ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Ο παράξενος παπάς που πίστευε στο Θεό!


῾Ο πατὴρ ᾿Αλέξιος Γκνεούσεβ - ῾Ο ῞Αγιος ῾Ιερέας τοῦ Μπορτσουρμάνι
 
Απόσπασμα από το εκτενές βιογραφικό του, που υπάρχει εδώ (όπου & φωτο του Γέροντα).

«Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς προσευχές του μοιάζει σὰν
μιὰ λαμπάδα ἀναμμένη μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ».

(῞Οσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ)
  
ΠΟΛΛΑ χρόνια πρίν, σὲ ἕνα χωριὸ ὀνομαζόμενο Μπορτσουρμάνι (Ρωσίας)
στὴν περιοχὴ τοῦ Κουρμύς, στὴν ἐπαρχία τοῦ Σιμπίρσκ, νῦν τοῦ Νίζγκοροντ, ζοῦσε ἕνας ἐνάρετος Στάρετς ῾Ιερέας, ὁ ᾿Αλέξιος [στάρετς = η ρωσική λέξη για το "Γέροντας"].
᾿Απ᾿ ὅλες τὶς γωνιὲς ἔτρεχαν σ᾿ αὐτὸν πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ ἡ φήμη τοῦ ἐνάρετου βίου του καὶ τῆς χάρης του στὸν Θεὸ ξαπλώθηκε παντοῦ. Τὸν ἐπισκέπτονταν ἄνθρωποι ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν ἐνορία του καὶ τὴν περιφέρειά του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς γύρω περιοχὲς καὶ ἐπαρχίες καὶ ἀκόμα ἀπὸ τὴν Μόσχα. Καὶ αὐτὸς ὑποδεχόταν μὲ χαρὰ ὁποιονδήποτε ποὺ τὸν ἐπισκεπτόταν.

Οἱ πόρτες τοῦ σπιτιοῦ του ἦσαν πάντοτε ἀνοιχτὲς καὶ γιὰ τοὺς πλούσιους καὶ γιὰ τοὺς φτωχούς. ῎Ερχονταν σ᾿ αὐτὸν ἀσθενεῖς καὶ πάσχοντες καὶ ὅσοι βαραίνονταν ἀπὸ λύπη, δυστυχία καὶ ἀνάγκη καὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἔφευγε χωρὶς βοήθεια καὶ παρηγοριά.
῞Ολη του ἡ ζωὴ ἦταν ἀφιερωμένη στὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον του. Ζοῦσε μιὰ ζωὴ γεμάτη μόχθο καὶ ἁγιότητα. Δαπανοῦσε τὸν χρόνο του σὲ ἀκατάπαυστη προσευχὴ καὶ ἀγαθοεργίες, προσευχόμενος ἀκούραστα νύχτα καὶ μέρα μέχρι τὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου του.
Πρόσφερε τὴν ζωή του στοὺς ἀδερφούς του Χριστιανούς, προσευχόμενος γι᾿ αὐτοὺς καὶ διδάσκοντάς τους μὲ τὰ λόγια του, ἀλλὰ προπαντὸς μὲ τὸ παράδειγμα τῆς ἅγιας αὐστηρῆς ζωῆς του.
Γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωή του ἔλαβε μεγάλα χαρίσματα ἀπὸ τὸν Θεό. ῎Ελαβε τὸ προορατικὸ χάρισμα καὶ τὴν χάρη τῆς θεραπείας. Τὸν τιμοῦσαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὄχι μόνο οἱ ἁπλοϊκοί, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ ῞Αγιος Σεραφείμ, ὁ θαυματουργὸς τοῦ Σάρωφ, μίλησε γιὰ τὴν δύναμη τῆς προσευχῆς τοῦ π. ᾿Αλεξίου καὶ τὸν θεωροῦσε ἕναν μεγάλο ᾿Ασκητὴ καὶ ἀγαπημένο τοῦ Θεοῦ.


Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ
 
῾Ο ῞Αγιος Σεραφεὶμ δὲν συνάντησε ποτὲ τὸν π. ᾿Αλέξιο, ἀλλὰ τὸν γνώριζε καλὰ μὲ τὸ προορατικό του χάρισμα καὶ εἶπε τὰ ἑξῆς γι᾿ αὐτόν:

«Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς προσευχές του μοιάζει σὰν μιὰ λαμπάδα ἀναμμένη μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Κοιτάξτε ἕναν πού, χωρὶς νὰ ἔχει δώσει μοναχικοὺς ὅρκους, στέκεται ψηλότερα ἀπὸ πολλοὺς ἀσκητές· ποὺ χύνει τὸ φῶς του σὰν ἕνα ἀστέρι στὸν ὁρίζοντα τῆς χριστιανοσύνης».
῎Αν κάποιος ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ π. ᾿Αλεξίου ἐρχόταν στὸν ῞Αγιο Σεραφείμ, αὐτὸς τὸν ἔστελνε πίσω στὸν τόπο του, λέγοντάς του ὅτι ἔχουν ἐκεῖ τὸν ἄνθρωπο τῆς θερμῆς προσευχῆς.
῾Ο π. ᾿Αλέξιος δὲν ἐπηρεάστηκε καθόλου ἀπὸ τὶς τιμὲς ποὺ τοῦ πρόσφεραν, ἀλλὰ παράμεινε πολὺ ταπεινός. Θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του τὸν πρῶτο καὶ μεγαλύτερο ἁμαρτωλό. ῞Οπως ὅλοι οἱ ῞Αγιοι τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ αὐτὸς θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του πολὺ ἀνάξιο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ λυπόταν διαρκῶς γιὰ τὰ ἁμαρτήματά του.


* * *
ΟΛΟΙ οἱ ἄνθρωποι ἔκλαψαν πικρὰ καὶ πένθησαν γιὰ τὸν θάνατό του. Προτοῦ ὅμως νὰ κοιμηθεῖ τοὺς παρηγόρησε, λέγοντάς τους νὰ μὴ λυποῦνται γι᾿ αὐτόν, γιατὶ τοὺς ὑποσχέθηκε ὅτι δὲν θὰ τοὺς ἐγκαταλείψει. «Αὐτὸν ποὺ θὰ μὲ μνημονεύσει», εἶπε, «δὲν θὰ τὸν ξεχάσω». 0ἱ ἄνθρωποι ὅμως δὲν κατάλαβαν αὐτὰ τὰ λόγια καὶ κανεὶς δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ τὰ ἑρμηνεύσει. ᾿Αλλὰ πολὺ σύντομα μετὰ τὸν θάνατό του ἔγιναν καταληπτά.
Δύο γυναῖκες ἦρθαν στὸ Μπορτσουρμάνι. ῾Η σύζυγος ἑνὸς μεγαλοέμπορα καὶ ἡ κόρη της. ῾Η κόρη εἶπε, ὅτι εἶχε φέρει τὴν ἄρρωστη μητέρα της στὸν π. ᾿Αλέξιο νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τὴν θεραπεία της. ῾Η μητέρα της ἦταν σχιζοφρενής. 0ἱ γυναῖκες αὐτὲς ἔμεναν μακρυὰ ἀπὸ τὸ Μπορτσουρμάνι, ἀλλὰ καὶ στὸ μέρος τους ἔφτασε ἡ φήμη, ὅτι πολλοὶ ἄρρωστοι καὶ βασανισμένοι ἔρχονταν ἀπὸ παντοῦ στὸν π. ᾿Αλέξιο καὶ μὲ τὶς προσευχές του γίνονταν καλά. 

῎Ετσι καὶ ἡ κόρη τοῦ μεγαλοέμπορα πῆρε τὴν ἄρρωστη μητέρα της καὶ ξεκίνησαν γιὰ τὸν π. ᾿Αλέξιο. Φτάνοντας ὅμως στὸ Μπορτσουρμάνι, ἔμαθε ἡ κόρη ὅτι ὁ π. ᾿Αλέξιος πέθανε πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες.
Τότε ἔκλαψε καὶ θρήνησε γιὰ τὴν δυστυχία της, λέγοντας ὅτι δὲν ὑπῆρχε πιὰ τίποτε νὰ βοηθήσει τὴν μητέρα της καὶ θὰ ἔμενε πιὰ τρελλὴ γιὰ πάντα. ῎Εκλαιε συνέχεια ἡ κόρη χύνοντας πικρὰ δάκρυα, ἐνῶ ἡ μητέρα της μαινόταν, οὔρλιαζε, ξεφώνιζε αἰσχρολογίες καὶ ἔβριζε τὸν π. ᾿Αλέξιο. ῾Η κόρη στὴν ἀπελπισία της, παρακάλεσε μερικοὺς καλοὺς ἀνθρώπους νὰ προσέξουν τὴν μητέρα της μὴν πάθει κανένα κακὸ καὶ ἡ ἴδια πῆγε μόνη της στὸν τάφο τοῦ πατρὸς ᾿Αλεξίου, νὰ ξαλαφρώσει κάπως τὴν ψυχή της χύνοντας τὰ δάκρυά της πάνω στὸν τάφο τοῦ ῾Αγίου ῾Ιερέα. ᾿Εκεῖ αὐτὴ προσευχήθηκε θερμὰ καὶ ἔπειτα ἐπέστρεψε στὴν μητέρα της. ῞Οταν τὴν ἀντίκρυσε, τὴν εἶδε νὰ κάθεται εἰρηνικὰ σὲ ἕναν πάγκο, συζητώντας πολὺ λογικὰ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, φαινόταν σὰν νὰ μὴν εἶχε ἀρρωστήσει ποτέ. ῾Η κόρη πέταξε ἀπὸ χαρὰ γιὰ τὸ μεγάλο θαῦμα ποὺ ἔγινε. ᾿Αφοῦ πέρασαν τὴν νύχτα στὸ χωριό, ἡ κόρη ὁδήγησε τὴν μητέρα της στὸ σπίτι τους ἐντελῶς θεραπευμένη.


Άσχετη φωτο, από το post "Το παιδί μου... ιερέας;;"  

Μόνο τότε οἱ ἄνθρωποι κατάλαβαν τί σήμαιναν τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ π. ᾿Αλέξιος πρίν ἀπὸ τὸν θάνατό του: «Αὐτὸν ποὺ θὰ μὲ μνημονεύσει δὲν θὰ τὸν ξεχάσω». ῎Αρχισαν ἔπειτα νὰ πηγαίνουν ὅλοι στὸν τάφο τοῦ π. ᾿Αλεξίου, ὅπως πήγαιναν σ᾿ αὐτὸν καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τὴς ζωῆς του. Καὶ συνέβαιναν πολλὰ θαύματα σ᾿ αὐτοὺς ποὺ προσκυνοῦσαν καὶ προσεύχονταν στὸν τάφο του.

* * *

Ο π. ᾿Αλέξιος Γκνεούσεβ γεννήθηκε στὶς 13 Μαΐου τοῦ 1762, ἐνάμισυ μῆνα προτοῦ νὰ ἀνέλθει στὸν θρόνο ἡ αὐτοκράτειρα Αἰκατερίνη ἡ Βʹ. ῾Ο πατέρας του ἦταν ῾Ιερέας καὶ ὅταν ὁ ᾿Αλέξιος ἐνηλικιώθηκε, τὸν ἔστειλε νὰ σπουδάσει στὸ ῾Ιεροδιδασκαλεῖο τοῦ Νιζνη-Νόβγκοροντ. Σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν ἀποφοίτησε ἀπὸ ἐκείνη τὴν Σχολὴ καὶ παντρεύτηκε.
᾿Εκεῖνο τὸ ἔτος, ὁ ᾿Επίσκοπος τοῦ Νιζνη-Νόβγκοροντ Δαμασκηνὸς τὸν χειροτόνησε
Διάκονο στὸν Ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τοῦ χωριοῦ Μπορτσουρμάνι καὶ δεκατρία χρόνια ἀργότερα ὁ ᾿Επίσκοπος τῆς ἴδιας πόλης Παῦλος τὸν χειροτόνησε ῾Ιερέα σ᾿ ἐκεῖνο τὸν Ναό. ᾿Εκεῖ πέρασε ὁλόκληρη τὴν ἱερατική του ζωὴ καὶ ἐκεῖ τάφηκε.
Στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἱερατικῆς του ζωῆς, ὁ π. ᾿Αλέξιος δὲν εἶχε διακριθεῖ γιὰ καμιὰ ἰδιαίτερη πνευματικότητα. ᾿Εντελῶς ξαφνικὰ ὅμως ἄλλαξε ἡ ζωή του μετά ἀπὸ ἕνα περιστατικό, μὲ τὸ ὁποῖο τὸν κάλεσε ὁ Θεός.
Μιὰ νύχτα ἦρθε στὸ σπίτι τοῦ π. ᾿Αλεξίου κάποιος ἄνθρωπος καὶ τὸν κάλεσε νὰ κοινωνήσει ἕναν ἄρρωστο σ᾿ ἕνα γειτονικὸ χωριό. ῾Ο π. ᾿Αλέξιος στενοχωρέθηκε μὲ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ καὶ ἄρχισε νὰ τὸν μαλώνει, γιατὶ τὸν ἐνόχλησε, ἀφοῦ ὁ ἄρρωστος δὲν ἦταν ἑτοιμοθάνατος καὶ δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ ξυπνήσει τὸν ῾Ιερέα τὰ μεσάνυχτα. ῎Εδιωξε τὸν ἄνθρωπο καὶ ξανάπεσε νὰ κοιμηθεῖ.
᾿Αλλά, ἦταν ἀδύνατο νὰ κοιμηθεῖ. Μόλις ἔκλεισε τὰ μάτια του, τοῦ ἐμφανίστηκε ὁ ἄρρωστος χωρικός. Τελικὰ ὁ π. Αλέξιος δὲν μπόρεσε νὰ κοιμηθεῖ· σηκώθηκε καὶ πῆγε σ᾿ αὐτόν. Τὸν βρῆκε ὅμως πεθαμένο... Καὶ δίπλα του εἶδε νὰ στέκεται ἕνας ῎Αγγελος, κρατώντας στὰ χέρια του τὸ ῞Αγιο Ποτήριο. 

Αὐτὸ τὸ ὅραμα συγκίνησε πολὺ τὸν π. ᾿Αλέξιο καὶ ἔπεσε στὰ γόνατά του, μπροστὰ στὸν νεκρὸ ἄνδρα καὶ προσευχόταν γι᾿ αὐτὸν ὅλη τὴν νύχτα. Γύρισε σπίτι του ἕνας ἐντελῶς διαφορετικὸς ἄνθρωπος. ᾿Αφιέρωσε τὴν ζωή του πλήρως στὴν ὑπηρεσία
τοῦ Θεοῦ.


* * *

ΣΤΟ ἑξῆς, μέχρι τὸν θάνατό του, ἔζησε μιὰ ἐνάρετη ἀσκητικὴ ζωή. Τελοῦσε καθημερινὰ τὴν Θεία Λειτουργία καί, ὅσο ἦταν δυνατό, τηροῦσε τοὺς Μοναχικοὺς Κανόνες στὴν ἰδιωτική του ζωή.
῾Ο κανόνας του ἦταν ὁ ἑξῆς: Τὰ μεσάνυχτα διάβαζε τὴν ᾿Ακολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ, δώδεκα Ψαλμούς, τὸν Βίο τοῦ ῾Αγίου τῆς ἡμέρας καὶ τὸ Συναξάριον. Τὸ πρωί διάβαζε τὴν ᾿Ακολουθία τοῦ ῎Ορθρου, τὶς ῟Ωρες καὶ τοὺς Χαιρετισμοὺς τοῦ ῾Οσίου Σεργίου, τῆς ῾Αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας ἢ τοῦ ῾Αγίου Μητροφάνους. Τὸ μεσημέρι διάβαζε τέσσερα Καθίσματα τοῦ Ψαλτηρίου. Τὸ βράδυ τὴν ᾿Ακολουθία τοῦ ῾Εσπερινοῦ, τὸν ᾿Ακάθιστο τῆς Θεοτόκου, τὸν Κανόνα στὸν Φύλακα ῎Αγγελο καὶ τὸ ᾿Απόδειπνο. Τὴν νύχτα, κάθε ὥρα ξυπνοῦσε καὶ ἔκανε μετάνοιες. Συνολικὰ ἔκανε χίλιες πεντακόσιες μετάνοιες κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νύχτας.
Τὸν χρόνο ποὺ τοῦ ἀπόμενε, μετὰ τὴν τέλεση ὅλων αὐτῶν τῶν καθηκόντων του καὶ τῶν ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν του ὑπηρεσιῶν, ἀφιέρωνε στοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὸν ἐπισκέπτονταν. Τοὺς εὐλογοῦσε καὶ τοὺς μιλοῦσε ἀπὸ τὴν ῾Αγία Γραφή. Παρηγοροῦσε τοὺς θλιμμένους καὶ τοὺς τόνωνε μὲ τὴν ἁγία προσευχή του καὶ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ.
Σ᾿ ὅλους μιλοῦσε μὲ ἠρεμία καὶ ἀγάπη. Τοὺς μόνους ἀνθρώπους ποὺ μεταχειρίστηκε μὲ μεγάλη αὐστηρότητα ἦσαν οἱ μάγοι καὶ οἱ χαρτορρίχτρες. Αὐτοὺς δὲν δεχόταν νὰ παρουσιαστοῦν μπροστά του. ῎Εκανε μάλιστα γνωστό, ὅτι θὰ τοὺς δεχόταν μετὰ ἀπὸ τὴν μετάνοιά τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν δήλωσή τους, ὅτι θὰ ἐγκατέλειπαν τὴν δαιμονική τους δραστηριότητα. Δὲν ἔδιωχνε μόνο τοὺς μάγους, ἀλλὰ καὶ ὅσους πήγαιναν σ᾿ αὐτούς.


῾Ο π. ᾿Αλέξιος ἀγαποῦσε τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἄπορους καὶ ἀγωνιζόταν πολὺ νὰ τοὺς βοηθήσει. ῞Ενα μέρος ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ λάβαινε ἀπὸ τοὺς πλούσιους τὸ ξόδευε στὴν διακόσμηση τοῦ Ναοῦ καὶ τὰ ὑπόλοιπα τὰ ἔδινε στοὺς φτωχούς. ᾿Ακόμα σ᾿ αὐτοὺς μοίραζε ροῦχα, κάλτσες, σανδάλια, ποὺ ἔφτιανε ὁ ἴδιος, καὶ ἄλλα ἀναγκαῖα πράγματα. Τὰ σανδάλια συνήθως τὰ ἔπλεκε μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία, καθισμένος σ᾿ ἕναν μικρὸ πάγκο μπροστὰ στὸ σπίτι του. Πολὺ συχνά, χωρικοί, ποὺ εἶχαν πάθει κάποια ζημιὰ (μιὰ ἀρρώστια, χάλασμα τῶν ἐργαλείων τους κ.ἄ.), ἔβρισκαν χρήματα στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ τους βαλμένα ἐκεῖ ἀπὸ ἕνα ἄγνωστο πρόσωπο. Καὶ μὲ τὰ χρήματα βοηθοῦνταν ἀρκετὰ στὶς ἀνάγκες τους. Κανεὶς δὲν εἶδε τὸν ἄνθρωπο ποὺ τοὺς ἔβαζε τὰ χρήματα στὴν πόρτα τους, ἀλλὰ ὅλοι ἦσαν βέβαιοι ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ π. ᾿Αλέξιος. ῾Ο πατὴρ ᾿Αλέξιος ἔκανε τὶς ἀγαθοεργίες του πολὺ μυστικὰ καὶ ἔτσι δίδασκε καὶ τοὺς ἄλλους νὰ τὶς κάνουν.



* * *

ΓΙΑ τὴν πολὺ ἐνάρετη ζωή του, ὁ π. ᾿Αλέξιος ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ προορατικὸ καὶ τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα. ᾿Επίσης ὁ Θεὸς τοῦ ἔδινε πολλὲς ὁράσεις καὶ ἀποκαλύψεις.
Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀποκαλύψεις μᾶς τὴν περιγράφει ἡ Γερόντισσα Μαρία, ῾Ηγουμένη τῆς Μονῆς στὴν πόλη ᾿Αρζαμάς. Τὴν Γερόντισσα αὐτὴ ὁ π. ᾿Αλέξιος τὴν εὐλαβοῦνταν πάρα πολὺ καὶ σ᾿ αὐτὴν ἐμπιστευόταν πολλά. ῾Ως ἑξῆς μᾶς περιγράφει αὐτὴ μιὰ δράση τοῦ π. ᾿Αλεξίου:

«Κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς σοβαρῆς του ἀρρώστιας, ὅταν αὐτὸς ὁ σεβάσμιος Γέροντας ἦταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι του καὶ προσευχόταν συνέχεια, ἄκουσε μιὰ τόσο γλυκειὰ ψαλμωδία, ποὺ ἀνθρώπινη γλώσσα δὲν μπορεῖ νὰ περιγράψει. Τότε ἐμφανίστηκε ἡ ἴδια ἡ Βασίλισσα τοῦ Οὐρανοῦ, συνοδευόμενη ἀπὸ τὴν Μεγαλομάρτυρα ῾Αγία Βαρβάρα καὶ ἐπισκέφτηκε τὸν ἄρρωστο δοῦλο Της· τοῦ ἀποκατάστησε τὴν ὑγεία του, χωρὶς νὰ καταφύγει σὲ κανέναν γιατρό».
Καὶ ὁ ἴδιος ὁ π. ᾿Αλέξιος ἔγραψε ὁράσεις καὶ ἀποκαλύψεις του.
Κάπου γράφει, ὅτι μιὰ νύχτα τοῦ ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς ντυμένος μὲ βασιλικὰ ἐνδύματα καὶ τὸν εὐλόγησε. Δίπλα στὸν Χριστὸ στέκονταν τρεῖς Παρθένες μὲ λευκὰ ράσα· ἦσαν οἱ τρεῖς ἀρετές, ἡ Πίστη, ἡ ᾿Ελπίδα καὶ ἡ ᾿Αγάπη. Τότε φάνηκε καὶ ἡ Βασίλισσα τοῦ Οὐρανοῦ, ποὺ εἶπε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Μονογενής μου Υἱός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ»!


Η εμφάνιση της Αγίας Τριάδας στο μεγάλο Ρώσο άγιο Αλέξανδρο του Σβιρ (λεπτομέρειες εδώ).
 
Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Γαλλικῆς εἰσβολῆς, τὸ 1812, ὁ π. ᾿Αλέξιος μετὰ ἀπὸ κάποια Λειτουργία προσευχόταν πολὺ νὰ χαρίσει ὁ Θεὸς τὴν νίκη στὸν Ρωσικὸ λαό. Ξαφνικὰ εἶδε ἕναν ῎Αγγελο, σταλμένο ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος τοῦ ἀνάγγειλε ὅτι οἱ στρατιὲς τοῦ Οὐρανοῦ ἔχουν ἔρθει νὰ βοηθήσουν τὴν Ρωσία καὶ ὅτι οἱ ἐχθροὶ θὰ νικηθοῦν καὶ ὅλη ἡ Ρωσία θὰ ἀγαλλίαζε.
Μιὰ μέρα, κατὰ τὴν θεία Λειτουργία, ὅταν ὁ π. ᾿Αλέξιος ἔλεγε:
«Κύριε, ὁ τὸ πανάγιόν Σου Πνεῦμα ἐν τῇ τρίτῃ ὥρᾳ τοῖς ᾿Αποστόλοις σου καταπέμψας...», ἄκουσε φωνὴ κατερχόμενη ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ πάνω στὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ φωνὴ αὐτὴ ἔλεγε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός».
῎Αλλη φορά, ἄκουσε μιὰ οὐράνια ψαλμωδία καὶ εἶδε τὸν ἴδιο τὸν Κύριο ποὺ τὸν διέταξε νὰ ποιμαίνει τὸ ποίμνιο τῆς ᾿Εκκλησίας: 


«Βόσκε τὰ πρόβατά Μου· ποίμαινε τὰ ἐκλεκτά Μου· πρόσεχε τὸ ποίμνιό Μου. Γιατὶ ἐγὼ σὲ ἔχω διορίσει ἐπὶ τοῦ ποιμνίου αὐτοῦ ὄρος ὑψηλόν Μου καὶ φύλακα τῆς ἐκκλησίας».
Στὶς 14 Φεβρουαρίου τοῦ 1814, μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία, τοῦ ἀνακοινώθηκε ἀπὸ ἕναν ῎Αγγελο τοῦ Κυρίου, ὅτι στὸ ἑξῆς θὰ ἄρχιζε νὰ βιώνει τὴν διακονία τῶν ᾿Αγγέλων. ᾿Εκείνη τὴν νύχτα εἶδε σὲ ὄνειρο, ὅτι προσκύνησε στὸ ῾Ιερὸ Βῆμα τὸν ἴδιο τὸν Θεό, τὸν ῎Οντα σὲ φωτιὰ καὶ ἀνείπωτο φῶς.
῾Υπάρχουν πολλὲς ἄλλες ὁράσεις, ποὺ εἶδε ὁ π. ᾿Αλέξιος, παρόμοιες μὲ αὐτές.



* * *

ΟΤΑΝ ὁ π. ᾿Αλέξιος εἶχε λίγο ἐλεύθερο χρόνο τοῦ ἄρεσε νὰ καταπιάνεται μὲ τὴν δουλειὰ στὰ χωράφια καὶ μὲ ποικίλες ἄλλες δουλειὲς γύρω ἀπὸ τὸ σπίτι. ᾿Αγαποῦσε νὰ ἐργάζεται στὸν κῆπο καὶ ἀσχολοῦνταν καὶ μὲ ἕνα μικρὸ μελίσσι. Κατὰ τὸν καιρὸ τὴς ᾿Επανάστασης τοῦ 1917, ὑπῆρχαν ἀκόμα μερικὲς μηλιὲς ποὺ τὶς ἔδειχναν ὅτι φυτεύτηκαν ἀπὸ τὰ χέρια του. Δὲν ἄρεσε ἡ τεμπελιὰ στὸν π. ᾿Αλέξιο καὶ δίδασκε τοὺς ἄλλους πάντοτε νὰ ἐργάζονται καὶ νὰ μοχθοῦν.
῾Η οἰκογένεια τοῦ π. ᾿Αλεξίου ἀποτελοῦνταν ἀπὸ τὴν σύζυγό του, τὴν Μάτουσκα (Πρεσβυτέρα) Μαρία Βορίσοβνα, μιὰ πολὺ εὐλαβῆ καὶ θεοσεβῆ γυναίκα· τὸν γυιό του Λὲβ καὶ τὶς δυό του κόρες, τὴν Ναντέζντα (᾿Ελπίδα) καὶ τὴν Τατιάνα. Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ἔμειναν μαζί του τὸ πνευματικό του τέκνο Ματρώνα καὶ ὁ ἐξάδελφός του ῾Ιεροδιάκονος ᾿Αλέξανδρος.
᾿Εννέα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό του, ὁ π. ᾿Αλέξιος ἀποσύρθηκε καὶ παραχώρησε τὴν θέση του στὸν π. Παῦλο Βιγκιλιάσκυ, τὸν σύζυγο τῆς ἐγγονῆς του, τῆς θυγατέρας τῆς μεγαλύτερης κόρης του, τῆς Ναντέζντα. ᾿Εγκαταλείποντας τὴν θέση του ἀνάθεσε ὅλες τὶς φροντίδες του καὶ τὶς οἰκιακὲς ἀκόμη στὸν π. Παῦλο. Αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀποσύρθηκε σ᾿ ἕνα μικρὸ κελλί, ποὺ εἶχε χτιστεῖ στὸ σπίτι γιὰ τὸν ῾Ιερέα τοῦ Ναοῦ. Σ᾿ αὐτὸ τὸ κελλὶ ὑπῆρχε μόνο ἕνα παράθυρο, ποὺ ἦταν πάντα καλυμμένο μὲ
κουρτίνα καὶ ἄνοιγε μόνο πρὸς τὰ μέσα τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ. ᾿Εγκαταλείποντας πιὰ κάθε
κοσμικὴ φροντίδα, ὁ π. ᾿Αλέξιος ἀφιερώθηκε στὴν προσευχή. Τὰ πρόσωπα τῆς οἰκογενείας του δὲν τὸν ἐνοχλοῦσαν στὴν ἀπομόνωσή του, παρὰ μόνο σὲ σπάνιες περιπτώσεις, ὅπου ἕνας σοβαρὸς λόγος τὸ ἀπαιτοῦσε. [...]


Η συνέχεια εδώ, από σελ. 8 του pdf.

Ο Γέροντας κοιμήθηκε 21 Απριλίου 1848. Ας έχουμε την ευχή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: