ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Η Μεταρρύθμιση των Τριών και το εκκλησιαστικό Βυζαντινό μέλος


Διεθνές Επετειακό Μουσικολογικό Συνέδριο και Ψαλτικές Συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Φωτο από εδώ. Αριστερά ο Χρύσανθος εκ Μαδύτων, δεξιά ο Γρηγόριος ο Πρωτοψάλτης.

Ο Βυζαντινός πολιτισμός ανέπτυξε και τη μουσική σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (η' αι.), επενέβη στη μουσική των Βυζαντινών και αφού την προσάρμοσε με τις επιλογές του, στις «απαιτήσεις» της Εκκλησίας, διαμόρφωσε και δημιούργησε την Εκκλησιαστική Βυζαντινή Μουσική, («Εσωτερική Βυζαντινή Μουσική», την ονόμασαν), για τις ανάγκες της θείας Λατρείας.

Η Εκκλησία, από την αρχή ενδιαφέρθηκε και προάσπισε τα καθιερωμένα εκκλησιαστικά μέλη, από εξωτερικές επιδράσεις και αλλοιώσεις, ελέγχοντας κυρίως τις εκδόσεις των μουσικών συλλογών.

Μετά την πτώση του Βυζαντίου, η εκκλ. Βυζ. Μουσική, βρήκε καταφύγιο στο Άγιο Όρος. Εκεί, στην ιερά Μονή Βατοπεδίου, ο μοναχός Δαμιανός (α' μισό ιη' αι.), διδάσκει τη μουσική και τη θεωρία της, στους Παναγιώτη Χαλάτζογλου και Πέτρο Μπερεκέτη, οι οποίοι την «μετέφεραν» στον Πατριαρχικό Ναό.

Από τότε μέχρι σήμερα, η διαδοχή της μουσικής μας είναι συνεχής.

Η διάσωση της μουσικής μας, που συντελέστηκε μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, αποδίδεται σε τρεις κυρίως λόγους:

  1. Στη συγγένεια μελωδίας και υμνογραφίας.
  2. Στην αυστηρή στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου για εφαρμογή της λειτουργικής παραδόσεως και των τυπικών διατάξεων και
  3. Στην προαναφερθείσα συνεχή διαδοχή των ψαλτών της Μ.τ.Χ.Ε. ["Ν": Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας (= Οικουμενικού Πατριαρχείου)], των οποίων η πίστη και η προσήλωση στην παράδοση, ήταν απόλυτη.
Έτσι παρατηρούμε ότι, το σύνολο σχεδόν των τροπαρίων φθάνει μέχρι τον κορυφαίο μουσουργό Πέτρο Λαμπαδάριο τον Πελοποννήσιο (φωτο), και μέσω του μαθητού του Μανουήλ πρωτοψάλτου, στους τρεις Δασκάλους, εφευρέτες της νέας, απολύτως αναλυτικής μουσικής γραφής, που σήμερα χρησιμοποιούμε (μεταρρύθμιση 1814).
Το έργο των τριών Δασκάλων, Χρύσανθου, Γρηγορίου και Χουρμουζίου, υπήρξε όντως μέγα.
Ο Χρύσανθος ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη συγγραφή της θεωρίας της μούσι κής, ενώ οι Γρηγόριος και Χουρμούζιος συνεργάστηκαν και μετέφεραν στη νέα σημειογραφία, όλα τα μουσικά έργα των μουσουργών από τον η' αι. έως τον ιη' αιώνα, δηλαδή, από τον Δαμασκηνό μέχρι τον Μανουήλ.
Η συλλογή αυτή, που ονομάστηκε «Άπαντα», αποτελείται από 70 χειρόγραφους τόμους, και με την εφεύρεση της τυπογραφίας εκδόθηκε σε 30 βιβλία που φέρουν τη σφραγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Οι μουσικές συνθέσεις που φιάσανε σε μας με τη μεταρρύθμιση των τριών Δασκάλων, είναι τα παλαιά και τα νεότερα Βυζαντινά μέλη;
Έγκριτοι μουσικολόγοι, ιστορικοί και ερευνητές απαντούν σ' αυτό το ερώτημα και μαρτυρούν ότι το έργο των τριών Δασκάλων, είναι καρπός ευφυΐας, ευσυνειδησίας και μακρόχρονης (όχι Βιαστικής δηλαδή) επιστημονικής συλλογικής εργασίας, με μοναδικό στόχο τη διάσωση της παράδοσης. Η βαθιά γνώση και η εμπειρία που είχαν (οι τρεις δάσκαλοι) για τα όσα περί την Εκκλησιαστική Μουσική συνέβαιναν μέχρι τότε, ήσαν τα εργαλεία για την επιτυχία του εξαιρετικά σημαντικού αυτού στόχου.

Ο θεωρητικός Χρύσανθος, στο σύγγραμμα του «Μέγα θεωρητικό της Βυζαντινής Μουσικής» (Τεργέστη 1832), γράφει: «...μετέβαλαν τους μουσικούς χαρακτήρας από συμβόλων εις γράμματα, και εν ενί λόγω καθυπέβαλαν εις κανόνας την πριν ακανόνιστον μεν, αλλά πολυποικιλομελή μουσικήν μας, με τρόπον αξιοθαύμαστον...».

Θεωρητικόν Μέγα της Μουσικής, Χρυσάνθου του εκ Μαδύτων, Κριτική ΈκδοσηΟ Κυριάκος Φιλοξένης, στο θεωρητικό του «Θεωρητικόν στοιχειώδες της Μουσικής» (Κωνσταντινούπολη 1859), γράφει: «...οι τρεις εκείνοι νουνεχείς άνδρες, οι όντως αθάνατοι πατέρες της νέας μεθόδου, ή μάλλον ειπείν, ευεργέται του Έθνους, Γρηγόριος ο πρωτοψάλτης, Χουρμούζιος ο χαρτοψύλαξ και Χρύσανθος ο Προύσης, πολλώ πλέον μογήσαντες και επιμεληθέντες περί τας αρχάς του ιθ' αιώνος προς ευκολίαν της τέχνης,
- μετά λαμπράν επεξεργασίαν εις τα περί αυτήν,
- δια της αναλύσεως του συνεπτυγμένου εκείνου οχληρού και δυσνόητου τρόπου,
- δια του προσδιορισμού της καταμετρήσεως των διαστημάτων της αποστάσεως των επτά τόνων,
- δια συστηματικών κλιμάκων των γενών,
- δια του προσδιορισμού των διαστημάτων όλων των φθορών και των γενικών υφέσεων και διέσεων, δι ων γίνεται η δέσις και η λύσις των μελών, η μετάβασις και η μεταβολή αυτών,
- δια των μουσικών χαρακτήρων της ποσότητος, των εγχρόνων και άχρονων υποστατικών σημείων της ποιότητος και
- δια της μεταβολής των συμβόλων εις γράμματα και της τέχνης εις επιστήμην, ανέπτυξαν αυτήν τοιαύτην (οποία τις υπάρχει εξηγημένη από της παλαιάς μουσικής γραφής), εις την νέαν μέθοδον...».


Ο Παναγιώτης Κηλτζανίδης, στο έργο του «Μέθοδος διδασκαλίας Ελληνικής Μουσικής» (Κωνσταντινούπολη 1881), γράφει: «...εν τω Αγίω Όρει και εν τη Μεγάλη Πατριαρχική Εκκλησία, η μουσική αύτη ουκ έπαυσε διατηρούμενη και διδασκόμενη, μετά μεν των σημαδοφώνων μέχρι του Ιωάννου πρωτοψάλτου (1756)... και έτσι βραδύτερον μέχρι της εποχής των μουσικοδιδασκάλων Γρηγορίου, Χρύσανθου και Χουρμουζίου (1814), αναλυσάντων εντελώς αυτά, άνευ δε των σημαδοφώνων μέχρι σήμερον...».

Ο Γεώργιος Ι. Παπαδόυλος, Μέγας Πρωτέκδικος της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, στο ιστορικό έργο «Ιστορική επισκόπησις της Βυζ. Εκκλησιαστικής Μουσικής από των Αποστολικών χρόνων μέχρι των καθ' ημάς» (Αθήνα 1904), γράφει: «...οι μουσικές θέσεις των ήχων, κατεστρώθησαν υπό των τριών εφευρετών ολογράφως. Δια την επιτυχίαν του έργου των, άλλους χαρακτήρας εκ της παλαιάς γραφής, ως εύχρηστους διετήρησαν, άλλους ως αχρήστους απέβαλλον, και νέους, ως αναγκαίους προσέθεσαν...».

Ο Κωνσταντίνος Αλεξάνδρου Ψάχος, Άρχων μουσικοδιδάσκαλος και κληρικός της Πατριαρχικής αυλής της Μ.τ.Χ.Ε., στο ιστορικοτεχνικό σύγγραμμα του «Η παρασημαντική της Βυζαντινής Μουσικής» (ιστορική και τεχνική επισκόπησις της σημειογραφίας της Βυζαντινής Μουσικής, από των πρώτων Χριστα-νικών χρόνων μέχρι των καθ' ημάς) (Αθήνα 1917), γράφει: «...η παρασημαντική της Ε.Β.Μ., συμβολική στενογραφία ούσα εν αρχή, ερμηνεύθη βαθμιαίως και εξηγήθη ούτως ώστε, από συστήματος τούτ' αυτό ιερογλυφικού, δια της επινοήσεως της μέχρι σήμερον εν χρήσει γραφικής μεθόδου, να αντικατασταθεί η τέχνη της μνημονικής εκτελέσεως, δια της γραφής ολοκλήρων πλέον των μελωδικών γραμμών δια μόνον των φθογγοσήμων...».

Και παρακάτω:
«...οι εις το νέον γραφικόν σύστημα, εκ της αρχαίας στενογραφίας μεταγράψαντες την μουσικήν τρεις εξηγηταί, απεκρυστάλλωσαν δια ταύτης, τας κλασσικός γραμμάς και τα μουσικά σχήματα παντός είδους του μέλους, άτινα εν συνόλω αποτελούσι το σεμνό εκείνο και απέριττον ύφος, το υπό της Μεγάλης Εκκλησίας παραδεδεγμένον κατά παράδοσιν αρχαιοτάτην...».
Ο μουσικολόγος της εποχής μας, Μανόλης Χατζηγιακουμής, στο έργο του (που έχει εκδοθεί από την Εθνική Τράπεζα το 1980), «Χειρόγραφα Εκκλησιαστικής Μουσικής 1453 - 1820», γράφει: «...ωστόσο πρέπει να ειπωθεί πολύ γενικά, ότι η μεταρρύθμιση (1814), δεν επεχείρησε εσωτερική τομή στην παράδοση. Στην ουσία πρόκειται για μια διαφορετική πρακτική αντίληψη στα εξωτερικά δεδομένα του παραδοσιακού μουσικού συστήματος. Γι' αυτό άλλως τε και όσοι έψαλαν κατά το πάλαιαν σύστημα, δεν απέδιδαν στα γνωστά μέλη διαφορετικό άκουσμα...».

Είναι αναγκαίο να υπογραμμίσω πως,
  • Τα στοιχεία που συγκροτούν αυτή τη νέα μέθοδο γραφής, «συνεργάζονται» και αποτελούν ένα σύστημα με πλήρη αυτάρκεια, αυτοτέλεια και καλλιτεχνική συνέπεια.
  • Το σύστημα αυτό έχει τις ρίζες του στη μουσική της αρχαίας Ελλάδας.
  • Διατηρούνται σ' αυτό σημαντικά στοιχεία που αναπτύχθηκαν κατά τη Βυζαντινή περίοδο, και τέλος,
  • Είναι προσαρμοσμένο στις ανάγκες της θείας λατρείας.
Με άλλα λόγια: Όσον ερμηνεύουν τα εις την Εκκλησιαστική Βυζαντινή Μουσική συμβαίνοντα, με μαθηματική μέθοδο, δηλαδή μόνο με αριθμούς, κάνουν λάθος.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, σε εκατοντάδες χρόνια έχουν παρεισφρήσει στα μέλη παραλλαγμένες μουσικές γραμμές, κι ακόμη θα έχουν γίνει λάθη, κυρίως λόγω των πολλών χειρόγραφων αντιγραφών. Αυτά όμως δεν άλλαξαν την ουσία, και έχουν χαρακτηρισθεί από τους ειδικούς ως «ξέσματα».

Με τα παραπάνω, συμπεραίνει κανείς εύκολα ότι, τα βυζαντινά μέλη που περιελήφθησαν στη συλλογή «Άπαντα» των τριών δασκάλων, δεν είναι νέα μέλη, αλλά τα παλαιά, μεταγραμμένα στη νέα αναλυτική σημειογραφία. Δηλαδή με τη μεταρρύθμιση του 1814, άλλαξε ο τρόπος ανάγνωσης των ιδίων μουσικών δημιουργιών.

Αυτά έχουν καταθέσει ειδικοί της εποχή εκείνης, καθώς και νεότεροι ερευνητές - μουσικολόγοι και ιστορικοί. Εμείς ως δάσκαλοι και ερμηνευτές (ψάλτες), έχουμε καθήκον και υποχρέωση να είμαστε ενημερωμένοι περί την μουσικήν που έχουμε κληθεί να υπηρετήσουμε. Τότε μόνο, θα 'χουμε την ικανότητα να αντιστεκόμαστε, σε ρεύματα νεοφανή, με υπεραπλουστεύσεις ή υπερπλουτισμούς των μελών, που είναι και οι δύο τάξεις έξω από το πνεύμα της Εκκλησιαστικής Βυζαντινής μουσικής.
Η ορθή, λοιπόν, πλήρης και σφαιρική μουσική εκπαίδευση, είναι μονόδρομος, για τη σωτηρία και του κλασικού Εκκλησιαστικού Βυζαντινού μέλους, όπως η τελευταία μεγάλη μεταρρύθμιση γραφής το διέσωσε.

(*) Γράφει ο Σπύρος Ψαχος - Μουσικοδιδάσκαλος - Άρχων υμνωδός του Οικουνενικού Πατριαρχείου, Καθηγητής Βυζ. Εκκλ. Μουσικής Εθνικού Ωδείου Αθηνών & Δημοτικού Ωδείου Πατρών, Πρωτοψάλτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: