Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κάθε Κυριακή άλλωστε θεωρούμε ότι γιορτάζουμε το Πάσχα και επίσης κάθε Θεία Λειτουργία είναι και αυτή εορτασμός του Πάσχα. Ο μεγάλος μας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έλεγε ότι η μεγαλύτερη γιορτή της Ορθοδοξίας, είναι βέβαια η Ανάσταση, η «χαριεστέρα» όμως είναι τα Χριστούγεννα- κάθε γιορτή έχει την αξία της και την σημασία της, με μια έννοια όμως όλες απορρέουν από το Πάσχα.
Η γιορτή αυτή είναι η παλαιότερη της Χριστιανοσύνης – θεσπίστηκε πολύ νωρίς και ήταν, μαζί με τα Θεοφάνεια, οι δύο κύριες βαπτισματικές περίοδοι της αρχαίας Εκκλησίας. Τα Χριστούγεννα, ως γνωστόν, εορτάζονταν αρχικά μαζί με τα Θεοφάνεια, αργότερα όμως, και πρώτα στην Δύση, καθιερώθηκαν ως ξεχωριστή εορτή, για χριστολογικούς κυρίως λόγους (δογματίσθηκε από τις Συνόδους ότι ο γεννηθείς Χριστός είναι Θεός, η Παναγία «Θεοτόκος κ.λπ.). Αυτό που αξίζει να παρατηρήσουμε εδώ είναι ότι τους πρώτους αιώνες μερικές τοπικές εκκλησίες είχαν θεσπίσει μια συγκεκριμένη ημερομηνία που γιορταζόταν η «Ανάσταση». Γρήγορα όμως κυριάρχησε η λειτουργική πρακτική να μην ορίζεται σταθερή ημερομηνία για την Ανάσταση, αλλά η εορτή, μεταβαλλόμενη βαθμιαία σε «Πάσχα», να εορτάζεται πάντοτε Κυριακή και να έχει, όπως θα έλεγαν οι ανθρωπολόγοι, «μυσταγωγικό και μυητικό χαρακτήρα» στην Καινή Ζωή της Εκκλησίας. Η άφατη χαρά έγκειται στο μέγα μυστήριο: την νίκη κατά του θανάτου.
Μπορούμε εύκολα να ανιχνεύσουμε αυτόν τον μυητικό και μυσταγωγικό χαρακτήρα της εορτής, που κυριαρχεί ασφαλώς και σήμερα. Προηγείται μια περίοδος «καθαρμού» και ψυχοσωματικής προετοιμασίας για την εορτή, που γρήγορα παγιώθηκε με τα χαρακτηριστικά της «Μεγάλης Σαρακοστής». Περιττό να πει κανείς ότι αυτός ο «καθαρμός» και «εξαγνισμός» έλαβε πλήρως χριστιανικό χαρακτήρα, πράγμα που σημαίνει ότι «εκκλησιοποιήθηκε». Ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ κάπου γράφει ότι δεν πρέπει να απαρνούμαστε τα ήθη και τα έθιμα μιας περιοχής που εκχριστιανίζεται, αλλά ακριβώς να τα «εκκλησιοποιούμε». Για παράδειγμα, αναφερόμενοι στη σημερινή πραγματικότητα, μπορούμε να «εκκλησιοποιήσουμε» την εορτή των Γενεθλίων, που ήρθαν ως έθιμο και στην χώρα μας στο 2ο ήμισυ του εικοστού αιώνα από την Δυτική Χριστιανοσύνη. Η εορτή των Χριστουγέννων εκχριστιάνισε την λατρεία του θεού-Ήλιου των παγανιστών, ενώ και το Πάσχα εκχριστιανίζει πλήρως το εβραϊκό Πάσχα κ.λπ.
Σε τι συνίσταται, ας ρωτήσουμε, ο μυητικός χαρακτήρας της γιορτής; Μπορούμε εύκολα να τον ανιχνεύσουμε διαβάζοντας τον περίφημο κανόνα της Αναστάσεως, ποίημα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, που παραφράζει ένα πασχαλινό κήρυγμα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. O εορτασμός γίνεται «όρθρου βαθέος», μέσα στην βαθιά νύχτα, όπως τα παλαιά μυστήρια και έχει τον χαρακτήρα διαβατηρίου περάσματος από τον θάνατο στη ζωή. Τα πάντα διαπερνά η «ειρήνη, η πάντα νουν υπερέχουσα», για αυτό και ο υμνωδός μας καλεί να «λαμπρυνθούμε», να γίνουμε όμορφοι και να «καθαρθούμε» φυσικά ως προς τις αισθήσεις. Ανακαινίζονται και αυτές. Παντού σκορπίζεται η άφθονη φωτοχυσία της «απόκρυφης γνώσης» και αντηχεί ο επινίκιος ύμνος της Νέας Ιερουσαλήμ. Αυτή είναι «η καινή ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος»: υπάρχει τώρα και το «καινόν πόμα» του Ζωοφόρου Αίματος του Χριστού, το οποίο είναι η «πηγή αφθαρσίας». Αυτό είναι η αιτία της «νηφάλιας μέθης», που καταλαμβάνει τους πάντες- οι κατηχούμενοι βαπτίζονται και για πρώτη φορά τώρα έχουν την άδεια να αναγνώσουν το κατ’ εξοχήν «μυητικό» βιβλίο της Εκκλησίας, το Ευαγγέλιο του Ιωάννη. «Εν αρχή ην ο Λόγος».
*************
Η γιορτή του Πάσχα αποκαλούνταν παραδοσιακά από τους Έλληνες «Λαμπρή». Για να καταλάβουμε αυτόν τον χαρακτηρισμό, θα μας βοηθήσει η σκέψη του γάλλου φαινομενολόγου και θεολόγου Jean-Luc Marion, ο οποίος, έχοντας εξαίρετη γνώση των Ελλήνων Πατέρων και ως ένα σημείο οφείλοντας πολλά στον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη αλλά και τους Καππαδόκες, μιλά για τα λεγόμενα «κορεσμένα φαινόμενα» (saturated phenomena), στα οποία ανήκει και η ίδια η Αποκάλυψη. Τι είναι όμως αυτά τα «κορεσμένα φαινόμενα»; Απλουστεύοντας την σκέψη του, αλλά χωρίς ελπίζω να την προδώσουμε, θα λέγαμε ότι πρόκειται για βιώματα τόσο πλούσια και έντονα, που υπερβαίνουν κάθε έννοια ή κατηγορία που διαθέτουμε για να τα περιορίσουμε διανοητικά. Παράδειγμα τέτοιου φαινομένου είναι το πρόσωπο του άλλου: όταν κοιτάζω κάποιον στα μάτια, δεν βλέπω ένα «πράγμα» αλλά μια άπειρη ετερότητα που με καλεί σε ευθύνη.
Ο έρωτας είναι επίσης ένα «κορεσμένο φαινόμενο»: εισβάλλει και κυριαρχεί στη συνείδηση, την κατακλύζει, σε τόσο βαθμό που «ξεχειλίζει». Ωστόσο, τα «κορεσμένα φαινόμενα» δεν καταργούν την θέα. Η διαφορά ανάμεσα π.χ. σε ένα είδωλο και στην (βυζαντινή) «εικόνα» είναι ότι το μεν πρώτο μαγνητίζει το βλέμμα και το αιχμαλωτίζει, κλείνοντας οριστικά την θέα, ενώ η «εικόνα» σε αφήνει να θεαθείς το αναπαριστώμενο πρόσωπο, χωρίς να εξουδετερώνεται την συνείδηση. Κοιτώντας την βυζαντινή εικόνα βλέπεις ακόμα πιο βαθιά, μπορείς να εξερευνήσεις - πάντα όντας σε συναρπαγή - τον άλλον. Ο άλλος είναι μια διαρκής έκπληξη - και η σχέση μαζί του αδύνατον να εξαντικειμενιστεί, να «περιγραφεί» εξαντλητικά. Αν δεν μετέχεις του ίδιου του Θεού, δεν μπορείς να καταλάβεις τι είναι ο Θεός, όσο καλά και να ξέρεις την δογματική. Πραγματική γνώση του Θεού έχουν οι θεόπτες, όσοι θεωρούν το «άκτιστο φως» κατά την θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
*************
Ολόκληρη η Αποκάλυψη λοιπόν είναι κάτι που υπερβαίνει την συνείδηση. Ο νους παραλύει. Η σκέψη καθηλώνεται. Πώς η διάνοια να καταλάβει το γεγονός ότι ο Θεός γίνεται άνθρωπος, ο φοβερός Γιαχβέ εισέρχεται ως έμβρυο μέσα στην κοιλία της Υπέραγνης Παρθένου, βαπτίζεται στον Ιορδάνη ο αναμάρτητος για να καθαρίσει τους αμαρτωλούς κ.λπ. Ωστόσο, μολονότι ο λαός μας ευλαβείται όλο το μυστήριο της Θείας Οικονομίας και αφήνεται να «κατακλυσθεί» από αυτό, γνωρίζει πως το έργο του Κυρίου επί γης κορυφώνεται με το Θείο Πάθος με τον Σταυρό και την Ανάσταση. Και είναι ακριβώς το Πάσχα -πράγμα που φαίνεται από το ότι μετονομάστηκε σε Λαμπρή- που το όλο βίωμα φθάνει, αν μπορεί να πει κανείς, σε ένα ατελεύτητο τέλος. Παντού κυριαρχεί η ιαχή «Χριστός Ανέστη», αλλά όσες φορές και αν το ακούει ο πιστός, δεν χορταίνει, ευφραίνεται μέσα στο μυστήριο. Τα πάντα κατακλύζονται από φως.
Τα ήθη και τα έθιμα της Λαμπρής, που δυστυχώς τείνουν να εξαφανιστούν λόγω του τρομερού εξαστισμού, καθιστούν φανερό ότι παρακινημένοι από έναν θείο έρωτα οι πιστοί γίνονται «άλλοι» άνθρωποι: ο μεγάλος μας συγγραφέας Χ. Βακαλόπουλος παρατηρεί σε ένα κείμενό του πως το βράδυ της Ανάστασης όλοι γίνονται απίστευτα όμορφοι, δημιουργείται ένας κόσμος καινός. Η συνείδηση θα έλεγε κάνεις καταργείται, αλλά ο Αναστάς Κύριος είναι ο Θεός της ελευθερίας, για αυτό, κατά τον άγιο Σιλουανό του Άθω, δίνει άφθονη την χάρη Του σε όποιον την ζητά ειλικρινά και τον βοηθά να την «αφομοιώσει» κιόλας - η Ανάσταση δεν είναι ένα «είδωλο». Κάπου γράφει ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ ότι χρειάζονται τριάντα περίπου χρόνια για να αφομοιώσει κανείς τη Χάρη, η αγία Εκκλησία όμως, όντας το Σώμα του Χριστού, ζει από την ημέρα ήδη της Πεντηκοστής το πλήρωμα της Χάριτος και την επιδαψιλεύει άφθονα στους πιστούς.
Έτσι λοιπόν, ας κρατήσουμε από τον πρώτο φιλόσοφο που είδαμε, τον Μαριόν, και την Σχολή στην οποία ανήκει, την Φαινομενολογία, το γεγονός ότι η Λαμπρή εορτάζεται «υπέρ πάσαν έννοιαν και διάνοιαν» από την ορθόδοξη χριστιανοσύνη - πράγμα που εντυπωσιάζει και τους πιστούς άλλων δογμάτων. Ο π. Λεβ Ζιλέ λέγει ότι, αν θέλουμε να ορίσουμε την Ορθοδοξία, θα έπρεπε να πούμε ότι είναι η Εκκλησία που ξέρει να γιορτάζει την Ανάσταση.
**************
Τι είναι όμως αυτό που γιορτάζουμε τόσο έντονα; Φαίνεται αυτονόητο, αλλά για να το αναλογιστούμε λίγο καλύτερα: θα πρέπει να πούμε λοιπόν ότι για τον φιλόσοφο Χάιντεγκερ ο άνθρωπος είναι ένα «είναι-προς-θάνατον». Για τον εν λόγω στοχαστή, ο άνθρωπος, το λεγόμενο «ενθάδε-είναι» δεν έχει απλά χρόνο, δεν ζει μέσα στον «αντικειμενικό» χρόνο π.χ. του Καντ. Είναι το ίδιο «χρονικότητα». Αυτό φαίνεται από το ότι π.χ. ο προβιομηχανικός άνθρωπος δεν ονόμαζε τους μήνες παρά ως «Σποριά» «Θεριστή», «Αλωνάρη» κ.λπ. Κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε ποτέ στον Καντ. Οι αγροτικές αυτές προβιομηχανικές ονομασίες δείχνουν ακριβώς ότι ο άνθρωπος είναι «ερριμμένος» μέσα στον κόσμο, είναι ο ίδιος μια «χρονικότητα», και μια μέριμνα επίσης, λέγει ο φιλόσοφος, για τον κόσμο.
Και μέσα σε αυτήν την μέριμνα αποκαλύπτεται το νόημα του «Είναι». Είναι αυτό που αναδύεται μέσα από το μηδέν. Για παράδειγμα, πάμε σε μια κηδεία και τότε συμβαίνει το εξής: όλα όσα νομίζουμε για την ύπαρξη, όλες μας οι ιδέες, ολόκληρος ο κόσμος μας τίθενται στο «μηδέν». Και αυτό δεν μπορεί να το ξεπεράσει κανείς: είναι ακριβώς το «είναι-προς-θάνατον». Ο θάνατος είναι ανίκητος, γιατί είναι ανίκητο και το μηδέν. Και μια τελευταία παρατήρηση για την έννοια του θανάτου στον Χάιντεγκερ: κατά τον Γερμανό φιλόσοφο ο άνθρωπος, το «ενθάδε-είναι» είναι το μοναδικό ον που δεν πεθαίνει απλώς, αλλά «υφίσταται» τον θάνατο. Ο θάνατος δεν έχει νόημα, είναι, θα λέγαμε, κάτι υπερβατικό, που τον «υφίστασαι», με την έννοια που μια έγκυος γυναίκα «υφίσταται» την εγκυμοσύνη της. Καμιά γυναίκα δεν «ελέγχει» νοηματικά την εγκυμοσύνη της, δεν είναι μια έννοια ή έστω ένα βίωμα που μπορείς να το «νιώσεις». Πέρα από το τι νιώθει, η έγκυος «υφίσταται» ακριβώς την εγκυμοσύνη της. Και όλοι ανεξαιρέτως, με αυτήν την έννοια, «υφιστάμεθα» τον θάνατο. Για τον Γερμανό φιλόσοφο, δεν βιώνουμε απλά την έννοια του θανάτου, τρόπον τινά «είμαστε» ο θάνατος. Δεν έχει νόημα ούτε καν να ελπίζεις ότι θα τον «νικήσεις»!!!
Αλλά, η Ανάσταση είναι ακριβώς το τέλος αυτού του ζόφου: είναι η ανήκουστη νίκη του Χριστού κατά του θανάτου μέσω του ίδιου του θανάτου. Την βραδιά της Ανάστασης, ο Χριστός «θανάτω θάνατον πατήσας», καταργεί τον έσχατο εχθρό, τον θάνατο. Τώρα «Ζωή πολιτεύεται». Υπερβαίνει κάθε έννοια και κάθε απλό ανθρώπινο βίωμα η Χαρά που μας χαρίζει αυτή η νίκη. Αυτή είναι όντως η ημέρα «ην εποίησεν ο Κύριος», αυτή πολύ απλά είναι η «Λαμπρή». «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός».
*******************
Τελειώνοντας τούτη την μικρή περιήγηση στην Φιλοσοφία και όσα έχει να μας πει για τη ζωή και τον θάνατο, οφείλουμε να πούμε ότι και αυτή τελικά προσκυνά το Ανέσπερο Φως που εκ του τάφου ανέτειλε. Προσκυνά την «Λαμπρή». Χριστός Ανέστη!
Η ζωγραφική σύνθεση που συμπληρώνει τη σελίδα ("Η Ανάστασις", 2023) είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου