη σε μετάφραση λέξη σε όλη την ελληνική γλώσσα;

 

Για να καταλάβετε, επιστρέψτε στις τρεις προτάσεις. Στην αρχή ήταν ο λόγος. Ο λόγος ήταν με τον Θεό. Θεός ήταν ο Λόγος. Ακούγεται απλό. Αλλά κάθε πρόταση κάνει έναν διαφορετικό ισχυρισμό. Και μαζί σχηματίζουν μια από τις πιο τολμηρές δηλώσεις σε όλη την Αγία Γραφή. Η πρώτη πρόταση μιλάει για τον Χρόνο. Στην αρχή, ο Λόγος ήδη υπήρχε. Δώστε προσοχή στο ρήμα υπήρχε. Δεν ήρθε σε ύπαρξη. Δεν δημιουργήθηκε σε μια συγκεκριμένη ημέρα. Όταν όλα όσα υπάρχουν άρχισαν να υπάρχουν, ο Λόγος ήταν ήδη εκεί. "Πριν" από το πρώτο δευτερόλεπτο, ήταν ήδη εκεί.

Η δεύτερη πρόταση μιλάει για Σχέση. Ο Λόγος ήταν με τον Θεό. Και αυτή η μικρή λέξη «με» αλλάζει τα πάντα, επειδή δεν γίνεται να είσαι «με» τον εαυτό σου. Το να είσαι «με» κάποιον προϋποθέτει δύο πρόσωπα. Έτσι, ο Λόγος δεν είναι απλώς το ίδιο πρόσωπο με τον Θεό Πατέρα. Υπάρχει μια διάκριση εκεί. Υπάρχει ένα πρόσωπο με ένα ακόμα πρόσωπο. Κάποιος ήταν «προς τον Θεό».

Και η τρίτη πρόταση κλείνει με έναν τρόπο που κανείς δεν περίμενε.  Θεός ήταν ο Λόγος. Αυτό σημαίνει ότι είναι ταυτόχρονα διακριτός. Ταυτόχρονα είναι «προς τον Θεό». Είναι Θεός. Διακριτός και όμως πλήρως Θεός. Κρατήστε αυτή την ένταση προς το παρόν, επειδή είναι τόσο σημαντική που έγινε μια από τις μεγαλύτερες συζητήσεις σε ολόκληρη την ιστορία του Χριστιανισμού και θα επανέλθουμε σε αυτήν προσεκτικά αργότερα.

Προς το παρόν, απλώς νιώστε το εύρος αυτού που είπε ο Ιωάννης σε τρεις σύντομες προτάσεις. Υπάρχει κάποιος που υπήρχε πάντα. Αυτός ο κάποιος ήταν «προς τον Θεό», και αυτός ο κάποιος είναι Θεός. Αλλά υπάρχει μια κρυφή λεπτομέρεια σε αυτές τις προτάσεις που σχεδόν κάθε αναγνώστης παραβλέπει και ίσως να είναι η πιο όμορφη λεπτομέρεια από όλες.

 

Παλαιά Διαθήκη & Λόγος 

 

Αυτές οι πρώτες λέξεις στην αρχή στα ελληνικά είναι «Εν αρχή» και ο Ιωάννης δεν τις εφηύρε αυτές τις λέξεις. Τις αντέγραψε. Επέστρεψε στην ακριβή αρχή του πρώτου βιβλίου της Αγίας Γραφής. Ανοίξτε την Γένεση 1:1. Εν αρχή ο Θεός δημιούργησε τους ουρανούς και την γη. Στην ελληνική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης (αυτή που διάβαζαν οι πρώτοι Χριστιανοί στην καθημερινή ζωή), αυτό το εδάφιο ξεκινά με τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποίησε ο Ιωάννης, «εν αρχή». Στην αρχή… Νιώθετε αυτό που ένιωσε ο Ιωάννης όταν έγραψε «Εν αρχή ην ο λόγος»; Αμέσως ανάβει μια ανάμνηση στο μυαλό του αναγνώστη. Μας λέει - χωρίς να το γράφει – «θυμηθείτε πώς ξεκίνησαν όλα. Θυμηθείτε εκείνη την πρώτη σελίδα, την δημιουργία του κόσμου.»

Ναι, θα σας πω ποιος ήταν εκεί εκείνη την ημέρα. Και εδώ είναι που ταιριάζει το παζλ, επειδή το ερώτημα αξίζει να τεθεί. Πώς δημιούργησε ο Θεός τον κόσμο στην Γένεση; Με ποιον τρόπο; Κοιτάξτε προσεκτικά. Είπε στην Γένεση 1:3. «και είπε ο Θεός: ‘Γενηθήτω φως’». Και έγινε φως. Ο Θεός δεν σκάλισε το φως σαν ανάγλυφο -  με τα χέρια Του. Δεν συναρμολόγησε το φως όπως κάποιος που συναρμολογεί έπιπλα. Είπε, και το φως απλώς ήρθε.

Και ολόκληρη η αφήγηση της Δημιουργίας σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο λειτουργεί έτσι, από την αρχή μέχρι το τέλος. «Και ο Θεός είπε»… «και ο Θεός είπε»… «και ο Θεός είπε». Η φράση επαναλαμβάνεται. Και κάθε φορά που «μιλάει» ο Θεός, ένα κομμάτι του κόσμου εμφανίζεται από το τίποτα. Αυτό σημαίνει πως το όργανο της δημιουργίας ήταν ο λόγος του Θεού. Ο ίδιος ο λόγος του Θεού είναι αυτός που έφερε στην ύπαρξη το σύμπαν. Και εδώ έρχεται μια λεπτομέρεια από την εβραϊκή γλώσσα που ανοίγει τα πάντα.

Στα εβραϊκά, τη γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης, η λέξη για τον λόγο είναι davar (דָּבָר).

Και το davar είναι μια συναρπαστική λέξη, επειδή δεν σημαίνει μόνο «λέξη». Μπορεί επίσης να σημαίνει «ύλη» και μπορεί να σημαίνει «πράξη», «δράση», «γεγονός». Στον εβραϊκό τρόπο σκέψης, η ομιλία και η πράξη είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα. Ειδικά όταν ο Θεός είναι Αυτός που μιλάει. Ο λόγος του Θεού δεν πλανάται στον αέρα χωρίς αποτέλεσμα. Επιτυγχάνει αυτό που λέει. Γίνεται. Πραγματοποιείται.

 

Υπάρχει μια όμορφη διατύπωση σχετικά με αυτό στον Ησαΐα 55:11. Ο Θεός μιλάει και λέει τα εξής: «ούτως έσται το ρήμά μου, ό εάν εξέλθη εκ του στόματός μου, ου μη αποστραφή, έως αν τελεσθή όσα αν ηθέλησα και ευοδώσω τας οδούς μου και τα εντάλματά μου.»  (Έτσι θα είναι ο λόγος μου, ο οποίος αν εξέλθει από το στόμα μου δεν θα επιστρέψει μέχρι να γίνουν όσα θέλησα, και ευοδώσω τις οδούς μου και τα εντάλματά μου).

Με άλλα λόγια, εξέρχεται ο «λόγος» του Θεού και εκπληρώνει. Εξέρχεται και οικοδομεί. Εξέρχεται και γίνεται πραγματικότητα. Δεν υπάρχει «λόγος του Θεού» που να επιστρέφει «με άδεια χέρια».

Και υπάρχει ένας ψαλμός που τα συγκεντρώνει όλα αυτά σε μία πρόταση.  Ψαλμός 32:6. «τω λόγω του Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν και τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών·» (Διά του λόγου του Κυρίου, έγιναν στέρεοι οι ουρανοί, και δια του πνεύματος του στόματός του έγινε όλη η δύναμη αυτών). Δηλαδή όλοι οι ουρανοί, όλα τα αστέρια έγιναν με ένα προφορικό λόγο του στόματός Του.

Και προσέξτε την λεπτομέρεια που προκαλεί ρίγη. Σε αυτή την ελληνική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης, η λέξη που εμφανίζεται εκεί σε αυτόν τον ψαλμό είναι ακριβώς ο λόγος. (τω λόγω του Κυρίου έγιναν οι ουρανοί.

 

Βλέπετε τι έκανε ο Ιωάννης; Πήρε μια ιδέα που είχε ήδη φυτευτεί από την αρχή μέχρι το τέλος μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Ο λόγος του Θεού που δημιουργεί, ο λόγος του Θεού που κάνει τα πράγματα να συμβούν, η φωνή που έδωσε φως σε ύπαρξη, αυτό το davar, δηλαδή λόγος και δράση ταυτόχρονα.

Ο Ιωάννης τα πήρε όλα αυτά και είπε κάτι που κανένας – οπουδήποτε - είχε πει ποτέ με αυτό τον τρόπο πριν.

Είπε πως αυτός ο δημιουργός λόγος δεν είναι απλώς ένας ήχος που βγαίνει από το στόμα του Θεού. Δεν είναι απλώς μια όμορφη έννοια.  Αυτή η λέξη είναι κάποιος, ένα πρόσωπο. Και αυτό το πρόσωπο ήταν ήδη με τον Θεό από την αρχή της δημιουργίας. Και το πρόσωπο αυτό ήταν Θεός. Η δύναμη που «μίλησε» τον κόσμο στην ύπαρξη έχει ένα πρόσωπο. Έχει μια ταυτότητα. Γι' αυτό το εδάφιο αυτό είναι τόσο υπέρλαμπρο: επειδή μιλάει σε δύο κόσμους ταυτόχρονα, μέσα στην ίδια πρόταση.

Για τον Εβραίο αναγνώστη που μεγάλωσε διαβάζοντας τη Γένεση και τους Ψαλμούς, ο Λόγος αμέσως άγγιξε κάτι οικείο. Ήταν ο δημιουργικός λόγος του Θεού. Ήταν το davar της αρχής. Ήταν η φωνή που είπε: «Γεννηθήτω φως».

 

Ελληνική φιλοσοφία & Λόγος 

 

Αυτός ο αναγνώστης άκουσε το «εν αρχή ην ο λόγος» και ήδη μπορούσε να οσμιστεί ολόκληρη την ιστορία της Δημιουργίας. Αλλά ο Ιωάννης δεν έγραφε μόνο για τους Εβραίους. Υπήρχε ένα άλλο είδος αναγνώστη που έπαιρνε αυτό το Ευαγγέλιο στα χέρια του: ο Έλληνας αναγνώστης. Και για αυτόν, η λέξη «λόγος» δεν έφερε το άρωμα της Γένεσης. Έφερε κάτι εντελώς διαφορετικό. Έφερε αιώνες και αιώνες φιλοσοφίας. Έφερε αίθουσες συζητήσεων, δασκάλους, ολόκληρες σχολές που είχαν περάσει την ζωή τους συζητώντας τι ήταν αυτός ο λόγος που κυβερνούσε το σύμπαν.

Και ακριβώς εκεί, η ιστορία αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη απ’ ό,τι έμοιαζε αρχικά. Ας πάμε στην Ελλάδα περίπου 500 χρόνια πριν από τον Χριστό.

Υπάρχει ένας φιλόσοφος εκεί που ονομάζεται Ηράκλειτος ο οποίος κοιτάζει τον κόσμο και θέτει ένα ερώτημα που ακούγεται απλό αλλά δεν είναι καθόλου απλό: «Γιατί το σύμπαν δεν πέφτει σε αταξία; Γιατί ο ήλιος ανατέλλει κάθε μέρα την σωστή στιγμή; Γιατί υπάρχει τάξη και όχι καθαρό χάος;» Και η απάντησή του ήταν μία λέξη, «λόγος». Ο Ηράκλειτος είπε πως υπάρχει κάποιος λόγος κάτω από τα πάντα - ένας κρυμμένος λόγος, μια λογική που κυβερνά το σύμπαν και κρατάει κάθε πράγμα στην πορεία του. Δεν τον βλέπεις αυτόν τον λόγο με τα μάτια σου, αλλά βρίσκεται εκεί πίσω από όλα όσα δίνουν τάξη στον κόσμο - και η ιδέα αυτή έγινε πολύ δημοφιλής.

Αιώνες αργότερα, μια ομάδα στοχαστών, οι Στωικοί, το πήγαν ακόμα παραπέρα. Για τους Στωικούς, ο Λόγος ήταν κάτι σχεδόν θεϊκό.

Ήταν ένας λόγος που διαπερνούσε ολόκληρο το σύμπαν από άκρη σε άκρη.

Ήταν στον σπόρο που γίνεται δέντρο.

Ήταν στην κίνηση των αστεριών.

Ήταν μέσα στο μυαλό σου, στην ικανότητά σου να σκέφτεσαι.

Ό,τι είχε νόημα είχε νόημα λόγω του «λόγου». Αυτό σημαίνει ότι κάθε μορφωμένος Έλληνας μεγάλωσε ακούγοντας αυτή τη λέξη. Ο «λόγος» δεν ήταν ένας τυχαίος όρος για αυτόν. Ήταν ένα από τα μεγάλα θέματα σοφίας στον κόσμο του.

 

Παρατηρήστε λοιπόν τη σκηνή. Ένας μορφωμένος Έλληνας παίρνει το Ευαγγέλιο και διαβάζει: «Εν αρχή ην ο λόγος». Δεν πάει το μυαλό του στην Γένεση. Δεν μελετά το «γενηθήτω φως». Το μυαλό του πηγαίνει κατευθείαν στην άλλη πλευρά: στον «λόγο» που κρατάει τον κόσμο ενωμένο - η αρχή που ορίζει τα πάντα, αυτό που οι δάσκαλοί του συζητούσαν επί αιώνες στις δημόσιες πλατείες.

Αντιλαμβάνεστε το μέγεθος αυτής της κίνησης; Ο Ιωάννης επέλεξε την μία λέξη σε ολόκληρο το λεξικό η οποία «μιλούσε» και στις δύο πλευρές ταυτόχρονα.

Για τον Εβραίο, ήταν η δημιουργός λέξη της Γένεσης, το davar που κάνει τα πράγματα να συμβαίνουν.

Για τον Έλληνα, ήταν ο λόγος που ορίζει το σύμπαν.

Μία λέξη, δύο κόσμοι που σχεδόν ποτέ δεν μιλούσαν μεταξύ τους. Και ο Ιωάννης πρόκειται να τους συνδέσει και τους δύο με ένα πρόσωπο. Και υπάρχει μια φιγούρα στην πορεία που το κάνει αυτό ακόμα πιο ενδιαφέρον. 

 

Φίλων ο Αλεξανδρεύς

 

Γύρω στην εποχή του Ιησού, ζούσε ένας Εβραίος στοχαστής σε μια πόλη στην Αίγυπτο που ονομαζόταν Αλεξάνδρεια. Το όνομά του ήταν Φίλων. Και αυτός είχε από ένα πόδι σε κάθε κόσμο. Ήταν Εβραίος και διάβαζε τις γραφές του Ισραήλ κάθε μέρα. Αλλά τον έλκυε βαθιά και η ελληνική φιλοσοφία. Και μαντέψτε ποια λέξη χρησιμοποιούσε συνέχεια για να ενώσει τις δύο πλευρές; «Λόγος».

Για τον Φίλωνα ο «λόγος» ήταν ένα είδος γέφυρας μεταξύ του Θεού και του κόσμου. Θεός επάνω, τέλειος, πέρα ​​από τα πάντα. Και ο «λόγος» ενδιάμεσα, που κάνει την σύνδεση μεταξύ ουρανού και γης. Τον ονόμασε μάλιστα «λόγο - τον πρωτότοκο του Θεού, την εικόνα του Θεού». Με άλλα λόγια, ο «λόγος» ήταν στον αέρα. Η ιδέα ενός θεϊκού «λόγου» συνδεδεμένου με τον Θεό, που ενεργεί ως μεσάζων, κυκλοφορούσε ήδη όταν ο Ιωάννης βούτηξε την πένα του για να γράψει.

Αλλά δώστε προσοχή στη διαφορά γιατί είναι τεράστια.

Για τον Φίλωνα, για τους Στωικούς, για τους Έλληνες στο σύνολό τους, ο «λόγος» ήταν πάντα ένα πράγμα, μια αρχή, μια δύναμη, κάτι αφαιρετικό, υψηλό, όμορφο, αλλά απρόσωπο. Ήταν ένα «τι», ποτέ ένα «ποιός».

 

Και ο Ιωάννης τα παίρνει όλα αυτά, και τα αναποδογυρίζει με μια πρόταση. Γιατί λίγα εδάφια αργότερα στο ίδιο κεφάλαιο, διαβάζουμε μια δήλωση που κανείς πουθενά στον αρχαίο κόσμο δεν είχε το θάρρος να πει με αυτόν τον τρόπο.

Βρίσκεται στο Ιωάν.1:14. «Και ο λόγος έγινε σάρκα και κατοίκησε ανάμεσά μας».

Σταματήστε. Διαβάστε το ξανά, και αργά. Ο «λόγος» έγινε σάρκα!

Σκεφτείτε έναν Στωικό που ακούει αυτή την πρόταση. Για αυτόν ο «λόγος» ήταν η καθαρή λογική, καθαρή, τέλεια, που κυβερνούσε τα αστέρια στους ουρανούς. Και τώρα εμφανίζεται ένας άνθρωπος λέγοντας ότι αυτός ο «λόγος» έγινε σάρκα, έγινε δέρμα, κόκκαλο, ιδρώτας, πείνα, κούραση! Για τον ελληνικό τρόπο σκέψης, αυτό ήταν σχεδόν προσβλητικό. Η τέλεια λογική ποτέ δεν θα μαγαριζόταν με ύλη. Δεν θα γινόταν ένα σώμα που αισθάνεται πόνο, αρρωσταίνει και πεθαίνει.

Και σκεφτείτε τώρα τον Εβραίο να ακούει το ίδιο πράγμα. Για αυτόν, ο λόγος του Θεού ήταν άγιος, ισχυρός, δημιουργικός. Η φωνή που έφερε το φως σε ύπαρξη την πρώτη μέρα.

Και τώρα αυτή η λέξη έχει ένα ανθρώπινο πρόσωπο, περπατάει στους σκονισμένους δρόμους της Γαλιλαίας, κάθεται να φάει ψάρι, δακρύζει μπροστά στον τάφο ενός φίλου;;

Ο Ιωάννης απάντησε «ναι» και στις δύο πλευρές: αυτόν τον «λόγο» οι Έλληνες σοφοί αναζητούσαν όλη τους τη ζωή. Και αυτός ο «Λόγος» που έφερε τον κόσμο σε ύπαρξη δεν παρέμεινε ακίνητος μέσα στον ουρανό ως έννοια. Έγινε ανθρώπινος. Είχε ένα όνομα, μια προσφώνηση, μια προφορά, και γνωρίζουμε καλά το όνομα. Είναι ο Ιησούς.

Και δείτε πόσο προσεκτικά κινείται ο Ιωάννης σε αυτή την πρόταση. Δεν έγραψε «ο λόγος ανήρ εγένετο» (πως έγινε άνδρας). Υπήρχε μια απόλυτα κατάλληλη ελληνική λέξη για αυτό, πιο ευγενική, πιο κομψή. Δεν τη χρησιμοποίησε. Διάλεξε την πιο ωμή λέξη που ήταν διαθέσιμη, κύριοι. Σάρξ. Σάρκα που πεινάει, πληγώνεται, αιμορραγεί, αποσυντίθεται. Ο Ιωάννης σκόπιμα κατέβηκε στο έδαφος, σαν να έλεγε: «Μην νομίζετε ότι αυτό ήταν της φαντασίας. Μην νομίζετε ότι μόνο φαινόταν σαν άνθρωπος. Ήταν αληθινή σάρκα, από την κορυφή ως τα νύχια».

Και υπάρχει μια άλλη κρυμμένη λέξη σε αυτό το εδάφιο που αξίζει να ξεκλειδωθεί. «Εσκήνωσε εν ημίν»  Κατοίκησε ανάμεσά μας, λέει η αγγλική μετάφραση. Αλλά το ρήμα που χρησιμοποίησε ο Ιωάννης στα ελληνικά είναι ιδιαίτερο. Είναι το «εσκήνωσε» και προέρχεται από την λέξη σκηνή, κατοικία, κιβωτός.

Έτσι, πολύ κυριολεκτικά ο Ιωάννης έγραψε πως ο «Λόγος» έστησε την σκηνή Του ανάμεσά μας. Έστησε την σκηνή Του δίπλα στις σκηνές μας. Και αυτό δεν είναι ένα απλό, οποιοδήποτε σχήμα λόγου. Είναι μια ανάμνηση φυτεμένη με πρόθεση. Γιατί στο βιβλίο της Εξόδου, όταν ο Ισραήλ διέσχιζε την έρημο, ο Θεός τους διέταξε να χτίσουν μια ειδική σκηνή, την σκηνή του Μαρτυρίου. Και η δόξα του Θεού κατέβηκε και κατοίκησε εκεί - στην μέση της παρεμβολής του λαού. Έτσι έμεινε ο Θεός κοντά τους τότε: μέσα σε μια σκηνή περιτριγυρισμένη από τις σκηνές όλων των άλλων.

Αυτή είναι η σύνδεση που κάνει ο Ιωάννης. Λέει πως στον Ιησού, ο Θεός «έστησε ξανά τη σκηνή Του ανάμεσά μας». Αλλά όχι πια σε μια σκηνή από ύφασμα και δέρματα μέσα στην έρημο. Τώρα μέσα σε ένα ανθρώπινο σώμα, η δόξα που κατοικούσε μέσα στη Σκηνή του Μαρτυρίου ήρθε να κατοικήσει σε ένα Πρόσωπο που περπατούσε και ανέπνεε. Ο Θεός κατασκήνωσε ξανά κοντά στον λαό Του, αλλά με ένα τρόπο που κανείς δεν είχε φανταστεί.

 

Άρειος

 

Τώρα μπορούμε να επιστρέψουμε σε εκείνη την ένταση που έμεινε αιωρούμενη νωρίτερα. Θυμηθείτε την. «Ο λόγος ήταν με τον Θεό και Θεός ήταν ο λόγος». Ξεχωριστός και ταυτόχρονα πλήρως Θεός.  Σας ζήτησα να κρατήσετε αυτήν την ένταση για λίγο.

Λοιπόν, δεν έμεινε μόνο μέσα στο μυαλό σας. Εξερράγη, πάνω σε ολόκληρη την Ιστορία του Χριστιανισμού.

Γύρω στη δεκαετία του 300, ένας Χριστιανός ηγέτης ονόματι Άρειος άρχισε να διδάσκει κάτι νέο. Είπε ότι ο «Λόγος», ο Υιός, δεν ήταν αληθινά Θεός. Ήταν το ανώτερο απ' όλα τα πλάσματα, το πρώτο που δημιούργησε ο Θεός. Το πιο ένδοξο μεν, αλλά παρά ταύτα, ένα δημιούργημα. Και ο Άρειος τόνισε μάλιστα μια φράση. «Υπήρξε μια εποχή» - είπε – «που ο γιος δεν υπήρχε»· και η απάντηση ήρθε από την πρώτη ακριβώς γραμμή του Ιωάννη. «Εν αρχή ην ο λόγος». Από την αρχή ήταν ο λόγος. Προσέξτε για άλλη μια φορά το ρήμα. Ήταν. Δεν λέει ότι δημιουργήθηκε. Δεν λέει ότι ήρθε σε ύπαρξη σε μια συγκεκριμένη ημέρα. Λέει ότι ήταν ήδη, πριν από οποιαδήποτε αρχή. Και αν ήταν ήδη όταν άρχισαν όλα, τότε δεν μπορεί να είναι μέρος όσων δημιουργήθηκαν. Η ίδια η γραμματική του εδαφίου κλείνει την πόρτα κατάμουτρα στην ιδέα του Άρειου.

Αυτή η διένεξη ήταν τόσο μεγάλη, τόσο βαρυσήμαντη, που έφερε κοντά Χριστιανούς ηγέτες από όλο τον κόσμο σε μια πόλη που ονομάζεται Νίκαια για να αποφασίσουν για το θέμα μια και καλή. Και η απόφασή τους αντηχεί ακόμα και σήμερα, μέσα στο Σύμβολο της Πίστεως που πολλές εκκλησίες συνεχίζουν να απαγγέλλουν δυνατά. Ο Υιός είναι της ίδιας ουσίας με τον Πατέρα. Δεν δημιουργήθηκε. Είναι Θεός από τον Θεό, φως από το φως.

 

Και εδώ έρχεται μια τελευταία μικροσκοπική λεπτομέρεια που δείχνει την ακρίβεια του Ιωάννη. Σε αυτή την τρίτη πρόταση, «Θεός ην ο λόγος» στα ελληνικά είναι γραμμένη με τρόπο που κρατά και τα δύο άκρα ταυτόχρονα. Επιβεβαιώνει πως ο Λόγος είναι Θεός, πλήρως θεϊκός και αμείωτος. Όμως είναι γραμμένο με τρόπο που δεν «μπερδεύει» τον Λόγο με τον Πατέρα. Δεν είναι το ίδιο πρόσωπο. Είναι ξεχωριστοί, και οι δύο είναι Θεός. Η ένταση που έμοιαζε με ελάττωμα, σαν λάθος γραφής, δεν ήταν καθόλου λάθος. Ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε να πει, λέξη προς λέξη.

Και εδώ πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Η Γραφή δεν σταματά να εξηγεί πώς λειτουργεί αυτό. Ο Ιωάννης δεν κάθεται μαζί μας για να διαλύσει το μυστήριο βήμα προς βήμα με ένα διάγραμμα. Απλώς επιβεβαιώνει και τα δύο πράγματα πλάι -πλάι και αφήνει την ένταση να παραμένει ως έχει. Ο Λόγος ήταν προς τον Θεό – μαζί Του. Θεός ήταν και ο Λόγος. Δέξου το, ή  παραιτήσου.

Και ίσως - ακριβώς επειδή δεν χωράει μέσα σε μια εύκολη εξήγηση -  γι' αυτό αυτή η πρόταση έχει διανύσει 2.000 χρόνια χωρίς να έχει χάσει την δύναμή της. 

 

Γυρίστε λοιπόν πίσω στην αρχή, σε εκείνη την απορία που μας τριγυρίζει από την αρχή. Γιατί άρχισε ο Ιωάννης το Ευαγγέλιό του με την πιο δύσκολη για μετάφραση ελληνική λέξη;

Τώρα μπορούμε να δούμε την απάντηση. Δεν ήταν για να κάνει τη ζωή σας περίπλοκη. Ήταν επειδή καμία μικρότερη λέξη δεν μπορούσε να μεταφέρει το μήνυμα. Ο Ιωάννης χρειαζόταν μια λέξη που να μιλάει για την Δημιουργία και την Λογική ταυτόχρονα. Μια λέξη που να άγγιζε τον Εβραίο και τον Έλληνα χωρίς να αλλάζει το θέμα. Μια λέξη που να μεταφέρει την φωνή της Γένεσης και την αναζήτηση των φιλοσόφων ταυτόχρονα. Και υπήρχε μία λέξη, μόνο μία, ικανή να το κάνει αυτό. Η λέξη «λόγος». Και δείτε τι έχτισε με αυτήν.

Ο «Λόγος» που έφερε το φως σε ύπαρξη δεν ήταν μια τυφλή δύναμη πλανώμενη μέσα στο σκοτάδι. Ο «λόγος» που οι σοφοί αναζητούσαν όλη τους τη ζωή δεν ήταν μια ψυχρή, μακρινή ιδέα χωρίς καρδιά. Πίσω από την φωνή που έλεγε, «Γενηθήτω φως», υπήρχε κάποιος. Πίσω από την λογική που κρατά το σύμπαν όρθιο, υπήρχε ένα Πρόσωπο.  Και αυτός ο «κάποιος» δεν παρακολουθούσε την Δημιουργία από μακριά. Εισήλθε μέσα σε αυτήν, έστησε την σκηνή Του, έγινε σάρκα, περπάτησε πάνω στο χώμα στη σκόνη που ο Ίδιος είχε φέρει σε ύπαρξη.

Γι' αυτό οι μεταφραστές πάλευαν επί 1500 χρόνια για μία λέξη.

Λέξη, ρήμα, verb, sermo, word.... Κανένα από αυτά δεν περιέχει από μόνο του όλα όσα είχε τοποθετήσει ο Ιωάννης εκεί, στην πρώτη γραμμή.

Και σκεφθείτε το εξής. Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Ίσως το γεγονός ότι αυτή η λέξη είναι πολύ «μεγάλη» για να χωρέσει μέσα σε μια μετάφραση είναι ο πιο ειλικρινής τρόπος που υπάρχει, για να υποδείξει «κάποιον» που ήταν ανέκαθεν πολύ Μέγας για να χωρέσει μέσα στον κόσμο.

Εν αρχή ην ο λόγος. Πέντε λέξεις μέσα στην Βίβλο σας, μια έννοια κάτω από καθεμία από τις πέντε.

Και τώρα όταν ανοίξετε το Ευαγγέλιο του Ιωάννη και τα μάτια σας πέσουν ξανά σε αυτή τη γραμμή, δεν θα την διαβάσετε με τον ίδιο τρόπο. Θα ξέρετε πλέον «ποιος» ήταν εκεί εν αρχή. Θα ακούσετε την Γένεση και την ελληνική φιλοσοφία να μιλούν μέσα σε μία μόνο λέξη.

Και θα θυμάστε ότι αυτή η λέξη – Λόγος – μια μέρα έγινε άνθρωπος και ήρθε και σκήνωσε ανάμεσά μας.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Ήταν αντίστοιχος καθηγητής πανεπιστημίου, φιλόσοφος, δάσκαλος στο "κέντρο του κόσμου". Πήρε ανοιχτά θέση, μαρτύρησε και έγινε άγιος.

 

Για την εποχή του ήταν αντίστοιχος καθηγητής πανεπιστημίου. Φιλόσοφος με πολλές αναζητήσεις, κατέληξε στον χριστιανισμό μετά από περιπλανήσεις, έγινε δάσκαλος Φιλοσοφίας στη Ρώμη, έγραψε δύο Απολογίες υπέρ των διωκόμενων χριστιανών προς Ρωμαίους αυτοκράτορες και τελικά συνελήφθη μαζί με ομάδα φοιτητών του & μαρτύρησαν (θανατώθηκαν), εφόσον δεν αρνήθηκαν την πίστη τους.
Επίσης το έργο του συνέβαλε στην κατανόηση και διατύπωση της χριστιανικής θεολογίας για τα δεδομένα μόλις του 2ου αιώνα μ.Χ. Όχι τόσο άρτια όσο των μεγάλων Πατέρων του 4ου αιώνα, αλλά σημαντικά για την εποχή του, που δεν υπήρχαν ακόμη πολλά μεγάλα χριστιανικά θεολογικά έργα πλην της Καινής Διαθήκης.
Είναι ο άγιος της 1η Ιουνίου, Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Μάρτυς. [πηγή]
 
Ο βίος του:
 
Ὁ «θαυμασιώτατος» Ἰουστίνος, κατὰ τὸν μαθητή του Τατιανό, ἐγεννήθηκε στὴ Φλαβία Νεάπολη τῆς Παλαιστίνης, στὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου αἰῶνος μ.Χ., ἀπὸ γονεῖς Ἕλληνες εἰδωλολάτρες, τὸν Πρίσκο Βάκχιο, καὶ μητέρα, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα ἀγνοοῦμε. Ὁ Μεθόδιος Ὀλύμπου τὸν μνημονεύει ὡς ἄνδρα μὴ ἀπέχοντα πολὺ τῶν Ἀποστόλων οὔτε κατὰ τὸ χρόνο οὔτε κατὰ τὴν ἀρετή. Πράγματι δὲ ὁ χρόνος γεννήσεώς του δύναται νὰ τοποθετηθεῖ περὶ τὸ 110 μ.Χ., ἐφ’ ὅσον τὸ 135 μ.Χ., κατὰ τὴ συζήτηση πρὸς τὸν Τρύφωνα, παρουσιάζεται νὰ ἔχει περατώσει ἤδη τὶς φιλοσοφικές του σπουδὲς καὶ πρὸς τὸ τέλος τους νὰ ἔχει προσελκυσθεῖ στὴ Χριστιανικὴ πίστη.
 
Προικισμένος μὲ ἐξαιρετικὴ πνευματικὴ ἀνησυχία καὶ φιλομάθεια, ὁ νεαρὸς Ἰουστίνος ἀσχολήθηκε καὶ ἐμβάθυνε στὶς δοξασίες τῶν Στωικῶν, τῶν Ἐπικουρείων, τῶν Περιπατητικῶν, τῶν Πυθαγορείων καὶ τῶν Πλατωνικῶν φιλοσόφων. Μὲ ἀκόρεστη ἐπιθυμία, ἤθελε νὰ γνωρίσει ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ εὕρει τὴν πραγματικὴ ἱκανοποίηση. Τότε ὁ Θεός, μὲ θαυμαστὴ ἐπέμβαση, τὸν ὁδήγησε στὶς πηγὲς τῆς ἀλήθειας, στὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή, τὸ 135 μ.Χ.
 
Καθὼς διηγεῖται ὁ ἴδιος, ὁ Θεὸς τὸν ἐφώτισε μὲ κάποιο Χριστιανὸ πρεσβύτη, «πρᾶον καὶ σεμνὸν τὸ ἦθος». Ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος γέροντας τοῦ ἀποκάλυψε πόσο πτωχὲς ἦταν οἱ θεωρίες τῶν ἀνθρώπων μπροστὰ στὴν πραγματικὴ ἀλήθεια, τὴν ὁποία διδάσκει ὁ Θεός.
Ὁ Ἰουστίνος ἀποφασίζει νὰ μελετήσει τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ νὰ ἐμβαθύνει στὸ θεῖο λόγο. Χωρὶς νὰ πάψει νὰ φιλοσοφεῖ καὶ νὰ φορεῖ φθαρμένο χιτώνα, τὸν τρίβωνα, ποὺ ἐφοροῦσαν οἱ φιλόσοφοι, καταλάμπεται ἀπὸ τὴ Χριστιανικὴ πίστη, «τὴν μόνην φιλοσοφίαν τὴν ἀληθῆ καὶ ἀσύμφορον», στὴν ὁποία ἀποφασίζει νὰ διαθέσει πλέον τὴν ὑπόλοιπη ζωή του.
 
Ὁ Ἰουστίνος ἁρματωμένος μὲ τὰ ὅπλα τὰ πνευματικά, ἀποφασίζει νὰ στήσει στὴ Ρώμη τὸ πνευματικό του στρατηγεῖο. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐξαπλώνει σφοδρὲς ἐπιθέσεις κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως. Στὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια τῶν διωγμῶν, οἱ κατατρεγμένοι Χριστιανοὶ τῆς Ρώμης εὑρίσκουν στὸ πρόσωπό του τὸν ἔνθερμο ἀπολογητὴ καὶ ἀκούραστο ὑποστηρικτή. Ὁ Ἰουστίνος ἀπὸ τὴν ἀνεξάντλητη φαρέτρα του ἀντλεῖ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀποστομώνει τοὺς φιλοσόφους, ποὺ διέβαλαν τὸν Χριστιανισμό. Τοὺς ἐλέγχει, γιατὶ κατηγοροῦν τὸν Χριστιανισμὸ χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζουν.
 
Σημαντικότατο εἶναι καὶ τὸ ἔργο του «Διάλογος πρὸς Τρύφωνα», τὸ ὁποῖο περιέχει τὴ διήμερη θεολογικὴ συζήτηση ποὺ εἶχε μὲ τὸν Ἰουδαῖο Τρύφωνα, ὁ ὁποῖος εἶχε φύγει ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη λόγῳ τοῦ πολέμου (132 – 135 μ.Χ.) καὶ ἦταν ἐπισκέπτης στὴν πόλη ὅπου ἐσπούδαζε ὁ Ἰουστίνος. Ὅταν ἀντιλήφθηκε ὅτι κάτω ἀπὸ τὸ φιλοσοφικὸ ἔνδυμα τοῦ νεαροῦ Ἰουστίνου κρυβόταν ἕνας Χριστιανός, τὸν εἰρωνεύθηκε. Ἐπακολούθησε διήμερη συζήτηση, τῆς ὁποίας τὸ ὑποτιθέμενο περιεχόμενο περιελήφθηκε στὸ ἔργο «Διάλογος πρὸς Τρύφωνα». Δεδομένου ὅτι ὁ Τρύφων εἶχε ἀποφύγει «τὸ νῦν γενόμενον πόλεμον», ἡ συζήτηση πρέπει νὰ ἔγινε τὸ 136 μ.Χ.
 
Δὲν ἄργησαν ὅμως νὰ φανοῦν οἱ ἐναντίον τοῦ Ἁγίου ἀντιδράσεις. Οἱ φιλόσοφοι, ποὺ ἔχαναν συνεχῶς ἔδαφος καὶ οἱ ἄλλοι ἐχθροί του, τὸν διέβαλαν στὸν αὐτοκράτορα Μάρκο Αὐρήλιο (161 – 180 μ.Χ.). Ὁ Μάρτυς Ἰουστίνος ἐκφράζει τὴν ὑποψία ὅτι ἐπρόκειτο νὰ καταδοθεῖ στὶς πολιτικὲς ἀρχὲς ἀπὸ τὸν κυνικὸ φιλόσοφο καὶ μεγαλορρήμονα Κρήσκεντα, ὁ ὁποῖος ἐφθονοῦσε τὴν αὔξηση τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστιανοῦ διδασκάλου καὶ διέβλεπε κίνδυνο ἀπορροφήσεως τῶν μαθητῶν του ὑπὸ τοῦ Χριστιανισμοῦ.
 
Φαίνεται ὅτι, μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ Πτολεμαίου, μαθητοῦ του πιθανῶς, περὶ τὸ 160 μ.Χ., ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴ Ρώμη ἀπὸ φόβο γιὰ τὴ σύλληψή του καὶ ὅτι ἐπέστρεψε ἐκεῖ ἀργότερα, ἀφοῦ ἤδη εἶχε κοπάσει ὁ θόρυβος, διότι κατὰ τὴν ἀνάκρισή του πρὸ τοῦ μαρτυρίου ἐδήλωσε ὅτι διέμεινε κατὰ δύο περιόδους στὴ Ρώμη. Ἀλλ’ ὁ Ἰουστίνος ἀποφασίζει νὰ ἀπολογηθεῖ γιὰ τὴ διωκόμενη πίστη στὸν αὐτοκράτορα καὶ τὴ Ρωμαϊκὴ σύγκλητο. Οἱ δύο του Ἀπολογίες ἀποτελοῦν πραγματικὰ διαμάντια τῆς Χριστιανικῆς Ἀπολογητικῆς.
 
Εικ. του μεγάλου αγιογράφου του 16ου αι. Θεοφάνους του Κρητός 
 
Στὴν πρώτη Ἀπολογία του, τὴν ὁποία ἀπευθύνει στὸν αὐτοκράτορα Ἀντωνίνο, τὰ παιδιά του καὶ τὴ Ρωμαϊκὴ σύγκλητο, κάνει γνωστὸ τὸ τί πιστεύουν οἱ Χριστιανοί, ἀνασκευάζει τὶς ἐναντίον του κατηγορίες τῶν Ἐθνικῶν, περιγράφει τὸν τρόπο τῆς Χριστιανικῆς λατρείας καὶ προσπαθεῖ μὲ νηφαλιότητα, εὐγένεια καὶ χωρὶς ρητορικὰ σχήματα νὰ τοὺς πείσει νὰ σταματήσουν τοὺς διωγμούς. 
 
Ὁ ἱερὸς ἀπολογητής, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἐβίωνε πλήρως τὴν ἐκκλησιαστικὴ λειτουργικὴ καὶ μυστηριακὴ ζωή, ἰδίως στὰ τελευταῖα κεφάλαια τῆς πρώτης Ἀπολογίας του, ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ καθαρῶς ἀπολογητικὰ πλαίσια καὶ ὅρια καὶ μεταβάλλεται σὲ ἄριστο μυσταγωγὸ καὶ σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς πρωτοπόρους σκαπανεῖς τῆς ἱστορίας τῆς θεολογίας τῆς Χριστιανικῆς λατρείας. Ὁ ἱερὸς Ἰουστίνος τόσο στὴ μνημονευθεῖσα Ἀπολογία του, ὅσο καὶ περιστατικὰ σὲ μερικὰ σημεῖα τοῦ λοιποῦ συγγραφικοῦ του ἔργου παρέχει ἀνεκτίμητες πληροφορίες περὶ τῆς Χριστιανικῆς λατρείας τῆς ἐποχῆς του, προβάλλοντας τὸν ἑορτασμὸ τῆς Κυριακῆς, ὡς καὶ τὴν τελεσιουργία καὶ συνοπτικὴ θεολογία τῶν ἱερῶν μυστηρίων τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
 
Ἡ ἡμέρα τῆς Κυριακῆς θεωρεῖται ὡς πρώτη ἡμέρα τῆς καινῆς ἐν Χριστῷ κτίσεως. Ἡ Θεία Λειτουργία γίνεται ἡ ἐμψυχοῦσα τὴν διακονία ἐντελέχεια, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴ διάρκεια τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως «οἱ εὐποροῦντες... καὶ βουλόμενοι κατὰ προαίρεσιν ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ ὃ βούλεται δίδωσι, καὶ τὸ συλλεγόμενον παρὰ τῷ προεστῶτι ἀποτίθεται, καὶ αὐτὸς ἐπικουρεῖ ὀρφανοῖς τε καὶ χήραις, καὶ τοῖς διὰ νόσον ἢ δι’ ἄλλην αἰτίαν λειπομένοις, καὶ τοῖς ἐν δεσμοῖς οὖσι, καὶ τοῖς παρεπιδήμοις οὖσι ξένοις, καὶ ἁπλῶς πᾶσι τοῖς ἐν χρείᾳ οὖσι κηδεμὼν γίνεται».
Ὅσον ἀφορᾶ στὸ Βάπτισμα, ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος πληροφορεῖ ὅτι «τοῦ ὑπὲρ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ἀναγέννησιν λουτροῦ» προηγεῖται κατήχηση. Ὡσαύτως τοῦ Βαπτίσματος προηγοῦντο προσευχὴ καὶ νηστεία τόσο τῶν βαπτιζομένων, ὅσο καὶ τῶν λοιπῶν πιστῶν.
 
Στὴ δεύτερη Ἀπολογία του, τὴν ὁποία ἀπευθύνει στὴ Ρωμαϊκὴ σύγκλητο, ἀποδεικνύει ὅτι οἱ Χριστιανοὶ διώκονται, ἐπειδὴ πιστεύουν στὴν ἀλήθεια καὶ ζοῦν ἐνάρετη ζωὴ καὶ ὄχι γιὰ κάτι ἀξιόποινο.
 
 
 
Ὅμως οἱ Ἀπολογίες τοῦ Μάρτυρος Ἰουστίνου δὲν μετέτρεψαν τοὺς εἰδωλολάτρες, καθ’ ὅσον ἐπὶ ἐπάρχου Ρώμης τοῦ Ἰουνίου Ρουστικοῦ (162 – 167 μ.Χ.), ἄλλοτε παιδαγωγοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Μάρκου Αὐρηλίου, πιθανῶς τὸ 165 μ.Χ., ἀποκεφαλίσθηκε μαζὶ μὲ ὁμάδα μαθητῶν του (οἱ Ἅγιοι Εὐέλπιστος, Ἱέρακας, Ἰούστος, Λιβεριανός, Παίωνας, Χαρίτων καὶ Χαρίτη οἱ Μάρτυρες).
Στὸ κοιμητήριο τῆς Πρισκίλλης εὑρέθηκε λίθος ἐνεπίγραφος ποὺ ἔφερε τὰ γράμματα ΜΧΟΥΣΤΙΝΟΣ, δηλαδὴ Μάρτυς Ἰουστίνος, ὁ ὁποῖος ἴσως ἐκάλυπτε τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου.
 
Ὄχι μικρὸς ἀριθμὸς ἄλλων ἔργων τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἰουστίνου, μαρτυρουμένων ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιο ἢ ἀπὸ μεταγενέστερους συγγραφεῖς, ἔχουν χαθεῖ. Τὰ ἔργα αὐτὰ εἶναι: «Σύνταγμα κατὰ πασῶν τῶν αἱρέσεων», «Κατὰ Μαρκίωνος», «Περὶ ψυχῆς», «Πρὸς Ἔλληνας», «Ἔλεγχος πρὸς Ἕλληνας», «Περὶ μοναρχίας Θεοῦ», «Περὶ Ἀναστάσεως», «Ἑρμηνεία εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν», «Ψάλτης», «Πρὸς Σοφιστὴν Εὐφράσιον περὶ προνοίας καὶ πίστεως», «Διάλογος πρὸς Κρήσκεντα», «Πρὸς Ἰουδαίους».
 
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Φιλοσοφίας ταῖς ἀκτῖσιν ἐκλάμπων, θεογνωσίας ὑποφήτης ἐδείχθης, σοφῶς παραταξάμενος κατὰ τῶν δυσμενῶν· σὺ γὰρ ὡμολόγησας, ἀληθείας τὴν γνῶσιν, καὶ Μαρτύρων σύσκηνος, δι’ ἀθλήσεως ὤφθης· μεθ’ ὧν δυσώπει πάντοτε Χριστόν, ὦ Ἰουστῖνε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
 
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τὸν ἀληθῆ, τῆς εὐσεβείας κήρυκα, καὶ εὐκλεῆ, τῶν μυστηρίων ῥήτορα, Ἰουστῖνον τὸν φιλόσοφον, μετ’ ἐγκωμίων εὐφημήσωμεν· δυνάμει γὰρ σοφίας τε καὶ χάριτος, τὸν λόγον κατετράνωσε τῆς πίστεως, αἰτούμενος πᾶσι θείαν ἄφεσιν.
 
Μεγαλυνάριον.
Χάριτι σοφίας καταυγασθείς, ὡς αὐτοσοφίαν, ἐθεράπευσας τὸν Χριστόν, ὑπὲρ οὗ ἐνδόξως, ἀθλήσας Ἰουστῖνε, σὺν τούτῳ εἰς αἰῶνας, δοξάζῃ ἔνδοξε.
 

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Υπατία η Αλεξανδρινή & Ημέρα της Γυναίκας

 

Μητροπολίτης Χονγκ Κονγκ & ΝΑ Ασίας Νεκτάριος

Η Υπατία της Αλεξάνδρειας παρουσιάζεται κάθε 8η Μαρτίου ως σύμβολο: άλλοτε ως «μάρτυρας της επιστήμης», άλλοτε ως αφορμή για γενικευτικές καταδίκες της Εκκλησίας. Πέρα όμως από τις ιδεοληψίες και τους μύθους, ποιά ήταν η Υπατία και ποιά η αλήθεια για τον φρικτό θάνατό της σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές;
Η ιστορική Υπατία (τέλη 4ου–αρχές 5ου αι.) ήταν εξέχουσα φιλόσοφος στο περιβάλλον της Αλεξάνδρειας, κόρη του μαθηματικού Θέωνα. Συνδέεται με τη νεοπλατωνική παράδοση και φαίνεται πως δίδασκε μαθηματικά και φιλοσοφία σε κύκλο μαθητών όπου υπήρχαν και χριστιανοί. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Συνέσιου της Κυρήνης, ο οποίος αργότερα έγινε επίσκοπος και στις επιστολές του μιλά με σεβασμό για τη δασκάλα του και τη συμβουλευτική της παρουσία.
Για το συγγραφικό ή επιστημονικό της έργο γνωρίζουμε λιγότερα απ’ όσα συνήθως υποστηρίζουν ορισμένοι στα social media: δεν έχουν σωθεί έργα της, και η εικόνα που προκύπτει από τη σύγχρονη έρευνα είναι ότι η συμβολή της ήταν κυρίως διδακτική και ερμηνευτική, μέσα από σχόλια και εξηγήσεις της ελληνιστικής μαθηματικής και αστρονομικής παράδοσης. Αυτό δεν την μειώνει· εκείνη την εποχή, η διδασκαλία και η διαμόρφωση μαθητών ήταν κεντρικός τρόπος άσκησης της φιλοσοφίας.
 
Ο φρικτός θάνατός της το 415 μ.Χ. περιγράφεται από τον Σωκράτη Σχολαστικό, χριστιανό ιστορικό κοντά στα γεγονότα, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζει τη δολοφονία ως γεγονός που εξέθεσε την πόλη και προκάλεσε ντροπή. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, η Υπατία δολοφονήθηκε από όχλο σε κλίμα πολιτικής σύγκρουσης: είχε στενή σχέση με τον έπαρχο Ορέστη, και κάποιοι πίστεψαν ότι «εμπόδιζε» τη συνεννόηση ανάμεσα στον Ορέστη και τον επίσκοπο Κύριλλο. 
Η Αλεξάνδρεια ήταν πόλη με συχνά ξεσπάσματα βίας και οχλοκρατίας, όπου πλήθη στράφηκαν σε διαφορετικές στιγμές εναντίον διαφορετικών στόχων, ακόμη και εναντίον επισκόπων, όπως του Γεωργίου και του Προτέριου· αυτό δεν κάνει λιγότερο αποτρόπαιο το έγκλημα, αλλά βοηθά να καταλάβουμε ότι το πλαίσιο ήταν βαθιά πολιτικοκοινωνικό.
Χρειάζεται, πάντως, προσοχή σε έναν ισχυρισμό που επαναλαμβάνεται συχνά: οι ιστορικές πηγές δεν μας δίνουν τεκμηριωμένα στοιχεία για ρητή «εντολή» του Κυρίλλου να δολοφονηθεί η Υπατία. Σε αρκετές νεότερες αφηγήσεις ο Κύριλλος παρουσιάζεται ως ο άμεσος οργανωτής, όμως αυτό δεν προκύπτει καθαρά από τις βασικές μαρτυρίες για τα γεγονότα. Επιπλέον, στη νεότερη βιβλιογραφία αναφέρεται το γεγονός ότι, την ημέρα που συνέβη το έγκλημα, ο Κύριλλος δεν βρισκόταν στην πόλη. Σε κάθε περίπτωση, δεν φαίνεται να καταγράφεται κάποια επίσημη κατηγορία ή διαδικασία που να τον καθιστά προσωπικά υπεύθυνο για τη δολοφονία. Αυτό δεν σβήνει το βίαιο κλίμα και τις συγκρούσεις της εποχής· απλώς μας κρατά μακριά από βιαστικά συμπεράσματα που δεν στηρίζονται επαρκώς στις πηγές.
 
Υπεύθυνος για την “δεύτερη καριέρα” της Υπατίας στη νεότερη δημόσια σφαίρα είναι ο Άγγλος λόγιος John Toland. Στην αυγή του Διαφωτισμού, αξιοποίησε την Υπατία λιγότερο ως αντικείμενο ψύχραιμης ιστορικής ανασύνθεσης και περισσότερο ως ρητορικό παράδειγμα για ένα συγκεκριμένο αφήγημα: ότι η ελεύθερη σκέψη, η κλασική παιδεία και η φιλοσοφική συζήτηση μπορούν να συντριβούν όταν η θρησκευτική εξουσία γίνεται πολιτική δύναμη και τροφοδοτεί μισαλλοδοξία. Στο έργο του Hypatia (1720) την περιγράφει ως υποδειγματικά ενάρετη, σεμνή και εξαιρετικά μορφωμένη, ώστε το πρόσωπό της να λειτουργεί ως “αθώος μάρτυρας” της λογικής, ενώ την ίδια στιγμή μεταφέρει το κέντρο βάρους της αφήγησης στη βία του κλήρου και του όχλου της Αλεξάνδρειας. 
Έτσι, η ιστορία της Υπατίας γίνεται εργαλείο πρώιμης διαφωτιστικής πολεμικής υπέρ της ανεκτικότητας και κατά της εκκλησιαστικής επιρροής: ένα γεγονός της ύστερης αρχαιότητας αναπλάθεται σε διδακτικό παράδειγμα για τα διλήμματα της δικής του εποχής, με αντιθέσεις πιο απόλυτες και με πολύ λιγότερη ιστορική αξιοπιστία.
Ο Βολταίρος πατά πάνω σε αυτή την πρώιμη διαφωτιστική χρήση της Υπατίας και την κάνει ακόμη πιο αποτελεσματική για το κοινό του: παίρνει ένα επεισόδιο της ύστερης αρχαιότητας και το μετατρέπει σε καθαρό παράδειγμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην πνευματική καλλιέργεια και στον φανατισμό που γεννά η σύμπλεξη θρησκευτικής αυθεντίας και πολιτικής ισχύος. Εκεί που ο Toland ήδη “στήνει” την Υπατία ως ενάρετη, σεμνή και εξαιρετικά μορφωμένη μορφή ώστε να υπηρετήσει το επιχείρημα υπέρ της ανεκτικότητας, ο Βολταίρος ενσωματώνει την ιστορία της σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα κριτικής απέναντι στη μισαλλοδοξία και στην εκκλησιαστική επιρροή, με στόχο να προκαλέσει ηθική αγανάκτηση και να ενισχύσει τη διαφωτιστική απαίτηση για λογική, μέτρο και ελευθερία της σκέψης.
Με αυτόν τον τρόπο η Υπατία, από πρόσωπο που στις αρχαίες πηγές φαίνεται δεμένο και με τις πολιτικές αντιπαραθέσεις της Αλεξάνδρειας, μετακινείται στη νεότερη δημόσια σφαίρα ως εμβληματική “υπόθεση”: λιγότερο μια σύνθετη ιστορική προσωπικότητα και περισσότερο ένα σύμβολο της διαφωτιστικής αντιπαράθεσης με τη μισαλλοδοξία και τον δογματισμό.
Τέλος, έχει νόημα να θυμόμαστε πως η σύγχρονη εικόνα της Υπατίας έχει φορτωθεί με επιθυμίες και σύμβολα άλλων εποχών: παρουσιάζεται συχνά ως “πρωτοφεμινίστρια”, ως “μάρτυρας του ορθού λόγου” ή ως πρωτοπόρος επιστήμονας με ανακαλύψεις που δεν τεκμηριώνονται. Η ιστορική Υπατία, όμως, είναι ήδη αρκετά σημαντική χωρίς να την μετατρέψουμε σε χαρακτήρα που απαντά στα δικά μας σημερινά συνθήματα. Αν θέλουμε να την τιμήσουμε, ας το κάνουμε με σεβασμό στα δεδομένα: ως σπουδαία δασκάλα και διανοούμενη που παγιδεύτηκε σε μια σύγκρουση εξουσίας και σε μια πόλη όπου η οχλοκρατία μπορούσε να καταστρέψει ζωές—και όπου η ιστορία είναι πιο σύνθετη από έναν βολικό μύθο.
 
Συμπλήρωμα

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Τ σ ι κ ν ο π έ μ π τ η: το μοναδικό κατάλοιπο γιορτής του Δία, που διέσωσε η λαϊκή μας Παράδοση

 
 
Γιώργης Καλογεράκης
Συγγραφέας – Εκπαιδευτικός

facebook

Στο αρχαίο ελληνικό ημερολόγιο κυριαρχούσε την εποχή αυτή ο μήνας Ανθεστηρίων (ανάμεσα σε Φλεβάρη και Μάρτη στο σύγχρονο ημερολόγιο), με πλήθος φυσιολατρικών γιορτών για τον χειμώνα που φεύγει και την άνοιξη που έρχεται! Κυρίαρχη θεότητα των γιορτών αυτών ήταν ο θεός Διόνυσος, της βλάστησης, της γονιμότητας, του κεφιού και της χαράς, του κρασιού και της ιερής μέθεξης! Οι γιορτές αυτές του Διονύσου καλύφθηκαν τη χριστιανική εποχή από τις Απόκριες, που στο αυστηρό τυπικό τους ήταν ένα προστάδιο για το πέρασμα στη Σαρακοστή και στο Πάσχα. Ωστόσο, οι μεταμφιέσεις, κυρίως σε τράγους το ιερό ζώο του Διόνυσου, μετατράπηκαν στους σύγχρονους μασκαράδες και ο ίδιος ο θεός έγινε Καρνάβαλος!
 
Στη μέση των γιορτών αυτών υπήρχε και μια μέρα τιμής για τον Δία, την υπέρτατη θεότητα που γέννησε τον Διόνυσο από τον μηρό του (Διόνυσος = Διός νύσος). Οι αρχαίοι Έλληνες, πολύ πριν τους Εβραίους ή άλλους λαούς, είχαν καθιερώσει τη βδομάδα, μια μονάδα χρόνου ανάμεσα στο 24ωρο (μέρα) και τις διαδοχικές Πανσελήνους (μήνα). Έδωσαν μάλιστα και τα ονόματα των θεών τους στις μέρες, που είχαν την παρακάτω αντιστοιχία με τη σημερινή ονοματοδοσία των ημερών :
Κυριακή : του Απόλλωνα
Δευτέρα : της Άρτεμις
Τρίτη : του Άρη
Τετάρτη : του Ερμή
Πέμπτη : του Δία
Παρασκευή : της Αφροδίτης
Σάββατο : του Κρόνου
 
Μπορεί στη δική μας γλώσσα ονοματολογίας των ημερών αυτά τα στοιχεία να χάθηκαν για πάντα, μιας και στη βυζαντινή εποχή υιοθετήσαμε την εβραϊκή, απλοϊκή ονομασία. Πλην όμως, στην αγγλική, γερμανική αλλά κυρίως στις λατινογενείς γλώσσες έχουν διασωθεί!
Σε κάθε περίπτωση, η Πέμπτη (ημέρα που γιόρταζε ο Ολύμπιος Ζευς) ήταν η βασική ημέρα αργίας και γιορτής στους αρχαίους Έλληνες, όπως η Κυριακή στους Χριστιανούς, το Σάββατο στους Εβραίους και η Παρασκευή στους Μουσουλμάνους σήμερα.
Η λατρεία του Δία περιλάμβανε ολονύχτιο γλέντι με θυσία ζώων και ψήσιμο του κρέατος σε κάρβουνα. Η τσίκνα από τα ιερά σφαχτά αγκάλιαζε το βωμό και το άγαλμα του Διός! Το κρέας βέβαια το έτρωγαν οι εορτάζοντες, συνοδεύοντάς το με το ιερό ποτό του Διονύσου, το κρασί, και με μεταμφιέσεις, χορούς μέθεξης και ταύτισης με το θείο, μέχρι πρωίας!
 
Στο χριστιανικό εορτολόγιο η Τσικνοπέμπτη δε σημαίνει τίποτα. Αυστηρά μάλιστα χριστιανικά τυπικά και ημερολόγια δεν την αναφέρουν καν! Ουδέποτε η πολιτεία την καθιέρωσε ως αργία.
Η λαϊκή Παράδοση όμως τη διέσωσε και την κράτησε ζωντανή. Παλιότερα μάλιστα στο γιορτινό τραπέζι υπήρχε το «πιάτο του πεθαμένου», με φαγητό που το έδιναν στους φτωχούς, ανάμνηση των πάλαι ποτέ νεκρόδειπνων της Εκάτης. Σε πολλές περιπτώσεις το τραπέζι στρώνονταν έξω, για έχει πρόσβαση ο φτωχός και ο ξένος χωρίς να ντρέπονται, άλλη μια συγκινητική αναφορά στον Ξένιο Δία! Τα φαγητά, σε πολλές των περιπτώσεων, θυμιάζονταν με μνημόνευση των ονομάτων των νεκρών! Γνωστό και το λαϊκό δίστιχο που κάνει αναφορά στην προσφορά της Πέμπτης :
Τη Τσουκνοπέφτη το μισθό και τη Μεγάλη Πέφτη,
που δώσει ευκή στον ουρανό χάμαι στη γη δεν πέφτει!
 
Ξέχωρα απ’ αυτό, τιμούσαν ιδιαίτερα τους νεκρούς δυο μέρες αργότερα, τη μέρα του Κρόνου (χρόνου), θεού συνδεδεμένου με τη λατρεία των νεκρών. Ασφαλώς και η γιορτή του Κρόνου εξελίχθηκε στα Ψυχοσάββατα της χριστιανικής εποχής μέχρι και σήμερα και οι προσφορές ευκαρπίας (ποικιλίας καρπών) στους νεκρούς έγιναν τα γνωστά μας κόλλυβα και ο ζωμός της πανσπερμίας σιτηρών και καρπών (κυκεώνας) έδωσε το γνωστό μας χυλό!
 
"Ν": Σημείωση (από εδώ): Στην Ορθοδοξία:

Κάθε μέρα της εβδομάδας είναι αφιερωμένη από την Ορθόδοξη Εκκλησία σε κάποιο ιερό πρόσωπο ή πρόσωπα, τα ίδια πάντοτε, όλο το χρόνο. Έτσι, συγχρόνως με όποια εορτή πέφτει σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία, ανάλογα με την ημέρα της εβδομάδας στην οποία βρισκόμαστε συνυπάρχει και μια μόνιμη εβδομαδιαία γιορτή:
· κάθε Δευτέρα είναι αφιερωμένη στους αγίους αγγέλους,
· κάθε Τρίτη στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο,
· κάθε Τετάρτη στο σταυρό του Χριστού (Τίμιο Σταυρό), καθώς επίσης και στη Θεοτόκο, ενώ αποτελεί και ημέρα μνήμης της προδοσίας του Κυρίου από τον Ιούδα, πράγμα που συνδέεται φυσικά με την αφιέρωσή της στον Τίμιο Σταυρό,
· κάθε Πέμπτη στους 12 αποστόλους και στον άγιο Νικόλαο,
· κάθε Παρασκευή στα Πάθη του Χριστού (σαν να είναι η Μεγάλη Παρασκευή),
· κάθε Σάββατο στους αγίους μάρτυρες και στις ψυχές των νεκρών («κεκοιμημένων» λέμε στην Εκκλησία, όχι νεκρών),
· κάθε Κυριακή στην ανάσταση του Χριστού.

***** 

Απόσπασμα από το άρθρο Τσικνοπέμπτη: έθιμα και παραδόσεις (από όπου & η φωτογραφία της ανάρτησης)

Ας επιστρέψουμε όμως στη δική μας Τσικνοπέμπτη, που είναι η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου. Οι τρεις εβδομάδες των Αποκριών είναι η Προφωνή, η Κρεατινή και η Τυροφάγος. Κατά την Κρεατινή εβδομάδα, και αναμένοντας τη νηστεία της Σαρακοστής, η ορθόδοξη παράδοση, σεβόμενη τις νηστείες της Τετάρτης και της Παρασκευής, τοποθέτησε ανάμεσά τους, την Πέμπτη δηλαδή, μια ημέρα εκτόνωσης με «τσίκνισμα» και κραιπάλη.
Εκτός από την κρεοφαγία τη συγκεκριμένη ημέρα σε πολλά μέρη της Ελλάδας συνηθίζεται να προσφέρεται ως γλυκό το γαλακτομπούρεκο και η γλυκιά κολοκυθόπιτα (κουγκουλούαρι τη λένε οι Αρβανίτες) αλλά και ο μπακλαβάς στη βόρεια Ελλάδα.

Κάθε τόπος φυσικά, ανέπτυξε τα δικά του ιδιαίτερα έθιμα.
Στη Θήβα, την Τσικνοπέμπτη ξεκινά ο «βλάχικος» γάμος, που περιλαμβάνει το προξενιό, συνεχίζεται με τον γάμο και ολοκληρώνεται με το γλέντι και την «επίδοση» των προικιών της νύφης, την Καθαρή Δευτέρα.
Οι Πατρινιοί, στήνουν ψησταριές ακόμη και στα πεζοδρόμια, έξω από τα μαγαζιά τους, και αναβιώνουν το δρώμενο του γάμου «Της Γιαννούλας της Κουλουρούς». Η Γιαννούλα ήταν υπαρκτό πρόσωπο, που έζησε πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και πουλούσε κουλούρια για να ζήσει. Αγράμματη καθώς ήταν, πίστευε τους συμπολίτες της που της έταζαν να την παντρέψουν με τον Πρόεδρο της Αμερικής Ουίλσον (Ιούλσο, όπως τον πρόφερε η ίδια)! Έτσι στηνόταν μια ολόκληρη φάρσα, ο υποτιθέμενος Ουίλσον, ο γαμπρός, ερχόταν με πλοίο στο λιμάνι, ντυμένος με φράκο και η Γιαννούλα περίμενε τον γαμπρό, ενώ ο κόσμος γύρω διασκέδαζε με την ψυχή του…

Ένα έθιμο που θυμίζει comedia dell’ arte επαναλαμβάνεται την Τσικνοπέμπτη στην Κέρκυρα. Πρόκειται για τα Κορφιάτικα Πετεγολέτσα που πραγματοποιούνται σε κεντρικές πλατείες του νησιού, ή σε στενά δρομάκια. Εκεί οι νοικοκυρές βγαίνουν στα παράθυρα και στήνουν κουτσομπολιό (πετεγουλιό), όπου βγαίνουν –υποτίθεται- στη φόρα όλα τα άπλυτα της κάθε οικογένειας!
Στην Κομοτηνή, τα αρραβωνιασμένα ζευγάρια ανταλλάσσουν πεσκέσια, βρώσιμα είδη συνήθως, την Τσικνοπέμπτη καψαλίζουν και στέλνουν στα ταίρια τους μια κότα, που θα φαγωθεί την Κυριακή της Αποκριάς.
Στις Σέρρες ανάβουν αυτή τη μέρα φωτιές γύρω από τις οποίες γίνονται τα προξενιά, καθώς ανακατεύονται τα…κάρβουνα!
Τα έθιμα της Τσικνοπέμπτης δεν έχουν τέλος! Από τόπο σε τόπο, από χωριό σε χωριό, βρίσκουμε συνήθειες που οι καταβολές τους χάνονται στα βάθη του χρόνου, όμως κάποια βαθιά – γονιδιακή ή ιστορική μόνο; – ανάγκη επιβάλλει τη διαιώνισή τους.

***** 

"Ν": Εμείς, παρότι σεβόμαστε τα λαϊκά έθιμα των προγόνων μας (τα σημερινά, όχι και τόσο), προτιμούμε το πνευματικό, ορθόδοξο Τριώδιο, που εξευγενίζει τον άνθρωπο και τον κάνει άγγελο, όχι ζωόμορφο μασκαρά. Μακάρι ν' αξιωθούμε να κάνουμε το πρώτο βήμα άμεσα. Επ' αυτού:

Εκκλησιαστικές και καρναβαλικές Απόκριες

Η Τσικνοπέμπτη και τ' Αγιοπότηρο (εδώ βλέπουμε μια γλυκιά προσπάθεια εκχριστιανισμού & πνευματικής ερμηνείας της Τσικνοπέμπτης, όμορφη, που μακάρι να τη βάζαμε μέσα μας κι ας μη λαμβάνει υπόψιν τη σύνδεση με την αρχαιότητα - δεν τον ενδιαφέρει, απλώς, και ίσως καλά κάνει).

Ο παπάς και οι μασκαράδες...
ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ (μια Θεολογική θεώρηση)

Ψυχοσάββατο: να μην ξεχάσω...
Ψυχοσάββατο: όλους μας αγκαλιάζει ο Θεός!

Τα πνεύματα των νεκρών κι εμείς

Ο κόσμος γίνεται διαφορετικός όταν...
Γιατί να θέλω να είμαι ορθόδοξος χριστιανός
Κύριε... μήπως είστε ο Χριστός;
Τι δεν έχεις, Κύριε, να Σου το δώσω...