Χριστόδουλος Μολύβας, Ο εκφραστικός ατομικισμός απειλεί την ελληνική κοινωνία
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ
Μέρος ε', Δικαιώματα χωρίς καθήκοντα
Η πρώτη συνέπεια όλων όσων αναφέραμε στα προηγούμενα μέρη είναι ότι τα ατομικά δικαιώματα τοποθετούνται πάνω από τις υποχρεώσεις μας προς τους άλλους. Αρκεί κανείς να παρακολουθήσει τις δημόσιες συζητήσεις και θα το διαπιστώσει αμέσως. Κάθε αίτημα ακολουθείται από το δικαίωμα, ενώ το καθήκον σχεδόν πάντα απουσιάζει. Η εξήγηση είναι απλή. Αν το άτομο είναι η βασική μονάδα της κοινωνικής πραγματικότητας και ο στόχος του είναι η προσωπική ευτυχία, τότε όλες οι υπόλοιπες σχέσεις αρχίζουν να φαίνονται συμβατικές, δηλαδή υπάρχουν στον βαθμό που εξυπηρετούν αυτόν τον στόχο. Για τον Rousseau και τους πνευματικούς του απογόνους, ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος, αλλά παντού βρίσκεται δεμένος με αλυσίδες. Οι δε αλυσίδες αυτές είναι οι σχέσεις του με τους άλλους.
Έτσι, η στάση που έχουμε απέναντι στον διπλανό μας γίνεται, πολύ συχνά και ανεπαίσθητα, στάση αντιπαλότητας. Όταν η επιδίωξη της ευτυχίας σημαίνει ουσιαστικά επιδίωξη της προσωπικής ευτυχίας όπως την βλέπει ο καθένας, οι κοινωνικές υποχρεώσεις οδεύουν προς την ανυπαρξία, αφού το τι σημαίνει ευτυχία εξαρτάται από την υποκειμενική προτίμηση. Οι άλλοι υπάρχουν για να με βοηθούν να πραγματώσω τον εαυτό μου όπως εγώ θέλω. Στον βαθμό που δεν το κάνουν, είναι εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν ή, στην περίπτωση του αγέννητου και του γέροντα, να λείψουν από την ζωή μας.
Το βλέπουμε στο δίκαιο της οικογένειας. Ο νόμος του 1983, που εκσυγχρόνισε το οικογενειακό δίκαιο, ψηφίστηκε υποτίθεται, για να φέρει την ισότητα των συζύγων και την λήξη ορισμένων πατριαρχικών κατάλοιπων. Ταυτόχρονα όμως μετέτρεψε τον γάμο από θεσμό σε συμβόλαιο, με το διαζύγιο να στηρίζεται πλέον στον σοβαρό κλονισμό της σχέσης και στην συναίνεση των συζύγων. Σήμερα το συναινετικό διαζύγιο ολοκληρώνεται μέσα σε λίγες ημέρες παρουσία συμβολαιογράφου. Η λογική είναι ότι οι υποχρεώσεις προς τα παιδιά πρέπει να ερμηνεύονται, μέσα από μια εικόνα του γάμου που βάζει στο κέντρο την προσωπική ικανοποίηση των δύο συμβαλλομένων. Όταν ο ένας ή και οι δύο δεν νιώθουν πια ικανοποιημένοι με την σχέση τους, τότε η ένωση μπορεί, και πολλοί λένε ότι πρέπει, να λυθεί.
Τι λέει το Σύνταγμά μας; Το άρθρο 5 αναγνωρίζει στον καθένα το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του, με όριο τα δικαιώματα των άλλων, το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη. Το άρθρο 21 θέτει την οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και της προαγωγής του Έθνους, καθώς και το γάμο, την μητρότητα και την παιδική ηλικία, υπό την προστασία του Κράτους. Για τους συντάκτες του Συντάγματος τα δύο άρθρα δεν έρχονταν σε αντίθεση. Στον κόσμο του εκφραστικού ατομικισμού όμως, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας ερμηνεύεται όλο και περισσότερο ως απεριόριστη αυτοδιάθεση, ενώ τα χρηστά ήθη ακούγονται σε πολλούς σαν ένα εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί.
Μέρος στ', Η μετατροπή της θυματοποίησης
Στον κλασικό μαρξισμό η καταπίεση είχε ως βάση την οικονομία. Καταπιεσμένος ήταν όποιος δεν έβρισκε δουλειά, όποιος δεν έβγαζε τον μήνα με τον μισθό του και γενικά όποιος δεν μπορούσε να καλύψει τις βασικές ανάγκες του. Αυτές οι μορφές καταπίεσης είναι υλικές και γι' αυτό είναι και μετρήσιμες. Είναι ανάγκες που μπορούν να αντιμετωπιστούν. Στην Ελλάδα της κρίσης και της ακρίβειας είναι μεγάλος βραχνάς, τα ενοίκια, οι χαμηλοί μισθοί και οι νέοι που φεύγουν στο εξωτερικό για να έχουν ένα πιο οικονομικά εύρωστο μέλλον. Στον εκφραστικό ατομικισμό όμως, το πιο σημαντικό πράγμα για τον σύγχρονο άνθρωπο είναι τα εσωτερικά του συναισθήματα, η ψυχολογική του κατάσταση. Αυτό είναι κάτι που αλλάζει τον ορισμό της καταπίεσης και του θύματος.
Αν η ανθρώπινη άνθηση ορίζεται ως η εξωτερίκευση του εσωτερικού πυρήνα συναισθημάτων που μας συγκροτεί, τότε ό,τι εμποδίζει αυτή την εξωτερίκευση; Ό,τι μας εμποδίζει να είμαστε αυθεντικοί, είναι βαθιά προβληματικό. Η καταπίεση μεταφέρεται από την οικονομία στο ψυχολογικό πεδίο. Θεσμοί και κουλτούρες αναφέρονται ως καταπιεστικοί-ες απλώς και μόνο επειδή αντιτίθενται σε ορισμένες ομάδες ή ταυτότητες με τους όρους που οι ίδιες θεωρούν φυσικούς. Οι λέξεις γίνονται όπλα και ακόμη και η σιωπή μπορεί να χαρακτηριστεί βία, όταν κάποιοι απαιτούν την ρητή αποδοχή της ταυτότητάς τους ή την καταδίκη για οτιδήποτε θεωρούν κακό. Έτσι, όταν ο εκφραστικός ατομικισμός συναντήσει την γλώσσα της πολιτικής των ταυτοτήτων, το σκηνικό για κοινωνική σύγκρουση είναι έτοιμο.
Αυτή η αντίληψη της υποτιθέμενης θυματοποίησης τροφοδοτεί σήμερα την άνοδο της πολιτικής των ταυτοτήτων, όπου κοινωνικά κατασκευασμένες κατηγορίες (φυλή, αναπηρία, φύλο αποσπασμένο από το σώμα) συνδέονται με έναν ψυχολογικό πυρήνα. Έτσι γεννιέται μια πολύ ευρεία, ρευστή και αρκετά υποκειμενική έννοια του τι είναι καταπιεστικό, με την συζήτηση να στρέφεται συχνά στη γλώσσα και στην αναπαράσταση μέσα στα μέσα ενημέρωσης, στην εκπαίδευση και στις τέχνες. Το βλέπουμε και στην πατρίδα μας. Οδηγοί συμπεριληπτικής γλώσσας που κυκλοφορούν σε ορισμένα πανεπιστήμια και δημόσιους φορείς, αντιδράσεις για ό,τι διδάσκεται αλλά και ό,τι δεν διδάσκεται στα σχολικά βιβλία, αμφισβήτηση του λογοτεχνικού κανόνα, και μια γενικότερη αίσθηση ότι κάθε πρόγραμμα σπουδών οφείλει πρώτα να απολογηθεί για όποιον ίσως περιθωριοποιεί.
Η πιο προφανής πολιτική έκφραση του εκφραστικού ατομικισμού στις δύο τελευταίες δεκαετίες είναι η άνοδος του κινήματος LGBTQ+. Το κίνημα αυτό έχει δύο χαρακτηριστικά που πηγάζουν από το ίδιο το πλαίσιο. Πρώτον, η σεξουαλική επιθυμία παίζει καθοριστικό ρόλο στην προσωπική ταυτότητα, δηλαδή δέχεται την εξουσία της εσωτερικής ψυχολογίας, και μάλιστα σε σεξουαλικοποιημένη μορφή. Δεύτερον, η ίδια η συμμαχία είναι προϊόν της κουλτούρας του εκφραστικού ατομικισμού, που αντιμετωπίζει τη θυματοποίηση και την περιθωριοποίηση σχεδόν ως αρετές.Αυτό φαίνεται από την εσωτερική ασυνέπεια της συμμαχίας. Οι ομοφυλόφιλοι άνδρες, οι λεσβίες και οι αμφιφυλόφιλοι θεωρούν δεδομένη την ύπαρξη ενός δυαδικού φύλου που θεμελιώνεται στο βιολογικό φύλο, ενώ οι queer και οι τρανς το αρνούνται.
Πώς λοιπόν προέκυψε το κίνημα; Η σύντομη εκδοχή είναι η εξής. Οι λεσβίες και οι ομοφυλόφιλοι άνδρες βρέθηκαν σε συμμαχία εξαιτίας της κρίσης του AIDS την δεκαετία του 1980, που έβαλε τους άνδρες στη θέση του θύματος, θέση που οι λεσβίες κρατούσαν από παλιά ως γυναίκες σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Οι queer και οι τρανς, με την κοινή αφήγηση του περιθωρίου μέσα σε μια ετεροκανονική κοινωνία, εντάχθηκαν αργότερα. Η συμμαχία στηρίζεται στην παλιά αρχή ότι ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου. Η ευθραυστότητά της φάνηκε τα τελευταία χρόνια στις οξείες διαμάχες μέσα στον φεμινισμό για το καθεστώς όσων γεννήθηκαν άνδρες και σήμερα παρουσιάζονται ως γυναίκες, διαμάχες που αρχίζουν να ακούγονται, αν και διστακτικά ακόμα, και στην δική μας δημόσια συζήτηση.
Στην χώρα μας το σύμφωνο συμβίωσης επεκτάθηκε στα ομοφυλόφυλα ζευγάρια το 2015. Ο νόμος του 2017 για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου επέτρεψε σε ενήλικες να αλλάξουν νομικά φύλο με απλή δήλωση, χωρίς ιατρική γνωμάτευση ή επέμβαση και σε ανήλικους από τα δεκαπέντε τους με δικαστική άδεια. Το 2024 ο πολιτικός γάμος και η υιοθεσία άρχισαν να ισχύουν και για τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Ανεξάρτητα από το τι πιστεύει ο καθένας για καθεμία από αυτές τις αποφάσεις, αξίζει να παρατηρήσει κανείς ότι ακολούθησαν την ίδια λογική. Το άτομο ορίζει ποιο είναι και η κοινωνία και το κράτος καλούνται να το επικυρώσουν.
Ο πλήρης διαχωρισμός του φύλου από το βιολογικό φύλο, που προϋποθέτει η ιδεολογία των τρανς, είναι ίσως το πιο δραματικό μέχρι σήμερα παράδειγμα του πώς το ψυχολογικό εξουσιάζει το σωματικό. Σύμφωνα με την θεωρία του φύλου, από την οποία εξαρτάται, οι ιστορικές διαφορές των φύλων είναι αποτέλεσμα μιας κοινωνικά διαμορφωμένης αντιστοίχισης πολιτισμικών κανόνων πάνω σε βιολογικές διαφορές. Το αρσενικό και το θηλυκό γίνονται έτσι κοινωνικές κατασκευές και ως τέτοιες είναι ευάλωτες στην πλήρη κατεδάφιση του δυαδικού αρσενικού και θηλυκού. Αυτό ακριβώς έκανε η queer θεωρία, προτείνοντας ένα ρευστό φύλο χωρίς σταθερό πυρήνα και άρα με δυνητικά άπειρα φύλα.
Θα μπορούσαν βεβαίως να ειπωθούν πολλά ως απάντηση στις παραδοχές της θεωρίας του φύλου. Εδώ αρκεί να σημειωθεί ότι αυτή η εξουσιοδότηση των εσωτερικών αισθημάτων πάνω στην φυσική πραγματικότητα και η πολιτική απαίτηση να αναγνωριστεί δημόσια μια ψυχολογικά θεμελιωμένη ταυτότητα, ταιριάζουν απόλυτα με μια κοινωνία της οποίας το κανονικό πρότυπο είναι ο εκφραστικός ατομικισμός.
Η γλώσσα που συχνά συνοδεύει τις μαρτυρίες ανθρώπων που αυτοπροσδιορίζονται ως τρανς, του τύπου "ζούσα ένα ψέμα", "η κοινωνία με έβαζε να παίζω έναν ρόλο που δεν ήμουν εγώ", ή "επιτέλους είμαι ελεύθερος να είμαι αυτό που ήμουν πάντα μέσα μου", το δείχνει καθαρά. Αποκαλύπτει ταυτόχρονα και την αξιοσημείωτη πλαστικότητα της ταυτότητας στην σύγχρονη κουλτούρα μας, που κάνει εξαιρετικά δύσκολο να πούμε τι ακριβώς κρατά μια κοινωνία ενωμένη. Αν ούτε το σώμα μας δεν προσφέρει ένα σταθερό σημείο στις κοινωνικές σχέσεις, τότε η ατομική ταυτότητα γίνεται ασαφής και ασταθής και μαζί της όλες οι σχέσεις που χτίζονται πάνω της. Η κριτική αυτή αφορά τις ιδέες και όχι τους ανθρώπους, των οποίων η αξιοπρέπεια και ο πόνος παραμένουν υπαρκτά και δεν μειώνονται από τη διαφωνία.
Μέρος η', Σεξ και πορνογραφία
Από την στιγμή που οι άνθρωποι άρχισαν να πιστεύουν ότι η πραγματική ευτυχία βρίσκεται στο να εκφράζουμε ελεύθερα τον εαυτό μας και τα συναισθήματά μας και παράλληλα δέχτηκαν ότι η σεξουαλικότητα είναι το πιο βασικό στοιχείο της ταυτότητάς μας , τότε δεν προκαλεί έκπληξη το ότι ο εκφραστικός ατομικισμός άλλαξε ριζικά την σεξουαλική ηθική.
Οι σεξουαλικές πράξεις στερούνται πλέον ηθικής σημασίας. Την ηθική τους σημασία, όση έχουν, την λαμβάνουν μόνο από τη συναίνεση των εμπλεκομένων. Η φράση που ακούμε παντού είναι πως ό,τι κάνουν δύο ενήλικες με την συναίνεσή τους είναι δική τους υπόθεση. Οι παραδοσιακές αξίες, έδιναν στις σεξουαλικές πράξεις μια συγκεκριμένη σημασία και γι' αυτό τις τοποθετούσαν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, συνήθως του εφ' όρου ζωής μονογαμικού γάμου. Σήμερα αυτές οι αξίες αντιμετωπίζονται ως καταπιεστικές. Για την ορθόδοξη παράδοση ο γάμος είναι μυστήριο και το σώμα ναός του Αγίου Πνεύματος. Για τον εκφραστικό ατομικισμό είναι ιδιωτικό συμβόλαιο και το σώμα ιδιωτική ιδιοκτησία.
Το πιο ακραίο παράδειγμα αυτής της φιλοσοφίας είναι η πορνογραφία. Η αλήθεια είναι ότι υπήρχε από παλιά, αλλά η ευρύτατη διάδοση και χρήση της, μαζί με την αυξανόμενη κοινωνική της αποδοχή από τον κυρίαρχο πολιτισμό, αποτελεί πρωτοφανές ιστορικό γεγονός. Στο κινητό που κρατάει ένα δωδεκάχρονο στην Αθήνα, στην Θεσσαλονίκη ή σε ένα χωριό της Κρήτης η πρόσβαση σε τέτοιο υλικό χρειάζεται απλά μερικά πατήματα κουμπιών και πολλά παιδιά έρχονται σε επαφή με αναρμόζουσες εικόνες. Το κράτος, αντιμέτωπο με το πρόβλημα, ψάχνει εργαλεία όπως η επαλήθευση ηλικίας και το Kids Wallet.
Ας αφήσουμε στην άκρη τις πολλές κριτικές που μπορούν να γίνουν στην πορνογραφία, με πρώτη την σύνδεσή της με το κύκλωμα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης, την εικόνα που προβάλλει για τη γυναίκα και τις όλο και καλύτερα τεκμηριωμένες σωματικές και ψυχικές της επιπτώσεις. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι η φιλοσοφία που προωθεί η πορνογραφία είναι ένα παράδειγμα του εκφραστικού ατομικισμού. Οι σεξουαλικές πράξεις έχουν σημασία μόνο για εκείνον που τις βλέπει. Η ικανοποίηση του θεατή είναι ο σκοπός των πράξεων στην οθόνη, και τα σώματα όσων συμμετέχουν γίνονται απλά εργαλεία για την ικανοποίηση ενός άλλου.
Αποκομμένη από κάθε προσωπική σχέση και ιστορία, η πορνογραφία παρουσιάζει το σεξ ως αυτοσκοπό, με σκοπό την απόλαυση του καταναλωτή και με πράξεις χωρίς καμία εσωτερική ηθική σημασία. Ο άλλος γίνεται απλώς μέσο για την ευτυχία του καταναλωτή. Η πορνογραφία είναι η σεξουαλική φιλοσοφία του εκφραστικού ατομικισμού στην πιο συνεπή της κατάληξη .
Αυτό εξηγεί και μια αντίφαση που συναντάμε στη δημόσια συζήτηση. Το ίδιο κράτος που θέλει δικαιολογημένα να προστατεύσει τα παιδιά από την πορνογραφία δυσκολεύεται να εξηγήσει το γιατί αυτό που προστατεύει τα παιδιά θα έπρεπε να είναι καλό και για τους ενήλικες. Αφού η συναίνεση είναι το μόνο κριτήριο, ο λόγος της προστασίας περιορίζεται στην ηλικία. Δεν υπάρχει πια κάποιο βαθύτερο επιχείρημα για το τι είναι ο άνθρωπος και τι οφείλουμε στο σώμα του άλλου.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ













