ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2021

Εκοιμήθη η Γερόντισσα Γαλακτία από την Πόμπια Ηρακλείου Κρήτης, μια μεγάλη σύγχρονη αγία που οι χριστιανοί αγάπησαν για την καλοσύνη & τη σοφία της

 


π. Αντώνιος Φραγκάκης, Ιεροκήρυκας Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης καί Αρκαδίας

 
Τα ξημερώματα της χθεσινής ημέρας [20 Μαΐου 2021], μία μεγάλη οσιακή μορφή τής Κρήτης καί συμπάσης τής Ορθοδοξίας, απεξεδύθη το αραχνώδες χοϊκό της περίβλημα, τό φθαρτό της πολύαθλο σώμα, τό σώμα πού ισοβίως σταυρώθηκε από τά αλγεινά τού βίου καί τά παλαίσματα τής αέναης ασκητικής πρακτικής καί φτερούγισε ήσυχα καί ανεπαίσθητα, όπως έζησε, στήν αγκαλιά τού Κυρίου γιά νά λάβη από τά κατάστικτα καί πανσθενουργά Του χέρια, τά πάμφωτα έπαθλα τής πνευματικής της σκυταλοδρομίας.

Στήν αγκαλιά τού Κυρίου που μέ μανικό έρωτα παιδιόθεν ηγάπησε καί μέ αποστολική αυταπάρνηση ακολούθησε στόν ματωμένο βηματισμό τής εφαρμοσμένης αγάπης, 95 χρόνια πού έλαμψε η μορφή της πάνω στή γή.

Καί ίσως είναι η πρώτη φορά που έδωκε «ύπνον τοίς κροτάφοις της καί τοίς βλεφάροις της νυσταγμόν» η ακαταπόνητη αυτή γυναίκα, πού ζούσε, δρούσε καί ανέπνεε γιά τήν Βασιλεία τού Θεού, τήν οποία ησυχαστικώς στοχοθέτησε καί αγιοπνευματικώς προσοικειώθηκε, ώς αναφαίρετο κτήμα της, στά υπόβαθρα τής καρδίας της.

Υπήρξε Οσία, υπήρξε χαρισματική, υπήρξε ασκήτρια. Αν τής προσδώσουμε καί μαρτυρικό φρόνημα δέν θά λαθέψουμε. Αγάπησε, εξ απαλών ονύχων, μέ περιφλεγή έρωτα τόν Χριστό, μέ πιστότητα Μυροφόρων Τόν ακολούθησε, εφάρμοσε επακριβώς τά σωτήρια εντάλματα τής διδασκαλίας Του, ποτίσθηκε ακορέστως από τά ζωοπάροχα νάματα τής αγάπης Του, Τόν υπηρέτησε εμπνευσμένα στά πρόσωπα τών εμπεριστάτων αδελφών, κατέβηκε στόν Άδη τής μετανοίας έντονα καί ουσιαστικά, εβίωσε τήν Αγιοτριαδική Παρουσία απροκάλυπτα καί ζωντανά, χτυπήθηκε λυσσαλέα από τά μανιασμένα κύματα πού ο βύθιος δράκων ξεσήκωσε στήν πολυτάραχη θάλασσα τής επίγειας ποντοπορίας της, έκλαψε πολύ, αγάπησε περισσότερο, ψιλοδούλευσε τήν αρετή, δόθηκε ανιδιοτελώς στούς ανθρώπους, προσέφερε μέ χαρά τόν αδύνατο σκελετό της γιά νά ακουμπήσουν τά βάρη τους όλοι οι άλλοι, σφούγγιξε δάκρυα, διόρθωσε λογισμούς, αλάφρωσε συνειδήσεις, γαλήνευσε ψυχές, ενέπνευσε ιερές επιθυμίες, προσανατένισε εναργώς τά κάλλη τού Παραδείσου, ξεναγήθηκε μέ παρρησία καί στά φόβητρα τής κολάσεως, τροχιοδρόμησε πλειάδα ψυχών εις τήν αιώνια ζωή, αδικήθηκε καί συγχώρησε, συκοφαντήθηκε ως πλανεμένη καί η ίδια ξεγέλασε τόν δολιοφθορέα τών ανθρώπων καί ξεπέρασε τόν πλάνον τούτο αιώνα, έγινε ουράνια ύπαρξη, δροσοσταλίδα τού κήπου τής Εδέμ, τελευταία έλαμπε, σάν μοσχοθυμίαμα ευωδίαζε, μόνο χαμογελούσε, μητρικά ευχόταν καί αποχαιρετούσε, σάν μπαρουτοκαπνισμένη αθλήτρια δίδασκε, σάν πεπειραμένη οδηγός νουθετούσε, καί σιγά σιγά, ο φεγγοβόλος ήλιος τής ύπαρξής της έγειρε στήν δύση τής επίκηρης τούτης βιοτής γιά νά κάνη τήν εκφαντορική ανατολή του στό άλλο ημισφαίριο τής ατελεύτητης ζωής.

– «Τί κάνει η γερόντισσα Γαλάτεια»; Μέ ρώτησε κάποτε ο θαυμαστός καί αείμνηστος Γέροντας Αναστάσιος Κουδουμιανός.

– «Γέρασε, γέροντα,» απάντησα. «Κύρτωσε πολύ»

«Τά κατάφορτα δέντρα όταν γεμίσουν καρπό γέρνουν τά κλαδιά τους», απάντησε εκείνος. «Δίνουν στούς γύρω από τό προϊόν τους καί τό υπόλοιπο τής συγκομιδής, τό αναδεικνύει η δικαιοκρισία τού Θεού καί τό μοιράζει σέ όλα τά άλλα μέλη τής Εκκλησίας».

Κάτω από μία γλυκιά, απέριττη καί γαλήνια επιφάνεια, κυλούσε καί επάφλαζε ένας ποταμός αγάπης καί Θείας ζωής, πού τόν επρόδινε η διεισδυτική καί αστραφτερή ματιά της καί η ολοφώτεινη θωριά τού προσώπου της. Τό ανθηρότατο χαμόγελό της, η αγγελική της όψη καί το δροσιστικό εκχύλισμα τής καρδιάς της, λειτουργούσαν σάν μαγνήτης, γι αυτό, όσο εκείνη έκρυβε τό φέγγος τής ψυχής της μέσα στήν αφάνεια τής ασημότητας, τόσο ο Θεός τό ύψωνε στόν λυχνοστάτη τής προβολής. Όπως ο μαγνήτης ελκύει διάφορα μέταλλα, όπως ο ήλιος εντάσσει στήν τροχιά τής επιρροής του διαφόρους δορυφόρους, έτσι καί η αναγεννημένη ψυχή τής Γερόντισσας, άθελά της, έλκυσε κοντά της αναρίθμητες ψυχές πού εμπνεύσθηκαν από τούς ρυθμούς τής δικής της ζωής καί αλλοιώθηκαν κοντά της. Η αγιότητά της ήταν καλά κρυμμένη μέσα στήν απλότητα. Τήν αφοπλιστική παιδική απλότητα. 

Όπως μέσα στά άχυρα τής ταπεινής φάτνης τής Βηθλεέμ κρύφθηκε η μεγαλοσύνη τού ενανθρωπήσαντος Θεού, έτσι μέσα στήν απλή αυτή ψυχή, τήν απέριττη καί ταπεινή, κατοίκησε ζωντανά ο Χριστός, καί τήν έκανε νά λάμπει από οσιότητα καί αγιοπνευματική σοφία. Είχε πνευματικό βάθος, τό Άγιο Πνεύμα σάν ακύμαντος ποταμός άρδευε τά κανάλια τής ψυχής της. Ένας παφλασμός βαθύς καί απύθμενος δονούσε τά μύχια τής καρδιάς της, έπρεπε νά προσηλώσεις καλά τ αυτί σου γιά νά τόν ακούσεις καί νά χεις άντλημα ψυχής γιά νά αποκομίσεις καί νά ευφρανθείς από τά ρείθρα του πού μυστικά διαπότιζαν καί ζωογονούσαν τήν ωραία καί ταπεινή αυτή ψυχή.

Ακόμη καί τίς πιό ηρωικές πράξεις τής ζωής της, συνήθιζε νά τίς περιβάλλει μέ μία απλότητα καί φυσικότητα πού ήταν, γιαυτό τόν λόγο συγκλονιστική. Δέν ήταν λίγες οι αποφάσεις τής ζωής της, πού περιείχαν τό χρώμα τού Γολγοθά, τό ηρωικό φρόνημα καί τό συγκλονιστικό στοιχείο. Όλα, όμως, η Γερόντισσα Γαλακτία τά αντίκρυζε «εν πίστει» καί τά προσπερνούσε «εν σιγή». Γιατί ήταν από τίς ψυχές πού προσήγγιζαν τόν Χριστό, όχι «κράζουσα όπισθεν Αυτού» σάν τήν Χαναναία, αλλά «λαθούσα», ευγενικά, ήρεμα, συνεσταλμένα σάν τήν αιμορροούσα, πού τής έφθανε καί τής αρκούσε νά ακουμπήσει μόνο τά κράσπεδα τών ιματίων Του. Έτσι, μέ τήν ίδια συστολή προσήγγιζε πάντα Τόν Χριστό η Γερόντισσα Γαλακτία καί επιτελούσε τά έργα Του. Γι αυτό επέτυχε, τήν ίδια όπως η γυναίκα εκείνη κατάκτηση. Καί πράγματι ο Χριστός δέν τής χαλούσε χατήρι (χατίρι). Η προσευχή της, μετακινούσε όρη. Η απόλυτη εμπιστοσύνη της στήν πρόνοια Τού Θεού, ενεργοποιούσε μέσα της τήν Θεϊκή δύναμη καί επιτελούσε τό θαύμα.

Γεννήθηκε στήν ιστορική και ηρωοτόκο Πόμπια στίς 5 Μαρτίου 1926. Οι οικογενειακές της καταβολές, λειτούργησαν σάν γονιμότατη φύτρα γιά νά εκκολαφθεί απροσκόπτως η μετέπειτα πνευματική της εξέλιξη. Ο πατέρας της ιατρός καί άνθρωπος τού Θεού. Η Γαλάτεια έλεγε: «ποτέ μου δέν καυχήθηκα επειδή ο πατέρας μου ήταν γιατρός. Χαίρομαι όμως, νά λέγω ότι ήταν όντως άνθρωπος καί Χριστιανός». Ανάργυρος σχεδόν, δοτικός στόν ανθρώπινο πόνο, ενέπνευσε στήν πολυαγαπημένη του κόρη το θυσιαστικό ήθος καί τό ανιδιοτελές φρόνημα. Ο παππούς της, ο πατέρας τής μητέρας της ήταν ιερεύς. Καί τί ιερεύς! Άγιος! Πνευματικό ανάστημα τών Οσίων Γερόντων τής Μονής Κουδουμά Παρθενίου καί Ευμενίου. Έζησε εν συζυγία δύο έτη καί σέ οσιότροπη χηρεία 66 έτη. Τόσο πολύ εξαγιάσθηκε ο νούς από τήν άσκηση καί τήν προσευχή, πού έλεγε μέ αφελότητα καρδίας στά τέλη τής ζωής του, ότι θεωρούσε τόν εαυτό του άγαμο, γιατί δέν τόν συνόδευε καμία ανάμνηση τού βραχύβιου εγγάμου βίου.

Ιερά Μονή Κουδουμά, Όσιοι Παρθένιος καί Ευμένιος, παπά Νικόλας Φουστανάκης, Γερόντισσα Γαλακτία. Αλυσιδωτή μετάδοση τού χαρίσματος τής ησυχαστικής βιοτής. Ανάμεσα στίς τέσσερις εκλεκτές θυγατέρες τού θρυλικού γιατρού τής Πόμπιας Μιχαήλ Κανακάκη, ξεχώρισε εμφανώς η τρίτη. Η Γαλάτεια. Γιά τήν σπάνια ομορφιά της; Γιά τήν ολοπρόθυμη υπακοή της; Γιά τήν κραυγάζουσα σεμνότητά της; Γιά τήν παρθενική ακτινοβολία της; Γιά τήν αδελφική πρός τούς ξένους συμπεριφορά της; Γιά τά ελεήμονα σπλάχνα τής καρδιάς της; Γιά τό ακατάκριτο στόμα της; Γιά τήν πανθομολογούμενη αρετή της; Γιά τήν απαστράπτουσα διαγωγή της; Τί πρώτο καί τί δεύτερο νά ξεχωρίσεις; Όλα αυτά μαζί συναποτελούσαν τίς φλόγες μιάς ευεργετικής αγάπης πού διαρκώς εκτόξευε τό ηφαίστειο τής καρδιάς της, μέσα στό οποίο εκόχλαζε ο περιφλεγής της έρωτας, τό περίσσευμα τής λαχταριστής αναφοράς της, πρός τόν εράσμιο Νυμφίο τής Εκκλησίας, Σωτήρα Χριστό. Η πνευματική της εξέλιξη έχει μία ιστορία. Δέν οφείλονταν μόνο στήν οικογενειακή της παράδοση καί τίς πνευματικές της καταβολές. Κυνήγησε έμπρακτα από τά παιδικά της χρόνια τόν Χριστό, γι αυτό κι Εκείνος μέ τό βέλος τής αγάπης Του, τήν κατέκτησε ολοσχερώς καί τήν κατέστησε Νύμφη Του.

Από μικρή δόθηκε στήν προσευχή. Ανεπιτήδευτα, κρυφά, ώρες πολλές αφιέρωνε στήν προσευχή αλλά καί στήν διακονία τού πλησίον. Τό ιατρείο τού πατέρα της ήταν ένας ιδανικός τόπος γιά νά εξασκεί τό άθλημα τής προσφοράς καί νά ολοκαυτώνεται στόν βωμό τής θυσίας. Επιμελούνταν τίς πληγές τών ασθενών, συνέπασχε υπαρξιακά μαζί τους, τούς ενθάρρυνε στήν υπομονή, καί κρυφά ελεούσε «εκ τών υπαρχόντων αυτή». Τό ίδιο ήταν καί μέσα στό σπίτι, σέ όλα πρώτη η Γαλάτεια. Στή νοικοκυροσύνη, στά αγροτικά, στήν μεταφορά νερού, στήν διεκπεραίωση παραγγελιών. Ο γιατρός πατέρας, βλέποντάς τήν πάντα ταπεινή, σιωπηλή, πρόθυμη σ οποιαδήποτε εργασία καί αδιάφορη στήν διεκδίκηση δικαιωμάτων καί τιμής, τήν αγκάλιαζε καί τής έλεγε στοργικά: «Γαλαθιώ μου, ύψωσε κι εσύ τό ανάστημά σου. Μήν σέ εκμεταλλεύονται οι άλλοι. Θέλω νά έχεις τό βέτο σου». 

Ο πατέρας της τήν είχε ξεχωριστή. Καί εκείνη τόν υπεραγαπούσε. Κάποτε όμως, σέ εφηβική ηλικία κάτι τού είπε καί τόν στεναχώρησε. Τό εξομολογήθηκε η Γαλάτεια στόν παππού Ιερέα καί εκείνος τήν μάλωσε. Η νεαρή Γαλάτεια επιτίμησε σκληρά τόν εαυτό της. Ξάπλωνε μπρούμυτα στόν ξύλινο οντά τού δωματίου, έβρεχε μέ δάκρυα μετανοίας τόν χώρο καί ικέτευε σπαρακτικά τό Άγιο Πνεύμα νά τήν συγχωρήσει. Καί κάποια μέρα, ενώ βρισκόταν μέσα στόν άδη τής μετανοίας, άστραψε στά μάτια τής ψυχής της η άκτιστη λαμπηδόνα τής Αναστάσεως. Σέ ανύποπτο χρόνο, ενώ έσκυψε στήν αποθήκη κάτι νά πάρει, ήρθε απρόσμενα από τόν ουρανό μία γαλαζόλευκη δροσιστική φλόγα καί διαπέρασε γλυκά καί ειρηνικά τό κεφάλι της. Προχώρησε – όπως έλεγε στόν εσωτερικό της χώρο, διάνοιξε τούς νοητικούς της ορίζοντες καί πλάτυνε χαρισματικά τήν καρδιά της. Ένιωσε νά φεύγουν οι αμαρτίες της, όπως τά ξερά φύλλα στό φύσημα τού αέρα καί όπως σκορπά ο δυνατός άνεμος τίς ξερές φλούδες από τούς κορμούς τών μεγάλων δέντρων. Είναι δική της, η παραστατική αυτή εικόνα καί περιγραφή. Είναι ευνόητο από θεολογικής πλευράς ότι η καρδιά τής Γαλάτειας πού πόνεσε δυνατά από τήν σωτήρια συντριβή τής μετανοίας, τράβηξε δυνατά από τόν εγκέφαλο τού ηγεμόνα νού καί πυρπολήθηκε δυνατά από τήν πυρκαϊά τής θείας αγάπης. 

Έκτοτε, ένας θείος έρωτας εγκαθιδρύθηκε μέσα της καί σηματοδότησε καταλυτικά τήν μετέπειτα πορεία της. Αυτό τό μεγάλο καί καθοριστικό γεγονός τής πρώιμης νεότητάς της, τό κράτησε μυστικό μέχρι τά 85 χρόνια τής ζωής της, οπότε καί μάς τό φανέρωσε. Είναι προφανές, ότι ο Θεός τής έστειλε τά γλυκάδια τού Παραδείσου καί τήν καλούσε στή σταυρική οδό, πού απολήγει θριαμβευτικά στήν πλατιά λεωφόρο τής Αναστάσεως. Πού νά ακούσει η Γαλάτεια γιά γάμο, έπειτα από τό συνταρακτικό αυτό γεγονός! Αυτό πού έζησε ήταν μία ενυπόστατη έλλαμψη, η πρώτη θεωρία τού Θεού πού άμεσα επισφράγισε τήν ζωή της. Έλεγε: «όταν κανείς φάγει τό παντεσπάνι, τού φαίνονται μετά άνοστα όλα τά γλυκίσματα». Καί εκείνη γεύτηκε εμπειρικά τόν Θεό, γι αυτό καί αποποιήθηκε μετ αποστροφής καί βδελυγμίας τίς αισθησιακές απολαύσεις τού κόσμου καί πάντα «τά τού βίου τερπνά πρός χαμαιζηλίαν». Απέκτησε άλλο μέτρο αξιολογήσεως τών ανθρωπίνων πραγμάτων. Καί αυτό δέν είναι άλλο από τόν Σταυρό τού Χριστού. Γλυκάθηκε από τά πρώτα σημάδια τής άμεσης θεϊκής παρουσίας καί έτρεχε ακαταπαύστως νά βρεί, τό ανεξάντλητο ζαχαροπλαστείο τής Χάριτος. 

Τά κοσμικά μεγαλεία, τά φανταχτερά φορέματα, τά μεγαλοπρεπή οικοδομήματα, τά εντυπωσιακά ενδύματα, οι τίτλοι καί τά αξιώματα, η προβολή καί η φιλαρέσκεια, οι διασκεδάσεις καί η αισθησιακή ζωή, τής ήταν αποκρουστικά, ώστε πολλές φορές προσποιήθηκε τήν άρρωστη γιά νά τά αποφύγει μή έχοντας άλλο τρόπο νά επικαλύψει τόν πλούτο τής εσωτερικής της πληρότητας.

Ανέπτυξε ιδιαίτερη σχέση μέ τόν Αρχάγγελο Μιχαήλ! Η επισφαλής υγεία τής αγαπημένης της ανιψιάς Αντωνούλας, τήν οδήγησε νά στείλει επωνύμως τό τάμα της στόν Πανορμίτη τής νήσου Σύμης. Σφράγισε τά σχετικά μέσα σέ ένα μπουκάλι καί τό πέταξε στήν θάλασσα. Τό τάμα της πήγε ενδοθαλασσίως στόν προορισμό του, έλαβε τήν ενημερωτική απάντηση από τό προσκύνημα καί η μικρή Αντωνούλα τήν επόμενη μέρα μίλησε. Έκτοτε, η σχέση της μέ τόν Αρχάγγελο ήταν διά βίου ζωηρή, άμεση, δυνατή καί τά θαύματα πού επιμαρτυρούν αυτή τήν διάθερμη αγαπητική συναλληλία, ήσαν συνεχή καί απροσμέτρητα. Πέταξε καί ένα άλλο μπουκάλι στό Λιβυκό Πέλαγος, πού βρέθηκε σ ένα ερημοκκλήσι στήν Ανώπολη Σφακίων καί έγινε αιτία αυτό τό θαύμα, νά ανακαινισθεί καί νά ξαναλειτουργήσει ο πεπαλαιωμένος καί εγκαταλελειμμένος αυτός ναός.

Ο Αρχάγγελος, συνεχώς έδειχνε τήν εύνοιά του στήν νεαρή κόρη μέ τήν ισάγγελο πολιτεία. Καί όταν κάποτε, πιέσθηκε πολύ γιά νά ενδώσει στήν ολοκλήρωση ενός συνοικεσίου, πήρε αγκαλιά τήν εικόνα τού Αρχαγγέλου καί τόν καθικέτευε σπαρακτικά στό δωμάτιό της νά επέμβει δυναμικά καί νά ματαιώσει τήν εξύφανση τής θετικής προοπτικής. Η παρουσία του καί πάλι, ήταν άμεση. Έγινε σεισμός στό σπίτι, ξεμανταλώθηκαν οι πόρτες, ένας θόρυβος τάραξε τούς προξενητές καί τούς ενοίκους. Ο ευλαβής ιατρός πατέρας, πείσθηκε πλέον ότι η υπόθεσις γάμος ήταν γιά τήν Γαλάτεια τελείως ατελέσφορο γεγονός καί κάθε άλλη διαχείρισις τού πράγματος, θά απέβαινε γι αυτήν μαρτύριο.

Η έγκαρπη αφιέρωσίς της στόν Θεό, νοηματοδοτήθηκε καθοριστικότερα από τήν συνοίκησή της 40 περίπου χρόνια μέ τήν ανιψιά της Αντωνία. Αγάπησε αυτό τό παιδί όσο τίποτα στόν κόσμο. Θυσιαστικά τού δόθηκε. Η ιδιαιτερότητα τής καταστάσεως, ευαισθητοποίησε έτι περισσότερο τήν ήδη εκλεπτυσμένη ψυχή τής Γαλάτειας. Έγινε ο Φύλακας Άγγελός τής Αντωνίας. Σέ συνεπικουρία μέ τούς γονείς τού παιδιού, οικονομούσε τίς ποικίλες ανάγκες του, φρυκτωρούσε σάν άγρυπνος φύλακας στίς επάλξεις τής ακεραιότητός του καί διήνθιζε μέ ροδοπέταλα ασύλληπτης αγάπης καί προσφοράς, τήν ανέμελη καθημερινότητά του.

Πέρασε πολλά: Επιθέσεις από ανθρώπους, ύβρεις, προσβολές, χλευασμούς, αμφισβητήσεις. Δέν είναι εύκολο νά οικονομείς ένα άρρωστο παιδί καί πολλοί τών ανθρώπων είναι σκληροί καί ανάλγητοι. «Τόν σταυρό μου -έλεγε- τόν γνωρίζω μόνο εγώ καί ο παντεπόπτης Θεός». Όμως, έκανε υπερβάσεις αγάπης καί άλματα συγχωρητικότητος. Ο καλός κολυμβητής, γράφει ο Όσιος Διάδοχος Φωτικής, δέν πάει κόντρα στόν αφρό τού κύματος αλλά περνά από κάτω. Σέ κανέναν δέν κάκιωσε, δέν μνησικάκησε, δέν διατύπωσε παράπονο ή αρνητικό λόγο. Προπάντων γιά κανένα δέν αθυροστόμησε καί δέν κράτησε μέσα στήν ψυχή της ίχνη εμπάθειας ή τάσεις εκδικητικότητας. Τό ποιοί τήν πίκραναν καί τήν πλήγωσαν, κανένας μας δέν τό πληροφορήθηκε ποτέ…

Παράλληλα μέ τήν άρση τού βαρύτατου αυτού σταυρού, καλλιέργησε επιμελώς καί τήν άσκηση γιά τήν πλήρη μεταμόρφωση τής καρδίας της. Αδιάλειπτη προσευχή, απειράριθμες γονυκλισίες, εποικοδομητική μελέτη, έμπρακτη εξάσκηση όλων τών εντολών τού Χριστού, συνεχής εκκλησιασμός καί μάλιστα λίαν πρωί πρίν τήν έλευση τού ιερέως στόν ναό, εξονυχιστικός έλεγχος τής συνειδήσεως, τακτική προσαγωγή στήν εξομολόγηση, συχνότατη μετάληψη τών Αχράντων Μυστηρίων, εξαντλητική νηστεία καί προπαντός επιμελημένη εφαρμογή τής έγκαρπης σιωπής. Ο ανιψιός της ο Νίκος είπε κάποτε: «νήστεψε όσο όλες οι καλόγριες τής Κρήτης καί προσευχήθηκε όσο προσευχήθηκαν όλες αυτές μαζί».

Η θεοειδής πολιτεία της καί η γονιμότατη άσκησή της, ιδιαιτέρως, όμως, η πύρινη προσευχή της, τήν εξακόντισαν στά ουράνια σκηνώματα καί ενετύπωσαν τήν μορφή τού Χριστού μέσα στήν καρδιά της. Θεωρούσε τήν προσευχή σάν τήν πιό ισχυρή ώρα τής ανθρώπινης ύπαρξης. Ζούσε μέ τήν προσευχή τήν πιό δυνατή κοινωνία καί επικοινωνία. Γι αυτό, τό περίσσευμα τής ερωτικής αναφοράς πού έτρεφε πρός τόν Σωτήρα Χριστό, τό διοχέτευε στό κανάλι τής αδιάλειπτης προσευχής. Η προσευχή τής έδινε δύναμη. Μέ τήν προσευχή προσείλκυε τήν Χάρη καί προσαύξησε τίς αρετές τής αγνότητας, τής ταπεινοφροσύνης, τής σιωπής καί τής αγάπης. Είχε τόσο ισχυρή καί δυνατή προσευχή, ώστε κάποιες φορές, μικρά παιδιά, εν ώρα Θείας Λειτουργίας, τήν έβλεπαν φωτεινή καί μετάρσια, νά εξυψώνεται από τήν γή καί ουράνιες αγγελικές ταξιαρχίες νά τήν περικυκλώνουν καί νά ψάλλουν μαζί της.

Οι Πομπιανοί καί οι κάτοικοι τών γύρω χωριών τήν αγάπησαν καί τήν σεβάστηκαν πολύ. Μού είπε κάποτε ο αείμνηστος επιφανής Πομπιανός Μανώλης Φουστανάκης: «Μέ επιστημονικό μικροσκόπιο άν διερευνήσουμε τήν ζωή τής Γαλάτειας, δέν θά μπορέσουμε νά βρούμε κακό». Ασφαλώς σάν απόγονος τού Αδάμ, θά είχε καί αυτή τίς αδυναμίες της καί κάποιες ανθρώπινες πλευρές της. Όμως, ήταν τόσο αθώα καί παιδικά αυτά, ώστε τά προσπερνούσες μέ θυμηδία, γιατί μόνο χαρά, πλατυχωρία καί άνεση σού προκαλούσαν, τά ελατήρια καί οι προθέσεις τής καρδιάς της. Όλοι θαύμαζαν τήν ταπεινότατη καί ενάρετη γιατροπούλα, πού καιγόταν σάν τό λιβάνι στήν ανθρακιά γιά νά ευωδιάσουν οι άλλοι καί έλιωνε σάν τό φλογισμένο μελισσοκέρι γιά νά αποκομίσουν τό φώς καί τήν λάμψη πού εξέπεμπε οι αναγκεμένοι συνάνθρωποί της. Αλλά, άν θέλαμε νά αποδώσουμε τό μεγαλείο τής Γερόντισσας επιγραμματικά, θά αναφέραμε δύο λέξεις: ήταν η ενσάρκωσις τής ταπεινοφροσύνης καί τής αγάπης.

Ήταν όντως ταπεινή. Κανένας μεγαλοϊδεατισμός, ούτε ακροθιγώς δέν εκκολάφθηκε στήν ψυχή της. Δέν ήταν αυτό κομπλεξικότητα γιατί ήταν ελεύθερη από συμπλεγματικές καταστάσεις, ούτε αίσθημα μειονεξίας γιατί διέθετε ψυχική πληρότητα. Ήταν η βαθειά καί αγία αρετή πού τής απεκάλυπτε τήν χοϊκότητα καί τρεπτότητα τού εαυτού της καί τήν έκανε νά γνωρίζει τά μέτρα της. Είχε διαρκώς τήν αίσθηση ότι είναι η χειρότερη τών πάντων, φιλούσε τά χέρια όλων καί ζητούσε συγχώρηση. Δέν τό έκανε από ταπεινοσχημία αλλά, μέ πλήρη επίγνωση μηδαμινότητος, φρονούσε ότι είναι πολύ χαμηλά, στό μηδέν, ότι τής λείπουν ακόμη πολλά, ότι δέν είναι αυτή πού έπρεπε καί μπορούσε νά είναι. Τήν χαρακτήριζαν ο καλός λογισμός γιά τόν πλησίον της καί η ανελέητη αυτοκριτική γιά τόν εαυτό της. Καί ο αγωνοθέτης Θεός, τήν εξακόντισε από τά βάθη τής βιωματικής ουδενίας, στά ύψη τής απερινόητης θεοπτίας, γιατί «πάς ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» κατά τόν αψευδή λόγο τού Κυρίου μας.

Η αγάπη της, παροιμιώδης καί ασύγκριτη. Αγαπούσε τούς πάντες, προπαντός τούς φτωχούς καί τούς κατατρεγμένους, τούς χωλούς καί αναπήρους, τούς ενδεείς καί τούς πάσχοντες, τούς οδοιπόρους καί πάροικους, τά μικρά παιδάκια καί τούς γέροντες καί όλους τούς φόρτωνε διακριτικά μέ τά δώρα τής αγάπης της. Καί η πολλή αγάπη γέννησε τήν διακριτικότατη ελεημοσύνη της. Ομολογώ, μετά παρρησίας, ότι είναι τό πιό ελεήμων πρόσωπο πού γνώρισα στήν ζωή μου. Έπαιρνε τόν μισθό της καί τόν σκόρπιζε αμέσως. Έλεγε: «έκανα συμφωνία μέ τήν Παναγία, εγώ νά αδειάζω τό σπίτι μου καί Αυτή νά μού στέλνει ό,τι χρειάζεται γιά νά περνώ τήν κάθε μέρα», «καμμιά φορά – έλεγε καθυστερεί γιά νά μέ δοκιμάσει. Όμως, εγώ ησυχάζω καί γιατί ξέρω πώς οπωσδήποτε θά έλθει. Καί πράγματι -συνέχιζε-μετά από λίγες ημέρες, νά το καί φθάνει. Δέν μέ βγάνει η Παναγία από τόν λόγο Της».

Μέχρι τά βαθειά της γεράματα, σκορπούσε, έδιδε «τοίς πένησι». Ήταν γερόντισσα πιά, χειρουργημένη καί στά δύο πόδια αλλά έστηνε μία μεγάλη κατσαρόλα φαγητό γιά νά μήν στερηθούν οι μοναχικοί γέροντες καί ένας άρρωστος ηλικιωμένος τής γειτονιάς. Γι αυτό, λίγο πρίν τό τέλος, τήν επισκέφθηκαν ανάμεσα σέ άλλους, οι επτά Αρχάγγελοι πού μεταφέρουν τίς προσευχές τών αγίων από τήν γή στόν ουρανό. Τής συστήθηκαν μέ τά ονόματά τους, δέν τά λησμόνησε αλλά τά ενέταξε στήν καρδιακή μνήμη της: Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ουριήλ, Ραφαήλ, Φαναήλ, Θαναήλ. Ο Ουριήλ τής είπε ότι φυλάει τήν άβυσσο. Σήκωσαν ψηλά τίς ρομφαίες καί τής έκαναν «ρεκάπιτο» όπως είπε, γιά νά περάσει. Τήν οδήγησαν σέ ένα πάγχρυσο παλάτι. Είναι ο τόπος τής κατοικίας σου, τής είπαν. Στή μέση ξεχείλιζε ένα ολόχρυσο δοχείο πού ανέβλυζε κρυστάλλινο νερό. Ρώτησε: «τί είναι αυτό;» «είναι τό δοχείο τής καρδιάς σου» απάντησαν. «Καί ξεχειλίζει η αγνότητά σου, η σιωπή σου, η ταπεινοφροσύνη σου καί οι ελεημονιές σου».

Η πρόωρη κοίμηση τής Αντωνούλας, τής κόστισε πολύ. Έκλαιγε συνεχώς αλλά επαρηγορείτο από τήν ελπιδοφόρα προσδοκία τής επανασυνάντησης στήν αιωνιότητα. Ήταν τό 1998 όταν άρχισαν καί τά προβλήματα υγείας τής Γερόντισσας. Δέν θά μπορούσε, λόγω σωματικής αδυναμίας, νά οικονομεί μέ τήν ίδια φροντίδα τό παιδί. Εκείνη τήν χρονιά διορίσθηκε καί η ευτέλειά μου εφημέριος στήν Πόμπια. Δεθήκαμε πολύ, σάν μάνα μέ παιδί, είκοσι ολόκληρα χρόνια. Τής έδωσε πληροφορία ο Θεός στήν προσευχή: «Σού πήρα τήν Αντωνία αλλά σού έστειλα τόν Αντώνιο». Καί πράγματι! Τήν αγάπησα όσο καί τούς φυσικούς μου γονείς ή ίσως, ακόμη καί περισσότερο. Απήλαυσα κοντά της, τήν ακένωτη μητρική στοργή καί τήν ανύστακτη φροντίδα της. Είθε δέ, νά διαποτίσει καί τό άγονο έδαφος τής δικής μου ψυχής, τό ζωηφόρο νάμα πού είδα τόσα χρόνια νά αναβλύζει η ένθεη βιωτή της καί η ισάγγελος πολιτεία της…

Ποτέ δέν περιαυτολόγησε. Είχε αίσθηση, όχι απλώς μηδαμινότητας, αλλά απόλυτης ουδενίας. Τήν βρήκαμε πολλές φορές νά έχει επιδοθεί σέ θρήνο μετανοίας, νά χτυπά τό πρόσωπό της καί νά αυτοαποκαλείται «πόρνη, ληστίνα, έκτρωμα, ελεεινή». Λυπόταν όταν τήν επαινούσαν γιατί νόμιζε ότι αδικούσαν κατά πολύ τήν πραγματικότητα καί πήγαινε κόντρα, προσέκρουε βάναυσα, στήν δίκαιη αποτίμηση τού Θεού. Χαιρόταν στίς κατηγορίες γιατί τίς εκλάμβανε – όπως έλεγε – ως ευκαιρίες γιά διόρθωση, μετάνοια καί σωτήριο επαναπροσδιορισμό ολόκληρης τής υπάρξεώς της. Είχε εγκαθιδρύσει μέσα της ένα σπάνιο καί αμπλοκάριστο εργοστάσιο καλών λογισμών. 

Γιά όλους είχε έναν καλό λόγο. Καί τά πιό δύσκολα καί σκανδαλώδη ενεργήματα, δέν τά αμνήστευε μέν, αλλά σιωπούσε καί προσευχόταν γιά τούς υπεύθυνους, όταν τά επληροφορείτο. «Εγώ είμαι η μεγαλύτερη υπόδικη ενώπιον τού Θεού -έλεγε- καί δέν έχω δικαίωμα νά κρίνω κανέναν». Σέ όλους εύρισκε κάτι καλό καί αυτό προέβαλε. Τήν ενδιέφερε νά βασιλεύει τό καλό στήν ανίληψη τών άλλων καί στήν υφή τής κοινωνίας. Γι αυτό τελευταία, τής ξέφυγε καί είπε: «Είμαι φορτωμένη από αμαρτίες καί ελπίζω μόνο στό έλεος τού Θεού, γιατί γέρασα άπρακτη από έργα μετανοίας. Γιά κατάκριση όμως, νομίζω, πώς δέν θά δώσω λόγο στόν δικαιοκρίτη Θεό…»!

Τά τελευταία 20 χρόνια τής ζωής της, τά πέρασε μέσα στήν καρποφόρο εξάσκηση τής Ιεράς ησυχίας καί στήν πολύφερνη υλοποίηση τών έργων τής αγάπης. Ζούσε στό κλίμα τής αδιάλειπτης προσευχής. Ελάχιστος ο ύπνος της, πολύ ελαχιστοτέρα η τροφή της. Διανυκτέρευε προσευχόμενη. Ο νούς της, τελείως εξαγιασμένος, βρήκε τόν αρχέγονο τόπο του, πήγε στόν φυσικό προορισμό του. Ενεργοποιήθηκε μέσα στό απύθμενο πηγάδι τής βαθείας καρδίας, όπως περιέγραφε η ίδια η Γερόντισσα. Από εκεί εξακοντίσθηκε αυτός ο θεοειδέστατος νούς της στά επουράνια. Διείσδυσε επαρκώς στά άφατα καί συγκλονιστικά μυστήρια τού Θεού. Έβλεπε καί απολάμβανε τό άπλετο καί γαλαζόλευκο Φώς τού Θεού, τήν άφατη δόξα τής Αγίας Τριάδος πού είναι ασχημάτιστο καί ομοιογενές -όπως έλεγε- καί δέν έχει αρχή καί τέλος. Ο ήλιος είναι λυχναράκι μπροστά Του. Διέκρινε μέσα στό ενιαίο εκείνο αμήχανο Φώς, τρία φώτα, τίς υποστάσεις τής Αγίας Τριάδος καί έκανε μοναδικές εμπειρικές περιγραφές, πού μόνον μεγάλοι Πατέρες τής Εκκλησίας τίς απετόλμησαν. 

Έβλεπε άσαρκο Φώς, τόν Άναρχο Πατέρα τήν πηγαία Θεότητα. Έβλεπε σεσαρκωμένο Φώς, τόν ενανθρωπήσαντα Λόγο καί περιέγραφε μέ εκπληκτική ευκρίνεια τά ανθρώπινα χαρακτηριστικά Του. Έβλεπε καί τό τρίτο Φώς, τό Πανάγιο καί Ζωοποιό Πνεύμα νά συνέχει τήν Εκκλησία, νά προχέεται στίς καρδιές από τά Ωμοφόρια τών Επισκόπων καί τά Επιτραχήλια τών ιερέων καί νά σηκώνει επαρκώς μέσα στά δάκρυα τής προσευχής καί τούς στεναγμούς τής μετανοίας. Ήρθε -έλεγε- τήν ημέρα τής Πεντηκοστής αλλά δέν έφυγε. Κινείται στόν κόσμο μέ μεγάλο κρότο, «ως ήχος φερομένης, βιαίας πνοής» αλλά δέν τόν ακούει κανείς, μόνο όσοι έχουν ενεργοποιήσει τόν κρυφό μηχανισμό τής καρδίας.

Μέ τήν διόπτρα τού νού, τήν λεπτοτάτη προσοχή, τά «κιάλια» τής καρδιάς, όπως τά ονόμαζε, ανίχνευε τά επουράνια καί τά καταχθόνια αλλά καί τά κρυπτά τής καρδίας τών άλλων ανθρώπων. Είχε βιωματική γνώση τών διαβαθμίσεων τού ουρανού. «Έχει -έλεγε- ο ουρανός πολλές καταστάσεις Χάριτος πού επεκτείνονται ως τό άπειρο καί δέν τελειώνουν ποτέ…». Αυτό σημαίνει ότι έβλεπε τίς εναλλαγές τών αιώνων. Άφηνε, όμως, τόν νού της νά κατέρχεται καί στά φλογισμένα και αφεγγή βασίλεια τής κολάσεως. Είδε πολλούς, αλλά ουδέποτε μαρτύρησε κανέναν. «Ανάβω κεράκια -έλεγε- κάνω πολλή προσευχή καί τούς βάζω σέ κίνηση βελτιώσεως, γιατί είναι μαρμαρωμένοι οι καημένοι».

Ταυτίστηκε χαρισματικά μέ όλο τόν κόσμο. Είχε προσλάβει μέσα της «παγγενή» τόν Αδάμ. Θεωρούσε τόν εαυτό της υπαίτιο γιά ό,τι κακό συμβαίνει στήν οικουμένη. Γι αυτό τίς πρώτες πρωινές ώρες, έκανε μία μακροσκελή αυτοσχέδια, συγκλονιστική προσευχή, πού περιελάμβανε όλη τήν κτίση καί κάθε γένος ανθρώπων «τών υπό τόν ουρανόν».

Η ακτινοβολία τού προσώπου της καί ο γλυκασμός πού εξέπεμπε η καρδιά της, προσέλκυσαν πλησίον της ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων, ιδιαίτερα νέων, πού προσέτρεχαν κοντά της, γιατί έβλεπαν τήν αειθαλή καί αθάνατη ζωτικότητα μέσα σέ μία εύθραυστη καί αποκαμωμένη χοϊκότητα. Μία πνευματοφόρο καί εν-χριστωμένη ψυχή μέσα σ ένα λιπόσαρκο καί γηραιό σώμα. Εκείνη αισθανόταν ως μητέρα. Αγκάλιαζε ιδιαίτερα τούς πολύ αμαρτωλούς, αναπτέρωνε ελπίδες, ισχυροποιούσε τό φρόνημα τής πνευματικής μετάλλαξης, τόνιζε τίς ατέρμονες διαστάσεις τού Θείου Ελέους καί τήν απεραντοσύνη τής αγάπης τού Θεού, τούς προσλάμβανε μέσα στήν θαλπωρή τής καρδιάς της, γιά νά ζεστάνει από τήν παγωνιά τής δαιμονικής κυριαρχίας, ακόμη καί βαρυποινίτες φυλάκιζε στοργικά μέσα στά κελιά τών ενδομυχίων της, γιά νά τούς απαλλάξει από τίς αλυσίδες τών παθών τους καί νά τούς χαρίσει τήν εσωτερική ελευθερία. Δέν άφηνε όμως, καί κανέναν νά ξεθαρρεύει. Επαναλάμβανε μέ δικό της τρόπο, τήν επωδό τού Οσίου Νίκωνος τού μετανοείτε, «Μετά τήν ενθέδε εκδημίαν, μετανοίας ισχύς ουδεμία».

Οι παρακαταθήκες της απλές καί πρακτικές αλλά αποστάγματα αγιοπνευματικής σοφίας καί χάριτος.

«Η γλώσσα -έλεγε- είναι η καλύτερη φιλενάδα τού σατανά».

«Νά έχετε τέσσερα πράγματα: Αγάπη, ταπεινοφροσύνη, σιωπή καί ελεημοσύνη εν κρυπτώ».

«Νά εξομολογείσθε όπως πρέπει, γιά νά μήν έχει ούτε πατημασιές ο διάβολος μέσα σας».

«Νά μήν κακολογούμε τούς άλλους, γιατί έπειτα θά μάς κακολογήσει κι εμάς ο Θεός όταν ξανάρθει στόν κόσμο».

«Νά προσεύχεσθε μέ τήν ευχή <Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με>, αλλά καί Τριαδολογικά. Εγώ λέγω»:

«Πατέρα επουράνιε συγχώρεσέ με,
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με,
Πνεύμα Άγιον φώτισέ με».
«Όποιος φοβάται, δέν φοβάται». Δηλαδή, όποιος φοβάται τήν αμαρτία δέν φοβάται τίποτα.

Η διαρκής μέθεξις τής Ακτίστου δόξης τού Θεού πού η Γερόντισσα είχε σέ βαθμό Θεώσεως εδραίωσαν μέσα της τήν αίσθηση τής ουδενίας καί τήν αποστροφή στόν εαυτό της, μέχρι αυτομίσους. Ταυτόχρονα γιγάντωνε τήν χαρισματική κατάσταση τής μετανοίας ως μυστήριο καί βίωμα διαρκείας. Έλεγε: «Μέσα από τήν καρδιά βλέπω τί είναι ο Θεός καί τί είμαι εγώ. Ο Θεός είναι τό πάν καί εγώ ένα μηδέν. Τόν ευχαριστώ, όμως, πού μού δείχνει τά χάλια μου καί μού δίνει παράταση μετανοίας. Ζώ καθημερινά τό μυστήριο τής Αγάπης Του. Ό,τι τού ζητήσω μού τό δίνει. Χατήρι δέν μού χαλά κι άς είμαι τό πιό άτακτο παιδί Του. Είναι σάν ένα κοπέλι πού τό πέμπω στίς μαντατοφοριές. Μέ φροντίζει καί μέ στηρίζει σέ βαθμό πού δέν αντέχω, ενώ έπρεπε νά μού δίνει νερό νά πίνω από τούς βόθρους τής Νέας Υόρκης, γιατί οι αποχετεύσεις τού χωριού μου είναι καθαρές».

Όσο πλησίαζε τόν Θεό καί σπούδαζε εμπειρικά τό απερινόητο τής Αϊδιότητός Του, τόσο χαμήλωνε στήν διόπτρα τής ψυχής της η ιδέα γιά τόν εαυτό της καί μέ ποταμούς δακρύων ζητούσε τό έλεος τού Θεού. Καί ο γενναιόδωρος Χρεώστης τήν προίκισε από τίς αποθήκες τής Αγάπης Του μέ σπάνια χαρίσματα: τήν προόραση, τήν δυνατή διόραση καί τήν προφητεία.

Όλα αυτά τά θεωρούσε φυσικά γιά όλους, γιατί διέθετε προπτωτική καθαρότητα καί παιδική απλότητα. Σ αυτά δέν θά αναφερθώ λεπτομερώς. Δέν είναι αυτό τό μείζον, ούτε τό ζητούμενο τής στιγμής αυτής. Όλων τών χαρισμάτων της, υπερείχε η υπερφυσική της αγάπη της καί η ασύγκριτη γιά τά σημερινά δεδομένα ταπεινοφροσύνη της.

Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος πού τήν συναναστράφηκε καί είχε επικοινωνία μαζί της, λέγει ότι όπου βαθιά ταπείνωσις καί διαρκής μετάνοια δέν αναπτύσσεται καμία πλάνη, γιατί δέν αντέχει νά ενεργήσει ο σατανάς.

Καί η Γερόντισσα είχε σπάνιο χάρισμα διακρίσεως τών πνευμάτων, πού αποτελεί τό προσδιοριστικό ιδίωμα τής απλανούς Θεολογίας. Ήταν προφήτιδα τής Καινής Διαθήκης, γιατί ήταν μία αληθινή ησυχάστρια. Ξεχώριζε άριστα τό ψυχολογικό από τό πνευματικό, καί τό κτιστό από τό άκτιστο. Έλεγε: «Έρχονται, ειδικά τήν νύχτα πού προσεύχομαι οι δαίμονες μέ ποικίλες μορφές. Άλλοτε γίνονται τέρατα φρικιαστικά καί πασχίζουν νά μέ τρομάξουν καί άλλοτε ειδικά στίς αρχές, μεταμφιέζονται σέ πνεύματα αγαθά καί προσπαθούν νά μέ ξεγελάσουν. Τούς προδίδει, όμως, η βρώμα τους. Μία άλλη αίσθηση δυσοσμίας πνευματικής, πού δέν γίνεται αντιληπτή από τήν σωματική όσφρηση καί είναι χειρότερη από τά σκουληκιασμένα ζωικά σπλάχνα καί τό σάπιο κρέας τών 16 ημερών. Τά θεϊκά -έλεγε- δυναμώνουν τά δάκρυα τής μετανοίας καί τήν ταπείνωση, ειρηνεύουν καί ενισχύουν τήν ψυχή. Τά δαιμονικά, όσο καμουφλαρισμένα καί νά ναι, δημιουργούν ταραχή, φόβο, υπερηφάνεια, σέ πιάνει από τήν βρώμα τάση ναυτίας, μεταταράσσονται τά σπλάχνα σου».

Πολλές φορές τήν είδα γιά παραδειγματισμό μου σέ κατάσταση Θείας αρπαγής, βυθισμένη μέσα στήν καρδιά καί από εκεί εξακοντισμένη στούς ουρανίους κόσμους, φωτεινή καί «αχάμπαρη» γιά τό τί συνέβαινε γύρω της. Τό φώς τού Θεού -έλεγε- τό έβλεπε μέσα από τό χάος τής καρδιάς πού τής ήταν πάμφωτο, τραβιόταν όμως καί τά σαρκικά της μάτια καί τά αισθανόταν νά αλλοιώνονται, τό έβλεπε -όπως εδιηγείτο- «από τίς τρίχες τής κεφαλής έως τά κράνυχα τών ποδιών», όλες οι αισθήσεις γινόταν μία. Παντού βασίλευε ο Χριστός καί δέν ήξερε από πού τελικά ζούσε όλες αυτές τίς υπερφυείς δωρεές τού Παρακλήτου Πνεύματος. Έλεγε αποφατικά: «Αυτά γλώσσα δέν τά διηγείται καί ανθρώπινος νούς δέν τά χωρεί. Ούτε αγγελικός νούς δέν τά χωρεί όλα. Απορώ πώς υπάρχουν άνθρωποι πού λέγουν πώς δέν πιστεύουν».

Η βρώμα πού αισθανόταν ενώπιον τών πονηρών πνευμάτων, οφείλεται στό ότι η ίδια είχε νοερά καρδιακή προσευχή. Αισθανόταν -όπως έλεγε- τήν καρδιά της νά μουρμουρίζει καί ειδικά τίς νύχτες, ζούσε «έντονα πνευματικά γλέντια». Ήταν ζωομύριστη καί μυρίπνοη από τά μύρα τού Πνεύματος, γι αυτό διέκρινε τήν νεκροποιό οσμή καί τήν αηδιαστική αποφορά τών ακαθάρτων πνευμάτων. Ενεργοποίησε ησυχαστικώς τό Άγιο Χρίσμα μέσα στήν καρδιά της. Αυτό εννοεί ο Απόστολος καί Ευαγγελιστής Ιωάννης όταν γράφει: «ημείς ελάβομεν χρίσμα εκ τού Αγίου καί γινώσκομεν αυτόν». Τό Χρίσμα είναι η ενεργοποίηση τού Αγίου Μύρου μέσα στήν καρδιά, η νοερά προσευχή, ο φωτισμός τού νοός, καταστάσεις πού όταν απουσιάζουν, πανεύκολα μπορεί νά εισέλθει τό μικρόβιο τής οίησης μέσα στόν εσωτερικό χώρο καί ο άνθρωπος, αντί νά ωριμάζει σάν εύγευστο φρούτο χάριτος, νά αποσαθρώνεται, από τό σκουλήκι τής πλάνης, σάν κούφιο ανούσιο καρπολόγημα, καί εν τέλει νά απωλεσθεί.

Οι μεγάλοι σύγχρονοι ησυχαστές τών Αστερουσίων, Όσιοι Γέροντες Αναστάσιος ο Κουδουμιανός καί Νείλος ο Αγιοφαραγγίτης τήν εκτιμούσαν καί τήν εσέβοντο απεριόριστα. Καί οι δύο έσκυβαν καί ασπαζόταν τό χέρι της. «Είδα τήν προσευχή της καί τρόμαξα» μού είπε ο Γέρων Αναστάσιος, μία από τίς δύο φορές πού τήν επισκέφθηκε στό σπίτι της. Καί όταν η Γερόντισσα τόν επισκέφθηκε στό Βενιζέλειο Νοσοκομείο τού Ηρακλείου, πάλιν ο Μέγας Εκείνος Γέρων, άν καί σέ καταστολή δυνάμεων, βρήκε τό σθένος, ανασηκώθηκε, άρπαξε τό χέρι της καί τό καταφιλούσε.

«Γιατί μού τό κάνουν αυτό οι Δεσποτάδες καί ασκητές» ρωτούσε μέ παιδική αφέλεια η Γαλάτεια. «Γιατί -τής απαντούσα- φαίνεσαι εκατόν ετών, επειδή είσαι κυρτωμένη πολύ καί σέβονται τό γήρας σου».

«Μπρέ, μπρέ ταπείνωση -επαναλάμβανε έκπληκτη εκείνη-. Θά είμαι αναπολόγητη στόν Θεό άν δέν μετανοήσω, αφού τέτοιοι άνθρωποι σέβονται τά γεράματα καί τόν κακοποδομό μου».

«Γιατί, Γέροντα, ανέβηκε η Γαλάτεια τόσο ψηλά;» ρώτησα κάποτε τόν Μεγάλο Αναστάσιο.

«Γιατί παιδί μου -απάντησε εκείνος- έσκαψε βαθειά τό χωράφι τής καρδιάς της μέ τό Ξύλο τού Σταυρού μια ολόκληρη ζωή. Καί ο ησυχαστικός σπόρος βρήκε γόνιμο έδαφος καί ευδοκίμησε πολύ, άπλωσε ρίζες καί ανυψώθηκε ταχέως μέχρι τίς σφαίρες τής Αναστάσεως».

Αγαπούσε πολύ, σάν παιδί της, όπως έλεγε, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ.κ. Ιερόθεο. Τόν εξομοίωνε μέ τούς Ιεράρχες πού είναι κολλημένοι στόν τοίχο, εννοώντας τίς τοιχογραφίες τών εκκλησιών. Τόν εκτιμούσε περισσότερο από όλους. Έβλεπε, όπως έλεγε, τήν εσωτερική του ησυχία καί τήν θεολογική του πληρότητα. Τόν παρακολουθούσε μέ τήν διόπτρα τής καρδιάς, καί χαιρόταν γιά τήν αταραξία του στούς πειρασμούς καί τό αδιάκοπο «γλυκομουρμούρισμα» τής καρδιάς του ειδικά τίς νυκτερινές ώρες. Λυπόταν πολύ πού οι άλλοι δέν τό καταλαβαίνουν καί υφίσταται τόσες άδικες επιθέσεις καί αμφισβητήσεις. Εκείνος είναι καί ο αποδέκτης τής πλειονότητος τών ιδιοχείρων επιστολών της. Υπέρ-αγαπούσε, όμως, καί τόν Ιεροκήρυκα καί Πρωτοσύγκελλό του, π. Καλλίνικο Γεωργάτο. Ακραδάντως πιστεύω ότι θά είναι η προστάτιδά του. Έλεγε: «Πώ, πώ! Αυτός ο <Διάκος> του!» (Διάκος όχι μέ έννοια ιερατική αλλά μέ τή σημασία, τού άοκνου συνεργάτη, τού Διακονητή). «Τί ευλογημένο, τί καθαρό παιδί! Άγγελος είναι! Τόν βλέπεις στά γραφεία, στήν κουζίνα, στά μηχανήματα (Υπολογιστές), στά υπόγεια μέσα στά χαρτιά καί στίς σκόνες! Ποτέ δέν βάζει κακό λογισμό! Αγαπά τόν δεσπότη καί λυώνει (θυσιάζεται) μέ χαρά».

Αγαπούσε επισης σάν γιό της καί έτρεφε μεγάλη αδυναμία στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Τριφυλίας καί Ολυμπίας κ.κ. Χρυσόστομο. Γιά δύο περίπου δεκαετίες είχαν καθημερινή επικοινωνία. Τόν είχε έγνοια γιά τήν ευαισθησία του καί τήν ασκητικότητά του καί νοερώς εμεριμνούσε γι αυτόν στοργικά.

Αγαπούσε επίσης, τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραιώς κ.κ. Σεραφείμ. Τόν θεωρούσε λεοντόκαρδο καί ομολογητή τής Ορθοδοξίας. Χαιρόταν πού ελέγχει μέ ειλικρίνεια καί παρρησία τά παρά φύσιν αμαρτήματα αλλά καί τήν φρικώδη αίρεση τού παπισμού. «Τόν σκεπάζουν -έλεγε- ουράνιες δυνάμεις καί τόν δυναμώνουν οι προσευχές τών μοναστηριών».

Αγαπούσε πολύ καί τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Εδέσσης κ.κ. Ιωήλ γιά τήν ταπείνωση τήν καλοκαγαθία καί τόν ασίγαστο Ιεραποστολικό του ζήλο. Έλεγε περί αυτού: «Δέν ξιπάστηκε παιδί μου πού έγινε Δεσπότης. Έμεινε όπως ήταν. Ένας παπάς μέ τό στρογγυλό στή μέση (εγκόλπιο). Παιδί στήν ψυχή, άγιος άνθρωπος».

Τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μόρφου κ.κ. Νεόφυτο τόν αποκαλούσε «θεμελιακό» λόγω σωματικής διάπλασης καί πνευματικού διαμετρήματος. Χαιρόταν -έλεγε- πού χτυπά τά κοσμικά καί προβάλλει τά «αγιωτικά», δηλαδή τούς καρπούς τής λαϊκής ευσέβειας καί τούς σύγχρονους Αγίους τής Εκκλησίας. Χαιρόταν πού έχει παρρησιασμένο καί απλουστευμένο θεολογικό λόγο καί οδηγεί μέ τό φλογερό του περί μετανοίας κήρυγμα, πολλά χαμένα πρόβατα στήν μάνδρα τής Εκκλησίας.

Οι Ιερείς τής Μητροπόλεώς μας, όσοι τουλάχιστον διαθέτουν πνευματικό αισθητήριο, τήν αγάπησαν σάν μητέρα τους. Καί εκείνη, τούς είχε σάν παιδιά της. Τά θαύματα από τήν προσευχή της, αναρίθμητα, αλλά δέν είναι τού παρόντος. Άς μιλήσουν εκείνοι πού ευεργετήθηκαν απ αυτήν. Δέν θέλω νά θεωρηθεί ο δικός μου λόγος, υποκειμενική αλλοίωση τής πραγματικότητας καί συναισθηματική έξαρση τής στιγμής.

Κάποιος αδιακρίτως φερόμενος, τώρα τελευταία τής είπε: «Κρίμα Γερόντισσα πού δέν σέ γνώρισα από παλαιότερα. Όμως ο τάδε καλόγηρος σέ μία σύναξη μάς είπε ότι είσαι πλανεμένη καί άν σού μιλούμε θά μαγαρίσουμε»!!! Καί η ταπεινή καί ανεξίκακη Γερόντισσα μέ έκπληξη καί αυθορμητισμό, χωρίς ίχνος ταραχής καί αναβρασμού, απάντησε: «Απορώ παιδί μου, γιατί έπρεπε νά μέ έχεις γνωρίσει νωρίτερα. Δέν υπερέχω από τούς άλλους, αλλά μάλλον υστερώ σέ πολλά. Αυτό πού σάς είπε ο πάτερ πού μού ανέφερες ισχύει. Ξέρει αυτός, είναι έμπειρος άνθρωπος. Όμως νά ρχεσαι νά μού συγχωράς, μήπως ξεμαγαρίσω κι εγώ από τίς αμαρτίες μου». Εκεί, θαύμασα, τήν ετερογένεση τού πνευματικού επιπέδου τών δύο. Τήν μεγίστη διαφορά ανάμεσα στήν Ιερωσύνη Ααρών καί στήν Ιερωσύνη Μελχισεδέκ. Τήν χαώδη απόσταση πού ξεχωρίζει τήν αλαζονική εξουσία τής σφραγίδος, από τα ματωμένα παράσημα πού έχουν «οι τραυματίες τού Θείου Νυμφίου».

Καί τώρα, ολοκληρώνω τήν πενιχρή αναφορά μου στό γιγαντιαίο πνευματικό διαμέτρημα τής Γερόντισσας, μέ σύντομη εξεικόνιση τού πυρωμένου δειλινού τής επίγειας ζωής της. Τό διάστημα αυτό ήταν τελείως διαφορετικό, από τά προηγούμενα έτη τής εγκόσμιας διαδρομής της. Μέ πεσμένες τίς σωματικές της δυνάμεις, ακμαιότατες τίς πνευματικές, έμοιαζε μέ πανώριμο φρούτο πού ευωδιάζει. Ίσχυε εμφανώς καί σ αυτήν ο λόγος τού Αποστόλου: «Ει καί έξωθεν άνθρωπος διαφθείρεται αλλ ο έσωθεν ανακαινούται ημέρα τή ημέρα».

Αισθητοποιούσε τήν πλήρη ομογενοποίηση τού εσωτερικού της κόσμου. Είχε τελείως «παιδιοποιηθεί» μέ τήν πνευματική έννοια τού όρου. Χαιρόταν μέ τά μικρά παιδάκια, μέ τήν παρουσία εκείνων πού τήν αγαπούσαν, περιεργαζόταν τήν φύση, τά μικρά τής γειτονιάς, τό κελάηδημα τών πουλιών, τόν ήχο τής βροχής, τό θρόισμα τού αέρα, ακόμη καί τούς κλάδους τών δένδρων όταν φυσούσε ο άνεμος. Όλη τήν κτίση τήν αισθανόταν εναρμονισμένη μέ τήν καρδιά της, νά αναφαίρεται στόν Θεό. Είναι προφανές ότι είχε ακούσει «τούς λόγους τών όντων» πού αναφέρει ο Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Η καρδιά -έλεγε- έχει πολλές αισθητήριες δυνάμεις, πού ο άνθρωπος αγνοεί, γιατί είναι από τήν αμαρτία μπλοκαρισμένες. Όταν ενεργοποιήσει η Χάρις τού Θεού, αυτούς τούς μυστηριώδεις εσώψυχους μηχανισμούς, οράται εναργώς η Θεϊκή παρουσία μέσα σέ όλο τόν περιβάλλοντα φυσικό χώρο. Τότε, διαπιστώνει, ότι καί τά άψυχα τού κόσμου τούτου, είναι αμεσότατα εστραμμένα πρός τόν Δημιουργό, Τόν δοξολογούν καί Τόν υμνολογούν, όπως η εκλεπτυσμένη από τήν Χάρη καρδιά, γι αυτό καί ακαταπαύστως συντονίζονται λειτουργικά μαζί της.

Τήν τελευταία χρονική περίοδο, φάνηκε εναργέστερα η οικουμενική της μητρότητα, τό γεγονός ότι συνέλαβε αγιοπνευματικώς καί εγέννησε νοερώς, πολλούς συγχρόνους χριστιανούς. Παρά τό βαθύ γήρας, είχε αναπεπταμένες τίς πνευματικές κεραίες καί ενεργούσε μέ τεράστια διάκριση, σύνεση καί χιούμορ. Έλεγε υψηλές αλήθειες ως απόσταγμα τής ζωής της, αλλά μέ πολύ έξυπνο καί χαριτωμένο τρόπο, προκειμένου νά συντρίψει σωτήρια, χωρίς νά τόν εξουθενώσει ψυχικά καί νά έχει τό καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα τό μητρικό της αφύπνισμα καί τό χειρουργικό της εγχείρημα. Δέν έκανε ποτέ τήν δασκάλα, ή τήν μοναχή, ενώ ήταν στήν πραγματικότητα καί άριστος παιδαγωγός καί ισάγγελος άνθρωπος, πού δίδασκε μέ απλά παραδείγματα νοηματισμένα μέ βαθύ περιεχόμενο, μέ προσευχή καί σιωπή, λεπτότητα καί χιούμορ, αυτομεμψία καί διακριτική συμβουλή: «Βλέπω -έλεγε- τούς λογισμούς όλων. Έρχονται καί μερικοί εγκάθετοι γιά νά μέ διερευνήσουν καί νά δημιουργήσουν προβλήματα σέ άλλους, γιατί εμένα δέν μέ νοιάζει. Όσο είναι εδώ, δέν μιλάω, προσεύχομαι κοιτάζοντάς τους στήν καρδιά καί τούς αγκαλιάζω μυστικά μέ τήν αγάπη μου. Φεύγουν μέ καλούς λογισμούς καί οι περισσότεροι ξανάρχονται αλλαγμένοι».

Όταν τής ζητούσαν ευχή στερεότυπα σχεδόν έλεγε: «Νά έχετε τήν ευχή τού Ανάρχου Πατρός, τού Συνάναρχου Λόγου καί τού Συναΐδιου καί Ζωοποιού Πνεύματος. Τής Παναγίας, τού Προδρόμου καί Βαπτιστού πού είναι ο υψηλότερος στό ανάστημα Άγιος αλλά καί αυστηρός επισκέπτης, τών Αποστόλων καί Πάντων τών Αγίων. Νά είστε κάτω από τήν σκέπη τών Ουρανίων Δυνάμεων. Καί άν έχω καί εγώ ευχή, χαλάλι σας».

Τό πέρασμα στήν αιωνιότητα τό κουβέντιαζε. Μπορώ νά πώ τό γλεντούσε καί τό προσδοκούσε. Δέν έδειξε νά φοβάται καθόλου τήν φρικτή ώρα τού θανάτου. Είχε καθηλωμένο τό βλέμμα στήν μεγάλη πύλη καί πορευόταν σταθερά στή Βασιλεία τού «Αρνίου». Μιλούσε γελώντας γιά τό τέρμα τής επίγειας πορείας της. Ετοίμαζε εντατικότερα τόν εαυτό της, γιά νά στηθεί «ευπρόσδεκτα» -όπως έλεγε- στό κριτήριο τής δικαιοσύνης τού Θεού.

Άρρωστη, σχεδόν ακίνητη καί ημιπαράλυτη, εξακολουθούσε νά μεριμνά καί νά προσεύχεται. Γιά τήν Εκκλησία τού Χριστού. Γιά τούς πιστούς, απίστους καί ετεροδόξους πού είναι «εκλελυμένοι καί ερριμμένοι ως πρόβατα μή έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ΄ 36). Γιά τά κουρασμένα γηρατειά, γιά τούς εναγώνιους οικογενειάρχες καί γιά τήν προβληματισμένη νεότητα. Τό καλοκαίρι τού 2016 έλεγε: «Θέλω νά κάθομαι στόν δρόμο γιά νά αποχαιρετήσω τό χωριό μου. Ολίγος χρόνος μού απέμεινε νά μείνω μαζί σας. Αλλά ο Θεός πού μάς ενώνει είναι Αιώνιος».

Πολλά νέα παιδιά, τής έλεγαν, όταν τήν άκουγαν νά αποχαιρετά: «Δέν θέλουμε νά φύγεις. Αλλά ακόμη κι άν φύγεις, μή μάς ξεχάσεις». Καί εκείνη μέ απορία απαντούσε: «Αυτό, παιδιά μου, συμβαίνει μόνο μέ τούς Αγίους. Εγώ είμαι αμαρτωλή καί χρειάζομαι τίς δικές σας προσευχές. Στοχεύω σ ένα μικρό τοπαλάκι. Τό τελευταίο, άν ξετσουρίξω καί μπώ εκεί μέ τήν βοήθεια τής Παναγίας, δέν θά ξεχάσω κανένα σας».

Οι θεοπτίες, η σωματική της μυροβλυσία καί αγιοφάνειες πλήθυναν πολύ ειδικά μετά τόν Αύγουστο τού 2016. Οι 4 καβαλάρηδες Άγιοι Μηνάς, Γεώργιος, Δημήτριος καί Νικήτας ήταν σχεδόν η μόνιμη συντροφιά της. Τούς περιέγραφε μέ αφελότητα καρδιάς καί εκπληκτική ακρίβεια. Νόμιζε ότι η ενόραση είναι φυσικό ιδίωμα όλων τών ανθρώπων καί άρα όλοι μπορούμε νά έχουμε τίς ίδιες προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Έλεγε: «ο Μηνάς παιδί μου είναι θηρίο στό μπόι. Άνδρας θεμελιακός, γεμάτος, πλαταράς καί σκούρος λίγο στήν δερμάτινη εμφάνιση. Πιό μεγάλος ηλικιακά από τούς άλλους, λευκός περίπου στό τρίχωμα τής κεφαλής καί είναι ηγετική μορφή. Είναι ο αρχηγός τής παρέας. Ο Γεώργιος καί ο Δημήτριος είναι πανέμορφα παλληκαράκια. Μέτριοι στό ανάστημα καί εικοσιπεντάρηδες στήν ηλικία. Ο Νικήτας είναι πρός τό ψηλός στό ανάστημά του καί ολόξανθος. Τά μαλλιά του μοιάζουν μέ τά γένια τού παππού μου πού ήταν ξανθά σάν τό λινάρι».

Περιέγραφε τό εύσωμο τών αλόγων μέ τίς χρυσές σέλες, τόν θόρυβο τού χλιμιντρίσματος καί τό ζωηρό χτύπημα τών ποδιών τους. Στίς 16 Δεκεμβρίου τού 2016τήν επισκέφθηκαν οι Άγιοι καί τό σπίτι μοσχοβόλησε. Τής παρουσίασαν τά τετράδιά της. Τά ψυχοχάρτια της: «Νά σάς τά φέρω νά τά δείτε -έλεγε μέ παιδική αφελότητα-. Λάμπουνε…».

Από τίς 16 Δεκεμβρίου μέχρι σήμερα, τί δέν είδαμε, τί δέν ακούσαμε, τί δέν ζήσαμε. Στίς 13 Ιανουαρίου 2017, διαγνώσθηκε μέ βαριά πνευμονική λοίμωξη. Ο ειδήμων γιατρός πού τήν εξέτασε, τής έδωσε περιθώριο ζωής τήν διάρκεια μιάς νύκτας καί εξονόμασε τήν κατάσταση πνευμονικό οίδημα. Η Γερόντισσα στό κρεβάτι χωρίς αισθήσεις. Κάπου κάπου αφυπνίζονταν καί εδιηγείτο ισχνόφωνα κάποιες υπερφυείς εμπειρίες της. Εννέα Ιερείς τέλεσαν αμεσότατα τό μυστήριο τού Ευχελαίου. Τήν ώρα εκείνη, πλημμύρισε μέ παράδοξη ευωδία τό δωμάτιό της. Δέν είχαμε ανάψει θυμίαμα, γιά νά μήν επιβαρύνουμε τήν αναπνευστική δυσλειτουργία. Η Γερόντισσα περιχαρής αποκάλυψε στήν πρωτανηψιά τής Αικατερίνη Ρεθυμνιωτάκη πού τήν πρόσεχε, ότι δέχθηκε τήν επίσκεψη τής Κυρίας Θεοτόκου! Συνοδευόταν από τήν Αγία Παρασκευή.

Τής είπε η Παναγία μας: «Η βαλίτσα σου είναι έτοιμη καί τά τετράδιά σου αστράφτουν. Επίκειται η αναχώρησή σου».

«Πάρε με Παναγία μου, αφού είμαι έτοιμη» παρακάλεσε η ταπεινή Γερόντισσα. Χαμογέλασε η Θεοτόκος καί τής απάντησε: «Έλαβες μικρή παράταση. Σύντομα θά δρομολογήσω τό θέμα εγώ».

Καί ενώ ιατρικώς ήταν ξοφλημένη, μετά τήν Μεγαλοσχημία της, σταμάτησε ο επιθανάτιος ρόγχος καί απόλυτα ζωντάνευσε. Ανακάθισε στό κρεβάτι μέ τά Μοναχικά της ενδύματα καί εμπεπλησμένη Πνεύματος Αγίου, δίδασκε, νουθετούσε, ενίσχυε καί προφήτευε σέ καθένα από τούς παρόντες. Καί ήταν αρκετοί! Πρωτύτερα, όταν αφυπνίζονταν γιά λίγο από τόν λήθαργό της, έλεγε γιά ένα δώρο πού θά τής έκανε ο Μέγας Αντώνιος στόν εσπερινό τής εορτής του! Καλούσε κάποιους, νά παραβρεθούν σ εκείνη τήν μεγαλειώδη στιγμή τής ζωής της! Τότε «πού θά έβαζε οριστικά τό νυφικό της καί ένας Δεσπότης θά τής τοποθετούσε κάτι στήν κεφαλή».

Προσωπικά τό συνέδεσα μέ τήν κοίμησή της, επειδή υπεραγαπούσε τόν Άγιο Αντώνιο αλλά καί γιά τόν λόγο, ότι επιστημονικώς δέν είχε πλέον, παρά ολίγες ώρες ζωής. Θεωρούσα τήν παράταση πού ανέφερε η Κυρία Θεοτόκος, τριών εικοσιτετραώρων! Μέχρι τόν εσπερινό τού Αγίου Αντωνίου…

Αυτό πού θά λάμβανε στό κεφάλι, τό συνέδεσα μέ τό αμαράντινο τής Δόξης Στέφανο, από τά Άχραντα Χέρια τού Αγωνοθέτου Δεσπότη Χριστού! Καί νυφικό ερμήνευσα τό νεκρικό σάβανό της. Ένας παρών Αγιορείτης, αντιλήφθηκε ότι εννοούσε, μέ όσα έλεγε, τήν Μοναχική της κουρά! Όντως, έγινε παραδόξως καί εσπευσμένως κατά τήν διάρκεια τού εσπερινού τής εορτής τού Μεγάλου Αντωνίου, κατόπιν ολόθυμης ευλογίας τού Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. Μακαρίου. Έκτοτε, πήρε δύναμη τό φθαρμένο γεροντικό σώμα της καί έζησε πέντε περίπου έτη. Τοποθέτησα απαγορευτική πινακίδα στήν αύλειο πόρτα τής οικίας της, γιά νά τήν προστατεύσω από τήν κοσμοσυρροή, διότι λόγω τών πολλών θαυμαστών σημείων πού εξεδήλωνε, απλώθηκε, τάχιστα, στά πέρατα τής υφηλίου η χαρισματική φήμη της…

Εκείνη, άν καί δέν λειτουργούσε πλέον καθόλου εγκεφαλικά καί δέν είχε περιθώριο ακοής καί δυνατότητα διεξαγωγής διαλόγου, πληροφορήθηκε προφανώς μέ υπερφυσικό τρόπο τό γεγονός καί ζήτησε επιμόνως νά αφαιρεθεί η πινακίδα, «διότι», όπως τό αιτιολόγησε, «έχει μεγάλη ανάγκη ο κόσμος καί ήθελε νά έχει επικοινωνία μαζί του»! Υπακούσαμε άμεσα στήν εντολή της, πού είχε σάν αποτέλεσμα νά γίνει πανορθόδοξο σημείο αναφοράς το σπιτάκι της καί χώρος αισθητοποιήσεως θαυμαστών γεγονότων καί παραδόξων σημείων τής παντοδυναμίας τού Θεού! Είχε βέβαια, καί τήν οδυνηρότατη συνέπεια, νά υποστώ προσωπικά ορυμαγδό πυρακτωμένων βελών «γιά», δήθεν, «εκμετάλλευση» καί «αυτοπροβολή» μέσω τού ιερωτάτου προσώπου τής Γερόντισσας! Καί όλα αυτά, εκπορεύονταν από πρόσωπα τής Εκκλησίας, από εντόπιους καί ξένους Αναμενόμενο έως καί κατανοητό σέ ένα βαθμό! Τούς μέν καλοπροαίρετους δικαιολογώ, τούς δέ μοχθηρούς καί επίβουλους, ειλικρινά, εκ μέσης καρδίας συγχωρώ. «Καί αιτούμαι τήν άφεσιν τής αμαρτίας ταύτης, παρά τού ετάζοντος νεφρούς καί καρδίας Παντεπόπτου καί Δικαιοκρίτου Σωτήρος Χριστού».

Όλα τά έσχατα χρόνια τής ζωής της, ειδικά τήν περίοδο πού ήταν απολύτως ανήμπορη καί κλινήρης, επέδειξε στόν εναργέστερο βαθμό τίς πλούσιες δωρεές πού τήν γέμισε ο Θεός καί τήν Θεοποιό ενέργεια πού βίωνε καί αντανακλούσε. Οι υπερβολικές καί υπέρμετρες γιά τά ανθρώπινα δεδομένα θυσίες γιά τήν αγάπη τού Χριστού, επιφέρουν σέ πολλαπλάσιο βαθμό τήν ουράνια αντιμισθία, καθ ότι είναι πιστός στήν επαγγελία Του ο χορηγός τών αγαθών ότι «τούς δοξάζοντάς με αντιδοξάσω»! Έτσι, η Γερόντισσά μας, εφοδιασμένη πλέον καί μέ τό χάρισμα τών ιαμάτων, θεράπευε τίς πνευματικές καί σωματικές ασθένειες τών ανθρώπων, έκανε θαύματα πολλά καί μεγάλα, προξενούσε εσωτερικές αλλοιώσεις στούς επισκέπτες της, ωδηγείτο από τήν ακατανίκητη πνοή τού Παναγίου Πνεύματος! Δέν διέθετε εξειδικευμένη γνώση, αλλά επειδή καθάρισε τό νοερό τής ψυχής της, έλαβε αγιοπνευματική σοφία, ανέπτυξε τήν δεκτική δύναμη τού Λόγου, απέκτησε τήν υπαρξιακή γνώση, κατόπτευσε τήν εικόνα τών μελλόντων καί τών αποκρύφων, έγινε κάτοχος τής «βεβαίας πίστεως», γι αυτό καί αναλώθηκε φιλανθρωπικά καί ευεργετικά γιά τόν οποιοδήποτε συνάνθρωπό της! Εκείνος πού θά κατορθώσει νά ενωθεί μέ τόν Χριστό, σκορπά αφειδώλευτα τό περιεχόμενο τής υπερφυούς αυτής μετοχής στόν υπόλοιπο κόσμο… Ήτοι, εκδαπανάται καθημερινώς υπέρ τών αδελφών τής οικογένειας τού Αδάμ καί γίνεται εθελουσίως «κατάρα» γιά νά αποκτήσουν οι άλλοι ευλογία…

Η μεγάλη της αγάπη πρός ζώντες καί κεκοιμημένους, αρχικά εκδηλωνόταν μέ τήν διάπυρη συνεχή προσευχή καί τήν θυσιαστική μαρτυρική διακονία. Η πνευματική της, όμως, ολοκλήρωση, μεταποίησε αυτήν τήν εξουθενωτικά φιλάνθρωπη εθελοθυσία καί τήν κατέστησε ολοένα επαυξανόμενη χαρισματική θαυματουργία… Στά πάμπολλα θαυμαστά πού συνέβησαν σέ γνωστούς καί τό πλείστον σέ αγνώστους συνανθρώπους μας, προσωπικά δέν θά αναφερθώ επισήμως ποτέ. Δέν επιτρέπεται νά συνεχισθεί η ακατάσχετη συκοφαντική καταφορά περί υποκειμενικής ψηλώσεως καί ενθουσιώδους ή καί ιδιοτελούς μυθοποιήσεως τού προσώπου της. Βεβαίως καί δέν ήταν αλάνθαστη! Άνθρωπος τού Θεού δέν σημαίνει αλάνθαστος. Είναι ο διαρκώς αγωνιζόμενος καί ισοβίως μετανοών! Δέν είναι άλλωστε τυχαίο, ότι η μετάνοια ήταν η διαρκής διδαχή της καί η πεμπτουσία τής Θεοφιλούς πορείας της! Στά ενεργήματα τού Αγίου Πνεύματος πού απεκαλύφθησαν δι αυτής, άς αναφερθούν, άν τό κρίνουν εποικοδομητικώς σκόπιμο, οι πολυάριθμοι αποδέκτες τών πολλών ευεργεσιών της. Είναι θέμα πού υπέρκειται τής όποιας ενασχολήσεώς μου μέ τήν οσιακή προσωπικότητά της.

Νομίζω η αιωνόβια ένθεη βιωτή της, περικλείεται στό παρακάτω απλό διάγραμμα:

-Σέ όλη τή ζωή της είχε εκκλησιαστικό φρόνημα, σεβόταν καί υπάκουε στά θεσμικά πρόσωπα τής Εκκλησίας, είχε καλά παραδείγματα από τόν Ιερέα παππού της καί τούς γονείς της. Έκανε μεγάλη υπομονή μέ τήν ανεψιά της καί τήν ευλόγησε ο Θεός. Τής έδωσε πολλά χαρίσματα. Τό βασικό χάρισμα πού είχε ήταν η αυτομεμψία από τήν οποία προήλθε η προσευχή τής μετανοίας καί η εσωτερική καρδιακή προσευχή. Έζησε στήν αφάνεια τά περισσότερα χρόνια. Από τήν αυτομεμψία καί τήν προσευχή χωρίς νά τό καταλαβαίνει χωρίστηκε ο νούς από τήν διάνοια. Αυτό αυξήθηκε στά χρόνια τής ασθενείας της. Καί έτσι μέ φυσικό τρόπο τής δόθηκαν από τόν Θεό τά χαρίσματα τής διοράσεως καί τής προοράσεως καί άλλες αγιοπνευματικές χορηγίες.

Επειδή ζούσε ταπεινά στήν Εκκλησία γι αύτό η Εκκλησία θά αξιοποιήσει όλην τήν θεοφιλή ζωή της. Δέν χρειάζεται νά προβεί σέ καμμία τέτοια ενέργεια η δική μου ελαχιστότητα. Βλέπετε, η στεγανοποιημένη αντίληψη καί η εμπαθής προκατάληψη, μπορούν νά εισηγηθούν άνετα, ότι είναι δυνατόν ένας άνθρωπος, όπως εν προκειμένω η ευτέλειά μου, νά ξεγελάσει καί νά παρασύρει στήν ενθουσιώδη αποτίμηση, γιατί όχι καί στήν δαιμονική πλάνη, αναφορικά μέ τήν Γερόντισσα, ολόκληρο τό σώμα τής παγκοσμίου Ορθοδοξίας!!!

Άν όμως επιβάλλεται νά σιωπήσω γιά τήν εκπληκτική θαυματουργία της δέν μπορώ νά κρατήσω τό στόμα μου κλειστό γιά τήν εμβιωμένη θεολογία της. Σάν διήγημα, μάς εξέφραζε, απλά αλλά δυνατά, τήν αμεσότητα τής σχέσεώς της μέ τόν Θεό. Όλα αυτά, περικλείονται στό παρακάτω συνοπτικό διάγραμμα:

-«Ξαφνικά καί ήσυχα βρέθηκα πολλές φορές σέ εκείνο τό απέραντο γαλαζόλευκο Φώς, τά πάντα γύρω μου ήταν ολοφώτεινα, Φώς μακάριο, Φώς φαεινό»! Χρησιμοποιώ κατά τό δυνατόν λέξεις, πού στό άκουσμά τους νόμιζες, ναί νόμιζες, ότι ομιλούσε τό γλυκύλαλο στόμα τού Οσίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου, τού Αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά καί τόσων άλλων Πατέρων τής Εκκλησίας μας.

«Ζούσα μέσα στήν τρισήλιο δόξα τού Θεού, ζούσα ντυμένη μέ τήν θεοΰφαντη στολή τής Ακτίστου Δόξης καί τής Θείας ελλάμψεως τού εν Τριάδι Θεού, ζούσα μέσα στό ανέσπερο καί αδιάδοχο Φώς καί δέν ξέρω πώς γινόμουν ολόκληρη Φώς, αλλά Φώς ανέσπερο, Φώς πασχάλιο, Φώς άπλετο χωρίς αρχή καί τέλος. Ήταν ολόλαμπρες καί ειρηνόδωρες οι ακτίνες τού Ακτίστου υποστατικού Φωτός, μία ανέκφαστη καθαρότητα καί άϋλη θεία γνώση κατελάμπρυνε τήν ψυχή μου, ώστε κατανοούσα αρρήτως τά απόρρητα μυστήρια τού Θεού καί τίς γλυκόφθογγες υμνωδίες τών μυριάδων αγγέλων. Ζούσα -συνέχιζε- στόν τόπο τού Θεού καί η καρδιά μου εκαλλωπίζετο από τό ίδιο ανέσπερο Φώς τό άναρχο καί παναΐδιο τό τριφεγγές καί τό τρισυπόστατο, από τό οποίο διακοσμούνται καί συνευφραίνονται οι αγγελικές δυνάμεις πού είναι άπειρα μικρά φώτα μέσα στό μέγα Φώς λειτουργούντα καί περιχορεύοντα…».

Αυτές οι υψηλές θεολογικές περιγραφές, πώς αλήθεια βρέθηκαν στά παραστατικά λεκτικά σχήματα μίας απλής καί άσχετης μέ τήν ακαδημαϊκή θεολογία γυναίκας; Η λαμπρότητα τών ουρανίων δυνάμεων, τής μεταβίβαζε συνεχώς σάν αδιάκοπη ροή, τό απρόσιτο κάλλος τού ακτίστου θείου Φωτός μέσα στό κτιστό είναι της. Καί αυτό τό Φώς, τό φορούσε σάν θείο ένδυμα, γινόταν όλη Φώς «από τήν κορυφή μέχρι τά δάκτυλα τών ποδών» σύμφωνα μέ δική της ομολογία! Ζούσε από τό Φώς, έπινε απ αυτό, τό έννοιωθε σάν τήν δροσιά τού καθαρού νερού, χόρταινε από τήν υπερφυή παρουσία του, τό ανέπνεε σάν οξυγόνο τού ουρανού!

«Ζούσα, συνέχιζε, μέσα στό άφατο πέλαγος τής θείας χρηστότητος, τής θείας ευσπλαχνίας, τής θείας αγάπης, πού ολάκερη γιά μένα ήταν καί απερίγραπτη καί ακατάλυτη. Λίγα μονάχα μπορούμε νά πούμε. Ο ήλιος είναι λυχναράκι μπροστά Του»!

Όλα αυτά καί πολλά άλλα, πού ακούσαμε, ηχογραφήσαμε ή πού μάς άφησε ως γραπτή παρακαταθήκη, τήν καθιερώνουν ανεπιφύλακτα εν μέσω πολλών ευλογημένων προσώπων τής εποχής μας, ως εμπειρική θεολόγο καί Γερόντισσα τού φωτός! Ως τήν Γερόντισσα πού δίδαξε τήν ακροτάτη αυτομεμψία καί πέτυχε τήν δυνατότερη πνευματική ωριμότητα, αφού σύγκρινε διαρκώς τόν χοϊκό εαυτό της μέ τό ύψος τών αρρήτων αποκαλύψεων πού αξιώθηκε νά ζήσει καί νά δεί, γι αυτό έγραφε καί συμπεριφερόταν μέ τήν πιό βαθειά ταπείνωση πού συνάντησα ποτέ. Η απλότητα τού λόγου της, μαρτυρούσε γιά τήν άριστη επίτευξη τού σκοπού της. Τού στόχου τής Χριστοζωής πού έθεσε ισοβίως στόν εαυτό της.

Είδε πλειάδα Αγίων, τήν χορεία τών Αγίων Πατέρων, τόν Μέγα Αντώνιο καί τήν παρέα του, τόν επουράνιο Ναό μέ τίς απερινόητες -όπως είπε- φωταψίες καί μουσικές του. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο πολυαγαπημένος της, εμφανιζόταν συνεχώς στή γιαγιά, καί τήν ενίσχυε στό τελευταίο στάδιο τού αγώνα της. Τό παράδοξο είναι ότι εμφανίσθηκε καί σέ μία από τίς οικονόμους τής Γερόντισσας, ζωντανά γιά νά δυναμώσει τήν πίστη της. Επιστατούσε ο ίδιος στήν διαδικασία εξόδου καί ελάμβανε πρωτοβουλίες.

Καί χθές ειρηνικά καί γαλήνια, έκλεισε τούς οφθαλμούς της στήν επίκυρη τούτη σκηνή, γιά νά τούς ξανανοίξει λαμπροτέρους καί ευκρινέστερους στήν αβασίλευτη απαντοχή.

Αείμνηστη, εν-Χριστωμένη πολυσέβαστη καί πολύκλαυστη Γερόντισσά μας.

Από μικρή ρούφηξες λαίμαργα τό λογικόν καί άδολον γάλα τής πίστεώς μας από τόν ζωηρότατο μαστό τής Εκκλησίας καί αυξήθηκες τόσο πνευματικά ώστε αναδείχθηκες τών «πάλαι Οσίων» ομότροπη καί τών συγχρόνων Αγίων ισοστάσια. Μέθυσες από τό νηφάλιο νάμα πού μεταγγίζει ο κρατήρας τής λαϊκής ευσέβειας, τής ζωοδότρας αυτής μάνας τής ησυχαστικής τελειώσεως. Τυλιγμένη στόν μανδύα μιάς αδιατάρακτης γαλήνης πού ήταν αντίδωρο τής ιερής πληρότητας πού εβίωνε η καρδιά σου, άφησες ίχνη διαβάσεως, πρότυπο οσιότητας αλλά καί ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Πορεύθηκες, ειδικά τούς έσχατους μήνες τής επί γής βιοτής σου, λεπτή λίαν, κατάφορτη αρετές, βιώνοντας οριακές καταστάσεις. Μάς άφηνες τήν αίσθηση πώς είχες χάσει τήν βαρύτητα καί δέν υπήρχες κάν στή γή. Όλη σου η παρουσία απέπνεε τήν αγγελικότητά σου. Βλέπαμε αυτό πού έλεγες: ότι «οι ουρανοί είχαν ανοίξει» αλλά καί πάλι δέν τό πιστεύαμε.

Οι τελευταίες ημέρες σου κύλισαν σέ μία διακριτική αγαπητική κατάφαση πρός όλους. Εντονότερη από άλλες φορές. Άφηνες παραγγελίες καί ευχές ευχαριστίες καί ευγνωμοσύνες, παροχές καί αιτήσεις συγγνώμης. Όποιος εισερχόταν στό γαλήνιο ενδιαίτημά σου, αισθανόταν έντονα τήν ανάγκη νά κάνει τόν Σταυρό του. Σέ ένοιωθε μεταξύ ουρανού καί γής. Διψούσε τόν λόγον σου, απολάμβανε τήν γλυκύτατη μορφή σου πού αντιφέγγιζε τήν άσβεστη λαμπηδόνα τής Αναστάσεως καί τήν αμήχανη ομορφιά τών ουρανίων θαλάμων.

Έζησες τήν πείρα τών Προφητών, Αποστόλων, Μαρτύρων καί Οσίων σέ εντονότατο βαθμό, αφού είχες τό θάρρος καί τήν τόλμη νά ορμάς μέ ιλιγγιώδη ταχύτητα πρός τόν Θεό, νά απολαμβάνεις σπάνιες καταστάσεις καί νά διακατέχεσαι από μία θανατηφόρα δίψα γιά τόν Χριστό. Ένοιωθες ως τό μηδέν τού κόσμου, πού όμως στήν περίπτωσή σου ισοδυναμεί μέ τό πάν τού κόσμου, μέ τό υπεράνω τού κόσμου, μέ τόν όντως κόσμο.

Τώρα, εμείς, έστω καί ακροθιγώς, μέ τά μάτια τής ψυχής μας, θαμπωνόμαστε από τό θριαμβευτικό σου ανέβασμα. Μέ ταχύτητα πυραύλου κινείσαι πρός τό Αΐδιον Φώς, πού δέν σού είναι άγνωστο γιατί επακριβώς τό εβίωσες από τήν παρούσα ζωή, καί εμείς βλέποντας τίς φωτεινές ανταύγειες πού αφήνει πίσω της, η εμπυρισμένηαπό τήν Χάρη ψυχή σου, δοξάζουμε τόν Θεό που σέ γνωρίσαμε καί αξιωθήκαμε νά απολαύσουμε τό κάλλος τής αναγεννημένης καρδιάς σου. Ταυτόχρονα, ακούμε τίς χαρμόσυνες ιαχές τών γονέων σου, τής Αντωνούλας, τών συγγενών σου, τών φίλων σου Αγγέλων καί Αγίων πού κροτούν ενθουσιωδώς τά σήμαντρα τού ουρανού, σέ υποδέχονται αγιοπρεπώς καί συμπανηγυρίζουν μαζί σου.

«Τούς βλέπεις αυτούς;» μού έλεγες δείχνοντάς μου τά εικονάκια πού είχες πάνω στό τραπέζι σου. «Όλοι αυτοί είναι <καμαράντ>» δηλαδή φίλοι μου.

Προσωπικά νοιώθω τόν ανελέητο απαρφανισμό, τόν φρικτό αποχωρισμό γιατί ήσουν μανούλα μου. Ελπίζω, όμως στήν επανασυνάντηση καί ότι δέν θά μέ αφήσεις. Θά δρομολογείς εξελίξεις γιά τήν σωτηρία μου καί στήν ύστατη στιγμή μου μέ λαχτάρα θά μέ υπαντήσεις… Καί επειδή δέν μπορώ νά σού τραγουδήσω, τώρα πού σέ βλέπω ύστατη φορά στήν πρόσκαιρη αυτή ζωή, θέλω λυρικά καί επάξια νά σέ μακαρίσω:

-Χαίρε Γερόντισσα Γαλακτία στούς λειμώνες τού Παραδείσου καί στούς κόλπους τών Αγίων Πατριαρχών.

-Χαίρε πολύτεκνη μάνα, εύγονη γή στό γεώργιον τού Κυρίου, γονιμότατη φύτρα εκκολάψεως χαρισμάτων, αγνότατη νύμφη στήν παστάδα τού Παμβασιλέως, στοργική μητέρα τών μετανοούντων καί επιδέξια προπονήτρια τών αγωνιζομένων, χαίρε καταφύγιο τών δοκιμαζομένων καί άτυφη τροφοδότρια τών εστερημένων, χαίρε η μιμησαμένη «τάς φρονίμους παρθένας» καί αποποιησαμένη «τάς ηδονοπλέκτους χλαίνας», χαίρε καί πάλιν ερώ χαίρε, μετά τών φιλτάτων σου αγγελικών στρατευμάτων καί πάντων τών Αγίων Μητέρων τής Εκκλησίας μας.

-Χαίρε εσταυρωμένη αγάπη, διάτρητη καί άτρωτη καρδιά, μετά πάντων «τών περιβεβλημένων στολάς λευκάς καί εισαχθέντων εκ τής θλίψεως τής μεγάλης» (Αποκ. 9, 14) εις τήν πανευφρόσυνον πανδαισίαν τής Άνω Ιερουσαλήμ.

-Χαίρε Αναστημένη καρδιά από τήν σταυρική δύναμη τής νοεράς εργασίας καί τά «καί τά εντάφια σπάργανα» τής ισοπεδωτικής ταπεινώσεως.

-Χαίρε εμπνευσμένε σκυταλοδρόμε τού Πνεύματος καί θησαυροφυλάκιο τών ρημάτων τού Θείου φθέγματος, ότι τόν πλάνο τού αιώνα υπερέβης καί τόν δόλιο δράκοντα ενέπαιξες.

Προσκυνώ τά χέρια σου, πού δέν παραμορφώθηκαν από χημικούς χρωματισμούς, αλλά υψώνονταν διαρκώς σέ πανύχιες στάσεις ικεσίας, σκόρπισαν ροδοπέταλα αγάπης, μεταστοιχειώθηκαν από τήν ανιδιοτελή προσφορά.

Προσκυνώ τά πόδια σου, πού δέν βημάτισαν ποτέ στήν οδό τής ματαιότητας αλλά έτρεχαν γιά τήν ανακούφιση τού ανθρώπινου πόνου καί τήν εφαρμογή τού νόμου τού Θεού.

Προσκυνώ τά μάτια σου, πού έβλεπαν απλά καί αγνά, πού ανακάλυπταν τήν δυστυχία τού άλλου, πού έχυσαν ποταμούς δακρύων καί πού ενατένισαν ζωντανά τήν δόξα τού Θεού.

Προσκυνώ τό ευωδιαστό πρόσωπό σου, γιατί στήν έκφρασή του, αποτυπώθηκε η μακαριότητα τού Παραδείσου, γιατί αντικατόπτριζε ενδογενώς τήν θαλερότητα τής ψυχής σου, γιατί τό αγγελικό χαμόγελο πού τό στόλιζε, ήταν ένα ανοιχτό παράθυρο απ όπου φανέρωνε στόν κόσμο, τήν Παρουσία Του ο Χριστός.

Προσκυνώ τέλος τήν αγία ψυχή σου, γιατί έγινε εικονοστάσι τής Ορθόδοξης Παράδοσης, ζωντανό κατοικητήριο τού Θεού, παράρτημα ολοφάνερο τής Βασιλείας τών Ουρανών, ανάμεσά μας.

Οι διάδοχες γενιές, νά είσαι σίγουρη ότι θά καθηλώσουν τό βλέμμα πάνω σου. Θά σέ νοιώσουν μητέρα. Θά σκύψουν μαθητικά στήν ησυχαστική παρακαταθήκη σου. Καί θά καυχηθούν «εν Κυρίω» γιατί στήν δύση τού εικοστού αιώνα έλαμψε καί πάλι στήν αγιοτόκο Μεσσαρά ένα μεγάλο αστέρι, ικανό νά φωτίσει μέ τήν λάμψη του τήν πνευματική μας διαδρομή στήν τρίτη χιλιετία.

Αιωνία σου η μνήμη καί καλή αντάμωση!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια: