ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2021

«Η αμαρτία & η κληρονομιά της γιαγιάς μου»

 

Η υπέροχη αυτή φωτογραφία προέρχεται από αυτή την ανάρτηση.
 
 
Από την παιδική & εφηβική νουβέλα "Μελένιος Δράκος", Κεφάλαιο 10 (ολόκληρο το βιβλίο εδώ).

Το κανονικό μου όνομα είναι Ασημίνα, όπως της γιαγιάς μου, αλλά από τότε που θυμάμαι τον κόσμο κανείς δε με φώναξε αλλιώς, παρά μόνο Μίνα – εκτός από κάτι μεγαλύτερα ξαδέρφια μου, όταν θέλανε να με ειρωνευτούν και να με πικάρουν.

Έτσι, το μόνο όνομα που έμαθα ν’ αναγνωρίζω είναι το Μίνα. Το Ασημίνα, εκτός από ξένο, μου ήταν και μισητό· τόσο ξένο και μισητό, όσο κι η γιαγιά μου.

Η γιαγιά μου, με τα κοντά σγουρά μαλλιά, ξεβαμμένα ξανθά, τη φουσκωτή μύτη και την άσχετη πράσινη ρόμπα με τους μικρούς ρόμβους… Έμενε σ’ ένα πολύ μακρινό προάστιο, που έμοιαζε με χωριό. Νομίζω πως δεν άκουσα ποτέ τ’ όνομά του. Πηγαίναμε πότε πότε. Εγώ μετά βίας άντεχα πέντε μουτρωμένα λεπτά και μετά βυθιζόμουν στη μοναξιά του tablet μου ή την κοπάναγα για την παρακμιακή καφετέρια της περιοχής, πάλι αγκαλιά με το tablet. Με τη γιαγιά μου δε θυμάμαι ν’ ανταλλάξαμε ποτέ ούτε μια λέξη.

Λογικά, θα υπήρχε και κάποιος παππούς, αλλά δε θυμάμαι να τον είδα ποτέ, ούτε ν’ άκουσα ποτέ να μιλάνε γι’ αυτόν· ίσως είχε πεθάνει ή εξαφανιστεί ή εγκαταλείψει τη γιαγιά μου όταν ήταν νέα – θα υπήρξε κι εκείνη νέα κάποτε…

Επίσης, δεν έμαθα ποτέ αν αυτή η γιαγιά ήταν η μαμά του μπαμπά μου ή της μαμάς μου. Γενικά, νομίζω πως κανείς δε μου είπε ποτέ τίποτα γι’ αυτήν. Θεωρήθηκε δεδομένη.

Γι’ αυτό και δεν την αγάπησα, όπως δεν αγάπησα και τους γονείς μου, που δεν ένιωθα τίποτα να μου προσφέρουν, πέρα από κριτική και έλεγχο. Χρειάστηκε να περάσω τα ζόρια για να καταλάβω πως κατά βάθος τους αγαπούσα όλους.

Τέλος, ποτέ δεν έμαθα αν υπήρχε και δεύτερο σετ παππού και γιαγιάς – αυτοί κυκλοφορούν ανά ζεύγη των δύο, όπως κάποια σερβίτσια. Αλλά εγώ ή δεν είχα (δηλαδή θα είχαν πεθάνει) ή ζούσαν πολύ μακριά (σε άλλη χώρα; σε άλλη ήπειρο; σε άλλον πλανήτη; στη Γη, ας πούμε;), γιατί ούτε τους συνάντησα, ούτε άκουσα ποτέ να μιλάνε γι’ αυτούς.

Anyway, όταν βρέθηκα κυκλωμένη από το απαίσιο σκοτάδι, είδα μακριά τη γιαγιά μου να κουνάει τα χέρια, σα να με φωνάζει. Αυτό με ξύπνησε και μπόρεσα να καλέσω βοήθεια, που ήρθε πιο γρήγορη και πιο δυναμική απ’ ό,τι φανταζόμουν!

Έτσι, όταν τέλειωσαν όλα, ήξερα ότι έπρεπε να συναντηθώ με τη γιαγιά μου· να ξεκαθαρίσω το ρόλο της στην υπόθεση και να την ενημερώσω εγώ η ίδια για τις εξελίξεις· και να της πω, αλλά και ν’ ακούσω απ’ αυτήν (όπως έλπιζα υποσυνείδητα) όλα όσα έπρεπε να έχουμε πει η μία στην άλλη όλ’ αυτά τα χρόνια…

Στην αρχή σκέφτηκα να πω στους γονείς μου να πάρουμε το αμάξι μας και να πάμε το σαββατοκύριακο. Αλλά ένιωσα μπόλικη αμηχανία κι η καρδιά μου σφίχτηκε· δεν ήθελα να πάω σαν προστατευόμενο παιδί, αλλά ανεξάρτητη – και να ζήσω κάποιες στιγμές πολύ προσωπικές μου, που να της μοιραστώ με όποιον θέλω.

Έτσι, ρώτησα μόνο το όνομα του χωριού. Αμέσως βρήκα τη διαδρομή στο Google Maps, ρύθμισα στο κινητό μου το JPS, πήρα τους κολλητούς μου, κάθισα πίσω μου στη σέλα τον αδερφό μου και κινήσαμε πρωί Σαββάτου με τα μηχανάκια του Νόντα, της Στέλλας και το δικό μου (που είχαν διασωθεί κι επισκευαστεί μετά από κείνο το ανεκδιήγητο βράδυ στο net café), κι ένα δανεικό μηχανάκι από ένα πρώτο ξάδερφο της Οξάνας· το δικό της, του Τζίμη και της Σοφίας είχαν καεί κι είχαν πάει για παλιοσίδερα.

Φτάσαμε στο χωριό μετά από ώρες κι εκεί δοκιμάσαμε καινούργια έκπληξη. Η γιαγιά μου μας περίμενε. Δε φορούσε τη γνώριμη κακόγουστη ρόμπα, αλλά ένα υπέροχο, παλιομοδίτικο βέβαια, σκούρο μπλε φόρεμα. Τα μαλλιά της ήταν περιποιημένα και γενικά έλαμπε ολόκληρη. Το ίδιο και το σπίτι και η αυλή και ο κήπος, όλα έμοιαζαν ίδια μα έδειχναν διαφορετικά, πιο καθαρά, πιο επίσημα, πιο φωτεινά. Υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα – το νιώθαμε, μα δεν μπορούσαμε να το εξηγήσουμε.

Η γιαγιά μας αγκάλιασε και μας φίλησε, κι εμάς και τους φίλους μας. Κατόπιν μας πήρε και πήγαμε στο δωμάτιό της. Νομίζω πως πρώτη φορά έμπαινα. Ήταν μικρό, κατειλημμένο ολόκληρο από ένα διπλό κρεβάτι (απομεινάρι από την εποχή του παππού μας) και μια ντουλάπα. Στον τοίχο, σε μια γωνιά, ήταν κρεμασμένα εικονίσματα και στον άλλο τοίχο μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Τώρα σκέφτομαι πως θα έδειχνε τον παππού και τη γιαγιά μας, μα τότε δε μου ’κοψε και δεν πλησίασα να την παρατηρήσω. Κοντά στα εικονίσματα ήταν κρεμασμένη μια στεφανοθήκη με δυο στεφάνια – τα στεφάνια τους προφανώς – κι αποκάτω ήταν στερεωμένο ένα μικρό καρφωμένο ράφι, που πάνω του ισορροπούσε, γαλήνιο και καρτερικό, ένα αναμμένο καντήλι.

Τα μάτια της γιαγιάς έλαμπαν. Μας κρατούσε, το Θάνο κι εμένα, από τα χέρια. Καθίσαμε στο διπλό κρεβάτι κι οι υπόλοιποι στέκονταν γύρω κι έμοιαζαν λίγο με τιμητική φρουρά (χαμογελάω γράφοντάς το). Όλοι φαίνονταν συγκινημένοι, σα να είχε απλωθεί μια μαγική γέφυρα, όπως αυτές που βλέπουμε σε κάποιες ταινίες, που μας είχε συνδέσει μ’ έναν ακόμη άγνωστο κόσμο: το παρελθόν της γενιάς μας, τις ρίζες μας, που ώς τότε – αποκομμένοι απ’ όλα και καλωδιωμένοι στα gadgets, με το μυαλό γεμάτο ψυχοζωύφια – δεν είχαμε σκεφτεί καν ότι υπήρχαν.

«Παιδιά μου», μας είπε, «πάντα σας αγαπούσα, μα δεν τόλμησα ποτέ να σας το δείξω. Ιδίως σ’ εσένα, Μίνα μου, που ήσουν πάντα απόμακρη και βλοσυρή».

Την κοιτούσα χωρίς να μιλάω. Παράλληλα, έβλεπα και τη μορφή της στην κολασμένη έρημο, όπου με είχε σώσει.

«Οι γονείς σας δε μου είπαν τίποτα για την περιπέτειά σας… Τα έμαθα όμως όλα από έναν παράξενο επισκέπτη. Ένα μικρούλη δράκο, που έβγαινε από το εικόνισμα του άη Γιώργη, καθόταν στο κομοδίνο μου και μου μιλούσε».

Κοιταχτήκαμε με το Θάνο και τα μάτια του ήταν δακρυσμένα· σίγουρα το ίδιο και τα δικά μου. Η γιαγιά συνέχισε:

«Προχθές, που ξεκίνησα να ποτίζω τις γλάστρες μας…». Χαμογέλασε. «Αυτές οι γλάστρες έχουν ονόματα και μακάρι να θέλατε να σας τα πω κάποτε» πρόσθεσε. Εμείς κουνήσαμε το κεφάλι μας περιμένοντας να συνεχίσει, με τα μάτια μας καρφωμένα στα δικά της, που γελούσαν από χαρά και συγκίνηση. «Εμφανίστηκε ανάμεσα στα δέντρα του δρόμου το παλικάρι». Αναστέναξε. «Αχ, το ίδιο το παλικάρι, ο άγιος Γεώργιος… Με χαιρέτισε σα ν’ άξιζα κι εγώ κάτι και μου ζήτησε επίμονα να σταματήσω και να προσευχηθώ για σένα, γιατί βρίσκεσαι σε μεγάλο κίνδυνο!».

Κρατούσα την ανάσα μου. Η γιαγιά συνέχισε και στα μάτια της τώρα γυάλιζαν δάκρυα:

«Παράτησα το λάστιχο ανοιχτό, μπήκα μέσα κι έτρεξα στα εικονίσματα. Γονάτισα, έσμιξα τα χέρια κι άρχισα να παρακαλάω την Παναγία, το Χριστό, όλους τους αγίους, δεν ήξερα τι έπρεπε να πω, έλεγα μόνο “εσείς ξέρετε, εσείς τρέξτε, βοηθήστε την!” και δώσ’ του κλάματα… Και μετά, σα να με πήρε ο ύπνος, Μινάκι μου, Μινάκι μου», με χάιδεψε στο πρόσωπο, που ήταν βρεγμένο κι από δικά μου ξαφνικά δάκρυα, «και σε είδα μέσα σ’ ένα καρβουνιασμένο χωράφι, να σε κυκλώνουν σα φίδια μαύρα πλοκάμια! Χριστέ μου, τι τρομάρα που πήρα! Ξύπνησα κι άρχισα να φωνάζω “Χριστέ μου! Παναγιά μου!”, ώσπου γαλήνεψα κι ένιωσα πως ο κίνδυνος είχε περάσει».

«Αλήθεια είχε περάσει, γιαγιά μου» απάντησα και, πρώτη φορά, την αγκάλιασα. «Με ξύπνησες και θυμήθηκα να καλέσω κι εγώ το Χριστό, και ήρθε στο δευτερόλεπτο, μέχρι να πεις κύμινο!».

«Δόξα τω Θεώ» αναστέναξε η γιαγιά μου. «Αμέσως πήρα τηλέφωνο σπίτι σας, δε βρήκα κανέναν. Τηλεφώνησα του μπαμπά σου στο κινητό, μου ’πε πως έχετε δουλειά, πως είσαι μαζί του, και δε ρώτησα περισσότερα. Σκέφτηκα πως μπορεί να μου φάνηκε, πως ίσως δεν είχες βρεθεί σε κανένα κίνδυνο, και μακάρι να ’ταν έτσι, κι όλα αυτά μπορεί να ’ταν η φαντασία μου, μια γριά είμαι εξάλλου, που αρχίζει να τρελαίνεται και κανείς δεν την παίρνει στα σοβαρά – εμένα θα ’ρχόταν να ειδοποιήσει ο άη Γιώργης;».

«Κι όμως, γιαγιά μου, ήρθε, και σ’ εσένα και σ’ εμένα!...».

«Και πέρασε μια μέρα και χθες ήρθε στ’ όνειρό μου ο μικρούλης ο δράκος και μου ’πε πως όλα πήγανε καλά, πως αντάμωσες τον αδερφό σου – οι γονείς σου, ούτε πως είχες χαθεί, αγοράκι μου, δε μου ’χανε πει, για να μη στενοχωρήσουνε βέβαια – και πως σήμερα το απόγεμα θα ερχόσασταν με τους φίλους σου να μου μιλήσετε! Τι χαρά! Μόνο που έχω κι εγώ τώρα μια αποστολή, που μου την ανακοίνωσε ο μικρός ο δράκος απ’ τον άη Γιώργη».

«Δηλαδή, γιαγιά;» ρώτησε ο Θάνος, που είχε πέσει κι εκείνος στην αγκαλιά της.

Η γιαγιά ξέφυγε απ’ το αγκάλιασμά μας, σηκώθηκε και μας κοίταξε, μαζί με τους φίλους μας.

«Δηλαδή, παιδιά, μου ζήτησε να σας πω δυο κουβέντες για τη ζωή του, που δε σας τις είπα ποτέ και που κανείς δε βρέθηκε στο δρόμο σας να σας τις πει».

 

Έτσι η γιαγιά μου μας είπε για τον άη Γιώργη. Για τους γονείς του, τον άγιο Γερόντιο και την αγία Πολυχρονία, που τους θανάτωσαν οι Ρωμαίοι για την πίστη τους στο Χριστό, για το γενναίο στρατιώτη που πολέμησε κατά των βαρβάρων κι αναδείχτηκε στρατηγός των Ρωμαίων σε ηλικία μικρότερη από τριάντα χρονών… Για τη διαταγή του αυτοκράτορα, τον αλύπητου Διοκλητιανού, προς τους στρατηγούς του, να βασανίσουν και να εξολοθρεύσουν τους χριστιανούς. Για την τόλμη του αγίου, που παρουσιάστηκε μπροστά του και του είπε πως δε μπορεί να εφαρμόσει τη διαταγή του, γιατί κι ο ίδιος είναι χριστιανός!

Για τα φρικτά βασανιστήρια που του κάνανε, τα θαύματα που γίνανε όσο ήταν στη φυλακή, τους ειδωλολάτρες που πίστεψαν στο Χριστό, απλώς και μόνο βλέποντας τη δύναμη και το θάρρος του αγίου… Για το θάνατό του, την ταφή του, τα πολλά του θαύματα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους, για το μοναστήρι του στην Πόλη, όπου μαζεύονται οι Τούρκοι, τον τάφο του στην Παλαιστίνη, όπου μαζεύονται οι Άραβες, ακόμη και την ιστορία με το δράκο και τη βασιλοπούλα, που πολλοί νομίζουν πως είναι μύθος, μα εμείς ξέραμε πια πως ήταν αλήθεια…

Και μετά μας μίλησε για τον άγιο Δημήτρη και τον άγιο Νέστορα και το Λυαίο, τη φυλάκιση του αγίου Δημητρίου στους βόθρους των ανακτόρων, το μύρο που έτρεξε και τρέχει ακόμα πολλές φορές απ’ τα λείψανά του, τη σπουδαία εκκλησία του στη Θεσσαλονίκη, πάνω στο σημείο που ήταν η φυλακή και ο τάφος του… Και τα πολλά θαύματά του, όπως στη μάχη για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, που ο Τούρκος πασάς την παράδωσε στις 26 του Οχτώβρη, επίτηδες, για να συμπίπτει με τη γιορτή του αγίου Δημητρίου, και τη μάχη με το Σκυλογιάννη, τον τύραννο των Βουλγάρων, που ζωγραφίζεται στις εικόνες του να τον νικάει…

Τι παλικάρια! Τι άγιοι! Τι άνθρωποι γεμάτοι αγάπη, δύναμη, πίστη!

Αυτοί είναι ήρωες κι όχι οι μεταλλαγμένοι, οι εξωγήινοι κι οι εκδικητές που διαβάζουμε στα κόμικς.

Κι ο Νόντας τη ρώτησε για τον άγιο Μάμα, που μας είπε ο δράκος πως ήτανε δεκαπέντε χρονών, κρυβόταν στα βουνά και τον έτρεφαν τα ελάφια. Η γιαγιά ήξερε. Μάθαμε και γι’ αυτόν. Δεν περίμενα καθόλου πως η γιαγιά μου ήταν μια σοφή δασκάλα, κι όμως, είχα τόσα να μάθω απ’ αυτήν, αν της είχα δώσει σημασία από τα μικρά μου χρόνια…

Και μας είπε για την αγία Βαρβάρα, που τη βασάνισε και τη σκότωσε ο πατέρας της, για την αγία Αικατερίνη, που, ενώ ήταν φυλακισμένη, έπεισε πενήντα φιλοσόφους, πεντακόσιους στρατιώτες και τη γυναίκα του αυτοκράτορα να γίνουν χριστιανοί, την αγία Παρασκευή, που γιάτρεψε τα μάτια του βασιλιά, που είχαν καεί από την καυτή πίσσα που ετοίμαζε για να τη βράσει ζωντανή!...

Κι όταν φύγαμε από ’κεί, είχε νυχτώσει. Κι όλοι νιώθαμε αναμμένοι και φουντωμένοι, σα να ’χαμε μυηθεί σε μια κρυφή γνώση, που μας την είχανε κρύψει σκόπιμα για να μας παραπλανήσουν και τώρα την είχαμε μάθει σε μια μυστική συνάντηση, μιας ομάδας αντίστασης.

Δεν ήμασταν πια μόνο Πειρατές των Υπονόμων, αλλά και η Αντίσταση, όπως στο Terminator και στο Star Wars.

***

Όμως, πριν φύγουμε, η γιαγιά μας εξομολογήθηκε και τον καημό της.

«Αυτός είναι ο παππούς σας» μας είπε και μας έδειξε τη φωτογραφία του στον τοίχο. «Δυστυχώς, εγώ τον κατέστρεψα».

«Δηλαδή, γιαγιά μου;» τη ρώτησα με αγωνία.

Μας διηγήθηκε με σπασμένη φωνή:

«Ήμασταν νέοι, ερωτευμένοι, αλλά πάρα πολλοί φτωχοί… Μέναμε σ’ αυτό εδώ το σπίτι. Του γκρίνιαζα και τον έπεισα να φύγει μετανάστης στην Αμερική, όπως τόσοι και τόσοι εργάτες τον καιρό εκείνο. Έφυγε κι εγώ ήμουν έγκυος στη μαμά σας, παιδιά μου. Κι όταν έφευγε κι έσκυβε να με φιλήσει, αντί να τον χαιρετήσω, του είπα σαν οχιά: “Αν δε φέρεις λεφτά στο σπίτι μας, μην ξαναγυρίσεις”».

«Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό, γιαγιά μου;» ρώτησα με φρίκη.

«Αυτή είναι η αμαρτία μου, παιδιά μου, που παρακαλώ μια ζωή το Θεό να με συγχωρέσει… Ήμουν άμυαλη, δεν ήθελα λούσα, μόνο μια ζωή κάπως άνετη για μένα και τα παιδιά μου και νόμιζα πως τα λεφτά θα ήταν η λύση. Κι εκείνος τραβήχτηκε με μάτια συννεφιασμένα, έφυγε χωρίς να μιλήσει και, όπως του είχα πει, δεν ξαναγύρισε…».

Σταμάτησε ν’ ανασάνει, με νέο κλάμα, αυτή τη φορά γεμάτο πόνο και δυστυχία.

«Ξέρω πως πήγε στον Παναμά να δουλέψει. Έλαβα μια δυο φορές χρήματα, ποτέ γράμμα. Κι έπειτα τίποτα. Περίμενα, περίμενα κι έκλαιγα. Τι απέγινε; Δεν έμαθα». Έκανε παύση. «Μετά από χρόνια γνώρισα έναν εργάτη, που είχε έρθει από τον Παναμά σαν τουρίστας και ξέπεσε στα μέρη μας. Του μίλησα για τον παππού σας και τα μάτια του έλαμψαν. Τον είχε γνωρίσει και μου ’πε πως πιο καλό άνθρωπο δεν είχε δει στη ζωή του… Και πως συνέχεια μιλούσε με αγάπη για μένα και για το παιδί του, που δεν το ’χε γνωρίσει, και πως πολλές φορές τους μιλούσε για το Χριστό και κάμποσοι έγιναν χριστιανοί ορθόδοξοι απ’ όσα τους έλεγε! Κι εκείνος τους βάφτισε κι έγινε νονός τους. Κι ο ίδιος ο εργάτης που ήταν στην πόρτα μας, ήταν ένας απ’ αυτούς…».

«Και μετά;».

«Μια μέρα έφυγε σ’ άλλη πόλη και κανείς δεν ξανάκουσε τίποτα γι’ αυτόν. Ζει; Πέθανε; Αν πέθανε, πώς, πού, πού είναι θαμμένος; Αν ζει, γιατί δεν επικοινώνησε ποτέ μαζί μου; Παντρεύτηκε άλλη; Έκανε άλλα παιδιά; Δε θα τον κατηγορούσα. Δεν τον αγαπούσα – το ήξερε· γυναίκα που αγαπάει τον άντρα της, δεν τον αποχαιρετάει με τέτοια κουβέντα. Τώρα θα ’ναι γέρος, ίσως να ’χει πεθάνει από άλλη αιτία… Πάντως, να ξέρετε, παιδιά μου», είπε σε όλους μας, «πως πρέπει ν’ αγαπάτε. Να μη θεωρείτε τίποτα δεδομένο, ούτε πως ο άλλος είναι υποχρεωμένος να σας αγαπάει. Να αγαπάτε, κι όλα θα πάνε καλά, ακόμη κι όταν πάνε χάλια».

Έτσι, εκείνη τη μέρα, πολλά από τα ποτέ, που έγραψα στην αρχή, σε σχέση με τη γιαγιά μου και τον παππού μου, καταργήθηκαν.

Αποχαιρετιστήκαμε με γεύση γλυκόπικρη. Ξέχασα να σας πω πως, ενώ μας μιλούσε για τους αγίους, μας είχε φιλέψει γλυκά κουταλιού, που είχε φτιάξει μόνη της, και ξηρούς καρπούς και σοκολατάκια… Αλλά η τελική γεύση ήταν γλυκόπικρη. Δεν την έκρινα τη γιαγιά μου· είχε κάνει λάθος. Όλοι κάνουμε λάθη κι όσο μεγαλώνουμε θα κάνουμε κι άλλα. Της είπα:

«Γιαγιά, εξομολογήθηκες ποτέ σου όσα σε βαραίνουν;».

«Ναι, παιδί μου. Και ξέρω πως ο Θεός συγχωρεί. Εγώ δυσκολεύομαι να συγχωρέσω τον εαυτό μου».

Μετά, μου είπε:

«Σε παρακαλώ, αν μπορείς, πάρε αύριο τους γονείς σου κι ελάτε από ’δώ. Για λίγο μόνο. Πες τους το· είναι ανάγκη».

***

Και την άλλη μέρα, Κυριακή, προς το μεσημέρι, πήραμε το αυτοκίνητό μας και πήγαμε. Είχα πει στους γονείς μου όλη την αλήθεια. Εκείνοι μουρμούριζαν που δεν τους είχα πει τίποτα. Δε μ’ ένοιαξε τότε, ούτε τώρα. Τα γεγονότα εκείνων των ημερών νομίζω ότι καθάρισαν κι απολύμαναν το μυαλό μου από τα κομπιουτεροκακάκια και τα ψυχοζωύφια.

Πήγαμε στη γιαγιά. Μας καλοδέχτηκε, περιποιημένη όπως χθες. Μας έστρωσε τραπέζι μ’ ένα σωρό καλούδια. Μετά, μας έβγαλε στην αυλή, το Θάνο κι εμένα, με μια παράξενη επισημότητα, σα να μας έβαζε μέσα στην καρδιά της, και άρχισε να μας δείχνει τις γλάστρες, που ήταν αραδιασμένες κοντά στους τοίχους:

«Αυτά τα βασιλικά λέγονται Λουκάς και Κατίνα, όπως οι γονείς μου. Αυτές οι μπιγκόνιες είναι τ’ αδέρφια μου, η Γωγώ, ο Σταύρος, η Χρυσούλα κι ο Παύλος. Τα κυκλάμινα εκείνα είναι τα πεθερικά μου, ο Λάμπρος κι η Σπυριδούλα. Εκεί, τα ζουμπούλια, η κόρη μου κι ο γαμπρός μου, οι γονείς σας, παιδιά μου, ο Βαγγέλης κι η Ρένα, κι αυτές οι γαρδένιες εσείς, να ο Θάνος και να η Μίνα».


Φωτο από εδώ
 

Μας έδειξε κι άλλα, γιασεμιά, γαρύφαλλα, τριανταφυλλιές, ονοματισμένα από παππούδες, γιαγιάδες, χωριανούς, ξαδέρφια και φίλους… Ήταν μια μυρωμένη ξενάγηση, μια μικρή γωνιά παραδείσου γεμάτου αγάπη σε μια φτωχική χωριάτικη αυλή, που μας θύμισε κάπως το βασίλειο του Μελένιου Δράκου.

Έκανε παύση κι αναστέναξε από την καρδιά της.

«Κι αυτή η μπουκαμβίλια, η πιο αγαπημένη μου, είναι ο Γιώργης, ο παππούς σας» κατέληξε κι έκλαιγε.

Κατόπιν μπήκαμε μέσα, μας αποχαιρέτησε και μας φίλησε, γονείς και παιδιά, και είπε με φωνή που μας φάνηκε πως κρεμόταν σ’ ένα ελαφρό τρέμουλο:

«Δοξάζω το Θεό, που, έστω και την τελευταία στιγμή, έκανα λίγο το χρέος μου, μιλώντας στα εγγόνια μου για τους αγίους. Παιδιά μου, σας παρακαλώ, συγχωρέστε με. Ν’ αγαπάτε και να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο… Μίνα μου, Θάνο μου, σας παρακαλώ, ν’ αγαπάτε και να συγχωρείτε τους γονείς σας. Ν’ αγαπάτε το Χριστό και την Παναγία, παιδιά μου, που είναι το Φως της ζωής μας. Καλή αντάμωση».

Έτσι έμαθα ν’ αγαπώ τους γονείς μου και να τους συγχωρώ που δεν ήξεραν πώς να είναι τέλειοι γονείς· ελπίζω πως κάποτε θα με συγχωρέσουν κι εμένα τα παιδιά, που ίσως αποχτήσω, αφού κι εγώ δε θα είμαι τέλεια μαμά. Βέβαια, στην κατάλληλη στιγμή (εκείνη που θα νομίζω κατάλληλη, πάντως όχι πριν πεθάνω από βαθιά γεράματα), σκοπεύω να τους πω αυτή την ιστορία και σίγουρα θα τους έχω μιλήσει για τους αγίους, που τόσο με γοήτευσαν.

Έκανε το σταυρό της κοιτώντας τα εικονίσματα, που είχε στον τοίχο, ξεκρέμασε τη φωτογραφία του παππού μας, ξάπλωσε κρατώντας την στην αγκαλιά της και, μπροστά στα κατάπληκτα μάτια μας, έκλεισε τα δικά της κι απογειώθηκε η ψυχούλα της για το δρόμο προς τον παράδεισο.

Και ζήσαμε εμείς καλά και αυτή καλύτερα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: