Απομαγνητοφώνηση - Μετάφραση Κ. Ν.
Υπάρχει μια λέξη στην πρώτη ακριβώς γραμμή ενός από τα Ευαγγέλια. Μια λέξη με την οποία οι μεταφραστές έχουν παλέψει για περισσότερα από 1.500 χρόνια. Και ακόμη και σήμερα, μετά από όλο αυτό το διάστημα, καμία αγγλική λέξη δεν μπορεί να την περιγράψει πλήρως.
Η Βίβλος σας πιθανότατα ξεκινά έτσι. «Εν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ην προς τον Θεό, και Θεός ήν ο λόγος». Αυτό βρίσκεται στο Ιωάννης 1:1.
Τρεις σύντομες προτάσεις ίσως να είναι το πιο πυκνό άνοιγμα σε ολόκληρη την Αγία Γραφή. Και όλα σταματούν ακριβώς στην πρώτη λέξη-κλειδί, «λόγος». Τι παράξενη λέξη για αρχή ενός Ευαγγελίου! Χρησιμοποιούμε την λέξη «λόγος» κάθε μέρα. Ακούγεται απλή, σχεδόν συνηθισμένη. Δεν φαίνεται αρκετά σπουδαία για ένα Ευαγγέλιο.
Και αυτό δεν είναι το μόνο για το οποίο μιλάει ο Ιωάννης, επειδή η λέξη που έγραψε ο Ιωάννης δεν ήταν «λέξη». Ο Ιωάννης έγραψε στα ελληνικά - την αρχική γλώσσα της Καινής Διαθήκης -και η λέξη που χρησιμοποίησε εκεί ήταν «λόγος». Και εδώ είναι που όλα αρχίζουν να γίνονται ενδιαφέροντα.
Ο «λόγος» προέρχεται από το ελληνικό ρήμα «λέγω» που σημαίνει απλώς «ομιλώ».
Έτσι, μπορείτε να φανταστείτε πως ο «λόγος» είναι ακριβώς αυτό – αυτό που εκπέμπεται από το στόμα κάποιου. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο «λόγος» είναι μια από τις πιο εκτεταμένες λέξεις στα αρχαία ελληνικά. Σημαίνει λέξη. Σημαίνει επίσης ομιλία, κάτι που έχει ειπωθεί. Και ταυτόχρονα, σημαίνει αιτία. Η αρχή που οργανώνει την σκέψη, η λογική των πραγμάτων… Μάλιστα η αγγλική λέξη «λογική» (logic) προέρχεται από το «λόγος».
Προσέξτε το μέγεθος του προβλήματος του μεταφραστή. Από τη μία πλευρά, ο λόγος είναι ο ήχος που βγαίνει από το στόμα. Από την άλλη, είναι ο λόγος που υπάρχει στο μυαλό - πολύ πριν βγει οποιοσδήποτε ήχος.
Και οι δύο έννοιες ζουν μέσα σε μία μόνο λέξη. Δεν είναι μόνο λέξη, δεν είναι μόνο λόγος, δεν είναι μόνο ομιλία, είναι και τα τρία ταυτόχρονα. Και τα αγγλικά δεν έχουν μία λέξη που να μπορεί να χωρέσει και τα τρία ταυτόχρονα. Γι' αυτό ο αγώνας κράτησε τόσο πολύ.
Όταν η Βίβλος μεταφράστηκε στα λατινικά γύρω στο έτος 400, ένας μεταφραστής ονόματι Ιερώνυμος επέλεξε μια λέξη για τον λόγο, επέλεξε τη λέξη verbum. «In principio erat verbum», (στην αρχή ήταν το ρήμα). Και από αυτό το λατινικό ρήμα προήλθε μια μακρά παράδοση μετάφρασης του «λόγου» ως «λέξη» στις αγγλικές Βίβλους.
Αυτό σημαίνει ότι η επιλογή ενός ανθρώπου πριν από 1600 χρόνια εξακολουθεί να αντηχεί στην λέξη που διαβάζετε στην αγγλική Βίβλο σας σήμερα. Αλλά δεν συμφωνούσαν όλοι με τον Ιερώνυμο. Πριν από αυτόν, γύρω στο έτος 200, ένας Χριστιανός συγγραφέας ονόματι Τερτυλλιανός πίστευε ήδη ότι το «Verbum» ήταν μια αδύναμη μετάφραση. Προτιμούσε μια άλλη λατινική λέξη sermo, που σημαίνει ομιλία, διάλογος, κήρυγμα, συνομιλία, η ζωντανή πράξη της ομιλίας. Γιατί; Επειδή για τον Τερτυλλιανό, ο λόγος δεν ήταν απλώς μια ολοκληρωμένη λέξη που καθόταν ακίνητη. Ήταν επίσης ο λόγος που υπήρχε μέσα στον Θεό, πριν ο Θεός δημιουργήσει οτιδήποτε. Και το «verbum» (ρήμα) από μόνο του έχασε αυτή την πλευρά. Έχασε τον λόγο και κράτησε μόνο τον ήχο.
Παρατηρήστε το εξής. Η συζήτηση για το πώς να μεταφραστεί αυτή η μία λέξη είναι σχεδόν τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο Χριστιανισμός. Και υπάρχει για έναν λόγο. Ο λόγος είναι πολύ μεγάλος για να χωρέσει σε ένα μόνο μέρος.
Πριν εμβαθύνουμε, υπάρχει κάτι που αξίζει να παρατηρήσουμε - κάτι που πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν.
Αυτή η λέξη «λόγος» εμφανίζεται συνεχώς στην Καινή Διαθήκη. Εκατοντάδες φορές, αλλά σχεδόν πάντα είναι ακριβώς αυτό. Μια συνηθισμένη λέξη, ένα μήνυμα, μια συζήτηση, το θέμα για το οποίο κάποιος μίλησε. Ο Ιησούς κήρυξε τον λόγο. Οι απόστολοι διακήρυξαν τον λόγο. Όλα αυτά είναι λόγος με την κανονική έννοια.
Αλλά η χρήση του «λόγου» ως ονόματος, ως τίτλου ενός προσώπου, είναι εξαιρετικά σπάνια. Σχεδόν κανείς σε ολόκληρη την Αγία Γραφή το έχει κάνει αυτό. Μόνο ένας συγγραφέας - και αυτός είναι ο Ιωάννης.
Το κάνει στην αρχή του Ευαγγελίου στο Ιωάννης 1:1. Το κάνει ξανά στην πρώτη του μικρή επιστολή όταν γράφει στην Α΄ Ιωάν.1:1 για τον «λόγο της ζωής, αυτόν που ήταν από την αρχή». Και το κάνει για τελευταία φορά στο τέλος της Αγίας Γραφής επειδή υπάρχει μια εντυπωσιακή σκηνή στην Αποκάλ.19:13. Μια μορφή έρχεται καβάλα σε ένα άσπρο άλογο. Το ρούχο του είναι βουτηγμένη στο αίμα και το κείμενο δίνει το όνομά του. Το όνομα με το οποίο ονομάζεται είναι «ο λόγος του Θεού»… ο λόγος του Θεού!
Είναι ο ίδιος τίτλος της αρχής του Ευαγγελίου, που εμφανίζεται ξανά στο αποκορύφωμα του τελευταίου βιβλίου. Ο Ιωάννης τα ανοίγει και τα κλείνει δείχνοντας το ίδιο όνομα. Αυτός είναι ο τρόπος του. Αυτό είναι η υπογραφή του. Το ερώτημα λοιπόν που πραγματικά έχει σημασία είναι το εξής: Γιατί ο Ιωάννης άνοιξε το Ευαγγέλιό του ακριβώς έτσι; Γιατί έψαξε για αυτή τη λέξη, την πιο ευρεία, την πιο δύσκολη σε μετάφραση λέξη σε όλη την ελληνική γλώσσα;
Για να καταλάβετε, επιστρέψτε στις τρεις προτάσεις. Στην αρχή ήταν ο λόγος. Ο λόγος ήταν με τον Θεό. Θεός ήταν ο Λόγος. Ακούγεται απλό. Αλλά κάθε πρόταση κάνει έναν διαφορετικό ισχυρισμό. Και μαζί σχηματίζουν μια από τις πιο τολμηρές δηλώσεις σε όλη την Αγία Γραφή. Η πρώτη πρόταση μιλάει για τον Χρόνο. Στην αρχή, ο Λόγος ήδη υπήρχε. Δώστε προσοχή στο ρήμα υπήρχε. Δεν ήρθε σε ύπαρξη. Δεν δημιουργήθηκε σε μια συγκεκριμένη ημέρα. Όταν όλα όσα υπάρχουν άρχισαν να υπάρχουν, ο Λόγος ήταν ήδη εκεί. "Πριν" από το πρώτο δευτερόλεπτο, ήταν ήδη εκεί.
Η δεύτερη πρόταση μιλάει για Σχέση. Ο Λόγος ήταν με τον Θεό. Και αυτή η μικρή λέξη «με» αλλάζει τα πάντα, επειδή δεν γίνεται να είσαι «με» τον εαυτό σου. Το να είσαι «με» κάποιον προϋποθέτει δύο πρόσωπα. Έτσι, ο Λόγος δεν είναι απλώς το ίδιο πρόσωπο με τον Θεό Πατέρα. Υπάρχει μια διάκριση εκεί. Υπάρχει ένα πρόσωπο με ένα ακόμα πρόσωπο. Κάποιος ήταν «προς τον Θεό».
Και η τρίτη πρόταση κλείνει με έναν τρόπο που κανείς δεν περίμενε. Θεός ήταν ο Λόγος. Αυτό σημαίνει ότι είναι ταυτόχρονα διακριτός. Ταυτόχρονα είναι «προς τον Θεό». Είναι Θεός. Διακριτός και όμως πλήρως Θεός. Κρατήστε αυτή την ένταση προς το παρόν, επειδή είναι τόσο σημαντική που έγινε μια από τις μεγαλύτερες συζητήσεις σε ολόκληρη την ιστορία του Χριστιανισμού και θα επανέλθουμε σε αυτήν προσεκτικά αργότερα.
Προς το παρόν, απλώς νιώστε το εύρος αυτού που είπε ο Ιωάννης σε τρεις σύντομες προτάσεις. Υπάρχει κάποιος που υπήρχε πάντα. Αυτός ο κάποιος ήταν «προς τον Θεό», και αυτός ο κάποιος είναι Θεός. Αλλά υπάρχει μια κρυφή λεπτομέρεια σε αυτές τις προτάσεις που σχεδόν κάθε αναγνώστης παραβλέπει και ίσως να είναι η πιο όμορφη λεπτομέρεια από όλες.
Παλαιά Διαθήκη & Λόγος
Αυτές οι πρώτες λέξεις στην αρχή στα ελληνικά είναι «Εν αρχή» και ο Ιωάννης δεν τις εφηύρε αυτές τις λέξεις. Τις αντέγραψε. Επέστρεψε στην ακριβή αρχή του πρώτου βιβλίου της Αγίας Γραφής. Ανοίξτε την Γένεση 1:1. Εν αρχή ο Θεός δημιούργησε τους ουρανούς και την γη. Στην ελληνική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης (αυτή που διάβαζαν οι πρώτοι Χριστιανοί στην καθημερινή ζωή), αυτό το εδάφιο ξεκινά με τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποίησε ο Ιωάννης, «εν αρχή». Στην αρχή… Νιώθετε αυτό που ένιωσε ο Ιωάννης όταν έγραψε «Εν αρχή ην ο λόγος»; Αμέσως ανάβει μια ανάμνηση στο μυαλό του αναγνώστη. Μας λέει - χωρίς να το γράφει – «θυμηθείτε πώς ξεκίνησαν όλα. Θυμηθείτε εκείνη την πρώτη σελίδα, την δημιουργία του κόσμου.»
Ναι, θα σας πω ποιος ήταν εκεί εκείνη την ημέρα. Και εδώ είναι που ταιριάζει το παζλ, επειδή το ερώτημα αξίζει να τεθεί. Πώς δημιούργησε ο Θεός τον κόσμο στην Γένεση; Με ποιον τρόπο; Κοιτάξτε προσεκτικά. Είπε στην Γένεση 1:3. «και είπε ο Θεός: ‘Γενηθήτω φως’». Και έγινε φως. Ο Θεός δεν σκάλισε το φως σαν ανάγλυφο - με τα χέρια Του. Δεν συναρμολόγησε το φως όπως κάποιος που συναρμολογεί έπιπλα. Είπε, και το φως απλώς ήρθε.
Και ολόκληρη η αφήγηση της Δημιουργίας σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο λειτουργεί έτσι, από την αρχή μέχρι το τέλος. «Και ο Θεός είπε»… «και ο Θεός είπε»… «και ο Θεός είπε». Η φράση επαναλαμβάνεται. Και κάθε φορά που «μιλάει» ο Θεός, ένα κομμάτι του κόσμου εμφανίζεται από το τίποτα. Αυτό σημαίνει πως το όργανο της δημιουργίας ήταν ο λόγος του Θεού. Ο ίδιος ο λόγος του Θεού είναι αυτός που έφερε στην ύπαρξη το σύμπαν. Και εδώ έρχεται μια λεπτομέρεια από την εβραϊκή γλώσσα που ανοίγει τα πάντα.
Στα εβραϊκά, τη γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης, η λέξη για τον λόγο είναι davar (דָּבָר).
Και το davar είναι μια συναρπαστική λέξη, επειδή δεν σημαίνει μόνο «λέξη». Μπορεί επίσης να σημαίνει «ύλη» και μπορεί να σημαίνει «πράξη», «δράση», «γεγονός». Στον εβραϊκό τρόπο σκέψης, η ομιλία και η πράξη είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα. Ειδικά όταν ο Θεός είναι Αυτός που μιλάει. Ο λόγος του Θεού δεν πλανάται στον αέρα χωρίς αποτέλεσμα. Επιτυγχάνει αυτό που λέει. Γίνεται. Πραγματοποιείται.
Υπάρχει μια όμορφη διατύπωση σχετικά με αυτό στον Ησαΐα 55:11. Ο Θεός μιλάει και λέει τα εξής: «ούτως έσται το ρήμά μου, ό εάν εξέλθη εκ του στόματός μου, ου μη αποστραφή, έως αν τελεσθή όσα αν ηθέλησα και ευοδώσω τας οδούς μου και τα εντάλματά μου.» (Έτσι θα είναι ο λόγος μου, ο οποίος αν εξέλθει από το στόμα μου δεν θα επιστρέψει μέχρι να γίνουν όσα θέλησα, και ευοδώσω τις οδούς μου και τα εντάλματά μου).
Με άλλα λόγια, εξέρχεται ο «λόγος» του Θεού και εκπληρώνει. Εξέρχεται και οικοδομεί. Εξέρχεται και γίνεται πραγματικότητα. Δεν υπάρχει «λόγος του Θεού» που να επιστρέφει «με άδεια χέρια».
Και υπάρχει ένας ψαλμός που τα συγκεντρώνει όλα αυτά σε μία πρόταση. Ψαλμός 32:6. «τω λόγω του Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν και τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών·» (Διά του λόγου του Κυρίου, έγιναν στέρεοι οι ουρανοί, και δια του πνεύματος του στόματός του έγινε όλη η δύναμη αυτών). Δηλαδή όλοι οι ουρανοί, όλα τα αστέρια έγιναν με ένα προφορικό λόγο του στόματός Του.
Και προσέξτε την λεπτομέρεια που προκαλεί ρίγη. Σε αυτή την ελληνική μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης, η λέξη που εμφανίζεται εκεί σε αυτόν τον ψαλμό είναι ακριβώς ο λόγος. (τω λόγω του Κυρίου έγιναν οι ουρανοί.
Βλέπετε τι έκανε ο Ιωάννης; Πήρε μια ιδέα που είχε ήδη φυτευτεί από την αρχή μέχρι το τέλος μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Ο λόγος του Θεού που δημιουργεί, ο λόγος του Θεού που κάνει τα πράγματα να συμβούν, η φωνή που έδωσε φως σε ύπαρξη, αυτό το davar, δηλαδή λόγος και δράση ταυτόχρονα.
Ο Ιωάννης τα πήρε όλα αυτά και είπε κάτι που κανένας – οπουδήποτε - είχε πει ποτέ με αυτό τον τρόπο πριν.
Είπε πως αυτός ο δημιουργός λόγος δεν είναι απλώς ένας ήχος που βγαίνει από το στόμα του Θεού. Δεν είναι απλώς μια όμορφη έννοια. Αυτή η λέξη είναι κάποιος, ένα πρόσωπο. Και αυτό το πρόσωπο ήταν ήδη με τον Θεό από την αρχή της δημιουργίας. Και το πρόσωπο αυτό ήταν Θεός. Η δύναμη που «μίλησε» τον κόσμο στην ύπαρξη έχει ένα πρόσωπο. Έχει μια ταυτότητα. Γι' αυτό το εδάφιο αυτό είναι τόσο υπέρλαμπρο: επειδή μιλάει σε δύο κόσμους ταυτόχρονα, μέσα στην ίδια πρόταση.
Για τον Εβραίο αναγνώστη που μεγάλωσε διαβάζοντας τη Γένεση και τους Ψαλμούς, ο Λόγος αμέσως άγγιξε κάτι οικείο. Ήταν ο δημιουργικός λόγος του Θεού. Ήταν το davar της αρχής. Ήταν η φωνή που είπε: «Γεννηθήτω φως».
Ελληνική φιλοσοφία & Λόγος
Αυτός ο αναγνώστης άκουσε το «εν αρχή ην ο λόγος» και ήδη μπορούσε να οσμιστεί ολόκληρη την ιστορία της Δημιουργίας. Αλλά ο Ιωάννης δεν έγραφε μόνο για τους Εβραίους. Υπήρχε ένα άλλο είδος αναγνώστη που έπαιρνε αυτό το Ευαγγέλιο στα χέρια του: ο Έλληνας αναγνώστης. Και για αυτόν, η λέξη «λόγος» δεν έφερε το άρωμα της Γένεσης. Έφερε κάτι εντελώς διαφορετικό. Έφερε αιώνες και αιώνες φιλοσοφίας. Έφερε αίθουσες συζητήσεων, δασκάλους, ολόκληρες σχολές που είχαν περάσει την ζωή τους συζητώντας τι ήταν αυτός ο λόγος που κυβερνούσε το σύμπαν.
Και ακριβώς εκεί, η ιστορία αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη απ’ ό,τι έμοιαζε αρχικά. Ας πάμε στην Ελλάδα περίπου 500 χρόνια πριν από τον Χριστό.
Υπάρχει ένας φιλόσοφος εκεί που ονομάζεται Ηράκλειτος ο οποίος κοιτάζει τον κόσμο και θέτει ένα ερώτημα που ακούγεται απλό αλλά δεν είναι καθόλου απλό: «Γιατί το σύμπαν δεν πέφτει σε αταξία; Γιατί ο ήλιος ανατέλλει κάθε μέρα την σωστή στιγμή; Γιατί υπάρχει τάξη και όχι καθαρό χάος;» Και η απάντησή του ήταν μία λέξη, «λόγος». Ο Ηράκλειτος είπε πως υπάρχει κάποιος λόγος κάτω από τα πάντα - ένας κρυμμένος λόγος, μια λογική που κυβερνά το σύμπαν και κρατάει κάθε πράγμα στην πορεία του. Δεν τον βλέπεις αυτόν τον λόγο με τα μάτια σου, αλλά βρίσκεται εκεί πίσω από όλα όσα δίνουν τάξη στον κόσμο - και η ιδέα αυτή έγινε πολύ δημοφιλής.
Αιώνες αργότερα, μια ομάδα στοχαστών, οι Στωικοί, το πήγαν ακόμα παραπέρα. Για τους Στωικούς, ο Λόγος ήταν κάτι σχεδόν θεϊκό.
Ήταν ένας λόγος που διαπερνούσε ολόκληρο το σύμπαν από άκρη σε άκρη.
Ήταν στον σπόρο που γίνεται δέντρο.
Ήταν στην κίνηση των αστεριών.
Ήταν μέσα στο μυαλό σου, στην ικανότητά σου να σκέφτεσαι.
Ό,τι είχε νόημα είχε νόημα λόγω του «λόγου». Αυτό σημαίνει ότι κάθε μορφωμένος Έλληνας μεγάλωσε ακούγοντας αυτή τη λέξη. Ο «λόγος» δεν ήταν ένας τυχαίος όρος για αυτόν. Ήταν ένα από τα μεγάλα θέματα σοφίας στον κόσμο του.
Παρατηρήστε λοιπόν τη σκηνή. Ένας μορφωμένος Έλληνας παίρνει το Ευαγγέλιο και διαβάζει: «Εν αρχή ην ο λόγος». Δεν πάει το μυαλό του στην Γένεση. Δεν μελετά το «γενηθήτω φως». Το μυαλό του πηγαίνει κατευθείαν στην άλλη πλευρά: στον «λόγο» που κρατάει τον κόσμο ενωμένο - η αρχή που ορίζει τα πάντα, αυτό που οι δάσκαλοί του συζητούσαν επί αιώνες στις δημόσιες πλατείες.
Αντιλαμβάνεστε το μέγεθος αυτής της κίνησης; Ο Ιωάννης επέλεξε την μία λέξη σε ολόκληρο το λεξικό η οποία «μιλούσε» και στις δύο πλευρές ταυτόχρονα.
Για τον Εβραίο, ήταν η δημιουργός λέξη της Γένεσης, το davar που κάνει τα πράγματα να συμβαίνουν.
Για τον Έλληνα, ήταν ο λόγος που ορίζει το σύμπαν.
Μία λέξη, δύο κόσμοι που σχεδόν ποτέ δεν μιλούσαν μεταξύ τους. Και ο Ιωάννης πρόκειται να τους συνδέσει και τους δύο με ένα πρόσωπο. Και υπάρχει μια φιγούρα στην πορεία που το κάνει αυτό ακόμα πιο ενδιαφέρον.
Φίλων ο Αλεξανδρεύς
Γύρω στην εποχή του Ιησού, ζούσε ένας Εβραίος στοχαστής σε μια πόλη στην Αίγυπτο που ονομαζόταν Αλεξάνδρεια. Το όνομά του ήταν Φίλων. Και αυτός είχε από ένα πόδι σε κάθε κόσμο. Ήταν Εβραίος και διάβαζε τις γραφές του Ισραήλ κάθε μέρα. Αλλά τον έλκυε βαθιά και η ελληνική φιλοσοφία. Και μαντέψτε ποια λέξη χρησιμοποιούσε συνέχεια για να ενώσει τις δύο πλευρές; «Λόγος».
Για τον Φίλωνα ο «λόγος» ήταν ένα είδος γέφυρας μεταξύ του Θεού και του κόσμου. Θεός επάνω, τέλειος, πέρα από τα πάντα. Και ο «λόγος» ενδιάμεσα, που κάνει την σύνδεση μεταξύ ουρανού και γης. Τον ονόμασε μάλιστα «λόγο - τον πρωτότοκο του Θεού, την εικόνα του Θεού». Με άλλα λόγια, ο «λόγος» ήταν στον αέρα. Η ιδέα ενός θεϊκού «λόγου» συνδεδεμένου με τον Θεό, που ενεργεί ως μεσάζων, κυκλοφορούσε ήδη όταν ο Ιωάννης βούτηξε την πένα του για να γράψει.
Αλλά δώστε προσοχή στη διαφορά γιατί είναι τεράστια.
Για τον Φίλωνα, για τους Στωικούς, για τους Έλληνες στο σύνολό τους, ο «λόγος» ήταν πάντα ένα πράγμα, μια αρχή, μια δύναμη, κάτι αφαιρετικό, υψηλό, όμορφο, αλλά απρόσωπο. Ήταν ένα «τι», ποτέ ένα «ποιός».
Και ο Ιωάννης τα παίρνει όλα αυτά, και τα αναποδογυρίζει με μια πρόταση. Γιατί λίγα εδάφια αργότερα στο ίδιο κεφάλαιο, διαβάζουμε μια δήλωση που κανείς πουθενά στον αρχαίο κόσμο δεν είχε το θάρρος να πει με αυτόν τον τρόπο.
Βρίσκεται στο Ιωάν.1:14. «Και ο λόγος έγινε σάρκα και κατοίκησε ανάμεσά μας».
Σταματήστε. Διαβάστε το ξανά, και αργά. Ο «λόγος» έγινε σάρκα!
Σκεφτείτε έναν Στωικό που ακούει αυτή την πρόταση. Για αυτόν ο «λόγος» ήταν η καθαρή λογική, καθαρή, τέλεια, που κυβερνούσε τα αστέρια στους ουρανούς. Και τώρα εμφανίζεται ένας άνθρωπος λέγοντας ότι αυτός ο «λόγος» έγινε σάρκα, έγινε δέρμα, κόκκαλο, ιδρώτας, πείνα, κούραση! Για τον ελληνικό τρόπο σκέψης, αυτό ήταν σχεδόν προσβλητικό. Η τέλεια λογική ποτέ δεν θα μαγαριζόταν με ύλη. Δεν θα γινόταν ένα σώμα που αισθάνεται πόνο, αρρωσταίνει και πεθαίνει.
Και σκεφτείτε τώρα τον Εβραίο να ακούει το ίδιο πράγμα. Για αυτόν, ο λόγος του Θεού ήταν άγιος, ισχυρός, δημιουργικός. Η φωνή που έφερε το φως σε ύπαρξη την πρώτη μέρα.
Και τώρα αυτή η λέξη έχει ένα ανθρώπινο πρόσωπο, περπατάει στους σκονισμένους δρόμους της Γαλιλαίας, κάθεται να φάει ψάρι, δακρύζει μπροστά στον τάφο ενός φίλου;;
Ο Ιωάννης απάντησε «ναι» και στις δύο πλευρές: αυτόν τον «λόγο» οι Έλληνες σοφοί αναζητούσαν όλη τους τη ζωή. Και αυτός ο «Λόγος» που έφερε τον κόσμο σε ύπαρξη δεν παρέμεινε ακίνητος μέσα στον ουρανό ως έννοια. Έγινε ανθρώπινος. Είχε ένα όνομα, μια προσφώνηση, μια προφορά, και γνωρίζουμε καλά το όνομα. Είναι ο Ιησούς.
Και δείτε πόσο προσεκτικά κινείται ο Ιωάννης σε αυτή την πρόταση. Δεν έγραψε «ο λόγος ανήρ εγένετο» (πως έγινε άνδρας). Υπήρχε μια απόλυτα κατάλληλη ελληνική λέξη για αυτό, πιο ευγενική, πιο κομψή. Δεν τη χρησιμοποίησε. Διάλεξε την πιο ωμή λέξη που ήταν διαθέσιμη, κύριοι. Σάρξ. Σάρκα που πεινάει, πληγώνεται, αιμορραγεί, αποσυντίθεται. Ο Ιωάννης σκόπιμα κατέβηκε στο έδαφος, σαν να έλεγε: «Μην νομίζετε ότι αυτό ήταν της φαντασίας. Μην νομίζετε ότι μόνο φαινόταν σαν άνθρωπος. Ήταν αληθινή σάρκα, από την κορυφή ως τα νύχια».
Και υπάρχει μια άλλη κρυμμένη λέξη σε αυτό το εδάφιο που αξίζει να ξεκλειδωθεί. «Εσκήνωσε εν ημίν» Κατοίκησε ανάμεσά μας, λέει η αγγλική μετάφραση. Αλλά το ρήμα που χρησιμοποίησε ο Ιωάννης στα ελληνικά είναι ιδιαίτερο. Είναι το «εσκήνωσε» και προέρχεται από την λέξη σκηνή, κατοικία, κιβωτός.
Έτσι, πολύ κυριολεκτικά ο Ιωάννης έγραψε πως ο «Λόγος» έστησε την σκηνή Του ανάμεσά μας. Έστησε την σκηνή Του δίπλα στις σκηνές μας. Και αυτό δεν είναι ένα απλό, οποιοδήποτε σχήμα λόγου. Είναι μια ανάμνηση φυτεμένη με πρόθεση. Γιατί στο βιβλίο της Εξόδου, όταν ο Ισραήλ διέσχιζε την έρημο, ο Θεός τους διέταξε να χτίσουν μια ειδική σκηνή, την σκηνή του Μαρτυρίου. Και η δόξα του Θεού κατέβηκε και κατοίκησε εκεί - στην μέση της παρεμβολής του λαού. Έτσι έμεινε ο Θεός κοντά τους τότε: μέσα σε μια σκηνή περιτριγυρισμένη από τις σκηνές όλων των άλλων.
Αυτή είναι η σύνδεση που κάνει ο Ιωάννης. Λέει πως στον Ιησού, ο Θεός «έστησε ξανά τη σκηνή Του ανάμεσά μας». Αλλά όχι πια σε μια σκηνή από ύφασμα και δέρματα μέσα στην έρημο. Τώρα μέσα σε ένα ανθρώπινο σώμα, η δόξα που κατοικούσε μέσα στη Σκηνή του Μαρτυρίου ήρθε να κατοικήσει σε ένα Πρόσωπο που περπατούσε και ανέπνεε. Ο Θεός κατασκήνωσε ξανά κοντά στον λαό Του, αλλά με ένα τρόπο που κανείς δεν είχε φανταστεί.
Άρειος
Τώρα μπορούμε να επιστρέψουμε σε εκείνη την ένταση που έμεινε αιωρούμενη νωρίτερα. Θυμηθείτε την. «Ο λόγος ήταν με τον Θεό και Θεός ήταν ο λόγος». Ξεχωριστός και ταυτόχρονα πλήρως Θεός. Σας ζήτησα να κρατήσετε αυτήν την ένταση για λίγο.
Λοιπόν, δεν έμεινε μόνο μέσα στο μυαλό σας. Εξερράγη, πάνω σε ολόκληρη την Ιστορία του Χριστιανισμού.
Γύρω στη δεκαετία του 300, ένας Χριστιανός ηγέτης ονόματι Άρειος άρχισε να διδάσκει κάτι νέο. Είπε ότι ο «Λόγος», ο Υιός, δεν ήταν αληθινά Θεός. Ήταν το ανώτερο απ' όλα τα πλάσματα, το πρώτο που δημιούργησε ο Θεός. Το πιο ένδοξο μεν, αλλά παρά ταύτα, ένα δημιούργημα. Και ο Άρειος τόνισε μάλιστα μια φράση. «Υπήρξε μια εποχή» - είπε – «που ο γιος δεν υπήρχε»· και η απάντηση ήρθε από την πρώτη ακριβώς γραμμή του Ιωάννη. «Εν αρχή ην ο λόγος». Από την αρχή ήταν ο λόγος. Προσέξτε για άλλη μια φορά το ρήμα. Ήταν. Δεν λέει ότι δημιουργήθηκε. Δεν λέει ότι ήρθε σε ύπαρξη σε μια συγκεκριμένη ημέρα. Λέει ότι ήταν ήδη, πριν από οποιαδήποτε αρχή. Και αν ήταν ήδη όταν άρχισαν όλα, τότε δεν μπορεί να είναι μέρος όσων δημιουργήθηκαν. Η ίδια η γραμματική του εδαφίου κλείνει την πόρτα κατάμουτρα στην ιδέα του Άρειου.
Αυτή η διένεξη ήταν τόσο μεγάλη, τόσο βαρυσήμαντη, που έφερε κοντά Χριστιανούς ηγέτες από όλο τον κόσμο σε μια πόλη που ονομάζεται Νίκαια για να αποφασίσουν για το θέμα μια και καλή. Και η απόφασή τους αντηχεί ακόμα και σήμερα, μέσα στο Σύμβολο της Πίστεως που πολλές εκκλησίες συνεχίζουν να απαγγέλλουν δυνατά. Ο Υιός είναι της ίδιας ουσίας με τον Πατέρα. Δεν δημιουργήθηκε. Είναι Θεός από τον Θεό, φως από το φως.
Και εδώ έρχεται μια τελευταία μικροσκοπική λεπτομέρεια που δείχνει την ακρίβεια του Ιωάννη. Σε αυτή την τρίτη πρόταση, «Θεός ην ο λόγος» στα ελληνικά είναι γραμμένη με τρόπο που κρατά και τα δύο άκρα ταυτόχρονα. Επιβεβαιώνει πως ο Λόγος είναι Θεός, πλήρως θεϊκός και αμείωτος. Όμως είναι γραμμένο με τρόπο που δεν «μπερδεύει» τον Λόγο με τον Πατέρα. Δεν είναι το ίδιο πρόσωπο. Είναι ξεχωριστοί, και οι δύο είναι Θεός. Η ένταση που έμοιαζε με ελάττωμα, σαν λάθος γραφής, δεν ήταν καθόλου λάθος. Ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε να πει, λέξη προς λέξη.
Και εδώ πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Η Γραφή δεν σταματά να εξηγεί πώς λειτουργεί αυτό. Ο Ιωάννης δεν κάθεται μαζί μας για να διαλύσει το μυστήριο βήμα προς βήμα με ένα διάγραμμα. Απλώς επιβεβαιώνει και τα δύο πράγματα πλάι -πλάι και αφήνει την ένταση να παραμένει ως έχει. Ο Λόγος ήταν προς τον Θεό – μαζί Του. Θεός ήταν και ο Λόγος. Δέξου το, ή παραιτήσου.
Και ίσως - ακριβώς επειδή δεν χωράει μέσα σε μια εύκολη εξήγηση - γι' αυτό αυτή η πρόταση έχει διανύσει 2.000 χρόνια χωρίς να έχει χάσει την δύναμή της.
Γυρίστε λοιπόν πίσω στην αρχή, σε εκείνη την απορία που μας τριγυρίζει από την αρχή. Γιατί άρχισε ο Ιωάννης το Ευαγγέλιό του με την πιο δύσκολη για μετάφραση ελληνική λέξη;
Τώρα μπορούμε να δούμε την απάντηση. Δεν ήταν για να κάνει τη ζωή σας περίπλοκη. Ήταν επειδή καμία μικρότερη λέξη δεν μπορούσε να μεταφέρει το μήνυμα. Ο Ιωάννης χρειαζόταν μια λέξη που να μιλάει για την Δημιουργία και την Λογική ταυτόχρονα. Μια λέξη που να άγγιζε τον Εβραίο και τον Έλληνα χωρίς να αλλάζει το θέμα. Μια λέξη που να μεταφέρει την φωνή της Γένεσης και την αναζήτηση των φιλοσόφων ταυτόχρονα. Και υπήρχε μία λέξη, μόνο μία, ικανή να το κάνει αυτό. Η λέξη «λόγος». Και δείτε τι έχτισε με αυτήν.
Ο «Λόγος» που έφερε το φως σε ύπαρξη δεν ήταν μια τυφλή δύναμη πλανώμενη μέσα στο σκοτάδι. Ο «λόγος» που οι σοφοί αναζητούσαν όλη τους τη ζωή δεν ήταν μια ψυχρή, μακρινή ιδέα χωρίς καρδιά. Πίσω από την φωνή που έλεγε, «Γενηθήτω φως», υπήρχε κάποιος. Πίσω από την λογική που κρατά το σύμπαν όρθιο, υπήρχε ένα Πρόσωπο. Και αυτός ο «κάποιος» δεν παρακολουθούσε την Δημιουργία από μακριά. Εισήλθε μέσα σε αυτήν, έστησε την σκηνή Του, έγινε σάρκα, περπάτησε πάνω στο χώμα στη σκόνη που ο Ίδιος είχε φέρει σε ύπαρξη.
Γι' αυτό οι μεταφραστές πάλευαν επί 1500 χρόνια για μία λέξη.
Λέξη, ρήμα, verb, sermo, word.... Κανένα από αυτά δεν περιέχει από μόνο του όλα όσα είχε τοποθετήσει ο Ιωάννης εκεί, στην πρώτη γραμμή.
Και σκεφθείτε το εξής. Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Ίσως το γεγονός ότι αυτή η λέξη είναι πολύ «μεγάλη» για να χωρέσει μέσα σε μια μετάφραση είναι ο πιο ειλικρινής τρόπος που υπάρχει, για να υποδείξει «κάποιον» που ήταν ανέκαθεν πολύ Μέγας για να χωρέσει μέσα στον κόσμο.
Εν αρχή ην ο λόγος. Πέντε λέξεις μέσα στην Βίβλο σας, μια έννοια κάτω από καθεμία από τις πέντε.
Και τώρα όταν ανοίξετε το Ευαγγέλιο του Ιωάννη και τα μάτια σας πέσουν ξανά σε αυτή τη γραμμή, δεν θα την διαβάσετε με τον ίδιο τρόπο. Θα ξέρετε πλέον «ποιος» ήταν εκεί εν αρχή. Θα ακούσετε την Γένεση και την ελληνική φιλοσοφία να μιλούν μέσα σε μία μόνο λέξη.
Και θα θυμάστε ότι αυτή η λέξη – Λόγος – μια μέρα έγινε άνθρωπος και ήρθε και σκήνωσε ανάμεσά μας.







