ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

∆άνεια, τόκοι καί τοκογλυφία, κατά τούς Τρεῖς Ἱεράρχες

Ναυπάκτου Ιερόθεος 

Εκδόσεις Ι. Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας)

Ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά ἀσχολούμαστε μέ τόν βίο τους καί νά ἐντρυφοῦμε στήν διδασκαλία τους, μέ ἀποτέλεσμα νά ὠφελούμαστε ἀπό αὐτά.

  

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἦταν πρωτίστως Ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ σέ συγκεκριμένες ἐπισκοπές καί καθοδηγοῦσαν ἕνα συγκεκριμένο ποίμνιο πρός τήν σωτηρία. Αὐτό τό ἔργο τό ἐπιτελοῦσαν μέ ὑπευθυνότητα καί μέσα στά ἐκκλησιαστικά πλαίσια. ∆έν ἦταν ἠθικολόγοι καί κοινωνιολόγοι, ἀλλά κατ’ ἐξοχήν θεολόγοι πού θεολογοῦσαν καί μέ τόν τρόπο αὐτό βοηθοῦσαν ἀποτελεσματικά τούς ἀνθρώπους. Ὁμιλοῦσαν γιά τόν Θεό καί γιά τό πῶς ὁ ἄνθρωπος θά ἑνωθῆ μαζί Του. Καί ἐπειδή πολλοί ὁμιλοῦν γιά τόν Θεό, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ὁμιλοῦσαν γιά τόν Τριαδικό Θεό, τά τρία Πρόσωπα καί τήν μία οὐσία καί ἔτσι θεολόγησαν μέσα στήν Ἐκκλησία.

Ὅμως, ὁ ἄνθρωπος ἔχει καί πολλά καθημερινά προβλήματα πού τόν βασανίζουν καί σχετίζονται μέ τό ἐπάγγελμα, τόν γάμο, τήν ἀνάπτυξη τῆς οἰκογενείας, τήν συμβίωση στήν κοινωνία. Καί σέ αὐτά τά θέματα οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ὅπως καί ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔμειναν ἀπαθεῖς καί ἀσυγκίνητοι. Ἄλλωστε, ἦταν ποιμένες καί διδάσκαλοι τῶν Χριστιανῶν τῶν Ἐκκλησιῶν τους. Καί ὅπως παρατηροῦμε στά γραπτά τους, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ποίμαιναν θεολογοῦντες καί θεολογοῦσαν ποιμαίνοντες.

Ἕνα ἀπό τά θέματα μέ τά ὁποῖα ἀσχολήθηκαν εἶναι καί τό σχετικό μέ τούς τόκους καί τήν τοκογλυφία, καθώς ἐπίσης καί μέ τά δάνεια καί τόν δανεισμό. ∆άνεια καί τόκοι συνδέονται μεταξύ τους. Ἐπίσης, τά θέματα αὐτά ἐντάσσονται μέσα στήν προοπτική τῆς πτωχείας καί τοῦ πλούτου καί γενικότερα τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν πού ἐμπλέκονται μέ τά πάθη τοῦ ἀνθρώπου.

Στήν συνέχεια θά ἐντοπισθοῦν μερικές πλευρές αὐτοῦ τοῦ θέματος τό ὁποῖο, ὅπως θά φανῆ, εἶναι καί σύγχρονο. Ἄλλωστε, σήμερα ζοῦμε στήν προοπτική τῆς τοκογλυφίας καί τῆς δανειοδότησης, πού ἐπιλύουν μερικά θέματα, ἀλλά δημιουργοῦν καί πολλούς κινδύνους.

1. Τά πορίσματα τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας

Σέ μιά κοινωνία, στήν ὁποία γίνεται λόγος γιά τήν διαχείριση τοῦ χρήματος καί τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ὑπῆρξε ἀνάγκη νά δημιουργηθῆ μιά ἰδιαίτερη ἐπιστήμη πού ὀνομάζεται πολιτική οἰκονομία. Οἰκονομία κατ’ ἀρχάς δηλώνει τήν διαχείριση τοῦ οἰκογενειακοῦ νοικοκυριοῦ, ἀπό τίς λέξεις οἶκο καί νέμω. Σήμερα μέ τόν ὅρο οἰκονομία καί κατ’ ἐπέκταση πολιτική οἰκονομία χαρακτηρίζουμε τήν κοινωνική ἐπιστήμη πού ἀσχολεῖται μέ «τόν τρόπο παραγωγῆς καί κυκλοφορίας τῶν ἀγαθῶν σέ μιά κοινωνία ἤ στήν κοινωνία γενικά, καθώς καί τήν ἐπιστήμη πού ἐρευνᾶ τούς νόμους τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς».

Ἑπομένως, ἡ πολιτική οἰκονομία ἀσχολεῖται μέ τήν κατανομή τοῦ εἰσοδήματος, χρησιμοποιώντας τά κατάλληλα κάθε φορά ἀξιολογικά κριτήρια. Σύμφωνα μέ τήν ἐπιστήμη αὐτή γιά τήν δίκαιη κατανομή τοῦ εἰσοδήματος πρέπει νά ἐπικρατοῦν τρεῖς ἀρχές. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ «ἀρχή τῆς ἴσης κατανομῆς», σύμφωνα μέ τήν ὁποία τό εἰσόδημα κατανέμεται «σέ ἴσα μέρη στά μέλη τῆς κοινωνίας». Αὐτό συνδέεται μέ τό ὅτι ὅλα τά μέλη τῆς κοινωνίας ἔχουν τίς ἴσες εὐκαιρίες γιά «μόρφωση καί ἐπαγγελματική σταδιοδρομία, τήν ἴση ἀμοιβή γιά τήν ἴδια ἐργασία καί τήν ἰσότητα ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων ἀπέναντι στό νόμο». Ἡ δεύτερη εἶναι «ἡ ἀρχή τῶν ἀναγκῶν», πού ἐξασφαλίζει ἕνα εἰσόδημα γιά τό ἐλάχιστο ἐπίπεδο διαβίωσης γιά ὅλα τά μέλη τῆς κοινωνίας. Καί ἡ τρίτη ἀρχή εἶναι ἡ «ἀρχή τῆς συμβολῆς στήν παραγωγή», σύμφωνα μέ τήν ὁποία κάθε μέλος τῆς κοινωνίας «συμμετέχει καί ἀποκτᾶ μερίδιο στήν διανομή τοῦ εἰσοδήματος ἀνάλογα μέ τή συμβολή του στή παραγωγή τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ».

Ἀπό μελέτες πού εἶναι σχετικές μέ τέτοια θέματα, μέ τά ὁποῖα ἀσχολεῖται ἡ ἐπιστήμη τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας διαπιστώνεται ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἀντιμετώπιζαν παρόμοια ζητήματα μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς θεολογίας τῆς Ἐκκλησίας. Σέ μερικά σημεῖα συμπίπτουν μέ τά πορίσματα τῆς σύγχρονης πολιτικῆς οἰκονομίας, ἀλλά σέ ἄλλα διαφοροποιοῦνται, ἀφοῦ ἐξετάζουν τά θέματα μέσα ἀπό τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας.

Μιά βασική ἀρχή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν εἶναι ὅτι πρό τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου ὑπῆρχε ἰσότητα μεταξύ τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, ἀπολάμβαναν κατά τόν ἴδιο τρόπο τήν κτίση, ἀλλά μετά τήν πτώση ἐπῆλθε ἡ διαφοροποίηση καί ἀναπτύχθηκε ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου νά ἰδιοποιηθῆ τά ὑλικά ἀγαθά. Ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν θά ἀναφέρω μόνον ἐκείνη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, πού κάνει λόγο γιά τήν διαφοροποίηση τοῦ ἀνθρώπου, ὕστερα ἀπό τήν ἀπώλεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ μέ τήν προπατορική ἁμαρτία.

Στόν λόγο του «Περί φιλοπτωχίας» κάνει μιά θεολογική ἀνάλυση τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλά καί ὅλων τῶν προβλημάτων πού προέρχονται ἀπό αὐτήν, πού εἶναι συνάρτηση καί ἐπακόλουθο τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας.

    

Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, ὅλοι μας πρέπει νά μιμηθοῦμε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ Θεός βρέχει στούς δικαίους καί τούς ἀδίκους καί ἀνατέλλει τόν ἥλιο ὁμοίως σέ ὅλους. Ὁ Θεός δημιούργησε ὁλόκληρη τήν κτίση, ἔκανε τόν ἥλιο νά στέλλη τίς ἀκτίνες του, τήν γῆ νά εἶναι εὐρύχωρη σέ ὅλα τά ζῶα, δημιούργησε πηγές καί ποταμούς καί δάση, ἔδωσε τόν ἀέρα γιά τά πτερωτά, τήν θάλασσα γιά ὅλα τά ὑδρόβια καί γενικά ἔδωσε σέ ὅλα τά ὄντα ἄφθονα τά στοιχεῖα πού εἶναι ἀπαραίτητα νά ζήσουν. Μάλιστα, ὁ Θεός τά ἔδωσε ὅλα σέ ὅλους ἄφθονα, χωρίς νά τά περιορίζη κάποιος γραπτός νόμος, χωρίς νά ὑπάρχουν σύνορα. Ὅλα αὐτά τά ὑλικά στοιχεῖα τά ἔδωσε πλουσιοπάροχα, χωρίς νά κάνη διακρίσεις. Ὅμως, οἱ ἄνθρωποι κάνουν τό ἀντίθετο. Ἀφοῦ ἀποκτήσουν μερικά ὑλικά ἀγαθά γιά τούς ἑαυτούς τους, τά κρατοῦν μέ ὑπεροψία, καί ὄχι μόνον δέν προσφέρουν ἐλεημοσύνη, ἀλλά δέν θέλουν νά δώσουν καί αὐτά τά περιττά, σέ αὐτούς πού τά ἔχουν ἀνάγκη.

Στήν συνέχεια, περιγράφει ὅτι ἡ ἰδιοποίηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ἀπό τόν πλεονέκτη ἄνθρωπο δέν εἶναι φυσική κατάσταση, ἀφοῦ ὁ ἴδιος πλάσθηκε ἀπό τόν Θεό νά ζῆ στόν Παράδεισο καί νά ἀπολαμβάνη τά πάντα, καί δέν ὑπῆρχε καμμία πτωχεία. Ὅμως, μετά τήν παρακοή ἐμφανίσθηκαν στό γένος μας ἡ πενία καί ὁ πλοῦτος, ἡ δουλεία καί ὅλα τά παρόμοια. Μετά τήν ἁμαρτία «ἐπεισῆλθε τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, ὥσπερ ἀρρωστήματα κοινά τινα τῇ κακίᾳ συνεισπεσόντα, κἀκείνης ὄντα ἐπινοήματα». ∆ηλαδή, ἡ κοινωνική ἀδικία, ἡ διαίρεση τῶν ἀνθρώπων σέ πτωχούς καί πλουσίους εἶναι ἐπινοήματα τῆς ἁμαρτίας, ὅπως εἶναι καί οἱ ἀρρώστιες. Καί λέγει: «Ἀπ’ ἀρχῆς, οὐ γέγονεν οὕτως».

Ἔτσι, μετά τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ ἐμφανίσθηκαν οἱ φθόνοι καί οἱ φιλονικίες, ἡ δολερή τυραννία τοῦ σατανᾶ, πού παρασύρει πάντοτε μέ τήν ἡδονή καί ξεσηκώνει τούς πιό θρασεῖς ἐναντίον τῶν ἀσθενεστέρων. Μέ αὐτόν τόν τρόπο σχίσθηκε τό ἑνιαῖον τοῦ γένους μας πού ἔλαβε διάφορα ξένα ὀνόματα, καί ἡ πλεονεξία κατακερμάτισε τήν εὐγένεια τῆς φύσεως. Καί λέγοντας ὅλα αὐτά συνιστᾶ: «Ἀλλά σύ βλέπε μοι τήν πρώτην ἰσονομίαν, μή τήν τελευταίαν διαίρεσιν· μή τόν τοῦ κρατήσαντος νόμον, ἀλλά τόν τοῦ κτίσαντος. Βοήθησον κατά δύναμιν τῇ φύσει, τήν ἀρχαίαν ἐλευθερίαν τίμησον, αἰδέσθητι σαυτόν, συγκάλυψον τῷ γένει τήν ἀτιμίαν, ἐπάρκεσον τῇ νόσῳ, τήν ἔνδειαν παραμύθησαι· ὁ εὐρωστῶν, ὁ πλουτῶν τήν τοῦ νοσοῦντος, τήν τοῦ πενομένου…… Πλούτησον μή περιουσίαν μόνον, ἀλλά καί εὐσέβειαν· μή τό χρυσίον μόνον, ἀλλά καί τήν ἀρετήν, μᾶλλον δέ ταύτην μόνον. Γενοῦ τοῦ πλησίον τιμιώτερος, ἐκ τοῦ φανῆναι χρηστότερος· γενοῦ τῷ ἀτυχοῦντι Θεός, τόν ἔλεον Θεοῦ μιμησάμενος».

Ἀπό τό χωρίο αὐτό τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου φαίνεται ὅτι μέ τόν ἀγώνα μας πρέπει νά προχωροῦμε συνεχῶς ἀπό τήν διαίρεση, πού ἐπῆλθε μέ τήν ἁμαρτία, στήν πρώτη ἰσονομία, ὅπου δέν ὑπῆρχαν τότε πτωχοί καί πλούσιοι, ἔχοντες καί κατέχοντες, τοκογλύφοι καί δανειστές. Ὅλα ὅσα δημιούργησε ὁ Θεός εἶναι κοινά σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἡ ἁμαρτία δημιούργησε τήν ἰδιοκτησία καί τήν πλεονεξία.

2. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες γιά τά δάνεια καί τούς τόκους

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἀσχολήθηκαν μέ θεολογικά θέματα, ἀλλά καί μέ τά κοινωνικά προβλήματα πού ἀπασχολοῦσαν τούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τους, μεταξύ τῶν ὁποίων συμπεριλαμβάνονται καί ἐκεῖνα πού ἔχουν σχέση μέ τά δάνεια καί τούς τόκους. Ἔζησαν σέ μιά ἐποχή κατά τήν ὁποία ὑπῆρχε μεγάλη φτώχεια καί συνέπεια αὐτῆς ἦταν καί ἡ ἐκμετάλλευση τῶν ἀνθρώπων.

Θά μποροῦσε νά ἀναπτυχθῆ συστηματικά τό θέμα αὐτό καί νά ἀντληθοῦν χωρία ἀπό τούς Τρεῖς Ἱεράρχες πού εἶναι ἐγκατεσπαρμένα σέ ὅλα τά κείμενά τους, ἀλλ’ αὐτό ἐνέχει τόν κίνδυνο νά εἶναι ἀποσπασματικά. Γι’ αὐτό θά προτιμήσω νά κάνω ἀναφορές σέ συγκεκριμένα ἔργα τους πού ἀναφέρονται στά δάνεια καί τούς τόκους, ὅπως ἴσχυαν στήν ἐποχή τους.

  

Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἑρμηνεύοντας τόν ιδ΄ ψαλμό τοῦ ∆αυΐδ καί μάλιστα τόν τελευταῖο στίχο του «τό ἀργύριον αὐτοῦ οὐκ ἔδωκεν ἐπί τόκῳ καί δῶρα ἐπ’ ἀθώοις οὐκ ἔλαβεν, ὁ ποιῶν ταῦτα, οὐ σαλευθήσεται εἰς τόν αἰῶνα» (Ψαλμ. ιδ΄, 5), σέ λόγο του πού ἐπιγράφει «Κατά τοκιζόντων» ἀναφέρεται διεξοδικά στό θέμα τοῦ δανεισμοῦ καί τῶν τόκων πού ἀπορρέουν ἀπό τόν πρῶτο.

Σέ κάποιο μέρος τῆς ὁμιλίας του δίνει τόν ὁρισμό τοῦ τόκου. Γράφει ὅτι λέγεται τόκος «διά τήν πολυγονίαν (γονιμότητα) τοῦ κακοῦ», ἤ γιά τούς πόνους καί τίς λύπες πού προξενοῦν στούς δανεισθέντες. Ὅπως παρουσιάζεται ὁ πόνος στήν γυναίκα πού πρόκειται νά γεννήση, κατά τόν ἴδιο τρόπο προκαλεῖ πόνους ἡ προθεσμία τῆς ἀποδόσεως τοῦ τόκου στόν χρεωφειλέτη. Ἐτσι, ὁ τόκος πάνω στόν τόκο εἶναι «πονηρῶν γονέων πονηρόν ἔκγονον». Χρησιμοποιώντας τήν εἰκόνα τοῦ λαγοῦ πού συγχρόνως γεννᾶ, τρέφει καί κυοφορεῖ, λέγει ὅτι τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τούς τοκιστές, ἀφοῦ τά χρήματα συγχρόνως δανείζονται καί γεννοῦν καί βλαστάνουν νέα. ∆έν πρόλαβε νά πάρη κανείς στά χέρια του τό δάνειο καί ἀμέσως τοῦ ζητοῦν τόν τόκο τοῦ μηνός.

Στήν ἀρχή τῆς ὁμιλίας αὐτῆς ὁ Μέγας Βασίλειος παραθέτει πολλά χωρία ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, στά ὁποῖα κατηγορεῖται ἡ τάση νά διανείζη κανείς τά χρήματά του μέ τόκο στούς πτωχούς. Κατά τόν Προφήτη Ἰεζεκιήλ τό νά λαμβάνη κανείς τόκο εἶναι ἀπό τά μεγαλύτερα κακά. Στό ∆ευτερονόμιο λέγεται: «Οὐκ ἐκτοκιεῖς τῷ ἀδελφῷ σου τόκον ἀργυρίου καί τόκον βρωμάτων καί τόκον παντός πράγματος, οὗ ἄν ἐκδανείσῃς» (∆ευτ. κγ΄, 20)· Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας λέγει: «τόκος ἐπί τόκῳ, δόλος ἐπί δόλῳ· οὐκ ἤθελον εἰδέναι με» (Ἱερ. θ΄, 5). Κατά τόν Ψαλμωδό, συνδέεται ὁ τόκος μέ τόν δόλο, ἀφοῦ «οὐκ ἐξέλιπεν ἐκ τῶν πλατειῶν αὐτῆς τόκος καί δόλος» (Ψαλμ. νδ΄, 12). Ὑπενθυμίζει, ἐπίσης, καί τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «καί τόν θέλοντα ἀπό σοῦ δανείσασθαι, μή ἀποστραφῇς» (Ματθ. ε΄, 42). Εἶναι φοβερό, ὅπως λέγει, ὁ ἕνας νά στερῆται τά ἀπαραίτητα καί νά ἐξαναγκάζεται νά ζητᾶ δάνειο καί ὁ ἄλλος νά σκέπτεται καί νά ἐπινοῆ νέα κέρδη καί νά αὐξάνη τόν πλοῦτο του ἀπό τίς συμφορές τοῦ πτωχοῦ.

Μετά τήν ἁγιογραφική θεμελίωση τοῦ θέματος περιγράφει μέ ἐνάργεια καί ὡραῖες λέξεις τήν νοοτροπία τοῦ πτωχοῦ ἀνθρώπου πού ζητᾶ δάνειο ἀπό τόν πλούσιο, ἀλλά καί τοῦ δανειστοῦ πού ἔχει τά χρήματα καί δανείζει τούς πτωχούς. Ὁ πτωχός πέφτει στά πόδια τοῦ δανειστοῦ καί μέ δάκρυα ζητᾶ δάνειο, ἐνῶ αὐτός παραμένει ἄκαμπτος καί ἀσυγκίνητος, προφασιζόμενος ὅτι δέν ἔχει χρήματα γιά νά τοῦ δανείση. Ὅταν, ὅμως, ὁ πτωχός τοῦ ὑπόσχεται τούς τόκους, τότε ὁ δανειστής ἀλλάζει διάθεση καί προφασίζεται ὅτι κάτι θά κάνη, κάπου ἔχει φυλαγμένα χρήματα γιά νά τόν βοηθήση, ἀποβλέποντας, βέβαια, στούς τόκους. Μέ τόν τρόπο αὐτό ξεγελᾶ τόν πτωχό καί τόν δεσμεύει μέ γραμμάτια, καί ἔτσι ἐκτός ἀπό τήν πτωχεία του τοῦ ἀφαιρεῖ καί τήν ἐλευθερία του, γιατί ἐκεῖνος πού ἔκανε τόν ἑαυτό του ὑπεύθυνο στούς τόκους, τούς ὁποίους δέν μπορεῖ νά πληρώση, στήν πραγματικότητα γίνεται μέ τήν θέλησή του δοῦλος σέ ὅλη του τήν ζωή. Ὁ Μέγας Βασίλειος στιγματίζει αὐτήν τήν νοοτροπία τοῦ τοκογλύφου, διότι δίνει δηλητήρια στόν πτωχό ἄνθρωπο, ὁμοιάζει μέ τούς ἰατρούς πού, ἀντί νά ἀφαιρέσουν ἀσθένειες ἀπό τούς ἀσθενεῖς, τούς ἀφαιροῦν καί τήν ἐλάχιστη δύναμη πού ἔχουν καί σάν τούς γεωργούς πού εὔχονται νά βρέξη γιά νά αὐξήσουν τούς καρπούς τους, δηλαδή εὔχονται νά πτωχεύουν οἱ ἄνθρωποι γιά νά αὐξάνουν αὐτοί τά χρήματά τους. Στήν περίπτωση αὐτή ὁ τοκογλύφος εἶναι ψεύτης καί ὑποδύεται ἕναν ρόλο προκειμένου νά προσελκύση τόν δανειζόμενο.

Ἔπειτα, περιγράφει τήν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου πού ἔλαβε τό δάνειο μέ τούς ἀπαραίτητους τόκους. Τήν πρώτη ἡμέρα εἶναι λαμπρός καί χαρούμενος πού ἐπιχρίεται μέ τό ξένο μέταλλο, καί φανερώνει τήν ἀλλαγή στόν βίο του, πού ἐκδηλώνεται μέ τό φαγητό, τό ἔνδυμα, τά σπίτια. Ὅμως, μετά ἀπό λίγο, ὅταν ἐξοδεύωνται τά χρήματα καί περνᾶ ὁ καιρός καί αὐξάνωνται οἱ τόκοι, τότε ὑποφέρει, ἀφοῦ δέν τόν ἀναπαύει ἡ ἡμέρα καί ὁ ἥλιος, δέν τόν ξεκουράζουν οἱ νύκτες, μισεῖ καί φοβᾶται τούς μῆνες πού πλησιάζουν γιά νά ἀποδώση τό κεφάλαιο μέ τούς τόκους καί τούς θεωρεῖ «ὡς τόκων πατέρας». Ὅταν κοιμᾶται, βλέπει σέ ὄνειρο τόν δανειστή νά στέκεται στό κεφάλι του, ἀλλά καί ὅταν εἶναι ξύπνιος στήν σκέψη του βρίσκεται πάντοτε ὁ τόκος πού ὀφείλει. Καί συμβαίνει τό ἑξῆς φοβερό. Ἐκεῖνος πού δάνεισε χαίρεται ὅταν πλησιάζη ἡ ἡμέρα νά λάβη τό κεφάλαιο καί τούς τόκους, ἐνῶ ἐκεῖνος πού ἔλαβε τό δάνειο στενάζει, ἐπειδή τοῦ προσθέτουν καί ἄλλες συμφορές. Ἔτσι, ὁ δανειστής ὁμοιάζει μέ σκύλο πού τρέχει στό θήραμα, ἐνῶ ὁ δανειζόμενος αἰσθάνεται θήραμα πού τρέμει τήν συνάντηση. 

Ἀπό αὐτό λαμβάνει τήν ἀφορμή νά συστήση στόν πτωχό νά μή δανείζεται, ἀλλά νά παραμένη στά ὀλίγα πού ἔχει, γιά νά μή χάση τήν ἐλευθερία του. Εἶναι προτιμότερο νά παρηγορῆται λίγο-λίγο μέ τά δικά του, παρά νά χαίρεται μέ τά ξένα καί ἔπειτα νά ἀπογυμνωθῆ ἀπό ὅλα τά ὑπάρχοντά του. Γράφει χαρακτηριστικά: «μή δέξῃ πολιορκοῦντά σε δανειστήν. Μή ἀνάσχῃ ὥσπερ ἄλλο τι θήραμα ἀναζητεῖσθαι καί ἐξιχνεύεσθαι». Τά ἀποτελέσματα τοῦ δανείου εἶναι φοβερά, ἀφοῦ τό δάνειο εἶναι ἀρχή τοῦ ψεύδους, ἀφορμή ἀχαριστίας, ἀγνωμοσύνης καί ἐπιορκίας. Περιγράφει δέ τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους ὁ δανειζόμενος χάνει τήν ἐλευθερία του, ἀφοῦ ὁ τοκογλύφος προκειμένου νά λάβη τό κεφάλαιο μέ τούς τόκους μετέρχεται τά πάντα. Χρησιμοποιώντας τήν εἰκόνα τῶν σκυλιῶν λέγει ὅτι, ὅταν τά σκυλιά πάρουν τήν τροφή, ἡμερεύουν, ἐνῶ ὁ δανειστής καί ὅταν λάβη τά δανεικά ἐρεθίζεται περισσότερο. Ὁ τοκογλύφος γαυγίζει καί ζητᾶ περισσότερα, ἐκβιάζει τόν δανεισθέντα ποικιλοτρόπως, τόν ντροπιάζει καί τόν ἐξευτελίζει μπροστά στήν σύζυγο, στούς φίλους, τόν πιέζει στήν ἀγορά καί κάνει τόν βίο του ἀβίωτο. Γενικά λέγει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά εἶναι πτωχός, ἀλλά θά εἶναι καλό νά παραμένη σέ αὐτά πού ἔχει καί νά διατηρῆ τήν ἐλευθερία του. Ἐκεῖνος πού χρωστᾶ ἔχει πολλές φροντίδες, παραμένει ἄυπνος τήν ἡμέρα καί τήν νύκτα, καί εἶναι πάντοτε σκεπτικός.

Εἶναι καταπληκτική ἡ ἀνάλυση πού κάνει ὁ Μέγας Βασίλειος τῆς ὅλης ἀγωνίας καί τῆς καταστάσεως μέ τήν ὁποία ζῆ ὁ χρεωφειλέτης πού δέν μπορεῖ νά ἀποπληρώση τό δάνειο μέ τούς τόκους. Ζῆ συνεχῶς μέ φόβο, ὅταν ἀκούη νά κτυπᾶ κάποιος τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ, ὅταν μπαίνη στό σπίτι, ὅταν γαυγίζη ὁ σκύλος, καί τότε περιλούεται ἀπό ἱδρώτα, καί καταλαμβάνεται ἀπό ἀγωνία σκεπτόμενος ἀπό ποῦ θά φύγη γιά νά ἀποφύγη τήν συνάντηση μαζί του. Καί ὅταν ἔρχεται ἡ ἡμέρα νά ἐπιστρέψη τό δάνειο μέ τούς τόκους, προσπαθεῖ νά βρῆ τό τί ψέμα θά πῆ καί τί πλαστή πρόφαση θά χρησιμοποιήση γιά νά ἀποφύγη τόν δανειστή του. Ἀποφεύγει τόν δανειστή του περισσότερο ἀπό ὅτι ἀποφεύγει ὁ πυγμάχος τά κτυπήματα τοῦ ἀντιπάλου του. Ὑπάρχουν δέ περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες οἱ δανεισθέντες, ἐπειδή δέν εἶχαν νά ἐπιστρέψουν τό κεφάλαιο καί τούς τόκους, κρεμάσθηκαν καί αὐτοκτόνησαν. Μάλιστα δίνει τήν μαρτυρία ὅτι ὁ ἴδιος εἶδε ἕνα ἀξιοθρήνητο θέαμα, ὅταν παιδιά ἐλεύθερα σέρνονταν γιά νά πωληθοῦν γιά τήν ἐξόφληση τῶν πατρικῶν χρεῶν. Καί γι’ αὐτό, χρησιμοποιώντας διάφορα παραδείγματα ἀπό τήν φύση, ὅπως τό μυρμήγκι, τήν μέλισσα, συνιστᾶ στούς ἀνθρώπους νά μή δανείζωνται καί νά ζοῦν ἀπό τά δικά τους.

Στό τέλος δέ τῆς ὁμιλίας του, συμβουλεύει καταλλήλως καί τούς πλουσίους πού ἔχουν χρήματα, νά δανείζουν σέ αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη, χωρίς νά λαμβάνουν τόκους. Σέ αὐτήν τήν περίπτωση τούς τόκους θά ἀναλάβη νά τούς δώση ὁ Θεός, μέ εὐλογία. Γιατί «δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχόν» (Παροιμ. ιθ΄, 17). Καί τούς συνιστᾶ νά δίνουν τό χρῆμα πού παραμένει ἀχρησιμοποίητο σέ ἐκείνους πού ἔχουν ἀνάγκη, χωρίς νά τούς ἐπιβαρύνουν μέ τούς τόκους. Στήν περίπτωση αὐτή θά ὠφεληθοῦν καί οἱ δύο. Καί αὐτός πού δανείζει καί αὐτός πού δανείζεται. Ἡ ὠφέλεια θά εἶναι πνευματική, ἔκφραση τῆς φιλανθρωπίας. Ἔπειτα παρουσιάζει τά φρικτά ἀποτελέσματα τοῦ δανείου.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος δέν ἔχει εἰδικό λόγο πού νά ἀναφέρεται στό θέμα τῶν δανείων, τοῦ τόκου καί τῆς τοκογλυφίας, ὅπως τό βλέπουμε στόν Μέγα Βασίλειο, ἀλλά στούς διαφόρους λόγους του σποραδικά συναντᾶμε καί τήν ἄποψή του γιά τό θέμα αὐτό.

Συγκεκριμένα, στόν λόγο του «Εἰς τόν πατέρα σιωπῶντα διά τήν πληγήν τῆς χαλάζης» ἀναφέρεται στήν πληγή τῆς χαλάζης πού ἔπληξε τήν Ναζιανζό καί ἀφοῦ ὁ πατέρας του, Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ Γρηγόριος, δέν μποροῦσε νά ὁμιλήση γιά νά παρηγορήση τό ποίμνιό του, ἀνέθεσε στόν υἱό του, τόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο, νά τό πράξη.

Στήν ἀρχή τοῦ λόγου του δικαιολογεῖ τήν ἀδυναμία τοῦ πατρός του νά ὁμιλήση, ἀλλά ζητᾶ τήν συμβουλή του πῶς νά ὁμιλήση. Στήν συνέχεια, ἀναφέρεται στήν γῆ πού καταστράφηκε ἀπό τό χαλάζι καί ζητᾶ ἀπό τούς Χριστιανούς νά μετανοήσουν, καί κλαίοντας νά ζητήσουν ἀπό τόν Θεό τήν συγχώρηση. Ἀναλύει ὅτι αὐτό τό κακό ἔγινε γιά τίς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ καί ὁ Θεός ἀποβλέπει στό νά τούς σωφρονήση καί νά τούς ὁδηγήση πάλιν κοντά Του. Ὁπότε, παρακινεῖ τούς ἀκροατές του νά ἀναζητήσουν τήν αἰτία τοῦ κακοῦ πού κατά τήν γνώμη του εἶναι οἱ πιέσεις τῶν πτωχῶν, οἱ ἁρπαγές τῶν οἰκιῶν καί τῶν γαιῶν, ἡ σκληρότητα καί ἀσπλαχνία πρός τούς δυστυχεῖς. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος κατηγορεῖ τούς ἐμπόρους τοῦ σίτου, πού μετέρχονται πολλά τεχνάσματα προκειμένου νά πλουτίσουν, ἤτοι τήν ἀπόκρυψη τῶν ἀγαθῶν γιά νά αὐξηθῆ ἡ τιμή τους, τά διπλά μέτρα καί σταθμά, τίς ἐλαττωματικές ζυγαριές. Ἐπίσης, ἐλέγχει τούς φιλαργύρους γιά τήν πλεονεξία τους, αὐτούς πού ἔχουν πολλούς δούλους καί καυχῶνται γι’ αὐτό, αὐτούς πού ἐνδύονται καί στολίζονται μέ πολυτέλεια, τούς ὑπερήφανους καί ματαιόδοξους, αὐτούς πού ζοῦν σέ τρυφές καί ἀπολαύσεις.

Μεταξύ αὐτῶν τῶν κακῶν συγκαταλέγει καί τήν τοκογλυφία. Μάλιστα, λέγει ὅτι ἐκεῖνος πού μέ τούς τόκους συγκεντρώνει εἰσόδημα μολύνει τήν γῆ. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι δέν θεωρεῖ τήν τοκογλυφία ὡς μιά προσωπική ἁμαρτία, οὔτε ὡς μιά ἀδικία, ἀλλά ὡς μόλυνση τῆς γῆς πού δημιουργεῖ καταστροφές. Πρόκειται γιά ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα οἰκολογικῆς θεολογικῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Γράφει: «Ὁ δέ τόκοις καί πλεονασμοῖς τήν γῆν ἐμίανε, καί συνάγων ὅθεν οὐκ ἔσπειρε, καί θερίζων ὅπου μή διεσκόρπισε· γεωργῶν οὐ τήν γῆν, ἀλλά τήν χρείαν τῶν δεομένων». Στό χωρίο αὐτό φαίνεται ὅτι ὁ τοκογλύφος μιαίνει τήν γῆ, καί εἶναι ἀργόσχολος, ἀντίθετος ἀπό τό ἔργο τοῦ γεωργοῦ. ∆ιότι ὁ γεωργός καλλιεργεῖ τήν γῆ καί θερίζει ἀπό τούς καρπούς πού ἀποδίδει ἡ γῆ, καί αὐτό εἶναι φυσική κατάσταση, ἐνῶ ὁ τοκογλύφος ὡς γῆ θεωρεῖ τούς δυστυχισμένους ἀνθρώπους καί θερίζει ἀπό ἐκεῖ πού δέν ἔσπειρε.

Σέ μιά ἄλλη ὁμιλία του μέ τίτλο «Περί φιλοπτωχίας» ἀναφέρεται καί στό θέμα τῆς φιλανθρωπίας πρός τούς ἐνδεεῖς, χωρίς νά τήν ζητήσουν καί χωρίς νά ζητοῦν ἄλλο ἀντάλλαγμα. Συνιστᾶ, νά προσφέρη κανείς πρῶτα τόν λόγο σέ αὐτούς πού τόν ἔχουν ἀνάγκη. Γράφει: «μᾶλλον δέ πρῶτα καί μάλιστα τῷ αἰτοῦντί σε δίδου, καί πρίν αἰτηθῆναι, ὅλην τήν ἡμέραν ἐλεῶν καί δανείζων τόν λόγον, καί ἀπαιτῶν φιλοπόνως τό δάνειον μετά τόκου τῆς τοῦ ὠφελημένου προσθήκης». Ὁ ἅγιος Γρηγόριος σέ ἄλλη ὁμιλία του καταφέρεται ἐναντίον ἐκείνων πού ζητοῦν τόκους, στήν περίπτωση ὅμως αὐτή, ὁμιλώντας γιά τά πνευματικά θέματα, τήν προσφορά τοῦ λόγου, ἀναφέρεται στόν πνευματικό δανεισμό καί συμβουλεύει νά ζητᾶμε τήν ἀπόδοση τοῦ πνευματικοῦ δανείου μαζί μέ τούς τόκους, δηλαδή νά ζητᾶμε τήν πνευματική ὠφέλεια ἀπό αὐτούς τούς ὁποίους διακονοῦμε.

Πάντως, ἡ ὑλική προσφορά στούς ἐνδεεῖς ἀνάγεται στήν προσφορά στόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἀποκάλεσε τούς πτωχούς ἀδελφούς Του. Γι’ αὐτό συνιστᾶ: «ἕως ἐστί καιρός, Χριστόν ἐπισκεψώμεθα, Χριστόν θεραπεύσωμεν, Χριστόν θρέψωμεν, Χριστόν ἐνδύσωμεν, Χριστόν συναγάγωμεν, Χριστόν τιμήσωμεν». Καί ἀπό αὐτό συνεπάγεται ὅτι ἐκεῖνος πού ἀδικεῖ τούς ἀδελφούς του, καί μάλιστα τούς χρησιμοποιεῖ γιά τήν κερδοφορία, ἁμαρτάνει στόν Χριστό. Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι δέν πρόκειται γιά ἕνα κοινωνικό πρόβλημα, ἀλλά γιά ἕνα κατ’ ἐξοχήν θεολογικό ζήτημα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τήν Ἁγία Γραφή, σέ πολλά σημεῖα ἀναφέρεται στά δάνεια καί τούς τόκους. Θά καταγραφοῦν μερικές τέτοιες ἀναφορές.

   

Κατ’ ἀρχάς τονίζει ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή ἀπαγορεύει τόν τόκο. Ἔχοντας ὑπ’ ὄψη του τό χωρίο τοῦ ∆ευτερονομίου «οὐκ ἐκτοκιεῖς τῷ ἀδελφῷ σου καί τῷ πλησίον σου» (∆ευτ. κγ΄, 20), λέγει: «Ἐπί μέν τῶν χρημάτων τῶν αἰσθητῶν ἀπηγόρευσε τόν τόκον λαμβάνειν». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὑποστηρίζοντας αὐτήν τήν θέση, ἔχει ὑπ’ ὄψη του καί «τούς ἔξωθεν νομοθέτας», πού θεωροῦν τήν τοκογλυφία ὡς «ἐσχάτη ἀναισχυντία». Γι’ αὐτό καί ἀπαγορεύει σέ αὐτούς πού εἶναι συγκλητικοί καί ὑπηρετοῦν σέ μεγάλες θέσεις νά ἀτιμάζωνται μέ τέτοια κέρδη. Ἄλλωστε, ὑπάρχει νόμος πού ἀπαγορεύει νά ἔχουν παρόμοια κέρδη. Ὁ τόκος «διαβεβλημένος ἐστί καί κατηγορίας ἄξιος», γιατί ὅσοι ἀποβλέπουν στόν τόκο ἀποκομίζουν κέρδος ἀπό τήν πενία τῶν ἄλλων καί ἐπινοοῦν «εὐπρόσωπον ἁρπαγήν, εὐπροφάσιστον πλεονεξίαν». Σέ κάποια διδασκαλία του ἀναφέρεται στούς τραπεζίτες πού ὅλη τήν ἡμέρα καταθέτουν καί λαμβάνουν χρήματα, καί μέ αὐτόν τόν τρόπο συγκεντρώνουν γιά τόν ἑαυτό τους πολύ πλοῦτο.

Στίς ὁμιλίες του καταγράφει τά καταστρεπτικά ἀποτελέσματα τῶν τόκων. Μέ τούς τόκους βλάπτονται καί οἱ δανείζοντες καί οἱ δανειζόμενοι. «Ἑκάτερος αὐτῶν πολλήν ἐντεῦθεν ὑπομένει τήν βλάβην», γιατί τοῦ μέν δανειζομένου ἡ πενία αὐξάνει περισσότερο, ὁ δέ δανείζων μαζί μέ τήν αὔξηση τῶν χρημάτων συσσωρεύει γιά τόν ἑαυτό του πλῆθος ἁμαρτιῶν. Σέ κάποια ὁμιλία του λέγει ἐπιγραμματικά: «Οὐδέν γάρ, οὐδέν τῶν ἐνταῦθα τόκων αἰσχρότερον, οὐδέν ὠμότερον». Ὅσοι δανείζουν μέ τόκους ἐμπορεύονται τίς συμφορές τῶν ἄλλων, θεωροῦν ὡς πηγή κέρδους τήν δυστυχία τῶν συνανθρώπων τους καί ζητοῦν ἀμοιβή γιά τήν δῆθεν φιλανθρωπία καί ἐνίσχυσή τους. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἐξαναγκάζουν τούς πτωχούς νά ἐπαιτοῦν καί παρουσιάζονται ὅτι τούς φιλοξενοῦν στό λιμάνι τους, ἀλλά στήν πραγματικότητα τούς ὁδηγοῦν στό ναυάγιο, ὅπως στόν σκόπελο καί τόν ὕφαλο καί τά ἀπόκρημνα ἀκρογιάλια. Μέ τόν δανεισμό δημιουργεῖται πτωχεία μεγαλύτερη, ἀντί νά ἐξαφανίζεται. Τά χρήματα ἔχουν σκοπό νά ἐξαφανίζουν τήν πτωχεία μέ τήν ἐλεημοσύνη καί ὄχι νά τήν αὐξάνουν μέ τήν τοκογλυφία. Γιά αὐτό λέγει ὅτι πρέπει νά παύσουμε νά συντρίβουμε τούς πτωχούς χρησιμοποιώντας ὡς ἀφορμή τήν ἀνάγκη τους, γιά τήν δική μας ἀναίσχυντη κερδοσκοπία. ∆έν ὑπάρχει τίποτε χειρότερο ἀπό τοῦ νά ἐμπορεύεται κανείς τήν συμφορά τῶν ἀδελφῶν του. Ὅταν ἔρχεται ὁ πτωχός στήν πόρτα τοῦ δανειστῆ καί ἀντί τῆς φιλανθρωπίας τοῦ δίνει χρήματα μέ τόκους, τόν δηλητηριάζει, ὅπως κάποιος ἄλλος θά ἀναμείγνυε τίς τροφές μέ τά δηλητηριώδη φάρμακα.

Ἐκεῖνος πού δανείζει τά χρήματά του μέ τόκους οὐδέποτε τά ἀπολαμβάνει. Οὔτε εὐχαριστεῖται γι’ αὐτά, ἀλλά καί, ὅταν ἀκόμη λάβη τόν τόκο, δέν χαίρεται πού ἔχει ἕνα εἰσόδημα, ἀντίθετα μάλιστα λυπεῖται, γιατί ὁ τόκος δέν ἔφθασε ἀκόμη τό κεφάλαιο. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος κάνει καί μιά ἰδιαίτερη παρατήρηση γιά τόν ἀνατοκισμό. Λέγει ὅτι ὁ τοκογλύφος παίρνει τούς τόκους, καί πρίν ἀκόμη γίνουν μεγάλο κεφάλαιο καί ὡριμάσουν, τούς ἐξαναγκάζει νά γεννοῦν, κάμνοντας ἔτσι τούς τόκους κεφάλαιο, καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐξαναγκάζει αὐτά τά ἀνώριμα φίδια νά γεννοῦν πρόωρα ἄλλα φίδια. Οἱ τόκοι εἶναι σάν τά φίδια πού κατατρώγουν τίς ψυχές τῶν δυστυχισμένων ἀνθρώπων περισσότερο ἀπό τά φίδια. Μέ τόν τρόπο αὐτό δέν αὐξάνεται ἡ περιουσία, ἀλλά ἀνάπτεται ἀπό τό ἄσβεστο πῦρ. Σέ ἄλλο σημεῖο λέγει ὅτι οἱ πλούσιοι συνεχῶς μετροῦν τούς τόκους καί τούς τόκους τῶν τόκων, λαμβάνουν τά ὑπάρχοντα ὅλων τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ὅμως ποτέ δέν χορταίνουν.

Τά δάνεια μέ τούς τόκους δημιουργοῦν περισσότερα προβλήματα καί σέ ἐκεῖνον πού τά λαμβάνει. Στήν ἀρχή, ὅπως γίνεται μέ κάθε ἁμαρτία, γλυκαίνεται ὁ λάρυγγάς του, ὕστερα, ὅμως, βρίσκει κάτι τό χειρότερο ἀπό χολή, καί ἀπό ἀκονισμένο μαχαίρι. ∆ηλαδή, στήν ἀρχή παίρνει μιά μικρή καί προσωρινή παρηγοριά, ἀλλά μετά, καθώς αὐξάνονται οἱ τόκοι, τό φορτίο γίνεται μεγαλύτερο ἀπό τήν δύναμή του, καί ἐκεῖνο πού γλυκαίνει προηγουμένως τόν λάρυγγα, ἔπειτα γίνεται πικρότερο ἀπό τήν χολή καί ἀπό τό ἀκονισμένο μαχαίρι, γιατί σέ κάποια στιγμή ἐξαναγκάζεται αὐτός πού δανείσθηκε νά ἀποχωρισθῆ ἀπό ὅλα τά πατρικά του.

Βεβαίως, οἱ τοκογλύφοι χρησιμοποιοῦν μερικά ἐπιχειρήματα προκειμένου νά δικαιολογήσουν αὐτό πού κάνουν. Ἕνα ἐπιχείρημα εἶναι, ὅτι δῆθεν μέ τό νά δίνουν χρήματα μέ τόκους ἐξασκοῦν φιλανθρωπία, βοηθοῦν αὐτούς πού δέν ἔχουν χρήματα. Ἀλλ’ αὐτό ἀνατρέπεται μέ ὅσα λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἀφοῦ οἱ τοκογλύφοι ἔχουν τό προσωπεῖο τῶν φιλανθρώπων, στήν πραγματικότητα, ὅμως, καταστρέφουν τούς πτωχούς ἀκόμη περισσότερο, χύνοντάς τους τό δηλητήριο.

Πέρα ἀπό τήν δῆθεν φιλανθρωπία ἰσχυρίζονται ὅτι, λαμβάνοντας ὁ πτωχός τό δάνειο, εὐχαριστεῖται καί αἰσθάνεται εὐγνωμοσύνη, γιατί μέ αὐτόν τόν τρόπο μπορεῖ νά ἀντιμετωπίζη διάφορα προβλήματα πού ἔχει. Ὅμως, αὐτός δέν εἶναι λόγος γιά νά δανείζη κανείς χρήματα μέ τόκους. Μπορεῖ κανείς νά δίνη φιλανθρωπία, χωρίς τόκους, ἐνῶ μέ τούς τόκους, καί λόγῳ τῆς σκληροκαρδίας του, ἐξαναγκάζει τόν πτωχό νά τοῦ χρεωστῆ χάρη.

Ἄλλοι ἰσχυρίζονται ὅτι τοκίζουν τά χρήματα σύμφωνα μέ τίς προϋποθέσεις τοῦ νόμου καί, ἑπομένως, δέν κάνουν κάτι τό παράνομο. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀπαντᾶ: «Μή γάρ μοι λέγε τούς ἔξω νόμους», δηλαδή μήν ἐπικαλῆσαι τούς κοσμικούς νόμους, διότι καί ὁ τελώνης ἐφαρμόζει τόν κοσμικό νόμο, ἀλλ’ ὅμως τιμωρεῖται ἀπό τόν Θεό.

Ἄλλοι ἰσχυρίζονται ὅτι λαμβάνουν νομίμους τόκους, ἀλλά στήν συνέχεια τούς δίνουν σέ ἄλλους πτωχούς πού ἔχουν ἀνάγκη, ἐξασκώντας ἔτσι τήν φιλανθρωπία. Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος παρατηρεῖ: «Εὐφήμει (παῦσε) ἄνθρωπε· οὐ βούλεται τοιαύτας θυσίας ὁ Θεός. Μή σοφίζου (μή σοφίζεσαι γιά νά παραβιάζης) τόν νόμον. Βέλτιον μή διδόναι πένητι, ἤ ἐντεῦθεν διδόναι». Τά χρήματα πού συγκεντρώνονται ἀπό δίκαιους κόπους, μπορεῖ νά εἶναι παράνομα ἀπό τά πονηρά γεννήματα, ὡσάν νά ἐξαναγκάζη κάποιος μιά καλή κοιλιά νά γεννήση σκορπιούς.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τήν ἀπάντηση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου στόν χωλό «ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι» (Πράξ. γ΄, 6), λέγει ὅτι ὁ Ἀπόστολος Πέτρος δέν εἶχε χρήματα, ἦταν πτωχός, ἀλλά εἶχε τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί μέ αὐτήν ἔκανε θαύματα, γιατί, χωρίς νά ἔχη κανένα ὑλικό ἀγαθό, ἀνέσταινε τούς νεκρούς, θεράπευε τούς χωλούς, ἐκδίωκε τούς δαίμονες καί ἔκανε τόσες εὐεργεσίες πού δέν μπόρεσαν νά κάνουν ὅσοι περιβάλλονται τήν πορφύρα καί ὁδηγοῦν στρατεύματα μεγάλα καί φοβερά. Ὅπως κάποιος πού δέν ἔχει τίποτε, οὔτε οἰκία, οὔτε τράπεζα, οὔτε περιττό ἱμάτιο, ἀλλά ἀποστερεῖται τά πάντα γιά τόν Θεό, ὅμως χρησιμοποιεῖ τά κοινά ὡς δικά του, καί θά λάβη ἀπό ὅλους ὅσα θέλει, τό ἴδιο καί ἐκεῖνος, πού δέν ἔχει τίποτε, κατέχει τά ὑπάρχοντα ὅλων. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δέν εἶχε τίποτε, ἀλλά μένοντας σέ μιά οἰκία εἶχε τά ὑπάρχοντα ὅλων. Ἀντίθετα, ὁ Ἀνανίας καί ἡ Σαπφείρα, ἐπειδή ἤθελαν νά διατηρήσουν κάτι ἀπό τήν περιουσία τους, ἔχασαν τά πάντα καί αὐτήν τήν ζωή τους. Γι’ αὐτό συνιστᾶ: «ἀπόστηθι τοίνυν τῶν σῶν, ἵνα ὡς ἰδίοις χρήσῃ τοῖς ἀλλοτρίοις».

Ὁ ἄνθρωπος ἀντί νά δανείζη χρήματα στούς πτωχούς μέ τόκους, θά πρέπει νά ἐξασκῆ τήν ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης. Γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Σκόρπισον τοίνυν, ἵνα μή ἀπολέσῃς· μή κατάσχῃς, ἵνα κατάσχῃς· ἔκβαλε, ἵνα φυλάξῃς· ἀνάλωσον, ἵνα κερδάνῃς». Μέ τόν τρόπο αὐτό δίνει κανείς τά χρήματά του στόν Θεό καί δέν θά φοβηθῆ νά τά κλέψη κανείς, γιατί ἐκεῖ δέν ὑπάρχει φθόνος, κατηγορία, σκευωρία, φόβος. Ὁ Θεός πού δέν χρειάζεται τά χρήματα θά τά ἐπιστρέψη σέ ἐκεῖνον πού τά ἔδωσε. Προτρέπει τούς Χριστιανούς νά δανείζουν τά χρήματά τους στόν Θεό, ὁ Ὁποῖος δίνει περισσότερο τόκο. Οἱ τόκοι πού προέρχονται ἀπό τούς ἀνθρώπους ὁδηγοῦν στόν θάνατο, ἐνῶ οἱ τόκοι πού δίνει ὁ Θεός, λόγῳ τῆς ἐλεημοσύνης καί τῆς φιλανθρωπίας, ὁδηγοῦν στήν ζωή. Οἱ πρῶτοι εἶναι τόκοι φιλαργυρίας καί ὠμότητος, οἱ δεύτεροι εἶναι τόκοι φιλοσοφίας καί φιλανθρωπίας. «Οὗτοι μέν γάρ βασιλείαν, ἐκεῖνοι δέ γέενναν προξενοῦσιν οἱ τόκοι».

Μέ τήν σκέψη αὐτή κάνει λόγο γιά τούς πνευματικούς τόκους. Ἐάν ὁ τόκος ἀπό τούς δανεισμούς εἶναι διαβεβλημένος καί ἀξιοκατάκριτος, ὁ πνευματικός τόκος εἶναι «ἐπαινετός καί πολλῆς ἀποδοχῆς ἄξιος». Ἔχοντας ὑπ’ ὄψη του τό χωρίο τῶν Παροιμιῶν «ὁ γάρ διδούς πτωχῷ, φησί, δανείζει Θεῷ» (Παροιμ. ιθ΄ 17), λέγει ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δίνη κάτι στόν Θεό, τότε θά τό λάβη πολλαπλάσια. Σέ ἄλλη ὁμιλία του γράφει: «Ἐπειδή ἀπ’ ἐναντίας τοῖς αἰσθητοῖς χρήμασιν οὗτός ἐστιν ὁ τόκος πνευματικός», ἀφοῦ στήν πρώτη περίπτωση ἀμέσως περιπίπτει σέ πενία, στήν δεύτερη περίπτωση, ὅταν δείξη εὐγνωμοσύνη καί προσφέρη περισσότερο τόκο στόν Θεό, θά λάβη μεγαλύτερη ἀμοιβή.

Σέ πολλά κείμενά του συνιστᾶ στούς Χριστιανούς νά ἀποφεύγουν νά δανείζουν χρήματα μέ τόκους, ἀλλά νά ἐξασκοῦν τήν φιλανθρωπία καί νά ἀποβλέπουν στήν κληρονόμηση τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἀλλοῦ γράφει: «Μή τοίνυν πραγματευώμεθα τάς ἀλλοτρίας συμφοράς, μηδέ καπηλεύωμεν τήν φιλανθρωπίαν». Καί στήν ἴδια ὁμιλία του συνιστᾶ νά ἀποκόψουμε τήν πονηρή κοιλία τῶν τόκων καί νά ἀκρωτηριάσουμε τούς παρανόμους πόνους, νά ἀποξηράνουμε τήν ὀλέθρια αὐτή κοιλία καί νά ἐπιδιώκουμε μόνον τά μεγάλα κέρδη, πού εἶναι ἡ εὐσέβεια, ὅταν συνοδεύεται μέ τήν ὀλιγάρκεια, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο: «μέγας πορισμός ἡ εὐσέβεια μετά αὐταρκείας». Μέ τόν τρόπο αὐτό ἀπολαμβάνουμε τά αἰώνια ἀγαθά.

Ἀπό ὅσα ἀναφέρθηκαν φαίνεται ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ἦταν ἄξιοι ποιμένες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, διότι ἐνδιαφέρονταν γιά ὅλα τά θέματα πού ἀπασχολοῦσαν τούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τους, ἀκόμη καί αὐτά τά βιωτικά. Καί μάλιστα δέν τά ἀντιμετώπιζαν ὡς κοινωνιολόγοι, ἀλλά τά τοποθετοῦσαν μέσα στήν προοπτική τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, καί μέσα στήν προοπτική τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

3. Ἡ ἐπικαιρότητα τῶν λόγων τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν γιά τά δάνεια, τούς τόκους καί τούς τοκογλύφους

Οἱ λόγοι τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί γενικά τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας γιά τούς τόκους καί τήν τοκογλυφία ἔχουν μεγάλη ἐπικαιρότητα στήν σύγχρονη ἐποχή στήν ὁποία ἐπικρατεῖ ἡ θεοποίηση τοῦ χρήματος, τῆς ἡδονῆς καί τῆς εὐμάρειας.

Ἡ ἀξιοποίηση καί ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ χρήματος ἀναπτύχθηκε μέσα σέ προτεσταντικούς κύκλους, μέσα στήν ἠθική ὅτι τό χρῆμα εἶναι εὐλογία Θεοῦ, καί ὁ πλούσιος εἶναι ἀπό τόν Θεό εὐλογημένος. Αὐτό τό θέμα τό ἀναπτύσσει διεξοδικά ὁ Max Weber στό γνωστό του κλασικό βιβλίο Ἡ προτεσταντική ἠθική καί τό πνεῦμα τοῦ καπιταλισμοῦ. Ὑποστηρίζει ὅτι ὁ καπιταλισμός, ἡ ὀρθολογιστική ἀξιοποίηση τοῦ χρήματος καί τῆς ζωῆς εἶναι ἀπόρροια ὅλων τῶν ἀρχῶν πού ἀναπτύχθηκαν ἀπό τίς διάφορες προτεσταντικές ὁμάδες στήν Εὐρώπη.

Εἰδικά γιά τήν ἀξία τοῦ χρήματος ὁ Max Weber ἀναφέρεται στίς ὁδηγίες πού δίνει ὁ Benzamin Franklin, τίς ὁποῖες συναντᾶμε στά βιβλία του Ἀναγκαῖες νύξεις σέ κείνους πού θά ἤθελαν νά γίνουν πλούσιοι καί Συμβουλή σέ ἕνα νέο ἔμπορο. Στά βιβλία αὐτά ὁ Franklin συμβουλεύει:

«Νά θυμᾶσαι ὅτι ὁ χρόνος εἶναι χρῆμα… Νά θυμᾶσαι ὅτι ἡ πίστωση εἶναι χρῆμα… Νά θυμᾶσαι ὅτι τό χρῆμα ἔχει ἀναπαραγωγική καί καρποφόρα φύση. Τό χρῆμα μπορεῖ νά παράγει χρῆμα καί τά γεννήματά του μποροῦν νά παράγουν περισσότερα… Νά θυμᾶσαι ὅτι –κατά τό ρητό– ὁ καλός πληρωτής εἶναι ὁ κύριος τοῦ πορτοφολιοῦ τοῦ ἄλλου. Ὅποιος εἶναι γνωστός ὅτι πληρώνει ἀκριβῶς στόν χρόνο πού ὑποσχέθηκε, μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμή νά σηκώση ὅλο τό χρῆμα πού οἱ φίλοι του μποροῦν νά ἀποταμιεύσουν».

Ὁ Max Weber σχολιάζει ὅτι «ὁ ἄνθρωπος κυριαρχεῖται ἀπό τή δίψα γιά ἀπόκτηση χρήματος, ἀπόκτηση πού ἐκφράζεται σάν τελικός σκοπός τῆς ζωῆς του». Καί ἐρωτώντας ὁ Max Weber «γιατί πρέπει νά βγαίνουν λεφτά ἀπό τούς ἀνθρώπους;», σχολιάζει τήν συμβουλή πού ἔδωσε στόν Benzamin Franklin ὁ αὐστηρός καλβινιστής πατέρας του, χρησιμοποιώντας τό χωρίο ἀπό τίς Παροιμίες «εἶδες ἄνθρωπον ἐπιτήδειον εἰς τά ἔργα αὐτοῦ; αὐτός θέλει ἐμφανισθεῖ ἐνώπιον βασιλέων» (Παροιμ. κβ΄, 29): «Ἡ ἀπόκτηση χρήματος μέσα στήν σύγχρονη οἰκονομική τάξη εἶναι –ἐφόσον γίνεται νόμιμα– τό ἀποτέλεσμα καί ἡ ἔκφραση τῆς ἀρετῆς καί προκοπῆς σ’ ἕνα ἐπάγγελμα καί ἡ ἀρετή καί ἡ προκοπή αὐτή εἶναι, ὅπως εἶναι εὔκολο νά ἀντιληφθοῦμε, τό πραγματικό ἄλφα καί τό ὠμέγα τῆς ἠθικῆς τοῦ Franklin».

Αὐτή ἡ νοοτροπία τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου εἶναι καπιταλιστική, παρατηρεῖται στήν ∆ύση καί ἐπηρέασε πολλούς σέ ὅλον τόν πλανήτη. Αὐτό βλέπουν σύγχρονοι ξένοι θεολόγοι καί ἀναλύουν τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ καθηγήτρια στό Λουθηρανικό Πανεπιστήμιο τῆς Τακόμα Brenda Ihssen ἔγραψε δύο κείμενα στά ὁποῖα ἀναλύει αὐτό τό θέμα.

Τό πρῶτο ἔχει τίτλο: «Ἡ τοκογλυφία, ἡ ἑλληνική Πατρολογία καί ἡ καθολική Κοινωνική διδασκαλία», στό ὁποῖο θίγει θέματα ὅπως: «τί λένε οἱ πατερικοί συγγραφεῖς γιά τήν κοινωνική ἠθική», «ποιοί εἶναι οἱ τοκογλύφοι», «ποιές εἶναι οἱ σημαντικές ἐρωτήσεις πού πρέπει νά τεθοῦν καί τίς ὁποῖες πρέπει νά γνωρίζη ὁ ἐρευνητής ὅταν προσεγγίζει ἕνα πατερικό κοινωνικό - ἠθικό κείμενο», «ὑπό ποιές προϋποθέσεις ἤ μέχρι ποιό ὅριο μποροῦν οἱ πατερικές πηγές νά θεωρηθοῦν ὅτι συνεισφέρουν στήν δημιουργία τῆς Καθολικῆς Κοινωνικῆς διδασκαλίας». Μέσα στά κεντρικά αὐτά κεφάλαια ἀνευρίσκουμε πολλές ὑποδιαιρέσεις, ὅπως «ἡ ἀπαγόρευση τῆς τοκογλυφίας στή Γραφή», «ὁ τοκογλύφος ὡς ἀπειλή γιά τήν κοινότητα (κακός, ἄγριο θηρίο, ψεύτης, ἀκόμη καί φονιάς)», «ἡ πνευματική πτωχεία τοῦ τοκογλύφου», οἱ τοκογλύφοι ὡς «μέλη τῆς κοινότητας», «ἄν ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις στόν δανεισμό». Ἐπίσης, ἀπαντᾶ σέ τρία βασικά ἐρωτήματα ὅπως: «ἔχουν σχέση μέ τήν πραγματικότητα τά κείμενα τῶν Ἑλλήνων Πατέρων;»· «τούς ἐνδιαφέρει νά ἔχουν σχέση μέ τήν πραγματικότητα;»· «ἄν ἡ παρουσία τῶν ἑλληνορωμαϊκῶν θεμάτων εἶναι ἀναμφισβήτητη».

Τό δεύτερο κείμενό της ἔχει τίτλο: «Τά κηρύγματα τοῦ Βασιλείου καί τοῦ Γρηγορίου (Νύσσης) γιά τήν τοκογλυφία». Σέ αὐτό ἐξετάζει τά κίνητρά τους, νά ἀσχοληθοῦν μέ τό θέμα τῆς τοκογλυφίας, οἱ ἐπιρροές πού δέχθηκαν ἀπό φιλοσόφους, ἡ χρησιμοποίηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς μέ ἀναφορά στούς τόκους, ἡ τοκογλυφία ὡς κλοπή, ἡ ταραχή πού δημιουργεῖ ἡ τοκογλυφία, οἱ εἰκόνες πού χρησιμοποιοῦνται γιά νά περιγράψουν τόν τοκογλύφο καί τήν τοκογλυφία, καί γιά τόν οὐράνιο τόκο.

Στό σημεῖο αὐτό θά παρουσιάσω τήν εἰσαγωγή τῆς Brenda Ihssen, τό συμπέρασμα τῆς πρώτης μελέτης της, καί ἕνα βασικό ἀπόσπασμα ἀπό τό κεντρικό θέμα. Καί τό θεωρῶ αὐτό καλό γιατί εἶναι γεννημένη, μεγαλωμένη καί διδάσκει σέ Πανεπιστήμιο στήν Ἀμερική ὅπου ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ χρήματος εἶναι μιά ὁλόκληρη ἐπιστήμη.

Στήν εἰσαγωγή της γράφει:

«Ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητη διαπίστωση ὅτι ἡ συζήτηση γιά τίς ἠθικές ἐπιπτώσεις τοῦ τόκου ἤ τῆς τοκογλυφίας δέν προκαλεῖ πιά τό ἐνδιαφέρον τοῦ μέσου πολίτη. Ὁ τόκος θεωρεῖται ὄχι πρόβλημα ἀλλά κανονικό στοιχεῖο τῆς ζωῆς. Εἴμαστε εὐτυχεῖς νά πληρώνουμε 4% ἀρκεῖ νά μποροῦμε νά ἀγοράσουμε τά μαξιλάρια τῶν διακοπῶν τά ὁποῖα μᾶς λένε οἱ εἰδικοί τοῦ μάρκετινγκ ὅτι τά ἔχουμε ἀνάγκη. ∆υστυχῶς, ἑκατομμύρια ἄνθρωποι στόν πλανήτη ὑποφέρουν στά χέρια ἄλλων πού εὐχαρίστως τούς διατηροῦν στή φτώχεια μέσω ὑπερβολικῶν καί ἐξοντωτικῶν ἐπιτοκίων.

Στήν τάξη μου, οἱ φοιτητές ἀναρωτιοῦνται ποιό εἶναι τό πρόβλημα ἄν κάποιοι δανείζονται καί ἀποπληρώνουν μέ τόκο, ἐφόσον εἶναι ἐνήλικες καί γνωρίζουν τί κάνουν. Πιστεύω ὅτι τό πρόβλημα εἶναι ὅτι στόν 21ο αἰῶνα ὑπάρχει θλιβερή φτώχεια, πείνα, ἄστεγοι καί θάνατοι γιά τούς ὀφειλέτες καί τίς οἰκογένειές τους. Ἐπίσης τό πρόβλημα εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ τοκογλύφου, τοῦ ὁποίου οἱ πράξεις τόν ἀποκόβουν ἀπό τή θέα τοῦ Θεοῦ.

Στήν ἀρχαιότητα ὁ τόκος σέ δάνεια καταδικαζόταν στήν ἑβραϊκή κοινωνία, ἐνῶ ἦταν κανονικό μέρος τῶν συναλλαγῶν στό ἑλληνικό καί ρωμαϊκό σύστημα (ἄν καί στό ἑλληνικό σύστημα δέν εἶχε γίνει καθολικά ἀποδεκτός). Ἔτσι, παρ’ ὅτι καταδικαζόταν ἀπό τόν Πλάτωνα (πού τόν θεωροῦσε «χυδαῖο») καί τόν Ἀριστοτέλη (πού τόν θεωροῦσε «παρά φύση»), ὁ τόκος ἐθεωρεῖτο δίκαιη ἀποζημίωση γιά τό χρόνο καί τό ρίσκο πού ἀναλάμβανε ὁ δανειστής. Καθώς ὁ δανειστής δέν μπορεῖ νά χρησιμοποιήση τά χρήματα πού ἔχει δανείσει, ὁ τόκος ἀποτελεῖ εὐγνωμοσύνη γιά τό χρόνο πού χρειάζεται νά ἐπιστραφοῦν. Τό ρίσκο σχετίζεται μέ τό ὅτι ὁ δανειστής μπορεῖ νά μή λάβει ποτέ πίσω τά χρήματά του, συνεπῶς ὅσο μεγαλύτερος ἦταν αὐτός ὁ κίνδυνος τόσο μεγαλύτερο τό ἐπιτόκιο.

Ὡστόσο γιά τήν ἑλληνική πατρολογία, ὁ χρόνος καί τό ρίσκο δέν μετροῦσαν. Ὁποιαδήποτε ἐγγύηση γιά χρήματα πού δανείστηκαν ἦταν ἀσυνείδητη, ὁποιοδήποτε ποσοστό πάνω ἀπό τό κεφάλαιο δανεισμοῦ ἀποτελοῦσε τοκογλυφία. Ἀκόμη καί ἕνα τοῖς ἑκατό ἐπιθυμία γιά κέρδος ἔβαζε σέ κίνδυνο τή σωτηρία».

Σέ ἕνα σημεῖο τοῦ κειμένου της κάνει λόγο γιά τό κατά πόσον ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῆς τοκογλυφίας ἔχει σχέση μέ τήν πραγματικότητα. Γράφει:

«Τά ἀποσπάσματα πού δείχνουν ὅτι οἱ θεολόγοι μας ἀπευθύνονται σέ γνωστούς ἀνθρώπους τῆς κοινότητάς τους μᾶς ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι ἀναφέρονται σέ ἕνα πρόβλημα τό ὁποῖο ἔχει μεγάλη σχέση μέ τήν πραγματικότητα γύρω τους. Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ἐποχή μας, ὁμολογῶ ὅτι πιστεύω πώς ἐξακολουθοῦν νά ἔχουν σχέση μέ τήν πραγματικότητα γιά τόν ἑξῆς λόγο: κάθε κοινότητα ἐξακολουθεῖ νά περιλαμβάνη ἀνθρώπους πού εἶναι διατεθειμένοι νά κερδίσουν σέ βάρος ἄλλων. Ἑπομένως πιστεύω ὅτι μποροῦμε νά μάθουμε ἀπό αὐτούς τούς συγγραφεῖς τί εἶχαν νά ποῦν γιά τά ἀποτελέσματα τῆς ἀπληστίας σέ μιά κοινότητα. Τά γραπτά τους ἐπίσης ἀποτελοῦν ἀντανάκλαση τοῦ ἀσκητικοῦ ἰδεώδους τῶν θεολόγων γιά τούς ὁποίους ἡ κύρια σπουδαιότητα τοῦ κειμένου ἦταν ἡ ἐξαγωγή ἠθικοῦ νοήματος γιά ἐφαρμογή στίς τρέχουσες καταστάσεις.

Τελικά, ὅλοι αὐτοί οἱ θεολόγοι πιστεύουν ὅτι τό χρῆμα –εἴτε κάποιος τό ἔχει, εἴτε δέν τό ἔχει, εἴτε τό δανείζει εἴτε τό χαρίζει– ἀποτελεῖ ἐμπόδιο γιά μιά ἀποτελεσματική σχέση μέ τό Θεό».

Στό συμπέρασμα γράφει:

«Ἡ ἀρετή τῆς προσφορᾶς εἶναι μιά διαρκής πορεία πού ποτέ δέν τελειοῦται. Σύμφωνα μέ τούς θεολόγους μας, αὐτός πού δίνει, ἀντί νά δανείζει, ἀπομακρύνει ἐμπόδια πού δημιούργησε ἡ ἁμαρτία, ἐμπόδια τά ὁποῖα δέν ἀφήνουν τούς ἀνθρώπους νά ἔχουν ὑγιεῖς καί διατηρήσιμες σχέσεις μεταξύ τους. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη ἐπιθυμεῖ νά μοιράζεται τό δικό της, ἐνῶ ἡ ἀληθινή ἀπληστία ἐπιθυμεῖ μόνο τό συμφέρον της. Ἡ τοκογλυφία ἀντιπροσωπεύει τό ἀκριβῶς ἀντίθετο τῆς ἀγάπης, καί μάλιστα μέ ἀγαθό προσωπεῖο. Ὁ συμφεροντολόγος χριστιανός μπορεῖ νά ἰσχυρισθῆ ὅτι ἔχει δικαίωμα νά δανείζη μέ τόκο –ἀκόμη καί μέ ὑπερβολικό ἐπιτόκιο– πρῶτον διότι εἶναι νόμιμο καί δεύτερον διότι ὁ Χριστιανός ἔχει ἐλευθερωθῆ ἀπό τό νόμο. Τήν ἴδια λογική συνάντησε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Κόρινθο καί ἡ ἀπάντησή του ἦταν ὅτι «ὅλα εἶναι νόμιμα γιά μένα, ἀλλά δέν εἶναι ὅλα ὠφέλιμα».

Συνοψίζοντας, οἱ Ἕλληνες Πατέρες θεωροῦσαν ὅτι ἡ τοκογλυφία δέν εἶναι ἠθική, δέν μπορεῖ νά δικαιολογηθῆ καί δέν εἶναι ὠφέλιμη. Οἱ σύγχρονοι συγγραφεῖς ὑποστηρίζουν ὅτι τό ζήτημα τῆς τοκογλυφίας εἶναι νεκρό στήν ἐποχή μας, καθώς ὅλοι δανείζουν καί δανείζονται μέ τόκο χωρίς νά τό σκέφτονται. Ἐλπίζω ὅτι κάνουν λάθος. Ἡ παγκόσμια φτώχεια εἶναι τόση πού τό θέμα τῆς τοκογλυφίας εἶναι σημαντικό γιά ὅσους στοχάζονται γιά τίς σύγχρονες οἰκονομικές καταστροφές τίς ὁποῖες ἐπιφέρουν ἄδικες πρακτικές δανεισμοῦ. Ὁ καπιταλισμός ἔχει ὑποτάξει γιά πάρα πολύ καιρό τήν ἀνθρώπινη ὑγεία καί ἀξιοπρέπεια σέ οἰκονομικούς σκοπούς. Ὡς θέμα ἡ τοκογλυφία δέν προκαλεῖ συζητήσεις, ἀλλά ἡ φτώχεια προκαλεῖ. Θά πρέπει νά προβληματιζόμαστε βαθιά γιά τό κακό πού ἐπιφέρει ὁ τόκος τῶν δανείων σέ ἄτομα, σέ οἰκογένειες, σέ κοινότητες, σέ χῶρες καί –ἄν οἱ θεολόγοι μας ἔχουν δίκαιο– ἀκόμη καί στή σωτηρία τοῦ καθενός μας».

Ζοῦμε σέ μιά ἐποχή στήν ὁποία κυριαρχεῖ ὁ δανεισμός, ὁ ἐπίσημος καί νόμιμος μέ τίς Τράπεζες καί κατά κάποιον τρόπο θεωρεῖται καί ἠθικός. Πολλοί παίρνουν δάνεια γιά νά ἀποκτήσουν σπίτι, νά σπουδάσουν τά παιδιά τους, νά κάνουν τίς διακοπές τους κλπ. Σέ μερικές περιπτώσεις, ὅπως τήν ἀπόκτηση οἰκίας, μπορεῖ κανείς νά πῆ ὅτι εἶναι ὠφέλιμος ὁ δανεισμός. Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις μιά κοινωνία δίκαιη μπορεῖ νά ὠφελήση τούς μή ἔχοντες, χωρίς, βέβαια, νά χάσουν καί οἱ κατέχοντες. Ἡ ἐπιστήμη τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας μπορεῖ νά ἐξισορροπήση τά πράγματα, ὥστε καί οἱ Τράπεζες νά ὠφελοῦνται μέ μέτρο, νόμιμα, ἀλλά καί οἱ μή ἔχοντες νά βοηθοῦνται νά ἀντιμετωπίζουν τά προβλήματα τῆς ζωῆς τους, χωρίς νά χάνουν τήν ἐλευθερία τους. Ἄν αὐτό λειτουργῆ μέ νόμιμο καί δίκαιο τρόπο, τότε μπορεῖ νά λειτουργήση μέ τήν ἀρχή τῆς φιλαδελφίας.

Ὅμως, ὁ δανεισμός, ὅταν συνδέεται μέ τήν ἡδονή, τήν εὐδαιμονία, τήν καλοπέραση, τήν εὐμάρεια, τήν προσπάθεια γιά πλουτισμό κλπ, δέν μπορεῖ νά γίνη ἀποδεκτός. Πρέπει νά ἀντιμετωπίζουμε τό θέμα καί στά πάθη πού καλλιεργεῖ, καθώς ἐπίσης καί στήν ὅλη νοοτροπία πού ἀναπτύσσει, ὅταν ὁ νοῦς μας εἶναι κολλημένος μόνον στά χρήματα καί τά κτήματα, καί δέν τόν ἀφήνουμε νά ἀσχολῆται καί μέ ἄλλα σοβαρότερα θέματα.

Πρέπει νά στιγματίζουμε καί νά καυτηριάζουμε τούς τοκογλύφους πού ἐκμεταλλεύονται τόν πόνο τῶν συνανθρώπων τους καί μένουν ἀσυγκίνητοι μπροστά στήν δυστυχία τους. Οἱ χαρακτηρισμοί τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν γιά αὐτούς εἶναι πολύ βαρεῖς, ὅπως τό εἴδαμε προηγουμένως. Στίς περιπτώσεις αὐτές, ὅσοι ἔχουν χρήματα πρέπει νά ἀσκοῦν φιλανθρωπία καί νά δίνουν ἄτοκο δανεισμό σέ αὐτούς πού χρειάζονται χρήματα γιά νά ἀντιμετωπίσουν τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς.

Ἐπίσης, στά σύγχρονα δεδομένα ἡ ἀποταμίευση τῶν χρημάτων στίς Τράπεζες θεωρεῖται κάτι τό ἀπαραίτητο καί ὁ τόκος δίκαιος καί νόμιμος. ∆έν μπορεῖ κανείς νά ἀρνηθῆ μιά τέτοια λελογισμένη δυνατότητα, ἰδίως γιά τούς οἰκογενειάρχες, ἀλλά τό κρίσιμο θέμα εἶναι ὅτι ἡ ἀποταμίευση, ὅταν ἐντάσσεται μέσα στήν προοπτική τοῦ πάθους τῆς φιλοκτημοσύνης καί τῆς φιλαργυρίας, καί μάλιστα ὅταν ἀναστέλλεται ἡ ἐλεημοσύνη καί ἡ φιλανθρωπία, καθώς ἐπίσης ὅταν στηρίζεται ἡ ἐλπίδα τοῦ ἀνθρώπου στά χρήματα, καί ἀποβάλλεται ἡ πίστη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, τότε αὐτό δέν μπορεῖ νά δικαιωθῆ ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἠθική.

Γενικά, δέν πρέπει νά αὐξάνουμε τίς ἀνάγκες μας, δέν πρέπει νά ἐπιδιώκουμε νά ζοῦμε πλουσιοπάροχα, ὥστε νά μήν ἐξαναγκαζόμαστε νά δανειζόμαστε χρήματα, γιατί ἔτσι χάνουμε τήν ἐλευθερία μας. Ἡ ὀλιγαρκής ζωή εἶναι μιά ἀξιοπρεπής ζωή. Ἄλλωστε, πτωχός δέν εἶναι ἐκεῖνος πού δέν ἔχει χρήματα, ἀλλά κυρίως ἐκεῖνος πού δημιουργεῖ τήν ἀνάγκη τῶν πολλῶν ἀναγκῶν καί ἐξαναγκάζεται νά δανείζεται ἀπό Τράπεζες καί ἀπό ἀνθρώπους, μέ ἀποτέλεσμα νά χάνη τήν ἐλευθερία του. Ἔρχονται συχνά στήν Ἱερά Μητρόπολη ἄνθρωποι πού ἔχασαν τίς περιουσίες τους, τά σπίτια τους ἀπό τέτοιους δανεισμούς.

Ἡ ἀσκητική ζωή, πού συνίσταται καί στήν ἀποφυγή τῆς πολυτέλειας καί τῆς εὐδαιμονίας, μπορεῖ νά μᾶς ὠφελήση καί στό θέμα αὐτό, γιά νά διαφυλάττουμε τήν πνευματική μας ἐλευθερία καί τήν ἀνεξαρτησία μας ἀπό καταστάσεις πού μᾶς ὑποδουλώνουν κυριολεκτικά. Σέ μιά καπιταλιστική κοινωνία πού ὅλοι ζοῦν μέ τό ὄνειρο τοῦ χρήματος καί τά τηλεοπτικά παιχνίδια, καθώς ἐπίσης ἐκεῖ ἀποβλέπουν καί τά ποικίλης φύσεως λαχεῖα, ἔχουμε καθῆκον νά ζοῦμε ἀσκητικά καί νά ἐργαζόμαστε τίμια καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐφαρμόζουμε τόν εὐαγγελικό λόγο. Καί πάντοτε ὁ νοῦς μας πρέπει νά εἶναι στραμμένος στήν προπτωτική ζωή τῶν Πρωτοπλάστων καί τήν ἐσχατολογική ζωή, νά ἀποβλέπουμε, κατά τόν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὄχι στήν μετέπειτα διαίρεση, ἀλλά στήν ἀρχική ἰσονομία - ἰσότητα.

ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο Θεολογία γεγονότων

 

Για το θάνατο ενός (ακόμη) 19χρονου κοριτσιού...

 


Με αφορμή τον τραγικό θάνατο μιας 19χρονης έρχεται στην επιφάνεια ένας διχασμός, που φανερώνει την πνευματική ένδεια της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.
Οι μισοί στοχοποιούν την νεκρή 19χρονη και βγάζουν την ίδια υπεύθυνη για τον θάνατο της.
Οι άλλοι μισοί στοχοποιούν αποκλειστικά τον μισογυνισμό και πασχίζουν να αποσυνδέσουν τον θάνατο από τον τρόπο ζωής της νεκρής και της παρέας της. 
 
Το πρόβλημα, όμως, είναι πολύ ευρύτερο και και δεν γίνεται να διαγνωστεί μέσα από κανένα από τα δύο αυτά στενά πλαίσια.
Το πρόβλημα βρίσκεται εξ ολοκλήρου στην σύγχρονη κουλτούρα. Μια κουλτούρα που στοχεύει αποκλειστικά στην υλιστική και ηδονιστική ικανοποίηση του ατόμου. Ενός ατόμου, που βλέπει και αξιολογεί τον εαυτό του μόνο μέσα από την εικόνα που περνάει το ίδιο στα διαδικτυακά του προφίλ. Όσο μεγαλύτερη υλιστική και ηδονιστική ικανοποίηση προβάλλει στα social media, τόσο πιο πετυχημένο θεωρεί τον εαυτό του. 
 
Σε αυτή την κουλτούρα, λοιπόν, τα ναρκωτικά είναι επίδειξη επιτυχίας. Και ο μισογυνισμός είναι, όντως, αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της κουλτούρας. Το επιτυχημένο αρσενικό, κατά τα πρωτόγονα πρότυπα που επαναφέρει η σύγχρονη εποχή, είναι εκείνο που υποχειριοποιεί την γυναίκα. Αλλά και αντίστροφα, η γυναίκα όχι μόνο αποδέχεται τον ρόλο της σαν διακοσμητικό στοιχείο, αλλά οφείλει να παλέψει να γίνει όσο πιο ποθητό διακοσμητικό στοιχείο γίνεται.
Σε ένα σύμπαν χωρίς Θεό, κατά την Ντοστογιέφσκι ρήση, παρά μονάχα με αφοσίωση στο χρήμα και τον ηδονισμό, όλα επιτρέπονται, εφόσον βολεύουν το εκάστοτε σαρκίο.
 
Οι οπισθοδρομικές κριτικές για την εμφάνιση της 19χρονης, επομένως, περιττεύουν. Μαζί και οι κριτικές για τις παρέες και τον τρόπο διασκέδασης, οι περισσότεροι στα 19 κάναμε χειρότερα. Το θέμα είναι πως τα κάναμε μέσα σε διαφορετικό αξιακό πλαίσιο και αυτό είναι που πρέπει κάποια στιγμή η κοινωνία να αντιληφθεί.
Μονάχα αν αλλάξει συνολικά ο τρόπος σκέψης και αξιακής ιεράρχησης μπορεί μακροπρόθεσμα να αντιστραφεί η κατάσταση. Ούτε δασκαλίστικα, ούτε φεμινιστικά κηρύγματα είναι ικανά μόνα τους να αλλάξουν κάτι.
Όσο προχωράμε αυτό τον δρόμο απώλειες σαν της 19χρονης δεν γίνουν κανόνας. Και όχι μόνο σωματικές, αλλά πρωτίστως ψυχικές.
 
Παρακαλώ, αδελφοί, και:
 
 
 
 
Το Μανιφέστο του Αταίριαστου

Η Νεολαία δεν είναι αδιάφορη – είναι πληγωμένη. Και ζητά Αλήθεια.

«Αυτοί οι τύποι είχαν υπερδυνάμεις που εμείς σήμερα τις ψάχνουμε με το κυάλι»...

Το αντίδοτο στην Trap και τον μηδενισμό: Επιστροφή στην Ορθόδοξη ηθική και τον παραδοσιακό πολιτισμό

Tι σχέση έχει ο Νατσιός με τον εγγονό του Ρόμπερτ ντε Νίρο που πέθανε από λευκή σκόνη;

 
 

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Η Πηγή των θαυμάτων (Ζωοδόχος Πηγή – Παρασκευή του Πάσχα)



 
 
 
 

Συνελήφθησαν δύο Έλληνες που σήκωσαν ελληνική σημαία μέσα στην Αγία Σοφία – Ανακοίνωση από τη ΝΙΚΗ


Πρώτο Θέμα

Δύο Έλληνες τουρίστες συνελήφθησαν το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης (9/4/2026) στην Κωνσταντινούπολη γιατί άνοιξαν ελληνική σημαία με τον βυζαντινό αετό εντός της Αγίας Σοφίας.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με πληροφορίες οι δύο τους φέρεται να κρατούσαν μία σημαία που έγραφε «Ορθοδοξία ή Θάνατος» και να φώναζαν συνθήματα μέσα στον ιερό χώρο. Πρόκειται για μία γυναίκα με ελληνικό διαβατήριο και έναν άνδρα με διαβατήρια Ελλάδας και Αυστραλίας. 


Όπως φαίνεται σε βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας, τα άτομα εισήλθαν στην Αγία Σοφία ως μέλη οργανωμένης εκδρομής. Αφού πέρασαν από ελέγχους ασφαλείας, μετακινήθηκαν στον επάνω όροφο της στοάς, ο οποίος είναι ανοιχτός για τους επισκέπτες.
Τότε ένας από τους τουρίστες έβγαλε μια σημαία που είχε κρύψει μέσα στο μπουφάν του και την άνοιξε. Αφού πόζαρε για μια φωτογραφία, έδωσε τη σημαία σε άλλο άτομο της ομάδας, το οποίο πόζαρε με τη σειρά του. Το προσωπικό ασφαλείας αντιλήφθηκε γρήγορα την κατάσταση από τις κάμερες ασφαλείας και παρενέβη, ενώ ένα άλλο άτομο της ομάδας φαινόταν έτοιμο να κρατήσει την ίδια σημαία.
Σύμφωνα με αναφορές, η σημαία απεικόνιζε έναν δικέφαλο αετό μαζί με ένα γραπτό μήνυμα που έγραφε: «Ορθοδοξία ή θάνατος!».
Αργότερα παραπέμφθηκαν στο δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης και συνελήφθησαν επίσημα με την κατηγορία της προσβολής τμήματος του κοινού.

Καθημερινή 

(...) Λίγες ώρες μετά το περιστατικό, η τουρκική αστυνομία προχώρησε σε έρευνα για τον εντοπισμό των δύο ατόμων και τους συνέλαβε σε ξενοδοχείο όπου διέμεναν.
Μετά την προσαγωγή τους και το αυτόφωρο οδηγήθηκαν ενώπιον της τουρκικής Δικαιοσύνης και, στις 11 Απριλίου, προφυλακίστηκαν με την κατηγορία της «υποκίνησης μίσους».

 

ΝΙΚΗ: Προκλητική σύλληψη και φυλάκιση Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη

ΝΙΚΗ 

Το Δημοκρατικό Πατριωτικό Λαϊκό Κίνημα ΝΙΚΗ εκφράζει την έντονη ανησυχία του για τη σύλληψη και την προφυλάκιση δύο Ελλήνων τουριστών από τις τουρκικές αρχές στην Κωνσταντινούπολη και καταγγέλλει τις απαράδεκτες πρακτικές της κυβέρνησης Ερντογάν.

Το «έγκλημά» τους; Ότι άνοιξαν ελληνική σημαία με τον βυζαντινό Δικέφαλο Αετό μέσα στον φυσικό του χώρο, την Αγία Σοφία, το διαχρονικό σύμβολο της Ρωμιοσύνης.

Η κίνηση της κυβέρνησης Ερντογάν να προφυλακίσει δύο νέους ανθρώπους με την έωλη κατηγορία της «υποκίνησης μίσους», αποτελεί ακόμη μια απόδειξη του αυταρχισμού και της συνεχιζόμενης πρόκλησης απέναντι στο χριστιανικό κόσμο.

Η μετατροπή ενός παγκόσμιου μνημείου της Ορθοδοξίας σε τζαμί ήταν η ύβρις· η σύλληψη Ελλήνων επειδή θυμήθηκαν την ιστορία τους είναι ο απόλυτος εξευτελισμός κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου και θρησκευτικής ελευθερίας.

Η ΝΙΚΗ απαιτεί την άμεση παρέμβαση του Υπουργείου Εξωτερικών και την παροχή κάθε νομικής υποστήριξης προς τους δύο Έλληνες κρατουμένους.

Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να ζητήσει την άμεση απελευθέρωση και επιστροφή των δύο Ελλήνων στην πατρίδα μας. Κανένας Έλληνας δεν πρέπει να νιώθει απροστάτευτος όταν τιμά την πίστη και την εθνική του ταυτότητα. Η σιωπή είναι συνενοχή. Είναι αποδοχή των προκλητικών τουρκικών ενεργειών.

Η Αγία Σοφία δεν είναι «μουσείο» ούτε «τζαμί» των κατακτητών της Πόλης. Είναι η Μεγάλη Εκκλησία του Γένους. Η σημαία με τον Δικέφαλο Αετό δεν αποτελεί πρόκληση. Ούτε είναι πρόκληση η αναφορά σε όσους προτίμησαν να μαρτυρήσουν, να θυσιάσουν την ζωή τους παρά να προδώσουν την πίστη τους. Είναι η κραυγή της ιστορικής μνήμης που αρνείται να σβήσει.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

The Romeoi (Rum) of the Levant: Identity and a Concise Historical Overview

 


Ioannis K. Neonakis
Head of the Romeosyne Policy Department, NIKI 

Democratic Patriotic Popular Movement NIKI 

Acknowledgements

First and foremost, we wish to express our heartfelt gratitude to the members of the Romaian Cultural Society, based in Beirut, and in particular to its President, Professor Negib Elias Geahchan, as well as to Mr Nicolas Saba and Mr Gabriel Andrea, for their invaluable assistance.

Introduction

In modern European terminology, the term Levant denotes the geographical area of the Eastern Mediterranean, and more specifically its eastern shores, that is, the region comprising chiefly Syria, Lebanon, Palestine, and Jordan. The term derives from the French word levant (“east,” “the place where the sun rises”).
The name Romeoi / Romaioi (Rum) is not merely a historical designation, but a declaration of identity and continuity. It derives from Rome, initially the city in Italy, and thereafter from New Rome, Constantinople, which was founded in 330 AD by Saint Constantine the Great and served as the capital of the Roman Empire, that is, of our homeland Romanía (wrongly and deceitfully termed “Byzantium”).
Greek cities in the region of the Levant are already attested from the seventh century BC onward. Phoenicians (Canaanites) and Arameans, in continual contact and intermixture with the Greek world (populations from Cyprus, the islands of the Aegean, and Asia Minor), gradually formed a unified cultural body. During the age of Alexander the Great and the subsequent Seleucid period, Hellenization was profound and complete, with the Greek language becoming the common tongue of daily life, administration, and education, especially in the western provinces (present-day Lebanon, Palestine, and Western Syria).

Seleucus I Nicator, Alexander’s general, founded Antioch the Great, whose first settlers were chiefly Athenians and Macedonians. Antioch would become a cradle of Greek civilization, and later of Christianity, while the whole region would for hundreds of years constitute a central pillar of Romanía. To this day, Antioch remains the seat of the Orthodox Romeic Patriarchate, bearing witness to an unbroken ecclesiastical and historical continuity.
Nearly all the major cities of the Levant bore Greek names already from antiquity. Some have survived to this day, others were partially Arabized, while some were replaced by Arabic names: Ptolemais (Akko / Acre), Tyre, Sarepta (Sarafand), Sidon (Saida), Porphyreon (Jiyeh), Berytus (Beirut), Byblos (Jbeil), Botrys (Batroun), Tripolis (Tripoli), Arcadia (Arqa), Antaradus (Tartus), Aradus (Arwad), Heliopolis (Baalbek), Seleuceia (al-Suqaylabiyah), Paneas (Banias), Caesarea, and others.
When the Levant was incorporated into the Roman Empire, its inhabitants became Roman citizens, yet without losing their linguistic and cultural substratum. Greek remained the living language both of the people and of the state. This is clearly reflected in the New Testament, which was written there in the Greek language.

Christianization

Before 313 AD, Christianity remained chiefly an urban reality, embraced by a relatively small part of the population (10–20%). Yet with the appearance of Saint Constantine the Great and the historic turning point he brought about, a new era began for Romanía. The transfer of the capital to New Rome / Constantinople was not a mere administrative act, but a profound rupture that redefined the course of the Empire. This city emerged as the center of Orthodoxy, and from that point onward Romanía was no longer simply an empire, but a Christian polity, in which the faith largely shaped the identity, society, and very mode of existence of the Romeoi. From the fourth century onward, the population of the Levant, like that of the entire Empire, became almost wholly Christian.

Christian Schisms

Antioch, a metropolis of Romanía with a population that reached 500,000, was a center of theology and intellectual life, but at the same time also a field of multiple tensions. Within this environment arose major heresies, which were not merely doctrinal disagreements, but ruptures that deeply affected the unity of the Romeic body:
• 325: Arianism
• 430: Nestorianism (Church of the East)
• 451: Monophysitism / Miaphysitism (Syriacs – Syriac Orthodox Church; Copts – Coptic Church)
• 685: Monothelitism (Maronites – Maronite Church)
After the Fourth Ecumenical Council of Chalcedon (451), the Levant was divided not only theologically, but also culturally and linguistically. In the western regions, the majority remained within the Romeic tradition—Orthodox and Greek-speaking. Yet in the east, communities developed that moved away doctrinally (Monophysitism, Syriacs or Jacobites – Syriac Orthodox Church), while also preserving their Aramaic linguistic identity.
The Fourth Ecumenical Council of Chalcedon was in truth a deep rupture that split the Levant. From that point onward, two distinct worlds took shape: in the west, the Romeic, Chalcedonian, and Orthodox world; in the east, another sphere, marked by an ethnic and linguistic character, expressed through the Syriac Monophysite tradition.
Two centuries later, the Sixth Ecumenical Council (685) brought about yet another division, this time within the western regions of the Levant, where a local ecclesiastical reality arose in the mountains of Lebanon that would eventually culminate in the Maronite Patriarchate.
Thus, the region that had once constituted a single Romeic and ecclesiastical body was fragmented. These schisms shaped new identities and established boundaries between the Romeic world and the seceded communities, with consequences that reach down to the present day.

The great emperors of Romanía—from Constantine and the Theodosians to Justinian, Maurice, and Heraclius—not only organized an immensely powerful state, but fashioned an entire world. In the Levant they gave form to a distinctly Christian polity: they restored and elevated cities (Jerusalem, Bethlehem, Damascus, as well as the so-called “forgotten cities” of Apamea), they built monastic centers that became great spiritual hearths (Saint Sabbas, Saint Catherine, Our Lady of Saidnaya), and they raised churches that expressed the faith as a public and collective reality [the Church of the Nativity, the Church of the Resurrection, the Church of Saint John the Baptist in Damascus (now the Umayyad Mosque), and others]. These were not isolated works, but a conscious transformation of space: the entire region was integrated into a unified Romeic and Orthodox civilization, in which city, church, and monastery together formed a single way of life.
Beirut was not merely a city of the Levant, but one of the most important intellectual and institutional centers of Romanía. Its School of Law, equal in stature to that of Constantinople, shaped Roman law and contributed decisively to the formation of Justinian’s Code.
At the same time, the Levant emerged as a womb of sanctity and theology. From it came forth great figures of our Church, such as Saint John Chrysostom, Saint Romanos the Melodist, Saint John of Damascus, Saint Sabbas, Saint Barbara, Saint Thekla, Saint Cosmas the Melodist, Bishop of Maiuma, Saint Isaac the Syrian, and many others—saints who left their seal upon the faith, theology, and worship of the Church.
Here it becomes abundantly clear that the Levant was not a mere periphery, but a living core of our homeland, producing law, discourse, and sanctity—in other words, civilization in its fullness.

Islam in the Levant

In the seventh century, the Levant underwent a radical rupture: the Arab Islamic invasion. This new power, emerging from the Arabian Peninsula, appeared precisely at the borders of Romanía and soon conquered the provinces of the Levant.
Islam did not arise in a vacuum, but within an environment already marked by various Christian and Jewish currents. It was influenced, among other things, by movements denying the divinity of Christ, such as Arianism, as well as by Judaeo-Christian communities such as the Nazarenes, who regarded Christ as one sent by God, but not as God.
The arrival of the Muslims was not received uniformly: the Monophysites, already estranged from Romanía, often viewed them favorably, whereas the Orthodox perceived them as a new heresy, as Saint John of Damascus characteristically formulates it in his writings. Thus, the Islamic conquest was not merely a political change, but a profound alteration of the religious and cultural map of the Levant.
The Treatment of Christians by the Muslims – The Status of the Dhimmi
Dhimmi were the non-Muslims who were permitted to live under Muslim rule, but in a condition of inferiority. The status of the dhimmi did not constitute civic equality, but rather an institutionalized form of tolerated subordination. Non-Muslim populations, and especially the Romeoi, were allowed to retain their faith, but only on condition that they would not display it publicly and would not challenge the supremacy of Islam.

The dhimmi had:
• the right to perform religious services, provided they did not disturb Muslims,
• the right to own property and work, with the exception of professions reserved exclusively for Muslims (politics, the judiciary, teaching),
• the obligation to pay the jizya (poll tax) in exchange for protection, along with a prohibition on participating in military action against Muslims,
• a prohibition on displaying religious symbols (crosses, icons), on wearing distinctively Christian dress, and on publicly exhibiting places of worship,
• a prohibition on audible prayer outside churches,
• a prohibition on bell-ringing,
• a prohibition on building or repairing churches without Muslim permission,
• a prohibition on the “proselytizing” of Muslims (that is, evangelization),
• a prohibition on marrying a Muslim woman,
• a prohibition on inheriting from Muslims,
• and, in certain historical periods, an obligation to wear distinguishing Christian clothing, a ban on riding horses and camels, and an obligation to walk to the left of a Muslim in public spaces.
The so-called “protected” communities possessed rights only within predetermined limits, and their position always depended on the will of the authorities and on historical circumstances. Thus, the system’s “tolerance” was not equality, but a regulated and revocable concession.

What Happened after the Arab-Muslim Occupation of the Levant?

• 630–640: Arab Islamic invasion of the Levant.
• 640–1920: A succession of invasions and manifold alienation through foreign cultural influences:
o Intense Arabization and Islamization (Umayyads, Abbasids, Fatimids, Mamluks): the Greek language was replaced by Arabic; the dhimmi system was enforced.
o Crusades: Latinization.
o Ottomans (after 1516): the Millet system.
After the Arab conquest of the seventh century, the Levant entered a long period of transformations and successive impositions, which deeply altered its original Romeic identity.
Gradually, Arabization and Islamization prevailed: Greek, which had been the language of civilization and faith, gave way to Arabic, and the Romeoi were reduced to the status of dhimmi. This was not merely political domination, but a profound cultural mutation.
Subsequently, the Crusades brought about a new external intervention with strongly Latin characteristics, seeking to redefine the region in Western terms foreign to the Romeic tradition.
Finally, under Ottoman rule, an administrative system was consolidated which did recognize the Romeoi as a religious community, but definitively incorporated them into a framework of subordination and separation (Rum milleti).
During the Ottoman occupation, the condition of the Romeoi of the Levant improved in part:
• they re-established contact with the other Romeoi of Asia Minor and the Balkans,
• they were integrated into the millet system under the guarantee of the Ecumenical Patriarchate, and
• they were allowed to repair or erect new churches, maintain certain schools, and so forth.

The Major Consequences of Long Muslim Rule (13 Centuries)

The age-long occupation of the Levant led to a deep and gradual alteration of identity.
Arabization distanced the Romeoi from their natural body. Their living bond with Constantinople weakened, the Greek language receded from daily life and was largely confined to worship, while even personal names were gradually replaced by Arabic ones, marking a deeper cultural displacement.
At the same time, Islamization was extensive. Through the social and institutional pressures of the dhimmi system, many were driven en masse to change their faith, especially in urban centers. Churches were converted into mosques, public Christian presence was curtailed, and education was weakened, since Christians generally had no schools of their own.

Western Intervention and the Russian Role

During the Ottoman period, the Levant became a field of rivalry among foreign powers. The state alliances of Ottomans and Franks gave the Papal Church a privileged position, and it undertook systematic penetration through its notorious instrument, the Propaganda Fide (Sacra Congregatio de Propaganda Fide). This was a mechanism of Rome for the worldwide expansion of Papism, coordinating missionaries, schools, printing presses, and every possible means.
Thus, the Holy Places were placed under French “protection” (for roughly one hundred years); the Maronites became Catholic (1580); and, tragically, fractures appeared even within the Romeic body itself, as happened in the schism of 1724. At that point the Romeic body was divided between those who remained Orthodox Romeoi and the Unionists (Melkite Catholics, also called Uniates, from Unia, “Union”), who entered into communion with Rome.
From the beginning of the nineteenth century onward, a strong Protestant factor was also added, with missions from Prussia, England, and America seeking to reshape the identity of the local populations, through agencies such as the Church Missionary Society (London) and the American Board of Commissioners for Foreign Missions (New England).
In addition, nationalism was imported from the West as a tool for weakening and fragmenting the Ottoman Empire (many Romeoi adopted Arab or Syrian nationalism).
Within this framework, Russia also appeared many times as a counterweight. From the seventeenth century onward, it developed relations with the Patriarchates and intervened in pursuit of the protection of the Orthodox. Although its policy did not avoid mistakes—indeed, serious ones—Russia, through its wars with the Ottoman Empire, its diplomatic activity, and its broader involvement, contributed to ending French protection over the Holy Places, to the relaxation of the restrictions of the dhimmi system, and in large measure supported the reconstruction of the ecclesiastical and educational life of the Romeoi of the Levant.
Thus, the region was transformed into a field of conflict between West and East, with the Romeoi standing at the center of this geopolitical and spiritual confrontation.
Today, after the schism of 1724, the Romeoi are divided into two religious communities: the Orthodox and the Catholics (Papists). Correspondingly, there are two Orthodox Patriarchates (Antioch and Jerusalem) and one Catholic Patriarchate, whose jurisdiction covers the territories of the Patriarchates of Alexandria, Antioch, and Jerusalem.
After all this, it is a great historical wonder that the hundreds of thousands of Orthodox Romeoi of the Levant endured and continue to this day proudly and luminously to declare and defend their identity. We all owe them much, and above all our undivided respect and support.
We shall, however, return to the Romeoi of the Levant.

See also

The Pious Genos of the Romeoi 

Book: My Sun Shall Not Fade – A Journey in the Romaian Legacy

The Romeoi (Rum) of the Levant: Identity and a Concise Historical Overview 

New Massacre of Romeoi in Damascus

Greek Orthodox (Romeoi/Rum) continue to be murdered in Syria! NIKI denounces the killing of two Romeoi in the Valley of the Christians and demands justice and protection for the Romeoi.  

When the Romeoi (Rum) are persecuted, does Greece merely “follow the situation”?

Greek MEP Aims to Break EU Silence Regarding Christian Persecution in Syria

Post-Liberalism: The West in Search of Romeosyne

THE ORTHODOX ROOTS OF THE WEST: A FACTOR FOR PAN-EUROPEAN UNITY

“The targeting of Christian liberty stems from a desire to erase distinct identities”—Christodoulos Molyvas, Greek NIKI Party

From Ancient Hellenic to Romeiko Civilization