ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ - ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΪ-ΚΥΡ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ
... Και στο σημείο αυτό εισερχόμαστε στο κυρίως θέμα μας, που αφορά στο ιεραποστολικό έργο, τον Βίο και την Πολιτεία τού Ιωάννη τού Ξένου, όπως αυτά έχουν στο κείμενο της Διαθήκης του.
Ο Άγιος, λοιπόν, σύμφωνα με τον Βίο του, συνοικούσε - κατά το παράδειγμα και άλλων μεγάλων αγίων ανδρών της Εκκλησίας μας - με άγρια ζώα και θηρία και περιφερόταν ζώντας ως ερημίτης από τόπου εις τόπον, ξεκινώντας από την ιδιαίτερη πατρίδα του, το χωριό Σίβα, Πυργιωτίσσης, μέχρι που έφτασε στο όρος των Λιθίνων. Εκεί συνάντησε σπήλαιο και μέσα σε αυτό δύο μνημεία, τα οποία φωνή εξ ουρανού του απεκάλυπτε ότι ανήκουν στους αγίους Ευτύχιο και Ευτυχιανό, στους οποίους η ίδια φωνή τον διέτασσε να ανεγείρει ναό στο όνομά τους.
Πρόκειται για τον πρώτο ναό που έκτισε ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος. Ο ναός αυτός αποτέλεσε και το πρώτο ιεραποστολικό ορμητήριό του και σε αυτόν, μάλιστα, εκάρη μοναχός -λαϊκός όντας μέχρι τής στιγμής εκείνης- από κάποιο ευλαβή γέροντα.
Στη συνέχεια, οδοιπορώντας έφθασε στο όρος Μυριοκέφαλο, εντός των ορίων του νομού Ρεθύμνου, πάνω από το χωριό που ονομαζόταν, τότε, Τούρμα του Καλαμώνος. Εδώ, για την δριμύτητα του χειμώνα προφυλάχτηκε σε παμμέγεθες ελληνικό κτίσμα, που υπήρχε πάνω στο όρος Μυριοκέφαλο, στο οποίο ο Άγιος μόλις εισήλθε έχασε το φως του για επτά ολόκληρες ημέρες.
Ο Άγιος με γνώσεις, εδώ, αρχαιογνωσίας προσδιορίζει την ελληνική ταυτότητα του άγνωστου, πάντως, αυτού κτίσματος. Τοπική, πάντως, παράδοση κάνει λόγο ότι ο Άγιος κοιμήθηκε στο σπήλαιο της Αγίας Παρασκευής Βιλλανδρέδου και από το γλυκό ρόδινο φως που αντίκρισε όταν ξύπνησε ανακάλυψε την εικόνα της Παναγίας. Από εκείνη την ημέρα, μάλιστα, από το μέχρι τότε ξηρό σπήλαιο αναφέρεται ότι άρχισε να στάζει αγίασμα, το οποίο θεωρείται ιδιαίτερα θαυματουργό για τους δαιμονόπληκτους.
Την έβδομη ημέρα, και ενώ προσευχόταν στον Κύριο, άκουσε «φωνήν εξ ουρανού» που τον διέταζε να αναγείρει ναό στην πανύμνητο Θεοτόκο την Αντιφωνήτρια (εικ.). Έκτισε ο Όσιος, τότε, την Ι. Μονή Μυριοκεφάλων, όπου - σύμφωνα με τον Βοδληϊανό κώδικα - άφησε έναν μοναχό, τον Λουκά. [Βλ. Ρέθυμνο - Μυριοκέφαλα: ο δρόμος των μύριων προσκυνητών] Πάντως, από το μέγεθος της περιουσίας που ο όσιος άφησε στην Ι. Μονή Μυριοκεφάλων- 1300 πρόβατα και 300 αίγες και μετόχια στο Μουσέλα και τον Μέλικα κ.α.- πρέπει να δεχτούμε ότι ο αριθμός των μοναχών θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερος, ώστε να μπορούν να επιβλέπουν την τεράστια αυτήν περιουσία του μοναστηριού. Εξάλλου, και στο κατά πολύ μικρότερο μοναστήρι του Αγίου Παταπίου, που ήταν εξάρτημα της Μονής Μυριοκεφάλων, σημειώνονται δώδεκα μοναχοί.
Η Παναγία των Μυριοκεφάλων (8 Σεπτεμβρίου)
Μετά την αποχώρησή του και από την Μονή των Μυριοκεφάλων ο άγιος Ιωάννης έφθασε σε άλλον τόπο, που ονομαζόταν «Μέλικας», μέρος εξαιρετικά ξηρό και άνυδρο, και σε αυτόν οικοδόμησε ναό προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου του Δούβρικα.
Μάλλον πρόκειται για την περιοχή των Δραμίων, της επαρχίας Αποκορώνου Χανίων, η οποία φαίνεται να πληροί τις προδιαγραφές που μας δίνει το συναξάρι του Αγίου. Ο χαρακτηρισμός της περιοχής με τη λέξη «χαμοβούνια» και η φράση της Διαθήκης του Ιωάννη «εξελθόντος μου της τοιαύτης μονής εύρον τόπον έτερον…» αποδίδουν, νομίζω, τη συγκεκριμένη θέση της ευρύτερης περιοχής των Δραμίων, που, τωόντι, χαρακτηρίζεται από πλήθος μικρών γηλόφων, αλλά και που βρίσκεται πολύ κοντά στην Ι. Μονή των Μυριοκεφάλων, ώστε να δικαιολογείται η χρονική μετοχή της Διαθήκης: «εξελθόντος μου… εύρον», που σημαίνει: «μόλις βγήκα από το μοναστήρι βρήκα άλλο τόπο….».
Από τον «Μέλικα» ο Ιωάννης έφτασε στο Άριο, κοντά στο χωριό Πηγή, της επαρχίας Ρεθύμνου, όπου ανέγειρε νέο ναό τον ονομαζόμενο Άγιο Γεώργιο τον Οψαροπιάστη. Υπάρχει παράδοση που δικαιολογεί το πρωτότυπο αυτό όνομα του Αγίου. Όταν, δηλαδή, παρουσιάστηκε έλλειψη τροφίμων στους εργάτες του ανεγειρόμενου ναού, ο κτήτωρ άγιος Ιωάννης απέστειλε τους ψαράδες του χωριού να ψαρέψουν, στην παραλία του χωριού, στο όνομα του Αγίου Γεωργίου. Οι ψαράδες, μετά από αυτό, συνέλαβαν τόσο πολλά ψάρια, που, έκτοτε, ο άγιος Γεώργιος επωνομάστηκε «Οψαροπιάστης».
Σύμφωνα με τον Γ. Β. Αντουράκη, πρόκειται για τον κομψότατο ναό του αγίου Δημητρίου, πλησίον του χωριού Πηγή Ρεθύμνου, που έχει τα χαρακτηριστικά των ναών του αγίου Ιωάννου του Ξένου. Διαφορετική γνώμη έχει ο Μιχ. Κ. Ανδριανάκης, ο οποίος διατυπώνει την άποψη ότι ο συγκεκριμένος ναός του αγίου Ιωάννη πιθανόν να είναι αυτός της Παναγίας, του χωριού Κυριάννα, Ρεθύμνου, ο οποίος ανακατασκευάστηκε τον 17ο αιώνα και, τότε, πιθανότατα, να μετονομάστηκε σε Παναγία.
Παρότι, θεωρώ πολύ δύσκολη μια τέτοια μετονομασία ναού, όμως βρίσκω δελεαστικότατη την άποψη του συγκεκριμένου ερευνητή το όνομα του χωριού να έχει την προέλευσή του από τον άγιο Ιωάννη τον Ξένο, τον αποκαλούμενο και Κυρ- Ιωάννη, οπότε με την εξελικτική πορεία Κυρ- Γιάννη (στον)> Κυργιαννά (στα)> Κυρ(γ)ιάννα (στην) να δόθηκε το όνομα του Οσίου στο συγκεκριμένο χωριό.
Αυτή η άποψη είναι, οπωσδήποτε, πολύ δελεαστικότερη από την γνωστή και κοινότυπη ετυμολογία της ονομασίας του χωριού από κάποια «Κυρία Άννα». Την άποψη αυτήν ενδυναμώνει και το επίρρημα της Διαθήκης του Οσίου «πλησίον» («ήν τόπος καλός και εύχρηστος και πλησίον του χωρίου της Πηγής»), που δηλώνει ότι ο Ιωάννης δεν έκτισε τον ναό μέσα στην Πηγή, αλλά πλησίον αυτής. Και, πράγματι, πλησίον - μόλις έξι χιλιόμετρα από την Πηγή - βρίσκεται η Κυριάννα. Πιθανόν, λοιπόν, η Πηγή, ως γνωστότερη, τον καιρό εκείνο, να χρησιμοποιήθηκε προς υπόδειξη της ευρύτερης περιοχής, όπως έγινε και με το Άριον πιο πάνω.
"Ένα κομψοτέχνημα ο Άγιος Δημήτριος, στον ομώνυμο Οικισμό, παρά την Πηγή" (Ρεθύμνης)
Σοβαρό, όμως, πρόβλημα στη συγκεκριμένη δελεαστική άποψη του κ. Ανδριανάκη -πέραν της προαναφερθείσας δυσκολίας που βρίσκουμε στη μετονομασία ενός ναού- θεωρούμε και τη συγκεκριμένη επωνυμία «Οψαροπιάστης» (Ψαροπιάστης), που, οπωσδήποτε, ετυμολογικά, υποδηλώνει στενότατη σχέση τού εν λόγω ναού προς τη θάλασσα. Έτσι, η παράδοση που επικαλείται ο Άνθιμος Λελεδάκης φαίνεται να προτείνει μια πειστική εξήγηση της επωνυμίας του ναού.
Αν σκύψουμε, λοιπόν και την εξετάσουμε προσεκτικά θα δούμε να γίνεται σε αυτήν λόγος για αλιείς του χωριού, τους οποίους ο Άγιος απέστειλε να ψαρέψουν στην πλησίον του χωριού θάλασσα, όταν παρουσιάστηκε έλλειψη τροφίμων, που εμπόδιζε τους εργάτες του ανεγειρόμενου ναού να συνεχίσουν το έργο. «Αλιείς», λοιπόν, θα μπορούσαν, ίσως, να υπάρχουν σε χωριά που βρίσκονται από τη θάλασσα σε απόσταση μικρότερη ή, έστω, και ίση προς αυτήν που βρίσκεται η Πηγή, και όχι η Κυριάννα. Άρα, από την επωνυμία του ναού (Οψαροπιάστης) και μόνον υποθέτουμε ότι ο ναός αυτός θα πρέπει να βρισκόταν πλησίον του χωριού Πηγή και μάλιστα, κατά τον βόρειο άξονα αυτού, προς τη μεριά τού σχεδόν παραθαλάσσιου Αρίου.
Από την Πηγή ο Ιωάννης αναχωρεί ευθέως και πάλι για την Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου στα Μυριοκέφαλα, προς ηθική και οικονομική ενίσχυση των εκεί μοναζόντων, που δυναστεύονταν, κατά το συναξάρι του, από μεγάλη ανέχεια και πείνα. Στη συνέχεια, οδεύει προς το χωριό Μουσέλα, όπου ανεγείρει μετόχιο της Ι. Μ. Μυριοκεφάλων με ναό του Αγίου Παταπίου, τον οποίο κατέστησε πλήρη μονή με δύναμη δώδεκα μοναχών.
Στην περιοχή αυτή ορθώνεται σήμερα το εικονοστάσι του αγίου Παταπίου.
Στο σημείο αυτό μεσολαβεί ταξίδι του Αγίου στην Βασιλεύουσα, όπου μεταβαίνει προκειμένου να ζητήσει από τους «Ορθοδόξους Ημών Βασιλείς» χρυσόβουλο. Με αυτό το αυτοκρατορικό χρυσόβουλο η Μονή των Μυριοκεφάλων ελάμβανε κατ΄ έτος από το τελωνείο της Κρήτης δια ψυχική των σωτηρίαν [ενν. των Βασιλέων] νομίσματα λίτραν μίαν, ράσα δώδεκα (ή μόλις δύο κατά το μεταγενέστερο κείμενο του κώδικα του Κισάμου), μανδία δώδεκα και βλατήν ενδυτήν (ή βλαντί κόκκινο ένα, κατά τον κώδικα του Κισάμου). (...)
Στην Κωνσταντινούπολη και αυτός ο απλός λαός δέχεται τον Άγιο και του προσφέρει πρόθυμα δώρα για το μοναστήρι του, βιβλία, εικόνες και λοιπά ι. σκεύη, με τα οποία κατεκόσμησε τα κελιά της Μονής. Το απόσπασμα αυτό της Διαθήκης του Ξένου μάς δίνει μιαν ωραία εικόνα του κλίματος που επικρατούσε στη Βασιλεύουσα, τον καιρό εκείνο, σχετικά με την Κρήτη. Προ της ανάκτησης, δηλαδή, της νήσου από τον Νικηφόρο Φωκά την αποκαλούσαν «βαρβαροτρόφον» και «θεόλεστον», λόγω του πειρατικού κράτους των Σαρακηνών που επικρατούσε στο νησί. Τώρα υποδέχονται έναν Κρητικό ερημίτη με ιδιαίτερη ικανοποίηση και του προσφέρουν πρόθυμα ό,τι θέλει για το μοναστήρι του.
Ήταν, ασφαλώς, μια ηρωική εποχή και οι πολίτες είχαν ιδιαίτερη ευαισθησία για το μεγάλο ελληνικό νησί.
Από όλα αυτά τα κειμήλια σήμερα δεν σώζεται, δυστυχώς, τίποτε, εκτός από την εικόνα της Θεοτόκου, αν την θεωρήσουμε ότι ανήκει σε αυτά, σύμφωνα με παράδοση που λέγει ότι η θαυματουργός εικόνα της Θεοτόκου της Αντιφωνήτριας είναι μία από τις εικόνες που ο Άγιος μετέφερε από τη Κωνσταντινούπολη. Αν το πράγμα έχει έτσι, επειδή η μετάβαση του Οσίου στην Κωνσταντινούπολη έγινε επί Αυτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως Ρωμανού του Β΄, που βασίλευε από το έτος 959 μέχρι το 964, η εικόνα αυτή των Μυριοκεφάλων αποτελεί παλαιότατο κειμήλιο της Μονής, ηλικίας άνω των 950 χρόνων.
Ο Άγιος Γεώργιος Δούβρικας (Δράμια Χανίων)
Κατά το ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη, ο άγιος Ιωάννης ζήτησε, επίσης, από τον Πατριάρχη Αλέξιο τον Στουδίτη (1025- 1043) και έλαβε σιγίλλιο, ώστε να είναι το Μοναστήρι αυτοδέσποτο και κυρίαρχο, ανεμπόδιστο και απείραχτο από οποιαδήποτε επιβουλή αρχοντικού ή εκκλησιαστικού προσώπου, πράγμα που το πέτυχε κάνοντάς το σταυροπηγιακό με μόνη υποχρέωση τώρα να γίνεται σε αυτό αναφορά του ονόματος του Πατριάρχη. Εντυπωσιάζει, πάντως, το γεγονός ότι το όνομα της Μονής Μυριοκεφάλων δεν αναφέρεται ανάμεσα στα πέντε γνωστά - από τα δώδεκα αυτοκρατορικά μοναστήρια - τα οποία υπήρχαν στην Κρήτη, στα χρόνια της Ενετοκρατίας. Το κείμενο, όμως, της Διαθήκης είναι σαφές: «Ο Ιωάννης έλαβε από τον βασιλιά χρυσόβουλο». Αντίθετα, επί Τουρκοκρατίας άκμαζε με μεγάλες περιουσίες η κοντινή Μονή του προφήτη Ηλία, στα Ρούστικα, που είχε καταστεί και αυτή σταυροπήγιο. Αυτής της Μονής, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, η Μ. Μυριοκεφάλων διετέλεσε εξάρτημα.
Ο Ιωάννης, μετά την διευθέτηση αυτήν των πραγμάτων στα μετόχια και τα ιερά καθιδρύματά του, δεν δίνει εφησυχασμό και ανάπαυση στα μέλη του, αλλά εξέρχεται και πάλιν της Μονής (του Αγίου Παταπίου) και οδεύει προς νέο τόπο τον επικαλούμενο Κουφού, όπου ανεγείρει νέο ναό στην Υπεραγία Θεοτόκο (Ζωοδόχο Πηγή) του Κουφού (σήμερα Άι-Κυρ Γιάννης Αλυκιανού).
Ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής στον Κουφό, πολύ μεγαλύτερος των άλλων του οσίου Ιωάννη, φανερώνει ότι θα τον έκτισε με την συνδρομή των ευσεβών χριστιανών που ήδη είχαν αναγνωρίσει το ιεραποστολικό έργο που ο όσιος επιτελούσε στην Κρήτη. Ο ναός, μετά την παρακμή της Παναγίας της Αντιφωνήτριας, στα Μυριοκέφαλα, που ο ίδιος ο Ιωάννης ο Ξένος είχε ορίσει ως επίκεντρο όλης της γήινης δημιουργίας του, υπήχθη στην Ι. Μονή της Χρυσοπηγής. Πρόκειται για βυζαντινό ναό σταυροειδή, μετά τρούλου, που οικοδομήθηκε περί το έτος 1004, σύμφωνα με το σχέδιο των λοιπών ναών του αγίου Ιωάννη του Ξένου.
Αναχωρεί και από εκεί και, αλλάζοντας κατεύθυνση, από τα κεντρικά και βόρεια της Δυτικής Κρήτης, οδεύει προς τις νότιες περιοχές του νομού Χανίων, όπου ιδρύει ευκτήριο οίκο στον άγιο Παύλο Σφακίων. Ο ναός του Αγίου Παύλου Σφακίων είναι μικρός σταυροειδής ναός- στον βυζαντινό ρυθμό που έκτιζε τους ναούς του όσιος Ιωάννης- και διατηρείται ακόμα και σήμερα ανατολικά της Αγίας Ρούμελης (στον «Οπίσω Αιγιαλόν» κατά την Διαθήκη του), πάνω σχεδόν από την άμμο, ώστε τον χειμώνα, όταν αγριεύει το κύμα του Νότιου Κρητικού, να πέφτει με ακατάσχετη ορμή στη νοτική του πλευρά και κοντά σε πηγή με ψυχρότατο νερό, όπως σημειώνεται σε περιγραφή του ευρύτερου χώρου από τον Χρ. Μπουοντελμόντι.
Η αντοχή του στις δύσκολες καιρικές συνθήκες έχει προβληματίσει πολλούς ειδικούς, και από παλιότερα είχε εκφραστεί η άποψη ότι σύντομα θα κατέρρεε. Δεν ξέρουμε αν ο άγιος Ιωάννης παρέμεινε για αρκετό χρόνο, μετά την οικοδόμηση του ναού, στη συγκεκριμένη περιοχή, που, κατά την παράδοση, φιλοξένησε και τον πρώτο των Αποστόλων, τον Παύλο. Και αυτός, ασφαλώς, είναι και ο λόγος που ο Όσιος ίδρυσε ναό στη συγκεκριμένη περιοχή.
Ο Ιωάννης προχωρεί, στη συνέχεια, σε άλλη περιοχή ψηλότερα, στον Αζωγυρέα, Σελίνου Χανίων, παρά την Παλαιόχωρα, όπου οικοδομεί ναό του Αγίου Γεωργίου. Εντυπωσιάζει, πάντως, το γεγονός ότι η λατρεία του αγίου Ιωάννη του Ξένου εκτοπίστηκε στον Αζωγυρέ, αλλά και στον ναό των αγίων Πατέρων στα Άνω Φλώρια Σελίνου, που, όπως σημειώνει ο Ν. Ψιλάκης, ετιμάτο ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος μέχρι το έτος 1462, σύμφωνα με υπάρχουσα εκεί επιγραφή.
Αργότερα, όμως, ο άγιος Ιωάννης ξεχάστηκε παντελώς, και στον ίδιο του τον ναό τώρα τιμώνται οι άγιοι Πατέρες και ο άγιος Ιωάννης ο Ερημίτης, που, κατά την παράδοση, έδρασαν εκεί, στον πλησίστιο Αζωγυρέ. Επίσης, σε καμιά περιοχή δεν παρατηρείται λατρεία και των δυο Αγίων, Ξένου και Ερημίτη, ταυτόχρονα. Ούτε καν στον Αζωγυρέ, όπου φέρονται ότι έδρασαν αμφότεροι.
Το σπίτι του οσίου στο χωριό του, Σίβας Πυργιωτίσσης (σήμερα παρεκκλήσι)
Μετά από αυτό το μέγα ιεραποστολικό έργο, ο ταπεινός ερημίτης αισθάνεται - ως και ο άλλος μέγας ιεραπόστολος, ο Παύλος - να τον βαραίνει το πλήθος των αμαρτιών του και, μη έχοντας ανάπαυση επί της γης, οδηγεί τα βήματά του σε νέα, εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από τον «Οπίσω Αιγιαλόν» που βρισκόταν, στο δυτικότερο άκρο της Κρήτης, στα μέρη του Κισάμου, σε περιοχή ονομαζόμενη Ακτή, όπου κτίζει εκκλησία και μοναστήρι και διαμένει μέχρι το τέλος του επίγειου βίου του. Εδώ φέρεται να γράφει - τελική πράξη του παναγίου βίου του - και τη Διαθήκη του.
Οι ιστορικά- αρχαιολογικά βεβαιωμένοι ναοί του οσίου Ιωάννου του Ξένου, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα στοιχεία της Διαθήκης του, είναι οι εξής εννέα:
1. Ευτυχίου-Ευτυχιανού (όρος Ράξος - περιοχή Ματάλων)
2. Παναγίας της Αντιφωνήτριας( Μυριοκεφάλων)
3. Αγίου Γεωργίου Δούβρικα (περιοχή σημερινών Δραμίων)
4. Αγίου Γεωργίου Οψαροπιάστη (σημερινός ναός Θεοτόκου Κυριάννας)
5. Μονή Αγίου Παταπίου (χωριό Μουσέλα, παρά τον ομώνυμο ποταμό)
6. Παναγία Ζωοδόχος Πηγή ( χωριό Κουφός, Κυδωνίας)
7. Απόστολος Παύλος («Οπίσω Αιγιαλόν» - Σφακιά)
8. Άγιος Γεώργιος- σήμερα μονή Αγίων Πατέρων (χωριό Αζωγυρές Χανίων)
9. Άγιος Ιωάννης–Ευστάθιος (ναός σπηλαιώδης Καβούσι Κισάμου – Τάφος του Αγίου.
Όπως μπορούμε από τον πίνακα αυτόν να παρακολουθήσουμε, ο άγιος Ιωάννης κτίζει βασικά ναούς του αγίου Γεωργίου - τρεις στους εννέα ναούς ανήκουν στον άγιο Γεώργιο - και της Θεοτόκου – δύο στους εννέα. Όλοι οι παραπάνω ναοί βρίσκονται στους νομούς Ρεθύμνου και Χανίων, εκτός αυτού των αγίων Ευτυχίου και Ευτυχιανού, του πρώτου ναού που οικοδομήθηκε από τον Άγιο, στο όρος Ράξος της ίδιας επαρχίας, μετά την αποχώρησή του στην έρημο από την ιδιαίτερη πατρίδα του, τον Σίβα Πυργιωτίσσης.
Ο τάφος του αγίου, ΒΑ του σπηλαιώδους ναού των αγίων Ιωάννου του Ξένου και Ευσταθίου, στην Ακτή Κισάμου
Το έργο του Κυρ Ιωάννου του Ξένου υπήρξε τεράστιο και πολυσχιδές. Δεν περιορίστηκε στη απλή δημιουργία ναών, ευκτήριων οίκων και μοναστηριών, αλλά τα καθιδρύματά του αυτά τα εφοδίαζε, επί πλέον και με ελαιώνες, αμπελώνες, ελαιοτριβεία, μελισσόκηπους, αιγοπρόβατα και τυροκομεία - δωρεές, τα περισσότερα των κληρονόμων ή των κατοίκων των γύρω περιοχών - για να επιτύχει, μέσω αυτών, την γεωργική και οικονομική ανάκαμψη και συντήρηση της υπαίθρου. Πρόκειται για έργο λαμπρό, παράδειγμα ισόρροπης ανάπτυξης και προόδου των Λαών.
Έτσι, κατασκευάζει υδατοδεξαμενή, για να συγκεντρώνει το νερό της βροχής στον άγιο Γεώργιο τον Δούβρικα, στον άγιο Πατάπιο οικοδομεί οικήματα κεραμόστεγα για τους μοναχούς που εγκαθιστά εκεί και δημιουργεί εκατό πενήντα μελίσσια, αμπέλι και κήπο με παντοία δέντρα, σωστό παράδεισο- κατά τη χαρακτηριστική έκφρασή του - ενώ οι φιλόχριστοι άρχοντες, επίσκοποι και λοιποί, αφιερώνουν στη Μονή Μυριοκεφάλων χίλια τριακόσια πρόβατα, τριακόσια αιγίδια, δεκαέξι φορβάδια, πέντε ονοθήλειες και τέσσερα βορδόνια σαμαρικά «εις το αποκομίζειν την τροφήν των γερόντων από της Μουσέλας» και εις παράδεισο αποκατέστησε τον τόπο. Τα μετόχια του Μέλικος και του Αρίου ο Άγιος τα εφοδιάζει και με άλλα περιουσιακά στοιχεία. σίδηρα, χαλκώματα, μυλάρια, κουκουμίκια, απαλαρέας κτλ., ενώ τον Άγιο Γεώργιο, στον Αζωγυρέα, εφοδιάζει με μελισσουργείο.
Αυτά τα τελευταία στοιχεία μας παρέχουν μιαν, οπωσδήποτε, σαφή και ενδιαφέρουσα εικόνα των θρησκευτικών, πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, γεωργικών και κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων του καιρού εκείνου, της μεσοβυζαντινής Κρήτης. Ατομικά διάφοροι μικροϊδιοκτήτες και ελεύθεροι καλλιεργητές (το «φιλόχριστον πλήθος») αλλά και φιλόχρηστοι άρχοντες, επίσκοποι και λοιποί πουλούν ή δωρίζουν τα κτήματά τους στον Άγιο Ιωάννη.
Σε άλλες περιπτώσεις στον Ξένο και στα ιδρύματά του προσφέρονται εκτάσεις και κτήματα που ανήκαν συλλογικά στην κοινότητα. Έτσι, από τον 10-11ο αιώνα παρατηρείται μια προοδευτική αύξηση της μοναστηριακής περιουσίας και σε αυτό συντελεί και η όλη δραστηριότητα του αγίου Ιωάννη, τον οποίο οι πιστοί εμπιστεύονται και αναγνωρίζουν για το λαμπρό εκκλησιαστικό και κοινωνικό έργο που επιτελεί στον τόπο σε μια εποχή δύσκολη και πιεστική, όπως είναι αυτή αμέσως μετά την Αραβική κατοχή της Κρήτης.
Όλα αυτά, λοιπόν, δεν είναι άσχετα προς τη νέα κατάσταση που δημιούργησε η ανάκτηση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά το 961 και η εκδίωξη των Αράβων από το νησί. Έκτοτε, παρατηρείται ένας νέος άνεμος αναδημιουργίας του χριστιανικού βίου και πολιτισμού στο νησί, που τόσα δεινά είχε υποστεί τα προηγούμενα χρόνια, λόγω της κατάκτησης και της πνευματικής αποτελμάτωσης που η κατάσταση αυτή είχε επιφέρει στις δομές του κοινωνικού και θρησκευτικού βίου στο νησί.
Τις εντυπωσιακές αυτές για την πολυποικιλότητά τους περιουσίες ο άγιος Ιωάννης αφήνει να διαχειρίζονται δημιουργικά, πρόσωπα που ο ίδιος επιλέγει και χειροτονεί και τα αφήνει, στη συνέχεια, οικονόμους στα διάφορα προσκυνήματά του. Έτσι, αφήνει:
Εις τον ι. ναόν των αγίων Ευτυχίου και Ευτυχιανού «έναν αδελφό»
Στην ι. Μονή Μυριοκεφάλων «τον μοναχόν Λουκάν» ή, σύμφωνα με άλλο στίχο του ίδιου συναξαρίου, περισσότερους του ενός μοναχούς.
Στον άγιο Γεώργιο Δούβρικα τον μοναχό Νικόδημο, τον οποίο, στη συνέχεια, ο άγιος Ιωάννης «εις ιερέα απεκατέστησε».
Στον άγιο Γεώργιο τον Οψαροπιάστη «απέκειρε τον μοναχόν Ευτύχιον ιερέα».
Στην μονή του Αγίου Παταπίου «κατέλιπε μοναχούς δώδεκα», ενώ, τέλος, στον ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου, στην περιοχή Κουφού, «απέκειρε τον μοναχό Κύριλλο» και τον εγκατέστησε σε κελίο που δημιούργησε εκεί.
Κάνει, λοιπόν, ο Άγιος στον Βίο και την Πολιτεία του λόγο, για δεκαεπτά (17), συνολικά, μοναχούς και ιερείς, που τους εγκαθιστά και τους βάζει να εργάζονται δημιουργικά στα καθιδρύματα που εκείνος δημιουργεί προς δόξαν Θεού και την κατά Χριστόν προαγωγή και τελείωση του ανθρώπου. Ασφαλώς, πρόκειται για τους πρώτους δεκαεπτά μοναχούς και οικονόμους των ιερών του Ξένου καθιδρυμάτων, στους οποίους στη συνέχεια θα προστέθηκαν πολλοί περισσότεροι.
Για την ευρύτητα του έργου του, ο άγιος Ιωάννης εορτάζεται θεωρούμενος, εν πολλοίς, ως τοπικός Άγιος σε περισσοτέρους του ενός τόπους. Έτσι, σήμερα τιμάται τόσο στη γενέτειρα του, τον Σίβα Πυργιωτίσσης, όσο και στον τόπο όπου κοιμήθηκε, το Καβούσι, της επαρχίας Κισάμου, αλλά, επίσης και στους τόπους όπου ίδρυσε ναούς και μοναστήρια, όπως στην Ι. Μ. Μυριοκεφάλων, στο χωριό Τσουρουνιανά ή Άι-Κυρ Γιάννης - προς τιμήν του Αγίου - όπου σήμερα φυλάσσεται η αγία του κάρα και στα Μεσόγεια (Ακτή), όπου υπάρχει ναός τιμώμενος στη μνήμη του Οσίου.
Πλην της Διαθήκης του ο Ιωάννης ο Ξένος άφησε και συγγράμματα, που τον αναδεικνύουν σε άνδρα εκκλησιαστικό αγχινούστατο. Ο Χρύσανθος Νοταράς σε «Κατάλογο των εν Άθωνι Βιβλιοθηκών», είχε γράψει ότι στη Λαύρα του Αγίου Αθανασίου βρίσκονται «Ομιλίαι εις το κατά Ματθαίον εκλεγείσαι παρά Ιωάννου μοναχού του Ξένου». Επίσης, στις Ακολουθίες του και τους κανόνες ο Όσιος αναφέρεται ως «σοφός, σοφώτατος, πάνσοφος, μέγας φωστήρ» κ.τ.λ., ακριβώς ένεκα αυτών των συγγραφών του, ενώ εμφαντικώς τονίζεται και η δράση του με την ανοικοδόμηση ναών: «Την Κρήτην ενέπλησας ναών αγίων», «Την Κρήτην άπασαν ναών αγίων επλήρωσας, όντως εκόσμησας».
Είναι, πάντως, απορίας άξιον το πώς ο άγιος Ιωάννης ο Ξένος συνεχίζει επί τόσους αιώνες να εορτάζεται κανονικά από την Εκκλησία της Κρήτης, χωρίς και την τυπική κατάταξή του στο εορτολόγιο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Μητροπολίτες του νησιού, όπως ο Τίτος Συλλιγαρδάκης («Κρητικόν Λειμωνάριον», Αθήνα 1984) και ο Πέτρας Νεκτάριος («Κρητικόν Πανάγιον», Ηράκλειον 2000) έχουν, ήδη, στα Αγιολόγιά τους κατατάξει και τον άγιο Ιωάννη τον Ξένο, με τις σχετικές ακολουθίες του και τα συναξάριά του, ώστε να λατρεύεται την ημέρα της μνήμης του, που, ακριβώς, ως μη όντας και επίσημα αναγνωρισμένος συνεορτάζεται στις 20 Σεπτεμβρίου μαζί με τον άγιο Ευστάθιο, οπότε η Εκκλησία μας γηθοσύνως ψάλλει από την παλιά ακολουθία του Οσίου:
«Της Κρήτης τον γόνον, και Ασκητών εγκαλώπισμα,
ναών παμπόλλων ιδρυτήν, Ιωάννην τον Όσιον,
τιμήσωμεν εν ύμνοις οι πιστοί, βοώντες προς αυτόν χαρμονικώς·
Σώζε πάντας ταις λιταίς σου, τους την μνήμην σου τελούντας και βοώντας σοι·
Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι,
δόξα τω ενεργούντι διά σου πάσιν ιάματα».
Ενώ σε άλλο, νεότερο, απολυτίκιο του Οσίου η Εκκλησία μας και πάλι ψάλλει:
«Των Κρητών τον φωστήρα, Εκκλησίας το καύχημα,
και των μοναζόντων την στάθμην, Ιωάννην τιμήσωμεν.
Χριστού γαρ τον Σταυρόν αναλαβών, ως Άγγελος εβίωσεν εν γη.
Διά τούτο εκ κινδύνων παντοδαπών, λυτρούται τους κραυγάζοντας·
Δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι,
δόξα τω ενεργούντι διά σου πάσιν ιάματα».
Πηγή