ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Άγιος Γρηγόριος, επίσκοπος Νύσσης (10 Ιανουαρίου)

Άρθρο του Παναγιώτη Μυργιώτη (Μαθηματικού)

sparmatseto.gr

Ἡ Μοῦσα Γρηγόριος, οὗ Νύσσα θρόνος,

οὐ Πιερίαν, ἀλλ᾿ Ἐδὲμ σκηνὴν ἔχει.

Γρηγόριον δεκάτῃ θανάτου κνέφας ἀμφεκάλυψεν.


Ο Άγιος Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσης είναι κατά σάρκα αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου και της Οσίας Μακρίνας. Ήταν μικρότερος του Μ. Βασιλείου κατά την ηλικία αλλά εξ ίσου θερμός ζηλωτής της Ορθοδόξου πίστεως και ικανός εις τον λόγο. Λαμβάνει και αυτός λαμπρά μόρφωση, όπως και ο Βασίλειος.

Γεννήθηκε το έτος 331 και χειροτονήθηκε επίσκοπος Νύσσης το 372. Πριν χειροτονηθεί επίσκοπος νυμφεύτηκε την Θεοσέβεια, γυναίκα ευσεβέστατη. Την κοίμηση της συζύγου υπέμεινε ανδρείως.

Οι αιρετικοί βλέπουν εις το πρόσωπο του Γρηγορίου ένα ισχυρό πολέμιο της πλάνης των. Σχεδιάζουν να τον εξοντώσουν. Πράγματι, τον κατηγορούν για δυο πράγματα, για οικονομική κατάχρηση και αντικανονική εκλογή. Τις κατηγορίες υποβάλλει όργανο των Αρειανών  με το όνομα Φιλόχαρης προς τον Διοικητή του Πόντου Δημοσθένη. Ο Μ. Βασίλειος με επιστολή του προς τον Διοικητή ζητά να γίνει ο έλεγχος και να αποδειχθεί η συκοφαντία. Για το ζήτημα της χειροτονίας αναλαμβάνει αυτός την ευθύνη, διότι εκείνος την τέλεσε.

Η παρέμβαση του Βασιλείου δεν έφερε αποτέλεσμα. Το 376 ο Γρηγόριος καθαιρείται από σύνοδο αρειανών επισκόπων του Πόντου και της Γαλατίας. Έτσι, ο Γρηγόριος διωκόμενος από τους Αρειανούς άρχισε να περιπλανάται σε διάφορους τόπους. Η περιπέτεια το 378  με τον θάνατο του αυτοκράτορα Ουάλεντα και ανακλήθηκε εις τον θρόνο από τον Μέγα Θεοδόσιο.

 Συμμετέχει εις την τοπική Σύνοδο της Αντιοχείας το φθινόπωρο του 379, η οποία συνήλθε ιδίως για την αίρεση του Απολλιναρίου. Ο Απολλινάριος, ερμηνεύοντας κατά γράμμα χωρίο της Αγίας Γραφής (κατά Ιωάννη α’ 14), υποστήριζε ότι ο Θεός Λόγος έγινε σάρκα, όχι τέλειος άνθρωπος. Αρνήθηκε τον ανθρώπινο νου, την ανθρώπινη ψυχή και θέληση του Ιησού Χριστού ως στοιχεία διασπαστικά της ενότητός Του και αντίθετα προς την τελειότητά Του και τα αντικατέστησε με τη θεία επενέργεια. Δίδασκε, δηλαδή, στην ουσία, ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι τέλειος Θεός ούτε τέλειος άνθρωπος. Πολλοί νόμιζαν ότι ο Απολλινάριος δέχθηκε την επίδραση της πλατωνικής και νεοπλατωνικής φιλοσοφίας. Tο πιθανότερο είναι, καθώς πιστεύει ο Γρηγόριος Νύσσης, ότι αφετηρία στη χριστολογική του διδασκαλία είναι εσφαλμένη ερμηνεία χωρίου επιστολής του Αποστόλου Παύλου (προς Θεσσαλονικείς Α’, ε’ 23). Στη Σύνοδο ο Άγιος ανασκεύασε τις κακόδοξες θεωρίες του Απολλιναρίου.

H τοπική Σύνοδος της Αντιοχείας τον στέλνει να επισκεφθεί τις εκκλησίες της Αραβίας και της Παλαιστίνης, οι οποίες είχαν μολυνθεί από τον Αρειανισμό και σπαράσσονταν. Τις βοήθησε. Χρημάτισε, δια τούτο, προστάτης της Εκκλησίας του Χριστού.

Ο θείος Γρηγόριος ήταν παρών το 381 εις την Κωνσταντινούπολη εις την Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο μετά άλλων εκατόν πενήντα επισκόπων για την καταπολέμηση της δυσσεβούς αίρεσης των πνευματομάχων του Μακεδονίου. Εκεί υπήρξε υπέρμαχος μεν της Ορθοδόξου Πίστεως, αντίμαχος δε της δυσσεβούς αιρέσεως. Κατατρόπωσε την αίρεση με αποδείξεις μέσα από τις γραφές και με τη δύναμη των λόγων του και τελικά η Ορθοδοξία κέρδισε την νίκη. Η Σύνοδος συμπλήρωσε το σύμβολο της Νίκαιας  προσθέτοντας την θεολογία περί του Αγίου Πνεύματος και τα τέσσερα τελευταία άρθρα.

Έδωσε το παρόν ο Άγιος Γρηγόριος και εις την τοπική σύνοδο που πραγματοποιήθηκε το 394 και ασχολήθηκε με τον Αγάπιο τον Βαγάδιο.

Αξιομνημόνευτο είναι ότι η Αγία Οικουμενική Εβδόμη Σύνοδος εις την έκτη πράξη της ονομάζει Πατέρα Πατέρων τον Άγιο Γρηγόριο.

Έζησε επί γης εξήντα πέντε χρόνια, ποιμαίνοντας καλώς το ποίμνιό του.

Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, το οποίο περιλαμβάνει ομιλίες με εξηγητικό και δογματικό περιεχόμενο, καθώς και επιτάφιους λόγους με λογοτεχνικές αξιώσεις. Το συγγραφικό έργο το οποίο άφησε είναι σημαντικότατο, το οποίο εξέδωσε ο αββάς  Migne εις την Ελληνική Πατρολογία. Αργότερα το αξιολογότατο έργο εξέδωσε και η Αποστολική Διακονία. Με το έργο του Αγίου, πρόσφατα, ασχολήθηκε και ο Ελληνιστής καθηγητής του Πανεπιστημίου του Χάβαρντ, ο Γερμανός Βέρνερ Ζέγκερ ο οποίος κυκλοφόρησε περίφημο σύγγραμμα εις την Αμερική, μετά από εργασία και έρευνα είκοσι χρόνων εις το οποίο αναλύει τα συμπεράσματα και πλέκει το εγκώμιο του Αγίου.

Ο Γρηγόριος συνέχισε την τριαδολογία και την πνευματολογία του αδελφού του Βασιλείου, όπως και τη χριστολογία του Γρηγορίου Θεολόγου, αλλά προχωρώντας αυτές σε εύρος και βάθος. Με τη θεολογία του περί εκπόρευσης του αγίου Πνεύματος, απέκλεισε τη δυτική χρήση του filioque από τη διδασκαλία της ανατολικής χριστιανικής Εκκλησίας. Προετοίμασε επίσης, τη θεολογία της “υποστατικής ενώσεως” των δύο φύσεων του Χριστού με τη χρήση των όρων “ἀσυγχύτως”, “ἀτρέπτως”, “ἀδιαιρέτως¨ οι οποίοι επικυρώθηκαν στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 451 στη Χαλκηδόνα.

Η τίμια κάρα του θείου Γρηγορίου Νύσσης μεταφερθείσα από ευσεβείς Μικρασιάτες μετά την Μικρασιατική καταστροφή βρίσκεται αποθησαυρισμένη μαζί με τα τίμια λείψανα του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου και του Αγίου Ιερομάρτυρα Γεωργίου του Νεαπολίτου εις τον Ιερό Ναό Αγίου Ευσταθίου εις τον Περισσό Αττικής.


Λειτουργικά κείμενα

Ἀπολυτίκιον

Θεῖον γρήγορσιν, ἐνδεδειγμένος, στόμα σύντονον, τῆς εὐσέβειας, ἀνεδείχθης Ἱεράρχα Γρηγόριε τὴ γὰρ σοφία τῶν θείων δογμάτων σου, τῆς Ἐκκλησίας εὐφραίνεις τὸ πλήρωμα. Πάτερ ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον

Τὸ ὄμμα τῆς ψυχῆς, γρηγορῶν Ἱεράρχα, ὡς γρήγορος Ποιμήν, ἀνεδείχθης τῷ κόσμῳ, καὶ ράβδω τῆς σοφίας σου, παμμακάριστε Ὅσιε, πάντας ἤλασας, τοὺς κακοδόξους ὡς λύκους, ἀδιάφθορον, διατηρήσας τὴν ποίμνην, Γρηγόριε πάνσοφε.

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης περί δουλείας 

Απόσπασμα από το άρθρο Απάντηση στο άρθρο «Χριστιανισμός, δουλεία και ιδιοκτησία» (ΟΟΔΕ)

Διαβάζουμε ένα κλασικό κείμενο κατά της δουλείας του Γρηγορίου Νύσσης, δεκατέσσερις αιώνες πριν ακουστούν οι δήθεν πρωτότυπες ιδέες του «διαφωτισμού» και βεβαίως, μέσα σε ένα κατεστημένο που θεωρούσε τη δουλεία τόσο αυτονόητη για τη δομή της κοινωνίας, όσο σήμερα είναι αυτονόητη π.χ. η χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας:

«Εκτησάμην γαρ, φησί, δούλους και παιδίσκας … Οράς τον όγκον της αλαζονείας; Θεώ άντικρυς η τοιαύτη φωνή αντεπαίρεται … ως ανδρών τε άμα και γυναικών εαυτόν κύριον οίεσθαι, τι άλλο και ουχί διαβαίνει τη υπερηφανία την φύσιν (PG 44,664C) … Δουλεία καταδικάζεις τον άνθρωπον, ου ελευθέρα η φύσις και αυτεξούσιος, και αντινομοθετείς τω θεώ, ανατρέπων αυτού τον επί τη φύσει νόμον. τον γαρ επί τούτω γενόμενον, εφ' ώτε κύριον είναι της γης και εις αρχήν τεταγμένον παρά του πλάσαντος, τούτον υπάγεις τω της δουλείας ζυγώ, ώσπερ αντιβαίνων τε και μαχόμενος τω θείω προστάγματι. (PG 44,664D) 

… Εκτησάμην γαρ δούλους και παιδίσκας. ποίας, ειπέ μοι, τιμής; τι εύρες εν τοις ούσι της φύσεως ταύτης αντάξιον; (PG 44,665A) … εκ των αυτών σοι η γένεσις, ομοιότροπος η ζωή, κατά το ίσον επικρατεί τα τε της ψυχής και τα του σώματος πάθη … οδύναι και ευθυμίαι, ευφροσύναι και αδημονίαι, λύπαι και ηδοναί, θυμοί και φόβοι, νόσοι και θάνατοι. μη τις εν τούτοις διαφορά προς τον δούλον τω κυριεύοντι; ου τον αυτόν έλκουσιν αέρα δια του άσθματος; ουχ ωσαύτως ορώσι τον ήλιον; … ου μία κόνις οι δύο μετά τον θάνατον; … ο ουν εν πάσι το ίσον έχων εν τίνι το πλέον έχεις, ειπέ, ώστε άνθρωπον όντα δεσπότην ανθρώπου σεαυτόν οίεσθαι; (PG 44,665D-668A)».

Που σημαίνει:

«Απόκτησα δούλους και υπηρέτριες … Βλέπεις το μέγεθος της αλαζονείας; Ο λόγος αυτός αποτελεί ανταρσία κατά του θεού … αφού νομίζει τον εαυτό του κύριο ανδρών και γυναικών, αν μη τι άλλο, ξεπερνά σε υπερηφάνεια την ανθρώπινη φύση … Καταδικάζεις σε δουλειά τον άνθρωπο, που η φύση του είναι ελεύθερη και αυτεξούσια και ορθώνεις δικό σου νόμο απέναντι στο νόμο του Θεού ανατρέποντας το νόμο του που διέπει τη ζωή των ανθρώπων. Αυτόν που πλάστηκε γι αυτό ακριβώς, για να είναι κύριος της γης και που ορίστηκε από τον Πλάστη του να άρχει, αυτόν τον υποτάσσεις στο ζυγό της δουλείας που αντιβαίνει και αντιμάχεται τη θεία διαταγή … 

Απόκτησα δούλους και υπηρέτριες … Με ποια τιμή, πες μας. Τι βρήκες αντάξιο τους στη φύση; … Κάποιοι γέννησαν εκείνους κι εσένα, κοινή η ζωή σας, ισχύουν εξίσου τα πάθη ψυχής και του σώματος, οδύνη και ευθυμία, χαρά κι αδημονία, λύπη και ηδονή, θυμός και φόβος, νόσος και θάνατος. Διαφέρει καθόλου σ' αυτά ο κύριος από το δούλο; Δεν ανασαίνουν τον ίδιο αέρα; Δεν βλέπουν όμοια τον ήλιο; … Ίδια σκόνη δε θα γίνουν και οι δύο μετά το θάνατο; … Αφού σε όλα είσαι ίσος με τους άλλους, πες μου που πλεονεκτείς ώστε ενώ είσαι άνθρωπος να θεωρείς τον εαυτό σου κύριο ανθρώπου;». 

***** 

Γρηγόριος Νύσσης: Από τη θεολογική ανθρωπολογία στην ανθρωπολογική φυσιολογία
 
Χρήστος Τερέζης / Περιοδικό Εικών
 
Η εκτενής πραγματεία Περί κατασκευής ανθρώπου (Β.Ε.Π.Ε.Σ., 65α, 11.1-92.29) τού Γρηγορίου Νύσσης εγγράφεται σε εκείνον τον κλάδο ο οποίος θα μπορούσε να ορισθεί ως γενική Ανθρωπολογία. Αναφέρεται με άκρως επιστημονικό, και όχι μόνον για τα δεδομένα της εποχής κατά την οποία συνετάχθη, τρόπο στο σύνολο των ζητημάτων των σχετικών με τον άνθρωπο τόσο ως ενθαδική φυσική οντότητα όσο και κατά τον μεταφυσικό προσανατολισμό του, δηλαδή τόσο ως σωματικότητα όσο και ως πνευματικότητα. 
Το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον για ένα θεολογικών προτυπώσεων κείμενο, όπως το ως άνω, είναι ότι ενασχολείται άκρως συστηματικά με λεπτομέρειες της κατασκευής και της λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού, οι οποίες αποτελούν κατά βάση ερευνητικό αντικείμενο της επιστήμης της Βιολογίας καθώς και των συναφών με το περιεχόμενό της άλλων φυσικών επιστημών ...
 

Προοίμιο

Α΄. Μερική φυσιολογία περί του κόσμου και χαριτωμένη διήγηση περί των γεγονότων που προηγήθηκαν της γένεσης του ανθρώπου.

Β΄. Γιατί ο άνθρωπος πλάσθηκε μετά την κτίση τελευταίος.

Γ΄. Ότι η φύση του ανθρώπου είναι τιμιώτερη από όλη τη φαινόμενη κτίση.

Δ΄. Ότι η κατασκευή του ανθρώπου επισημαίνει με όλα την ηγεμονική εξουσία.

Ε΄. Ότι ο άνθρωπος είναι ομοίωμα της θείας βασιλείας.

ΣΤ΄. Εξέταση της συγγενείας του νου προς τη φύση, όπου παρεμπιπτόντως ελέγχεται και το δόγμα των Ανομοίων.

Ζ΄. Γιατί ο άνθρωπος είναι γυμνός από τα φυσικά όπλα και προκαλύμματα.

Η΄. Γιατί το σχήμα του ανθρώπου είναι όρθιο και ότι τα χέρια υπάρχουν για εξυπηρέτηση του λόγου· όπου φιλοσοφείται και το θέμα περί διαφοράς ψυχών.

Θ΄. Ότι το σχήμα του ανθρώπου κατασκευάσθηκε έτσι, ώστε να είναι όργανο εξυπηρετήσεως του λόγου.

Ι΄. Ότι ο νους ενεργεί δια των αισθήσεων.

ΙΑ΄. Ότι η φύση του ανθρώπου είναι αθεώρητη.

ΙΒ΄. Εξέταση περί του, πού βρίσκεται το ηγεμονικό όπου υπάρχει φυσιολογία και περί δακρύων και περί γέλωτος και φυσικό θεώρημα περί της κοινωνίας στην ύλη, τη φύση και τον νου.

ΙΓ΄. Αίτια του ύπνου, του χασμουρητού, των ονείρων.

ΙΔ΄. Ότι ο νους δεν είναι σε μέρος του σώματος. Όπου γίνεται διάκριση μεταξύ σωματικών και ψυχικών κινημάτων.

ΙΕ΄. Ότι κυρίως ψυχή είναι και λέγεται η λογική, ενώ οι άλλες έχουν άκαιρα το ίδιο όνομα. Όπου αναπτύσσεται και το ότι η δύναμη του νου διαπερνά ολόκληρο το σώμα συνδέοντας καταλλήλως κάθε μέρος.

ΙΣΤ΄. Εξέταση του θείου ρητού που λέει· «ας κάνουμε άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωση μας». Όπου εξετάζεται ποια είναι η σημασία της εικόνας και αν το παθητό και θνητό ομοιώνεται με το μακάριο και απαθές, και πως στην εικόνα υπάρχει το άρρεν και το θήλυ, αφού αυτή η διάκριση δεν υπάρχει στο πρωτότυπο.

ΙΖ΄. Τι πρέπει να λέμε προς εκείνους που απορούν, αν η παιδοποιία ήλθε μετά την αμαρτία, πως θα γίνονταν οι ψυχές των άλλων σε περίπτωση που οι αρχικοί άνθρωποι θα διέμεναν αναμάρτητοι.

ΙΗ΄. Ότι τα άλογα πάθη που είναι μέσα μας έχουν αφορμή τη συγγένεια προς την άλογη φύση.

ΙΘ΄. Προς εκείνους που λένε ότι πάλι η απόλαυση των ελπιζόμενων αγαθών θα είναι με φαγητά και ποτά, αφού έχει γραφεί ότι από την αρχή με αυτά ζούσε ο άνθρωπος.

Κ΄. Ποια είναι η ζωή στον Παράδεισο και ποιο είναι το απαγορευμένο δένδρο.

ΚΑ΄. Ότι η ανάσταση ελπίζεται όχι τόσο με βάση το γραφικό κήρυγμα, όσο από την ανάγκη των πραγμάτων.

ΚΒ΄. Προς εκείνους που λένε, αν η ανάσταση είναι καλό και αγαθό, γιατί δεν έγινε ήδη αλλά ελπίζεται μετά παρέλευση χρόνων.

ΚΓ΄. Ότι όποιος ομολογεί την αρχή της συστάσεως του κόσμου, αναγκαία θα συμφωνήσει και για το τέλος του.

ΚΔ΄. Αντίρρηση προς εκείνους που λένε ότι η ύλη είναι συναΐδια με τον Θεό.

ΚΕ΄. Πώς θα μπορούσε και κάποιος άπιστος να προσαχθεί να πιστεύσει στη Γραφή όταν διδάσκει για την ανάσταση.

ΚΣΤ΄. Ότι η ανάσταση δεν είναι έξω από τη λογική.

ΚΖ΄. Ότι είναι δυνατό, αφού το ανθρώπινο σώμα διαλυθεί στα στοιχεία του παντός, πάλι από το κοινό να επανέλθει στο καθένα το δικό του.

ΚΗ΄. Προς εκείνους που λένε ότι οι ψυχές προϋφίστανται των σωμάτων, ή αντιστρόφως ότι τα σώματα έχουν πλασθεί πριν από τις ψυχές. Όπου ανατρέπεται και ο μύθος περί της μετεμψυχώσεως.

ΚΘ΄. Απόδειξη ότι η αιτία της ύπαρξης είναι μια και η αυτή στην ψυχή και στο σώμα.

Λ΄. Θεωρία ιατρική περί της κατασκευής του σώματος μας σε συντομία.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)


ΕΠΕ (Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας)
Γρηγορίου Νύσσης. Άπαντα τα Έργα. 5. Ερμηνευτικά Α΄.
εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1987. 

***** 

Άγιος Γρηγόριος Νύσσης (έργα)

***** 

Άνθρωπος και κοινωνία στο έργο του Γρηγορίου Νύσσης

Κουννούσιης Γεώργιος 

Σκοπός της διατριβής ήταν η μελέτη των κειμένων του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, και ιδιαίτερα της κοινωνικής του διδασκαλίας. Συγκεκριμένα, διερευνήσαμε τις κοινωνικές πτυχές του έργου του, τόσο των λόγων όσο και των πράξεών του, καθώς και τις κοινωνικές παρεμβάσεις του, ως Επισκόπου, στην κοινωνία του 4ου μ.Χ. αιώνα. Στην ανάπτυξη της διδασκαλίας του σχετικά με τον άνθρωπο και την κοινωνία του, ο Γρηγόριος Νύσσης εφαρμόζει τις αρχές της πατερικής σκέψεως για το πρόβλημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, η οποία συμβάλλει στην ανάπτυξη του ‘’πώς’’ θα λυθούν τα κοινωνικά προβλήματα. 
Ως βάση για την έκφραση της κοινωνικής του διδασκαλίας ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί τις αρχές της θεολογίας που αναφέρονται στις σχέσεις του ανθρώπου προς το συνάνθρωπό του, προς τα πράγματα και τη φύση. Στην ανάπτυξη των αρχών της πατερικής σκέψεως, σημαντικό ρόλο κατέχει η ανάλυση της πραγματικότητας με την αντιπαραβολή του ιδανικού και του πραγματικού κόσμου. Αντιμετωπίζοντας ακολούθως την πραγματικότητα, πρότεινε συγκεκριμένες λύσεις για τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής του. 
 
Παρουσιάσαμε τις θέσεις του Επισκόπου Νύσσης, όσον αφορά τα κύρια κοινωνικά προβλήματα που απασχολούσαν τον άνθρωπο του 4ου μ.Χ. αιώνα καθώς και τις ρηξικέλευθες απόψεις του γι’ αυτά, όπως ήταν ο πλούτος και η φτώχεια, το πρόβλημα του δανεισμού και της δουλείας, η ανακούφιση των αρρώστων και των ταλαιπωρημένων και τέλος η ποιμαντική φροντίδα των ανθρώπων του περιθωρίου. Ασχοληθήκαμε με το ιστορικοκοινωνικό και οικονομικοπολιτιστικό πλαίσιο του 4ου μ.Χ. αιώνα για να εντάξουμε το Γρηγόριο Νύσσης στην εποχή του. 
Με τον τρόπο αυτό καταγράψαμε τα προβλήματα που υπήρχαν και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Επίσκοποι της Εκκλησίας ανέλαβαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις πόλεις τους. Στη συνέχεια αναλύσαμε την ανθρωπολογία του Γρηγορίου Νύσσης, η οποία μας βοήθησε στην ανάδειξη της κοινωνικής του διδασκαλίας, αφού από αυτήν εξέρχονταν οι αρχές της πατερικής μεθοδολογίας για το πρόβλημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Τέλος, αναλύσαμε την κοινωνική του διδασκαλία και εκφέραμε μία πρόταση για το σήμερα.

Ολόκληρο το βιβλίο (διδακτορική διατριβή) εδώ. 

***** 

Άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Το όνομα Χριστιανός.

Ἂς ἐξετάσουμε, λοιπόν, πρῶτα ποιὰ εἶναι ἡ σημασία τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ὀνομασία του. Βέβαια οἱ σοφότεροι ἀπὸ μένα, θὰ βροῦν κάποιο νόημα ὑψηλότερο καὶ πιὸ περιεκτικό, ἀνάλογο ἀσφαλῶς μὲ τὸ ὕψος τοῦ ὀνόματος. Ὅσα δὲ μπορῶ νὰ πῶ ἐγὼ γιὰ τὸ ὄνομα αὐτό, εἶναι τὰ ἑξῆς: Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ (ἀπὸ τὸ ὁποῖο παράγονται καὶ τά: Χριστιανὸς καὶ Χριστιανισμός), ἐὰν τὸ ἐξηγήσουμε μὲ λέξεις πιὸ ἁπλὲς καὶ γνωστές, θὰ βροῦμε ὅτι σημαίνει τὸν βασιλιὰ ἐπειδὴ ἡ Ἁγία Γραφὴ ὑποδηλώνει τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα, χρησιμοποιῶντας μὲ ἕνα ἰδιότυπο τρόπο παρόμοια λέξη.

Ὅμως, καθὼς μᾶς βεβαιώνει ἡ Ἁγία Γραφή, εἶναι ἀδύνατο νὰ μιλήσει κανείς γιὰ τὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν κατανοήσει, ἐπειδὴ βρίσκεται πάνω ἀπὸ κάθε νοητὴ ἔννοια. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἀναγκαστικά, οἱ θεοφόροι προφῆτες καὶ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι χρησιμοποιοῦν πολλὰ ὀνόματα, μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς χειραγωγοῦν πρὸς τὴν κατανόηση (ὅσο αὐτή εἶναι δυνατὴ στὸν ἄνθρωπο) τῆς ἄφθαρτης φύσης τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι μᾶς ὁδηγοῦν ἀπὸ τὴ μία ἔννοια στὴν ἄλλη, ἀπὸ κεῖνες ποὺ ἀποδίδονται στὸν Θεό. Καὶ τὴ μὲν κυριαρχία τοῦ Θεοῦ πάνω σ’ ὅλη τὴ δημιουργία ἐκφράζουν, χρησιμοποιῶντας τὸ βασιλικὸ ὄνομα, τὴ δὲ ἀπαλλαγή ἀπὸ κάθε πάθος καὶ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ κάδε κακία ὀνομάζουν μὲ τὰ διάφορα ὀνόματα τῆς ἀρετῆς, ποὺ χρησιμοποιοῦν.

 Ἂς προσθέσουμε δὲ καὶ τοῦτο: Τὸ ὅτι δηλ. κάθε ἀρετὴ καὶ λέγεται καὶ ἐννοεῖται μὲ τὴν καλύτερη σημασία. Κατὰ συνέπεια εἶναι τὸ ἴδιο, ὅταν λένε, γιὰ τὸν Χριστὸ ὅτι καὶ λέγεται καὶ εἶναι τὰ πάντα: καὶ δικαιοσύνη καὶ σοφία καὶ δύναμη καὶ ἀλήθεια, ἀγαθότητα καὶ ζωὴ καὶ σωτηρία καὶ ἀφθαρσία καὶ ἀμετάβλητος καὶ ἀναλλοίωτος. Μὲ παρόμοιες ἐπίσης λέξεις δηλώνεται καὶ κάθε ἄλλη ὑψηλὴ ἔννοια.

Εαν, λοιπόν, στὸ ὄνομα Χριστὸς περικλείεται ἡ περίληψη κάθε ὑψηλῆς ἔννοιας‒ γιατί μέσα στὴν ψηλότερη ἔννοια περιέχονται καὶ οἱ καλύτερες, ποὺ ἐννοοῦμε, ἐπειδὴ κάθε μία ἀπὸ τὶς ἄλλες ἐξυπακούεται, ὅταν κάνουμε χρήση τοῦ ὅρου Βασιλεία‒ ἴσως, μὲ μία ἀνάλογη ἑρμηνεία τοῦ ὅρου Χριστιανισμός, μπορέσουμε νὰ τὸν κατανοήσουμε καὶ αὐτόν. Ἐὰν δηλ. ἐμεῖς πού, μὲ τὴν πίστη στὸν Χριστό, συναπτόμαστε μὲ Αὐτόν, παίρνουμε μαζὶ μὲ τὸ ἀνώτερο ὄνομα, τὸ Χριστός, καὶ τὰ ὀνόματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἑρμηνεύεται ἡ ἄφθαρτη θεϊκὴ φύση, τότε γίνεται φανερό, πὼς εἶναι ἀναγκαιότατο καὶ ὅσες ἔννοιες ἀποδίδονται μὲ τὸ ὄνομα Χριστὸς στὴν ἐλεύθερη ἀπὸ κάθε φθορὰ θεία φύση, νὰ ἀποδίδονται κατὰ συνέπεια καὶ σέ μᾶς, ποὺ ἔχουμε τὸ ἴδιο ὄνομα.

Κι’ ὅπως, μὲ τὴ κοινωνία μας μὲ τὸν Χριστό, ἀποκτήσαμε τὸ ἐπίθετο Χριστιανός, ἔτσι, ἀπὸ μία ἠθικὴ συνέπεια, ἐπιβάλλεται σὲ μᾶς νὰ φέρουμε πάνω μας ὅλα τὰ ὑψηλὰ ὀνόματα. Κι’ ὅπως ἐκεῖνος, ποὺ θὰ σύρει τὸν πρῶτο κρίκο, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στὴν ἄκρη τῆς ἁλυσίδας, θὰ τραβήξει μὲ ἐκεῖνο τὸν ἕνα καὶ ὅλους τούς ἄλλους, ποὺ εἶναι συνδεδεμένοι μεταξύ τους, ἔτσι θὰ ἔπρεπε, ὅποιος πῆρε τὸ ἕνα ὄνομα, νὰ πάρει μαζὶ μὲ τὸ ἕνα καὶ ὅλα τὰ ἄλλα. Καὶ τοῦτο γιατί ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ξεφυτρώνουν σὰν κλαδιὰ καὶ τὰ ἄλλα ὀνόματα, ποὺ ἑρμηνεύουν τὴν ἀνέκφραστη καὶ πολύμορφη θεϊκὴ μακαριότητα.

Ἂς προσθέσουμε τώρα καὶ κάτι ἄλλο. Ἐὰν κάποιος φέρει μὲν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, δὲν τό ἐμφανίζει δὲ καί μέ τὴ ζωή του, ὅταν ὑποδηλώνει τὸ ἅγιο τοῦτο ὄνομα, αὐτὸς γελοιοποιεῖ τὸ ὄνομα… Γιατί εἶναι ἀδιανόητο οὔτε ὁ Χριστὸς νὰ μὴ εἶναι δικαιοσύνη καὶ καθαρότητα καὶ ἀλήθεια καὶ ἀποξενωμένος ἀπὸ κάθε κακό, οὔτε κι’ ὁ Χριστιανὸς γίνεται –ὁ ἀληθινά, βέβαια Χριστιανὸς– νὰ μὴ φανερώνει στὴ ζωή του, ὅτι ἔχει γίνει μέτοχος καὶ ἐκείνων τῶν ὀνομάτων, ποὺ ἔχει ὁ Χριστός.

Ἐὰν λοιπὸν θὰ ἤθελε κανεὶς νὰ ἀποδώσει μὲ ἕνα ὁρισμὸ τὸ νόημα τῆς λέξης Χριστιανισμός, θὰ ἔλεγε τοῦτο: Χριστιανισμὸς εἶναι μίμηση τῆς Θείας φύσης τοῦ Χριστοῦ. Λέγοντας ὅμως τὸ λόγο αὐτό, κανεὶς ἂς μὴ σπεύσει νὰ μᾶς κατηγορήσει, ὅτι δῆθεν λέμε λόγια ὑπερβολικά, ποὺ ξεπερνοῦν τὰ ὅρια τῆς ταπεινῆς ἀνθρώπινης φύσης· καὶ τοῦτο γιατί ὁ ὁρισμός, ποὺ δώσαμε, δὲν βρίσκεται πέρα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Πράγματι· ἐὰν ἀναλογισθεῖ κανεὶς τὴν ἀρχικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, δηλ, τὴν πρὶν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, θὰ διαπιστώσει μὲ τὴ βοήθεια τῶν λόγων τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι ὁ ὁρισμός μας δὲν εἶναι πέρα ἀπὸ τὰ φυσικὰ μέτρα τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὁ μὲν ἄνθρωπος πλάστηκε ἀρχικὰ ὅμοιος μὲ τὸν Θεό. Καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ ὑπόσχεση τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι νὰ ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο στὴν πρώτη του εὐτυχία.

Ἐάν, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ πρῶτο, ἂς ποῦμε, ἀντίγραφο καὶ ὁμοίωμα τοῦ Θεοῦ, τότε σίγουρα δὲν δώσαμε λανθασμένο ὁρισμό, μὲ τὸ νὰ ἀποφανθοῦμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι μίμηση τῆς θεϊκῆς φύσης. Καὶ τὸ μὲν βαθύτερο νόημα τῆς ὀνομασίας εἶναι τόσο σημαντικό. Καιρὸς δὲ τώρα νὰ ἐξετάσουμε ἐάν, τὸ νὰ μὴ ζεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο κάποιος, ποὺ φέρει τὸ ὄνομα αὐτό, εἶναι ἀκίνδυνο γι’ αὐτόν.

Ἂς ἔλθουμε στὸ συγκεκριμένο. Ὁ Χριστιανισμὸς ὁρίζεται, ὅπως εἴδαμε, σὰν μίμηση Θεοῦ. Ὅποιος δὲν ἔχει ἀκόμη ἀποδεχτεῖ τὸ κήρυγμα τῆς πίστης, δηλ. ὁ ἄπιστος, βλέποντας τὸν τρόπο τῆς Χριστιανικῆς μας ζωῆς, ποὺ πιστεύουμε καὶ λέμε ὅτι τὴ ζοῦμε μιμούμενοι τὸν Θεό, θὰ σχηματίσει ἀνάλογη ἔννοια γιὰ τὸν Θεό μας.

Κι’ ἂν μὲν συμβεῖ νὰ δεῖ σὲ μᾶς παραδείγματα γεμᾶτα ἀπὸ κάθε ἀγαθότητα, τότε θὰ πιστέψει ὅτι ὁ Θεός, ποὺ λατρεύουμε, εἶναι ἀγαθός. Ἀλλὰ ἐὰν συμβεῖ νὰ εἶναι κάποιος ἀπὸ μᾶς κυριευμένος ἀπὸ διάφορα πάθη καὶ μοιάζει μὲ θηρίο, ποὺ ἀλλάζει ὧρες-ὧρες τὰ χαρακτηριστικά του καὶ μὲ τὴ συμπεριφορὰ του μιμεῖται τὸ σχῆμα πολλῶν θηρίων; Γιατί, δὲν εἶναι σπάνιο νὰ δεῖς νὰ σχηματίζονται μέσα μας, μὲ τὶς διάφορες ἀλλαγὲς τοῦ χαρακτῆρα μας, τὰ πιὸ παράξενα καὶ ἀντίθετα μεταξύ τους θηρία. Τότε, ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, πού θὰ τολμήσει, νὰ ἀποκαλέσει τὸν ἑαυτὸ του χριστιανό, μολονότι θὰ εἶναι σ’ ὅλους φανερό, ὅτι ἡ σημασία τοῦ ὀνόματος ὑποδηλώνει τὴ μίμηση τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ γίνει ἀφορμή, νὰ κατηγορηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους ὁ Θεός, στὸν ὁποῖο πιστεύουμε, ἐξ αἰτίας τῆς προσωπικῆς του ἄτακτης ζωῆς;

Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ κάποια ἀπὸ τὶς πολὺ φοβερὲς ἀπειλές, ποὺ ἀναφέρονται στὴν Ἁγία Γραφὴ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Ποιὰ εἶναι ἡ ἀπειλή; «Ἀλλοίμονο σ’ ἐκείνους, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων ὑβρίζεται τὸ ὄνομά μου ἀπὸ τοὺς ἀπίστους» (Ἡσ. 52, 5). Νομίζω δέ, πὼς αὐτὸ κυρίως τὸ νόημα θέλει, νὰ ἐντυπώσει ὁ Κύριός μας στὶς ψυχὲς ἐκείνων, ποὺ ἔχουν «αὐτιὰ» γιὰ νὰ ἀκούουν, ὅταν λέγει: «νὰ γινόσαστε τέλειοι, ὅπως εἶναι τέλειος καὶ ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος» (Ματθ. 5, 45). Κι’ αὐτὸ δὲν τὸ λέγει ἄσκοπα. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἀποκάλεσε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ Πατέρα πατέρα τῶν πιστῶν, θέλει, σύμφωνα μὲ τὴν τελειότητα καὶ τὴν ἀγαθότητα, ποὺ συναντᾶμε σ’ Ἐκεῖνον, νὰ τοῦ μοιάζουν καὶ ὅσοι ἔχουν ἀναγεννηθεῖ μὲ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό.

Ἀλλὰ θὰ μὲ ρωτήσεις: Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἡ ἄθλια καὶ ἀσήμαντη, νὰ νοσταλγεῖ καὶ νὰ πλησιάζει τὴ μακαριότητα καὶ τὴν ἁγιότητα, πού ὑπάρχει στὴ θεϊκὴ φύση; Ἢ μήπως, μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἐντολὴ γιὰ τὴν τελειότητά μας, δὲν ἀναπηδάει ἡ δυσκολία γιὰ τὴν ἐκπλήρωσή της; Γιατί πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ ἐξομοίωση τοῦ ἀνθρώπου τοῦ γήινου μὲ τὸν οὐράνιο Θεό, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ διαφορά, ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴ φύση τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, δείχνει καθαρὰ πώς εἶναι ἄφθαστη ἡ μίμηση αὐτή; Γιατί ὅσον εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος ἴσος μὲ τὸν οὐρανὸ καὶ κατὰ τὸ μέγεθος καὶ κατὰ τὰ ἀμέτρητα κάλλη, ἄλλο τόσο εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐξομοιωθεῖ ὁ πλασμένος ἀπὸ τὴ γῆ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεὸ τοῦ οὐρανοῦ.

Ἡ ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ εἶναι σαφής. Τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λέγει νὰ συγκρίνουμε ὄχι τὴ μία φύση μὲ τὴν ἄλλη, ἐννοῶ τὴν ἀνθρώπινη μὲ τὴ Θεία, ἀλλὰ τὶς ἀγαθὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ὅσο βέβαια εἶναι τοῦτο δυνατό, νὰ μιμούμαστε στὴ ζωή.

Καὶ ποιὲς εἶναι οἱ ἀνθρώπινες ἐνέργειες πού μπορεῖ νὰ ἐξομοιωθοῦν μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ; Ἐκεῖνες, ποὺ δείχνουν πὼς ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀποξενωθεῖ, ὅσον εἶναι ἀνθρώπινα δυνατό, ἀπὸ κάθε κακία, διατηρεῖ δὲ τὸν ἑαυτὸ του καθαρὸ ἀπὸ τοὺς μολυσμούς της καὶ στὰ ἔργα καὶ στὰ λόγια καὶ στὶς σκέψεις. Αὐτὴ ἡ ἀποξένωση καὶ ἡ καθαρότητα νομίζω, πὼς εἶναι ἡ πραγματικὴ μίμηση τῆς Θείας τελειότητας, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν οὐσία τοῦ οὐράνιου Θεοῦ.

Γιατί πιστεύω πὼς τὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο δὲν ἀνέφερε τὸ ὄνομα οὐρανός, σὰν μία ξεχωριστὴ κατοικία τοῦ Θεοῦ, ὅταν μᾶς προστάζει νὰ προχωροῦμε πρὸς τὴν τελειότητα, σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ ἐπουράνιου Πατέρα μας. Γιατί ὁ Θεὸς βρίσκεται ἐξ ἴσου ἀνάμεσα σ’ ὅλα τὰ δημιουργήματα καὶ μὲ τὸν ἴδιο πάλι τρόπο ἀποκαλύπτεται μέσα σ’ ὅλη τὴ δημιουργία. Ἄλλωστε τίποτε δὲν θὰ ἔμενε στὴ ζωή, ἂν χωριζόταν ἀπὸ τὴ μοναδικὴ καὶ ἀληθινὴ ὕπαρξη, τὸν Θεό. Διατηροῦνται ὅμως στὴ ζωὴ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα, ἐπειδὴ ἡ Θεία φύση ἔρχεται κατὰ τὸν ἴδιο βαθμὸ σὲ ἐπαφὴ μὲ καθένα ἀπὸ τὰ δημιουργήματα καὶ ὅλα τὰ περικλείει μέσα της μὲ τὴν περιεκτικὴ δύναμη, ποὺ κατέχει…

Ἀπὸ αὐτά, λοιπόν, μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε, πὼς δὲν εἶναι ξεχωριστὴ γιὰ τὸν Θεὸ κατοικία, ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ὁ οὐρανός. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ μὲν ἄνω κατάληξη, δηλ. ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, γνώρισμά της ἔχει τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ κάθε κακία, γι’ αὐτὸ μὲ πολλὲς εἰκόνες καὶ παραβολὲς σὲ πολλὰ σημεῖα τῆς Ἁγίας Γραφῆς δηλώνεται τοῦτο. Στὴν ἐπίγεια δὲ ἐδῶ κάτω ζωή, ποὺ εἶναι βαθειὰ ζυμωμένη μὲ τὴν ὕλη, κυριαρχοῦν τὰ πάθη τῆς κακίας. Γιατί ὁ ἐφευρέτης τῆς κακίας διάβολος, σὰν ἄλλο φίδι κυλιέται καὶ σέρνεται στὴ λάσπη τῆς γήινης ζωῆς, ὅπως ἀλληγορικὰ μιλάει γι’ αὐτὸν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ (Γέν. 3, 14) ποὺ λέγει ὅτι θὰ σέρνεται μὲ τὸ στῆθος καὶ τὴν κοιλιὰ καὶ θὰ τρώει χῶμα παντοτινά.

 Ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς κίνησης καὶ τὸ εἶδος τῆς τροφῆς τοῦ φιδιοῦ μᾶς ἀποκαλύπτει, ὅτι αὐτὸς ὁ ἐπίγειος βίος εἶναι καὶ κατώτερος καὶ χωματένιος. Φέρνει δὲ πάνω του τὰ ἴχνη τῆς πολύμορφης κακίας καὶ γίνεται τροφὴ τοῦ θηρίου, ποὺ σέρνεται πάνω του. Γι’ αὐτὸ κι’ ὅταν ὁ Κύριός μας παραγγέλλει, νὰ μιμούμαστε τὸν οὐράνιο Πατέρα, ζητεῖ ἀπό μᾶς, νὰ μένουμε καθαροὶ ἀπὸ τὰ γήινα πάθη. Ἡ καθαρότητα δὲ αὐτὴ καὶ ὁ ἀποχωρισμὸς ἀπὸ τὰ πάθη δὲν εἶναι ζήτημα τοπικό, ποὺ σχετίζεται μὲ τὸ νὰ μετακινηθεῖ κανείς ἀπὸ τοῦτο σ’ ἐκεῖνον τὸν τόπο, ἀλλὰ εἶναι ἔργο, ποὺ πραγματοποιεῖται ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη θέληση τοῦ ἀνθρώπου καὶ μόνον αὐτή.

Ἐὰν ὅμως ἡ ἀποξένωση ἀπὸ τὸ κακό, ἀπὸ μία φυσικὴ τάξη γίνεται πραγματικότητα μόνο μὲ τὴν δύναμη τοῦ νοῦ, εἶναι φανερό, πώς ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου δὲν μᾶς ἐπιβάλλει τίποτε τὸ κουραστικὸ καὶ ἐπίπονο. Καὶ τοῦτο γιατί δὲν ἔχει καμιὰ σχέση ὁ κόπος μὲ τὴν κίνηση τοῦ νοῦ. Ἀντίθετα μάλιστα· εὔκολα μποροῦμε νὰ μετακινούμαστε μὲ τὴ σκέψη, ὅπου κι’ ἂν θέλουμε. Ἔτσι εἶναι εὔκολο, σὲ ὅποιον τὸ θέλει, νὰ ζεῖ βίο οὐράνιο, ἐνῶ θὰ μένει στὴ γῆ, ὅπως διδάσκει τὸ Εὐαγγέλιο. Θὰ μὲ ρωτήσεις ὅμως: Μὲ ποιὸ τρόπο; Μὲ τὸ νὰ συλλογίζεται τὰ οὐράνια καὶ στὰ οὐράνια θησαυροφυλάκια νὰ ἀποθηκεύει τὸν πλοῦτο τῆς ἀρετῆς. Νά, τί ἀκριβῶς μᾶς λέει: «Μὴ θησαυρίζετε θησαυροὺς ἐδῶ στὴ γῆ, ἀλλὰ νὰ συγκεντρώνετε θησαυροὺς στὸν οὐρανό, ὅπου οὔτε τὰ σκουλήκια, οὔτε ἡ σκουριὰ τοὺς καταστρέφουν, οὔτε οἱ κλέφτες κάνουν διαρρήξεις καὶ τοὺς κλέβουν» (Ματθ 6, 19). Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ δείχνει πὼς καμιὰ φθοροποιὸς δύναμη δὲν ὑπάρχει μέσα στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ποὺ νὰ ἀπειλεῖ τὴν εὐτυχία καὶ τὴ μακαριότητα.

Ἀλλά ὁ διάβολος γιὰ νὰ καταστρέψει τὸν ἐνάρετο βίο, θέτει σὲ κίνηση μὲ πολλοὺς τρόπους τὴν ποικίλη κακία του κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἄλλοτε μέν, σὰν τὸν σκόρο, γεννιέται μέσα στὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ καταστρέφει τὸ μέρος, ὅπου θὰ ξεφυτρώσει, μὲ τὴ διαβρωτικὴ καὶ ἀφανιστικὴ του δύναμη. Ἐὰν μάλιστα συμβεῖ νὰ μὴ τιναχθεῖ γρήγορα ἀπὸ τὸ σημεῖο ἐκεῖνο, γλιστρᾶ πρὸς τὰ κοντινά. Καὶ τότε, ὅπου κι’ ἂν περάσει, ἀφήνει τὰ ἴχνη τῆς φθορᾶς μὲ τὴν πορεία, ποὺ ἀκολούθησε. Ἄλλοτε δὲ πάλι, ἐὰν συμβεῖ τὸ ἐσωτερικό τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. ἡ διάνοια, νὰ εἶναι ἀσφαλισμένη, μηχανεύεται καὶ βρίσκει τρόπους γιὰ νὰ τὸν βλάψει, μέσα ἀπὸ διάφορα ἐξωτερικὰ περιστατικά. Τὸν ἐσωτερικὸ δηλ. θησαυρό, τῆς καρδίας τὸν κλέβει, χρησιμοποιῶντας σὰν ἄλλο κλειδί, ἤ τὴν αἰσθησιακὴ ἡδονή, ἤ μὲ κάποιο ἄλλο πάθος προσπαθεῖ νὰ ἀδειάσει τὸ δοχεῖο τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ ἐξαπατήσει τὸ νοῦ μὲ τὴν ὀργὴ ἤ τὴν λύπη ἤ μὲ κάποιο ἄλλο παρόμοιο πάθος.

Ἐπειδή, λοιπόν, καθὼς λέγει ὁ Κύριος, οἱ οὐράνιοι θησαυροὶ δὲν διατρέχουν κίνδυνο οὔτε ἀπὸ σκόρο οὔτε ἀπὸ σκουριά, οὔτε ἀπὸ κλέφτες, πράγματα ποὺ ἀναφέραμε πρίν, γίνεται φανερὸ πὼς ἐκεῖ μᾶς συμφέρει καὶ πρέπει νὰ μεταφέρουμε τὸ ἐμπόρευμά μας. Ἐκεῖ ὅπου, ὅ,τι κι’ ἂν θησαυρίσεις, ὄχι μόνον παραμένει παντοτινὰ ἄφθαρτο καὶ ποτὲ δὲ λιγοστεύει, ἀλλὰ σὰν ἄλλος σπόρος, θὰ σοῦ ἀποδώσει περισσότερους καὶ μεγαλύτερους καρπούς. Γιατί φαίνεται πὼς ὑπάρχει καὶ στὰ πνευματικὰ κάποια σχέση αἰτίας καὶ ἀποτελέσματος. Ἔτσι, ἀνάλογα μὲ τὴ φύση καὶ τὴν ἰδιότητα ἐκείνου, ποὺ δέχεται τὶς καταθέσεις, αὐξάνει καὶ ὁ τόκος. Ὅπως ἀκριβῶς δηλ. κάνουμε κι’ ἐμεῖς. Σὰν φτωχοὶ ποὺ εἴμαστε, λιγοστὰ καὶ φτωχὰ προσφέρουμε. Τὸ ἴδιο, εἶναι φυσικό, νὰ κάμει καὶ Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι πλούσιος σὲ ὅλα. Ὅσα ἔχει ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ φύση Του, αὐτὰ καὶ χαρίζει σὰν ἀντάλλαγμα, σὲ κείνους ποὺ τὸν δάνεισαν πρωτύτερα.

Γιὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἂς μὴ δυσφορεῖς ὅταν, ἀνάλογα μὲ τὶς δυνάμεις σου, κάνεις τὶς καταθέσεις σου στὸ θεῖο θησαυροφυλάκιο καὶ στὴν Τράπεζα τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί ἀνάλογος μὲ τὸ ὕψος τῶν καταθέσεων θὰ εἶναι καὶ ὁ τόκος, ποὺ θὰ πάρεις. Ἀλλὰ περίμενε, σύμφωνα μὲ τὴν διαβεβαίωση τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶπε πὼς τὰ μεγάλα θὰ ἀντικαταστήσουν τὰ μικρά. Καὶ τὰ οὐράνια θὰ διαδεχθοῦν τὰ γήινα, τὰ δὲ αἰώνια θὰ ἀναπληρώσουν τὰ πρόσκαιρα. Ὅλα αὐτὰ εἶναι τέτοια στὴ φύση τους, ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ χωρέσουν στὸν ἀνθρώπινο νοῦ, οὔτε νὰ ἐξηγηθοῦν μὲ λόγια ἀνθρώπινα. Γι’ αὐτὰ ὁ θεόπνευστος ἀπόστολος Παῦλος γράφει καὶ μᾶς διδάσκει πὼς «οὔτε μάτι ἀνθρώπου εἶδε, οὔτε αὐτὶ ἄκουσε, οὔτε ἀνθρώπινος νοῦς φαντάσθηκε, ὅσα ἑτοίμασε ὁ Θεός, γιὰ κείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν» (Α’ Κόρ. 2, 9).

Αναδημοσίευση από

Δεν υπάρχουν σχόλια: