ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2020

Τα «χαρούμενα κείμενα» της Αγίας Γραφής


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Ελεάνορ Πόρτερ Πολυάννα (1913), κεφ. 22, σελ. 184 – 193 (αποσπάσματα). Εκδόσεις Μίνωας, σειρά Γαλάζια Βιβλιοθήκη, Αθήνα, Ιανουάριος 2017.

Το απόγευμα που η Πολυάννα μίλησε στον Τζον Πέντλετον για τον Τζίμη Μπιν, ο αιδεσιμότατος Πολ Φορντ ανηφόρισε το λόφο και μπήκε στο δάσος του Πέντλετον. Ήλπιζε ότι η ομορφιά της φύσης που δημιούργησε ο Θεός θα καταλάγιαζε τη θύελλα που είχαν προκαλέσει τα παιδιά Του.
Γιατί η καρδιά του πάστορα πονούσε πολύ. Μήνα με το μήνα, εδώ κι έναν χρόνο, η κατάσταση στην ενορία του διαρκώς χειροτέρευε. Επειδή τώρα, όπου κι αν στρεφόταν, συναντούσε διαπληκτισμούς, κουτσομπολιά, σκάνδαλα και ζήλια. Παρ’ όλες τις προσπάθειες και τις προσευχές του, τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. …
Ο πάστορας έβγαλε από την τσέπη του τις σημειώσεις του για το κήρυγμα της επόμενης Κυριακής και τις κοίταξε συνοφρυωμένος. Με ύφος αυστηρό, άρχισε να διαβάζει δυνατά τα εδάφια, πάνω στα οποία είχε στηρίξει το κήρυγμά του: «Ουαί δε υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι κατεσθίετε τας οικίας των χηρών και προφάσει μακρά προσευχόμενοι· διά τούτο λήψεσθε περισσότερον κρίμα …». [Ματθ. 23, 13 εξ.]

Εκεί τον βρήκε η Πολυάννα, επιστρέφοντας από το σπίτι του κυρίου Πέντλετον, κι έτρεξε κοντά του. …
«Σας αρέσει που είστε πάστορας;».
Ο αιδεσιμότατος σήκωσε αμέσως το κεφάλι.
«Και βέβαια μου αρέσει… Τι παράξενη ερώτηση! Γιατί ρωτάς, καλή μου;».
«Μου θυμίσατε τον πατέρα μου. Έτσι ήταν κι αυτός καμιά φορά».
«Αλήθεια;». Η φωνή του πάστορα ήταν ευγενική, αλλά είχε στρέψει πάλι το βλέμμα στο κιτρινισμένο φύλλο.
«Ναι. Και τότε τον ρωτούσα αυτό που ρώτησα κι εσάς, αν του άρεσε που ήταν πάστορας».
«Και… τι απαντούσε;» είπε εκείνος με θλιμμένο χαμόγελο.
«Ω, πάντα έλεγε ότι του άρεσε. Αλλά πάντα πρόσθετε πως δεν θα έμενε ούτε λεπτό πάστορας αν δεν υπήρχαν τα “χαρούμενα κείμενα”».
«Τα… ποια;».
Το βλέμμα του αιδεσιμότατου απομακρύνθηκε από το φύλλο και καρφώθηκε ερωτηματικά στο χαρούμενο προσωπάκι της μικρής.
«Έτσι τα έλεγε ο πατέρας» είπε γελώντας. «Βέβαια, στη Βίβλο δεν λέγονται έτσι, αλλά είναι όλα εκείνα που αρχίζουν με το “Ευφραίνεσθε εις τον Κύριο”, “Αγαλλιάσθε” ή “Αλαλάξατε” και τα λοιπά, ξέρετε. Μια μέρα που ο πατέρας ένιωθε πολύ άσχημα, τα μέτρησε ήταν οχτακόσια».
«Οχτακόσια!».
«Ναι… που μας έλεγαν να ευφρανθούμε και να είμαστε χαρούμενοι. Γι’ αυτό ο πατέρας μου τα ονόμασε “χαρούμενα κείμενα”».
«Ω!». Μια παράξενη έκφραση φάνηκε στο πρόσωπο του πάστορα. Η ματιά του είχε πέσει στις λέξεις στο πάνω μέρος του χαρτιού που κρατούσε: “Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές!”. «Ώστε ο πατέρας σου αγαπούσε τα “χαρούμενα κείμενα”;».
«Ναι» είπε με έμφαση η Πολυάννα. «Έλεγε πως ένιωθε καλύτερα από τότε που τα μέτρησε. Έλεγε πως, αν ο Θεός μπήκε στον κόπο να μας πει οχτακόσιες φορές να χαιρόμαστε και να αγαλλιάζουμε, θα πει ότι ήθελε να μας βλέπει έτσι. Κι ο πατέρας ντρεπόταν που δεν ήταν συχνά χαρούμενος. Έπειτα ήταν αληθινή ανακούφιση γι’ αυτόν, ξέρετε, όταν τα πράγματα πήγαιναν άσχημα, όταν οι κυρίες του Φιλοπτώχου τσακώνονταν… δεν συμφωνούσαν, θέλω να πω, σε κάτι» διόρθωσε η Πολυάννα βιαστικά. «Αυτά τα κείμενα, έλεγε ο πατέρας, τον έκαναν να σκεφτεί το “παιχνίδι”. Και άρχισε να το παίζει μαζί μου με αφορμή τα δεκανίκια».
«Και τι είδους παιχνίδι είναι αυτό;» ρώτησε ο πάστορας.
«Να βρίσκουμε κάτι σε όλα για να χαιρόμαστε. Όπως είπα, άρχισε όταν μου έστειλαν δεκανίκια αντί για κούκλα». Και η Πολυάννα άρχισε να διηγείται την ιστορία της, αυτή τη φορά σε έναν άνθρωπο που άκουγε με βλέμμα τρυφερό και ευήκοα ώτα. …
Εκείνο το βράδυ, στο γραφείο του, ο αιδεσιμότατος Πολ Φορντ καθόταν σκεφτικός. … Με τη φαντασία του, βρισκόταν πολύ μακριά, σε μια μικρή πόλη της Δύσης, μαζί με έναν ιεραπόστολο φτωχό, άρρωστο, στενοχωρημένο, σχεδόν ολομόναχο στον κόσμο, που έψαχνε τη Βίβλο για να δει πόσες φορές ο Κύριος και Θεός του τού είχε πει: «Να είσαι χαρούμενος κι ευτυχισμένος».
… Πήρε τις σημειώσεις του κηρύγματός του, τις έσκισε και τις πέταξε. Έτσι το κήρυγμα του αιδεσιμότατου Πολ Φορντ την επόμενη Κυριακή ήταν μια έκκληση προς ό,τι καλό είχε κάθε άντρας, γυναίκα και παιδί που το άκουσε. Και το κείμενό του ήταν ένα από τα οχτακόσια της Πολυάννας: «Ευφραίνεσθε εις τον Κύριον και αγάλλεσθε, δίκαιοι· και αλαλάξατε, πάντες οι ευθείς την καρδίαν» [Παλ. Διαθήκη, Ψαλμός 32, 11 – στην ελληνική Αγία Γραφή (εδώ): «ευφράνθητε επί Κύριον και αγαλλιάσθε, δίκαιοι, και καυχάσθε, πάντες οι ευθείς τη καρδία», Ψαλμός 31, 11].

Δεν υπάρχουν σχόλια: