ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης για την 8η Οικουμενική Σύνοδο


"Ν": Με το παρόν τελειώνουμε τα σχετικά με την 8η Οικουμενική Σύνοδο, εκτός αν προκύψει κάτι άλλο, και θα περάσουμε, Θεού θέλοντος, στα σχετικά με την 9η. Όλες οι αναρτήσεις μας για το θέμα βρίσκονται στην ομώνυμη ενότητα του ιστολογίου μας.
Απόσπασμα από το έργο του π. Ιωάννη Ρωμανίδη Ρωμηοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη. Περί π. Ι. Ρωμανίδη εδώ. Ενότητα στο blog μας εδώ. Το έργο του Πατερική Θεολογία εδώ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β' – Η ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΙΣ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΡΩΜΑΙΟΣΥΝΗΝ  [85]

Αρχείο:Cyril Methodius25K.jpgΚατά τα μέσα του θ' αιώνος ο πατριάρχης και ο εν Κωνσταντινουπόλει Νέα Ρώμη βασιλεύς των Ρωμαίων, εν συνεργασία μετά των τότε Ορθοδόξων Ρωμαίων πάπων της Πρεσβυτέρας Ρώμης (*), ητοίμαζον μετά μεγάλης επιμελείας ιεραποστολικόν επιτελείον δια την εκχριστιάνισιν των Σλαύων κατά το ορθόδοξον δόγμα. Ήδη δε ειργάζοντο Φράγκοι ιεραπόστολοι δια τον ίδιον σκοπόν. Χρήζει προσοχής το γεγονός ότι οι εκ Θεσσαλονίκης αυτάδελφοι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος (εικ.) απεστάλησαν εις τους εντός της φραγκικής κυριαρχίας και επιρροής Σλαύους.

Το 794 οι Φράγκοι κατεδίκασαν την Ζ' Οικουμενικήν Σύνοδον. Παρά τας διαμαρτυρίας του πάπα Ρώμης και του πατριάρχου Ιεροσολύμων το 808, οι Φράγκοι ανεκήρυξαν το 809 εις δόγμα την κακόδοξον προσθήκην του Filioque εις το συμβολον της πίστεως. Ο τότε Ρωμαίος πάπας της Ρώμης Λέων Γ' απήντησε δια της χαράξεως του συμβόλου άνευ της προσθήκης επί δυο αργυρών πλακών εν τω ναώ του Αγίου Πέτρου μετά της επιγραφής· «ταύτα Λέων έθηκα δι' αγάπην και φύλαξιν της ορθοδόξου πίστεως».

Δια της καταδίκης της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου και δια της δογματοποιήσεως του Filioque, παρά τας διαμαρτυρίας του πάπα Ρώμης και του πατριαρχείου Ιεροσολύμων, ο Φράγκος ηγεμών Κάρολος, ο γνωστός εις την Δύσιν ως Μέγας, εκήρυξε την δογματικήν υπεροχήν των Φράγκων έναντι των Ρωμαίων και τον δογματικόν πόλεμον, διά να χρησιμεύση η φραγκική ορθοδοξία εις την εκτόπισιν της δήθεν πλάνης ή οπισθοδρομικής θεολογίας των Ρωμαίων και διά την εδραίωσιν και μονιμοποίησιν της φραγκικής επεκτεινόμενης κυριαρχίας, η όποια ήδη συμπεριελάμβανε μεγάλα τμήματα της δυτικής Ρωμανίας, δηλ. της σημερινής Γαλλίας, Ελβετίας, Γερμανίας, Αυστρίας και της προ ολίγου κατακτηθείσης βορείου και μέσης Ιταλίας.

Η εκκλησία της Πρεσβυτέρας Ρώμης διά της ιεράς συνόδου αυτής είχε την άμεσον δικαιοδοσίαν επί της λατινοφώνου μέσης Ιταλίας και μέρους της ελληνοφώνου κάτω Ιταλίας. Όμως η λατινόφωνος μέση Ιταλία, συμπεριλαμβανομένης της Ρώμης, κατεκτήθη υπό των Φράγκων, ενώ η ελληνόφωνος κάτω Ιταλία παρέμεινε πολιτικώς και εκκλησιαστικώς εις την Κωνσταντινούπολιν. Κατά τους χρόνους της αποστολής των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου η κυριαρχία των Φράγκων επί της μέσης Ιταλίας είχε χαλαρωθή.

Ενώ οι τότε Ορθόδοξοι Ρωμαίοι πάπαι επέτρεπον την εν τη λάτρεια χρήσιν άλλων γλωσσών, οι Φράγκοι επέμενον εις την λατινικήν γλώσσαν ως μέσον κυριαρχίας και αφομοιώσεως των υπ’ αυτών κατακτηθέντων Ρωμαίων και Σλαύων και ενώσεως των χριστιανών υπό την δικαιοδοσίαν αυτών.

Ενώπιον του φραγκογερμανικού τούτου κινδύνου οι εν Κωνσταντινουπόλει Νέα Ρώμη Ρωμαίοι εκινήθησαν δραστηρίως διά την διάσωσιν της εν τη Δύσει Ορθοδοξίας και της εθνικής ελευθερίας των δυτικών Ρωμαίων και Σλαύων, ως και διά την εξασφάλισιν των επαρχιών της κάτω ιταλικής Ρωμανίας, αι οποίαι συνώρευον τώρα μετά του εν Ιταλία φραγκικού κράτους.

Διά τους λόγους αυτούς ως και διά την ορθήν κατήχησιν και στερέωσιν των Σλαύων εν τη αληθεί ευσεβεία του Χρίστου, απεφασίσθη η χρήσις της σλαυικής γλώσσης και του ορθοδόξου συμβόλου της πίστεως, η αντικατάστασις του φραγκικού συμβόλου με το ορθόδοξον εις τους ήδη υπό των Φράγκων βαπτισθέντας, και επί πλέον απεφασίσθη αι νέαι υπό των άγιων Κυρίλλου και Μεθοδίου ιδρυθείσαι Εκκλησίαι να υπάγωνται εις την Πρεσβυτέραν Ρώμην.

Μετά τας πρώτας επιτυχίας των οι απόστολοι ούτοι των Σλαύων επεσκέφθησαν τον πάπαν Αδριανόν τον Β', ο οποίος ενέκρινε το έργον αυτών υπέρ της σλαυικής γλώσσης και εναντίον του φράγκικου Filioque. Κατά την επίσκεψιν ταύτην εξεδήμησε προς Κύριον ο άγιος Κύριλλος, καρείς μοναχός. Ο άγιος Μεθόδιος εχειροτονήθη επίσκοπος και εγκατεστάθη υπό του πάπα ως αρχιεπίσκοπος Σιρμίου διά τους εναπομείναντος Ρωμαίους εν τη παλαιά ρωμαϊκή Παννονία, η οποία ευρίσκετο πολιτικώς και εκκλησιαστικώς τώρα εντός της κυριαρχίας των Φράγκων.

Οι Φράγκοι συνέλαβον τον αγιον Μεθόδιον, τον εδίκασαν, τον καθήρεσαν και τον εφυλάκισαν. Έπειτα από δύο και ήμισυ έτη τη επεμβάσει του πάπα Ιωάννου του Η' απελύθη και εγκατεστάθη εις Μοραβίαν, όπου ειργάσθη μέχρι της προς Κύριον εκδημίας αυτού περί το 885.

Κατά την διάρκειαν της εν Μοραβία ποιμαντορίας του αγίου Μεθοδίου οι Φραγκογερμανοί ενήργουν διά τον αφανισμόν του έργου των εκ Θεσσαλονίκης Ρωμαίων ιεραποστόλων. Έτυχον δε ούτοι της υποστηρίξεως του υποτελούς εις τους Φράγκους πάπα Στεφάνου του Ε' (885 891), ο οποίος ανεγνώρισε τα αιτήματα της εν Μοραβία φιλογερμανικής μερίδος και ανέδειξε τον αρχηγόν αυτής εις διάδοχον του αγίου Μεθοδίου. Ο νέος αρχιεπίσκοπος απηγόρευσε την σλαυικήν γλώσσαν εν τη λάτρεια και επέβαλε το φραγκικόν σύμβολον. Ούτως ο άμεσος σκοπός της αποστολής των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου απέτυχεν.

Οι κυριώτεροι συνεργάται και μαθηταί του αγίου Μεθοδίου εξωρίσθησαν και κατέφυγον εις Βουλγαρίαν. Άλλοι πωληθέντες και εν Βενετία αγορασθέντες εστάλησαν εις Κωνσταντινούπολιν και εκείθεν εις Βουλγαρίαν. Ούτω μετεφέρθη το έργον των άγιων Κυρίλλου και Μεθοδίου εις τους ελευθέρους Σλαύους, με αποτέλεσμα την συν τω χρόνω κατά το ορθόδοξον δόγμα εκχριστιάνισιν του μεγαλυτέρου μέρους του σλαυικού κόσμου.

Παρ' όλας τας οξείας περί του θέματος της Βουλγαρίας προκύψασας διενέξεις μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως και του φραγκοφίλου πάπα Νικολάου του Α' (858 867), οι εν Κωνσταντινουπόλει υπεύθυνοι απεφάσισαν τελικώς να παραχωρήσουν την εκκλησιαστικήν διοίκησιν της Βουλγαρίας εις την Πρεσβυτέραν Ρώμην, αλλά δεν εδέχθη τούτο ο ηγεμών των Βουλγάρων.

Τότε πάπας της Πρεσβυτέρας Ρώμης και φίλος του πατριάρχου της Νέας Ρώμης Μεγάλου Φωτίου ήτο ο Ιωάννης ο Η' (872 882 [εικ. από εδώ]), ο οποίος επενέβη διά την αποφυλάκισιν του αγίου Μεθοδίου, ως είδομεν, και συμμετείχεν εις τον αναθεματισμόν των μη αποδεχομένων την Ζ' Οικουμενικήν Σύνοδον Φράγκων και εις την καταδίκην του φραγκικού Filioque κατά την Η' Οικουμενικήν Σύνοδον του 879.

Η σύνοδος αύτη ανεθεμάτισε 1) τους μη αποδεχόμενους την Ζ' Οικουμενικήν Σύνοδον [86] και 2) τους προσθέσαντάς τι εις το σύμβολον [87], χωρίς όμως να κατονομάζωνται οι εν λόγω αιρετικοί, πράγμα πρωτοφανές εν τοις πρακτικοίς και όροις οικουμενικών και τοπικών συνόδων. Η τακτική αυτή εξηγείται βάσει της προς Φώτιον συναφθείσης εις τα πρακτικά προσωπικής επιστολής του πάπα Ιωάννου Η', εν ή παρακαλεί να επιτραπή η διά της πειθούς προσπάθεια να απαλειφθή το Filioque, το οποίον «ουκ εστί παγιωθέν εκ πολλών ενιαυτών και δια ταύτα καλώς έχειν έδοξεν ημίν, ίνα μη μετά βίας αναγκασθή τις παρ’ ημίν εάσαι την προσθήκην, ην έφθασεν εν τω συμβόλω προσθείναι» [88].

Εφ' όσον προηγουμένως διεβεβαίωσε τον Φώτιον ότι εν Ρώμη δεν εισήχθη η προσθήκη εν τω συμβόλω [89], τα υπό του πάπα γραφέντα ταύτα σημαίνουν σαφώς ότι εφοβείτο την διά της βίας επιβολήν της προσθήκης και εν Ρώμη, εάν ερεθισθούν οι Φράγκοι. Ο φόβος αυτός εξηγεί επίσης και τα υπό Μεγάλου Φωτίου διπλωματικώς εν τη συνόδω λεχθέντα διά τους μη αποδεχόμενους την Ζ' Οικουμενικήν Σύνοδον Φράγκους· «ίσως παρά τισιν εστίν αμφιβολία. Φήμη μεν γαρ τοιαύτη περιαγγέλλεται, το δε αληθές ούπω και μέχρι νυν επιστάμεθα» [90]

Ο φόβος ούτος του πάπα και του πατριάρχου έναντι των Φράγκων και φραγκοφίλων εξηγεί επίσης διατί τα θέματα περί Ζ' Οικουμενικής Συνόδου και Filioque παραλείπονται εν ταις οδηγίαις του πάπα προς τους αντιπροσώπους του εις την σύνοδον, ως επίσης διατί αι οδηγίαι αυταί κατεγράφησαν εις τα πρακτικά. Δηλαδή εγένετο διπλωματική προσπάθεια να μη φανή ο πάπας εχθρικώς διακείμενος έναντι των Φράγκων κατακτητών, οίτινες ήσαν γνωστοί διά την αγριότητα και βαρβαρότητα αυτών και κυρίως την ικανότητα αυτών να σφάζουν τους υπ' αυτών θεωρούμενους αιρετικούς.

Είναι γενικώς αποδεκτόν σήμερον από τους ιστορικούς ότι η Εκκλησία της Πρεσβυτέρας Ρώμης εδέχθη την επί Μεγάλου Φωτίου καταδικάσασαν το Filioque Η' Οικουμενικήν Σύνοδον. Παραλλήλως οι Φράγκοι εθεώρουν τους αποδεχόμενους την προσκύνησιν των εικόνων και τους μη αποδεχόμενους το Filioque και κυρίως τον Μέγαν Φώτιον ως αιρετικούς βάσει των αποφάσεων των επί Μεγάλου Καρόλου φραγκικών συνόδων του 794 και του 809.

Εξ αιτίας επιστολών του πρώτου εις την ιστορίαν φραγκοφίλου πάπα Νικολάου Α' έγραψαν Φράγκοι θεολόγοι και επίσκοποι κατά των «αιρετικών» Γραικών. Εκ των έργων τούτων διασώζονται τρία· 1) Liber adversus Graecos, του Aeneas των Παρισίων [91]. 2) Contra Graecorum opposita, του Ratramnus του Corbie [92] και 3) Responsio de fide S. Trinitate contra Graecorum haeresim, της συνόδου των Γερμανών επισκόπων [93].

Τέσσαρες παράγοντες όμως συνετέλεσαν εις μίαν κάμψιν της φανατικής αντικωνσταντινουπολιτικής μερίδος των Φράγκων και εις την μεταξύ των μετριοπαθών Φράγκων επιτυχίαν της πολιτικής του πάπα Ιωάννου Η' υπέρ των συμφερόντων της Ρωμαιοσύνης. 1) Η μετά τον Καρλομάγνον διάλυσις και εξασθένησις της Μεγάλης Φραγκιάς επεκράτησαν πλέον εις οξύν βαθμόν κατά την εν λόγω εποχήν. 2) Ο εξ ανατολικής Ρωμανίας στόλος και στρατός εξεδίωξε το 867 τους Άραβας από την κάτω ιταλικήν Ρωμανίαν και ούτω ενίσχυσε σπουδαίως την θέσιν της παπικής Ρωμανίας (Παπικόν Κράτος). 3) Οι λατίνοι Φράγκοι ρήγες διηρημένοι μεταξύ των επεδίωκαν εκ θέσεως αδυναμίας πλέον να στεφθούν υπό του πάπα imperatores (=αυτοκράτορες). 4) Ούτω ο πάπας έγινεν ο ρυθμιστής των πραγμάτων μεταξύ των λατίνων Φράγκων προς γενικόν όφελος της Ρωμαιοσύνης.

Όλα όμως ήλλαξαν αποτόμως με την κατάληψιν της Ρώμης υπό του Τευτονοφράγκου Όθωνος Α' το 962 και την υπ’ αυτού επιβολήν Φράγκου πάπα κατά την δευτέραν κατάληψιν της Ρώμης το 963. Όταν οι τεύτονες (Deutsch) Φράγκοι κατέλαβον οριστικώς πλέον τον θρόνον του πάπα Ρώμης το 1009 και επέβαλον διά της βίας Φράγκους επισκόπους επέβαλον και το Filioque και το νέον φραγκικόν περί πάπα δόγμα διά την καθυπόταξιν των Εκκλησιών, και μόνον τότε έπαυσεν η κατακτηθείσα και τώρα φραγκική εν Ρώμη Εκκλησία να αναγνωρίζη την επί Φωτίου Οικουμενικήν Σύνοδον του 879 και αντ' αυτής παρεδέχθη και παραδέχεται επισήμως μέχρι σήμερον ως Η' Οικουμενικήν την σύνοδον του 869 την καθαιρέσασαν τον Μέγαν Φώτιον. Μάλιστα ενεφανίσθη εις την Δύσιν και η εσφαλμένη αντίληψις ότι εν αυτή ο Μέγας Φώτιος κατεδικάσθη και ως αιρετικός. Αυτή φαίνεται ήτο η εντύπωσις των Φράγκων εχθρών του Φωτίου.

Κατά τον τρόπον αυτόν μία φραγκική αντίληψις περί αιρέσεως και σχίσματος επί Μεγάλου Φωτίου μετεφέρθη εις την Εκκλησίαν της Ρώμης και έκτοτε επεκράτησεν εις την Δύσιν η φραγκική παράδοσις, ότι το σχίσμα μεταξύ «Γραικών» και Λατίνων ήρχισεν ουσιαστικώς κατά τον θ' αιώνα επί Μεγάλου Φωτίου, ο οποίος κατεπολέμησε το περί Filioque δόγμα.

Εικ. από εδώ & εδώ

Τα περί δευτέρου σχίσματος και καταδίκης του Φωτίου της μεταγενέστερας φραγκολατινικής παραδόσεως απορρίπτονται σήμερον υφ' όλων των ιστορικών [94], αλλ' αι γενόμεναι προσπάθειαι εξηγήσεως της υπάρξεως του λεγομένου μύθου των Δυτικών περί δευτέρου σχίσματος και περί δευτέρας υπό του πάπα Ιωάννου του Η' καταδίκης του Φωτίου κάμουν εν σοβαρόν σφάλμα, διότι οι δυτικοί Χριστιανοί, Λατίνοι και Διαμαρτυρόμενοι, αδυνατούν να συλλάβουν ή να λάβουν σοβαρώς υπ' όψιν το γεγονός ότι ευρίσκοντο εν διαστάσει δογματική και εκκλησιαστική οι εν Ιταλία κυρίαρχοι Φράγκοι και οι κατακτηθέντες Ορθόδοξοι Ρωμαίοι. Κατά τον θ', ι' και αρχάς του ια' αιώνος οι ολίγοι εναπομείναντες αμιγείς Ρωμαίοι της περιοχής της Ρώμης είχον αποστροφήν προς τους Λογγοβάρδους και Φράγκους κατακτητάς και συνεχώς επανεστάτουν κατά της κυριαρχίας αυτών και κατά των υπό των Φράγκων επιβληθέντων πάπων και τη βοηθεία των ομοεθνών των Ρωμαίων της Κωνσταντινουπόλεως / Νέας Ρώμης επεκράτησαν ως επί το πλείστον Ρωμαίοι Ορθόδοξοι πάπαι μέχρι το 1009.

Συντελεί εις την σύγχυσιν ταύτην των δυτικών ιστορικών η από του 963 βιαία κατάληψις του θρόνου του πάπα Ρώμης υπό φραγκοφίλων η Φράγκων επισκόπων, τους οποίους οι δυτικοί ιστορικοί εμφανίζουν ως σωτήρας της Εκκλησίας από την κυριαρχίαν των γραικοφίλων (δηλαδή φιλοανατολικών Ρωμαίων) Ρωμαίων της μέσης Ιταλίας. Επί Μεγάλου Φωτίου υπήρχε σχίσμα και συγχρόνως δεν έγινε δογματικόν σχίσμα.

Δηλαδή πρέπει να διακρίνωμεν σαφώς τους Φράγκους από τους εν Ιταλία Ρωμαίους. Μεταξύ Φράγκων και Ρωμαίων υπήρχε σχίσμα εξ αιτίας της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου και του Filioque. Αλλά μεταξύ δυτικών και ανατολικών Ρωμαίων ούτε υπήρχεν ούτε έγινεν επί Φωτίου και ούτε μετά ταύτα έγινε δογματικόν σχίσμα, αφού εις τα θέματα ταύτα υπήρχε απόλυτος συμφωνία [95]. Οι δυτικοί και ανατολικοί Ρωμαίοι του θ' αιώνος εθεώρουν αλλήλους ως Ορθοδόξους και τους Φράγκους ως ετεροδόξους, ως φαίνεται σαφώς από τας κατά των Φράγκων αποφάσεις της επί Φωτίου Η' Οικουμενικής Συνόδου περί εικόνων και Filioque και ως φαίνεται επίσης σαφώς από το έργον των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, οι οποίοι εκήρυξαν το ορθόδοξον συμβολον, εν αντιθέσει προς το φραγκικόν, ως υπηρέται και αντιπρόσωποι των Ρωμαίων Ορθοδόξων παπών της Πρεσβυτέρας Ρώμης.

Επί δύο αιώνας, ήτοι από του 794 και 809, ότε οι Φράγκοι κατεδίκασαν την Ζ' Οικουμενικήν Σύνοδον και εδογμάτισαν το Filioque, μέχρι του 1009 ή 1014, ότε εισήχθη οριστικώς το Filioque εις το σύμβολον εν Ρώμη, ηγωνίσθησαν σκληρώς οι εν Ιταλία Ορθόδοξοι Ρωμαίοι να διατηρήσουν την πίστιν της Ζ' και Η' Οικουμενικής Συνόδου. Εις τα δυτικά εγχειρίδια εκκλησιαστικής ιστορίας των Λατίνων και Προτεσταντών η εξασκηθείσα ψήφω κλήρου και λάου κανονική κυριαρχία των Ρωμαίων επί του θρόνου του πάπα Ρώμης περιγράφεται ως κάτι το κακόν, από το οποίον απηλλάγη η Εκκλησία της Ρώμης τη επεμβάσει αγίων Φράγκων αυτοκρατόρων. Εις τας φραγκικάς πηγάς οι ως ανήθικοι πάπαι εμφανισθέντες είναι πάντοτε οι προσκεκολλημένοι εις τον εν Κωνσταντινουπόλει Νέα Ρώμη βασιλέα των Ρωμαίων και οι φραγκόφιλοι πάπαι είναι πάντοτε οι άγιοι.

Παρά τας πιέσεις των Φράγκων οι Ρωμαίοι της μέσης ιταλικής Ρωμανίας ηρνήθησαν επί δύο αιώνας να προσθέσουν το Filioque εις το σύμβολον της πίστεως. Τελικώς όμως κατέλαβον τον θρόνον της Ρώμης οι Φράγκοι και το 1014 ο Ιταλοφράγκος πάπας Βενέδικτος Η' (φωτο) προσέθεσεν οριστικώς το Filioque εις το σύμβολον. Μετά την παραίτησιν του τελευταίου Ρωμαίου ορθοδόξου πάπα της Ρώμης Ιωάννου ΙΗ' το 1009 διεγράφη ο πάπας από τα δίπτυχα των ανατολικών πατριαρχείων και έκτοτε επικρατεί μέχρι σήμερον εν Ρώμη το παλαιότερον σχίσμα των Φράγκων.

Τα αναθέματα του 1054 δεν ήσαν λοιπόν ούτε η έναρξις ούτε η αίτια του σχίσματος, ως ισχυρίζονται πολλοί. Μετά τα γεγονότα των αναθεματισμών του 1054 ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριος περιέγραψε τα συμβάντα εις δύο επιστολάς του προς τον πατριάρχην Αντιοχείας Πέτρον τον Γ' [96]. Επειδή προ της πατριαρχείας του ο Κηρουλάριος ήτο εν δημοσία υπηρεσία και ουχί εντριβής περί τα της Εκκλησίας ιστορικά, ενόμιζεν ότι το όνομα του πάπα διεγράφη των δίπτυχων από τον ζ' αιώνα [97] και εις το σημείον αυτό ο Πέτρος τον διορθώνει [98]. Πάντως είναι σαφές ότι ο Κηρουλάριος δεν διέγραψε το όνομα του πάπα από τα δίπτυχα, αλλ' εκληρονόμησε το σχίσμα, διά το οποίον είχε την εντύπωσιν ότι ήτο πολύ παλαιόν. Ότι πρόκειται περί πραγματικού σχίσματος φαίνεται σαφώς από την εξής προς Πέτρον έντονον φράσιν «και έκτοτε και μέχρι του νυν αποτμηθήναι της καθ' ημάς αγιωτάτης και καθολικής Εκκλησίας τον πάπαν» [99]

Αφού πρώτον διορθώνει τον Κηρουλάριον εις την αναφέρθησαν ιστορικήν ανακρίβειαν, ο Πέτρος διαβεβαιοί ότι και εν Αντιοχεία δεν μνημονεύεται ο πάπας από πολλών ετών «Επί δε τούτοις καγώ μάρτυς απαράγραπτος, και άλλοι συν εμοί των της Εκκλησίας ελλογίμων πολλοί, ότι επί τω μακαρίτη πατριάρχη Αντιοχείας κυρώ Ιωάννη, ο πάπας της Ρώμης, Ιωάννης και αυτός ακούων, εν τοις ιεροίς διπτύχοις ανεφέρετο».

Πρόκειται δηλαδή περί του πάπα Ιωάννου του ΙΗ', του παραιτηθέντος και εις μοναστήριον αποσυρθέντος το 1009 [100].

Ο Πέτρος συνεχίζει· «Και εν Κωνσταντινουπόλει δε προ χρόνων τεσσαράκοντα και πέντε εισελθών εύρον επί του μακαρίτου πατριάρχου κυρού Σεργίου τον δηλωθέντα πάπαν εν τη θεία μυσταγωγία μετά των άλλων πατριαρχών αναφερόμενον. Όπως δε ύστερον η αυτού εξεκόπη αναφορά, και δι' ην αιτίαν αγνοώ» [101].

Δηλαδή ο Πέτρος δεν γνωρίζει διατί διεκόπη το μνημόσυνον του τελευταίου κατά το έθνος και την θρησκείαν Ρωμαίου πάπα Ιωάννου, ενώ εμνημονεύετο. Εξ άλλων πηγών γνωρίζομεν ότι παρητήθη [102] και ότι ο διάδοχος αυτού ο Ιταλοφράγκος Πάπας Σέργιος Δ' δεν συμπεριελήφθη εις τα δίπτυχα, επειδή εις την επί τη ενθρονίσει αυτού συστατικήν επιστολήν συμπεριέλαβε το Filioque [103].

Εις την πρώτην προς Πέτρον επιστολήν του ο Κηρουλάριος ηρώτησεν, εάν αληθεύη η φθάσασα εις την ακοήν του φήμη ότι μνημονεύει τον πάπαν εις τα δίπτυχα [104]. Παραπονούμενος ο Πέτρος απήντησε: «Προ εξετάσεως και τελείας καταλήψεως το μη γεγονός ως γεγονός εξ ακοής ματαίας παρέστησας. Πώς γαρ και έμελλον τέως αυτόν εγώ αναφέρειν τον πάπαν, μη της κατά σε αγίας εκκλησίας αναφερούσης αυτόν, τρόφιμος ων ταύτης, και ζηλωτής ει και τις άλλος, έργω και λόγω τα ταύτης πρεσβεία σεμνύνων και μεγαλύνων αεί;» [105]. Δια τούτο κατόπιν παραγγέλλει εις τον Κηρουλάριον· «Αλλά περί μεν τούτων ούτως έχων, πλείον ουδέν σε βούλομαι περί της του πάπα αναφοράς προσεξεργάσασθαι» [106].

Τα γραφόμενα ταύτα του Πέτρου απαντούν εις τους εμφανίσαντας τον πατριάρχην Αντιοχείας ως διαφωνούντα προς τον πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Κηρουλάριον περί του μνημοσύνου και υπάρξεως σχίσματος και ισχυριζόμενους ότι τα αναθέματα του 1054 είναι μεν η αρχή του σχίσματος, αφορούν όμως μόνον εις τας εκκλησίας Πρεσβυτέρας Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και ότι τα άλλα πατριαρχεία παρέμειναν ηνωμένα μετά του πάπα μη δίδοντα ούτε εις το Filioque σημασίαν [107].

Αλλά και διά το Filioque ο Πέτρος, παραμένων πιστός εις τας αποφάσεις της Η' Οικουμενικής Συνόδου, γράφει· «Κακόν δε, και κακών κάκιστον, η εν τω αγίω συμβόλω προσθήκη... Τους δε προστεθέντας τι η αφαιρούντάς τι, αναθεματίζομεν» [108].

Πάντως είναι παράλογον να ισχυρίζεται τις ότι αφ' ενός μεν εγένετο σχίσμα μεταξύ των Φράγκων κατακτητών της Πρεσβυτέρας Ρώμης και των Ρωμαίων της Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και αφ' ετέρου τα υπόλοιπα πατριαρχεία των Ρωμαίων (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) παρέμειναν τάχα ηνωμένα με την νέαν φραγκικήν Παπωσύνην. Επομένως η απλή άρσις των αναθεμάτων του 1054 δεν δύναται να επιτύχη την ένωσιν.

Επανερχόμενοι εις την προ του 1054 κατάστασιν ευρίσκομεν πάλιν σχίσμα μεταξύ Λατίνων και Ρωμαίων εξ αίτιας του Filioque. Επανερχόμενοι εις την προ του 1009 κατάστασιν άνευ του Filioque εν Ρώμη ευρίσκομεν ένωσιν μεταξύ ανατολικών και δυτικών Ρωμαίων, αλλά σχίσμα μεταξύ Φράγκων και Ρωμαίων εξ αιτίας της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου και του Filioque. 

Το ότι παραδέχονται σήμερον και Λατίνοι ιστορικοί ότι ο Πάπας Ιωάννης Η' εδέχθη ως Η' Οίκουμενικήν Σύνοδον την επί Μεγάλου Φωτίου σύνοδον του 879 και το ότι οι Ορθόδοξοι διάδοχοι αυτού δεν απεκήρυξαν την πράξιν ταύτην, αλλ' αντιθέτως εφήρμοσαν τας περί Ζ' Οικουμενικής Συνόδου και περί Filioque αποφάσεις αυτής μη επιτρέποντες την προσθήκην εν τω Συμβόλω, σημαίνει ότι τα πιστά τέκνα των αγίων αποστόλων των Σλαύων Κυρίλλου και Μεθοδίου έχομεν το ιερόν καθήκον, το επιβεβλημένον και από τους Ορθοδόξους Ρωμαίους πάπας της Ρώμης προ του 1009, να επιδιώξωμεν την εξάλειψιν του σχίσματος ουχί διά της άρσεως των αναθεμάτων του 1054, αλλά διά της άρσεως του Filioque και των προϋποθέσεων και αποτελεσμάτων αυτού.

Σημειώσεις

(*) Σημ.: Πρεσβυτέρα (παλαιότερη) Ρώμη εννοείται η Ρώμη της Ιταλίας, σε αντιδιαστολή με τη Νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη.

[85] Από ομιλίαν γενομένην τη 11η Μαΐου 1971 εις τον ι. ναόν Αγ. Δημητρίου εν Θεσσαλονίκη κατά την διορθόδοξον θ. Λειτουργίαν επί τη μνήμη των
αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Το πρωτότυπον κείμενον ετυπώθη εν τω περιοδικώ «Γρηγόριος ο Παλαμάς», ΝΔ', 1971. Αι εν προκειμένω θέσεις
αναπτύσσονται λεπτομερώς εν τη μελέτη μου «Η Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», Θεσσαλονίκη 1973.

[86] Mansi XVII, 493-496 [Sacrorum conciliorum, nova et amplissima (Florentiae 1759, επανεκτύπωση 1960-1961) – εκεί δημοσιεύονται τα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων].

[87] Αυτόθι, 516-517.

[88] Αυτόθι, 525.

[89] Αυτόθι.

[90] Αυτόθι, 493.

[91] PL [Patrologia Latina] 121, 685 - 562.

[92] Αυτόθι, 225 - 346.

[93] Αυτόθι 119, 1201-1212.

[94] Πάντες ακολουθούν τα σπουδαία ευρήματα του Francis Dvornik, The Photian Schism, Cambridge, 1948.

dogmatika-mnimeia.jpg[95] Δηλαδή η υπό της Πρεσβυτέρας Ρώμης αναγνώρισις ως πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ιγνατίου και μη αναγνώρισις του Φωτίου είχε χαρακτήρα κανονικόν και ουχί δογματικόν. Ο περί Filioque αγών του Φωτίου εγένετο κατά των εν Βουλγαρία Φράγκων ιεραποστόλων και των φραγκοφίλων προστατών Ρωμαίων αλλ’ ουχί κατά της εκκλησίας της Ρώμης, εν ή την μεγίστην πλειοψηφίαν και κυριαρχίαν είχον οι Ορθόδοξοι Ρωμαίοι, οίτινες εθεώρουν εαυτούς ως Ρωμαίους, δηλαδή Ρωμηούς, με αυτοκράτορα εν Κωνσταντινουπόλει ή Νέα Ρώμη. Εν τη εγκυκλίω επιστολή του προς τους της Ανατολής αρχιερατικούς θρόνους καταγγέλλει ο Φώτιος τους εν Βουλγαρία ιεραποστόλους (Φράγκους) επί αιρέσει, αλλά διαχωρίζει απ' αυτούς τον πάπαν της Ρώμης, διά τον οποίον αρκείται «εις την κατ' αυτού περί τυραννίδος και ανατροπής εκκλησιαστικών θεσμών κατηγορίαν, ήτις έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν εξ Ιταλίας». Ίδε επιστολήν εν Ι. Καρμίρη, ΔΣΜ [Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας (εδώ)], II, 328 - 329.

[96] PG [Patrologia Graeca] 120, 781-796, 816-820.

[97] Αυτόθι, 788-789.

[98] Αυτόθι, 797-800.

[99] Αυτόθι, 789.

[100] Ίδε F. Μοurret, History of the Catholic Church, London 1941, τόμ. 4, σ. 90 - 91.

[101] PG 120, 800.

[102] Ίδε ανωτέρω υποσημ. 16. [«Ν»: Η υποσημ. αφορά στην αντιβυζαντινή προκατάληψη ή προπαγάνδα που επικράτησε και στον δικό μας γεωγραφικό και πολιτισμικό χώρο μέχρι και σήμερα. Γράφει: Το ηγετικόν στέλεχος του κινήματος τούτου είναι ο Αδαμάντιος Κοραής. Ίδε Π. Χρήστου, Αι περιπέτειαι των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 1960, σελ. 51].

[103] A. Michel, Humbert und Kerullarius, Paderborn 1924 - 1930, τόμ. Ι, σ. 20 - 40. Πρβλ. G. Every, The Byzantine Patriarchate, London 1947, σ. 149.

[104] PG 120, 788.

[105] Αυτόθι, 797.

[106] Αυτόθι, 800. Οι Άγγλοι G. Every, ίδε ανωτέρω υποσημ. 19 σ. 156, και Steνen Runciman, The Eastern Schism, London 1956, σ. 65 εξής, παραλείπουν εις την αγγλικήν μετάφρασιν το «σε» από τα γραφέντα ταύτα και ούτως εμφανίζουν τον Μιχαήλ διαφωνούντα προς τον Κηρουλάριον περί υπάρξεως σχίσματος και ως εμμένοντα εις το μνημόσυνον του πάπα εν τοις διπτύχοις. Φαίνεται ότι και ημέτεροι εν Κωνσταντινουπόλει ακολουθούν την ερμηνείαν ταύτην και βάσει αυτής νομίζουν ότι 1) το σχίσμα ήρχισε το 1054, άλλα 2) ότι αφεώρα μόνον εις την Κωνσταντινούπολιν και Ρώμην και όχι εις τα πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.

[107] Ίδε ανωτέρω υποσημ. 22. [«Ν»: Εκτενής υποσημ. που αφορά στην επικράτηση αντιλήψεων, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες επί Τουρκοκρατίας και μάλιστα με υποκίνηση και της Δύσης και της Ρωσίας, σύμφωνα με τις οποίες οι Έλληνες δεν είναι κληρονόμοι της κοινής ρωμαίικης πνευματικής παρακαταθήκης – έτσι, κατά τον π. Ι. Ρωμανίδη, οι Ρουμάνοι λόγιοι της εποχής διαχωρίστηκαν από εμάς, θεωρώντας την κοινή βυζαντινή (ρωμαίικη) κληρονομιά μας, ως αποκλειστικά δική τους].

[108] PG 120, 804-805.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Παραθέτω τρεις παραγράφους από το κήρυγμα στη μνήμη του ιερού Φωτίου, του π.Αθανασίου Σιαμάκη στο http://www.symbole.gr/litlif/theho/okema/1228-photius

Φώτιος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

...Τὸ μεγαλύτερο ἔργο τῆς δεύτερης πατριαρχικῆς θητείας του ἦταν ἡ σύγκλησι τῆς Η΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ τὸ 879, ἡ ὁποία ἔδωσε τὸ ἰσχυρό­τερο μάθημα στὴν παπικὴ αὐθαιρεσία. Κατ᾿ αὐτὴν καταδικάστηκε τὸ Filioque σὰν διδαχὴ καὶ προσ­θήκη στὸ σύμβολο τῆς πίστεως, ἀγνοήθηκε παντελῶς τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα ῾Ρώμης καὶ τὸ ἔκκλητο, ἀποκρούστηκε ἡ συζήτησι γιὰ τὴ Βουλγαρία, ἐπικυρώ­θηκε ἡ ἐγκυρότητα τῆς ἀρχιερωσύνης τοῦ Φωτίου ἀπὸ ὅλα τὰ πατριαρχεῖα, ὑπερθεματίζοντος καὶ τοῦ πάπα ῾Ρώμης, ἀναθεματίστηκαν ὅλες οἱ κατὰ τοῦ Φω­τίου σύνοδοι ποὺ ἔγιναν στὴ ῾Ρώμη καὶ στὴν Κωνσταντινούπολι.

Ὅλα αὐτὰ ταπεινωμένος ΤΑ ΥΠΕΓΡΑΨΕ καὶ ὁ πάπας ῾Ρώμης καὶ οἱ ἐκπρόσωποί του.

Αὐτὴ εἶναι ἡ Η΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ, ἡ ὁποία ἀργότερα φρόντισε ὁ παπισμὸς ΝΑ ΤΗΝ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ὥστε νὰ παραμείνῃ ἄγνωστη ὡς Η΄ οἰκουμενική. Ἀκόμη καὶ στὰ πανεπιστήμια σήμερα γίνεται λόγος μόνο γιὰ 7 οἰκου­με­νικὲς συνόδους...

Ο π. Αθανάσιος είναι αρχιμανδρίτης της Ι. Μ. Φλωρίνης, διετέλεσε για δεκαετίες γραμματέας του μακαριστού επισκόπου Αυγουστίνου Καντιώτη και γνωρίζει το θέμα της 8ης Οικουμενικής Συνόδου ως αδελφός του θεολόγου - φιλολόγου Δρος Κων/νου Σιαμάκη ο οποίος με την εισαγωγή στον "τόμο Χαράς" του ιερού Φωτίου (εκδόσεις "ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ") επανέφερε στην εποχή μας με τεκμήρια την πραγματική εκκλησιαστική ιστορία (που σκοπιμότητες είχαν εξαφανίσει) και το γνήσιο κείμενο της Η' Οικουμενικής Συνόδου.