ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2021

Θαύματα στη ζωή των σύγχρονων μαρτύρων

Ως σύγχρονους μάρτυρες προσδιορίζουμε σ’ αυτή τη μελέτη τους ορθόδοξους χριστιανούς μάρτυρες που μαρτύρησαν σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, καθώς και τον 21ο αιώνα, κατά τον οποίο, αν και ακόμη βρίσκεται στην αρχή του, έχουμε ήδη πάμπολλους μάρτυρες, ιδίως στις περιοχές του κόσμου που στέναξαν ή στενάζουν κάτω από τη σπάθη του τζιχαντισμού.

Από την πιο πρώιμη εποχή της ύπαρξης σύγχρονων μαρτύρων μας έρχεται η πιο εντυπωσιακή και δύσκολη στην αποδοχή της διήγηση, η ανάσταση ενός νεομάρτυρα (και μάλιστα αποκεφαλισθέντος!) στη Ρωσία του 1918.

Πρόκειται για τον ιερέα Τιμόθεο Strelkov, ο οποίος «εκτελέστηκε με αποκεφαλισμό το 1918, αναστήθηκε θαυματουργικά, έζησε κρυπτόμενος 12 χρόνια και εκτελέστηκε και πάλι το 1930» (από τη μελέτη του Αντωνίου Μάρκου «Οι Ρώσοι νεομάρτυρες», που δημοσιεύεται εδώ και αποσπάσματα αναδημοσιεύονται εδώ. Πρόκειται για ένα εκτενές μαρτυρολόγιο εκατοντάδων Ρώσων μαρτύρων από τα πρώτα χρόνια του αθεϊστικού καθεστώτος, που αναφέρει ονόματα, τοποθεσίες και χρονολογίες, με πλήρη σχεδόν απουσία υπερφυσικού στοιχείου, και μπορούμε να θεωρήσουμε ότι δεν λέει παραμύθια – και να αναχθούμε σε ανάλογα συμπεράσματα για τα αρχαία μαρτυρολόγια).
 
Λεπτομέρειες διαβάζουμε σε αυτή τη ρωσική καταχώρηση, που προέρχεται από καταγραφή του Ρώσου μοναχού Επιφανίου Chernov († 1994) και ελληνικά εδώ. Ο π. Τιμόθεος Strelkov κατοικούσε στο χωριό Mikhailovka στα Ουράλια (για το οποίο, υποθέτω, εδώ, καταχώριση 11 κ. εξ. στη σελίδα) και αποκεφαλίστηκε κοντά στο χωριό Mitrofanovka (εδώ). Οδηγήθηκε εκεί συνοδευόμενος από πλήθος συγχωριανών του, αλλά και ανθρώπους του νέου καθεστώτος, οι οποίοι κάποια στιγμή διατάχτηκαν να αποχωρήσουν (και οι μεν και οι δε) και παρέμειναν μόνο ο καταδικασθείς μάρτυρας, η πρεσβυτέρα (η σύζυγός του) και ο έφιππος εκτελεστής του. Τον αποκεφάλισε ενώ ήταν οι τρεις τους. Η πρεσβυτέρα έντρομη και σοκαρισμένη κατέφυγε στη Mitrofanovka, όπου συγκεντρώθηκαν οι κάτοικοι και ήρθαν να πάρουν το σώμα του. Τότε όμως τον βρήκαν λουσμένο στο αίμα, αλλά χωρίς πληγές. Είχε τις αισθήσεις του και, όταν τον καθάρισαν, είδαν μια λεπτή κόκκινη γραμμή γύρω στο λαιμό του, εκεί όπου τον είχε χτυπήσει το σπαθί. Ο π. Τιμόθεος ανέφερε ότι δεν είχε καμιά ανάμνηση από το διάστημα του θανάτου του· θυμόταν μόνο τη λεπίδα να κατεβαίνει και μετά να συνέρχεται μόνος στο έδαφος, αφού είχε εγκαταλειφθεί από το δήμιό του.

Μετά από διάφορες περιπέτειες συνελήφθη, βασανίστηκε και εκτελέστηκε ξανά το 1930.

Το επεισόδιο αυτό δεν είμαστε υποχρεωμένοι να το πιστέψουμε, δεδομένου ότι δεν το είδαμε εμείς. Αποτελεί απλώς μια καταγραφή – μοναδική όμως εξαίρεση, αν αυτό έχει κάποια σημασία, ανάμεσα σε εκατοντάδες, πολλές φορές φρικτές, καταγραφές μαρτυρίων χωρίς υπερφυσικά στοιχεία. Θα ισχυριστώ λοιπόν ότι δεν είναι προϊόν ενός ευφάνταστου μυθοπλάστη, γιατί τότε θα είχαμε κι άλλες ανάλογες περιπτώσεις στο μαρτυρολόγιο.

Θεωρώ πρέπον να επισημάνω ότι, κατά τη γνώμη μου, αν έγραφα ότι δεν υπάρχει Θεός και ότι πιθανόν ο μάρτυρας να βρέθηκε, με ανεξήγητο τρόπο, σε κάποιο παράλληλο σύμπαν και εξ αιτίας αυτής της μεταφοράς να ανέζησε, λόγω κάποιων φυσικών νόμων, άγνωστων σήμερα, που όμως θα ανακαλυφθούν και θα εξηγηθούν από τη φυσική με την πάροδο των ετών, τότε κάποιοι που τώρα σαρκάζουν ή εξοργίζονται θα ήταν πρόθυμοι να δεχτούν ότι ένα τέτοιο γεγονός ίσως συνέβη πραγματικά. 
 
Σε μια εποχή, όπου η επιστήμη αποδέχεται ότι ενδεχομένως υπάρχουν (άπειρα) παράλληλα σύμπαντα, ότι υπάρχουν καμπύλες διαστάσεις, ότι ο χρόνος είναι διάσταση ενός ενιαίου χωροχρόνου, το ταξίδι στον οποίο είναι θεωρητικά εφικτό, ότι το μεγαλύτερο μέρος των συμπαγών σωμάτων είναι κενό, ότι τα στοιχειώδη σωματίδια συμπεριφέρονται και ως κύματα και τόσα άλλα, τα όρια μεταξύ του εφικτού και του ανέφικτου, καθώς επίσης και μεταξύ του λογικού και του παράλογου, είναι εντελώς σχετικά. Το μόνο όριο που μένει αμετακίνητο είναι εκείνο, που χωρίζει τη δυνατότητα κάποιων από εμάς ν’ αποδεχτούν ως ενδεχόμενο την ύπαρξη του Θεού από την εμμονή κάποιων άλλων να προτιμήσουν οποιαδήποτε άλλη εξήγηση, όσο απίθανη κι αν είναι, για να μην υποχρεωθούν (για ψυχολογικούς λόγους) να παραδεχτούν ότι πιθανόν υπάρχει Θεός.

Επειδή η επικρατέστερη σύγχρονη θρησκεία είναι μια ιδεολογική αντιμετώπιση της επιστήμης, με θεότητα ένα φανταστικό παντοδύναμο είδωλο του ανθρώπινου νου και εκατομμύρια πιστούς (που νομίζουν υποσυνείδητα ότι η θεότητα αυτή υπονοεί τον δικό τους νου), ό,τι φαίνεται συμβατό με τις αρχές αυτής της θρησκείας είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτό, ενώ ότι στρέφεται προς τις αρχές της «παλιάς θρησκείας» απορρίπτεται με (κυριολεκτικά) θρησκευτικό φανατισμό. Για μια διερεύνηση αυτού του ζητήματος προτείνουμε τις αναρτήσεις Εισαγωγή στην "ψυχολογία του Αθεϊσμού", Σύγχρονη άποψη για την ψυχολογία τού αθέου και Τα στάδια του αθεϊσμού.

Εν πάση περιπτώσει, η περίπτωση του ιερομάρτυρα Τιμόθεου μας υπενθυμίζει την ανάλογη της αγίας Ειρήνης, η οποία, σύμφωνα με το συναξάρι της, αφού αποκεφαλίστηκε, αναστήθηκε και, μετά από παρέλευση αριθμού ετών, κοιμήθηκε εν ειρήνη. Το ίδιο αναφέρεται και στη βιογραφία της ορθόδοξης αγίας Γουΐνιφριντ (Winefride) της Ουαλίας, που έζησε τον 7ο αι. μ.Χ., αποκεφαλίστηκε από το γιο ενός τοπικού οπλαρχηγού (επίδοξο βιαστή της) και στη συνέχεια αναστήθηκε μετά από προσευχή του θείου της, του αγίου Beuno· όπως και ο π. Τιμόθεος, «μετά την ανάστασή της είχε μία κόκκινη ουλή γύρω από το λαιμό, σαν ένδειξη ότι της είχαν κόψει το κεφάλι» (περισσότερα εδώ). Αυτά τα φαινομενικά εξωφρενικά περιστατικά, τα οποία εκ πρώτης όψεως απορρίπτονται ασυζητητί, ίσως τελικά να μην είναι ψέμα, αφού παρόμοιο περιστατικό μαρτυρείται και στον 20ό αιώνα, πλήρως εντοπισμένο τοπικά και χρονικά. Μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι και τα τρία περιστατικά είναι ψέματα· είπαμε, δεν τα είδαμε με τα μάτια μας. Αν όμως πιστεύετε ότι δεν θα μπορούσε καν να είναι αληθινά, τότε είμαι υποχρεωμένος να σας παραπέμψω στο σενάριο με τα παράλληλα σύμπαντα.

Θαυματουργικά περιστατικά σχετικά με σύγχρονους μάρτυρες

Στις ιστορίες, τώρα, που αφορούν στους σύγχρονους μάρτυρες (του 20ού αιώνα), το θαυματουργικό στοιχείο δεν απουσιάζει, παρότι κι εδώ δεν κυριαρχεί. Υπενθυμίζω ότι και στις πάμπολλες καταγραφές που αφορούν τα μαρτύρια της ρωμαϊκής εποχής ή των χρόνων της Τουρκοκρατίας (ή των ποικίλων διωγμών που υπέστησαν οι χριστιανοί από τους Πέρσες ή τους αιρετικούς αυτοκράτορες κατά καιρούς), στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έχουμε θαύματα. Τα θαύματα είναι πολλά, αλλά σε σχέση με το σύνολο των περιπτώσεων σαφώς αποτελούν εξαίρεση, όπως συμβαίνει και στην καθημερινή ζωή. Το ίδιο ισχύει και σε ό,τι αφορά στους σύγχρονους μάρτυρες, αν και είμαι βέβαιος ότι, καθώς θα πληθαίνουν οι καταγραφές, θα γίνουν γνωστές περισσότερες περιπτώσεις θαυμάτων (αληθινών εννοώ).

Ορισμένες περιπτώσεις που μπορούμε να σταχυολογήσουμε, εκτός της ανάστασης του ιερομάρτυρα Τιμόθεου, που προαναφέραμε, είναι η εμφάνιση του Ιησού Χριστού (σε όνειρο) στον φυλακισμένο Ιουδαίο Νικολάε Στάινχαρτ, ο οποίος μεταστράφηκε στην Ορθοδοξία (εδώ), η εμφάνιση της Θεοτόκου στο νεομάρτυρα Βαλέριο Γκαφένκου (& άλλες εμπειρίες του), η εμφάνιση του θείου φωτός στον π. Γκεόργκε (Γεώργιο) Κάλτσιου-Ντουμιτρεάσα και η μετάνοια των ποινικών κρατουμένων που είχαν λάβει διαταγή να τον δολοφονήσουν (βλ. και για τα δύο εδώ), η θεραπεία του Δημητρίου Μπορντεάνου μέσω της προσευχής του κρατούμενου Γεωργίου Ζιμπόιου (εδώ) και η επί διήμερο επιβίωση του προσευχόμενου π. Αρσενίου Στρελτσώφ και ενός συναιχμαλώτου του ονόματι Αλέξιος, υπό συνθήκες πολικού ψύχους, εντός του θείου φωτός, καθώς και άλλες πνευματικές εμπειρίες του (βλ. Πατήρ Αρσένιος 1, Ο κατάδικος «ZEK – 18376», έκδοση, πρωτοτύπως στα ρωσικά, του Ορθοδόξου Θεολογικού Ινστιτούτου Αγίου Τύχωνος, Μόσχα 1994, ελλ. έκδ. ιεράς μονής Παρακλήτου, Ωρωπός 2007, σελ. 87-95 και 104-110).
 
Γεώργιος Ζιμπόιου
 
Υπάρχουν όμως και σημεία που παρατηρήθηκαν μετά την τελείωση (το θάνατο) των μαρτύρων, όπως η επί τρία τουλάχιστον συνεχή έτη μυροβλυσία των λειψάνων Ρουμάνων νεομαρτύρων ενώπιον των ανθρώπων σε ετήσια εκδήλωση για τη μνήμη τους στο Ιάσιο (εδώ), τα θαύματα που αποδίδονται στο νεομάρτυρα του 1996 Ευγένιο Ροντιόνωφ, εδώ (χάρτινη εικόνα του οποίου πληροφορηθήκαμε ότι μυροβλύζει σε αγιορείτικο κελί και ο οποίος εμφανίστηκε και σε όνειρο ενός πολύ δικού μου ανθρώπου, που τον αναγνώρισε στη συνέχεια από τη φωτογραφία του, ενώ η εικόνα που του έδειξα διέφερε από τη μορφή του – δύο «σημεία» του που δεν είναι δημοσιευμένα σε βιβλία), η εύρεση άφθορων λειψάνων σύγχρονων ομολογητών, όπως των πατέρων Ιλίε Λακατούσου († 1982 – εδώ), Γκεόργκε Κάλτσιου-Ντουμιτρεάσα († 2006, βλ. εδώ) και αγίου Γαβριήλ της Γεωργίας, τα σημεία που ακολούθησαν την κοίμηση και την εξόδιο ακολουθία του ομολογητή π. Ιουστίνου Πίρβου († 2013, βλ. εδώ) κ.ά.


Δύο από τις ανωτέρω περιπτώσεις

Θα παραθέσουμε δύο μόνον από τις ανωτέρω περιπτώσεις, παραπέμποντας κάθε ενδιαφερόμενο στις παραπομπές που δώσαμε για περισσότερα.


Η εμφάνιση της Θεοτόκου στον άγιο Βαλέριο Γκαφένκου



Ο Βαλέριος ήταν πολύ συγκεντρωμένος, κάτι παράξενο γι' αυτόν διότι με την προχωρημένη πνευματική του κατάσταση μπορούσε να παραμείνει χαλαρός μέχρι και στις πιο οδυνηρές φάσεις, που έπρεπε όλοι εμείς να περάσουμε. Ένιωσα ότι θέλει να μου πει κάτι.
«Ιωάννη, εσύ είσαι ο καλύτερός μου φίλος, μου είπε. Αλλά τώρα δεν έρχομαι σαν φίλος σε σένα. Έρχομαι να σου ζητήσω μια συμβουλή, να σου κάνω υπακοή. Θέλεις να με ακούσεις;».
«Σε ακούω, απάντησα, αλλά δεν ξέρω αν είμαι άξιος για την εμπιστοσύνη σου σε μένα».
Ο Βαλέριος έκλεισε τα μάτια και μου είπε ήρεμος:
«Αυτή την νύχτα αγρυπνούσα. Περίμενα να ακούσω τη μελωδία από τα κάλαντα που συνέθετα. Ήθελα να είναι πολύ ωραία. Την έψαλλα στο νου μου. Την αισθάνθηκα να κατεβαίνει από τους ουρανούς. Ήμουν άγρυπνος, νηφάλιος και ήρεμος όταν ξαφνικά σήκωσα τα μάτια μου και στην άκρη του κρεβατιού είδα την Παναγία, ντυμένη στα λευκά, όρθια, ζωντανή, πραγματική. Ήταν χωρίς το Βρέφος. Η παρουσία της μου φαινόταν ζωντανή. Η Παναγία ήταν πραγματικά δίπλα μου. Ήμουν πολύ ευτυχής. Είχα ξεχάσει τα πάντα. Τότε Αυτή μου είπε:
“Εγώ είμαι η αγάπη σου! Να μη φοβάσαι! Να μην αμφιβάλλεις! Η νίκη θα είναι του Υιού μου! Αυτός αγίασε τώρα αυτό τον τόπο και τον ετοίμασε για όσα θα γίνουν στο μέλλον. Οι δυνάμεις του σκότους αυξάνουν και ακόμη θα φοβίζουν τον κόσμο, αλλά θα αφανιστούν. Ο Υιός μου περιμένει τους ανθρώπους να επιστρέψουν στην πίστη. Σήμερα οι υιοί του σκότους είναι πιο ατρόμητοι από τους υιούς του φωτός. Έστω κι αν σας φαίνεται ότι δεν υπάρχει πια πίστη στη γη, να ξέρετε ότι η απολύτρωση θα έλθει, αλλά με φωτιά και εμπρησμούς. Ο κόσμος πρέπει ακόμη να υποφέρει. Εδώ, όμως, υπάρχει πολλή πίστη και ήρθα να σας ενθαρρύνω. Κρατείτε την ομολογία σας. Ο κόσμος ανήκει στον Χριστό!”. Μετά η Παναγία εξαφανίστηκε και εγώ έμεινα πλημμυρισμένος από ευτυχία».
Ο Βαλέριος μιλούσε απλά, ανοιχτά, χωρίς υπερηφάνεια. Η ψυχή του ήταν σαν ένα βάζο από γνήσιο κρύσταλλο, ένα βάζο που αξιώθηκε να δεχτεί τον Χριστό. Η ταπεινή του σκέψη και η ειρήνη με την οποία μου μίλησε μου έδωσαν την πεποίθηση ότι αυτό που έζησε δεν ήταν πλάνη. Αισθανόμουν κι εγώ αγιασμένος, ανακαινισμένος, συμμετέχοντας στο θαύμα. Με συστολή, αλλά και με πεποίθηση του είπα απλά:
«Ο Θεός μας προστατεύει. Εμείς μπορούμε να πέσουμε, αλλά Αυτός θα νικά. Χρειαζόμαστε πίστη και τώρα μπορούμε να έχουμε περισσότερη. Να προσευχόμαστε!».
Είπαμε μαζί μια σύντομη προσευχή. Και, στην ησυχία του θαλάμου 4, που ήταν χώρος για τους ετοιμοθάνατους, για μια στιγμή οι ψυχές μας ενώθηκαν και ανέβηκαν στον ουρανό.
Δεν ήταν η μοναδική φορά που ο Βαλέριος μου εξομολογήθηκε τέτοια υψηλά βιώματά του. Μια άλλη μέρα, όχι κοντά στα Χριστούγεννα, με παρακάλεσε ξανά να τον ακούσω. Μου είπε:
«Χθες αργά τη νύχτα προσευχόμουν. Ένιωθα παρηγορημένος από τη Χάρη του Θεού και χαιρόμουνα μυστικά για το δώρο που μου είχε δοθεί. Ήμουν άγρυπνος, είχα πλήρη συνείδηση και ευτυχία. Ξαφνικά ένιωσα κάτι εξαίσιο να γίνεται μέσα μου, χωρίς να ελέγχεται από τη θέλησή μου. Η ψυχή άρχισε να με εγκαταλείπει. Όχι μόνο δε φοβόμουν, αλλά ήξερα ότι αυτό δεν ήταν ο θάνατός μου. Όσο η ψυχή εγκατέλειπε το σώμα, τόσο η εσωτερική μου χαρά αύξανε. Η ψυχή ανέβηκε σιγά σιγά προς το στήθος, το λαιμό, το κεφάλι. Αισθανόμουν ευτυχής, καθαρός, φωτισμένος από ένα άγιο φως. Ποτέ ο νους μου δεν ήταν τόσο ανοιχτός. Ήξερα ότι ο Κύριος είναι μαζί μου. Ήμουν ευτυχής διότι ήμουν υπό την προστασία Του.

»Ο χρόνος έδειχνε να έχει διασταλεί. Δεν ένιωθα πια τον πόνο του σώματός μου. Κοιτούσα το σώμα μου χωρίς να το επιθυμώ και χωρίς να το αποβάλλω. Η ζωή και η ύλη μου φαίνονταν υπέροχα θαύματα. Η ψυχή προσέγγισε γρήγορα στο στόμα και βγήκε από το σώμα. Ήξερα εκείνη τη στιγμή ότι μπορώ να πάω οπουδήποτε θέλω, χωρίς το εμπόδιο της ύλης. Ήταν κάτι το υπέροχο! Με πλημμύρισε μια ανεκδιήγητη χαρά. Ο πρώτος μου λογισμός ήταν να πάω να δω την οικογένειά μου, αλλά θυμήθηκα τις συμβουλές των Αγίων Πατέρων από το Γεροντικό, που διατάζουν “να μην επαφίεσαι στην ενέργεια των πνευμάτων εκτός αν κάνεις υπακοή, για να μη σε ξεγελάσει ο διάβολος και σε πλανήσει”. Θυμήθηκα τον ερημίτη που έβλεπε το δαίμονα σαν άγγελο φωτός.... Λοιπόν, ενθυμούμενος εγώ όλα αυτά, φοβήθηκα μήπως πλανηθώ και αποφάσισα να γυρίσω στο σώμα. Τώρα να, υποβάλλομαι στην υπακοή. Πες μου τί να κάνω και ακριβώς έτσι θα κάνω!».

Ακούγοντάς τον, έφριξα. Ζήτησα τρεις μέρες για να προσευχηθώ. Μετά από αυτές τις μέρες πήγα κοντά του και του είπα:
«Πιστεύω ότι είναι ενέργεια του Θεού. Η ταπείνωσή σου είναι εγγύηση της αλήθειας και του καλού. Εσύ κάνεις υπακοή σε μένα, αλλά δεν έχω τέτοια βιώματα, δεν έχω ποιον να συμβουλευτώ, ούτε πνευματικά βιβλία να μελετώ. Αισθάνομαι ανάξιος για τέτοια τιμή και φοβούμαι γι' αυτή την ευθύνη. Δεν αμφιβάλλω για τα θαύματα, αλλά δε νομίζω ότι είναι απαραίτητα για τη σωτηρία μας. Δοξάζω τον Θεό για όλα που γίνονται με μας, με σένα μέσω Αυτού! Η συμβουλή μου είναι να προσέχεις. Είναι καλά που ρώτησες. Να μην προχωρήσουμε πολύ, διότι δεν είμαστε έμπειροι. Να αποφεύγουμε τους πειρασμούς!».
Ο Βαλέριος με αφουγκράστηκε και δέχτηκε όλα όσα του είπα, χωρίς καμιά λύπη, αμφιβολία ή αντίδραση. Παρέμεινε ήρεμος και σύμφωνος με την απόφασή μου. Είχε ταπείνωση και γι' αυτό μου εμπιστεύτηκε τη θεϊκή κατάσταση που ζούσε. (…)

Η θεραπεία του Δημητρίου Μπορντεάνου και ο Γεώργιος Ζιμπόιου



Τον Φεβρουάριο 1954 με βγάλανε από τη Ζάρκα (παλιά φυλακή) και με πήγαν στο δωμάτιο 1 του Τμήματος. Στο δωμάτιο 1 έζησα το πιο φρικτό, το πιο φοβερό και το πιο αδιανόητο ψυχικό βάσανο. Επίσης, εκεί κατάλαβα τι είναι η πίστη στο Θεό.
Στο Πιτέστι, στην πιο σκληρή δοκιμασία (αναμορφωτήριο), εγώ δεν αρνήθηκα το Θεό, απλά δήλωσα δημόσια ότι δεν προσεύχομαι πια. Από εδώ, όμως, ακολούθησαν οι συνέπειες και γι’ αυτό, όταν μεταφέρθηκα στη φυλακή Γκέρλα, με έπιασε ο φόβος του θανάτου. Θεληματικά αρνήθηκα τη Θεία Χάρη και τότε, ίσως και ο Θεός με εγκατέλειψε και παρέμεινα μόνος μου και κενός στη μεγάλη δοκιμασία. Οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι η προσευχή είναι η κατάσταση επικοινωνίας μεταξύ του Πλάστη και του πλάσματος. Εγώ στερήθηκα της προσευχής, και στην ψυχή μου, στερούμενη της παρουσίας και της δύναμης του Θεού, εισήλθε το πνεύμα του σατανά. Κατάληψη που τη βίωνα με απερίγραπτη βιαιότητα.
Περπατώντας στο δωμάτιο, ένας νέος, διαφορετικός από όλους τους άλλους, τράβηξε το βλέμμα μου. Είχε τη μορφή ενός ανατολίτη ασκητή που εξέπεμπε καλοσύνη. Κάποια στιγμή με έπιασε να τον κοιτάω. Αναγκάστηκα να ακουμπήσω στο τοίχο για να μην χάσω την ισορροπία μου. Μου φαινότανε ότι μία δύναμη, ξένη από τη δική μου βούληση, αντιτασσόταν στο βλέμμα του νέου. Το πνεύμα του σατανά που με κατείχε, ίσως δεν μπορούσε να βαστάξει το βλέμμα του Γεωργίου Ζιμπόϊου – αυτό ήταν το όνομα του νέου.

Την άλλη μέρα το πρωί με πλησίασε και με προσκάλεσε να καθίσω στο δικό του ξύλινο κρεβάτι, να μιλήσουμε. Η πρώτη λέξη που μου απεύθυνε ήταν: «Αδελφέ, είσαι άρρωστος. Όμως μη φοβάσαι και να μου έχεις εμπιστοσύνη. Άνοιξε την ψυχή σου και πες μου τι έχεις στην καρδιά σου, ίσως μπορέσω να σε βοηθήσω σε κάτι».

Με λίγα λόγια του είπα όλα όσα μου βάραιναν την συνείδηση. Με ρώτησε αν προσεύχομαι πια. «Προσεύχομαι, αλλά δεν αισθάνομαι τίποτα, η καρδιά μου είναι πέτρινη», ήταν η απάντησή μου. «Από τότε που ξανάρχισες να προσεύχεσαι, ζήτησες συγγνώμη από τον Θεό;». Στην αρνητική μου απάντηση, συνέχισε: «Έκλαψες;». Πάλι, όχι. «Θα ήθελα να ξέρω και εγώ πως προσεύχεσαι». Μετά που του είπα την προσευχή που έλεγα, μου είπε ότι προσεύχομαι καλά. «Αισθάνομαι όμως ότι ο Θεός με εγκατέλειψε». «Μην προσβάλλεις τον Θεό, δεν σε εγκατέλειψε Αυτός. Εσύ Τον πρόσβαλες», παρατήρησε. Από τότε με προσκαλούσε κάθε μέρα να μιλάμε.

Καταλαβαίνοντας πόσο μεγάλη πνευματική δύναμη είχε, τον ικέτεψα να προσεύχεται και για μένα. «Εγώ θα προσεύχομαι, μου απάντησε, αλλά χρειάζεται ένας προσωπικός κόπος… Μόνο όταν θα προσευχηθείς με δάκρυα και μετανοήσεις, ο Θεός θα ακούσει τη φωνή σου και θα σε συγχωρέσει».
Όσο περισσότερο πλήθαιναν οι συζητήσεις μεταξύ μας, τόσο περισσότερο τα βάσανά μου γίνονταν πιο αφόρητα. Σ’ αυτή την ψυχική κατάσταση είχα τον εξής λογισμό: αν όλος ο κόσμος ήταν δικός μου, τι θα τον έκανα, αν δεν είχα πια την ειρήνη που είχα πριν σταματήσω να προσεύχομαι; Ή όπως λέει το Αγιογραφικό: «Τι γαρ ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδήση την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή» (Ματθ. 16,26).
Κόντευε το Πάσχα και οι δικές μου σωματικές και ψυχικές δυνάμεις είχανε εξαντληθεί. Το Μέγα Σάββατο, όταν χτύπησε το σιωπητήριο, ξάπλωσα στο ξύλινο κρεβάτι. Προς τα μεσάνυχτα κάτι με παρότρυνε να κατεβώ και να περπατήσω στο δωμάτιο. Πλησίασα το παράθυρο και εκείνη τη στιγμή άκουσα τις καμπάνες της εκκλησίας της Γκέρλας να χτυπάνε, ειδοποιώντας για την Ακολουθία της Αναστάσεως. Έπεσα στα γόνατα μπροστά στο παράθυρο και με τα χέρια σε σχήμα σταυρού, σε στάση προσευχής, έκραξα από τα βάθη της ψυχής μου: 

«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ομολογώ ότι έσφαλα ενώπιόν Σου, αλλά Εσύ, Κύριε, ξέρεις ότι έφτασα στο τέλος της υπομονής και του πόνου. Δεν μπορώ άλλο! Κάνε με μένα ότι θέλεις Εσύ! Εγώ έφυγα από Σένα, Κύριε, αλλά σε Εσένα προσεύχομαι με όλο το είναι μου: αν είναι δυνατόν, συγχώρεσέ με και ανάστησε την ψυχή μου, γιατί εγώ πιστεύω απεριόριστα στην Ανάστασή Σου!»

Εκείνη την στιγμή, καθώς ήμουν γονατιστός, με τα χέρια σε σχήμα σταυρού και κοιτούσα από το καγκελωτό παράθυρο, όλο το είναι μου συγκλονίστηκε και από τα μάτια μου άρχισαν να τρέχουν τα δάκρυα ποτάμι. Κλαίγοντας, μόνο αυτό μπόρεσα πια να πω: «Κύριε, ελέησέ με!». Δεν πρόλαβα να τελειώσω αυτές τις λέξεις και το σώμα μου άρχισε να τρέμει και να σπαρταρά όπως κάνουν οι δαιμονισμένοι και αισθάνθηκα πως, από την ψυχή και το σώμα μου βγήκε και με εγκατέλειψε μία ξένη δύναμη. Ήταν το πνεύμα του σατανά που με βασάνιζε και με κυρίευε τέσσερα χρόνια.
Έπεσα με το κεφάλι κάτω στο τσιμέντο, λιπόθυμος, με το πουκάμισο μουσκεμένο από τον ιδρώτα και τα δάκρυα δεν έπαυαν να τρέχουν σαν ποτάμι. Ήταν τα δάκρυα της μετάνοιας που ο Θεός δέχτηκε, συγχωρώντας την προσβολή που Του έκανα. Σε τέσσερα χρόνια βασάνων δεν έχυσα ένα δάκρυ, όμως τώρα η ψυχή μου λουζόταν στο λουτρό της μετάνοιας και του θαύματος του Θεού.
Μετά από λίγο σηκώθηκα, μην ξέροντας πια που βρίσκομαι. Αισθανόμουν άλλος άνθρωπος και ήμουν τόσο ελαφρύς, σαν να έπλεα σε άλλες σφαίρες. Την ημέρα της Αναστάσεώς Του, ο Θεός θεράπευσε και ανέστησε και εμένα. Γονάτισα πάλι και, με το πρόσωπο κάτω στη γη έκραξα από όλο το είναι μου: «Κύριε, είσαι τόσο καλός και ελεήμων με τους αμαρτωλούς, ώστε δεν ξέρω πως θα μπορούσα να Σε ευχαριστήσω!». Και τότε ήρθαν στο νου μου οι λέξεις του Ιησού, όταν θεράπευσε τον δαιμονισμένο: «Ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε ίνα μη χείρον τι σοι γένηται» (Ιωάν. 5,14). Και η καρδιά μου αισθάνθηκε μια χαρά που δεν μπορεί να την καταλάβει παρά μόνο αυτός που την έζησε. Αν μέχρι τότε ήμουν στην κόλαση, εκείνη τη στιγμή αισθανόμουν ότι η μακαριότητα του Παραδείσου δεν ήταν μακριά από την ψυχή μου.
Σηκώθηκα από το πάτωμα. Σαν από όνειρο, μπροστά μου στεκόταν ο Ζιμπόϊου. Τον ασπάστηκα, λέγοντάς του με όλη μου την καρδιά: «Χριστός ανέστη!». «Αληθώς ανέστη!», μου απάντησε γεμάτος στοργή. Κλάψαμε και οι δύο. Σε όλη μου τη ζωή δεν αισθάνθηκα κανέναν τόσο κοντά όσο αισθανόμουν εκείνη τη στιγμή τον Ζιμπόϊου. Ζούσαμε και οι δυο τη χαρά της ανάστασής μου. Ήθελα να τον ευχαριστήσω για τη βοήθεια, αλλά αυτός αρκέστηκε να πει: «Τα δάκρυά σου έγιναν δεκτά από τον Θεό και το έλεός του σε θεράπευσε. Από τότε που κατέβηκες από το κρεβάτι, είδα τα πάντα. Ούτε εγώ κοιμόμουν. Χαίρομαι με όλη μου την καρδιά για σένα».

Ξημέρωσε και οι άνθρωποι που ήταν στο δωμάτιο ξύπνησαν. Εμένα, το φως της Αναστάσεως με περιέβαλε με τις ακτίνες του. Έγινα άλλος άνθρωπος σύμφωνα με το αγιογραφικό: «Νεκρός ην και ανέζησεν και απολωλός ην και ευρέθη» (Λουκ. 15,24).

*****

Είμαι βέβαιος ότι στις χώρες, από τις οποίες προέρχονται οι νεομάρτυρες, είναι καταγεγραμμένα πολλαπλάσια θαύματα και βιώματά τους και συνεχίζουν να συμβαίνουν. Εδώ γνωρίζουμε πολύ λίγα γι’ αυτούς, γι’ αυτό και τα θαύματα και βιώματα που γνωρίζουμε είναι επίσης λίγα.

Επισημαίνουμε ότι τα θαύματα – όπως αναφέρεται και στο απόσπασμα για τον άγιο Βαλέριο – δεν είναι η ουσία της πίστης μας. Αυτή είναι η εν Χριστώ αγάπη προς Θεό και ανθρώπους. Ωστόσο τα θαύματα είναι συνέπεια της αγιότητας και νομίζω ταπεινά ότι πρέπει να ληφθούν υπόψιν από τους αναζητητές της αλήθειας, χωρίς παρωπίδες. Αναφορά σε ορισμένους σύγχρονους θαυματουργούς αγίους, που θεωρώ ότι αξίζει να μελετηθούν, γίνεται και στο άρθρο μας: Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης, Ο Δρόμος προς το Φως: οι άγιοι διδάσκαλοι της Ορθοδοξίας και οι αντίστοιχοι των θρησκειών.

Μπορείτε να δείτε επίσης:

Θαυματουργοί άγιοι: αλήθεια ή μύθος;.

Μαρτυρίες δυο πανεπιστημιακών για σύγχρονους αγίους: Γ. Παπαζάχος (καθηγητής καρδιολογίας), π. Ν. Λουδοβίκος.


Ένας σύγχρονος μάρτυρας (Κωνσταντίν Οπρισάν, † 1958)


Θα ολοκληρώσουμε το παρόν άρθρο με ένα σημείωμα για το σύγχρονο μάρτυρα Κωνσταντίν Οπρισάν, τον «Φιλόσοφο και Μάρτυρα», που φυλακίστηκε από το αθεϊστικό καθεστώς της Ρουμανίας το 1948 και πέθανε στη φυλακή της Ζιλάβα το 1958, μετά από σειρά βασανιστικών ετών στις φρικτές φυλακές του Πιτέστι και της Γκέρλα. Το σημείωμα (που δεν έχει σχέση με θαύματα, αλλά με το θαυμαστό φρόνημα των μαρτύρων και ομολογητών του Χριστού) παραθέτει μαρτυρίες από τρεις πηγές: (α) αφηγήσεις του π. Γκεόργκε Κάλτσιου-Ντουμιτρεάσα, συγκρατούμενου του Οπρισάν στο κελί, (β) Virgil Maxim, Im pentru crucea purtata και (γ) Εουτζέν Ματζιρέσκου, Moara Dracilor, Edit Fronde (μάλλον πρόκειται για το βιβλίο Eugen Măgirescu, Moara dracilor. Amintiri din Ĩnchisoarea de la Piteşti, Paris, 1994).

Σε αυτόν (όπως και στον άγ. Βαλέριο Γκαφένκου, † 1952, και σε πολλούς άλλους) αναφέρεται και ο Ρουμάνος συγγραφέας Ιωάννης Ιανολίδε, τον οποίο προαναφέραμε, φυλακισμένος ο ίδιος από το 1941 έως το 1964, στο βιβλίο του Συνταρακτικά Περιστατικά Φυλακισμένων Ρουμάνων Ομολογητών και Μαρτύρων του 20ού αιώνα, εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 2009.

Το παράθεμα από εδώ, ενώ πολύ περισσότερα για τους Ρουμάνους νεομάρτυρες του αθεϊστικού καθεστώτος σε κάποιες από τις παραπομπές που δώσαμε νωρίτερα. Σε αυτά τα αφιερώματα, όπως και στην παρακάτω αφήγηση, είναι σαν να διαβάζουμε σελίδες από αρχαία μαρτυρολόγια ή συναξάρια, πράγμα που καταδεικνύει ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται (τηρουμένων των αναλογιών φυσικά) και ότι δεν είναι συνετό, αν μη τι άλλο, να απορρίπτουμε εκ των προτέρων τις πληροφορίες που μας έρχονται από πολλά χρόνια πίσω.

Ο νέος μάρτυρας του Ιησού Κωνσταντίν Οπρισάν έζησε σε αυτή τη κοιλάδα του κλαυθμώνος 37 χρόνια. Γεννήθηκε το 1921 στο Ονέστι – Μπακάου. Ήταν προικισμένος με ένα μεγάλο φιλοσοφικό και ποιητικό ταλέντο και μαθήτευσε στο Φράιμπουργκ κοντά στο μεγαλύτερο φιλόσοφο του 20ού αιώνα Μάρτιν Χάιντεγκερ. Συνελήφθη στο Κλουζ το 1948 μαζί με το άνθος της ρουμανικής νεολαίας, επειδή αγαπούσε το Χριστό και επιθυμούσε η πατρίδα του να είναι χριστιανική.
Άφησε την καριέρα του, τα νιάτα του, τη γυναίκα του, την οικογένεια και ό,τι σημαίνει εγκόσμια χαρά, για να ενδυθεί την αιώνια δόξα του σταυρού στις κουμμουνιστικές φυλακές. Εκοιμήθη εν Χριστώ στις 26 Ιουλίου 1958 στα μπουντρούμια της Ζιλάβα. Το όνομα του είναι σύμβολο της χριστιανικής και ανθρώπινης αξιοπρέπειας για τη γενιά του, γι' αυτό ο εχθρός της σωτηρίας [δηλ. ο διάβολος] τον πολέμησε δυνατά θέλοντας να χαθούν όσο πιο πολλές ψυχές. Στο Πιτέστι, στη Γκέρλα, στη Ζιλάβα, ο Κωνσταντίν Οπρισάν υπέφερε φρικτά βασανιστήρια, αληθινές σελίδες του ρουμανικού μαρτυρολογίου.

Μαρτυρίες για τον Κωνσταντίν Οπρισάν

Όταν μαλώναμε (στο κελί) εκείνος προσευχόταν. Η προσευχή του ήταν αποτελεσματική. Εμείς ντρεπόμασταν επειδή ξέραμε ότι προσεύχονταν. Δεν προσευχόταν με δυνατή φωνή, αλλά το έβλεπες στο αλλοιωμένο πρόσωπό του. Εμείς καταλαβαίναμε ότι προσεύχεται και σταματούσαμε τον καυγά. Ήταν σε άθλια κατάσταση επειδή τον είχαν βασανίσει στο Πιτέστι 3 χρόνια. Τον χτυπούσαν στο στήθος και στην πλάτη, του είχαν καταστρέψει τα πνευμόνια. Αλλά εκείνος προσεύχονταν όλη μέρα. Ποτέ δεν είπε κάτι κακό για τους βασανιστές του, μόνο μιλούσε για το Χριστό (π. Γκεόργκε Κάλτσιου-Ντουμιτρεάσα).
...ο Κωνσταντίν άρχισε να κάνει απόχρεμψη υγρών από τα πνευμόνια. Έμεινα με την πλάτη κολλημένος στην πόρτα. Ο άνθρωπος πνιγόταν. Πρέπει να έβγαλε τουλάχιστον ένα λίτρο φλέγμα και αίμα από τα πνευμόνια. Ήμουν έτοιμος να κάνω εμετό. Μόλις το κατάλαβε μου είπε «συγχώρα με». Εγώ ντράπηκα επειδή ήμουν φοιτητής της ιατρικής. Από τότε τον φρόντιζα όσο μπορούσα (π. Γκεόργκε Κάλτσιου-Ντουμιτρεάσα).
…Δε μιλούσε πολύ. Κάθε μέρα μας μιλούσε μια-δυο ώρες, επειδή δε μπορούσε να μιλήσει πιο πολύ. Κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του ήταν μια λέξη αγιασμένη - μόνο για το Χριστό, την αγάπη, τη συγχώρεση.
«Ενστικτωδώς όλοι μαζεύτηκαν γύρω από τον Οπρισάν σαν να ήταν η τελευταία σανίδα σωτηρίας που έπρεπε να σωθεί. Ο [αρχιβασανιστής] Τσουρκάνου πλησίασε τον Οπρισάν θέλοντας να τον διαλύσει. Πλησιάζοντάς τον τα δόντια του έτριζαν. Ο Οπρισάν τον κοίταζε χωρίς να ανοιγοκλείσει τα μάτια του. Από το μυαλό μου σαν αστραπή πέρασαν τα λόγια του Αρχάγγελου Μιχαήλ [επιστολή Ιούδα 9, δηλ. «ο Κύριος θα σε επιτιμήσει»].
Ο Τσουρκάνου έκανε σήμα στους συνεργάτες του, οι οποίοι πλησίασαν. Έπειτα είπε στον Οπρισάν: «Ξάπλωσε». Πολλοί έσκυψαν το κεφάλι τους, άλλοι έκλεισαν τα μάτια. Ο Πουσκάσου και ο Λιβίνσκι πέρασαν από τη μια και την άλλη πλευρά του Οπρισάν. Ο Τσουρκάνου στηρίχθηκε στους ώμους του και αφέθηκε με όλο το βάρος στο θώρακα του, μέχρι που έβγαλε όλο τον αέρα και μετά στο λαιμό του. Το θύμα φαινόταν να πεθαίνει από ασφυξία. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι που άρχισε να τρέχει αίμα από τη άκρη του στόματός του, που έβγαινε από τα πνευμόνια. Έπειτα ο Τσουρκάνου τον πάτησε άλλη μια φορά δυνατά στο στήθος και με τα δυο πόδια και με δαιμονική ικανοποίηση του είπε: «Σήκω! Έτσι θα πεθάνεις σιγά – σιγά, σταγόνα – σταγόνα». (Virgil Maxim “Im pentru crucea purtata”).
...Τον κοίταξα. Το πρόσωπό του ήταν εντελώς εξαντλημένο. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά αλλά έβλεπα πάνω τους κάτι σαν ομίχλη. Γύρισε τα μάτια του προς τα επάνω. Ήμουν τόσο τρομαγμένος που θα πέθαινε και ήμουν μόνος με εκείνον στο κελί. Έβαλα το χέρι μου επάνω του και είπα: «Κωνσταντίν, μην πεθάνεις, μην πεθάνεις. Έλα πίσω, έλα πίσω». 
Ούρλιαξα. Επέστρεψε. Τα μάτια του τώρα ήταν καθαρά. Δεν ξέρω τι έγινε με την ψυχή του αλλά στο πρόσωπό του είχε αποτυπωθεί ο τρόμος. Αισθάνθηκα ότι ήταν έτοιμος να μπει στον άλλο κόσμο και ότι εγώ τον γύρισα πίσω στο κελί. Έκλαιγε πολύ. Το πρόσωπό του είχε γίνει σαν ενός παιδιού. Ενός νεογέννητου παιδιού, που μόλις είχε βγει από την κοιλιά της μαμάς του. Ο Κωνσταντίν Οπρισάν έκλαιγε επειδή τον είχα αναγκάσει να γυρίσει πίσω. Μετά από λίγα λεπτά πέθανε. (π. Γκεόργκε Κάλτσιου-Ντουμιτρεάσα).
Είχε σπουδάσει φιλοσοφία. Στα 1946-1947, ήταν ο καλύτερος γνώστης της φιλοσοφίας των υπαρξιακών φιλοσόφων. Ήταν καλύτερος και από τους καθηγητές του. Ήταν φοβερά έξυπνος, μια διάνοια, ενώ παράλληλα ήταν ηθικός και πολύ πιστός. Άλλωστε ήταν πρόεδρος των αδελφοτήτων του σταυρού (σ.σ. αδελφότητες ορθοδόξων φοιτητών).
...Τον Κωνσταντίν Οπρισάν τον βασάνισαν σαν το Χριστό, εβδομάδες ολόκληρες, υποχρεώνοντας (με φριχτά βασανιστήρια, σ.σ) όλους όσους συνεργάστηκαν μαζί του στις ορθόδοξες αδελφότητες και οι οποίοι τον θαύμαζαν απεριόριστα, να τον χτυπήσουν, να τον φτύσουν, να τον βασανίσουν και να πουν γι' αυτόν ψέματα.
Μια φορά που μας είχαν βγάλει έξω, βγάζοντας το πουκάμισό του είδα ότι η πλάτη του ήταν γεμάτη ρίγες, σαν μια ζέβρα, σαν να τον είχαν γδάρει, κάψει ή μαστιγώσει, ο Θεός ξέρει (Εουτζέν Ματζιρέσκου - Moara Dracilor, Edit Fronde).

Στη συνέχεια ο π. Γεώργιος Κονισπολιάτης, διαχειριστής του ιστολογίου «Προσκυνητής», απ’ όπου το παραπάνω παράθεμα, σχολιάζει: «Τι ψυχές! Τι χριστιανοί! Τώρα στέκονται στον Ουρανό και προσεύχονται για εμάς τους χλιαρούς. Προσεύχονται να τους ακολουθήσουμε αν χρειαστεί, έστω, για αρχή, να μην αφήσουμε την προσευχή και να μη δίνουμε τόση σημασία στα εγκόσμια για να δεχθούμε το Χριστό χωρίς τον οποίο δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Για το Χριστό υβρίστηκαν, ταπεινώθηκαν, χτυπήθηκαν κτηνωδώς, υπέφεραν από το κρύο, την πείνα, την υγρασία, την προδοσία, αντιστεκόμενοι σ’ αυτούς που αναμόχλευσαν κάθε γωνιά της ψυχής τους στην προσπάθεια τους να διώξουν από εκεί το Χριστό με τη βία. Ευτυχώς δεν τα κατάφερναν πάντα!
Άγιοι Νέοι Μάρτυρες του Χριστού, πρεσβεύσατε υπέρ ημών!»

Δεν υπάρχουν σχόλια: