ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

«Καλά το ’πες, πατριώτης. Ρουμ ορθοδόξ από το Χαμιντιέ της πολύπαθης Συρίας...»

 

"Εκείνη η νύχτα με το ούτι"
Για άλλη μία φορά γύρισε πάλι η σκέψη μου πίσω, εκεί στην κατεστραμμένη πατρίδα μου, ακούγοντας στα μακριά μία σειρήνα ασθενοφόρου...
Ξαναγύρισα στα ερείπια, που με είχε βρει μισοπεθαμένο ο υπάλληλός μου ο Σελίμ και με πήγε με ασθενοφόρο στο μισοκατεστραμμένο νοσοκομείο του Χαλεπίου. Κι ύστερα, με έπεισε να φύγω με τους πολλούς, αφού πια στον τόπο μου ό,τι με κρατούσε είχε πεθάνει.
Δεν πρόλαβα να τον αποχαιρετήσω, αφού οι φανατικοί του έκοψαν το κεφάλι, γιατί βοηθούσε τους άπιστους.
 
Τρεις μέρες περιφέρομαι στα δρομάκια αυτής της πόλης. Πεινούσα πολύ, είναι αλήθεια.
Μα πιο πολύ πεινούσα για φυσιολογική παρέα, για συντροφιά, για συναναστροφή με ανθρώπους ήρεμους και χαμογελαστούς..
Πόσο καιρό είχα να ζήσω με τέτοιους ανθρώπους...
Πόσες περιπέτειες πέρασα, μέχρι να φτάσω εδώ...
Πόσες φορές ξεγλίστρησα του θανάτου... Προσπάθησα να ξεχάσω τι άφησα πίσω. Είχα πίστη βαθιά μέσα μου, πως θα τα καταφέρω. Έβρισκα τρόπους επιβίωσης, χωρίς να χάνω την αξιοπρέπειά μου. Φρόντιζα να είμαι καθαρός και να περνώ απαρατήρητος.
 
Πλησίασα μια τζαμαρία, που ήταν θολή από την διαφορά της θερμοκρασίας του έξω, με την ζεστή ατμόσφαιρα του μέσα.
Οι ανάσες είχαν ανακατευθεί με την άχνη των ζεστών πιάτων και προσπαθούσαν να δραπετεύσουν από τα κρύσταλλα της μεταλλικής πόρτας. Ήταν αδύνατο να δει κανείς τι γινόταν μέσα. Μπορούσε μόνο να μυρίσει πικάντικες μυρωδιές και ν' ακούσει γλυκούς ήχους, που αμφότεροι γαργαλούσαν τις αισθήσεις.
Το στομάχι μου διαμαρτυρήθηκε γουργουρίζοντας, για την αποχή που του είχα επιβάλει από το φαγητό, αν και έπρεπε να είχε συνηθίσει τόσο καιρό..
Ευτυχώς που οι συνθήκες επέτρεπαν την κατά διαστήματα πρόσληψη τροφής και δεν την πατήσαμε, σαν τον γάιδαρο του Χότζα. 
 
Η πείνα μου και για τα δύο, φαγητό και μουσική, με έκαναν να κολλήσω ασυναίσθητα το πρόσωπο στο τζάμι, μα διέκρινα μόνο φώτα και φιγούρες.
Ένας ήχος από ούτι με συνεπήρε. Το τραγούδι γνωστό:
-“Τα βάσανά μου χαίρομαι,τις πίκρες μου γλεντίζω.
Κι αν περιμένω εγώ χαρές, θαρρώ δεν τις γνωρίζω.”
Το τραγουδούσαμε, όταν μόνο καλές στιγμές ήταν η ζωή μας. Ο παππούς έπαιζε ούτι, ο πατέρας βιολί, ούτι κι εγώ. Αγάπη μεγάλη ετούτο το όργανο...
Η οικογένειά μου ήταν χρυσοχόοι. Ήταν στην τέχνη του χρυσού από παλιά. Καλοί τεχνίτες σε τούτο το μέταλλο, μα και στη μουσική.
Ο παππούς, συνήθιζε να λέει:
-“Χρυσή καρδιά και μουσική, μια στέγη κι ένα πιάτο,
άμα τα έχει ο άνθρωπος, ποτέ δεν πιάνει πάτο”.
Τα χάσαμε όμως όλα. Τα πήρε ο πόλεμος που σκόρπισαν στη χώρα μου. Και μαγαζιά κι ανθρώπους.
 
Χάρη στα χρυσαφικά μπόρεσα να επιβιώσω και να φύγω από τον ρημαγμένο τόπο. Επέβαλα στον εαυτό μου, να μην κλαίει άλλο για τους αγαπημένους του. Πιστεύω πως θα ήθελαν να μην χαθώ κι εγώ, ο τελευταίος.
Μα να ριζώσω σε ένα τόπο και να ξεκινήσω από την αρχή. Έκανα προσπάθεια και προσπαθώ. Όπου δεν μπορούσα, και ήτανε άπειρες φορές, με βοήθησε ο Θεός μου...
Στην πόλη, όσες φορές έβαλα φαγητό στο στόμα μου, ήταν στους ναούς που συνάντησα. Δεν μου αρνήθηκε κανείς. Ένας παπάς μόνο μου είπε κάτι για χαρτιά. Τον ευχαρίστησα και στην παρακάτω εκκλησία, χόρτασα με αντίδωρο και νερό. Αν έχεις ψωμί και νερό είναι ευλογία. Ζεις, δεν πεθαίνεις.
Ο δρόμος γεμάτος αγκάθια μα και λουλούδια αρκετά. Συνάντησα σκληρούς ανθρώπους, μα και αγίους. Ήξερα κάποιον που ενώ ήταν φτωχός, έδινε τα λιγοστά του χρήματα για να φάνε κάποιοι σαν και μένα...
Πόσες μερίδες φαγητό έφαγα, πληρωμένες από το υστέρημα ετούτου του φτωχού του Θεού!!...
 
Σκάρωσα και ένα τραγούδι γι' αυτόν και το τραγουδούσα πότε πότε, για να ξορκίζω την μοναξιά μου.
-”Είδα ένα άγιο προχθές, που είχε μια όψη από το χθες
μα και μοντέρνα.
Καρό σακάκι και γυαλιά και έδινε παραγγελιά
σε μια ταβέρνα.
Είδα ένα άγιο προχθές, που 'τρωγε λιγοστές ελιές
και παξιμάδι.
Μα είχε δώσει στα κλεφτά, τα λιγοστά του τα λεφτά,
να στείλουν στους φτωχούς φαΐ το βράδυ.
Κι αναρωτήθηκα πολύ, πόσο αλλάξαν οι καιροί
κι οι άγιοί μας.
Κυκλοφοράνε με μπλου τζιν, ίσως να πίνουνε και τζιν
μες στην αυλή μας”.
Μου άρεσε να σκαρώνω στίχους, όταν κάτι με απασχολούσε και να τους κάνω τραγούδι.
 
Άνοιξε η πόρτα ξαφνικά και πρόβαλε κάποιος, κοιτάζοντάς με, με όχι και τόσο φιλική διάθεση. Μάλλον ήταν ο ιδιοκτήτης.
-Θέλεις κάτι; μου είπε.
-Όχι. Πειράζει να ακούω; Μ' αρέσουν τα τραγούδια που λένε.
- Πάρε δρόμο, αν δεν έχεις δουλειά, μου είπε με επικριτικό ύφος.
Τον κοίταξα με απορία και άνοιξα το βήμα μου, για να του αδειάσω τη γωνιά, όταν κάποιος ξεκόλλησε από μια μεγάλη παρέα και πλησιάζοντας την πόρτα ρώτησε:
-Ήντα συμβαίνει, μπρε Σάββα; του είπε με προφορά που θύμιζε τον παππού μου.
-Να, τούτος έχει κολλήσει το κεφάλι του εδώ και ώρα στη τζαμαρία και δεν ξέρω τι θέλει, ούτε τι ρόλο παίζει.
-Έ και συ θες να του το κόψεις γι' αυτό;
-Μπρε συντεκνάκι, μου είπε, κοιτάζοντάς με, θες να περάσεις να σε κεράσωμε μια ρακή;
Ο άλλος τον κοίταξε λίγο έντονα, μα το βλέμμα αυτού που με προσκάλεσε δεν σήκωνε αντίρρηση και έτσι πέρασα μέσα.
 
Δέκα οι άνθρωποι και πολλά τα φαγητά στο τραπέζι. Αυτό όμως που μου προξένησε εντύπωση, δεν ήταν τα φαγητά. Εντυπωσιάστηκα, σαν σηκώθηκαν όλοι να με χαιρετήσουν. Εμένα, έναν άγνωστο, έναν ξένο, έναν πρόσφυγα...
-Γεια σου, κουμπαράκι, κάτσε να φας και να πιεις μαζί μας.
-Γεια σου, πατριωτάκι, κάτσε να πιεις μια.
-Καλώς ήρθες, κόπιασε να καθίσεις
-Καλώς σας βρήκα, τους είπα και κάθισα μηχανικά σε μια καρέκλα στην άκρη του τραπεζιού. 
Είχα αμηχανία πρωτόγνωρη. Άρχισα να τρώγω σιγά, για να μην δείξω την πείνα μου. Καταλάβαινα τα βλέμματα όλων, να είναι στραμμένα επάνω μου. Ακόμα και μια παρέα που ήταν στο βάθος, σε μένα είχαν στρέψει τα μάτια τους. Δεν έφαγα πολύ, αν και ακόμα πεινούσα.
Η ρακή έρεε άφθονη. Και θαρρώ με βοήθησε γρήγορα να διώξω την αμηχανία μου.
-Κι από πού ’σαι, μπρε σύντεκνε; άκουσα την φωνή αυτού που με έμπασε στο μαγαζί να ρωτάει, σαν σήκωσα τα μάτια από το μισοάδειο μου πιάτο.
Χαμογέλασα, χωρίς να απαντήσω, και κοίταξα λαίμαργα το ούτι, περισσότερο και από το φαγητό που έτρωγα πριν.
-Μπορώ; ρώτησα απέναντί μου έναν, με μεγάλο μουστάκι και μακρυά γκρίζα μαλλιά που το κράταγε. Αυτός μου το έδωσε χαμογελώντας.Το έπιασα λίγο, το χάιδεψα, το περιεργάστηκα και έκανα μία μικρή εισαγωγή. Δεν ακουγόταν ο παραμικρός ψίθυρος. Όλοι, περίμεναν το αποτέλεσμα...
 
Ξεκίνησα με ένα ανατολίτικο ταξίμι. Άρχισε η ορχήστρα της καρδιάς μου να συμμετέχει και όλο μου το είναι, να βγάζει τα συναισθήματα του στο όργανο.
Τα δάκτυλα ζωγράφισαν τον κρυμμένο πόνο μου και τον έβγαλαν στο φως με μουσική. Έπαιξα το “Όσο βαρούν τα σίδερα” και άλλα ταμπαχανιώτικα που έπαιζε ο παππούς μου, μα και σκοπούς της ανατολής...
Σαν υπνωτισμένοι που τους πήγαινα ταξίδι μου φάνηκαν όλοι. Σαν τελείωσε το μουσικό μου οδοιπορικό, όλοι σηκώθηκαν και χειροκρότησαν με θέρμη.
Ο έχων το ούτι όμως, με τα μαλλιά και το μεγάλο μουστάκι, δεν αρκέστηκε σ’ αυτό. Με πλησίασε και με αγκάλιασε θερμά, φιλώντας με σταυρωτά.
Οι ερωτήσεις μετά τα δεύτερα σκουντρήματα της ρακής, έπεφταν βροχή.
-Κι από πού 'σαι, μπρε πατριώτη, που μας τρέλανες απόψε;
Δεν αρνήθηκα τις απαντήσεις.
-Καλά το ’πες, πατριώτης. Οι πρόγονοί μου κρητικοί. Εγώ από το Χαμιντιέ της πολύπαθης Συρίας. Ρουμ ορθοδόξ. Ήμουν νοικοκύρης, με οικογένεια στο Χαλέπι, μα τους έχασα όλους και τώρα περιφέρομαι πρόσφυγας και ξένος.
-Δεν είσαι ξένος, ξαναγύρισες, είπε με την γεμάτη ανθρωπιά αγριοφωνάρα του, αυτός που με έμπασε στο μαγαζί.
-Από αύριο θα 'χεις δουλειά. Και μια μεγάλη οικογένεια. Όλους εμάς. Με μια μόνο υποχρέωση. Να ’ρχεσαι 'παέ πότε πότε, να βγάνεις με το ούτι το ντέρτι σου.
- Τρελός λαός οι Έλληνες, είπα χαμογελώντας. Και άγιοι, πρόσθεσα σιγά και ένα μικρό δάκρυ κύλησε, χωρίς να προλάβω να το μαζέψω.
Αισθάνθηκα τη φλόγα της ελπίδας να καίει στο στήθος μου.
Μου είχε χαμογελάσει ξανά η ζωή!!...
 
Του ίδιου:
 

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

"Κάποιος Άλλος, αδερφέ, κυβερνάει το σύμπαν..."

 

Κάποιος Άλλος, αδερφέ, κυβερνάει το σύμπαν
και όχι οι μεγάλοι του κόσμου τούτου…

Μην θλίβεσαι, μη λυπάσαι πιο πολύ από όσο πρέπει,
γιατί έτσι δίνεις δικαιώματα στο πονηρό να σε χτυπάει με δύναμη…
 
Κάνε τη καρδιά σου μοναστήρι.
Χτύπα εκεί το σήμαντρο, κάλεσε εκεί για αγρυπνία,
θυμίασε και ψιθύρισε ακατάπαυτα προσευχές.
Ο Θεός είναι δίπλα σου…
 
~ Άγιος Λουκάς ο Ιατρός, 
Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας.
 

Τίποτα ἀπ' ὅσα ἔπραξε σέ τοῦτον τόν κόσμο δέν ξεχνᾶ ἡ ψυχή

 

 
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων λέει, ὅτι θά παρασταθοῦμε μπροστά στό βῆμα τοῦ Θεοῦ καί τί θά φορᾶμε ὁ καθένας μας. Τό ροῦχο μας θά εἶναι οἱ πράξεις μας. Θά ξεχωρίζουμε ἀπ' τό ροῦχο μας.

Ἄν οἱ πράξεις εἶναι καλές, θά εἶσαι πρόβατο. Ἄν εἶναι κακές, θά εἶσαι κατσίκι. Ἄλλο εἶναι τό τρίχωμα τοῦ προβάτου καί ἄλλο τοῦ κατσικιοῦ. Αὐτόματα δηλαδή θά γίνει ὁ διαχωρισμός ἀνάλογα μέ τό τί θά φορᾶς. [Ν: μεταφορική αναφορά στην παραβολή της Μέλλουσας Κρίσης (Δευτέρας Παρουσίας), που διηγήθηκε ο Χριστός]

Δέν χάνεται, λοιπόν, τίποτα ἀπό αὐτά πού κάνουμε εἴτε καλό εἴτε κακό. Τίποτα ἀπ' ὅσα ἔπραξε σέ τοῦτον τόν κόσμο δέν ξεχνᾶ ἡ ψυχή.

Γιά σκεφτεῖτε ἕνας ἄνθρωπος πού δέν ἔχει τακτοποιήσει τή συνείδησή του καί ἔχει τύψεις, σ' αὐτή τή ζωή, ἀφῆστε τήν ἄλλη ζωή πρός τό παρόν, πόσο βασανίζεται. Καί λέει:

- Ἔχω βάρος... ἀδίκησα, δέν ἔπρεπε νά τό κάνω αὐτό... Τόν τάδε ἄνθρωπο τόν πίκρανα... δέν ἔπρεπε, γιατί;

Καί τόν βασανίζει αὐτό τό πράγμα. Σ' αὐτή τή ζωή, πού ἔχει καί τό σῶμα, ἔχει καί τίς φροντίδες καί ὅλα αὐτά καί ὅμως... ἔχει καί τίς τύψεις, τή μνήμη δηλαδή.

Φανταστεῖτε στήν ἄλλη ζωή, πού δέν θά ἔχει καμιά φροντίδα καί θά ἔχει μόνο τίς τύψεις, πόσο θά βασανίζεται! Φοβερό!

Δηλαδή, ἡ κόλαση οὐσιαστικά θά εἶναι μέσω τῆς μνήμης, γι' αὐτούς πού δέν θά ἔχουν τακτοποιήσει τή συνείδησή τους μέ τήν μετάνοια, τήν ἐξομολόγηση, μέ τή συγχώρηση, μέ τό νά ζητήσεις συγγνώμη, νά ταπεινωθεῖς καί νά πεῖς:

- Ἔσφαλλα, ναί, ἔχεις δίκαιο, τί μπορῶ νά κάνω;

Τόσο ἁπλό! Καί ὅμως δέν τό κάνεις. Γιατί δέν τό κάνεις; Τί περιμένεις;...

Ἱερομ. Σάββα Ἁγιορείτου
(Ὁμιλία 2 - 11 - 2017)

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

«Γιατί εγκαταλείπω τον Χαρισματικό Χριστιανισμό για την Αγία Ορθοδοξία; Για τον Χριστό!»

Πρώην πάστορας αναλύει το απίθανο ταξίδι του προς τον αρχαίο Χριστιανισμό

 


 

ΟΟΔΕ // https://joeyblodgett.substack.com/

 

«Τάδε λέγει Κύριος· στήτε επί ταις οδοίς και ίδετε, και ερωτήσατε τρίβους Κυρίου αιωνίους και ίδετε ποία εστίν η οδός η αγαθή, και βαδίζετε εν αυτή, και ευρήσετε αγνισμόν ταις ψυχαίς υμών. και είπαν· ου πορευσόμεθα»  (Ιερεμίας 6:16)

 

Ήθελα να γράψω αυτό το κείμενο εδώ και αρκετό καιρό· ωστόσο, ανάμεσα στις μεταπτυχιακές σπουδές, την οικογένεια, την στρατιωτική ζωή και όλα τα υπόλοιπα, υποθέτω πως μου διέφυγε. Θέλω να προσπαθήσω να καλύψω όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, αλλά ακόμα κι έτσι, θα έχω μόλις αγγίξει την επιφάνεια.

Τη στιγμή που γράφω αυτό το άρθρο, έχουν περάσει κάμποσες εβδομάδες από τότε που εγώ και η σύζυγός μου φιλοξενήσαμε μια τελευταία συνάντηση με την κοινότητα της κατ’ οίκον εκκλησίας μας, έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια. Ειλικρινά, η αίσθηση είναι εξωπραγματική — σαν να αποχαιρετάς ένα μέλος της οικογένειας που ποτέ δεν περίμενες να χάσεις. Δίστασα να μοιραστώ την ιστορία μου, αλλά συνειδητοποίησα ότι δεν είναι και τόσο μοναδική. Για κάθε άρθρο που γράφεται από κάποιον που μετακινείται από τον Προτεσταντισμό στην Ορθοδοξία, υποθέτω ότι υπάρχουν άλλες είκοσι περιπτώσεις ανθρώπων που κάνουν την ίδια διαδρομή «κινούμενοι μέσα στις σκιές».

 

Η συμμετοχή μου στον κόσμο του χαρισματικού Χριστιανισμού ήταν σε μεγάλο βαθμό δημόσια, γι’ αυτό και ήθελα να είμαι ειλικρινής (δημόσια). Επίσης, δεν είμαι αφελής·  ξέρω από τώρα ποια θα είναι τα σχόλια: «Περίεργο... μάλλον κάποιος τον πλήγωσε», ή «Ο εχθρός έρχεται για να σκοτώσει, να κλέψει και να καταστρέψει», ή «Είδες;  Αυτά κάνει η ανώτατη εκπαίδευση στον άνθρωπο», ή το αναπόφευκτο: «Η Γραφή μάς προειδοποιεί ότι οι άνθρωποι θα αποστατήσουν και θα ακολουθήσουν ξένες διδασκαλίες».

Ωστόσο - αν κάποιος εξέφραζε μια τέτοια άποψη - θα απείχε παρασάγγας από την αλήθεια, διότι η ίδια η Αλήθεια ήταν εκείνη που με οδήγησε σε αυτή την ανακάλυψη. 

Επιτρέψτε μου να εξηγήσω.

 

Φλεγόμενος για τον Ιησού

 

Γνώρισα τον Χριστό στην ηλικία των είκοσι ετών, αφού είχα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της εφηβείας μου κυνηγώντας άτακτες επιθυμίες. Βγήκα από την Βαβυλώνα και μπήκα στον κόσμο του χαρισματικού Χριστιανισμού μέσα σε μία νύχτα. Επί δεκαέξι χρόνια, πέρασα από μικρές και μεγάλες εκκλησίες, νεοσύστατες εκκλησιαστικές κοινότητες, διακονίες σε φοιτητές, νέους ενήλικες και ζευγάρια, καθώς και από διάφορους «μη κερδοσκοπικούς» οργανισμούς. Τα περισσότερα από αυτά τα χρόνια άλλαξαν τη ζωή μου για πάντα — δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει οτιδήποτε άλλο.

Από το 2010 έως το 2019, αφιέρωσα το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου εργαζόμενος μέσα/κοντά στον χώρο της εκκλησιαστικής διακονίας. Από την βοήθειά μου στην ίδρυση μιας κατ' οίκον εκκλησίας στη Νότια Καλιφόρνια και την υπηρεσία μου σε μια μεγάλη διακονία για νέους ενήλικες στο Μπέικερσφιλντ, μέχρι τη μετακόμιση στο Ντάλας για να εργαστώ ως Διευθυντής Εκδηλώσεων σε έναν μεγάλο μη κερδοσκοπικό οργανισμό και την ίδρυση μιας κατ' οίκον εκκλησίας στο Ανατολικό Τενεσί - τα έχω δει όλα. Δεν είναι υπερβολή. Κυριολεκτικά, τα έχω δει όλα.

 

Έχω ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο μαζί με μερικές από τις μεγαλύτερες χαρισματικές διακονίες και διακονητές, βιώνοντας τα πιο απίστευτα γεγονότα που μπορεί να φανταστεί κανείς. Από τη Νότια Αφρική ως το Λονδίνο, από το Ισραήλ ως τη Σιγκαπούρη, από το Άμστερνταμ ως τον Παναμά και σε μεγάλο μέρος των ΗΠΑ, στάθηκα απίστευτα τυχερός που βίωσα εμπειρίες τις οποίες πολλοί θα μπορούσαν μόνο να τις ονειρεύονται. Δεν θα μπω σε όλες τις λεπτομέρειες τώρα, αλλά εκείνα τα χρόνια άλλαξαν τη ζωή μου για πάντα.

Η αντίληψή μου για τον Χριστιανισμό καθοριζόταν από τον χαρισματικό κόσμο - ένα κόσμο προσανατολισμένο στην παρουσία του Θεού, την θεραπεία, τις υπερφυσικές εμπειρίες, την εκστατική λατρεία, και μια ντροπιαστική ποσότητα από «σοφάρ» (τα παραδοσιακά εβραϊκά κέρατα-σάλπιγγες)· όσοι γνωρίζουν, καταλαβαίνουν…

Αυτός ήταν ο κόσμος που με διαμόρφωσε σε αυτόν που είμαι σήμερα (για καλό ή για κακό). Αυτός ο κόσμος με δίδαξε από πρώτο χέρι για την αγάπη και την παρουσία του Χριστού. Αυτός ο κόσμος με μύησε στον Χριστιανισμό και ήταν το μέρος που ένιωθα περισσότερο σαν στο σπίτι μου. Ωστόσο, μέσα σε όλες αυτές τις εικόνες και τους ήχους, άρχισα διακριτικά να νιώθω πως ίσως είχα ξεπεράσει αυτόν τον χώρο.

Τι συνέβη;

 

Διαφορετικές Πολιτείες, Ίδια Προβλήματα

 

Το καλοκαίρι του 2021, η οικογένειά μου και εγώ μετακομίσαμε στο Ανατολικό Τενεσί. Είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία. Βασικά, διακρίναμε πως ο Κύριος μάς ζητούσε να μετακομίσουμε.

Κατά την διάρκεια του πρώτου μας χρόνου στο Τενεσί, ταξίδευα σχεδόν κάθε δύο εβδομάδες στο Ντάλας για να διδάξω σε μια Βιβλική σχολή που λειτουργούσε υπό την αιγίδα του ίδιου, μη κερδοσκοπικού οργανισμού όπου εργαζόμουν ως Διευθυντής Εκδηλώσεων. Όταν δεν ταξίδευα, προσαρμοζόμουν σταδιακά στους πιο αργούς ρυθμούς του Νότου, όπου η σύζυγός μου και εγώ ενταχθήκαμε σε μια τοπική, ανεξάρτητη εκκλησία (που δεν ανήκε σε κάποιο συγκεκριμένο δόγμα) μαζί με μερικούς φίλους. Από το να κάθομαι στο εκκλησίασμα την Κυριακή στο Τενεσί μέχρι το να διδάσκω μέσα στην εβδομάδα στο Ντάλας, παρατήρησα ότι αυτά τα δύο περιβάλλοντα, παρόλο που απείχαν χίλια μίλια μεταξύ τους, μοιράζονταν πολλά κοινά προβλήματα. 

 

Παρατήρησα τα εξής:

• Ένας άνδρας κρατούσε το «όραμα», ενώ στους άλλους επιτρεπόταν μόνο να σηκώνουν το βάρος.

• Ένας άνδρας απολάμβανε τα λουκούλεια γεύματά του, ενώ οι υπόλοιποι αγωνίζονταν να ζήσουν με τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του.

• Ένας άνδρας είχε «κληθεί από τον Θεό», ενώ οι άλλοι περίμεναν στη βάση του βουνού για να ακούσουν τι είχε να πει ο Θεός.

• Ένας άνδρας προωθούσε την αγάπη και την οικογένεια, ενώ ταυτόχρονα κρατούσε τους περισσότερους ανθρώπους σε απόσταση.

 

Καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Καθώς άρχισα να παρατηρώ αυτά τα μοτίβα, συνειδητοποίησα πως πιθανότατα επρόκειτο για χαρακτηριστικό του χαρισματικού χώρου και όχι για κάποιο ελλάττωμα. Ήδη βρισκόμουν στον χώρο αυτό για πάνω από μία δεκαετία, οπότε τίποτα από αυτά δεν μου ήταν κάτι καινούργιο. Επίσης, συνεργαζόμουν με τον Mike Winger στη σειρά που ετοίμαζε σχετικά με την κουλτούρα συγκάλυψης στον χαρισματικό χώρο, επομένως είμαι πολύ εξοικειωμένος με αυτά τα ζητήματα.

Θυμάμαι που συζητούσα για αυτές τις εντάσεις με την σύζυγό μου ένα βράδυ, λέγοντάς της: «Νομίζω πως δεν μπορώ να το συνεχίσω άλλο – κάτι δεν λειτουργεί. Γιατί αυτό είναι έτσι άραγε - παντού όπου πηγαίνουμε;»

Τι ήταν το «αυτό», ίσως κάποιος αναρωτηθεί. Δεν είμαι σίγουρος, αλλά ό,τι κι αν ήταν, ήξερα ότι ζοριζόμουν να διακρίνω αν ο Χριστός βρισκόταν καν στο επίκεντρό του. Αρχικά, νόμιζα πως το πρόβλημα ήταν τοπικό. Αν ίσως εγκαταλείπαμε το πλοίο, φεύγαμε από τον θόρυβο και πηγαίναμε σε μια διαφορετική εκκλησία, θα αποφεύγαμε αυτά τα φαινόμενα. Σωστά;

 

Ούτε κατά διάνοια.

Είχα αποκτήσει αρκετή εμπειρία ώστε να γνωρίζω πως το να πήγαινα σε μια άλλη εκκλησία δεν θα άλλαζε τίποτα. Αν μη τι άλλο, θα ανακάλυπτα πως ότι οι περισσότερες μη-δογματικές εκκλησίες διοικούνται από ανθρώπους καλοπροαίρετους, οι οποίοι ακόμα προσπαθούν να βρουν πώς να ενσωματώνουν μια αυθεντική χριστιανική ζωή.

Ήξερα πως τα προβλήματα που παρατηρούσα επί μία δεκαετία και πλέον δεν ήταν προσωπικά, αλλά συστημικά: ήταν από ένα οικοσύστημα που ωθούσε τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο. Καθώς πάλευα με αυτές τις εντάσεις, η μόνη λύση που έβρισκα ήταν να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό. 

Τι κάνει, λοιπόν, ένας χαρισματικός χριστιανός όταν θέλει να αλλάξει τον κόσμο; Ανοίγει την Βίβλο του στις Πράξεις των Αποστόλων.

 

Σκέφτηκα, ανίσως μπορούσα να αφομοιώσω την κουλτούρα των Πράξεων των Αποστόλων (π.χ. μικρές συνάξεις, λατρεία, μελέτη της Βίβλου, υπερφυσικές εμπειρίες, ευαγγελισμός με επίδειξη δύναμης κ.λπ.), τότε ίσως να μην χρειαζόταν να συμβιβαστώ με το «τσίρκο» του μη-δογματικού χριστιανισμού. Γνώριζα πολλούς ανθρώπους που ήθελαν να φέρουν την αλλαγή, αλλά οι περισσότεροι δεν ήταν πρόθυμοι να κάνουν κάτι γι’ αυτό.

Η σύζυγός μου κι εγώ προσευχηθήκαμε για το τι έπρεπε να κάνουμε και, μετά από ένα σημαντικό όνειρο που είδε εκείνη, αποφασίσαμε να ανοίξουμε το σπίτι μας, παρέχοντας ένα χώρο όπου και άλλοι θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τον Ιησού. Ανοίξαμε το σπίτι μας για να ανακτήσουμε όσα η ιστορία και η θρησκεία είχαν χάσει: την αυθεντική χριστιανική κοινότητα και την μαθητεία.

Ή τουλάχιστον έτσι νομίσαμε.

 

Η κατ’ οίκον εκκλησία και η ανθρώπινη φύση

 

«Γιατί φεύγεις από την εκκλησία; Δεν σου αρέσει εδώ;»

«Στάσου - ιδρύεις εκκλησία;»

«Πιστεύαμε πως ο Θεός σε κάλεσε στο Τενεσί για να γίνεις μέρος αυτού που κάνουμε εμείς.»

«Θα σου δώσουμε ό,τι χρειαστείς για να μείνεις και να διδάξεις· δεν θέλουμε να φύγεις.»

«Σκέψου τους μαθητές και τι αντίκτυπο θα έχεις πάνω τους.»

Αυτές ήταν μερικές από τις αντιδράσεις ανθρώπων που νοιάζονταν πραγματικά για μένα, αλλά δεν είχα το κουράγιο να τους πω την αλήθεια. Εκείνη την εποχή, δεν άξιζε τον κόπο να μπω σε μια τέτοια διαμάχη. Ήθελα να αγωνιστώ για μια πραγματική κοινότητα και να συγκεντρώσω ανθρώπους που είχαν ως πρωταρχικό στόχο να ακολουθήσουν τον Χριστό μαζί. Ήξερα πως είχε έρθει η ώρα να απομακρυνθώ από την διδασκαλία και την εκκλησία, και έτσι το έκανα.

Στην αρχή, συναντιόμασταν με κάποιους φίλους στο σπίτι τους για να λατρέψουμε, να προσευχηθούμε και να διαβάσουμε τις Γραφές. Σταδιακά μεταφέραμε τις συναντήσεις μας στο δικό μας σπίτι και προσέχαμε να μην το μάθει κανείς, επειδή: (1) είχαμε δει αρκετά από την «εκκλησία» ώστε να ξέρουμε ότι οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται κυρίως ως κέρματα για τον προϋπολογισμό της, και (2) ε, όσο περισσότεροι οι άνθρωποι, τόσο περισσότερα τα προβλήματα.

 

Είδαμε τον Θεό να αλλάζει τις ζωές των ανθρώπων μέσα στο σαλόνι μας. Από την αίσθηση της αγιότητας του Θεού μέχρι και την χαρά της καθαρής λατρείας, μέχρι την ομορφιά της αυθεντικής κοινότητας και τα οικογενειακά δείπνα που κρατούσαν μέχρι αργά τη νύχτα — όλα ήταν συγκλονιστικά. Κοιτάζοντας πίσω σε εκείνη την περίοδο των σχεδόν τεσσάρων ετών που συγκεντρωνόμασταν μαζί, διαπιστώνω ότι αυτή η εποχή άφησε το σημάδι της σε εμένα (και σε άλλους) με πάρα πολλούς τρόπους.

Κάποια πράγματα με σημάδεψαν με τρόπους που δεν θέλω να περιγράψω. Ξέρετε, το παράδοξο με την ανθρώπινη φύση είναι πως όλοι είμαστε ευάλωτοι σε αυτήν - κυριολεκτικά, ο καθένας από εμάς (ακόμα και εσείς που διαβάζετε αυτό το κείμενο). Διαχειριστήκαμε πολλές εντάσεις, αλλά ό,τι κι αν δοκιμάζαμε, ποτέ δεν φαινόταν να ικανοποιούμε τις προσδοκίες και τις επιθυμίες των άλλων. Ειλικρινά, κάποιες στιγμές, η κατάσταση έμοιαζε με χάος.

 

Ο Scott M. Peck περιγράφει το «χάος» ως ένα από τα τέσσερα βασικά στάδια για την δημιουργία κοινότητας. Γράφει:

«Υπάρχουν δύο έξοδοι από το χάος. Η μία είναι η επιστροφή στην ψευτο-κοινότητα, συνήθως μέσω οργάνωσης και θέσπισης κανόνων. Η άλλη είναι μια περίοδος "κένωσης", κατά την οποία τα άτομα εξετάζουν τι κρύβεται κάτω από το χάος και αρχίζουν να απαλλάσσονται από τις προκαταλήψεις, τις προσδοκίες, τις κρίσεις, τους φόβους και την ανάγκη τους να ελέγχουν, να διορθώνουν, να θεραπεύουν ή να προσηλυτίζουν ο ένας τον άλλον».

 

Ε, λοιπόν, εγώ σίγουρα αγνόησα την δεύτερη επιλογή.

Μπήκα στο Google Drive και συνέταξα τη δήλωση των πεποιθήσεων και των προσωπικών μας αξιών, εισάγοντας «δομή» και «όραμα». Γιατί; Γιατί το μόνο βάλσαμο που μπορεί να απαλύνει την αγωνία στην καρδιά του ανθρώπου είναι τα ψηφιακά έγγραφα (αστειεύομαι). Δεν ξέρω πραγματικά αν τα όμορφα διαμορφωμένα έγγραφά μου στο Google Docs βοήθησαν ή όχι.

Στην πραγματικότητα, ξέρω. Δεν βοήθησαν - καθόλου.

Προσπάθησα να ενσωματώσω ορισμένες από τις αρχές και τα ήθη της πρώιμης Εκκλησίας σε μια κοινότητα με καθεστώς μέλους, ώστε τα μελλοντικά μέλη να γνωρίζουν τι να περιμένουν από μια κατ’ οίκον εκκλησία. Αντλήσαμε στοιχεία από τη Διδαχή, τους Πατέρες της πρώιμης Εκκλησίας και μερικά παραδείγματα από τις Πράξεις των Αποστόλων. Σε κάποιους άρεσε η ιδέα, ενώ άλλοι ήταν σαν να έπαθαν μια αλλεργική αντίδραση.

«Τι τους χρειάζομαι τους Πατέρες της Εκκλησίας; Δηλαδή, τι σημασία έχει τι λένε αυτοί, αφού έχω το Άγιο Πνεύμα και την Γραφή;» αναφώνησε κάποιος.

«Πώς ξέρεις ότι έτσι ήταν η πρώιμη Εκκλησία;» ρώτησε ειρωνικά ένας άλλος.

«Το Ευαγγέλιο είναι απλό, οπότε γιατί να μην το κρατούμε απλό;» ρώτησε κάποιος.

«Αυτό μοιάζει με θρησκεία και παράδοση· εγώ θέλω απλώς να αγαπώ τον Ιησού», απάντησε ένας άλλος.

 

Δεν είχα αρκετό αντισταμινικό για να καταπραΰνω αυτούς τους πόνους μου. Η προσπάθεια να συστήσω τον αρχαίο Χριστιανισμό σε ανθρώπους της σύγχρονης εποχής αποδείχθηκε υπερβολική· εκείνοι ήθελαν απλώς να «αγαπούν τον Ιησού». Για μένα, όμως, το να αντλώ διδάγματα από την ζωή και την διδασκαλία των Χριστιανών που έζησαν πιο κοντά στην εποχή των Πράξεων από οποιονδήποτε σημερινό Χριστιανό, είχε τεράστια σημασία.

Βλέπετε, ως Χαρισματικοί, «ρουφούσαμε» τα πάντα που σχετίζονταν με τις Πράξεις των Αποστόλων (π.χ. θαύματα, ζήλος, λατρεία, ευαγγελισμός κ.λπ.). Αγοράζαμε σχεδόν κάθε βιβλίο που έβγαζαν ο Bill Johnson ή ο Francis Chan, αλλά μετά δεν δίναμε σημασία στα συγγράμματα εκείνων που ζούσαν στην πρώτη χιλιετία.

Υποθέτω πως αυτό που με ενοχλούσε περισσότερο ήταν η αλαζονεία του να θεωρούμε ότι εμείς - οι Δυτικοί Ευαγγελικοί Προτεστάντες - είμαστε καλύτερα χωρίς την διορατικότητα και την κατανόηση εκείνων που βοήθησαν να διατηρηθεί η πίστη μέσω μαρτυρίου. Επιπλέον, ήταν φανερό πως ο καθένας που καθόταν στο σαλόνι μου αποτελούσε ατομική αυθεντία, ερμηνεύοντας τον κόσμο, τις Γραφές και την χριστιανική ζωή κατά το δοκούν.

Ίσως κάποιοι να μην ήταν έτοιμοι να αντικρύσουν την πραγματικότητα πως ίσως κάνουμε λάθος σχετικά με την πίστη.  Αλλά ποιόν κοροϊδεύω; Ούτε κι εγώ ήμουν.

 

Αντιμέτωπος με την πραγματικότητα

 

«Πραγματικότητα είναι αυτό που συναντούμε εμείς οι άνθρωποι όταν κάνουμε λάθος, είναι μια σύγκρουση στην οποία πάντα βγαίνουμε χαμένοι». – Dallas Willard

 

Λίγους μήνες πριν από την δημοσιοποίηση του πολυαγαπημένου μας εγγράφου για τα μέλη της κοινότητας, είχα μια σύντομη συζήτηση κατά τη διάρκεια του γεύματος με ένα μέλος της κατ’ οίκον εκκλησίας μας, σχετικά με τη Θεία Κοινωνία. Με ρώτησε: «Λοιπόν, τι θα κάνουμε με τη Θεία Κοινωνία;». «Δεν ξέρω», απάντησα. Περίπου μία ώρα αργότερα, χωρίσαμε έχοντας τη συμφωνία ότι εκείνος θα καθοδηγούσε την κοινότητα στη Θεία Κοινωνία κάθε εβδομάδα, μεταδίδοντας την σημασία της μέσα από την κατανόηση των πρώτων χριστιανών.

Κανείς δεν περίμενε πως η σύντομη συζήτησή μας κρατώντας τα μπωλ με τα κεράσματα θα κατέληγε σε μια καταστροφική σύγκρουση με την ίδια την πραγματικότητα.

 

Στην διάρκεια των δύο μηνών που συγκεντρωνόμασταν κάθε εβδομάδα για την λατρεία, έβλεπα ένα-ένα κομμάτι να ξεκολλάει από τον «γυάλινο πύργο» του Ευαγγελικού Προτεσταντισμού μου, και να προσγειώνεται μέσα σε έναν ωκεανό Παράδοσης και Ερμηνείας, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσα παντελώς. Το πράγμα έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε - κοιτάζοντας τον εν λόγω πύργο από κοντά - συνειδητοποίησα πως δεν θα μπορούσα ποτέ ξανά να ζήσω άνετα μέσα σε αυτόν.

Πώς έγινε, όλη αυτή η ομορφιά, ο πλούτος και το βάθος να απουσίαζαν από ολόκληρη τη χριστιανική μου εμπειρία; Είχα αφιερώσει τέσσερα χρόνια για να αποκτήσω πτυχίο στις Βιβλικές και Θεολογικές Σπουδές, κι όμως, ούτε ένας καθηγητής μάς ζήτησε ποτέ να μελετήσουμε τέτοιου είδους υλικό... 

 

Ένας από τους πρώιμους Πατέρες της Εκκλησίας - και την προσωπικότητα που δεν θα μπορούσαμε με τίποτα να αγνοήσουμε - ήταν ο Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας. Όντας μαθητής του Αγίου Ιωάννη του Ηγαπημένου (συγγραφέα του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, των τριών επιστολών του Ιωάννη και της Αποκάλυψης), ο Άγιος Ιγνάτιος διορίστηκε επίσκοπος της Εκκλησίας της Αντιόχειας τρία χρόνια αφότου ο Άγιος Πέτρος αποχώρησε για να ταξιδέψει στην Ρώμη. Επομένως, όσα είχε να πει αυτός ο άνθρωπος για τον Χριστό, την Εκκλησία, τα μυστήρια και τη θεολογία έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ όση θα θέλαμε εμείς να παραδεχθούμε.

Η κοινότητά μας άρχισε να μελετά μερικές από τις επιστολές που έγραψε λίγο πριν κατασπαραχθεί από τα λιοντάρια στη Ρώμη.

«Προσέξτε εκείνους που έχουν ετερόδοξες απόψεις σχετικά με τη χάρη του Ιησού Χριστού που ήρθε σε εμάς, και δείτε πόσο αντίθετες είναι οι απόψεις τους με το θέλημα του Θεού... Απέχουν από τη Θεία Ευχαριστία... επειδή δεν ομολογούν ότι η Ευχαριστία είναι η σάρκα του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού...» (Επιστολή προς Σμυρναίους 6:2–7:1 [110 μ.Χ.]).

[Γράφοντας για τη Θεία Ευχαριστία]: «[Αυτή] είναι το φάρμακο της αθανασίας, το αντίδοτο που λαμβάνουμε για να μην πεθάνουμε, αλλά να ζήσουμε αιώνια εν Ιησού Χριστώ» (Επιστολή προς Εφεσίους 20.2 [110 μ.Χ.]).

 

Η ανάγνωση των επιστολών του ήταν μια εμπειρία πρωτόγνωρη για εμάς. Καθώς προχωρούσαμε σταδιακά στη μελέτη των Πατέρων της Εκκλησίας, ερχόμασταν όλο και πιο συχνά αντιμέτωποι με την διαπίστωση ότι ο Χριστιανισμός τους δεν έμοιαζε καθόλου με τον δικό μας.

«Τι κάνουμε λάθος εμείς; Γιατί δεν μας μίλησε ποτέ κανείς γι’ αυτά;» αναρωτιόμουν.

Στον δικό μας κόσμο, η Θεία Κοινωνία ήταν απλώς ένα σύμβολο - χρησιμοποιούσες ό,τι υλικό σού βρισκόταν στο ντουλάπι - αρκεί να είχες πίστη. Όμως, για τους Χριστιανούς των πρώτων δεκαέξι αιώνων, η Θεία Κοινωνία ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου (Α΄ Κορ. 11:27–30). Η πεποίθηση πως ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονταν πραγματικά σε Σώμα και Αίμα του Χριστού δεν ήταν απλώς μία άποψη ανάμεσα σε πολλές.

Αυτή η πίστη ήταν η πίστη, που την κρατούσαν παντού, επί χίλια εξακόσια χρόνια.

 

Δεκαέξι αιώνες. Έμεινα άναυδος. «Αν αυτό αληθεύει, τότε τι άλλο μας έχει διαφύγει;» Αναρωτήθηκα.

Ανακάλυψα ότι - σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις των περισσότερων κυρίαρχων προτεσταντικών δογμάτων - όποιος έζησε κατά τους πρώτους δεκαέξι αιώνες και διακήρυττε προσωπική πίστη στον Χριστό - προωθώντας παράλληλα την πίστη χωριστά από τα έργα, την συμβολική Θεία Ευχαριστία ή το βάπτισμα - την άποψη πως οι επίσκοποι δεν ήταν απαραίτητοι για τη ζωή της Εκκλησίας, ή πως μπορούσε κάποιος να κομίζει προφητική αποκάλυψη ανεξάρτητα από την καθιερωμένη εκκλησιαστική εξουσία, θεωρείτο αιρετικός.  Επιπλέον, αν κάποιος κρινόταν ως αιρετικός, απομακρυνόταν από την Εκκλησία μέχρι να μετανοήσει για το εν λόγω σφάλμα.

Ακόμα δυσκολευόμουν να τα χωνέψω όλα αυτά. «Δεν θα έπρεπε να επιτρέπεται στους Χριστιανούς να έχουν τουλάχιστον μια άποψη, ή ίσως απλώς να συμφωνούν ότι διαφωνούν σε τέτοια ζητήματα, εφόσον τηρούν τα βασικά δόγματα, αγαπούν τον Χριστό και συμπεριφέρονται στους άλλους με σεβασμό;» αναρωτήθηκα.

Οι απαντήσεις που βρήκα άλλαξαν τη ζωή μου. Γκρέμισαν συθέμελα τον «γυάλινο πύργο» στον οποίο ζούσα, συμπαρασύροντας την προγραμματισμένη επαγγελματική μου πορεία, την κατ’ οίκον εκκλησία μου -και διάφορες φιλίες.

 

Μην μου λες τι να πιστεύω

 

"λέγει ουν αυτώ ο Πιλάτος· εμοί ου λαλείς; ουκ οίδας ότι εξουσίαν έχω σταυρώσαί σε και εξουσίαν έχω απολύσαί σε; απεκρίθη Ιησούς· ουκ είχες εξουσίαν ουδεμίαν κατ' εμού, ει μη ην σοι δεδομένον άνωθεν· διά τούτο ο παραδιδούς με σοι μείζονα αμαρτίαν έχει" – (Ιωάννης 19:10-11).

 

Έχει ενδιαφέρον, το να σκεφτόμαστε πως ο Χριστός επέτρεψε σε έναν άλλον άνθρωπο να έχει εξουσία πάνω Του. Αν εξαρτιόταν από εμάς, δεν θα το κάναμε ποτέ.

Η λέξη «εξουσία» δεν είναι λέξη που αρέσει στους περισσότερους ανθρώπους σήμερα. Δυσκολευόμαστε με την ιδέα ότι κάποιος άλλος μπορεί να έχει εξουσία πάνω μας, αλλά η αλήθεια είναι πως όλοι λογοδοτούμε σε κάποιον. Μόλις πρόσφατα άρχισα να παρατηρώ ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα εντός του Προτεσταντισμού: την κανονιστική εξουσία.

Ποιος αποφασίζει για ζητήματα πίστης, παράδοσης ή ερμηνείας; Εσύ; Εγώ; Ο ποιμένας; Το γηραιότερο άτομο στην αίθουσα; Το άτομο με τα ισχυρότερα πνευματικά χαρίσματα;

Όταν ο Μοντανός ισχυρίστηκε ότι το Πνεύμα μετέδιδε μια νέα αποκάλυψη, κάποιος έπρεπε να πει: «Ε, όχι». Όταν ο Μαρκίωνας έβαλε το ψαλίδι στην Παλαιά Διαθήκη, κάποιος έπρεπε να πει: «Ε, όχι». Όταν οι Γνωστικοί άρχισαν να πωλούν μυστικά συνθηματικά για τον ουρανό, κάποιος έπρεπε να πει: «Ε, όχι». Καθένας από αυτούς τους άνδρες ισχυριζόταν ότι πίστευε στον Χριστό, κι όμως ζούσε, δίδασκε και οδηγούσε πλανημένος.

 

Έτσι, αναγκάστηκα να θέσω το ερώτημα που δεν ήθελα να κάνω: «Με ποιά εξουσία - ή με ποιανού την εξουσία -  μπορώ και διδάσκω, ηγούμαι, επιβλέπω την Θεία Κοινωνία, ερμηνεύω τις Γραφές και χειροθετώ άλλους; Ποιος μου έδωσε αυτή την εξουσία; Πώς ξέρω ότι δεν βρίσκομαι σε πλάνη; Επίσης, ποιος μπορεί να μου πει αν όντως βρίσκομαι σε πλάνη;»

Γνώριζα την κοινή απάντηση: Μα, η Γραφή, φυσικά.

Όμως, όσο περισσότερο μελετούσα την ιστορία του Χριστιανισμού, τόσο περισσότερο κατέρρεε αυτή η απάντηση. Κάθε αίρεση ξεκινούσε με ένα άτομο που, κατά πάσα πιθανότητα κατανοούσε την Γραφή καλύτερα από εμένα. Οι αιρετικοί δεν ήταν ειδωλολάτρες ή άθεοι — ήταν διδάσκαλοι της Γραφής. Αν η Αγία Γραφή μπορούσε να επιλύσει όλα τα ζητήματα πίστης, ερμηνείας και διαίρεσης, θα το είχε κάνει προ πολλού.

Όμως δεν συνέβη αυτό, ούτε συμβαίνει.

Η Αγία Γραφή δεν μπορεί να ερμηνεύσει ή να επιβάλει τον εαυτό της, όπως ακριβώς δεν μπορεί να το κάνει ούτε το Σύνταγμα των ΗΠΑ. Η Αγία Γραφή δεν απαριθμεί καν ποιά βιβλία πρέπει να περιλαμβάνονται μέσα σε αυτήν. Όπως συμβαίνει με κάθε κείμενο, η Αγία Γραφή απαιτεί κάποιον να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το νόημα (ή τα νοήματα).

 

Ακολουθήστε τη σκέψη μου:

Τα είκοσι επτά βιβλία της Καινής Διαθήκης δεν έπεσαν από τον ουρανό συρραμμένα μεταξύ τους. Δεν υπήρχε κάποιος θεόπνευστος κατάλογος. Χρειάστηκαν αιώνες για να διακρίνει η Εκκλησία ποια βιβλία ή επιστολές ανήκαν σε αυτήν, και το ζήτημα δεν διευθετήθηκε επίσημα παρά μόνο στα τέλη του 4ου αιώνα (Σύνοδος Ιππώνος το 393, Σύνοδος της Καρχηδόνας το 397). Επομένως, εκείνοι που καθόρισαν τον Κανόνα των Γραφών θα έπρεπε να έχουν και την εξουσία να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν αυτόν τον Κανόνα για όλους εκείνους που δηλώνουν ότι πιστεύουν σε αυτόν.

Αυτά τα ιστορικά δεδομένα με έφεραν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, διότι χρησιμοποιούσα τις Γραφές για να απορρίψω την ίδια την Εκκλησία (και την παράδοσή Της) που μου είχε παραδώσει τις Γραφές. Βγάλτε τώρα άκρη με αυτή την λογική...  Ο Άγιος Απόστολος Παύλος εξηγεί πως η Εκκλησία είναι «μία σάρκα» με τον Χριστό (Εφεσίους 5:28-32). Επομένως, αν ο Χριστός είναι η Κεφαλή και η Εκκλησία το Σώμα Του, τότε ο Χριστός (ενεργώντας μέσω του Σώματός Του) είναι Εκείνος που μπορεί να μού υποδείξει ότι σφάλλω (εφόσον όντως σφάλλω).

Καθώς άρχιζα να συναρμολογώ τα στοιχεία από τους μήνες έρευνας και ανακάλυψης, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι είχα κάνει λάθος σχετικά με τον Χριστιανισμό. Ήταν ένα χάπι που δύσκολα καταπινόταν.

Όλα αυτά με άφησαν με ένα τελευταίο ερώτημα, το οποίο δεν μπορούσα πλέον να προσποιούμαι ότι δεν άκουγα:  Μπορώ να εμπιστεύομαι την παράδοση (ή τις παραδόσεις) της Εκκλησίας;

«Όσο περισσότερο εξέταζα τον Χριστιανισμό, τόσο διαπίστωνα πως, παρ’ ό,τι είχε θεσπίσει κανόνες και τάξη, ο κύριος σκοπός αυτής της τάξης ήταν να δώσει χώρο στα καλά πράγματα να αναπτυχθούν ελεύθερα και ανεμπόδιστα.» – G. K. Chesterton

 

Μακάρι να με είχε προειδοποιήσει κάποιος για τους πιθανούς κινδύνους της δικής μου παράδοσης: «καφές και μελέτη της Αγίας Γραφής». Είχα ήδη διανύσει αρκετές εβδομάδες σε αυτό το ταξίδι, όταν κάθισα στον καναπέ μου με έναν φρεσκοφτιαγμένο καφέ και αποφάσισα να παίξω ένα είδος «βιβλικής ρωσικής ρουλέτας». Ξέρετε, εκείνο το κλασικό: «Κύριε, μίλησέ μου».

Το μόνο μου λάθος ήταν που υπέθεσα πως ό,τι κι αν έλεγε Εκείνος δεν θα μου χαλούσε την μέρα - κι όμως, την χάλασε. Οι καθαρές, άθικτες σελίδες της ολοκαίνουργιας Βίβλου μου άνοιξαν τυχαία σε ένα σημείο και το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε ένα εδάφιο που έμοιαζε με την γνωστή «σφαίρα στον κρόταφο»:

«Άρα, λοιπόν, αδελφοί, στέκεστε σταθεροί και κρατάτε τις παραδόσεις που διδαχτήκατε, είτε με τον λόγο μου είτε με επιστολή.» – Β΄ Θεσσαλονικείς 2:15

«Τι είπε;;; Να κρατάμε τις παραδόσεις;;;... τι στο καλό;;;» μουρμούρισα απορημένος. Το ξαναδιάβασα. Και ξανά. Και ξανά πάλι. Μετά έψαξα τρεις διαφορετικές εκδοχές. Όλες έλεγαν το ίδιο πράγμα.

«Τι εννοεί με την λέξη "παραδόσεις"... και με το "λόγο ή επιστολή"... δεν το ‘πιασα», αναρωτήθηκα.

Παρατηρήστε τι συμβαίνει όταν ακουστεί η λέξη «παράδοση» σε ένα δωμάτιο γεμάτο Προτεστάντες που αγαπούν τον Ιησού. Εγώ το γνωρίζω, επειδή το είδα να συμβαίνει στο ίδιο μου το σαλόνι: ένα ενστικτώδες αναπήδημα  – μια «αυτοάνοση» σύσπαση.

 

Όπως προαναφέρθηκε, οι αντιδράσεις από τα μέλη της κοινότητάς μας ήρθαν γρήγορα και ήταν ειλικρινείς. Δεν επρόκειτο για ανθρώπους που έκαναν ανόητες ερωτήσεις. Αντιθέτως, ήταν άνθρωποι που αγαπούσα και άνθρωποι που αγαπούσαν τον Ιησού. Όμως, σε όλους μας είχε εμφυτευτεί το ίδιο αντανακλαστικό από κάθε εκκλησία στην οποία είχαμε ανήκει ποτέ: η παράδοση είναι (συνήθως) ο εχθρός της Γραφής.

Κατανοούσα αυτό το αντανακλαστικό τους, διότι το κήρυττα επί χρόνια. Όλοι είχαμε τα «χωρία-αποδείξεις» μας: τον Ιησού να επιπλήττει τους Φαρισαίους, λέγοντάς τους: «αφήνετε την εντολή του Θεού και κρατάτε την παράδοση των ανθρώπων» (Μάρκ. 7:8)… τον Άγιο Απόστολο Παύλο να προειδοποιεί για την «φιλοσοφία και την κενή απάτη, σύμφωνα με την ανθρώπινη παράδοση» (Κολ. 2:8).  Κουνάγαμε αυτά τα χωρία πέρα-δώθε σαν σκόρδο, εξορκίζοντας έτσι τις δαιμονικές εξουσίες.

Μόνο που δεν μπήκαμε ποτέ στον κόπο να διαβάσουμε τα υπόλοιπα χωρία. Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος, που προειδοποιούσε για τις παραδόσεις των ανθρώπων, έγραψε και τα εξής προς τις ίδιες εκκλησίες: «Κρατήστε τις παραδόσεις». Προσέξτε πως ο Απόστολος Παύλος τούς έδωσε εντολή - δεν ήταν μια απλή συμβουλή.

Αλλού δηλώνει: «Τηρείτε τις παραδόσεις, όπως ακριβώς σάς τις παρέδωσα» (Α΄ Κορ. 11:2). Η λέξη που χρησιμοποιεί ο Παύλος είναι «παράδοσις» - κυριολεκτικά, «αυτό που παραδίδεται».

Για τον Απόστολο Παύλο, η πίστη δεν ήταν ένα βιβλίο που έπεσε από τον ουρανό· ήταν μια παρακαταθήκη, που μεταδόθηκε από χέρι σε χέρι, που ειπώθηκε προτού γραφτεί και βιώθηκε προτού τυπωθεί.

 

Άρχισα να αντιλαμβάνομαι πως η ίδια η Γραφή αποτελεί το πολυτιμότερο στολίδι της Παράδοσης, και όχι τον αντίπαλό της. Επομένως, η Αγία Γραφή δεν καταδικάζει την γνήσια Παράδοση. Καταδικάζει τις λανθασμένες παραδόσεις (δηλαδή εκείνες που ακυρώνουν τον λόγο του Θεού) και επιτάσσει τις σωστές (δηλαδή εκείνες που τον μεταφέρουν). Ολόκληρο το προτεσταντικό μου αντανακλαστικό βασιζόταν στο να μην προσέχω ή να μην νοιάζομαι ποτέ για αυτά.

Κι όμως, όλοι μας είχαμε παραδόσεις:

Η «προσευχή του αμαρτωλού»; Παράδοση.

Το κάλεσμα στο θυσιαστήριο (altar call); Παράδοση.

Το να ζητάς από τον Ιησού να μπει στην καρδιά σου; Παράδοση.

Η κυριακάτικη λατρεία που δομείται γύρω από ένα κήρυγμα; Παράδοση.

Η εβδομαδιαία ομιλία για το γιατί οι άνθρωποι πρέπει να δίνουν χρήματα στην εκκλησία; Παράδοση.

Οι εορτασμοί γενεθλίων; Παράδοση.

Οι εορτασμοί των αργιών; Παράδοση.

Δεν έχουμε πρόβλημα με την παράδοση· έχουμε πρόβλημα με το να επιτρέπουμε σε οποιονδήποτε να μας υπαγορεύει ποια παράδοση μπορούμε ή δεν μπορούμε να τηρούμε.

Ο κατάλογος των εξήντα έξι βιβλίων, που θεωρούσα ως μοναδική αυθεντία, έφτασε σε εμένα μέσω της παράδοσης της Εκκλησίας. Δεν είχα προσέξει τότε, αλλά όλους όσους γνώριζα στο χαρισματικό κίνημα στέκονταν πάνω σε ένα οικοδόμημα κληροδοτημένης παράδοσης, ενώ ορκίζονταν ότι - μαζί με το Άγιο Πνεύμα - είχαν χτίσει τα πάντα, βασιζόμενοι αποκλειστικά και μόνο στις Γραφές.  Στην πραγματικότητα, χρησιμοποιούσαμε ό,τι είχε γεννήσει η παράδοση (δηλαδή τον Κανόνα των Γραφών), ενώ ταυτόχρονα διακηρύτταμε ότι η ίδια αυτή παράδοση δεν ήταν άξια εμπιστοσύνης.  Γιατί;

 

Κάτω από αυτή την αλλεργία βρίσκεται μια ιστορία: η «Μεγάλη Αποστασία»

 

Είτε διατυπώνεται ρητά είτε θεωρείται σιωπηρά δεδομένη, η ιστορία έχει ως εξής: Η αληθινή Εκκλησία των Αποστόλων παρέμεινε γνήσια για μία-δύο γενιές - και κατόπιν, κάπου την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέσα στους καπνούς του θυμιάματος και την άνοδο των επισκόπων, περιέπεσε σε αποστασία. Βυθίστηκε στο σκοτάδι. Παρέμεινε στο σκοτάδι για πάνω από χίλια χρόνια, διατηρούμενη στη ζωή μόνο από ένα αόρατο «υπόλοιπο» πιστών που κανείς δεν μπορεί να κατονομάσει με βεβαιότητα, μέχρι που τελικά ο Θεός ανέδειξε κάποιον για να αποκαταστήσει ό,τι είχε χαθεί…

Προσέξτε όμως το εξής: όλοι όσοι πιστεύουν αυτή την εκδοχή οφείλουν να διαλέξουν μια χρονολογία κατά την οποία η Εκκλησία βυθίστηκε στο σκοτάδι. Και εδώ βρίσκεται το πιο αστείο σημείο: η χρονολογία αυτή πάντα συνέπιπτε - πολύ βολικά - με την περίοδο ακριβώς πριν από την εμφάνιση της δικής τους ομάδας:

-Για τους Μεταρρυθμιστές, η Εκκλησία πήρε λάθος δρόμο στον Μεσαίωνα και αποκαταστάθηκε το 1517.

-Για τον Τζόζεφ Σμιθ, η Εκκλησία πέθανε μαζί με τους αποστόλους και αποκαταστάθηκε το 1830.

-Για τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, η αποκατάσταση ξεκίνησε τη δεκαετία του 1870.

-Ακόμη και για τους Βαπτιστές, η αληθινή Εκκλησία δεν ενώθηκε ποτέ με τη «διεφθαρμένη» Ρώμη· επιβίωσε στο περιθώριο, ως μια αδιάσπαστη, μυστική αλυσίδα διωκόμενων κοινοτήτων Βαπτιστών που κρύβονταν στα βουνά επί χίλια χρόνια, χωρίς (πολύ βολικά για τους ίδιους) να αφήσουν πίσω τους ίχνη που θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει.

 

Καμία από αυτές τις παραδόσεις, δεν συμφωνεί ως προς το πότε ακριβώς «έσβησαν τα φώτα», ωστόσο καθεμία τους ισχυρίζεται πως βρήκε τον διακόπτη και τα άναψε ξανά, σώζοντας την Εκκλησία από τον Άδη.

Αυτό με ενοχλούσε πάρα πολύ. Αν η Εκκλησία είχε ήδη χαθεί από τον δεύτερο ή τον τρίτο αιώνα, τότε και η Εκκλησία του τέταρτου αιώνα  - Εκείνη που διέκρινε ποιά βιβλία ανήκουν στην Καινή Διαθήκη – ήταν επίσης αποστατημένη....

Το βλέπετε; Αυτό δηλαδή σημαίνει πως ο Κανόνας που έχουμε σήμερα καταρτίσθηκε από ανθρώπους που ζούσαν στο σκοτάδι. Όμως τα πράγματα δεν λειτουργούν έτσι. Ή το Πνεύμα καθοδηγούσε εκείνη την Εκκλησία, όπως υποσχέθηκε ο Χριστός, ή όχι. Είναι τόσο απλό.

 

Και εδώ έγκειται το βαθύτερο πρόβλημα — αυτό που βάζει τέλος σε όλη τη συζήτηση. Η Μεγάλη Αποστασία δεν προσβάλλει απλώς τους Πατέρες· αποκαλεί τον ίδιο τον Χριστό ψεύτη.

Ο Κύριός μας είπε πως θα οικοδομήσει την Εκκλησία Του και πως οι πύλες του άδη δεν θα υπερισχύσουν εναντίον Της (Ματθ. 16:18).

Ο Κύριός μας υποσχέθηκε πως το Πνεύμα θα δινόταν στην Εκκλησία - όχι σε κάθε άτομο που δηλώνει πως πιστεύει στον Ιησού - για να οδηγήσει και να καθοδηγήσει Αυτήν, σε όλη την αλήθεια, μένοντας μαζί Της για πάντα (Ιωαν. 16:13, 14:16).

Αν η Εκκλησία που ίδρυσε - και Την οποία αγόρασε με το ίδιο Του το αίμα και ορκίστηκε να διαφυλάξει - κάπως έπεσε μέσα σε απόλυτη πλάνη επί δεκαπέντε αιώνες, τότε οι πύλες του άδη σίγουρα θα υπερίσχυσαν. Όμως, όπως καταγράφει ο Μωυσής: «Ο Θεός δεν είναι άνθρωπος για να πει ψέματα» (Αριθ. 23:19).

Άπαξ και ανακάλυψα ότι η Εκκλησία όντως δεν πέθανε ποτέ - ότι παρέμενε ζωντανή, ορατή και ανιχνεύσιμη σε όλο αυτό το διάστημα - απέμεινε μόνο ένα ερώτημα.  Πού βρίσκεται τώρα;

 

Ένα Τζάκι για Όλους

 

«Δεν πρέπει να μας νοιάζει αν προσβάλλουμε ανθρώπους, όταν σεβόμενοι αυτούς προσβάλλουμε τον Θεό.» – Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος

 

Να τι θέλω να γνωρίζουν οι αναγνώστες μου:

Πιστεύω ακόμα πως ο Θεός είναι παρών.

Πιστεύω ακόμα στη θεραπεία, την προφητεία, το υπερφυσικό και στο Πνεύμα που κινείται και ομιλεί. Πιστεύω πως ο Χριστός είναι ο Ίδιος χθες, σήμερα και στους αιώνες — πάντα ίσχυαν αυτά τα πράγματα. Δεν έχω τον χρόνο να εξηγήσω τα υπερφυσικά γεγονότα που έχουν συμβεί από τότε που ανακάλυψα την Ορθοδοξία. Ίσως χρειαστεί κάποιο άλλο άρθρο, κάποια άλλη στιγμή.

Ωστόσο, αυτό που τελικά κατάλαβα είναι πως ο χαρισματικός κόσμος μού έδωσε ένα πυρσό, αλλά όχι μια εστία. Μού έδωσε ένα ξύλο για να ανάψω φωτιά, αλλά χωρίς ένα τζάκι για να την κρατήσει. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, τόσοι πολλοί άλλοι είτε εξουθενώθηκαν είτε κατέστρεψαν τα κινήματά τους. Είδα να συμβαίνουν και τα δύο επί δεκαέξι χρόνια. Είδα πολλούς να φέρουν μέσα τους τη φωτιά για τον Κύριο, αλλά να μην έχουν κανένα ασφαλές μέρος όπου αυτή θα μπορούσε να καίει.

 

Όσο για μένα και για τόσους πολλούς άλλους, ανακαλύψαμε πως η Ορθοδοξία είναι το τζάκι για αυτή τη φωτιά. Είναι μια εστία δύο χιλιάδων ετών, που την φροντίζουν τα ίδια χέρια, μεταδίδοντας την ίδια φλόγα - από τους αποστόλους μέχρι την ενορία στην οποία μπορώ να μπαίνω κάθε Κυριακή.

Και το υπερφυσικό που κυνηγούσα όλα αυτά τα χρόνια; Ανακάλυψα πως η Ορθοδοξία είναι πολύ πιο «χαρισματική» από το χαρισματικό κίνημα — είναι θεμελιωμένη πάνω στις υπερφυσικές ζωές των Αγίων. Επομένως, δεν εγκατέλειψα καθόλου τον υπερφυσικό κόσμο.  Φάνηκε - τελικά - πως δεν χρειάζεται μια ομάδα λατρείας με σύγχρονες έξυπνες συσκευές χειρός (ipads), μεγάλες οθόνες LED, ή μια μηχανή παραγωγής ατμοσφαιρικής ομίχλης για τον χώρο, για να εισέλθεις σε έναν υπερφυσικό κόσμο.  Ετούτος ο κόσμος ξεκινά με τις πιο υπερφυσικές συναντήσεις απ' όλες: με τον ίδιο τον Χριστό μέσα στον άρτο και τον οίνο, να προσφέρει τον εαυτό Του ως φάρμακο για την ανθρωπότητα.

 

Θέλω να αφήσω τους αναγνώστες μου με το εξής:

Τον 4ο αιώνα, ένας αυτοκράτορας παρακολούθησε ένα νεαρό άνδρα, τον Αδριανό, να παραδίδεται για να βασανιστεί και να θανατωθεί για χάρη του Χριστού, έχοντας στο πλευρό του την σύζυγό του, Ναταλία. Πριν από την τιμωρία, ο αυτοκράτορας ρώτησε τον Άγιο Αδριανό: «Έχεις χάσει τα λογικά σου;»  Ο Άγιος Αδριανός τού απάντησε: «Δεν έχω χάσει τα λογικά μου· έχω βρει τα λογικά μου».

Εγκαταλείπω τον χαρισματικό Προτεσταντισμό επειδή βρήκα τα λογικά μου. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Εκκλησία που ίδρυσαν ο Χριστός και οι Απόστολοί Του πριν από δύο χιλιάδες χρόνια.

Φεύγω επειδή πιστεύω πως αυτό (η Εκκλησία) είναι το Σώμα που αποτελεί «μία σάρκα» με τον Κύριο (Εφεσίους 5).

Φεύγω επειδή, ενώ πιστεύω στα θαύματα, στην προφητεία, στη θεϊκή παρέμβαση και στα πνευματικά χαρίσματα, πιστεύω επίσης στη διάκριση, στη λογοδοσία, στην αποστολική αυθεντία και στην συνέχιση της Παράδοσης.

Φεύγω, όχι επειδή είμαι απογοητευμένος, πληγωμένος, πικραμένος ή επειδή αμφιβάλλω για την πίστη. Φεύγω επειδή εγώ και η σύζυγός μου - μαζί με τους περισσότερους από όσους συμμετείχαν στην κατ’ οίκον εκκλησία μας - βρήκαμε περισσότερη αλήθεια, θεραπεία, καταφύγιο, χαρά, ειρήνη και ελευθερία μέσα στην Εκκλησία απ’ ό,τι βρήκαμε ποτέ οπουδήποτε αλλού έξω από αυτήν.

 

Φεύγω επειδή καλούμαι, και είναι ο Χριστός που με καλεί.

 

Χάρις και Ειρήνη σε όλους,

Τζo.

Ν: Επισκεφτείτε, παρακαλώ:

Εμπειρίες, Πεντηκοστιανισμός και Προτεσταντισμός