ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

27 Ἀπριλίου 1864: «ἔφυγε» ὁ Στρατηγὸς Μακρυγιάννης

Ὁ ὑπερασπιστὴς τοῦ Γένους Μακρυγιάννης ὡς σημερινὸ πρότυπο



Γράφει ὁ Γεώργιος Κ. Ἔξαρχος
Ενωμένη Ρωμηοσύνη

Ἄν ποτὲ τοῦτος ὁ δύσμοιρος τόπος ἀναδείξει πέντε-δέκα νεοέλληνες, σίγουρα ὁ Μακρυγιάννης θὰ καταταχθεῖ ἀνάμεσά τους. Ὁ ρουμελιώτης στρατηγὸς ἀποτελεῖ τὴν ἐνσάρκωση τοῦ ρωμηοῦ σὲ τοῦτον τὸν τόπο. Πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὶς ἁγνότερες καὶ ἠρωικότερες μορφὲς ποὺ συνετέλεσαν στὸ «θαῦμα» τοῦ ΄21, προσωπικότητα ἀνιδιοτελῆ, ἑλληνορθόδοξη, μὲ ἔκδηλη τὴν λαικὴ εὐλάβεια. Ὅλα αὐτὰ δὲν θὰ μᾶς ἦταν γνωστά, ἂν ὁ γενναῖος στρατηγὸς δὲν συνέγραφε τὸ ἐκπληκτικὸ κείμενο τῶν Ἀπομνημονευμάτων του. Σὲ αὐτὸ τὸ ἔργο ὁ Μακρυγιαννης σημειώνει ἀναμνήσεις καὶ κρίσεις ἀπὸ τὰ χρόνια τῆς Ἐπανάστασης ἕως τὸ ἔτος 1851. Τὸ ἔργο αὐτὸ ὁ ἀγωνιστὴς τὸ φύλαγε σὲ χειρόγραφες σημειώσεις στὸν κῆπο τοῦ σπιτιοῦ του.
Ὁ Γ. Βλαχογιάννης τὸ 1904 ἐξέδωσε, ἀφοῦ βεβαίως πρῶτα μετέγραψε τὸ ἔργο τοῦ Στρατηγοῦ. Ὡστόσο τὸ ἔργο αὐτὸ θὰ ἔμενε περαιτέρω στὴν ἀφάνεια ἂν ὁ Γ. Σεφερης τὸ 1943 δὲν διέγειρε μέσα ἀπὸ ἄρθρα καὶ ἐργασίες του τὸ ἐνδιαφέρον ὄχι μόνο μεγάλου κύκλου διαννοουμένων ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐρυτέρου κοινοῦ γιὰ τὸν Μακρυγιαννη. Ὁ νομπελίστας μας ποιητὴς γράφει: «τὸ Α καὶ τὸ Ω στὴν ζωὴ μου εἶναι ὁ Μακρυγιάννης…». Ὁ Σεφέρης λοιπόν, τολμᾶ….
νὰ ταυτίσει τὸν Στρατηγὸ μὲ τοὺς ἀρχαίους ἕλληνες συγγραφεῖς, καὶ θεωρεῖ πὼς τὰ Ἀπομνημονεύματα εἶναι μαζὶ μὲ τὸν Παπαδιαμάντη τὸ μεγαλύτερο κατόρθωμα τοῦ πεζοῦ λόγου στὴν νέα ἑλληνική. Ὁ Κ Ζουράρις ὑποστηρίζει «…ἐὰν τὸ γραπτό του εἶχε γραφῆ σὲ μία ἐποχὴ ὁπού ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἡ ἑλληνικὴ γραμματεία θὰ εἶχαν τὴν ἴδια καθολικότητα ἢ οἰκουμενικότητα μὲ τὴν ἐποχὴ τῆς κλασσικῆς Ἑλλάδας, τότε ὁ Μακρυγιάννης θὰ ἐβάραινε τὸ ἴδιο –ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς ἐπιστημονικῆς ἐγκυρότητας καὶ τῆς διαμορφώσεως τῶν σχημάτων τῆς πολιτικης– μὲ τὸν παγκόσμιο Θουκυδιδη (1)

Τὸ 1983 ἕνα ἄλλο χειρόγραφο τετράδιο βλέπει τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας. Στὰ «Ὁράματα καὶ Θαύματα» ὁ Μακρυγιάννης περιγράφει προσωπικὰ βιώματα καὶ ἁγιοπνευματικές ἐμπειρίες μέσα ἀπὸ τὴν καθημερινότητα. Τὸ δεύτερο αὐτὸ «πόνημα» τοῦ Στρατηγοῦ καταδεικνύει περίτρανα πὼς ὁ ἴδιος ἦταν φορέας τῆς Κολλυβαδικῆς Ἀσκητικῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως (μαζὶ μὲ τὸν Παπουλάκο καὶ τὸν Κοσμᾶ Φλαμιάτο) καὶ ἄξιος συνεχιστὴς τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, τοῦ Ἁγίου Μακαρίου Νοταρᾶ, τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων κ.ἂλ.

Ὁ Μακρυγιαννης γεννήθηκε πάμπτωχος καὶ ἐπέζησε στὰ 4 του χρόνια καθαρῶς ἀπὸ θαῦμα. Ὅταν «ἔπρεπε» μετὰ ἀπὸ «νουθεσίες» συγχωριανῶν της ἡ μάνα του νὰ τὸν ἀφήσει μὲς στὸ δάσος γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ ἴδια καὶ ὅλο τὸ χωριὸ ἐξαιτίας τῶν κλαμάτων τοῦ τετράχρονου Γιαννάκη, αὐτὴ προτίμησε νὰ παραμείνει μὲ τὸ παιδί της κι ἂς πέθαιναν μαζί. Γὶ αὐτὸ θὰ πεῖ ὁ ἴδιος ἀργότερα, «ἡ μητέρα μου καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἔσωσε». Ὄχι ὅτι ἡ μάνα του ἦταν ἀνώτερη ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ὅπως λένε καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει κάποιος νὰ ἔχει τὴν δεκτικότητα τῆς Χάριτος, οὕτως ὥστε νὰ ἐνεργήσει ὁ Θεός, ἀλλιῶς ὁ Ἴδιος εἶναι «ἀνήμπορος» ἐπειδὴ σέβεται τὴν ἐλευθερία μας. Αὐτὴ ἡ φράση τοῦ Μακρυγιάννη δείχνει καὶ τὴν πρακτικὴ καὶ βιωματικὴ θεολογία ποὺ κάτειχε ὁ στρατηγός.

Ἡ μάνα του λοιπόν, ἦταν τὸ πηγαῖο πρότυπο τοῦ Μακρυγιάννη. Τοῦ ἐνστάλλαξε τὴν Πίστη καὶ τὴν Προσευχὴ στὴν Ζωή του. Αὐτὴ τὴν καλὴ «συνήθεια» τῆς προσευχῆς κληρονόμησε βεβαίως ἀπὸ τὴν μάννα του. Εἶναι γνωστὲς οἱ συμφωνίες του μὲ τὸν Ἀηγιάννη. Δεκατεσσάρων χρόνων παιδὶ βρέθηκε στὸ βουνὸ σὲ ἕνα πανήγυρι κλέφτικο. Πάνω στὸ πανήγυρι πῆρε τὰ ἅρματα τοῦ ἀφεντικοῦ του καὶ τὰ φόρεσε. Ὅταν αὐτὸς τὸν εἶδε νὰ φορᾶ τὰ σύνεργα τῆς ἐλευθερίας τὸν «ἔσπασε» στὸ ξύλο, ἐπειδὴ τὰ «μαγάρισε». Ὁ Μακρυγιάννης ἄρχισε νὰ κλαίει μὲ λυγμούς, ὄχι ἐπειδὴ δὲν ἄντεξε τὸ ξύλο, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸν θεώρησε ἀνάξιο νὰ φορᾶ ἅρματα. Τρέχοντας τότε στὸ εἰκόνισμα τοῦ Ἀηγιάννη τοῦ λέει, εἶδες τί ἔπαθα. Ἂν μὲ βοηθήσεις καὶ πάρω δικά μου ἅρματα, θὰ σοὺ φέρω ἕνα μεγάλο καντήλι νὰ φωτίζει. Ἔτσι καὶ ἔγινε.

Σὲ ἡλικία 17 ἐτῶν ἦταν ἕνας ἑκατομυριοῦχος πωλητὴς σιτηρῶν. Ἀπὸ αὐτὸ μόνο μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸ κοφτερὸ μυαλό του, ποὺ ἂν καὶ τίμιος ἔκανε τόσο μεγάλη περιουσία. Καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς Ἐπαναστάσεως «διηύθυνε» τὸ δικό του ἀσκέρι ἀπὸ ρουμελιῶτες, ποὺ χρηματοδοτοῦσε μόνος του! Ὁ Μακρυγιάννης δὲν μποροῦσε καμμία στιγμὴ νὰ μείνει ἄεργος, ἀκόμη καὶ μὲς στὴν φωτιὰ τοῦ πολέμου! Ὅταν εὕρισκε εὐκαιρία ἄφηνε γιὰ λίγο τὸ γιαταγάνι καί… πήγαινε γιὰ μεροκάματο! Κάπως ἔτσι λοιπὸν ἔμαθε καὶ γράμματα. Διηγεῖται ὁ ἴδιος: «ὁ σταθμός μου εἶναι ἐδῶ εἰς ἀργός. Κάθομαι καὶ ἀγρικιῶμαι μὲ τὴν Κυβέρνηση καὶ παντοῦ εἰς τὶς ἐπαρχίες μ’ ἀρχὲς κι ἀξιωματικοὺς καὶ ὅποτε κάνει χρεία, φέρνω καὶ γύρα σὲ ὅλα τὰ μέρη αὐτὰ διὰ τὴν γενικὴ ἡσυχία ξακολουθῶ τὰ χρέη μου καθήμενος τὸν περισσότερον καιρὸν ἐδῶ.

Καὶ γιὰ νὰ μὴν τρέχω εἰς τοὺς καφενέδες καὶ σὲ ὅλα τοιοῦτα καὶ δὲν τὰ συνηθῶ –(ἤξερα ὀλίγον γράψιμο, ὅτι δὲν εἶχα πάγει εἰς δάσκαλο ἀπὸ τὰ αἰτία ὅπου θὰ ξηγηθῶ, μὴν ἔχοντας τοὺς τρόπους) περικαλοῦσα τὸν ἕνα φίλον καὶ τὸν ἄλλον καὶ μ’ ἔμαθαν κάτι περισσότερο ἐδῶ εἰς Ἄργος, ὁπού κάθομαι ἄνεργος. Ἀφοῦ λοιπὸν καταγίνηκα ἕνα δύο μῆνες νὰ μάθω ἐτοῦτα τὰ γράμματα ὁπού βλέπετε, ἐφαντάστηκα νὰ γράψω τὸν βίον μου… δὲν ἔπρεπε νὰ ἔμπω εἰς αὐτὸν τὸ ἔργον ἕνας ἀγράμματος…» Ὁ Στρατηγὸς ἔμαθε γράμματα μέσα σὲ δύο μῆνες! Τόσο ὀξυδερκὴς νοῦς ἦταν. Τὸ ἀξιοσημείωτο ὅμως εἶναι πὼς δὲν σύχναζε στὸν «ἐλεύθερο» χρόνο του στοὺς καφενέδες, ἀλλα ἤθελε να κάνει κάτι πιὸ δημιουργικό, νὰ μάθη γράμματα! Ἀλήθεια πόσο διαφέρει ὁ μπαρμπαΓιάννης ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς νεοέλληνες…

Ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικὸ ποὺ διακατεῖχε τὸν Μακρυγιάννη ἦταν καὶ ἡ αὐτοθυσία του, ποὺ συνοδευόμενη μὲ τὴν λεβεντιὰ του ἔκανε «θαύματα». Βρισκόμαστε στὴν πιὸ κρίσιμη καμπὴ τοῦ Ἀγώνα. Τὸ Μεσολογγι ἔχει πέσει, ὁ Ἰμπραὴμ σπέρνει τὸν τρόμο καὶ τὸν πόνο στὸν Μωριᾶ. Ἂν ὁ Ἰμπραημ (τὸν ὁποῖο ὑποβοηθοῦσαν Γάλλοι ἀξιωματικοὶ μαζὶ μὲ τὸ πυροβολικὸ τους) κατελάμβανε τὸ Ναύπλιο ὁ Ἀγώνας θὰ ἐθεωρεῖτο λῆξας. Τότε ὁ Μακρυγιάννης παίρνει τὴν ἀπόφαση νὰ τὸν ἀντιμετωπίση μὲ 350 παλληκάρια στοὺς Μύλους. Λίγο πρὶν τὴν μάχη εἶχε μία συνομιλία μὲ τὸν Γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ. «Ἐκεῖ ὀπούφτιαχνα τὶς θεσες εἰς τοὺς Μύλους ἦρθε ὁ Ντερνὺς νὰ μὲ ἰδῆ. Μοῦ λέγει: Τί κανεὶς αὐτοῦ; Αὐτὲς οἱ θέσες εἶναι ἀδύνατες. Τί πόλεμο θὰ κάνετε μὲ τὸν Μπραΐμη αὐτοῦ;

Τοῦ λέγω: εἶναι ἀδύνατες οἱ θέσεις καὶ ἐμεῖς, ὅμως εἶναι δυνατὸς ὁ Θεὸς ὅπου μᾶς προστατεύει, καὶ θὰ δειξωμεν τὴν τύχη μᾶς σ’ αὐτὲς τὶς θέσες τὶς ἀδύνατες. Κι ἂν εἴμαστε ὀλίγοι εἰς τὸ πλῆθος τοῦ Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ’ ἕναν τρόπον, ὅτι ἡ τύχη μᾶς ἔχει τοὺς Ἕλληνες πάντοτε ὀλίγους. Ὅτι ἀρχὴ καὶ τέλος, παλαιόθεν καὶ ὡς τώρα ὅλα τὰ θεριὰ πολεμοῦν νὰ μᾶς φᾶνε καὶ δὲν μποροῦνε, τρῶνε ἀπό μᾶς καὶ μένει καὶ μαγιά. Καὶ ὀλίγοι ἀποφασίζουν νὰ πεθάνουν, καὶ ὅταν κάνουν αὐτείνη τὴν ἀπόφασιν, λίγες φορὲς χάνουν καὶ πολλὲς κερδαίνουν. Ἡ θέση ὁπού εἴμαστε σήμερα ἐδῶ εἶναι τοιούτη καὶ θὰ ἰδοῦμεν τὴν τύχη μας οἱ ἀδύνατοι μὲ τοὺς δυνατούς.’Τρὲ μπιεν’ μοῦ λέγει κί ἀναχώρησε ὁ ναύαρχος». 

Ὁ Μακρυγιάννης σὰν ἄλλος Δαυὶδ νικᾶ τὸν Γολιάθ. Ἡ Πίστη του στὸν Θεὸ τὸν ἔκανε νὰ μεγαλουργήσει. Παρολίγον ὅμως νὰ χάσει τὸ χέρι του, τὸ ὁποῖο χτυπήθηκε σοβαρά. Ἄλλο ἕνα παράσημο γιὰ τὸν γενναῖο Στρατηγὸ. «Ἔχω δύο πληγὰς εἰς τὴν κεφαλήν, ἄλλην εἰς τὸν λαιμόν, ἄλλην εἰς τὴν χείρα, ἠτις δὲν ἔχει κόκκαλα, ἄλλην εἰς τὸν πόδα καὶ ἄλλην εἰς τὴν γαστέρα καὶ εἶμαι ζωσμένος μὲ τὰ σιδερὰ καὶ φυλάττω τὰ ἔντερα ἐντὸς αὐτῆς… αὐτὰς τὰς πληγὰς τὰς ἔλαβα διὰ τὴν πατρίδα καὶ ὅταν ἀλλάζη ὁ καιρός, οἱ δριμύτατοι πόνοι μὲ κάνουν παράφρονα…».

Ὅμως ὁ Μακρυγιάννης στὸν Ἀγώνα δὲν ὑπῆρξε μόνο γενναῖος πολεμιστὴς μὰ καὶ σώφρων καὶ τίμιος συνάνθρωπος. Εἶναι γνωστὲς πλέον urbi et orbi οἱ μηχανορραφίες πολλῶν πολιτικῶν ἔναντι τῶν στρατιωτικῶν. Ἂν καὶ ὁ Μακρυγιάννης τάχθηκε μὲ τὴν πλευρὰ τῶν πρώτων, ὡστόσο δὲν παραλείπει νὰ ἀντιμάχεται κάθε τους ἀτιμία καὶ ἰδιοτέλεια. Στὴν «δελεαστικὴ» πρόταση τοῦ Κωλέττη πρὸς τὸν Γκοῦρα νὰ σκοτώσει τὸν καπετάνιο του, τὸν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο, μὲ ἀντάλλαγμα χρήματα καὶ τὴν ἀρχηγία τῆς Λειβαδιᾶς ὁ Γκοῦρας τὸ σκέφτεται.

Ὁ Μακρυγιαννης τότε λέει στὸν Γκοῦρα: «τώρα βάνουν ἐσένα νὰ σκοτώσης τὸν Δυσσέα, αὔριο θὰ βάνουν ἐμένα νὰ σκοτώνω ἐσένα. Καὶ νὰ τὸ καρτερῆς! Κι ἐτζι θὰ μᾶς φανὲ ὅλους.» Ὁ Μακρυγιάννης ἔπεισε μία-δύο φορὲς τὸν Γκοῦρα νὰ μὴν προχωρήση στὸ ἔγκλημα, τελικὰ ὅμως ὁ τελευταῖος κάμφθηκε ἀπὸ τὴν Κυβέρνηση. Τότε ὁ Μακρυγιάννης ἐνῶ βρισκόταν μαζί του μὲς στὴν Ἀκρόπολη ποὺ ἐπολιορκεῖτο τοῦ λέει ἀνάμεσα στὰ πολλὰ: «Θυμήσου πόσα σοῦ εἶπα εἰς τὴν Ἀγόργιανη, ὅτι θὰ μᾶς βάλουν νὰ σκοτώνωμεν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Τότε μ ἄκουσες, δὲν τὸ κάμες, ὕστερα ἔγινε. Τώρα ὅμως νὰ γνωρίσης τοὺς φίλους σου καὶ τοὺς ἀπατεῶνες. Δὲν πλουταίνει ὁ ἄνθρωπος μὲ χρήματα μοναχά, πλουταίνει κι ἀπὸ τὰ καλά του ἔργα.

Δάκρυσαν τὰ ματιὰ τοῦ καημένου, τὸν ἔτυπτε ἡ συνείδηση τοῦ διὰ τὸ κάμωμα ὁπού καμεν εἰς τὸν Δυσσέα. Μοῦ εἶπε: ἂν ζήσω καὶ ἐβγω ἔξω, δὲν θέλω ματαξέρει ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς μπερμπάντες. Καὶ τὰ χρήματα, μοῦ εἶπε, καταγίνομαι νὰ φκιάσω τὴν διαθήκη μου καὶ θὰ κάμω σχολεῖα κι ἀλλὰ καλὰ διὰ τὴν πατρίδα. Καὶ θὰ ἀφήσω ὅλων ἐσᾶς τὸ μερίδιόν σας. –Να ζήσης νὰ τὰ χαρῆς ἀδελφέ, καὶ νὰ κάμης καλὰ πράγματα διὰ τὴν πατρίδα, νὰ βγάλης αὐτὸν τὸν λεκὲ ἀπὸ πάνου σου, ὅτι ὁποῖος σὲ ἔχει φίλο λυπᾶται. Ἔγω δὲν θέλω ἀπὸ μέρους μου τίποτα.»

Ὁ Μακρυγιάννης σκέπτεται, ἐνεργεῖ καὶ πράττει πάντοτε σὰν καλὸς πατριώτης. Πρῶτα ὅμως προσεύχεται. Εἶναι γνήσιο τέκνο καὶ «μαθητὴς» τῶν κολλυβάδων πάτερων. Ἡ εὐλάβεια καὶ ἡ Πίστη του δὲν εἶναι καρπὸς ἰδεολογήματος, ἀλλὰ βίωμα καὶ καθημερινὸς τρόπος ζωῆς. Τὰ μυστήρια καὶ ἡ Λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ δύναμη ἀπὸ ὅπου ἀντλοῦν ὁ Στρατηγὸς καὶ ἡ οἰκογένεια του τεράστια ψυχικὰ ἀποθέματα. «τὰ μεσάνυχτα περνῶντα ἔστειλα καὶ πῆρα τὸν παπὰ καὶ μᾶς ξεμολόγησε καὶ λειτούργησε καὶ μεταλάβαμε». Γράφει άλλοῦ στὰ Ἀπομνημονεύματα: «Σήμερα Παρασκευή, ἀγωνίστηκα ἀρκετὲς ὧρες καὶ μὲ ἁμαρτωλὰ δάκρυα, τὶς ἄλλες μέρες κάνω τέσσερις ὧρες, αὐγὴ καὶ βράδυ, εἰς τὴν προσευχή μου, καὶ ὅταν θὰ φύγω ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι μου, καὶ ὅταν θὰ γυρίσω, καὶ ὅταν θὰ ἀποφάγω».

Στὸ δεύτερό του βιβλίο σημειώνει μὲ παιδικὴ ἀθωωτητα καὶ χωρὶς ἴχνος ταπεινολογιας «Εἶπα, τὴν Μεγάλη Τετράδη καὶ τὴν Μεγάλη Παρασκευή, νὰ κάμω αὐτὲς τὶς δύο μέρες ἀπὸ τρεῖς χιλιάδες τρακόσες μετάνοιες τὸ μεριόνυχτον… ἄλλο τίποτας δὲν ἔχω νὰ εὐχαριστήσω (τὸν Θεόν), μόνον καὶ μόνον τὴν ἁμαρτωλή μου προσευχή, αὐγὴ καὶ βράδυ ἀπὸ χίλιες τρακόσες μετάνοιες καὶ ἑκατὸ μὲ τὸ κομπολόγι, καὶ ὅ,τι μπορέσω ὅταν θὰ πάγω εἰς τὴν δουλειὰ μου καὶ ὅταν γυρίσω ὀπίσω, νὰ τὸν εὐχαριστήσω ὁ ἁμαρτωλὸς». Τὸ 1941 ὁ Γ. Βλαχογιάννης, ὅταν ἔδειξε τὰ «Ὁράματα καὶ Θάματα» στὸν Γ. Θεοτοκά, τοῦ εἶχε πεῖ κατὰ λέξη: «εἶναι τὸ ἔργο ἑνὸς τρελλοῦ». Καὶ ὁ Λίνος Πολίτης προλογίζοντας τὴν ἔκδοση αὐτὴ σημειώνει: «ἡ ἐνοχλητικὴ γιὰ μᾶς θρησκοληψία τοῦ γερασμένου πιὰ Μακρυγιάννη (2)».

Βέβαια καὶ ὁ Πολίτης καὶ ὁ Θεοτοκὰς καὶ ὁ Βλαχογιάννης δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὴν εὐλάβεια τοῦ πιστοῦ λαοῦ τῆς Τουρκοκρατίας, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι σπουδαγμένοι στὴν Δύση καὶ ἐρχόμενοι κατόπιν στὴν ἑλλάδα (μὲ ὅλες τὶς συνέπειες τοῦ ἑλλαδισμοῦ, ἤτοι τὸ ψευτορωμαίϊκο κατὰ ΠατροΚοσμά) κομίζουν ἀντιλήψεις καὶ νοοτροπίες ξένες πρὸς τὴν Ρωμηοσύνη. Μόνο ὅσοι ἔχουν ἐμπειρία τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως, ποὺ διασώζεται στὶς λαϊκὲς πρακτικές καὶ στὰ συναξάρια, μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὴν δυναμική τῆς Πίστεως μέχρι τὸν 19ο αἰώνα.

Παρόμοιες καταστάσεις παλαισμάτων καὶ Νοερᾶς Προσευχῆς συναντοῦμε σὲ ἱστορίες τοῦ γεροντικοῦ παλαιότερα, καθὼς και στὸν Γέροντα Ἰωσήφ τὸν Ἡσυχαστή, πιὸ πρόσφατα. Ὁ γερωΠαΐσιος εἶχε πεῖ γιὰ τὸν Μακρυγιάννη «ὁ Μακρυγιάννης ζοῦσε πνευματικὲς καταστάσεις. Ἂν γινόταν καλόγερος, πιστεύω ὅτι ἀπὸ τὸν Μ. Ἀντώνιο δὲν θὰ εἶχε μεγάλη διαφορά. Τρεῖς χιλιάδες μετάνοιες ἔκανε καὶ εἶχε καὶ τραύματα καὶ πληγές. Ἄνοιγαν οἱ πληγές του, ἔβγαιναν τὰ ἔντερά του, ὅταν ἔκανε μετάνοιες, καὶ τὰ ἔβαζε μέσα. Τρεῖς δικὲς μου μετάνοιες κάνουν μία δικὴ του. Ἔβρεχε τὸ πάτωμα μὲ τὰ δάκρυά του. Ἐμεῖς, ἂν ἤμασταν στὴν θέση του, θὰ πηγαίναμε στὸ νοσοκομεῖο νὰ μᾶς ὑπηρετοῦν. Θὰ μᾶς κρίνουν οἱ κοσμικοὶ (3)

Ἕνα ἄλλο γνώρισμα ποὺ χαρακτηρίζει τὸν Μακρυγιάννη εἶναι ἡ ἄκρα τιμιότητα του. Μᾶς διασώζει ὁ ἴδιος ἕνα περιστατικὸ ὅπου ἔπιασε κάποιον προύχοντα τῆς ἐποχῆς νὰ κλέβει. Ὁ Στρατηγὸς τὸν πιάνει ἐπ’ αὐτοφώρω! «“Ὅσο νὰ σ’ ἀπολύσω,” τοῦ εἶπα, θὰ τρῶμε μαζί””. Ἐγὼ εἶχα ἀνάγκη νὰ τὸν βαστήσω μαζί μου πέντ’-ἔξι ἡμέρες, νὰ μάθω γνώση αὐτόν, νὰ μὴ ματακλέψη ξένα χρήματα, καὶ νὰ λάβουν προσοχὴ κ’ οἱ ἄλλοι. Τὸ παζάρι εἰς τὴν Ἀθήνα, ὅπου συνάζονται τὰ χωριὰ κι’ ἄλλος κόσμος καὶ ψωνίζουν, γίνεται τὴν Δευτέρα τὸν κλέφτη τὸν ἔπιασα τὴν Τρίτη τὸν εἶχα ἀνάγκη ἔξι μέρες ὡς τὴν Δευτέρα.

Τὸν πῆρα, ἀφοῦ ἔλαβα τὰ χρήματα σωστὰ καὶ τὰ ‘δωσα τοῦ ἀνθρώπου ὁπού τὰ ‘χασε, καὶ φάγαμε ψωμὶ κατὰ τὴν συνφωνίαν μας. Τοῦ φκειάνω κ’ ἕνα γκιουλὲ ὡς πέντε ὀκάδες καὶ βάνω ἀπάνου εἰς τὸν γκιουλὲ αὐτὰ. Ὅποιος θέλει νὰ κλέβη, καθὼς ἡ ἀφεντειὰ του ἂς τηράγη τὸν ἴδιον κι’ ἂς “κλέβη ὅποιος ἀγαπάη”. Τοῦ πέρασα εἰς τὸν λαιμὸν τὸν γκιουλέ, καὶ τὰ γράμματα ἀπάνου, τὸν πῆγα εἰς τὴν μέση τὸ παζάρι, ὁπού ‘ναι ἡ καμάρα τοῦ παζαριοῦ, τὸ ‘δωσα μόνος μου ἑκατὸ ξυλιὲς καὶ καμπόση ὥρα κρεμασμένος ἀπὸ τὰ χέρια -ὅτι ἐκεῖνα ἔκλεψαν. Τὸν κατέβαζα, πηγαίναμε τρώγαμε ψωμί. Τὸ δειλινὸ μισῆ ὥρα κρεμασμένος καὶ δέκα ξυλιὲς ὅσο ὅπου ‘ρθε ἡ Δευτέρα. Τελειώσαμε, φάγαμε μαζί, ἐπιαμε ὡς ἀδελφοί, τὸ ‘δωσα καὶ τ’ ἀγώγι καὶ τὸν ἔδιωξα. Εἰς τ’ Ἀνάπλι τὸν ἀντάμωσα καὶ μὸ ‘κάμε ἕνα τραπέζι καὶ μοῦ συχώρεσε τὴν μάννα καὶ τὸν πατέρα, ὅτι ἔγινε τίμιος ἄνθρωπος καὶ καζάντησε ἀπὸ τὴν δουλειά του. Καὶ τ’ ἀργαστήρια τῶν Ἀθηναίων μέναν ἀνοιχτὰ τὴν νύχτα καὶ κλεψιὲς δὲν ματάγιναν.».

Ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ Μακρυγιάννη εἶναι ἔμπλεος παιδαγωγίας ἀλλὰ καὶ ἀγάπης συγχρόνως. Τὸν δένει στὴν ἀγορὰ ἐνώπιον ὅλων, τοῦ ρίχνει ἑκατὸ «ξυλιὲς» γιὰ νὰ τὸν ταπείνωσει, ὅμως τὸ βράδυ σὰν ἀγαθὸς πατέρας τὸν κατεβάζει καὶ τοῦ κάνει τὸ τραπέζι! Μετὰ ἀπὸ χρόνια τὸν ἀνταμώνει τυχαία στὸ Ναύπλιο καὶ ὁ προύχοντας τὸν εὐγνωμονεῖ μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ. Ἐδῶ «καταργοῦνται» ὅλες οἱ ἤπιες σύγχρονες παιδαγωγικὲς μέθοδοι ποὺ φοβοῦνται, μήπως τυχὸν πάθουν ψυχολογικὰ τὰ παιδιά μας! Ὅμως ἡ παιδαγωγική τοῦ Μακρυγιάννη κρίνεται ἐν τέλει ἄκρως ἐπιτυχής, ἀφοῦ διακρίνεται ἀπὸ τὴν Ἀγάπη, στοιχεῖο ποὺ λείπει ἀπὸ τὴν σύγχρονη ὀρθολογούμενη ἐποχή μας.

Ὁ Μακρυγιάννης εἶναι συνεχιστὴς τῆς Παράδοσης τοῦ Γένους μας. Θεωρεῖ φραγκικὲς ἀρρώστιες αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν στὴν Ἑλλάδα. Πονάει γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ ὑπάρχει. Θεωρεῖ πὼς μετὰ τὴν «ἀνεξαρτησία» της ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἔχει γίνει ὑποχείριο τῶν Εὐρωπαίων, καὶ δὴ τῆς ἀγγλικῆς πολιτικῆς, μέσω βεβαίως τῶν Βαυαρῶν. Κάποια στιγμὴ ξεσπᾶ καὶ λέει: «κάλλιο νὰ καθόμαστε μὲ κεῖνον τὸν Βασιλέα (Σουλτάνο) ὁπού χαμεν – καὶ εἴχαμεν καὶ τὴν τιμήν μας καὶ βαστούσαμεν καὶ τὴν θρησκεία μας, καὶ ὄχι τοιούτως ὁπού καταντήσαμεν». Ὁ Μακρυγιάννης τὰ λέει αὐτὰ ὄχι ἐπειδὴ εἶναι φιλότουρκος ἀλλὰ ἐπειδὴ βλέπει τὰ μικρόβια ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὴν Εὐρώπη νὰ βρίσκουν ἀγαθὴ γῆ στοὺς νεοέλληνες.

«…Τὸ ‘Ἔθνος ἀφανίστη ὅλως-διόλου καὶ ἡ θρησκεία -ἐκκλησία εἰς τὴν πρωτεύουσα δὲν εἶναι καὶ μᾶς γελᾶνε ὅλος ὁ κόσμος. Οἱ φατρίες σας, τὸ ‘να τὸ μέρος καὶ τ’ ἄλλο, θέλετε θέατρο τὸ φκειάσετε κι’ αὐτὸ διὰ-νὰ μᾶς μάθη τὴν παραλυσία. Καὶ δὶ’ αὐτὸ “παίρνουν δύο ἀδέλφια δύο ἀδελφές. ‘Ὅ,τι τοῦ λὲς -“ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τίποτας!” Καὶ τὰ παιδιὰ ὁπού τὰ στέλνουν νὰ φωτιστοῦν γράμματα κι’ ἀρετή, ἀπὸ-μέσα τὸ κράτος κι’ ἀπόξω, φωτίζονται τὴν τραγουδικὴ καὶ ἠθική του θεάτρου καὶ πουλοῦνε τὰ βιβλία τοὺς οἱ μαθηταὶ νὰ πᾶνε ν’ ἀκούσουνε τὴν Ρίτα-Βάσσω τὴν τραγουδίστρια τοῦ θεάτρου ὅτι παλαβώσανε οἱ γέροντες ὄχι τὰ παιδάκια νὰ μὴν πουλήσουνε τὰ βιβλία τους. Τὸν γέρο Λόντο, ὁπού δὲν ἔχει οὔτε ἕνα δόντι, τὸν παλάβωσε ἡ Ρίτα-Βάσσω τοῦ θεάτρου καὶ τὸν ἀφάνισε τόσα τάλλαρα δίνοντας κι’ ἄλλα πισκέσια.»

Στὸ θέμα τῆς Πίστης μας ὁ Μακρυγιαννης θὰ ἀποδειχθεῖ καὶ θὰ ἀναδειχθῆ συγχρόνως μέγας ἀπολογητὴς τῆς Ὀρθόδοξου Παραδόσεως. Ἐρχόμενη ἡ Ἀντιβασιλεία στὴν Ἑλλάδα, ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα μελήματα της εἶναι νὰ ἐκπροτεσταντίσει τοὺς «δεισιδαίμονες» Ρωμηούς! Ἂς Θυμηθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Γάλλου περιηγητῆ Μαλὲρμπ πρὸς τὸν Μακρυγιάννη: «…Ἕνα θὰ σᾶς βλάψη ἔσας, τὸ κεφάλαιον τῆς θρησκείας, ὁπού εἶναι αὐτείνη ἡ ἰδέα σ’ ἐσᾶς πολὺ τυπωμένη».

Ἡ Ἀγγλία στέλνει μισσιοναρίους ἱεραποστόλους. Οἱ «κοραϊκοί» συνεργάζονται εὐχαρίστως μαζί τους. Ὁ Ἀγγλος Korck διορίζεται διευθυντὴς τοῦ Ἑλληνικοῦ Διδασκαλείου. Ὁ μισσιονάριος Leeves συνεργάζεται μὲ τὸν Φαρμακιδη καὶ ὁ Νεόφυτος Βάμβας μεταφράζει τὴν Ἁγία Γραφή, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται παραποιημένη στὴν Λατρεία καὶ τὴν Ἐκπαίδευση. Τὸ ἔγκλημα ὅμως εἰς βάρος τῆς Ὀρθόδοξης πατρίδας ἦταν ἡ διάλυση 412 ἐπανδρωμένων μοναστηριῶν καὶ ἡ βίαιη ἀποσχηματίση μοναζουσῶν! Οἱ Βαυαροὶ εἶχαν καταλάβει ποὺ ἔπρεπε νὰ χτυπήσουν. Στὴν καρδιὰ τοῦ γένους, στὰ μοναστήρια. Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ χτυπήσουν στὴν ρίζα τους.

Αὐτὴ τὴν στάση τῶν Μοναστηριῶν στὸν Ἀγώνα ὁμολογεῖ καὶ προσδιορίζει ὁ Μακρυγιάννης: “Τ’ ἅγια τὰ μοναστήρια, ὁπού ‘τρωγαν ψωμὶ oἱ δυστυχισμένοι […] ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν Πατέρων, τῶν Καλογήρων. Δὲν ἦταν καπιτσίνοι δυτικοί, ἦταν ὑπηρέτες τῶν Μοναστηριῶν τῆς Ὀρθοδοξίας. Δὲν ἦταν τεμπέληδες· δούλευαν καὶ προσκυνοῦσαν (=λάτρευαν). Καὶ εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδος σ’ αὐτὰ τὰ μοναστήρια γινόταν τὰ μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τὰ ὀλίγα ἀναγκαῖα του πολέμου, καὶ εἰς τὸν πόλεμον θυσίαζαν καὶ σκοτωνόταν αὐτεῖνοι, οἱ ‘περέτες τῶν μοναστηριῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν. Τριάντα εἶναι μόνον μὲ μένα σκοτωμένοι ἔξω εἰς τοὺς πολέμους καὶ εἰς τὸ Κάστρο, τὸ Νιόκαστρο καὶ εἰς τὴν Ἀθήνα“.

Ἡ φράση “δὲν ἦταν καπιτσίνοι δυτικοὶ” γιὰ μᾶς σημαίνει: δὲν εἶχαν καμιὰ σχέση μὲ τὰ δυτικὰ-μοναχικὰ τάγματα, ποὺ βρίσκονταν στὴν ἐξουσία τοῦ Πάπα. Ἦταν στὴν ὑπηρεσία τοῦ Γένους, στὸ ὁποῖο καὶ ἀνῆκαν. Εἶναι πολὺ εὔκολο λοιπὸν νὰ καταλάβει κανεὶς γιατί καταδικάστηκε ἀργότερα ὁ Μακρυγιάννης (ὅπως ἄλλωστε κυνηγήθηκαν τόσο ἔντονα καὶ οἱ Φλαμιᾶτος καὶ Παπουλᾶκος). Ἦταν ἕνας ἀντιδραστικὸς Ρωμηὸς μὲ κοφτερὸ μυαλό. Μπορεῖ βέβαια νὰ τοῦ ἐδόθη χάρη, ἀλλὰ πέθανε στὸ τέλος πάμπτωχος, ἂν καὶ εἶχε δώσει στὴν πατρίδα δώδεκα παιδιά! Οἱ τότε κυβερνήσεις κάλλιστα μπορεῖ νὰ παραλληλιστοῦν μὲ τὶς σημερινὲς ὅσον ἀφορᾶ τὴν ραγιαδοσύνη τους (βλ. φορολόγηση παιδιῶν!).

Ἐντούτοις, δὲν φταῖνε σύμφωνα μὲ τὸν Μακρυγιάννη ἐξολοκλήρου οἱ Δυτικοί. Αὐτοὶ τὴν δουλειὰ τους κάνουν, ἁπλῶς βρίσκουν κάθε φορὰ καλοθελητὲς ποὺ τοὺς «διακονοῦν». «Ὥστε ὅποιος δὲν εἶναι εἰς τὴν σημαία τοῦ Μαυροκορδάτου φατριαστὴς κι Ἀγγλιστής, Κωλέττη καὶ Γαλλιστής, Μεταξᾶ καὶ Ρουσιστὴς καὶ εἶναι Ἕλληνας διὰ τὴν πατρίδα του καὶ θρησκεία του, αὐτὰ παθαίνει».

Ὁ σοφὸς Στρατηγὸς ὅπου βρεθεῖ χτυπᾶ κάθε δυτικὸ νεωτερισμό, εἴτε αὐτὸς βάλλει κατὰ τῆς Πίστεως εἴτε κατὰ τῆς Παραδόσεως. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ ἑξῆς περιστατικό. «Τοῦ ἀΓιαννιοῦ τοῦ Θεολόγου τὸ βράδυ» μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση «ἦταν κάτι λογιώτατοι εἰς τὸ σπίτι μου, μισομαθεῖς καὶ ἄθρησκοι…». Ἐκεῖ λοιπόν, στὸ σπίτι του ἦρθε σὲ σύγκρουση μὲ τὸν Σοφιανόπουλο γιὰ τὴν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου. Ὁ Σοφιανόπουλος σπουδαγμένος στὴν Δύση, καὶ σαφῶς ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν ἄθεο Διαφωτισμὸ ἀμφισβητοῦσε ἔντονα καὶ μὲ ἔπαρση (εἶχε σπουδάσει φιλοσοφία στὴν Εὐρώπη) τὸν Μέγα Βασίλειο. Τότε ὁ Μακρυγιάννης τοῦ λέει: «Εἰς τὸ σχολεῖο ποὺ πάτε, θεολογία σπουδάζετε καὶ φιλοσοφία ἢ τὸ ἕνα;» Λέγει:«Φιλοσοφίαν μόνον» [.….] τοῦ λέω: «ἐσὺ δὲν μπορεῖς νὰ τὸ γνωρίζεις, ὅτι εἶσαι κουτσός.

Αὐτὸς ὁ Ἅγιος Βασίλειος καὶ οἱ ἄλλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τὸ γνωρίζουν, ὅτι εἶχαν πρῶτα ἀρετή, ἠθική, καὶ σπουδαξαν καὶ τὴν θεολογία πρῶτα καὶ τὴν φιλοσοφία καὶ γνώρισαν μὲ τὴν ἐντέλειαν τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο καὶ ἔγιναν καὶ καλοὶ χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι θεολόγοι καὶ καλοὶ φιλόσοφοι, καὶ τότε ἔλαβαν καὶ τὴν Φώτιση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν εὐλογίαν του…». Ὁ Σοφιανόπουλος ὀρθολογιστὴς ὤν, δὲν ἔδειχνε νὰ πείθεται. Θυμωμένος ὁ Μακρυγιάννης τὸν σηκώνει μὲ τὸ στανιὸ καὶ τοῦ λέει νὰ βάλει τὸ αὐτί του στὴν κλειδαρότρυπα. Ὁ ἴδιος φύσηξε μὲ δύναμη μέσα καὶ τοῦ λέει: «ἔβγα νὰ μᾶς εἰπεῖς τί σου εἶπα. βγῆκε. Λέγει: ἕνας ἀγέρας μοῦ γιόμωσε τὸ αὐτί μου. Τοῦ λέγω:καὶ αὐτὸ τῆς Θείας πρόνοιας μὲ τὴν Θεοτόκο ἀγέρας εἶναι, εἶπε καὶ ἔγινε, δὲν εἶναι ἀθρώπινον ἔργο, καὶ διὰ τοῦτο ἐγεννήθη καὶ ἔμεινε παρθένος….καὶ τοὺς εἶπα εἰς τὸ ἑξῆς νὰ πάψουν ἀπὸ αὐτὰ καὶ δὲν θέλω τέτοιες ὁμιλίες μπερμπάντικες καὶ καϊριστές».

Ὁ Στρατηγὸς καταλαβαίνει πὼς ἐχθρὸς σὲ ἐκείνη τὴν περίοδο ἦταν οἱ πεφωτισμένοι τῆς Δύσεως (Κοραής, Φαρμακίδης, Καΐρης κ.ἄλ) καὶ οἱ ἀντορθόδοξες δοξασίες τους. «Εἰς τὰ 1839 μάθαμεν κι’ ὁ περίφημος δάσκαλος Καγίρης δὲν πιστεύει τὴν Ἁγίαν Τριάδα κι’ ἄλλα τέτοια». Ὅπως λέει ὁ παπαΓιώργης ὁ Μεταλληνος ἡ φωτισμένη ἀπάντηση τοῦ Μακρυγιάννη θυμίζει τὸ θαῦμα τῆς κεράμου μὲ τὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα, καὶ τὴν εὐλογία ποὺ ἔδωσε ὁ Ἅγιος Δημήτριος στὸν Νέστορα νὰ ἀντιμετωπίσει τὸν Λυαῖο. Θεολογία κάνει ὁ Ἅγιος Νέστορας. Ἡ Θεολογία του ἦταν τὸ σπαθὶ ἐκείνη τὴν στιγμή. Θεολογία κάνει καὶ ὁ Μακρυγιάννης. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ κλίμα κινεῖται ὁ Στρατηγός.

Ἄξιος μνείας ὅσον ἀφορᾶ καὶ τὸ ἀστεῖο τοῦ πράγματος εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς περιστατικὸ. Εἶχε προσκληθεῖ ὁ ἴδιος τὴν ἥμερα τῶν Χριστουγέννων ἀπὸ τὸν γνωστὸ Ἀθηναῖο πρόξενο τῆς Ρωσσίας (4). Φθάνοντας στὸ σπίτι τοῦ Παπαρηγοπούλου μαζὶ μὲ τὸν φίλο του καὶ συναγώνιστη του Κῶτσο Λιδωρικιώτη, ὁ στρατηγὸς μὲ ἐκπλήξη εἶδε ἕνα δίμετρο ἔλατο στὸ σαλόνι τοῦ προξένου, κούνησε τὸ κεφάλι του καὶ τοῦ εἶπε: «Ὡραῖο εἶναι κὺρ Γιάννη. Καὶ τοῦ χρόνου νὰ εἴμαστε καλά. Ἀλλὰ τὰ δένδρα μου ἔγω δὲν τ’ ἀφήνω νὰ φυτρώνουν μέσα στὴν κάμαρά μου!… Μόνο τ’ ἅρματά μου φυτρώνουν ἐκεῖ!…» 
(5). Ἀπὸ τότε τὸ Δένδρο ἐπεκτάθηκε στὶς λίγες ἀριστοκρατικὲς οἰκογένειες τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ Μακρυγιάννης ἐξανίστατο ὅταν νοθευόταν ἡ Παράδοση μας. Πίστευε πὼς ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη ὡς Ἕλληνες στὴν διαφύλαξή της καὶ παράδοσή της στοὺς νεωτέρους.

Ἡ μίμηση ποὺ ἔχουμε ἀκρίτως καὶ ἀδιακρίτως ὡς νεοέλληνες, μᾶς κάνει νὰ πιθηκίζουμε! Ἔχουν καλλιεργηθεῖ στὸν λαό μας σὲ ὑπερβολικὸ βαθμὸ συναισθήματα μειονεξίας ἔναντι τῶν εὐρωπαίων. Ὡς ἐπίλογο καὶ παρακαταθήκη ἂς ἔχουμε στὸν νοῦ μας τὰ λόγια τοῦ τίμιου καὶ πιστοῦ ἀγωνιστῆ «…Ἴσως ἐσεῖς οἱ μεταγενέστεροι, σὰν ἰδητε τὴν ἀρετή μας, θὰ εἶστε εἰλικρινώτεροι διὰ τὴν πατρίδα. Γλυκώτερον πράμα δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν πατρίδα καὶ θρησκεία. Ὅταν δὶ αὐτὰ τὸν ἄνθρωπον δὲν τὸν τύπτη ἡ συνείδησή του, ἀλλὰ τὰ δουλεύει ὡς τίμιος καὶ τὰ προσκυνῆ, εἶναι ὁ πλέον εὐτυχὴς καὶ ὁ πλέον πλούσιος».

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. «Νὰ τὴν χ*** τέτοια λευτεριά, ὁποὺ θὰ κάμω ἐγὼ ἐσένα πασιά!» ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΖΟΥΡΑΡΙΣ
2. «Ὁράματα καὶ Θάματα», σελ. 114
3. Πνευματικὴ Ἀφύπνιση, ΛΟΓΟΙ Β΄ σελ. 206. (Ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Γέροντα γιὰ τὸν Μακρυγιάννη. «Κείμενα – Ἐπιστολές Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου»)
4. Ὅπως ἔγραψε καὶ ὁ καθηγητὴς λαογραφίας Δ. Λουκάτος ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φόρα τὸ 1833 στὸ Ναυπλιο ἐπὶ Ὀθωνος, καὶ τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1843 στὴν Ἀθήνα, στὸ σπίτι τοῦ Ι. Παπαρηγοπούλου, τοῦ προξένου τῆς Ρωσσίας. Δ. Λουκάτου, «Χριστουγεννιάτικα καὶ τῶν ἑορτῶν»
5. Καθημερινὴ 22/12/1996 περιοδικό ἐρῶ Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2012. 

***** 

Ν: Εις μνήμην του Στρατηγού, αναδημοσιεύουμε τα δύο παρακάτω κείμενα, για να θυμόμαστε, να συνειδητοποιούμε ποιοι αγωνίζονται δοκιμασμένα γι' αυτή την πατρίδα, και ίσως να παίρνουμε και λίγο φωτιά. 

"Να καούν τα φαρμακερά βρωμοχόρταρα, για να ανασάνει η Ελλάδα"


«Οι άνθρωποι θα μείνουν φτωχοί, γιατί δεν θα έχουν αγάπη στα δέντρα»

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

Το νεοελληνικό κράτος το ελευθέρωσαν οι Έλληνες, αλλά το έστησαν οι Βαυαροί και το κυβερνούν 10-15 οικογένειες, δυναστείες πολιτικών.

Το κράτος αυτό, αντί να αναδείξει τις αρετές του λαού, την αντοχή, την καρτερία, το πνεύμα θυσίας και αυταπάρνησης, που το κράτησαν όρθιο στα χρόνια της πολυαίωνης σκλαβιάς, «φρόντισε» να εκλύσει τις χειρότερες ροπές του και να υποσκάψει τον εσώτερο χαρακτήρα του, το φιλότιμό του. Από την πρώτη ημέρα του ελεύθερου βίου του, οι δαίμονες της πατρίδας, οι πολιτικοί του, κατακερμάτισαν τον λαό σε κομματικά σουλτανάτα. «Οι πολιτικοί μας και οι ξένοι τρώγονταν και καθένας κοίταζε να περισκύση η δική του φατρία. Άλλος το ήθελε Αγγλικόν, άλλο Ρούσικον, άλλος Γαλλικόν… τήραγαν να πάρουν κάνα λεπτό, ότι εις την Ελλάδα ηύραν αλώνι ν’ αλωνίσουν». (Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα»).

Το κράτος αυτό το ανέστησε το αίμα του λαού του, με τους πολέμους του ’12-’13, για να έρθουν μετά οι άπληστες κομματικές συμμορίες, να το βυθίσουν στο Διχασμό και να το οδηγήσουν στο μικρασιατικό σφαγείο. Το κράτος αυτό είδε τον ανθό του να πολεμά με ηρωισμό στα βουνά της Ηπείρου και της Μακεδονίας αυτοκρατορίες ολάκερες, για να βρεθεί μετά από έξι χρόνια αιματοκυλίσματος, ντροπιασμένο, ερειπωμένο «παλιόψαθα των εθνών». Γιατί; Για το ποια «φατρία θα περισκύση».

«Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί και θυσίες και ήττες κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας ήταν από άλλους αποφασισμένα», θρηνεί ο Ρίτσος στην «Ελένη». Το κράτος αυτό έδιωξε τα καλύτερα παιδιά του στα ξένα και στοίβαξε τα υπόλοιπα σε τρισάθλιες τερατουπόλεις, μεταβάλλοντας τα σε κομματικά υποζύγια τυχοδιωκτών και απατεώνων. Το κράτος αυτό με εκφυλιστική απάθεια και δειλία ανέχτηκε ένα σφύζον και θαυμαστό κομμάτι του Ελληνισμού, να ποδοπατείται και να δηώνεται από τις ορδές του Αττίλα. Το κράτος αυτό, αντί να συνέλθει από την καταστροφή, επανέφερε τους ίδιους «εθνοσωτήρες» και τα έκγονά τους για να συνεχίσουν απτόητοι το ψεύτισμα των ψυχών και την διάλυση της πατρίδας. Και βαπτίζει τους διαγουμιστές της Κύπρου, φίλους, και τους στηρίζει αναίσχυντα στην επέλασή τους προς την Δύση. Αγοράζει όπλα, το αίμα του λαού, και συνεχώς υποχωρεί κατατρομαγμένο. Πανίσχυρα όπλα για να ικανοποιήσει τους Προστάτες της, ενώ το ίδιο αντιδρά ως άοπλο.

Το κράτος αυτό ανέχθηκε μία δράκα σλαβοτουρκόγυφτων να μαγαρίζει το όνομα της Μακεδονίας, προδίδοντας στο τέλος ό,τι κερδήθηκε με αίμα, βυθίζοντας στην ντροπή  και την ανυποληψία έναν ολόκληρο λαό.

Το κράτος αυτό επέτρεψε σε μία ολιγομελή, άνομη ομάδα καλαναρχών, να μετατρέψει τη διασκέδαση και την ενημέρωσή του, σε διδασκαλείο ηθικής παραλυσίας και διαφθοράς. Την παιδεία σε αναξιοκρατικό άντρο, σε φροντιστήριο αφιλοπατρίας, αθεΐας και απαιδευσίας, μπουκώνοντας τα παιδιά με άχρηστες γνώσεις και γεμίζοντάς τα «με μιαν αρρωστιάρικη ανησυχία, για το πώς θα βγάλουν το ψωμί τους μονάχα». Και επιτρέπει να κυκλοφορούν μες στις τάξεις βιβλία-προπαγανδιστικά σκουπίδια, πολύ πιο επικίνδυνα από Τουρκοκρατίες. 

Το ανίκανο κράτος επέτρεψε στρατιές μωαμεθανών λαθρομεταναστών να εγκατασταθούν στην πατρίδα, υπονομεύοντας το μέλλον των παιδιών μας, γιατί έτσι διέταζε το εθνομηδενιστικό παρακράτος.

Το κράτος αυτό καταμόλυνε ακόμα και την Δικαιοσύνη- «πράγμα πολλών χρυσίων τιμιώτερον» κατά τον Πλάτωνα. Οι ανεπάγγελτοι, επαγγελματίες πολιτικοί, όταν κρίνονται για ατασθαλίες παράγοντες του αντίπαλου κόμματος, εκθειάζουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Όταν λογοδοτούν οι ίδιοι προπηλακίζουν τη Δικαιοσύνη και διαπομπεύουν τους λειτουργούς της εκτοξεύοντας ύβρεις και ονειδισμούς. Το κράτος αυτό κομματικοποίησε τις ένοπλες δυνάμεις του τόπου, διαβρώνοντας την επαγγελματική τους συνείδηση. Τα νέα ιδεώδη των στρατιωτικών είναι οι γρήγορες προαγωγές και οι διοικήσεις. 

Το κράτος αυτό εμπορευματοποίησε τον έξοχο πολιτισμό μας. Η ελληνική μουσική παράδοση ψυχομαχεί. Την περιφρονούν οι Ελληνόπαιδες, την μυκτηρίζουν, υποτονθορίζοντας (=μουρμουρίζοντας) τις «μουσικές δημιουργίες» των διαφημιστικών. Κατάντησε την νεολαία νευρόσπαστο, λικνιζόμενο στους ρυθμούς του κάθε ατάλαντου μασκαρά, που υποδύεται τον καλλιτέχνη. Το ανίκανο κομματικό κράτος διέφθειρε την γλώσσα μας – «εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών» (Ελύτης). Από τον 19ο αι. ακόμη ο συγγραφέας Χουρμούζης διεκτραγωδεί και γράφει για τα εκτρώματα της γλωσσικής ξενομανίας των Ελλήνων: «Συμπεριφορά γελοιωδεστάτη… ξιπασμένων οψιπλούτων αηδεστάτη επίδειξις! Πτωχοαλαζονεία αξία οίκτου, γλώσσα παρδαλή!».

Το κομματικό αυτό κράτος νοικιάζει μισθοφόρους «ψευτοδιανοούμενους», για ευνουχισμό της κοινωνίας και άλωση των ψυχών. «Γνωρίζω μερικούς όπου σχεδόν εντρέπονται να λέγωσιν ότι είναι Έλληνες!», έγραφε συγγραφέας του 18ου αι.

Το κράτος αυτό, το ψευτορωμαίικο, ανέχεται εδώ και δεκαετίες να το απομυζούν τρεις-τέσσερις οικογένειες και τα πορφυρογέννητα, πολλές φορές κνωδαλώδη, βλαστάρια τους, ομού με τις στρατιές των κηφήνων, των σφουγγοκωλάριων, των ποικιλώνυμων δωσίλογων και… δωσίκωλων (όπως ονόμαζε κάποιους από αυτούς η μεγάλη ηθοποιός Κατίνα Παξινού την περίοδο της Κατοχής) που τους δορυφορούν. Και όταν στέρεψε η ευρωπαϊκή θηλή, φόρτωσαν στον λαό τις κλεψιές και τις ανομίες τους, ρίχνοντάς τον βορά στα νύχια της τοκογλυφικής κτηνωδίας, στα εθνοκτόνα μνημόνια. 

Τώρα οι ανίκανοι, οι ατσαλάκωτοι τζιτζιφιόγκοι της κομματοκρατίας, το παρέδωσαν στις φλόγες. Τρία χρόνια μετά το ολοκαύτωμα στο Μάτι, αν και έβλεπαν την επερχόμενη λαίλαπα, εξαντλούσαν τους γελοίους λεονταρισμούς τους στα εμβόλια και τις καραντίνες. Ως πότε θα τους ανεχόμαστε; 

«…Καθαρίστε από την πνευματική πανούκλα τη δυστυχισμένη την Ελλάδα, για να μπορέσουνε να δουλέψουνε οι άξιοι δουλευτάδες…. Τα σκουλήκια, για να σώσουνε την τιποτένια ύπαρξή τους, δεν αφήνουνε καμμιά άξια ψυχή να ορθοποδήσει, από συμφέρον κι από φθόνο. Όλοι τούτοι οι πνευματικοί σαλταδόροι έχουνε πιάσει τα πόστα, όλα τα πόστα, κι η δύναμή τους είναι ιερή συμμαχία που έχουνε κάνει μεταξύ τους, ενώ ο καθένας είναι σαν μια μυτζήθρα, που παριστάνει το κάστρο. Αλλά είναι δεμένοι μεταξύ τους, όπως είναι οι κάμπιες κολλημένες η μία στον πισινό της άλλης. Μόλις τις χωρίσει κανένας ψοφάνε. Έτσι πρέπει να γίνει και με τις ανθρωποκάμπιες που μαραζώνουνε το πνευματικό ολόδροσο δέντρο της φυλής μας.

Τίμια αδέρφια μου, Έλληνες καθαρογεννημένοι, ξεριζώστε αυτά τα φαρμακερά βρωμοχόρταρα!» 

(Φώτης Κόντογλου, «Μυστικά Άνθη», σελ. 338, εκδ. «Αστήρ»)

Νατσιός Δημήτρης

δάσκαλος- Κιλκίς

Ιδρυτικός πρόεδρος της Νίκης

Από την ιστοσελίδα της ΝΙΚΗΣ 

«Το νεοελληνικό κράτος έδιωξε τα καλύτερα του παιδιά στα ξένα» 

Γράφει ο Δημήτριος Νατσιός, δάσκαλος

Εκκλησία Onilne, 2016 

«Δυστυχισμένη Ελλάς, δυστυχισμένοι Έλληνες! Αναθεματισμένοι κυβερνήτες» (Μακρυγιάννης)

«Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια:
το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε»
Κ.Ουράνης

Το νεοελληνικό κράτος το ελευθέρωσαν οι Έλληνες, αλλά το έστησαν οι Βαυαροί και το κυβερνούν 10-15 οικογένειες, δυναστείες πολιτικών. Το κράτος αυτό, αντί να αναδείξει τις αρετές του λαού, την αντοχή, την καρτερία, το πνεύμα θυσίας και αυταπάρνησης, που το κράτησαν όρθιο στα χρόνια της πολυαίωνης σκλαβιάς, «φρόντισε» να εκλύσει τις χειρότερες ροπές του και να υποσκάψει τον εσώτερο χαρακτήρα του, το φιλότιμό του.

Από την πρώτη ημέρα του ελεύθερου βίου του, οι δαίμονες της πατρίδας, οι πολιτικοί του, κατακερμάτισαν τον λαό σε κομματικά σουλτανάτα. «Οι πολιτικοί μας και οι ξένοι τρώγονταν και καθένας κοίταζε να περισκύση η δική του φατρία. Άλλος ήθελε Αγγλικόν, άλλος Ρούσικον, άλλος Γαλλικόν… τήραγαν να πάρουν κάνα λεπτό, ότι εις την Ελλάδα ηύραν αλώνι ν’ αλωνίσουν». (Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα»). Το κράτος αυτό το ανέστησε το αίμα του λαού του, με τους πολέμους του ’12-’13, για να έρθουν να το βυθίσουν στο Διχασμό και να το οδηγήσουν στο μικρασιατικό σφαγείο. Το κράτος αυτό είδε τον ανθό του να πολεμά με ηρωισμό στα βουνά της Ηπείρου και της Μακεδονίας αυτοκρατορίες ολάκερες, για να βρεθεί μετά από έξι χρόνια εμφυλίου αιματοκυλίσματος, ντροπιασμένο, ερειπωμένο «παλιόψαθα των εθνών». Γιατί; Για το ποια «φατρία θα περισκύση».

«Α, ναι, πόσες ανόητες μάχες, ηρωισμοί και θυσίες και ήττες κι άλλες μάχες, για πράγματα που κιόλας/ ήταν από άλλους αποφασισμένα», θρηνεί ο Ρίτσος στην «Ελένη». Το κράτος αυτό έδιωξε τα καλύτερα παιδιά του στα ξένα και στοίβαξε τα υπόλοιπα σε τρισάθλιες τερατουπόλεις, μεταβάλλοντας τα σε κομματικά υποζύγια τυχοδιωκτών και απατεώνων. Το κράτος αυτό με εκφυλιστική απάθεια και δειλία ανέχτηκε ένα σφύζον και θαυμαστό κομμάτι του Ελληνισμού, να ποδοπατείται και να δηώνεται από τις ορδές του Αττίλα. Το κράτος αυτό, αντί να συνέλθει από την καταστροφή επανέφερε τους ίδιους εθνοσωτήρες και τα εκγονά τους για να συνεχίσουν απτόητοι το ψεύτισμα των ψυχών και την διάλυση της πατρίδας. Και βαπτίζει τους διαγουμιστές της Κύπρου φίλους και τους στηρίζει αναίσχυντα στην επέλασή τους προς την Δύση. Το κράτος αυτό ανέχθηκε μία δράκα σλαβοτουρκόγυφτων να μαγαρίζει το όνομα της Μακεδονίας και να τους εκλιπαρεί ψοφοδεώς γιά συνεννόηση.

(Να έρθουν, όσοι προδίδουν το όνομά μας, την Μακεδονία μας, τα σαπρόφυτα του νεοραιαδισμού, εδώ στο Κιλκίς, να ανεβούν στο ηρώον της μάχης και εκεί που κάποτε, το 1928, ο Παλαμάς, έψελνε «…στου Κιλκίς την εκκλησιά την πλάστρα/ πνοές κι αν πλανάστε σ’ άλλη ζωή, λείψανα κι αν κοιμάστε,/ σας λειτουργώ στη δόξα μου. Μακαρισμένοι να ίστε», να πουν στα 8.500 λαμπρά παλληκάρια, στον Καμπάνη και στον Παπακυριαζή, ότι έκαναν λάθος…μάταια θυσιάστηκαν.
Θα τρίξουν τα κόκκαλα τα ιερά και θα βροντοφωνάξουν: Χαμένοι άνθρωποι, «ό,τι κερδήθηκε με αίμα, δεν μπορείτε να το ξεπουλήσετε με το μελάνι μιας υπογραφής»).

Το κράτος αυτό επέτρεψε σε μία ολιγομελή άνομη ομάδα καλαναρχών, να μετατρέψει τη διασκέδαση και την ενημέρωσή του, σε διδασκαλείο ηθικής παραλυσίας και διαφθοράς. Την παιδεία σε αναξιοκρατικό άντρο, μπουκώνοντας τα παιδιά με άχρηστες γνώσεις και γεμίζοντάς τα «με μία αρρωστιάρικη ανησυχία, για το πώς θα βγάλουν το ψωμί τους μονάχα». Το κράτος αυτό καταμόλυνε ακόμα και την Δικαιοσύνη- «πράγμα πολλών χρυσίων τιμιώτερον» κατά τον Πλάτωνα. Οι ανεπάγγελτοι, επαγγελματίες πολιτικοί, όταν κρίνονται για ατασθαλίες παράγοντες του αντίπαλου κόμματος, εκθειάζουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Όταν λογοδοτούν οι ίδιοι προπηλακίζουν τη Δικαιοσύνη και διαπομπεύουν τους λειτουργούς της εκτοξεύοντας ύβρεις και ονειδισμούς. Το κράτος αυτό κομματικοποίησε τις «ένστολες» δυνάμεις του τόπου, διαβρώνοντας την επαγγελματική τους συνείδηση.

Το κράτος αυτό εμπορευματοποίησε τον έξοχο πολιτισμό μας. Η ελληνική μουσική παράδοση ψυχομαχεί. Την περιφρονούν οι ελληνόπαιδες, την μυκτηρίζουν υποτονθορίζοντας (=μουρμουρίζοντας) τις «μουσικές δημιουργίες» των διαφημιστών. Κατάντησε την νεολαία νευρόσπαστο, λικνιζόμενο στους ρυθμούς του κάθε μασκαρά, που υποδύεται τον καλλιτέχνη. Το ανίκανο κομματικό κράτος διέφθειρε την γλώσσα μας – «εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών» (Ελύτης). Από τον 19ο αι. ακόμη ο συγγραφέας Χουρμούζης διεκτραγωδεί και γράφει για τα εκτρώματα της γλωσσικής ξενομανίας των Ελλήνων: «Συμπεριφορά γελοιωδεστάτη… ξιπασμένων οψιπλούτων αηδεστάτη επίδειξις! Πτωχοαλαζονεία αξία οίκτου, γλώσσα παρδαλή!».

Το κομματικό αυτό κράτος νοικιάζει μισθοφόρους «ψευτοδιανοούμενους», για ευνουχισμό της κοινωνίας και άλωση των ψυχών. «Γνωρίζω μερικούς οπού σχεδόν εντρέπονται να λέγωσιν ότι είναι Έλληνες!», έγραφε ο Ανώνυμος της «Ελληνικής Νομαρχίας».

Ντρέπονται για την καταγωγή τους, όμως δεν ντρέπονται που γίνονται σκουλήκια και ολετήρες της Πατρίδας. Τους περιγράφει εξαίσια ο Βάρναλης:
«Πέτα την ανθρωπιά σου
κι απ’ τον αφέντη πιάσου.
Κι άμα σε φτύσει αυτός
να κάθεσαι σκυφτός.
Και θα ‘χεις τα μεγαλεία
στη σάπια πολιτεία»

Χρόνια ολόκληρα κρατούν αιχμάλωτα τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα δηλητηριάζοντας και μαγαρίζοντας με τα εθνομηδενιστικά τους παραληρήματα γενιές Ελλήνων.
Το κράτος αυτό, το ψευτορωμαίικο, καταρρέει. Θα χρειαστεί να στηθεί πάλι απ’ την αρχή. Όπως τότε, το ’21, μας «κληροδοτούν» οι «αναθεματισμένοι κυβερνώντες» το Ισλάμ.
Είναι έτοιμοι να ξεπουλήσουν και το ιερό όνομα της Μακεδονίας μας. Ξεφτιλίζουν και μας τους δασκάλους. Τι θα πω στους μαθητές μου. «Ότι σας έλεγα ψέματα τόσα χρόνια!!». Ντροπή να ντροπιαστούμε!Να κλείσω με ένα κείμενο από κάποιον που έζησε τα παιδικά του χρόνια στο Κιλκίς, λίγο μετά την τριήμερη εποποιΐα του 1913.
“Ένα απέραντο «Εθνικό Νεκροταφείο», που κρύβει στα σπλάχνα του τα κορμιά χιλιάδων παλληκαριών, είναι ο τόπος μας, το Κιλκίς. Και πάνω στα κορμιά αυτά στήθηκαν τα θεμέλια αυτής της πόλης. Και το σιτάρι που φτιάχνει το ψωμί μας θεριεύει και μεστώνει ρουφώντας από τη γη αίμα αντί για νερό.
Κάθε λόφος γύρω μας κι ένας «κρανίου τόπος». Κάθε χωράφι κι ένας «αγρός αίματος» για να χρησιμοποιήσω τους χαρακτηρισμούς του Ευαγγελίου που τόσο ταιριάζουν στην περίπτωση.

Τα πρώτα χρόνια, τ’ αλέτρια που όργωναν τη γη, έφερναν στην επιφάνεια λευκά κόκκαλα, «κόκκαλα Ελλήνων ιερά», αντάμα με σκουριασμένες ξιφολόγχες και δερμάτινες παλάσκες περασμένες σε ζωστήρες που έζωναν, κάποτε, λυγερά σώματα παλληκαριών. Κι όλοι μας, λίγο-πολύ, έχουμε να θυμόμαστε πως κάποτε, σκάβοντας τις αυλές των σπιτιών μας είχαμε βρει σκουριασμένα όπλα κι ανθρώπινα κρανία.

Σαν στοιχειωμένος έμοιαζε ο τόπος μας και τα παιδιά φοβόταν να βγουν το βράδυ από τα σπίτια τους.

Θυμάμαι τους πρώτους περιπάτους που κάναμε με το νηπιαγωγείο, εκεί κοντά στους πρόποδες του Άη-Γιώργη. Η δασκάλα μας έλεγε ότι οι παπαρούνες στον τόπο μας είναι πιο κόκκινες από αλλού «γιατί παίρνουν το χρώμα τους από το αίμα των σκοτωμένων παλληκαριών». Κι εμείς διστάζαμε να τις κόψουμε, από φόβο, μήπως και ματώσουμε τα χέρια μας”. (Στ. Λίβα “Η παλιά, μικρή μας πόλη”, σελ. 179).

Συμπλήρωμα

Αναζητώντας τη Ρωμιοσύνη (ως νέα πολιτική και πολιτισμική πρόταση)

Ανασκευή συκοφαντικών επικρίσεων κατά του Μακρυγιάννη 

Κατατέθηκε το ψήφισμα της ΝΙΚΗΣ στο Ευρωκοινοβούλιο για την προστασία των Ορθοδόξων της Συρίας

ΝΙΚΗ, Φέισμπουκ

 

Για το θέμα:

Στην Ευρώπη για τους Ρωμιούς της Συρίας (η προσπάθεια του Αναδιώτη, με τη ΝΙΚΗ)!

Τουρκάλα δημοσιογράφος για την προσπάθεια της ΝΙΚΗΣ να εκδοθεί ψήφισμα του Ευρ. Κοινοβουλίου για τους Χριστιανούς της Συρίας

 
 

Ο Νατσιός, η ΝΙΚΗ και οι Ελληνορθόδοξοι (Ρωμιοί) της Συρίας!

Νατσιός: να κηρυχθεί εθνικό πένθος για τη δολοφονία των ορθοδόξων αδελφών μας Ρωμηών στη Δαμασκό της Συρίας!

Ἡ ΝΙΚΗ καταγγέλλει τὴ δολοφονία δύο Ρωμηῶν στὴν Κοιλάδα τῶν Χριστιανῶν (Συρία) καὶ ζητεῖ διαλεύκανση και προστασία τῶν Ρωμηῶν. 

Ἡ Ρωμανία κι ἄν πέρασε ἀνθεῖ καί φέρει κι ἄλλο

 
 

 

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Νατσιός: Τι απέγιναν οι δύο Έλληνες που συνελήφθησαν στην ΚΠολη λόγω της σημαίας στην Αγία Σοφία;

ΝΙΚΗ, Φέισμπουκ

Wendy: ταξιδεύει στην Ελβετία για να βάλει τέλος στη ζωή της

 

Ν: Αντί εισαγωγής στη δραματική αυτή ανάρτηση, το σχόλιο του αδελφού μας Στυλιανού:  

Βλέπουμε την απόλυτη (κατά την ταπεινή μας άποψη) διάλυση του ανθρώπινου προσώπου. Χωρίς καμία μα καμία ελπίδα για οτιδήποτε στο παραπέρα, με μόνη και μόνη την πεποίθηση της πρόσκαιρης ζωής και της σαρκικής επιβίωσης. Το απόλυτο κατάντημα του ανθρώπινου προσώπου και της ψυχής του.
Μακάρι ο Κύριος να ρίξει μερικές σταγόνες φωτισμού στην ψυχή αυτή και σε όσες άλλες σκέφτονται σαν κι αυτήν. Και μακάρι να κάνουμε κάτι και εμείς εδώ, σε ότι αφορά στην πολιτική και κοινωνική κατάσταση της χώρας μας, για να αντιμετωπίζουμε τέτοιες καταστάσεις...

Ν: Μία από τις αμέτρητες περιπτώσεις που φανερώνουν γιατί επείγει να ενταθεί η Ορθόδοξη Ιεραποστολή στον δυτικό κόσμο.

sdna.gr

Με την υποσημείωση ότι δεν φεύγει από τη Βρετανία για να αλλάξει τη ζωή της, αλλά για να δώσει ένα τέλος μέσω της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας. 

Η ιστορία της 56χρονης πρώην εργαζόμενης στον τομέα φροντίδας, έχει προκαλέσει έντονη συγκίνηση στη Βρετανία. Αλλά και μεγάλη κουβέντα μια και η Wendy Duffy από τα West Midlands δεν αποφάσισε να αυτοκτονήσει γιατί πάσχει από κάποια σοβαρή ασθένεια, αλλά επειδή πολύ απλά δεν αντέχει να ζει. Οσο κι αν πάλεψε, δεν κατάφερε ποτέ να συμφιλιωθεί με τον θάνατο του γιου της πριν από τέσσερα χρόνια, παρά τις θεραπείες και τα αντικαταθλιπτικά...

«Δεν πρόκειται να αλλάξω γνώμη. Ξέρω ότι θα είναι δύσκολο για όλους. Αλλά θέλω να πεθάνω, και αυτό πρόκειται να κάνω. Και θα έχω ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου όταν το κάνω, οπότε σε παρακαλώ να χαρείς για μένα. Η ζωή μου· η επιλογή μου. Ανυπομονώ», λέει η ίδια μιλώντας λίγες ημέρες πριν την αυτοκτονία της.

Ο τραγικός θάνατος του Μάρκους

Σε συνέντευξη της στη Daily Mail, η Wendy περιέγραψε πώς έχασε τον Μάρκους πριν από μια τετραετία. Είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ ενώ έτρωγε ένα σάντουιτς, με hangover μετά από μια έντονη βραδινή έξοδο. Λίγο αργότερα, βρέθηκε αντιμέτωπη με τον χειρότερο εφιάλτη κάθε γονιού.

«Ήταν μωβ», είπε. «Σκέφτηκα, “είναι η καρδιά του”.»

Η Wendy, που έχει ιατρική εκπαίδευση, τον κατέβασε στο πάτωμα και ξεκίνησε ΚΑΡΠΑ, φωνάζοντας για βοήθεια. Οι διασώστες έφτασαν και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου ήρθαν τα χειρότερα νέα: μισό ντοματίνι είχε σφηνώσει στην τραχεία του. Χρειάστηκε εξειδικευμένος εξοπλισμός για να αφαιρεθεί.

Η Wendy έμεινε δίπλα του για πέντε ημέρες πριν διακοπεί η μηχανική υποστήριξη. Τα όργανά του δωρίστηκαν για μεταμόσχευση. «Μετά, έλαβα ένα γράμμα από τον άνδρα που πήρε την καρδιά του. Είπε ότι χάρη στον Μάρκους μπορούσε ξανά να παίξει με τα παιδιά του». Ένας άλλος λήπτης ήταν ένα παιδί τεσσάρων ετών. «Ήταν μια παρηγοριά, αλλά ταυτόχρονα με διέλυσε.».

Επισκεπτόταν καθημερινά το γραφείο τελετών για να κάθεται δίπλα στον γιο της, ακούγοντας τη λίστα του στο Spotify.

«Στο γραφείο τελετών πήγαινα κάθε μέρα και απλώς καθόμουν μαζί του, παίζοντας τη λίστα του στο Spotify. Λύγισα όταν τον είδα εκεί. Το παιδί μου, πάνω σε ένα μεταλλικό τραπέζι. Από αυτό δεν επιστρέφεις, εκεί πέθανα κι εγώ μέσα μου. Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος όπως πριν. Παλιά ένιωθα πράγματα. Πλέον δεν με νοιάζει τίποτα.

Η προσπάθεια να συνεχίσει

Μετά τον θάνατο του Μάρκους, η Wendy έκανε εκτενή ψυχοθεραπεία μέσω του βρετανικού συστήματος Υγείας και ιδιωτικά, ενώ της χορηγήθηκαν αντικαταθλιπτικά. Εννέα μήνες μετά την απώλειά του, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει με υπερβολική δόση. Έμεινε δύο εβδομάδες με αναπνευστική υποστήριξη, ενώ έχασε προσωρινά τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί το δεξί της χέρι. 

«Θυμάμαι να συνέρχομαι και να σκέφτομαι “τα έκανα θάλασσα” και δεν θέλω να το ξαναπεράσω αυτό. Προσπάθησα να γίνω καλά. Αλλά μπορείς να πάρεις όλα τα χάπια, να πας στους καλύτερους ψυχολόγους και ίσως να μην μπορούν να σε βοηθήσουν. Έχω οικογένεια, φίλους, τις συνήθειές μου. Πηγαίνω στο πάρκο. Δεν είμαι μόνη, αλλά τα βράδια κάθομαι μιλάω στον Μάρκους, φιλάω το κουτί με τις στάχτες του και λέω “καληνύχτα, λιακάδα μου”. Και πριν κλείσω τα μάτια μου σκέφτομαι ότι τελικά δεν θέλω να τα ξανανοίξω. Είναι απλό»

Η ελβετική κλινική Pegasos

Το Pegasos είναι μια ελβετική κλινική υποβοηθούμενου θανάτου που δέχεται περιπτώσεις μόνο ψυχιατρικής φύσης — όπου δεν υπάρχει σωματική ασθένεια — εφόσον πληρούν αυστηρά κριτήρια. Η κατάσταση πρέπει να είναι σοβαρή, μακροχρόνια και ανθεκτική στη θεραπεία. Πολλές ελβετικές κλινικές, συμπεριλαμβανομένης της πιο γνωστής Dignitas, αρνούνται εντελώς τέτοιες περιπτώσεις.

Η Wendy έμαθε για το Pegasos το 2024, όταν παρουσιάστηκε σε έρευνα του ITV σχετικά με τον θάνατο του Alastair Hamilton. Έστειλε email ζητώντας πληροφορίες και υπέβαλε επίσημα αίτηση στις αρχές του 2025.

Η διαδικασία διήρκεσε πάνω από έναν χρόνο, με συνεντεύξεις, έντυπα και υποβολή πλήρους ιατρικού ιστορικού και ιστορικού θεραπείας, σχεδόν εξ ολοκλήρου εξ αποστάσεως μέσω email και WhatsApp. Μια επιτροπή ειδικών, συμπεριλαμβανομένων ψυχιάτρων, αξιολόγησε την περίπτωσή της και την ενέκρινε.

Σύμφωνα με την ελβετική νομοθεσία, η Wendy πρέπει να χορηγήσει η ίδια το θανατηφόρο φάρμακο. Δεν ήθελε να αυτοκτονήσει με τρόπο που θα τραυμάτιζε άλλους. «Θα μπορούσα να πέσω από μια γέφυρα ή μια πολυκατοικία, αλλά αυτό θα άφηνε όποιον με βρει να το κουβαλάει για πάντα. Δεν θέλω να το κάνω αυτό σε κανέναν.»

Το υπόβαθρό της στον χώρο της φροντίδας της έχει δώσει εξοικείωση με τον θάνατο. «Έχω δει τον θάνατο εκατομμύρια φορές. Έχω καθίσει δίπλα σε τόσους ανθρώπους όταν έφευγαν. Έχω δει καλούς θανάτους, κακούς θανάτους. Θέλω έναν ήρεμο, γαλήνιο.»

Η Wendy έχει κανονίσει κάθε λεπτομέρεια. Έχει γράψει γράμματα στους αγαπημένους της, έχει επιλέξει τα ρούχα και τη μουσική της. Θα φορέσει ένα t-shirt του Μάρκους και έχει ζητήσει τα μεγάλα παράθυρα της κλινικής να μείνουν ανοιχτά.

Τα υπάρχοντά της θα δοθούν σε φιλανθρωπική οργάνωση για ζώα. Δεν μπορεί να δωρίσει τα όργανά της και θα αποτεφρωθεί στην Ελβετία. Οι στάχτες της θα επιστραφούν στην οικογένειά της στο Ηνωμένο Βασίλειο και θα σκορπιστούν δίπλα σε εκείνες του γιου της.

Ως επίλογο, παρακαλούμε για μια επίσκεψη σε κάποια από τα παρακάτω:

 
 
 
 
 
 

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Η Κυριακή των Μυροφόρων και η καταξίωση της γυναίκας

 


π. Θεόφιλος Λεμοντζής, Δρ. Θεολογίας  

Πεμπτουσία

Είχε και αυτή τη συνέπεια η Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ευσεβείς Χριστιανοί. Συνέπεια που φαίνεται στη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Να δώσει τιμητική θέση στη γυναίκα. Να την ανασύρει από το περιθώριο της ζωής και να την αναδείξει προσωπικότητα άξια για πρότυπο και στους άνδρες. Να τονίσει πως, ως «εικόνα Θεού» και αυτή, έχει τη θέση της μέσα στην κοινωνία και είναι δυνατόν να παίξει σημαίνοντα ρόλο μέσα στο χώρο της πνευματικής ζωής και δραστηριότητας.

Την αφορμή την έδωσαν οι Μυροφόρες. Με την φλόγα της καρδιάς τους που έδιωξε τη φυσική τους δειλία και απομάκρυνε κάθε φόβο,κέρδισαν για τον εαυτό τους και για κάθε γυναίκα αυτή τη μεγάλη τιμή: Να πορευθούν πρώτες στο σφαλισμένο και φρουρούμενο τάφο του Διδασκάλου, να διατυπώσουν πρώτες το εκπληκτικό γεγονός της Αναστάσεως, να συναντήσουν πρώτες τον Αναστάντα Κύριο, να δεχθούν της χαράς την ευλογία από το θριαμβευτή του θανάτου,να γίνουν πρώτες αυτές μάρτυρες και κήρυκες του Αναστημένου Χριστού. Από την ώρα αυτή μέσα στο ξεκίνημα της βασιλείας του Θεού, η γυναίκα παίρνει τη θέση που της ανήκει στην ιστορική πορεία.

Τα χαρίσματα που δόθηκαν στην γυναίκα δεν συγκρίνονται με αυτά του άνδρα. Βέβαια άλλη η θέση του άνδρα στην δημιουργία και άλλη η θέση της γυναίκας. Μέσα στα σχέδια της θείας Πρόνοιας υπάρχει η αλληλοσυμπλήρωση και η αλληλοπεριχώρηση. Δηλαδή, ο ένας συμπληρώνει τον άλλον και ο ένας βοηθεί τον άλλον. Αν όλα τα χαρίσματα δόθηκαν σε κάθε γυναίκα, από την ίδια εξαρτάται η αξιοποίησή τους, πιο έντονα υπάρχουν στην Ελληνίδα Χριστιανή γυναίκα, και τούτο διότι είναι προικισμένη με μία αιωνόβια προίκα που λέγεται Παράδοση, που λέγεται Ιστορία, που λέγεται Πολιτισμός. Η Μεγάλη μας Μητέρα, η Εκκλησία και η Ρωμιοσύνη είναι σφραγίδες ανεξίτηλες του κάλλους και της πνευματικής ομορφιάς της Ελληνίδας.

Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε: Μία είναι η αξία της ζωής. Η Οικογένεια. Αλλά την οικογένεια ποια κολόνα την στηρίζει; Η γυναίκα. Η Μάνα. Αν λείψουν αληθινές μανάδες θα σβήσει ο κόσμος όλος. Τι θα πει αυτό; Ο Ιερός Χρυσόστομος θεωρεί ως απαραίτητη κίνηση της μάνας που αγαπά το παιδί της, να το μεγαλώσει κοντά στην Εκκλησία. Πόσο χαίρομαι όταν βλέπω τις μωρομάνες να φέρνουν τα βλαστάρια τους στην Εκκλησία και να τα κοινωνούν. Έτσι τα παιδάκια σιγά σιγά αποκτούν εκκλησιαστική συνείδηση η οποία θα τα ακολουθεί μετέπειτα σε όλη τους την ζωή αφού τα συνδέουμε με τον Χριστό. Η άλλη μήτρα που γεννιέται πνευματικά το παιδί είναι η κολυμβήθρα, η μήτρα της Εκκλησίας, καθώς με την βάπτιση πολιτογραφείται ο άνθρωπος μέλος της Βασιλείας των Ουρανών και μόνο γιαυτό δείχνει τι μεγάλη τιμή έχει δώσει ο Θεός στον άνθρωπο.

Τα προβλήματα πάντα θα υπάρχουν αλλά όλα ξεπερνιούνται με πίστη. Είναι βέβαιο ότι θα συναντήσουμε πειρασμούς. Με υπομονή και προσευχή όμως φθάνουμε στην Ανάσταση. Στην εποχή μας, όλα τα θεριά βάλθηκαν να καταστρέψουν την οικογένεια, να εξευτελίσουν το ευλογημένο πλάσμα του Θεού, την γυναίκα. Να σβήσουν το θείο όνομα της μάνας, να ισοπεδώσουν τον άγιο θεσμό του εκκλησιαστικού γάμου, να βεβηλώσουν την σχέση ανδρός και γυναικός, και να ποδοπατήσουν το ευγενικό δώρο του Θεού, τον αγνό έρωτα.

Μετά, λοιπόν, από την τιμητική θέση που έδωσε ο Χριστιανισμός στην γυναίκα, ποια είναι η θέση που της δίνουμε εμείς σήμερα; Προβάλλεται σήμερα η γυναίκα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Εφημερίδες, περιοδικά, διαφημίσεις, την προβάλλουν σε κάθε γωνιά, σε κάθε βήμα. Κυριαρχεί παντού σαν ύλη όμως, και όχι σαν προσωπικότητα. Σαν αντικείμενο πόθου και όχι σαν στοιχείο προόδου. Γίνεται γνωστή για σκανδαλώδη ζωή, ενώ αγνοείται σαν ευεργετικός κοινωνικός παράγοντας, από τους πολλούς. Κινδυνεύει να χάσει την τιμητική θέση που της ανήκει. Με το δικό της το πέσιμο κινδυνεύει να υποβαθμιστεί και της κοινωνίας το επίπεδο. Όταν κι όπου επικρατεί υλιστική νοοτροπία, χάνει τη θέση της η γυναίκα. Όταν κυβερνά το πνεύμα και η πίστη, ανακτά την τιμή και το σεβασμό που της πρέπουν. Γίνεται προσωπικότητα ηγετική.

Αλλά το θέμα έχει δυο όψεις που είναι απαραίτητο κι οι δύο να προσεχθούν για να έχουμε σωστικά αποτελέσματα. Πρώτα ν΄αντιληφθεί η ίδια η γυναίκα πως έχει έναν υψηλό προορισμό και ν΄αγωνισθεί να κατακτήσει την τιμητική θέση που η φύση της απαιτεί και ο Χριστός της απέδωσε: Της έντιμης και πιστής συζύγου, της ευλογημένης και στοργικής μητέρας. Κι έπειτα να την υψώσει η κοινωνία στο επίπεδο που της πρέπει σαν μητέρα, σαν σύζυγο, σαν αδελφή. Να της αποδώσει το σεβασμό που της αξίζει. Να τη δει και να την τιμήσει σαν πνεύμα και σαν ψυχή. Πόσα καλά θα προκύψουν τότε !

Για άλλη μια φορά θα ξανακουστεί το μήνυμα της χαράς και της ελπίδας, της πνευματικής δημιουργίας, της πανανθρώπινης αλληλεγγύης, της αναστηλώσεως της οικογένειας, της πολιτιστικής προόδου στο σημερινό μας κόσμο. Σαν τότε με τις Μυροφόρες.

Μυροφόρες: Χθες και Σήμερα

 

Του Πρεσβυτέρου Νικολάου Γονιδάκη
εφημ. Ι.Ν. Προφήτου Ηλιού Νέων Παγασών Βόλου 

Ρομφαία

Ένα χαρακτηριστικό που λείπει σήμερα από την εποχή μας, ιδιαίτερα δε σε εμάς τους χριστιανούς, είναι η τόλμη η οποία βέβαια απορρέει από την βαθιά πίστη και τη σιγουριά στο πρόσωπο του Χριστού μας.

Έτσι λοιπόν, Κυριακή των Μυροφόρων σήμερα, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί μου, και η Εκκλησία μας δεν τιμά μόνο αυτές τις Αγίες γυναίκες που όντως ήταν ανδρείες στο χαρακτήρα, αλλά και δύο άντρες οι οποίοι, παρά τις θέσεις που κατείχαν, αποφάσισαν να ρισκάρουν για τον Χριστό.

Όντως, αν ανατρέξουμε στα γεγονότα της εποχής, οι Μυροφόρες γυναίκες ξεπέρασαν κατά πολύ ακόμη και τους ίδιους τους Αποστόλους, στο θάρρος και την πίστη τους.

Μη φαντάζεστε πως βρισκόταν μόνο στην πορεία προς το σταυρό δίπλα Του και έπειτα στην αποκαθήλωση, στην ταφή και την Ανάστασή Του, αλλά πάντα ήταν εκεί στο πλευρό Του αθόρυβα, πάντα διακονούσαν και πάντα βάζοντας στην άκρη τους ίδιους τους τους εαυτούς για τον διδάσκαλο και σωτήρα Χριστό.

Παρατηρούμε την τόλμη που επέδειξαν. Είδατε; Οι δέκα από τους μαθητές εξαφανίστηκαν, φοβήθηκαν, κρύφτηκαν.

Εκείνες όμως εκεί, να μοιραστούν την θλίψη, τον πόνο και τις δύσκολες ώρες για τον Κύριό μας, όπως από τότε έως και σήμερα πράττουν οι σύγχρονες Μυροφόρες γυναίκες.

Αν αναρωτιέστε ποιες είναι αυτές; Υπάρχουν και σήμερα; Τίνι τρόπο προσφέρουν όλα τα παραπάνω;

Ναι, αδελφοί μου, υπάρχουν και θα υπάρχουν απλά στηρίζοντας και αφιλοκερδώς διακονώντας στους Ιερούς μας Ναούς, ως κτίρια αλλά και όλη την Εκκλησία σε πνευματικό επίπεδο, σε κάθε μυστηριακή πράξη με επίκεντρο την Θεία Ευχαριστία, έχοντας ενεργό ρόλο και ουσιαστικό, από τον ευπρεπισμό έως την προσφορά των τίμιων δώρων.

Επίσης, τα άλλα δύο πρόσωπα, που θα ήταν παράλειψη να μην μνημονεύσουμε, είναι ο Νικόδημος, ο νυχτερινός ή κεκρυμμένος μαθητής του Χριστού όπως αναφέρεται, και ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής του μεγάλου συνεδρίου της Ιερουσαλήμ. Παρά τις θέσεις που διακατείχαν βλέπουμε πώς ενεργούν.

Ζητούν το άψυχο σώμα του Θεανθρώπου, έτσι ώστε να το περιποιηθούν κατά την παράδοση και έπειτα να το ενταφιάσουν στο μνημείο, που ο ίδιος ο Ιωσήφ είχε αγοράσει και ήταν καινούριο. Δεν διστάζει ούτε στιγμή να εμφανιστεί στον Πιλάτο και να ζητήσει το άχραντο σώμα.

Ξέρετε τι κίνδυνο διέτρεχαν όλοι τους; Δεν υπήρχε τότε δημοκρατικό πολίτευμα με νόμους και δικαστήρια. Μπορούσε αυτοστιγμεί ο ηγεμόνας να ζητήσει την θανάτωσή τους για την υποστήριξη σε εκείνον τον πλάνο όπως ανέφεραν, που κρίθηκε ένοχος μέχρι θανάτου. Και όμως, η τόλμη τους ήταν τόση που δεν υπολόγισαν τίποτα.

Διεκδίκησαν και στο τέλος κέρδισαν. Αν τους αντιπαραθέσουμε αυτούς τους ανθρώπους σήμερα με εμάς, θα διαπιστώσουμε πως πίστη έχουμε αλλά όχι κραταιή, τον Χριστό τον αγαπούμε αλλά δεν θυσιάζουμε και τις ευκολίες μας για Εκείνον, στην Εκκλησία πηγαίνουμε αλλά εθιμοτυπικά, στις μεγάλες εορτές όπως Χριστούγεννα και Πάσχα, όπως εορτάσαμε πριν λίγες μέρες, και μετά αραιά και πού ή και καθόλου μέχρι τον επόμενο μεγάλο εορτασμό.

Αδελφοί μου, ήρθε η ώρα, αν δεν θέλουμε να χάσουμε τα ήθη και τα έθιμά μας σαν λαός και να βλέπουμε τα τόσα δεινά που συμβαίνουν στις μέρες μας, να μιμηθούμε τους εορτάζοντες σήμερα Αγίους μας και να τολμήσουμε.

Να γίνουμε πιστοί μαθητές του Χριστού μας όπως εκείνοι και να ρισκάρουμε.

Σήμερα δεν κινδυνεύουμε να χάσουμε τη ζωή μας, μόνο να μας κοροϊδέψουν κάποιοι χαρακτηρίζοντάς μας είτε γραφικούς είτε οπισθοδρομικούς.

Αν αναλογιστούμε, όμως, τις δωρεές που οι Άγιες Μυροφόρες έλαβαν όπως και οι δύο κρυφοί μαθητές, τον αγιασμό των ψυχών τους, θα διαπιστώσουμε πως αξίζει τον κόπο.

Είδαν τον Χριστό αναστημένο πρώτοι. Και εμάς μας δίδεται η ευκαιρία να ζούμε τον Χριστό, εκ του Αγίου ποτηριού, Αναστάντα παντού και διατεινόμενον εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν

Χριστός Ανέστη
Αληθώς Ανέστη

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Τίποτα δεν περίµεναν οι Μυροφόρες. Ήταν πενθούσες γυναίκες αφοσιωµένες σε πρόσωπο αγαπηµένο.

π. Μελχισεδέκ Αμπελικάκης, αρχιµανδρίτης του Οικουµενικού Θρόνου, εφηµέριος Στερνών. 

Χανιώτικα Νέα

Εικ. από τον ι. ναό Αγίων Μυροφόρων Παλλήνης 

Η Κυριακή των Μυροφόρων κρύβει µέσα της µιαν άλλη µεγαλύτερη γιορτή, την γιορτή ενός δεύτερου Ευαγγελισµού της Παναγίας την γιορτή του Ευαγγελισµού της ως Μητέρας της καινής κτίσεως ως Μητέρας των τέκνων της αναστάσεως.

Ο Ιησούς Χριστός σταυρώθηκε ηµέρα Πέµπτη. Την Παρασκευή, µέχρι το απόγευµα, έπρεπε το σώµα Του (µαζί µε αυτά των δύο ληστών) να αποκαθηλωθεί, διότι η επόµενη µέρα ήταν Σάββατο και µάλιστα Πάσχα των Ιουδαίων. ∆εν ήταν όµως αναµενόµενο να έχουν ξεψυχήσει οι σταυρωθέντες. Ο διά σταυρού θάνατος ήταν ακραία βασανιστικός ακριβώς επειδή ήταν αργός. Ήταν σπάνιο λοιπόν να έχουν πεθάνει οι σταυρωθέντες µέσα σε µια µέρα. Οπότε, εν προκειµένω, η ρωµαϊκή φρουρά αναγκάστηκε να σπάσει τα πόδια των δύο ληστών (για να µην έχουν πλέον στήριγµα τα σώµατα, κι η βαρύτητα να κάνει τη δουλειά της), αλλά όχι του Ιησού, διότι διαπίστωσαν πως είχε ήδη πεθάνει («ὁ Πιλάτος ἐθαύµασεν [απόρησε δηλαδή] εἰ ἤδη τέθνηκε»).

Κανονικά οι Ρωµαίοι θα άφηναν τα σώµατα να λιώσουν πάνω στον σταυρό για παραδειγµατισµό ή θα τα κατέβαζαν και θα τα πέταγαν σε κάποιο γκρεµό να τα φάνε τα αγρίµια οι εκτελεσθέντες ήταν κακούργοι. Στην Ιουδαία όµως υπήρχε κάποια ευαισθησία ως προς τα λείψανα (ο Νόµος δεν επέτρεπε να µένουν άταφα), οπότε οι αρχές θα παράχωναν τους σταυρωθέντες οµαδικά και πρόχειρα σε κάποιο λάκκο.

Πρακτικές λεπτοµέρειες όλα αυτά, στον απόηχο µιας φρίκης. Ο «κακούργος» ραββί είχε εκτελεστεί, οι υποστηρικτές του είχαν σκορπίσει. Κάθε ελπίδα γι’ αυτούς είχε ξεθωριάσει. Η κανονικότητα της ζωής ζητούσε να σκεπάσει µια τελειωµένη ιστορία.

Και µέσα σ’ αυτό το σκηνικό, εµφανίζονται στη σηµερινή ευαγγελική περικοπή κάποιες παράξενες φιγούρες — ένα εξέχον µέλος του Συνεδρίου των Ιουδαίων και κάποιες άσηµες γυναίκες. Και κάνουν πράγµατα όχι τελείως παράλογα, πάντως όχι ολότελα αναµενόµενα. Ο Ιωσήφ «ὁ ἀπὸ Ἀριµαθαίας» ήταν µέλος του Συνεδρίου που καταδίκασε τον Ιησού σε σταυρικό θάνατο. Αλλά εκείνος, «τολµήσας», ζήτησε να δει τον Πιλάτο. Το µπορούσε κάτι τέτοιο λόγω της θέσης του. Και «ᾐτήσατο τὸ σῶµα τοῦ Ἰησοῦ». Και το πέτυχε. Θα υπέθετε κανείς πως σαν ευλαβής Ιουδαίος φρόντιζε για την αποκαθήλωση των σωµάτων ενόψει της αργίας και της γιορτής — καθόλου παράλογο.

Όµως εκείνος, «αγοράσας σινδόνα», αποκαθήλωσε µε προσοχή τον καθηµαγµένο Ιησού, λογίζοντάς Τον όχι ως εγκληµατία, αλλά ως Κύριο. Κι ας είχε ξεθωριάσει πια κάθε ελπίδα. Κι αντί να Τον παραχώσει σε κάποιο λάκκο, Τον εναπέθεσε σε αξιοσέβαστο τάφο, αγορασµένο κατά πάσα πιθανότητα για τον ίδιο (τον Ιωσήφ) ή για κάποιο µέλος της οικογένειάς του — πώς αλλιώς θα µπορούσε να βρεθεί πρόσφορο στην ανάγκη της στιγµής ένα τέτοιο µνήµα; Ο «εὐσχήµων βουλευτής», αποστασιοποιείται από την τάξη του, και κάνει πράγµατα όχι παράλογα, αλλά µε µια αφοσίωση όχι και τόσο λογική ή σύστοιχη µε την κοινωνική του θέση.

«Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται» είδαν τα της ταφής. Και µαζί µε τις άλλες γυναίκες θέλησαν να αλείψουν µε αρώµατα το σώµα του Ιησού. Αναµενόµενο, έτσι συνηθιζόταν. Περίµεναν να περάσει το Σάββατο, πράγµα επίσης λογικό, καθώς ο Νόµος απαγόρευε τέτοιες δραστηριότητες ανήµερα Σαββάτου˙ χώρια η γιορτή (ήταν Πάσχα). Με το ξηµέρωµα της Κυριακής ξεκίνησαν να πάνε στον τάφο. Κι αφού ξεκίνησαν, έλεγαν µεταξύ τους: «ποιος θα µας κυλήσει την πέτρα από την είσοδο του µνήµατος;». 

 

 
 
Πόση λογική έχει κάτι τέτοιο; Να ξεκινάς να κάνεις κάτι, γνωρίζοντας πως µάλλον δεν θα µπορέσεις. Μήπως πίστευαν ότι θα γινόταν κάποιο θαύµα; Μάλλον απίθανο εκείνος που έκανε θαύµατα είχε πεθάνει, η ελπίδα είχε ξεθωριάσει. Κι αν οι Μυροφόρες πίστευαν ξεκινώντας πως θα µπορούσε να υπάρχει τάχα ανάσταση, µάλλον δεν θα πήγαιναν καν να αλείψουν τον νεκρό. Ούτε θα περίµεναν να περάσει το Σάββατο, τηρώντας κανόνες και διατάξεις µπροστά στο ενδεχόµενο µιας ανάστασης, ποιοι κανόνες και ποιες διατάξεις µένουν όρθιες;

Όχι. Τίποτα δεν περίµεναν οι Μυροφόρες. Ήταν πενθούσες γυναίκες αφοσιωµένες σε πρόσωπο αγαπηµένο. Γεµάτη είναι η ιστορία των ανθρώπων από φιγούρες τέτοιων γυναικών. Τίποτα µη αναµενόµενο δεν υπάρχει στη στάση τους. Κι εντούτοις, όσο αναµενόµενες είναι τέτοιες σκέψεις και πράξεις, άλλο τόσο αλλόκοτες και παράλογες ήταν αυτές των Μυροφόρων.

Πρώτη λοιπόν η Παναγία είδε τον αναστάντα Κύριο και µίλησε µαζί του. Γιατί πρώτη γι’ αυτήν και µέσω αυτής ανοίχτηκαν σε εµάς όλα τα επουράνια και τα επίγεια. Αυτή µόνη έπιασε τα άχραντα πόδια του, έστω και αν δεν το γράφουν σαφώς οι Ευαγγελιστές, γιατί δεν ήθελαν να την παρουσιάσουν ως µάρτυρα της αναστάσεως του Υιού της. Ενώ στην Μαρία Μαγδαληνή, που συνάντησε τον Κύριο κατά την επόµενη επίσκεψή της στον τάφο και τον εξέλαβε ως κηπουρό, όταν τον κατάλαβε και πήγε να τον προσκυνήσει, είπε «µη µου άπτου» και την απέστειλε ως ευαγγελίστρια προς τους µαθητές του .

Χαρακτηριστικοί τέλος είναι οι χαιρετισµοί που απηύθυνε ο αναστάς Κύριος προς τις Μυροφόρες γυναίκες και τους Αποστόλους του. Στις Μυροφόρες είπε «χαίρετε», ενώ στους Αποστόλους «ειρήνη υµίν». Το πρώτο που χρειαζόταν στις µυροφόρες, που έζησαν βαθιά τον πόνο της σταυρώσεως ήταν η χαρά. Και το πρώτο που χρειάζονταν οι ταραγµένοι από τον φόβο των Ιουδαίων Απόστολοι ήταν η ειρήνη.

Η ειρήνη συνδέεται άµεσα µε την χαρά. Και η χαρά προϋποθέτει την ειρήνη. Άλλωστε η χαρά και η ειρήνη µαζί µε όλες τις άλλες χριστιανικές αρετές αποτελούν ενιαίο και αδιαίρετο καρπό του Αγίου Πνεύµατος. Εκείνο που βασανίζει και οδηγεί τον άνθρωπο σε ταραχή και ανησυχία είναι ο θάνατος. Γι’ αυτό, όποιος δεν έχει νικήσει τον φόβο του θανάτου, δεν µπορεί να έχει ειρήνη. Η πραγµατική ειρήνη είναι δυνατή µόνο µε την απαλλαγή από τον φόβο του θανάτου. Και η πραγµατική χαρά προϋποθέτει την απαλλαγή από τον φόβο αυτόν.

Ο Χριστός βεβαιώνει ότι η ειρήνη που προσφέρει στους ανθρώπους διαφέρει από την κοσµική ειρήνη. Η ειρήνη του κόσµου είναι συµβατική και εύθραυστη. Είναι ειρήνη που κινείται «εντεύθεν των ορίων» της φθοράς και του θανάτου. Γι’αυτό ο Χριστός ξεχωρίζει την δική του ειρήνη από την ειρήνη του κόσµου: «Ειρήνην αφίηµι υµίν, ειρήνην την εµήν δίδωµι υµίν ου καθώς ο κόσµος δίδωσιν, εγώ δίδωµι υµίν». Αλλά και η χαρά του Χριστού δεν είναι όπως η κοσµική χαρά. ∆εν είναι συµβατική και πρόσκαιρη, αλλά σταθερή και αναφαίρετη. Είναι χαρά «πεπληρωµένη», που κανείς δεν µπορεί να την αφαιρέσει από τον άνθρωπο.

Η πραγµατική ειρήνη και η πραγµατική χαρά αποτελούν σε τελική ανάλυση προνόµια της καινής κτίσεως. Γι’ αυτό και η Παναγία, που είναι η µητέρα της καινής κτίσεως, χαρακτηρίζεται ως «χαράς αιτία». Η πηγή όµως της χαράς αυτής είναι ο ίδιος ο Χριστός, η «ειρήνη ηµών». Η έλευσή του στον κόσµο είναι ευαγγελισµός χαράς και ειρήνης. Και η εκ νεκρών ανάστασή του αποτελεί την επισφράγιση της αναφαίρετης χαράς και της ακατάλυτης ειρήνης που δωρίζει στον άνθρωπο. Η αναζήτηση των πραγµάτων αυτών µακριά από τον Χριστό και την Παναγία αποτελεί σκέτη µαταιοπονία.

Στον απόηχο µιας φρίκης, πρακτικές λεπτοµέρειες έπρεπε να διευθετηθούν. Τις ανέλαβαν άνθρωποι που έκαναν πράγµατα λογικά µα και παράλογα, κατανοητά κι ακατανόητα. Η ελπίδα τους είχε τελείως ξεθωριάσει, αλλά η αφοσίωση και η πιστότητά τους στο πρόσωπο του Ιησού παρέµενε ζωντανή. Μία λέξη υπάρχει που να τα περιγράφει όλα αυτά: Ηρωισµός. Ηρωισµός είναι αυτό που γίνεται η αφοσίωση, όταν έχει πια ξεθωριάσει η ελπίδα.

Πίσω από τη φρίκη που γίνεται ένα µε την κανονικότητα της ζωής, πίσω από τις πρακτικές λεπτοµέρειες που ζητούν διευθετήσεις, πίσω από τα λογικά φερσίµατα που γίνονται κουβάρι µε τα παράλογα, υπάρχουν κάποιες καρδιές, ο Ιωσήφ κι οι Μυροφόρες, που µένουν πιστές στον Ιησού. Αρνούνται να ακυρώσουν µέσα τους την αφοσίωση στο πρόσωπο Του. Αρνούνται να νικηθούν από τις συνθήκες, από τη φρίκη ή τη λογική των πρακτικών ζητηµάτων. ∆εν ζυγιάζουν λογικά και παράλογα στη σκέψη και την πράξη τους. ∆εν ταλαντεύεται η αποφασιστικότητά τους. Ένα µόνο υπάρχει µέσα τους, ο Χριστός. Κι ας ήταν ηττηµένος, κι ας ήταν πια νεκρός. Κι ας είχαν σκορπίσει οι κοντινοί Του µαθητές. Ναι, ηρωισµός είναι η λέξη. Κι ας µην αναφέρεται στην ευαγγελική περικοπή, κι ας µην είχαν συνείδησή της οι ήρωες, άνδρες ή γυναίκες, εξέχοντες ή µη.

Κι εκεί που οι Μυροφόρες πάνε να βάλουν ένα τέλος σε κάτι ήδη τελειωµένο, συναντούν απροσδόκητα έναν άγγελο. Και γίνονται µάρτυρες της αναστάσεως. Πόσο ανατρεπτικό! ∆ιότι στο ρωµαϊκό περιβάλλον της ύστερης αρχαιότητας δεν είχε νοµικό κύρος η µαρτυρία των γυναικών. Λοιπόν, γυναίκες διαλέγει ο Θεός για τη µαρτυρία της µεγάλης ανατροπής. Γιατί η Ανάσταση είναι η αθέατη ανατροπή, που φέρνει τα πάνω κάτω στον κόσµο.


Αγαπητοί αδερφοί, ζούµε σε καιρούς µεταιχµιακούς. Συντριπτικά γεγονότα σαρώνουν τον κόσµο˙ οικονοµικές καταστροφές. ∆υστοπίες αναδύονται σχεδόν από παντού, είτε στον µικρόκοσµο της γειτονιάς µας, είτε στον µακρόκοσµο του πλανήτη. Ίσως κι ένας παγκόσµιος πόλεµος να ετοιµάζεται να µας χτυπήσει την πόρτα. Λογικά και παράλογα πράγµατα γίνονται κουβάρι στην καθηµερινότητά µας. Η φρίκη µπερδεύεται αξεχώριστα µε την κανονικότητα της ζωής. Η δυνατότητά µας να κατανοούµε τα πράγµατα φτάνει στα όριά της. Το ίδιο κι η αντοχή µας. Είναι ανθρώπινο λοιπόν, να ξεθωριάζει µέσα µας µεγάλο µέρος των ελπίδων που συνήθως περιθάλπουµε.

Σήµερα όµως η Εκκλησία φέρνει ενώπιόν µας το παράδειγµα ενός απόκοσµου ηρωισµού, µιας αφοσίωσης στο πρόσωπο του Ιησού, που παραβλέπει τους φόβους και προσπερνά τις συνθήκες. Ας µείνουµε προσηλωµένοι σ’ αυτό το πρότυπο του ηρωισµού, σ’ αυτή την αφοσίωση στο πρόσωπο του Κυρίου και τις εντολές Του. ∆ιότι όταν ξεθωριάζει η ελπίδα, άγγελοι εµφανίζονται και οι άνθρωποι γίνονται µάρτυρες µιας αναστάσιµης χαράς που ανατρέπει την τάξη του κόσµου. Κι ας φάνταζε µόλις πριν αυτός ο κόσµος τελειωµένος…

*** 

Αφιέρωμα στις αγίες Μυροφόρες και τους δύο "κρυφούς μαθητές" αγίους Νικόδημο και Ιωσήφ από την Αριμαθαία