ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωμανίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωμανίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2022

Οι θεούμενοι Πατέρες θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής


Οδηγοί και πρωταγωνιστές της εκκλησιαστικής ιστορίας

πατρός Ιωάννη Ρωμανίδη †
ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑ 


Οι θεούμενοι που μετέχουν της δόξης του Θεού [δηλ. του Φωτός του Θεού], δηλαδή οι Προφήτες, Απόστολοι, Πατέρες, όσιοι, Άγιοι, είναι το θεμέλιο και η βάση της εκκλησιαστικής ζωής.

Η Εκκλησία δεν είναι μια ανθρωποκεντρική οργάνωση, αλλά το τεθεωμένο Σώμα του Χριστού και κοινωνία Θεώσεως. Κεφαλή της είναι ο Χριστός και μέλη της είναι οι κατά διαφόρους βαθμούς μετέχοντες της Θεώσεως, που λέγονται θεούμενοι.

Όσοι έχουν εμπειρία του Θεού, είναι τα πραγματικά μέλη της Εκκλησίας, αφού η Εκκλησία «δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα», αλλά «οι εμπειρίαν έχοντες». Τα μέλη της Εκκλησίας δεν καθορίζονται από την ηθική τους συγκρότηση, αλλά από το κατά πόσον μετέχουν της Θεώσεως και είναι θεούμενοι.

«Οπότε, δεν έχουμε πλέον έναν άνθρωπο, ο οποίος είναι καλός η κακός. Έχουμε ανθρώπους οι οποίοι είναι φωτισμένοι ή δεν είναι φωτισμένοι, είναι θεούμενοι ή δεν είναι θεούμενοι».

Οι θεούμενοι είναι η αυθεντία στην Εκκλησία, γιατί αυτοί απέκτησαν την αληθινή, απλανή γνώση του Θεού.

Ο λαός που ακολουθεί τους θεουμένους έχει αληθινή πίστη. Άλλο είναι η γνώση του Θεού και άλλο είναι η πίστη περί του Θεού.

«Εάν κανείς φθάνει στον φωτισμό και την θέωση, τότε θα έχει την ίδια εμπειρία που έχουν όλοι οι θεούμενοι και, άρα, ακριβώς την ίδια γνώση που έχουν οι θεούμενοι και γι' αυτό υπάρχει ταυτότητα γνώσεως του Θεού υφ' όλων των θεουμένων όλης της Ιστορίας.

Εκείνοι που έχουν γνώσεις περί του Θεού, μέσω των θεουμένων, είναι εκείνοι που έχουν ορθή πίστη περί του Θεού. Αλλά η ορθή πίστη περί του Θεού δεν σημαίνει και γνώση του Θεού.

Άλλο να γνωρίσουμε τον Θεό "πρόσωπον προς πρόσωπον", άλλο είναι να πιστεύουμε σωστά περί του Θεού, διότι έχουμε οδηγούς τους θεουμένους.

Είναι όπως είναι ο μαθητής αστρονόμος με τον επιστήμονα αστρονόμο που βλέπει με το τηλεσκόπιο. Το ίδιο ακριβώς, ίδια σχέση υπάρχει».

Οι θεούμενοι είναι οι απλανείς διδάσκαλοι στην Εκκλησία, και στην διδασκαλία τους στηριζόμαστε για να γνωρίσουμε και εμείς εκ πείρας τον Θεό. Η διδασκαλία των θεουμένων είναι τα κτιστά ρήματα και νοήματα της εμπειρίας τής ακτίστου Χάριτος που έχουν βιώσει.

«Ο ίδιος ο θεούμενος έχει μια γνώση που υπερβαίνει την γνώση, αλλά χρησιμοποιεί και τα ρητά και τα νοήματα για να μιλάει στους άλλους. Γι' αυτό δεν καταργείται η Αγία Γραφή, χρησιμοποιείται η Αγία Γραφή από τους ίδιους τους θεουμένους, διότι είναι τα ρητά και τα νοήματα με τα οποία οδηγούνται και οι άλλοι στην ίδια εμπειρία κ.ο.κ».

Επειδή οι θεούμενοι είναι αυθεντικοί διδάσκαλοι, γι' αυτό και, όταν συνέρχονται σε Τοπικές ή Οικουμενικές Συνόδους, διατυπώνουν απλανώς, θεοπνεύστως την διδασκαλία της Εκκλησίας.

«Γι' αυτό βρίσκουμε θεουμένους Αγίους όχι μόνο στην Ανατολή, αλλά και στην Δύση, αιώνες ολόκληρους. Αυτοί οι άνθρωποι όταν συνήρχοντο σε Σύνοδο, αμέσως γνωρίζανε τι είναι η διδασκαλία της Εκκλησίας».

Επειδή βασικό κριτήριο στην Εκκλησία που καθορίζει την αληθινότητα των μελών της είναι οι θεούμενοι, γι' αυτό στην αρχαία Εκκλησία παρατηρείται το γεγονός ότι από αυτούς τους θεουμένους και Προφήτες εκλέγονταν οι Επίσκοποι και Πρεσβύτεροι.

Αυτό το βλέπουμε στις «Πράξεις των Αποστόλων», κατά την εκλογή του Αποστόλου Ματθία, που κατέλαβε τον τόπο του Ιούδα. Έπρεπε να είναι μάρτυς της Αναστάσεως του Χριστού.

Άλλωστε, οι Κληρικοί έπρεπε να ήταν θεούμενοι, γιατί μόνον τότε ήταν οι αληθινοί ιατροί, γνώριζαν να θεραπεύσουν τους ανθρώπους και από το σκότος του νου να τους οδηγήσουν στον φωτισμό του νου και την θέωση.

Σκοπός της Εκκλησίας και αποστολή της είναι να κάνει τους ανθρώπους Θεούμενους.

Η Εκκλησία, όπως συχνά ως εδώ έγινε λόγος, ομοιάζει με ένα νοσοκομείο και οι Κληρικοί με τους ιατρούς. Με αυτήν την προοπτική πρέπει να δούμε την αρετή της υπακοής.

Δεν υπακούουμε σε κάθε διδασκαλία που εμφανίζεται, αλλά στους θεουμένους, που έχουν εμπειρία Θεού, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο η υπακοή θα οδηγήσει στην θέωση, στην μέθεξη τής ακτίστου δόξης του Θεού.

«Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν ερμηνεύθηκε η υπακοή ως μία τυφλή υπακοή σε μια αυθεντία από μια χειροτονία, επειδή ένας είναι δεσπότης, επειδή ένας είναι ηγούμενος κ.ο.κ. Όχι!

Η αυθεντία είναι η πνευματική αυθεντία.

Όταν κανείς είναι θεούμενος η φωτισμένος και εξασκημένος στην καθοδήγηση άλλων ανθρώπων στην θεραπεία, σε αυτόν, μέχρις ότου φθάσουμε εμείς σε ορισμένο σημείο, θα έχουμε μια υπακοή για να μάθουμε την μέθοδο. Σε αυτόν θα έχουμε υπακοή. Όχι σε οποιονδήποτε».

Η υπακοή στους «πείρα μεμυημένους» είναι αναγκαία για την πορεία προς την θέωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπονομεύεται και παραθεωρείται ο κανονικός θεσμός της Εκκλησίας.

Ακόμη δε και η προσευχή στους Αγίους έχει σημασία, γιατί αυτοί παραμένουν θεούμενοι, είναι φίλοι του Θεού και έχουν παρρησία σε Αυτόν, με αποτέλεσμα να έχουν οι μεσιτείες τους ενέργεια.

«Ο θεούμενος, όταν εκδημεί προς Κύριον, παραμένει θεούμενος, δεν παύει να είναι θεούμενος, και μετέχει στην δόξα του Θεού, στην θεοπτία. Και γι' αυτόν τον λόγο εμείς κάνουμε προσευχές και επικαλούμεθα αυτούς τους ανθρώπους να μεσιτεύουν υπέρ ημών».

Επομένως, οι θεούμενοι είναι η βάση και το θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής, αυτοί έχουν την ζωή των Πρωτοπλάστων προ της πτώσεως, αλλά μετέχουν και του τεθεωμένου Σώματος του Χριστού. Οι Πατέρες ερμηνεύουν τα θεολογικά θέματα από εμπειρία και όχι από στοχασμούς.

Έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η ιστορία της Εκκλησίας είναι τα διάφορα γεγονότα που έχουν σχέση με την εξωτερική δράση των μελών της, με τους διωγμούς, τις Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους, με τα σχίσματα και τις διαιρέσεις, με τις αιρέσεις και τους πολέμους κλπ. Είναι και αυτό ένα τμήμα της ιστορίας που διδάσκεται στις θεολογικές σχολές και τα σχολεία ως ειδικό μάθημα.

Όμως, η πραγματική εκκλησιαστική ιστορία είναι η ζωή των Αγίων, η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά των πιστών, η πορεία από την Κυριακή της Τυρινής έως το Πάσχα και από εκεί έως την Πεντηκοστή και την εορτή των Αγίων Πάντων.

Αυτά τα γεγονότα δεν είναι εξωτερικά, ιστορικά μόνον, δεν είναι εφάπαξ γεγονότα, αλλά επαναλαμβάνονται στην ζωή κάθε πιστού, ο οποίος με την μετάνοια και την κάθαρση της καρδιάς φθάνει στην Πεντηκοστή, δηλαδή μετέχει της θεοπτικής ενεργείας του Θεού και εορτάζει κατά την εορτή των Αγίων Πάντων.

«Κι αυτό φαίνεται από το εορτολόγιο της Εκκλησίας, που έχουμε την ημέρα του Πάσχα. Προηγήθηκαν οι Βαπτίσεις το Μεγάλο Σάββατο. Μετά φθάνουμε μέχρι την Πεντηκοστή, με το ευαγγέλιο του Ιωάννου, που είναι το "πνευματικό ευαγγέλιο" της Εκκλησίας, γι' αυτούς που έχουν βαπτισθεί. Μετά φθάνουμε στην ημέρα της Πεντηκοστής και μετά είναι η Κυριακή των Αγίων Πάντων. Αυτός είναι ο σκοπός της Πεντηκοστής».

«Λοιπόν, αυτά είναι τα ζωντανά κηρύγματα της Ορθοδοξίας, γι' αυτό η Ορθοδοξία πάντοτε βασίζεται στους βίους των Αγίων. Οπότε, το αγιολόγιο ήταν η σπονδυλική στήλη της Ορθοδόξου θεολογίας».

Η Εκκλησία δεν είναι μια ιδεολογία ούτε μια κοινωνική ή θρησκευτική οργάνωση, αλλά το Σώμα του Χριστού.

Ο πιστός που μετέχει στην εκκλησιαστική ζωή, στην πραγματικότητα μετέχει της ζωής του Χριστού.

Αυτό επιτυγχάνεται με τα Μυστήρια, δια των οποίων ο άνθρωπος δέχεται την άκτιστη Χάρη του Θεού και ενώνεται με τον Χριστό, τρέφεται από Αυτόν και δοξάζεται.

Έτσι καταλαβαίνουμε ότι η Εκκλησία «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις» και η Χάρη δια των Μυστηρίων ενεργεί ποικιλοτρόπως στον άνθρωπο.

Οι Απόστολοι και οι Πατέρες προσδιορίζουν κάποια πλαίσια μέσα στα οποία μπορεί να ερμηνευθεί η εκκλησιαστική ζωή.

Οι θεούμενοι είναι το θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής

 

π. Ιωάννης Ρωμανίδης †

Από το βιβλίο "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄. Πηγή:
logosfotos.blogspot.com

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2021

Η θεολογία ενός Μεγάλου ~ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ένας κορυφαίος θεολόγος του 20ού αιώνος

Ένα μικρό αφιέρωμα στην εικοσαετή μνήμη του π. Ιωάννη Ρωμανίδη († 1 Νοεμβρίου 2001) 


Βίντεο από το διαδικτυακό κανάλι RumOrthodox

"... Αυτός ο άνθρωπος έφερε αέρα ορθοδοξίας, γκρέμισε το σχολαστικισμό της γερμανικής ιδεολογίας, έδειξε τον πλούτο μας!!! Ό,τι μας έλεγε ο γέρο Ιωσήφ αυτός το έβαλε στα πανεπιστήμια" (από την ιδιαίτερα σημαντική ανάρτησή μας Ένας παπάς τρόφιμος στη τμήμα απεξάρτησης στο Δαφνί)

*****

Πρόσκληση σε μια επίσκεψη στις αναρτήσεις:

Η θεολογία ενός Μεγάλου ~ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ένας κορυφαίος θεολόγος του 20ού αιώνος

π. Ιωάννης Ρωμανίδης, Μη δέχεσαι και μη απορρίπτεις (video)  

Κεντρικά σημεία της διδασκαλίας του π. Ιωάννου Ρωμανίδη

"Ποιος ξέρει τον Ρωμανίδη σήμερα; Η επαφή μου με τον λόγο του π. Ιωάννη"

Επιστολή π. Ιωάννη Ρωμανίδη πρός τον π. Θεόκλητο Διονυσιάτη 

O π. Ιωάννης Ρωμανίδης ως ιστορικός

An Orthodox Perspective on Alien Life (άρθρο του π. Ιω. Ρωμανίδη στα αγγλικά, με περίληψη στα ελληνικά & θέμα το ενδεχόμενο ανακάλυψης εξωγήινης ζωής)

Ενότητα για τον π. Ι. Ρωμανίδη στο ιστολόγιό μας

Στο ιστολόγιο Αέναη επΑνάσταση

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2021

Η Γέννηση και η Βάπτιση του Χριστού και ο ρόλος της Παναγίας


Εικ. από εδώ

π. Ιωάννη Ρωμανίδη / ΟΟΔΕ

"Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄. Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

Όταν ομιλούμε για γέννηση του Χριστού, κάνουμε λόγο για δύο γεννήσεις. Η μία είναι η προαιώνια γέννηση του Λόγου από τον Πατέρα, κατά την θεία φύση, και η άλλη είναι η εν χρόνω γέννηση από την Παναγία, κατά την ανθρώπινη φύση. Πρόκειται για τις δύο φύσεις που έχει ο Χριστός, την θεία και την ανθρώπινη.
«Αυτό που έχει σημασία είναι ότι αυτός ο Λόγος, προ της κατά σάρκα γεννήσεώς Του, είναι κατά πάντα όμοιος με τον Θεό, δεν είναι εκ του μηδενός. Γιατί ο Λόγος έχει δύο γεννήσεις. Η μία γέννηση προ των αιώνων και η άλλη γέννηση εν χρόνω, που είναι ως ανθρώπου γέννηση, η ενσάρκωση».
Αυτή η θεολογική αλήθεια είναι αποκαλυπτική και, κυρίως, είναι εμπειρική, αφού η θεωθείσα σάρκα του Χριστού γίνεται πηγή ζωής στα μέλη της Εκκλησίας, κυρίως στους Αγίους.
«Δεν είναι μόνο η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη που διδάσκουν καθαρά το γεγονός ότι ο Λόγος, ο Κύριος της δόξης, ο οποίος είναι φύσει Θεός και ομοούσιος με τον Πατέρα, αληθινά σαρκώθηκε και γεννήθηκε στην κανονική δική Του και ξεχωριστή ανθρωπότητα από την Παρθένο Μαρία -η οποία είναι κατά γράμμα και ως γεγονός και εν αληθεία Θεοτόκος ή Μητέρα του Θεού- και ο οποίος έτσι έγινε φύσει άνθρωπος και όχι μόνο με μιαν ενοίκηση και ο οποίος έτσι, ως Λόγος εν σαρκί, έγινε ο ίδιος ομοούσιος με μας με την ανθρωπότητα Του. Αυτή η αλήθεια αποκαλύπτεται καθαρά σ’ όλους εκείνους οι οποίοι έχουν φθάσει στην θέωση, από την οποία μαθαίνουν εμπειρικά ότι ο Χριστός είναι ο Λόγος και φύσει Θεός και φύσει άνθρωπος και φύσει η πηγή της δόξας, μεταδίδοντας στην ανθρώπινη φύση Του την ύπαρξη της πηγής της δόξας, δια της οποίας η ίδια η σάρκα του Λόγου γίνεται πηγή της ζωής μας και ζωοδότρια, εξ αιτίας του ότι είναι ο ίδιος ο Λόγος εν σαρκί και χάριν της ένωσης και αντίδοσης των φυσικών ιδιωμάτων μεταξύ της θεϊκής και της ανθρώπινης φύσης του Λόγου».
Στην Παλαιά Διαθήκη υπήρχε η σκηνή του Μαρτυρίου, όπου διαφυλάσσονταν στα Άγια των Αγίων η στάμνα με το μάννα, οι πλάκες της Διαθήκης και η ράβδος του Ααρών. Τώρα, στην Καινή Διαθήκη, η σκηνή είναι η σάρκα που προσέλαβε από την Παναγία.
«Γι' αυτό έχει μεγάλη σημασία αυτό το "ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν" (Ιωάννης α: 14). Αυτό το σκήνωμα, αυτό είναι η σκηνή, δηλαδή. Ο Θεός εσκήνωσεν εν ημίν. Πώς; Σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν».
«Η σκηνή του Μαρτυρίου είναι η κτιστή παραλλαγή του ακτίστου Ναού, διότι ο άκτιστος Ναός είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο Λόγος, αυτός ο Άγγελος του Κυρίου. Γι' αυτό λέγει ο Χριστός: "εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί" (Ιωάννης ιδ', 10 & 11) κλπ. Το να είναι ο Χριστός εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν τω Χριστώ, στην Εβραϊκή γλώσσα σημαίνει ότι ο Χριστός είναι Ναός του Θεού. Επομένως, έχουμε τον άκτιστο Ναό, όπως έχουμε και τον άκτιστο Νόμο, που είναι ο Χριστός, και έχουμε κτιστό ναό, που είναι η σκηνή του Μαρτυρίου, την οποία κλείσανε εν συνεχεία μέσα στον ναό του Σολομώντος, Και γι' αυτό έχουμε την κατάργηση του κτιστού ναού, που είναι ο ναός του Σολομώντος, και την αντικατάσταση του κτιστού ναού του Σολομώντος με τον κτιστό Ναό, που είναι η ανθρώπινη φύση του Χριστού».

Πάντως, ο Χριστός ως Θεάνθρωπος, είναι κατά πάντα όμοιος με τον Θεό Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα κατά την θεότητα, και όμοιος κατά πάντα με τον άνθρωπο, κατά την ανθρώπινη φύση...
«Το λέει ο Απόστολος Παύλος: "εικών του Θεού του αοράτου", ο Χριστός δηλαδή. Και όταν λέει "εικών", δεν εννοεί ως κτίσμα, διότι δεν μπορεί να υπάρχει κτιστή εικόνα του Θεού. Άλλο να λέμε εικόνα του Χριστού, τότε έχουμε εικόνα ενός κτίσματος, διότι ο Χριστός είναι άνθρωπος και έχουμε εικόνα του ανθρώπου Χριστού και όχι της θεότητος του Χριστού. Όταν όμως λέμε ότι ο Χριστός είναι εικών του Θεού, και, εφ' όσον ο Θεός δεν είναι ενσαρκωμένος, πώς μπορεί ο Θεός να έχει εικόνα κτιστή; Είναι εικών του Θεού του αοράτου ως άκτιστη πραγματικότητα, όχι ως κτιστή πραγματικότητα».
Η ενανθρώπιση του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος ήταν στο προαιώνιο σχέδιο του Θεού, διότι δια της ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως στο πρόσωπο του Λόγου μπορούσε να γίνει η θέωση κάθε ανθρώπου. Μέσα σε αυτήν την προοπτική, η Θεοτόκος ήταν στο προαιώνιο σχέδιο του Θεού. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης έγραψε ειδικό κείμενο «Περί της Κυρίας ημών Θεοτόκου», στο οποίο, παραθέτοντας λόγους Πατέρων, υποστηρίζει ότι «όλος ο νοητός και αισθητός κόσμος έγεινε δια το τέλος τούτο, ήτοι δια την Κυρίαν Θεοτόκον, και πάλιν η Κυρία Θεοτόκος έγεινε δια τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν».
«Η Παναγία είναι στο προαιώνιο σχέδιο του Θεού, όπως λένε τα τροπάρια και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Οπότε, αυτό είναι περιγραφικό θέμα. Δεν είναι φιλοσοφικό, να λέμε, αν χρειάζεται η Παναγία για την ενσάρκωση ή όχι. Αυτό είναι γεγονός ότι είναι αειπάρθενος η Παναγία, δεν μπορούμε αυτό που είναι γεγονός να το φιλοσοφούμε και να λέμε μπορούσε να γινόταν η ενσάρκωση και χωρίς την Παναγία ή από μια μη Παρθένο Παναγία» .
Η Παναγία ήταν το καλύτερο δώρο της κτίσεως και των ανθρώπων στον Χριστό. Οι διαδοχικές καθάρσεις των Προπατόρων της, ο δικός της αγώνας και, κυρίως, η Χάρη του Θεού την κατέστησαν άξια να γίνει Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού. Στα άγια των Αγίων βίωσε την θέωση.
«Από την Παράδοση γνωρίζουμε περί της Θεώσεως της Παναγίας, που μπήκε τριών χρόνων μέσα στον Ναό, είχε φθάσει στα Αγια των Αγίων, που σημαίνει ότι η Παναγία τριών χρόνων είχε φθάσει στην εμπειρία της Θεώσεως. Αυτό σημαίνει ότι ζούσε μέσα στην δόξα του Θεού. Και είχε και θεοπτία από τριών χρόνων τουλάχιστον, και έτσι προετοιμαζόταν να είναι και Μητέρα του Θεού κ,ο. κ.».
Ο Χριστός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα κατά την θεία Του φύση και ομοούσιος με εμάς κατά την ανθρώπινη φύση. Στην αρχαία Εκκλησία μερικοί ισχυρίσθηκαν ότι ο Χριστός ήταν ομοούσιος με τον Πατέρα και με την Μητέρα Του.
«Ο Χριστός είναι ομοούσιος τη μητρί αυτού. Αυτό σημαίνει ότι είναι ομοούσιος ημίν ο Χριστός. Δεν μπορεί να είναι ομοούσιος τη μητρί αυτού και η μήτηρ αυτού ομοούσιος ημίν και να μην είναι ομοούσιος ημίν ο Χριστός».
Η Εκκλησία αποφάνθηκε με την Γ' Οικουμενική Σύνοδο ότι η Παναγία λέγεται Θεοτόκος, γιατί δεν εγέννησε έναν «ψιλό» άνθρωπο, αλλά τον Λόγο του Θεού. Έτσι, η διδασκαλία περί της Θεοτόκου συμπεριλαμβάνεται στο αλάθητο της Εκκλησίας.

Φωτο από εδώ (εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου στην ιερά μονή Μολυβδοσκέπαστης 2021)

Η Θεοτόκος κατέχει σημαντική θέση στην Εκκλησία.
«Στα Μυστήρια της Εκκλησίας είναι παρούσα ολόκληρη η καθολική Εκκλησία, ο Χριστός μετά της Θεοτόκου, των Προφητών, των Αποστόλων και των Αγίων».
Η σχέση των πιστών με την Εκκλησία είναι πνευματική. Όποιος αγαπά τον Χριστό, αγαπά και την Παναγία που υπούργησε το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, από την οποία προσέλαβε ο Χριστός την ανθρώπινη φύση και την θέωσε. Γι' αυτό η σχέση με την Παναγία δεν είναι απλώς συναισθηματική, αλλά πνευματική.
Η δόξα της Θεοτόκου δεν είναι μια θεωρητική διδασκαλία, αλλά εμπειρική, αφού πολλοί Άγιοι είδαν την δόξα της Θεοτόκου.
Πάντως, η ανθρώπινη φύση που προσλήφθηκε από τον Λόγο και ενώθηκε με την θεία φύση ατρέπτως, αχωρίστως, αδιαιρέτως, ασυγχύτως, θεώθηκε «άμα τη προσλήψει» στην κοιλία της Θεοτόκου. Οπότε, στον Χριστό δεν υπάρχει σταδιακή τελείωση, όπως συμβαίνει στον άνθρωπο. Ο Χριστός είναι Θεός κατ' ουσίαν, ενώ ο άνθρωπος κατά μετουσίαν. Ακόμη, ο Χριστός, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, ποιεί την θέωση, είναι Αυτός πηγή της Θεώσεως των ανθρώπων και δεν πάσχει την θέωση. Έτσι, ο Χριστός είναι Θεός και θεοποιός, όπως και τα άλλα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, ενώ ο άνθρωπος είναι Θεούμενος. Αυτήν την θεωθεισα ανθρώπινη φύση ο Χριστός την αποκάλυψε στους ανθρώπους σταδιακά.
«Δεν μπορεί να υπάρξει πιθανότητα για τον Χριστό να έχει περάσει από τα επίπεδα της τελείωσης, της κάθαρσης και του φωτισμού για να φθάσει την θέωση ή θεωρία. Δεν υπήρχε καμιά πρόοδος προς την τελείωση, στον Χριστό, μια και Αυτός είχε την θέωση ή την θεωρία ή την συμμετοχή στην ένωση της άκτιστης δόξας από την ίδια την σύλληψη της ανθρώπινης φύσης Του στην μήτρα της Θεοτόκου.
Και αυτό Αυτός το είχε όχι χάριτι Θεού, αλλά φύσει, μια και ο ίδιος ήταν φύσει Θεός και η ίδια η υπόσταση του Λόγου, ο οποίος μόνος από την Αγία Τριάδα έγινε φύσει άνθρωπος, ενώνοντας τον εαυτό Του με την δική Του κανονική ανθρώπινη φύση, με όλα τα φυσικά ιδιώματά της, και την θέληση και ενέργεια κοινή στην ανθρώπινη φύση γενικά.
Ο Χριστός αποκάλυψε σταδιακά τα επίπεδα της τελείωσης εν εαυτώ, (δηλαδή την θέωση της ανθρώπινης φύσεως στον εαυτό Του) για να είναι ένα παράδειγμα σ’ εκείνους που βρίσκονται στον δρόμο προς την τελείωση. Έτσι, προσέλαβε όλα όσα ήταν κοινά στην ανθρώπινη φύση, εκτός από την αμαρτία, όχι με μια εξωτερική δοκητική επίδειξη για να ξεγελάσει τους θεατές της ανθρώπινης ζωής Του, αλλά στην πραγματικότητα».
«Μετά την ενσάρκωση του Λόγου, αυτός ακριβώς ο ίδιος τρόπος αποκαλύψεως και δοξασμού που γινόταν στους Προφήτες, επαναλαμβάνεται στους Αποστόλους, έκτος του ότι τώρα ο Λόγος αποκαλύπτει τον εαυτό Του στην φυσική και άκτιστη δόξα της κοινής Του φύσης με τον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα, δια μέσου της δικής Του ανθρωπότητας που δεν προόδευσε προς την συνεχή θέα της θεϊκής δόξας, αλλά η οποία δοξάσθηκε και θεώθηκε με την ένωσή της, όχι χάριτι, αλλά φύσει με τον Λόγο από την έναρξη της ύπαρξης Του στην μήτρα της Θεοτόκου.
Ο Χριστός δεν προόδευσε ως άνθρωπος στην θέωση, αλλά συνελήφθη ως θεωμένος άνθρωπος, όχι δυνάμει της ένωσης των Αγίων με την θεϊκή δόξα, αλλά δυνάμει της μιας μοναδικής φυσικής ή υποστατικής ένωσης με την θεϊκή φύση και ενέργεια.
Έτσι, ο Χριστός, ως άνθρωπος, συμμετέχει φύσει στην θεία δόξα και είναι η φυσική πηγή αυτής της δόξας. Η θέωση των Προφητών, των Αποστόλων και των Αγίων είναι Χάριτι ένωση με την φυσική δόξα και ενέργεια της θείας φύσης, αλλά η θέωση της ανθρώπινης φύσης του Λόγου είναι η υποστατική της ένωση με τον Θεό Λόγο και η επακόλουθη ένωση με την θεία φύση. Όλα τα θεωμένα κτίσματα βλέπουν και μετέχουν στην θεία δόξα. Μόνον ο Χριστός, επειδή Αυτός είναι φύσει ο Λόγος, βλέπει και μετέχει φύσει στην Θεία Ουσία».

Αυτό το καταλαβαίνουν οι Άγιοι από την εμπειρία τους, όταν φθάνουν στην θέωση. Την θεωρία της δόξης του Χριστού στην ανθρώπινη φύση Του. Καταλαβαίνουν ότι ο Χριστός είναι πηγή του άκτιστου Φωτός, ενώ οι ίδιοι είναι μέτοχοι του Φωτός.


Η από την αρχή τελειότητα του Χριστού φανερώθηκε σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και κατά την πάλη Του με τον διάβολο.
«Στον Χριστό αυτή η κατάσταση της τελείωσης ήταν φυσική και όχι επίκτητη. Είναι γι' αυτόν τον λόγο που η πάλη Του με τον διάβολο στην έρημο και η σαρανταήμερη νηστεία Του δεν ήταν μια απόκτηση, αλλά μια φανέρωση της τελείωσης και ταυτόχρονα μια πραγματική πάλη με τους πειρασμούς όχι από μέσα, αλλά από τον διάβολο».
Ο Χριστός προσέλαβε εκουσίως το παθητό και το φθαρτό της ανθρωπίνης φύσεως, γιατί σαρκώθηκε πραγματικά, αλλά τα λεγάμενα αδιάβλητα ή φυσικά πάθη στον Χριστό -πείνα, δίψα, κόπος, ύπνος- δεν ενεργούσαν αναγκαστικά, αλλά η θεία φύση του Χριστού εξουσίαζε πάνω σε αυτά. Γι' αυτό ο Χριστός, όταν ήθελε πεινούσε, όταν ήθελε διψούσε, όταν ήθελε κοιμόταν ή ξεκουραζόταν.
Αυτό οι Άγιοι, εν μέρει το καταλαβαίνουν από την πείρα τους, διότι και αυτοί όταν φθάνουν στην κατά Χάρη θέωση βλέπουν την αναστολή των φυσικών και αδιαβλήτων παθών, δηλαδή της πείνας, της δίψας, του ύπνου κλπ. Αυτό γινόταν φυσικώς στον Χριστό, αφού ήταν αληθινός Θεός, και η ανθρώπινη φύση ακολουθούσε την θεία φύση.
«Ο ενσαρκωμένος Λόγος όχι μόνο κατέχει την κατάσταση της θεωρίας φύσει και όχι χάριτι, αλλά είναι ο ίδιος, ακόμη και ως άνθρωπος, η ίδια φυσική πηγή της θέωσης και δόξας. Αν μερικά από τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη αναστέλλονται για εκείνους οι οποίοι Χάριτι είναι σε μια προσωρινή κατάσταση δοξασμού, πολύ περισσότερο θα έπρεπε αυτά τα πάθη, να μην έχουν καμιά φυσική θέση στον Χριστό, ο οποίος είναι φύσει θεωμένος και η πηγή του δοξασμού ως άνθρωπος.
Έτσι, ένας μπορεί να δει γιατί είναι ένα βασικό δόγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι ο Λόγος ως άνθρωπος θέλει να έχει και να συμμετέχει στα φυσικά και αδιάβλητα ανθρώπινα πάθη, και συμμετέχει πράγματι σε αυτά, μεταμορφώνοντάς τα σε πηγή σωτηρίας μας και ως μέσα με τα οποία εμείς οι ίδιοι νικάμε τον διάβολο και περνάμε από τα στάδια της κάθαρσης και του φωτισμού στον δρόμο μας προς τον δοξασμό. Από την μια αυτά τα πάθη είναι ένα αποτέλεσμα της πτώσης, όμως ταυτόχρονα, με την δόξα του Σταυρού γίνονται η πηγή της σωτηρίας, της τελείωσης και του δοξασμού μας και τα μέσα με τα οποία ο διάβολος ηττάται και καταστρέφεται.
Έτσι, ο διάβολος καταστρέφεται, παραδόξως, μέσω των ιδίων των παθών, με τα οποία προσπαθεί να καταστρέψει τον άνθρωπο. Το πιο βασικό όπλο με το οποίο ο Σατανάς προσπαθεί να καταστρέψει τον άνθρωπο είναι ο θάνατος, αλλά μέσω του θανάτου ο Χριστός και οι Άγιοι καταστρέφουν τον διάβολο».

Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι ο Τριαδικός Θεός, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, είναι πανταχού παρών στον κόσμο κατ’ ενέργεια και όχι κατ’ ουσίαν. Όμως, ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι απών από τον κόσμο κατ’ ουσίαν ως Λόγος, αλλά «η ανθρώπινη φύση του Χριστού είναι πανταχού παρούσα κατ’ ουσίαν», λόγω της υποστατικής ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Και αυτό το θέμα συνδέεται με την διδασκαλία περί ουσίας και ενεργείας του Θεού αλλά και της υποστατικής ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως στον Χριστό.
«Το θεμέλιο αυτής της διδασκαλίας είναι η ίδια η εμπειρία της Θεώσεως. Οι διακρίσεις αυτές που κάνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, δεν είναι αποτέλεσμα φιλοσοφικού στοχασμού, διότι γνωρίζουν εξ ιδίας εμπειρίας ότι στην εμπειρία της Θεώσεως ο θεούμενος είναι ενωμένος με τον Θεό κατ’ ενέργειαν».
Κατά την Βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος αξιώθηκε της εμπειρίας του Τριαδικού Θεού.
«Και εγένετο εν ταις ημέραις εκείναις ήλθεν ο Ιησούς από Ναζαρέτ της Γαλιλαίος και εβαπτίσθη υπό Ιωάννου εις τον Ιορδάνην. Και ευθέως αναβαίνων από του ύδατος είδε σχιζομένους τους ουρανούς και το Πνεύμα ως περιστεράν καταβαίνον επ' αυτόν και φωνή εγένετο εκ των ουρανών: συ ει ο Υιός μου ο αγαπητός, εν σοι ηυδόκησα» (Μάρκος α: 9-11).
«Για τον Πρόδρομο, τουλάχιστον για την μέρα της Βαπτίσεως, είναι η εμπειρία της Θεώσεως. Όταν είδε ανεωγμένους τους ουρανούς κλπ., σημαίνει ότι είχε αποκάλυψη της ακτίστου δόξης του Χριστού. Γι' αυτό και ψάλλουμε στο τροπάριο των Θεοφανείων, ότι απεκαλύφθη στην Βάπτιση η Αγία Τριάδα. Πώς αποκαλύπτεται στην Βάπτιση η Αγία Τριάδα; Με την φανέρωση της δόξης του Θεού, η οποία είναι η εμπειρία της Θεώσεως για τον Βαπτιστή Ιωάννη».

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2021

Κατά την Πεντηκοστή όλοι οι Απόστολοι (και οι Εβδομήκοντα) έφθασαν στην θέωσι ~ π. Ιωάν. Ρωμανίδης



Πατερική Θεολογία ~ π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (†)
(Περί της εμπειρίας της θεώσεως και περί των τριών
 σταδίων της πνευματικής ζωής)

Η Θέωση δεν συμβαίνει σε όλους, ούτε είναι μόνο ένα στάδιο. Στα παρακάτω, θα δείτε τα στάδια της Θέωσης και τις προϋποθέσεις της.

Τώρα, διαβάζοντας την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, ποιοι βλέπομε ότι έφθασαν στην θέωσι; Στην Παλαιά Διαθήκη ήταν οι Προφήτες και στην Καινή Διαθήκη ήταν οι Απόστολοι. Πρώτα όμως στην Καινή Διαθήκη έφθασε ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. 

Μετά ωρισμένοι Απόστολοι. Όχι όλοι μαζί οι Απόστολοι. Διότι στο όρος Θαβώρ ήταν μόνο τρεις εκ των Αποστόλων. Μέχρι και την Μεταμόρφωσι, εκείνοι που ξέρομε καλά ότι είχαν φθάσει στην θέωσι στην Καινή Διαθήκη, ήταν (εκτός φυσικά από την Θεοτόκο) ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και μετά οι τρεις Απόστολοι, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης. Όλοι οι Απόστολοι εθεώθησαν μόνο κατά την Πεντηκοστή. 

Κατά την Πεντηκοστή όλοι οι Απόστολοι (και οι Εβδομήκοντα) έφθασαν στην θέωσι, εκτός φυσικά από τον Ιούδα τον προδότη, ο οποίος αντεκατεστάθη από τον Ματθία. Και όχι μόνον οι Απόστολοι έφθασαν στην θέωσι κατά την Πεντηκοστή, αλλά και πολλοί άλλοι, και βαπτίσθηκαν εκείνην την ημέρα.

Μετά βλέπομε το παράδοξο φαινόμενο ότι ο πρώτος εξ ειδωλολατρών, ο πρώτος εθνικός στην Καινή Διαθήκη, που έφθασε σε θέωσι, ήταν ο Κορνήλιος ο εκατόνταρχος, ο οποίος έφθασε σε θέωσι προ του βαπτίσματός του....

Αυτός μοιάζει με τον Ιώβ της Παλαιάς Διαθήκης, ο οποίος, παρ’ ότι δεν ήταν Εβραίος, αλλά ειδωλολάτρης, έφθασε σε θέωσι. Αλλά έχομε και άλλο παράδειγμα ανθρώπου, ο οποίος φθάνει σε θέωσι, και μετά βαπτίζεται, εκείνο του αποστόλου Παύλου.

Το Πνεύμα «όπου θέλει πνει» . Γι’ αυτό και ο Πέτρος λέγει στην περίπτωσι του Κορνηλίου: «Ποιος είμαι εγώ να διαφωνήσω με το Πνεύμα το Άγιο, που έδωσε στον Κορνήλιο ίση Χάρι με εκείνη που λάβαμε εμείς στην Πεντηκοστή, ώστε να μη τον βαπτίσω;» Όμως άλλο είναι το να μην υπάρχουν περιορισμοί στην θέλησι του Θεού να οδηγήση κάποιον στην θέωσι, και άλλο είναι το να λέμε ότι όλοι μετέχομε στην θεωτική Χάρι, διότι αυτό είναι ανοησία.

Η θεωτική ενέργεια του Θεού ενεργεί μόνον σε όσους φθάνουν
 Χάριτι Θεού σε κατάστασι θεώσεως.

Αλλά αυτή η θεωτική ενέργεια του Θεού ενεργεί σε στάδια, δηλαδή βαθμηδόν. 

Στο πρώτο στάδιο Της λέγεται και είναι απλή έλλαμψις. Οι πάσχοντες την έλλαμψιν της δόξης του Θεού είναι οι ελλαμφθέντες. Αυτή η έλλαμψις διαρκεί από ένα δευτερόλεπτο μέχρι μερικά λεπτά της ώρας, για λίγο δηλαδή. 

Μετά έρχεται το δεύτερο στάδιο, κατά το οποίο μιλούμε για θέα του ακτίστου Φωτός. Οι πάσχοντες την θέα του ακτίστου Φωτός είναι οι θεωθέντες.

Και μετά έρχεται το τρίτο στάδιο των τελείων,κατά το οποίο μιλούμε για διαρκή θέα. Αυτές είναι οι ταξινομήσεις της εμπειρίας της θεωτικής ενεργείας του Θεού.



Η φωτιστική ενέργεια του Θεού δεν είναι το ίδιο πράγμα. Διότι η φωτιστική ενέργεια του Θεού είναι ο φωτισμός της καρδιάς από το Άγιο Πνεύμα, που ταυτίζεται στο άνω στάδιο με την νοερά προσευχή. Στο κάτω στάδιο του φωτισμού, που λέγεται νεοφωτισμός, δεν συνοδεύεται συνήθως αυτή η κατάστασις από την νοερά προσευχή.

Αυτή είναι η κατάστασις των νεοβαπτισμένων κατά το Μέγα Σάββατο, των νεοφωτίστων. Υποτίθεται βέβαια ότι οι νεοφώτιστοι από νεοφώτιστοι θα γίνουν φωτισμένοι με την περαιτέρω κατήχησι από το Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή. 

Ασφαλώς δεν φθάνει κανείς οπωσδήποτε στην νοερά προσευχή κατά την ημέρα της Πεντηκοστής (δηλαδή μέσα σε πενήντα ημέρες), διότι μπορεί να χρειασθή εξήντα ή εκατό ημέρες ή έναν χρόνο, δύο χρόνια, τρία χρόνια ή μπορεί να μη φθάση ποτέ. 

Αυτό εξαρτάται κυρίως από τον νεοφώτιστο, από το κατά πόσον δηλαδή αγωνίζεται και μάλιστα νομίμως, καθώς και από το κατά πόσον έχει σωστή καθοδήγησι από έμπειρο πνευματικό πατέρα. 

Εάν δεν φθάση ποτέ, σημαίνει, κατά την Πατερική παράδοσι, ότι ο άνθρωπος αυτός έχει περιπέσει σε κάποια στασιμότητα πνευματική.

Πατερική Θεολογία ~ π. Ιωάννου Ρωμανίδου
(Μελετήστε το βιβλίο εδώ & εδώ)
 

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Τελείωση και πτώση: Αποτυχία θέωσης και όχι υπακοής


Μετάφραση στη Δημοτική αποσπάσματος της Εισαγωγής 
της β΄ έκδ. του βιβλίου "Το προπατορικό αμάρτημα".



(...) Οι Πατέρες και συγγραφείς της υπό εξέταση περιόδου (των πρώτων χριστιανικών αιώνων) πραγματεύονται το θέμα για την πτώση υπό τις συνηθισμένες μορφές της βιβλικής παράδοσης144, επιπλέον όμως προσθέτουν ορισμένα ουσιαστικά στοιχεία για τον Χριστιανισμό, τα οποία πήραν από την διδασκαλία του Χριστού για τον ανθρώπινο προορισμό. 
Δεν ερμηνεύουν, δηλαδή, το έργο του Χριστού σύμφωνα με ορισμένες φιλοσοφικές προκαταλήψεις σχετικά με τον Αδάμ ή τον άνθρωπο, όπως συνηθίζεται πλέον στη δύση, αλλ' ο Αδάμ ερμηνεύεται από την άποψη του Χριστού. Δεν είναι ο πρώτος Αδάμ το κλειδί της Καινής Διαθήκης. Αντιθέτως ο δεύτερος Αδάμ είναι το κλειδί της Παλαιάς Διαθήκης. Το κάλυμμα της Παλαιάς Διαθήκης μόνο «εν Χριστώ καταργείται»145. Έτσι η απαγορευτική εντολή που δόθηκε στον Αδάμ και την Εύα από τον Θεό ερμηνεύεται με αυτόν τον τρόπο από τους πρώτους Χριστιανούς, ώστε να μεταμορφωθεί ο φαινομενικά αρνητικός χαρακτήρας της σε θετικό.
Σύμφωνα με αυτά ο Θεόφιλος Αντιοχείας επιδέξια συναρμολογεί τα σχετικά με την πτώση που περιγράφονται στη Γένεση με τα περί ηθικής τελείωσης της Καινής Διαθήκης και διατυπώνει την άποψη, ότι ο Θεός έβαλε τον άνθρωπο στον παράδεισο, για να γίνει τέλειος και μέσω της τελείωσης να φθάσει στη θέωση146.
«Μετέθηκεν δε αυτόν ο Θεός εκ της γης, εξ ής εγεγόνει, εις τον παράδεισον, διδούς αυτώ αφορμήν προκοπής, όπως αυξάνων και τέλειος γενόμενος, έτι δε και θεός αναδειχθείς, ούτω και εις τον ουρανόν αναβή… έχων αϊδιότητα. Το δε ειπείν “εργάζεσθαι” ουκ άλλην τινά εργασίαν δηλοί αλλ’ ή το φυλάσσειν την εντολήν του Θεού…»147.
(Μετάφραση: "Αλλά τον μετέθεσε ο Θεός από τη γη από την οποία έγινε, στον παράδεισο, δίνοντάς του αφορμή προκοπής, έτσι ώστε αυξάνοντας και γινόμενος τέλειος, ακόμα και θεός αναδεικνυομενος, έτσι και στον ουρανό να ανεβεί... έχοντας αϊδιότητα. Όσο για το "εργάζεσθαι" που ειπώθηκε, δεν δηλώνει καμία άλλη εργασία, αλλά μάλλον το να φυλάει την εντολή τού Θεού...")
Η εντολή, για τον Θεόφιλο, είναι ένα από τα μέσα της τελειοποίησης και θέωσης του ανθρώπου. Το ξύλο [=δέντρο] της γνώσης δεν ήταν κάτι το αρνητικό, που υπάρχει δήθεν με σκοπό να θανατώσει τον άνθρωπο, εάν τυχόν παρέβαινε την αστυνομική διάταξη του Θεού και έτρωγε από αυτό.
«Το μεν ξύλον το της γνώσεως αυτό μεν καλόν και ο καρπός αυτού καλός. Ου γάρ, ως οίονταί τινές, θάνατον είχεν το ξύλον, αλλ’ η παρακοή. Ου γάρ τι έτερον ήν εν τω καρπώ ή μόνον γνώσις. Η δε γνώσις καλή, επάν αυτή οικείως τις χρήσηται»148.
(Μετάφραση: "Το μεν ξύλο τής γνώσεως, αυτό μεν ήταν καλό και ο καρπός του καλός. Επειδή δεν είχε θάνατο το ξύλο, (όπως νομίζουν μερικοί), αλλά η παρακοή. Επειδή τι άλλο υπήρχε στον καρπό, παρά μόνο γνώση; Και η γνώση είναι καλή, αν κάποιος τη χρησιμοποιήσει σωστά".)
 
Ο Θεός απαγόρευσε το ξύλο [=το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, κατά την Παλ. Διαθήκη] όχι επειδή ήταν κακό καθ’ εαυτό και θανατηφόρο για τον άνθρωπο, αλλά επειδή ο άνθρωπος που δεν τελειοποιήθηκε, δεν ήταν ακόμα σε θέση ν' αφομοίωσει κατάλληλα τις γνώσεις από το ξύλο. Ο άνθρωπος, όντας ακόμα νήπιος σύμφωνα με τον Θεόφιλο, είχε ανάγκη αρκετής πνευματικής άσκησης και δοκιμασίας, για να φθάσει στη δυνατότητα να φάει ακίνδυνα από το ξύλο της γνώσης.
«Διό ουχ ως φθονών αυτώ ο Θεός, ως οίονταί τινες, εκέλευσεν μη εσθίειν από τη γνώσεως. Έτι μην και εβούλετο δοκιμάσαι αυτόν, ει υπήκοος γίνεται τη εντολή αυτού»149.
(Μετάφραση: "Γι' αυτό ο Θεός δεν τον διέταξε να μη φάει από τη γνώση, σαν να τον φθονεί, όπως νομίζουν μερικοί. Ακόμα ούτε και βουλόταν να τον δοκιμάσει, αν θα είναι υπάκουος στην εντολή Του."
Παρακούοντας όμως ο άνθρωπος την εντολή του Θεού για την τελείωση και ακολουθώντας τη μέθοδο θέωσης που υποδείχθηκε από τον διάβολο, αστόχησε πλέον στον αρχικό του προορισμό και αντί να γίνει αθάνατος έγινε θνητός. Έτσι «αυτός εαυτώ αίτιος ή του θανάτου»150. (Μετάφραση: αυτός ήταν για τον εαυτό του αίτιος τού θανάτου"). 
«Άλλως τε επάν νόμος κελεύση απέχεσθαι από τινος και μη υπακούη τις, δήλον ότι ουχ ο νόμος κόλασιν παρέχει, αλλά η απείθεια και η παρακοή»151. (Μετάφραση: "Άλλωστε, όταν νόμος δίνει εντολή να απέχει κάποιος από κάτι και αυτός δεν υπακούει, είναι φανερό ότι δεν τιμωρεί ο νόμος, αλλά η απείθεια και η παρακοή"). 
Είναι φανερό ότι καθόλου δεν σκεφτόταν ο Θεόφιλος περί της πτώσης σαν να επρόκειτο για σχέση μεταξύ πολιτών και αστυνομίας. Η πτώση γι’ αυτόν είναι η αποτυχία του ανθρώπου να γίνει τέλειος, εξαιτίας της προσβολής από τον σατανά εναντίον των απατηθέντων πρωτοπλάστων, και κατά συνέπεια η κυριαρχία του θανάτου και της φθοράς πάνω στους ανθρώπους.

Εικ. από εδώ
Ο Άγιος Ειρηναίος πραγματεύεται το δόγμα για την πτώση κατά την ίδια μέθοδο με το Θεόφιλο, αλλά λεπτομερέστερα. Κατά τον Επίσκοπο Λουγδούνων οι πρωτόπλαστοι δεν δημιουργήθηκαν ηθικώς τέλειοι, επειδή απλούστατα αυτό θα σήμαινε έλλειψη ελεύθερης βούλησης, ενώ οι πράξεις των ανθρώπων στην πραγματικότητα δεν θα είχαν καμία ηθική σημασία. «Ούτως… η αγαθότης αυτών ουδεμίαν θα είχε σημασίαν, διότι θα ήτο της φύσεως αυτών και ουχί της βουλήσεως. Θα ήσαν μεν ούτοι κάτοχοι του αγαθού αυτομάτως ουχί δε δια της εκλογής»152. Ούτε όμως πλάσθηκαν φύσει ατελείς, διότι τότε ο Θεός θα ήταν αίτιος της πτώσης.
«Ει φύσει οι μεν φαύλοι, οι δε αγαθοί γεγόνασιν, ούθ’ ούτοι επαινετοί, όντες αγαθοί, τοιούτοι γαρ κατεσκευάσθησαν· ούτ’ εκείνοι μεμπτοί, ούτω γεγονότες. Αλλ’… οι πάντες της αυτής εισί φύσεως, δυνάμενοι τε κατασχείν και πράξαι το αγαθόν, και δυνάμενοι πάλιν αποβαλείν αυτό και μη ποιήσαι»153.
"Εάν οι μεν φαύλοι, αλλά και οι αγαθοί, έγιναν έτσι εκ φύσεως, τότε ούτε αυτοί είναι επαινετοί επειδή είναι αγαθοί, (αφού έτσι κατασκευάσθηκαν), ούτε οι άλλοι μεμπτοί, (επειδή έτσι έγιναν). Όμως... οι πάντες είναι τής ίδιας φύσεως, ώστε να μπορούν να κατακτήσουν και να πράξουν το αγαθό, και με τη δυνατότητα πάλι, να το αποβάλλουν και να μη το πράξουν".
Παρ’ όλα αυτά, ο προορισμός του ανθρώπου δεν ήταν να μείνει, όπως τον έκτισε ο Θεός, αφού πλάσθηκε για να γίνει τέλειος και έτσι να θεοποιηθεί· πλάσθηκε όμως για να γίνει τέλειος, όχι επειδή ήταν φύσει ελαττωματικός και ηθικά στερημένος, αλλά επειδή η ηθική τελείωση πραγματοποιείται μόνο σε κατάσταση πλήρους ελευθερίας154.
«…Την αρχήν ο μεν Θεός δυνατός ήν διδόναι το τέλειον τώ ανθρώπω, εκείνος δε άρτι γεγονώς, αδύνατος ήν λαβείν αυτό, ή και λαβών χωρήσαι, ή χωρήσας κατασχείν… Ου περί τον Θεόν μεν το αδύνατον και ενδεές, αλλά περί τον νεωστί γεγονότα άνθρωπον, ότι μη αγένητος ήν. Τέλειος γαρ ο αγέννητος· ούτος δε εστί Θεός. Έδει δε τον άνθρωπον πρώτον γενέσθαι, και γενόμενον αυξήσαι, και αυξήσαντα ανδρωθήναι, και ανδρωθέντα πληθυνθήναι, και πληθυνθέντα ενισχύσαι, και ενισχύσαντα δοξασθήναι, και δοξασθέντα ιδείν τον εαυτού Δεσπότην»155.
(Μετάφραση: "Ο μεν Θεός ήταν δυνατός να δώσει από την αρχή το τέλειο στον άνθρωπο, όμως εκείνος έχοντας γίνει πρόσφατα, αδυνατούσε να το λάβει, ή λαμβάνοντάς το, να το αφομοιώσει, ή αφομοιώνοντάς το, να το κάνει κτήμα του... Δεν σχετίζεται με τον Θεό το αδύνατο και το ελλειπές, αλλά με τον άνθρωπο που έγινε πρόσφατα, επειδή δεν είναι άναρχος. Επειδή ο άναρχος είναι τέλειος, και αυτός είναι ο Θεός. Έτσι έπρεπε ο άνθρωπος πρώτα να φτιαχθεί, και αφού φτιαχθεί να μεγαλώσει, και αφού μεγαλώσει να ανδρωθεί, και αφού ανδρωθεί να πληθυνθεί, και αφού πληθυνθεί να ενισχυθεί, και αφού ενισχυθεί να δοξασθεί, και αφού δοξασθεί, να μπορέσει να δει τον Δεσπότη του").

Όπως ο Θεός είναι τέλειος κατά πάντα και ελεύθερος από κάθε ανάγκη, έτσι και ο άνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Θεού, για να αποκτήσει την τελείωση, χωρίς όμως να βιάζεται από κανέναν. «Ο Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπον ελεύθερον απ’ αρχής, και κεκτημένον την δύναμιν, ως κέκτηται την ιδίαν αυτού ψυχήν, να υπακούη εκουσίως εις τας εντολάς του Θεού, ουδέ δια της του Θεού βίας· διότι δεν υπάρχει βία παρα τώ Θεώ, αλλά μόνον ευδοκία υπάρχει αιωνίως παρ’ Αυτώ»156. Ο Θεός καθοδηγεί τους ανθρώπους όχι αναγκαστικά, αλλά με συμβουλές, νουθεσίες και εντολές. «Ταύτα γαρ πάντα το αυτεξούσιον επιδείκνυσι του ανθρώπου, και το συμβουλευτικόν του Θεού… αποτρέποντος μεν του απειθείν αυτώ, αλλά μη βιαζομένου»157. (Μετάφραση: Επειδή όλα αυτά επιδεικνύουν το αυτεξούσιο τού ανθρώπου, και το συμβουλευτικό τού Θεού... που αποτρέπει μεν την απείθεια σ' αυτόν, αλλά χωρίς να τον αναγκάζει").
 
Στις παραπάνω απόψεις περί των σχέσεων μεταξύ τελείωσης και πτώσης δεν παρουσιάζεται το αδιέξοδο158 που δημιουργήθηκε από τον Αυγουστίνο. Στους συγγραφείς που εξετάζουμε δεν πρόκειται για πτώση από την ήδη αποκτηθείσα ιδιοτελή ευδαιμονία, αλλά για πτώση από την οδό προς την τελείωση. Ο άνθρωπος δηλαδή δεν έπεσε από την απολύτως ικανοποιημένη επιθυμία στην ανεκπλήρωτη επιθυμία, αλλ’ αστόχησε στον προορισμό του και έπεσε κάτω από την εξουσία του θανάτου. Η αστοχία αυτή του προορισμού δεν σημαίνει αποτυχία του ανθρώπου να ικανοποιηθεί, αλλά αποτυχία να τελειοποιηθεί στην κατά Θεόν ανιδιοτελή αγάπη, η οποία «ου ζητεί τα εαυτής» ("δεν ζητάει τα δικά της").


Σημειώσεις


144. Ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης, ο οποίος δεν παραδέχεται την κατά γράμμα ερμηνεία και ιστορικότητα της διήγησης της Γενέσης για την πτώση (J. Turmel, όπως παραπάνω, τόμ. 1, σελ. 290-291), παρέχει την πληροφορία ότι ο Ειρηναίος εξελάμβανε και αυτός την ίδια βιβλική μαρτυρία όχι «ιστορικά» αλλά «πνευματικά». Κ. R. Hagenbach, όπως παραπάνω, σελ. 118, σημ. 3. Η είδηση αυτή, όμως, αντίκειται προς την συνολική έκθεση του Ειρηναίου σχετικά με την πτώση, τουλάχιστον στα σωζόμενα έργα του. Στο ίδιο· F. Vernet, Irenee, στο «Dict. Theol. Cath. », τομ. VII, σελ. 2457. Δες απόσπασμα 13, ΒΕΠΕΣ, τόμ. 5, σελ. 175 και μετά.
145. Β΄ Κορ. 3, 14.
146. Ο άνθρωπος «δεν πλάσθηκε, σύμφωνα με την Π. Δ., τέλειος αλλ’ ικανός να γίνει τέλειος». Β. Μ. Βέλλα, Όπως παραπάνω, σελ. 10.
147. Όπως παραπάνω, Β΄, 24.
148. Στο ίδιο Β΄, 25. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ακριβώς τα ίδια περί του ξύλου της γνώσεως. Δες Α. Ηarnack, Lehrbuch, τόμ. 2, σελ. 154.
149. Προς Αυτόλυκον Β, 24
150. Στο ίδιο Β΄, 27.
151. Στο ίδιο Β΄, 25.
152. Έλεγχος, Δ΄, XXXVII, 6.
153. Στο ίδιο Δ΄, XXXVII, 2.
154. Στο ίδιο Δ΄, XXXVII, 17.
155. Στο ίδιο Δ΄, XXXVIII, 23. Το «ίδειν» δεν αναφέρεται στη θεία ουσία. Στο ίδιο Γ΄, XXIV, 2. Ο Ειρηναίος πουθενά δεν γράφει ότι ο Λόγος αποκαλύπτει στους αγγέλους και στους ανθρώπους τη θεία ουσία όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο R. Seeberg. Όπως παραπάνω, τόμ. Ι, σελ. 322.
156. Στο ίδιο Δ΄, XXXVII, 1.
157. Στο ίδιο Δ΄, XXXVII, 3.
158. Δες παραπάνω, σημ. 2, σελ. 120· Χ. Ανδρούτσου, όπως παραπάνω, σελ. 139.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

Η χρήση των Ευαγγελίων στην πορεία προς τη θέωση


Οι άγιοι τέσσερις ευαγγελιστές (από εδώ)
Πρακτικές της αρχαίας Εκκλησίας
 
Του π. Ιωάννη Ρωμανίδη
 
Πηγή: "Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ιω. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄. Του σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

Κοινό γνώρισμα όλων των Προφητών, Αποστόλων και Αγίων είναι η νοερά προσευχή στην καρδιά, που είναι απόδειξη ότι ο άνθρωπος είναι ναός του Αγίου Πνεύματος.

«Οι Πατέρες διδάσκουν ότι η νοερά προσευχή δεν είναι μόνο στην Καινή Διαθήκη. Και στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει η νοερά προσευχή. Είναι μια παράδοση της Παλαιάς Διαθήκης και της Καινής Διαθήκης και όλης της Χριστιανικής παραδόσεως».

«Το να είναι κανείς ναός του Αγίου Πνεύματος είναι μια εμπειρία. Και αν διαβάσει κανείς τον Απόστολο Παύλο προσεκτικά, δεν είναι κούφια λόγια όλα όσα λέγει τόσες φορές που περιγράφει το Πνεύμα το Άγιον, το οποίο κράζει "εις τας καρδίας υμών" "Αββά ο Πατήρ" (Γαλάτας δ΄, 6) κλπ., που προσεύχεται μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Αυτή είναι η πραγματικότητα δηλαδή. Και αυτή η παράδοση υπάρχει και στην Παλαιά Διαθήκη, δεν είναι μόνον στην Καινή Διαθήκη».

Η διαφορά είναι ότι στην Παλαιά Διαθήκη μαρτυρείται η εμπειρία του άσαρκου Λόγου, ενώ στην Καινή Διαθήκη η εμπειρία του σεσαρκωμένου Λόγου.

«Γίνεται ο νους του ανθρώπου κατοικητήριο του Χριστού και, μέσω του Χριστού, της Αγίας Τριάδος. Όχι μόνον στην Καινή Διαθήκη, αλλά και στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται αυτό το πράγμα, μόνο που εκεί ο Χριστός είναι άσαρκος. Όταν ο Χριστός κατοικεί μέσα στον άνθρωπο, είναι παρών, αλλά χωρίς βέβαια την σάρκα Του, διότι δεν έχει ακόμα ενσαρκωθεί».

Άλλωστε, ο σκοπός της Αγίας Γραφής και όλης της εκκλησιαστικής ζωής είναι να οδηγήσει τον άνθρωπο στην θέωση. Δεν υπάρχει άλλος σκοπός, ιστορικός, θρησκευτικός.

«Ο μοναδικός σκοπός της γλώσσης της Αγίας Γραφής, των Πατέρων και των Συνόδων είναι να χρησιμοποιούνται ως πνευματικά μέσα, μέσω των οποίων οδηγείται κανείς, υπό την καθοδήγηση Πνευματικού Πατρός, στα στάδια της τελειώσεως. Δεν έχουν κανένα άλλο σκοπό».

Αυτό φαίνεται στην διάταξη της αναγνώσεως των βιβλίων των ευαγγελίων στην λατρεία της Εκκλησίας.

«Πάντως, στην Αγία Γραφή υπάρχει σαφώς αυτή η διάκριση και γι' αυτό υπάρχει η ανάλογη κατάταξη της ύλης των ευαγγελίων. Έχουμε το ευαγγέλιο του Μάρκου, το οποίο σαφώς ως έργο έχει την καταπολέμηση των δαιμονικών ενεργειών, και όλο το κυρίαρχο πνεύμα του ευαγγελίου του Μάρκου είναι περί καθάρσεως. Το ίδιο συμβαίνει και στα ευαγγέλια Ματθαίου και Λουκά. Αυτά τα ευαγγέλια έχουν γραφεί στην αρχαία Εκκλησία, ως εγράφησαν, επειδή χρησιμοποιούνταν προ του Βαπτίσματος. Ήταν τα κατηχητικά εγχειρίδια των κατηχουμένων οι οποίοι βρίσκονταν στο στάδιο της καθάρσεως. Και, αφού βαπτίζονταν, μετά χρησιμοποιόταν το "πνευματικό ευαγγέλιο", το οποίο είναι το ευαγγέλιο δια τους Πνεύμα έχοντες.
Εφ' όσον κανείς λάμβανε Πνεύμα άγιον στο Βάπτισμα και το Χρίσμα, μετά από αυτά γινόταν ειδική κατήχηση βάσει του Ευαγγελίου του Ιωάννου. Γι' αυτόν τον λόγο βλέπει κανείς σαφώς πως το ευαγγέλιο του Ιωάννου σχεδόν δεν ασχολείται με τον διάβολο, ενώ, τα λεγόμενα σήμερα συνοπτικά ευαγγέλια ασχολούνται πάρα πολύ με τους δαίμονες και την δίωξή τους -των δαιμόνων. Οπότε, αμέσως φαίνεται στην ίδια την οργάνωση της ύλης των ευαγγελίων ότι υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ της διδασκαλίας σε αυτούς που βαδίζουν την οδό της καθάρσεως και σε αυτούς που έχουν λάβει το Πνεύμα το Άγιον και βρίσκονται στην κατάσταση του φωτισμού. 

Γι' αυτό και στο εκκλησιαστικό ημερολόγιο βλέπουμε λοιπόν τα τρία συνοπτικά ευαγγέλια και αναγινώσκονται, διαβάζονται και ερμηνεύονται καθ' όλον τον ενιαυτό [= το έτος] και, όταν ερχόμαστε στο Πάσχα, το ευαγγέλιο του Πάσχα στην δεύτερη Ανάσταση, αρχίζει: Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος… " (Ιωάννης Α: 1). Και από της δεύτερης Αναστάσεως του Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή γίνεται κάθε μέρα ερμηνεία του τετάρτου ευαγγελίου. Το ευαγγέλιο του Ιωάννου είναι κυρίως απολογητικοδογματικό ευαγγέλιο, που σκοπό έχει την διαφώτιση, εφ' όσον έχουν περάσει από το στάδιο της καθάρσεως ως κατηχούμενοι και έχουν γίνει νεοφώτιστοι. Δεν είναι τυχαίο ότι το ευαγγέλιο του Ιωάννου αναγιγνώσκεται και ερμηνεύεται από το Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή. Γι' αυτό και οι Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζουν το ευαγγέλιο αυτό "πνευματικό ευαγγέλιο". Και δεν είναι για όλους, είναι για εκείνους που έχουν βαπτισθεί κ.ο.κ. Αυτά που λένε σήμερα ορισμένοι ότι είναι επηρεασμένο από την Ελληνική φιλοσοφία κλπ., αυτά είναι -με συγχωρεϊτε για την έκφραση- αυτά είναι σαχλαμάρες».

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

An Orthodox Perspective on Alien Life


- On Behalf of all

Άρθρο του π. Ιω. Ρωμανίδη με θέμα το ενδεχόμενο ανακάλυψης εξωγήινης ζωής. 
Περίληψη στα ελληνικά: Η Ορθοδοξία δεν θίγεται από μια ενδεχόμενη ανακάλυψη νοήμονος ζωής σε άλλους πλανήτες. Και τούτο, διότι στην αρχαία παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας δεν καλλιεργήθηκε η κατά γράμμα και ανθρωπομορφική ερμηνεία της Γένεσης. Επίσης, δεν επικράτησε η άποψη ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε τέλειος και ξέπεσε, ούτε ότι το προπατορικό αμάρτημα βαραίνει ως ενοχή όλους τους ανθρώπους. Επικράτησε η άποψη ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε με την προοπτική της τελειότητας, η οποία ακολουθεί στο μέλλον.
Αν λοιπόν ανακαλυφθούν νοήμονα όντα σε άλλους πλανήτες, το ερώτημα είναι σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκονται (από πλευράς αγιότητας) και πόσο έτοιμα είναι να μετέχουν στη δόξα (στο άκτιστο Φως) του Θεού.

This is an essay that was originally published in the April 8, 1965 edition of The Boston Globe (p. 18) by Fr. John S. Romanides (1927–2001), a Greek Orthodox presbyter, author, and professor of theology. It is presented here in its entirety with some minor, stylistic editing. —Gabe

All Planets the Same

I can foresee no way in which the teachings of the Orthodox Christian tradition could be affected by the discovery of intelligent beings on another planet. Some of my colleagues feel that even a discussion of the consequences of such a possibility is in itself a waste of time for serious theology and borders on the fringes of foolishness. I am tempted to agree with them for several reasons.
As I understand the problem, the discovery of intelligent life on another planet would raise questions concerning traditional Roman Catholic and Protestant teachings regarding creation, the fall, man as the image of God, redemption and Biblical inerrancy.
First, one should point out that in contrast to the traditions deriving from Latin Christianity, Greek Christianity never had a fundamentalist or literalist understanding of Biblical inspiration and was never committed to the inerrancy of scripture in matters concerning the structure of the universe and life in it. In this regard some modern attempts at de-mything the Bible are interesting and at times amusing.
Since the very first centuries of Christianity, theologians of the Greek tradition did not believe, as did the Latins, that humanity was created in a state of perfection from which it fell. Rather the Orthodox always believed that man [was] created imperfect, or at a low level of perfection, with the destiny of evolving to higher levels of perfection. The fall of each man, therefore, entails a failure to reach perfection, rather than any collective fall from perfection. Also, spiritual evolution does not end in a static, beatific vision. It is a never-ending process which will go on even into eternity.
Orthodox Christianity, like Judaism, never knew the Latin and Protestant doctrine of original sin as an inherited Adamic guilt putting all humanity under a divine wrath which was supposedly satisfied by the death of Christ. Thus, the solidarity of the human race in Adamic guilt and the need for satisfaction of divine justice in order to avoid hell are unknown in the Greek Fathers. This means that the interdependence and solidarity of creation—and its need for redemption and perfection—are seen in a different light.
The Orthodox believe that all creation is destined to share in the glory of God. Both damned and glorified will be saved. In other words both will have vision of God in his uncreated glory, with the difference that for the unjust this same uncreated glory of God will be the eternal fires of hell.
God is light for those who learn to love Him and a consuming fire for those who will not. God has no positive intent to punish. For those not properly prepared, to see God is a cleansing experience, but one which does not move eternally toward higher reaches of perfection. In contrast, hell [hades] is a static state of perfection somewhat similar to Platonic bliss. In view of this, the Orthodox never saw in the Bible any three story universe with a hell of created fire underneath the earth and a heaven beyond the stars.

For the Orthodox, discovery of intelligent life on another planet would raise the question of how far advanced these beings are in their love and preparation for divine glory. As on this planet, so on any other, the fact that one may have not as yet learned about the Lord of Glory of the Old and New Testament, does not mean that he is automatically condemned to hell, just as one who believes in Christ is not automatically destined to be involved in the eternal movement toward perfection.
It is also important to bear in mind that the Greek Fathers of the Church maintain that the soul of man is part of material creation, although a high form of it, and by nature mortal. Only God is purely immaterial.
Life beyond death is not due to the nature of man but to the will of God. Thus man is not strictly speaking the image of God. Only the Lord of Glory, or the Angel of the Lord of Old and New Testament revelation is the image of God. Man was created according to the image of God, which means that his destiny is to become like Christ who is the Incarnate Image of God. Thus, the possibility of intelligent beings on another planet being images of God as men on earth are supposed to be is not even a valid question from an Orthodox point of view.
Finally, one could point out that the Orthodox Fathers rejected the Platonic belief in immutable archetypes of which this world of change is a poor copy. This universe and the forms in it are unique and change is of the very essence of creation and not a product of the fall. Furthermore, the categories of change, motion, and history belong to the eternal dimensions of salvation-history and are not to be discarded in some kind of eternal bliss.
Thus, the existence of intelligent life on another planet behind or way ahead of us in intellectual and spiritual attainment will change little in the traditional beliefs of Orthodox Christianity.

See also

Faith And Science In Orthodox Gnosiology and Methodology  
Did Physics Kill God? 
The True Science of God

ABOUT GOD
The Holy Trinity in the Old Testament
God in Trinity - A Communion of Persons
God the Holy Trinity: 'The Lover of Mankind'
Orthodoxy's Worship: The Sanctification of the Entire World
Theosis, St. Silouan and Elder Sophrony

"Partakers of Divine Nature" - About Deification & Uncreated Light in Orthodox Church
 
LIVE, BEYOND THE LIMITS!
Man's Creative Power and the Knowledge of God  

The Path to Renewal of the Heart
A Different Light: Youthful Travelers in Contemporary America
Travelers on the Way to the Light

UFO: Εξωγήινοι ή δαίμονες; - Μεταξύ επιστημονικής φαντασίας και δεισιδαιμονίας
 
Άγιοι εξωγήινοι + στενές επαφές
Ιησούς Χριστός και άγιοι: μήπως ήταν εξωγήινοι;