ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Χριστιανικά θαύματα σε μουσουλμάνους (2)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ (1)

Β΄. Θαύματα ζώντων αγίων

Όλοι οι άγιοι είναι ζώντες. Εμείς όμως εννοούμε αγίους, που θαυματούργησαν κατά την επίγεια ζωή τους, πριν αναχωρήσουν για «τας ουρανίους μονάς». Πρόκειται κατά κανόνα για αγίους που έζησαν σε περιοχές κατοικημένες ή κατακτημένες από μουσουλμάνους ή με ανάμικτο πληθυσμό, χριστιανικό και μουσουλμανικό. Αξιοσημείωτο κι εδώ είναι ότι οι μουσουλμάνοι θεωρούσαν αυτονόητο το θαυματουργικό χάρισμα των αγίων και προσέτρεχαν σ’ αυτούς με φυσικότητα, όπως και οι χριστιανοί. Από το βίο τους σταχυολογούμε μερικές ενδιαφέρουσες και χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

 
1. «Τση Κεράς του το σπίτι»

Γύρω στο 1750 ένας άγιος ασκητής μόναζε στο ερειπωμένο τότε μοναστήρι της αγίας Ειρήνης, νότια του Ρεθύμνου, κοντά στο ομώνυμο χωριό (σήμερα γυναικεία μονή και σημαντικό πνευματικό κέντρο του Ρεθύμνου). Ο άγιος αυτός, του οποίου το όνομα δεν διασώζεται, θεράπευσε με την προσευχή του την ασθενή θυγατέρα του πασά του Ρεθύμνου και έλαβε, ως αμοιβή, την άδεια «να μεγαλώσει τση Κεράς του το σπίτι», δηλαδή το ναό του μοναστηριού, μέσα όμως σε προθεσμία σαράντα ημερών. Αυτό και έγινε.
Η παράδοση αυτή συμφωνεί με την αρχιτεκτονική των κτισμάτων, που προδίδει τουρκικούς χρόνους, και με τα γράμματα τα λαξευμένα στο υπέρθυρο της εισόδου του ναού, στα οποία ο Gerola (Monumenti Veneti nellisola di Creta, 3ος, σ. 173) είχε διαβάσει τη χρονολογία 1755.
Το γεγονός καταγράφεται από το Ν. Δρανδάκη, στα Κρητικά Χρονικά, Δ, 1950, σελ. 61, σημ. 203, και αναδημοσιεύεται στο βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη Μοναστήρια και ερημητήρια της Κρήτης, τόμ. Β΄, σελ. 78.

 
2. Ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος


Ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος ήταν αιχμάλωτος του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1710-11. Πουλήθηκε δούλος σε έναν Οθωμανό αξιωματικό στο Προκόπι της Καππαδοκίας και υπέστη φρικτά βασανιστήρια για να ασπαστεί το Ισλάμ, όμως διατήρησε γενναία τη χριστιανική πίστη του. Έζησε όλη την υπόλοιπη ζωή του ως δούλος, με κατοικία ένα στάβλο, επιδιδόμενος όμως στην προσευχή και μεταλαβαίνοντας κρυφά κάθε Σάββατο στο λαξευτό εκκλησάκι του αγ. Γεωργίου όχι μόνον επιβίωσε, αλλά έφτασε και σε υψηλά μέτρα αγιότητας.
Όταν η αγιότητά του έγινε αντιληπτή από τους ιδιοκτήτες του και τους άλλους μουσουλμάνους της περιοχής, ο ίδιος έγινε σεβαστός και απόλαυσε μια σχετική ησυχία.
Το πιο γνωστό θαύμα του αγίου είναι το εξής: μια μέρα, ενώ ο Τούρκος αφέντης του βρισκόταν στη Μέκκα, η γυναίκα του έκανε τραπέζι σε συγγενείς και φίλους στο αρχοντικό τους. Ο Ιωάννης υπηρετούσε στο τραπέζι, όταν σερβιρίστηκε ένα πιάτο από το αγαπημένο πιλάφι του αφέντη του. Το είδε η οικοδέσποινα και αναστέναξε λέγοντας: «Πόση ευχαρίστηση θα έπαιρνε ο αφέντης σου, αν ήταν εδώ κι έτρωγε μαζί μας από τούτο το φαγητό». Ο άγιος τότε ζήτησε ένα πιάτο ζεστό πιλάφι για… να το στείλει στον αφέντη του στη Μέκκα. Του το έδωσαν σχεδόν με ειρωνεία, όμως, όταν επέστρεψε ο αφέντης του είχε μαζί του το πιάτο, που ανεξήγητα είχε μεταφερθεί κοντά του, και μάλιστα έφερε το χαρακτηριστικό έμβλημα όλων των σερβίτσιων του αρχοντικού.
Ο άγιος κοιμήθηκε ειρηνικά το 1730, αφού έλαβε τη θεία κοινωνία κρυμμένη από τον ιερέα μέσα σ’ ένα μήλο. Τρία χρόνια αργότερα, μετά από ένα φωτεινό όραμα, ανοίχθηκε ο τάφος και το σώμα του βρέθηκε άφθαρτο, ευλύγιστο και ευωδιάζον. Το 1830 στρατιώτες του Οσμάν πασά αποπειράθηκαν να το κάψουν ρίχνοντάς το στη φωτιά. Όμως το ιερό σκήνωμα έμεινε σχεδόν ανέπαφο και μάλιστα οι στρατιώτες το είδαν να κινείται μέσα στις φλόγες, σαν ζωντανό, και τράπηκαν σε φυγή.
Μαυρισμένο από τη φωτιά το άγιο λείψανο φυλάσσεται σήμερα στο Νέο Προκόπι Ευβοίας, όπου μεταφέρθηκε από τους χριστιανούς κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922). Η μνήμη του αγίου εορτάζεται στις 27 Μαΐου.

Βλ. το συναξάρι του αγίου εδώ & σχετικά posts μας εδώ & εδώ.

3. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

Τις πληροφορίες που μας ενδιαφέρουν τις αντλούμε κυρίως από το συναξάρι του αγίου ιερομάρτυρα και ισαποστόλου Κοσμά του Αιτωλού (μαρτύρησε στις 24 Αυγούστου 1779 και αυτή την ημέρα τιμούμε τη μνήμη του), γραμμένο από τον αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων Σάπφειρο Χριστοδουλίδη, το οποίο συμπεριέλαβε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο Νέον Μαρτυρολόγιον (εκδ. Αστήρ, 1993, σελ. 201-208) και ο επίσκοπος Φλωρίνης Αυγουστίνος στο βιβλίο του Κοσμάς ο Αιτωλός, έκδ. ορθοδόξου ιεραποστολικής αδελφότητος «Ο Σταυρός», Αθήναι 1998. Από εκεί μεταφέρω τα ακόλουθα:

 
Α. Από ταις Φιλιάταις οι πρώτοι Αγάδες επήγαν, διά να ιδούν τον Άγιον, και να ακούσουν την διδαχήν του, και επειδή ήτον καλοκαίρι, εκοιμήθηκαν έξω εις τον κάμπον. Και προς τας πέντε ώρας της νυκτός είδον ένα φως ουράνιον, ωσάν σύννεφον, οπού εσκέπαζε τον τόπον εκείνον, οπού εκάθητο ο Άγιος, το οποίον εδιηγούντο εις τους Χριστιανούς. Όθεν το πρωΐ εζήτουν να τους δώση την ευχήν του ο Άγιος από την καρδίαν του, και όχι από τα χείλη του.

Β. Άλλος πάλιν Τούρκος αξιωματικός από την Καββαΐαν, είχε δεινήν ασθένειαν φιάγγου, οπού δεν εδύνετο να χύση το νερόν του. Ούτος ακούοντας διά τον Άγιον, έστειλε τον δούλον του, παρακαλώντας τον να υπάγη εκεί, διά να τον ευχηθή, και διά μέσου του ίσως ο Θεός να τον ιατρεύση. Ο Άγιος δεν ηθέλησε να υπάγη, ονομάζοντας τον εαυτόν του αμαρτωλόν. Πάλιν έστειλεν ο Τούρκος τον δούλον του με ένα αγγείον νερόν, παρακαλώντας τον Άγιον να του το ευλογήση. Τότε βλέποντας την μεγάλην ευλάβειαν του Τούρκου ο Άγιος, του εμήνυσε να κάμη δύο προστάγματα, να μη πίνη ρακί, και να μοιράση το δέκατον του πλούτου του εις τους πτωχούς. Και αφού υποσχέθηκε να τα κάμη ευλόγησε νερόν, και πίνοντάς το ο ασθενής εις τέσσαρας ημέρας ιατρεύθη τελείως. Όθεν έκαμε μεγάλας ελεημοσύνας.

Γ. Κατά το φανάρι εις τόπον λεγόμενον Λυκουρίσι, ένας Τούρκος εξουσιαστής του τόπου, βλέποντας τον σταυρόν, οπού αφήκεν εκεί ο Άγιος, όταν εδίδαξε, καθώς είχε συνήθειαν, τον έβγαλεν από τον τόπον του, και τον έφερνεν εις το σπήτι του, διά να κάμη δύο στύλους του κρεββατιού, οπού είχεν εις την δραγάταν του. Αλλ ευθύς, ω του θαύματος! γίνεται μεγάλος σεισμός, και μη δυνάμενος να σταθή εις τους πόδας του, έπεσε κατά γης κυλιόμενος ώραν πολλήν, και αφρίζων, και τρίζων τους οδόντας του, ωσάν δαιμονισμένος. Ύστερον δε σηκωθείς από δύο Τούρκους οπού διάβαινον εκείθεν, και ελθών εις τον εαυτόν του, εγνώρισε πως τούτο το έπαθεν από θεϊκήν οργήν, διά την τόλμην οπού έλαβε, και έβγαλε τον τίμιον σταυρόν. Όθεν μόνος του τον επήγε, και τον εστερέωσε πάλιν εις τον τόπον, όπου ήτον και προτύτερα. Και κάθε ημέραν επήγαινε, και τον εφίλει με μεγάλην ευλάβειαν. Και άλλην φοράν οπού επέρασεν εκείθεν ο ιερός διδάσκαλος, έδραμεν αυτός ο ίδιος Τούρκος εις προσκύνησίν του, και εδιηγείτο παρρησία εις όλους το θαύμα, και εζήτει ταπεινώς την συγχώρησιν.

Ο απαγχωνισμός του αγίου Κοσμά (από εδώ)

Δ. Ένας από τους Αγαρηνούς οπού εθανάτωσαν τον Άγιον, επήρε το επανωκαμίλαυκόν του [το μαύρο πέπλο που φορούν οι μοναχοί πάνω από το καλυμμαύχι τους στο κεφάλι] και γυρίζοντας εις τον χότζαν το έβανεν εις το κεφάλι του, και επεριγέλα τον Άγιον. Και παρευθύς δαιμονισθείς έβγαλε τα ρούχα του και έτρεχε φωνάζοντας, πως αυτός εθανάτωσε τον ασκητήν. Όθεν μανθάνοντας τούτο ο Πασσιάς, επρόσταξε, και τον έβαλαν εις τα σίδερα, και εκεί κακώς ο κακός εξέψυξεν [ξεψύχησε].

Ε. Ως γνωστόν, ο άγιος είχε λάβει από το Θεό ένα συγκλονιστικό προορατικό χάρισμα, που τον ανέδειξε στον κατ’ εξοχήν τιμώμενο ως προφήτη της εποχής του, αλλά και του νέου Ελληνισμού. Οι προφητείες του (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται αναφορές στους βαλκανικούς πολέμους, στο Β΄ Παγκ. Πόλεμο, σε εφευρέσεις όπως το τηλέφωνο, η τηλεόραση, τα αεροπλάνα κ.τ.λ.) καταγράφονταν από ακροατές του και κυκλοφορούσαν σε ελληνόφωνα και αλβανόφωνα χειρόγραφα. Στο προαναφερόμενο βιβλίο του επ. Αυγουστίνου, σελ. 350, διαβάζουμε τη γνωστή προφητεία του στο νέο από το Τεπελένι, που αργότερα έγινε ο Αλή πασάς:
«Θα γίνης μεγάλος άνθρωπος, θα κυριεύσης όλη την Αρβανιτιά, θα υποτάξης την Πρέβεζα, την Γάργα, το Σούλι, το Δέλβινο, το Γαρδίκι, και αυτό το τάχτι του Κουρ πασά. Θα αφήσης μεγάλο όνομα στην οικουμένη. Και στην Πόλι θα πας, μα με κόκκινα γένια. Αυτή είναι η θέλησι της θείας προνοίας. Ενθυμού όμως εις όλην την διάρκειαν της εξουσίας σου να αγαπάς και να υπερασπίζεσαι τους χριστιανούς, αν θέλης να μείνη η εξουσία εις τους διαδόχους σου».
Ο Αλή πασάς, ως γνωστόν, δεν τήρησε τη συμβουλή του αγίου και δεν έμεινε η εξουσία στους διαδόχους του. Και πήγε όντως στην Κωνσταντινούπολη «με κόκκινα γένια»: απεστάλη η κομμένη κεφαλή του από το Χουρσίτ πασά.

4. Ο άγιος Ιωσήφ ο Γεροντογιάννης


Ο άγιος Ιωσήφ ο Γεροντογιάννης (1799-1874, τιμάται 7 Αυγούστου [δες γι' αυτόν εδώ]) ήταν ένας σκληρός και ασεβής κτηνοτρόφος από το χωριό Λιθίνες της Σητείας, πατέρας τεσσάρων παιδιών. Όταν όμως έχασε το κοριτσάκι του, ένιωσε συντριβή, μετανόησε και στράφηκε προς το Θεό. Κάποια στιγμή έζησε μια οπτασία του παραδείσου και της κόλασης και απέκτησε το χάρισμα να θεραπεύει ασθένειες. Αυτό έγινε αφορμή να συρρέουν πλήθη ασθενών στο χωριό του, τους οποίους θεράπευε με το όνομα του Χριστού, φυσικά δωρεάν. Ο επίσκοπος Ιεροσητείας Ιλαρίων, χωρίς να τον γνωρίζει, τον έλεγξε ως αγύρτη, είδε όμως με τα μάτια του ένα θαύμα του αγίου και τον ευλόγησε (η φοράδα του επισκόπου γέννησε και μετά αφηνίασε και αποστράφηκε το μωρό της, κι όμως με μια κουβέντα του αγίου το δέχτηκε και το θήλασε).
Οι Τούρκοι όμως του χωριού του τον συκοφάντησαν ότι κρύβει επαναστατικούς σκοπούς κι έτσι ο Μουσταφά πασάς, διοικητής της Κρήτης, τον κάλεσε τρεις φορές σε απολογία στο Ηράκλειο. Κάθε φορά η άφιξή του γινόταν αφορμή μεγάλης συγκέντρωσης, ενώ πολλά θαύματα τελούνταν υπό το βλέμμα των Τούρκων. Την τρίτη φορά ο άγιος τέλεσε δύο θαύματα στο σπίτι του πασά. Θεράπευσε την πεθερά του, κατάκοιτη επί σειρά ετών από ανίατη ασθένεια, και το γιο του, που είχε τραυματιστεί σοβαρά πέφτοντας από τη σκάλα. Τότε ο πασάς τον απέλυσε εν ειρήνη και μάλιστα του έστειλε στο χωριό ένα φορτίο με δώρα, τα οποία ο άγιος μοίρασε στους ανθρώπους, κρατώντας μόνο τα καντήλια (που του είχε στείλει) για την εκκλησία.
Στη συνέχεια, θέλοντας να αποφύγει το πλήθος των ασθενών που τον καταδίωκε, αποσύρθηκε στα ερείπια της ιεράς μονής του Τιμίου Προδρόμου (μονή Καψά), αλλά κι εκεί σύντομα περικυκλώθηκε από ασθενείς και από υποψήφιους μοναχούς. Έτσι επιδόθηκε σε πολυετή προσπάθεια ανακαίνισης της μονής, στην οποία έζησε έκτοτε, με μικρά διαλείμματα, και όπου βρίσκεται ο τάφος του και φυλάσσονται τα άγια λείψανά του.
Βλ. λεπτομέρειες στο βιβλίο Η ιερά μονή Καψά Σητείας και ο όσιος Ιωσήφ ο Γεροντογιάννης, έκδ. της μονής, χ.χ.

 
5. Ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης

 
Στο βίο του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης (1829-1908, τιμάται 2 Δεκεμβρίου), του γίγαντα της φιλανθρωπίας και προικισμένου με το χάρισμα των ιαμάτων, διαβάζουμε τα ακόλουθα [Αλεξάνδρου Σεμενώφ-Τιάν-Σάνσκυ, Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης (μτφρ. από τα ρωσικά), έκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2000, σελ. 296-297]:
Προς αυτόν έστρεφαν την προσοχή τους και προς αυτόν κατέφευγαν καθολικοί, προτεστάντες, εβραίοι, μουσουλμάνοι και άλλοι. Συνήθως ερωτούσε τους αλλοθρήσκους για τις ανάγκες και τις δυσκολίες τους χωρίς να θίγη θέματα θρησκείας. […] Στην ίδια περιοχή της νοτίου Ρωσίας [Κριμαία] θεραπεύθηκε με την προσευχή του ένας άρρωστος Τάταρος. Ο π. Ιωάννης ερώτησε την Τατάρα, που τον παρακαλούσε για τον σύζυγό της: «Πιστεύεις στον Θεό;». Αφού έλαβε καταφατική απάντησι, της είπε: «Θα προσευχηθούμε λοιπόν και οι δύο. Εσύ με τον δικό σου τρόπο και εγώ με τον δικό μου».

 
6. Ο άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης

Ο άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (1840-1924, τιμάται 10 Νοεμβρίου), ο λεγόμενος Χατζεφεντής, ήταν ένας εξαιρετικά χαρισματούχος ιερομόναχος από τα Φάρασα της Καππαδοκίας, σεβαστός σε μουσουλμάνους και χριστιανούς, θαυματουργός ήδη εν ζωή, που οδήγησε το λαό του (το «ποίμνιό του», τα «λογικά του πρόβατα»), καταδιωγμένο από τους Τούρκους το 1924, στην Ελλάδα και κοιμήθηκε από τις κακουχίες στην Κέρκυρα, όπου και βρίσκεται ο τάφος του, ενώ τα άγια λείψανά του βρίσκονται σήμερα στο ιερό ησυχαστήριο της Σουρωτής Θεσσαλονίκης, που είναι αφιερωμένο στον άγ. Ιωάννη το Θεολόγο.

 
Στη συγκλονιστική βιογραφία του (έκδ. του ησυχαστηρίου της Σουρωτής, 2007), γραμμένη από το γέροντα Παΐσιο, μετά από εξαντλητική έρευνα, διαβάζουμε πολλές περιπτώσεις θαυμαστών παρεμβάσεων του αγίου σε μουσουλμάνους, πράγμα που το θεωρούσαν όλοι πολύ φυσικό. «Είναι αλήθεια ότι ο Πατήρ, όπου περνούσε και του έφερναν αρρώστους, για να τους διαβάση, ποτέ δεν εξέταζε εάν ο άρρωστος είναι Χριστιανός ή Τούρκος, αλλά από ποια αρρώστια πάσχει, για να βρη την ανάλογη ευχή» (σελ. 43). Ας σημειωθεί επίσης ότι, όταν λειτουργούσε, διάβαζε το ευαγγέλιο και στα ελληνικά και στα φαρασιώτικα (καππαδοκικό ιδίωμα) και στα τούρκικα. Ας δούμε μερικές μόνον από τις πολλές περιπτώσεις:

Α. Κάποτε που περιόδευε στα χωριά με τον ψάλτη του Πρόδρομο, είχε περάσει και από το χωριό Σινασός. Οι Τούρκοι του χωριού εμπόδισαν τον Πατέρα να έρθη σε επαφή με τους Χριστιανούς. Ο Πατήρ Αρσένιος δεν μίλησε καθόλου, παρά είπε μόνο στον Πρόδρομο: «Πάμε να φύγουμε και θα τους ιδής τους Τούρκους να τρέχουν να μας προλάβουν». Μόλις βγήκαν μισή ώρα έξω από το χωριό, ο Χατζεφεντής γονάτισε και ύψωσε τα χέρια του στον Ουρανό (έκανε προσευχή). Και ενώ ήταν καλός καιρός, για μια στιγμή μαζεύθηκαν σύννεφα και άρχισε βροχή –κατακλυσμός με δυνατό αέρα– και το χωριό Σινασός να σείεται ολόκληρο.
Οι Τούρκοι αμέσως κατάλαβαν το σφάλμα τους και έστειλαν δύο ζαπτιέδες (αγγελιοφόρους καβαλλάρηδες), για να τον προλάβουν. Και όταν τον έφθασαν, έπεσαν στα πόδια του Χατζεφεντή και ζητούσαν συγχώρεση εκ μέρους όλου του χωριού. Τότε ο Πατήρ Αρσένιος τους συγχώρεσε και ξαναγύρισε στην Σινασό. Σταύρωσε το χωριό στα τέσσερα σημεία του ορίζοντος και αμέσως σταμάτησαν όλα και καλωσύνεψε.

Β. Είχαν φέρει κάποτε από τους Τελέληδες μια τυφλή Μουσουλμάνα, ονόματι Φάτμα, ημέρα Τετάρτη στον Χατζεφεντή, να την διαβάση να γίνη καλά. Επειδή ήταν έγκλειστος, αφού χτύπησαν τη πόρτα του κελλιού του αρκετά οι συνοδοί της τυφλής, την άφησαν απ’ έξω και πήγαν στο Μεσοχώρι. Εκείνη την ώρα, μια Φαρασιώτισσα, που της είχε αγκυλωθή το χέρι της, πήγε στο κελλί του Χατζεφεντή και πήρε από το κατώφλι της πόρτας του χώμα, άλειψε το παθεμένο χέρι της και έγινε καλά. (Έτσι έκαναν όλοι οι Φαρασιώτες αυτές τις δύο ημέρες, που έμενε έγκλειστος, και δεν τον ενοχλούσαν). Όταν λοιπόν είδε την τυφλή, τη ρώτησε γιατί περιμένει και η τυφλή της είπε την αιτία. Τότε η Φαρασιώτισσα της απάντησε:
- Τι κάθεσαι και χασομεράς; Δεν ξέρεις ότι ο Χατζεφεντής την Τετάρτη και την Παρασκευή δεν ανοίγει; Πάρε χώμα από το κατώφλι της πόρτας και τρίψε τα μάτια σου να γίνης καλά, όπως κάνουμε και όλοι αυτές τις ημέρες, όταν αρρωσταίνουμε.
Η Φαρασιώτισσα έφυγε και πήγε στην δουλειά της. Η Μουσουλμάνα όμως είχε παραξενευθεί στην αρχή γι’ αυτό που άκουσε, αλλά μετά έψαξε και βρήκε το κατώφλι, πήρε χώμα και έτριψε τα μάτια της και αμέσως άρχισε να βλέπη θαμπά. Από την χαρά της τότε πήρε μια πέτρα και χτυπούσε σαν τρελλή την πόρτα του Πατρός Αρσενίου, ο οποίος άνοιξε και, επειδή είδε πως ήταν Μουσουλμάνα, ενώ δεν μιλούσε αυτήν την ημέρα, έκανε διάκριση και τη ρώρησε τι θέλει. Του είπε τον λόγο και ο Πατήρ πήρε το Ευαγγέλιο και την διάβασε και αμέσως της ήρθε όλο της το φως. Εκείνη τότε από την χαρά της έπεσε στο πόδια του και τον προσκυνούσε με ευλάβεια, αλλ’ ο Πατήρ την μάλωσε και της είπε:
- Εάν θέλης να προσκυνήσης, να προσκυνήσης τον Χριστό που σου έδωσε το φως, και όχι εμένα.
Έφυγε μετά χαρούμενη να βρη τους συνοδούς της και ανεχώρησαν για το χωριό της.

Γ. Φαρασιώτες από την Δράμα και εγκατεστημένοι στην Θεσσαλονίκη διηγήθηκαν ότι δύο Σέχοι (αρχηγοί Μουσουλμανικών φυλών και μάγοι) από το Χατζή-Πεχτές είχαν επισκεφθή τον Πατέρα Αρσένιο. Ο Πατήρ τους δέχθηκε και τους έφτιαξε και καφέ. Οι Σέχοι όμως άρχισαν τις ανόητες και ζαλισμένες ερωτήσεις, που έφερναν μόνον πονοκέφαλο. Ο Πατήρ, για να τους ξεφορτωθή, τους είπε:
- Δεν μπορώ να σας ακούω, γιατί πονάει το κεφάλι μου.
Εκείνοι όμως δεν κατάλαβαν και είπε ο ένας στον Πατέρα Αρσένιο:
- Παπάς Εφέντης, θα σου φτιάξουμε ένα μουσχά (χαϊμαλί) και, άμα το φορέσης, σ’ όλη σου την ζωή δεν θα σε πονέση το κεφάλι σου.
Ο Πατήρ τους απάντησε τότε αυστηρά:
- Έχω μεγαλύτερη δύναμη από την δική σας και μπορώ να σας κάνω με την δύναμη του Χριστού να μην κουνηθήτε καθόλου από τον τόπο που κάθεσθε.
Τους άφησε αμέσως τότε και πήγε δίπλα στο κελλί του. Όταν είχαν αποτελειώσει τον καφέ τους οι Σέχοι και θέλησαν αν φύγουν, με κανέναν τρόπο δεν μπορούσαν να κουνηθούν από τον τόπου που κάθονταν, διότι ένιωθαν να είναι δεμένοι με ένα αόρατο δέσιμο. Αναγκάσθηκαν τότε να φωνάξουν τον Πατέρα Αρσένιο, για να τους λύση. Ο Πατήρ πήγε αμέσως, αλλά δεν τους μίλησε. Μόνο νόημα τους έκανε να φύγουν, και έτσι μπόρεσαν να ξεκοκκαλώσουν από τον τόπο τους. Οι Σέχοι κατάλαβαν το σφάλμα τους και ζήτησαν συγχώρεση από τον Πατέρα και του είπαν φεύγοντας:
- Παπάς Εφέντης, συγχώρα μας. Η δύναμή σου είναι μεγάλη, γιατί την παίρνεις από την μεγάλη σου πίστη. Εμείς με τον σατανά δουλεύουμε.

Δ. Ο Συμεών Καραούσογλου θυμάται το παρακάτω γεγονός: Μία Τζερκέζα (Μουσουλμάνα) είχε παρακαλέσει τον Πρόδρομο της Κοπαλούς να της φέρει ένα φυλαχτό από τον Χατζεφεντή, επειδή ήταν στείρα και ο άνδρας της ήταν έτοιμος να την χωρίση γι’ αυτόν τον λόγο. Ο Πρόδρομος την λυπήθηκε, διότι ήταν και ορφανή και ολομόναχη, χωρίς κανέναν συγγενή. Άφησε την δουλειά του και ήρθε στο χωριό. Επειδή ήταν λίγο αργά, όταν έφθασε, δίσταζε ο ίδιος να πάη στον Πατέρα Αρσένιο και είπε σε κάποιον επίτροπο να πάη εκείνος. Ο επίτροπος πήγε και πήρε ένα φυλαχτό, δηλαδή την ευχή που θα της διάβαζε γραμμένη. Επειδή δε ήξερε ότι η Τζερκέζα ήταν πλούσια – ο άνδρας της ήταν μεγάλος κτηνοτρόφος –, νικήθηκε από την πλεονεξία και πήρε την ευχή του Πατρός Αρσενίου που ήταν διπλωμένη και την τύλιξε με ένα δικό του σημείωμα, όπου έγραφε να στείλη δέματα, τυρί, κρέατα κ.λπ., δήθεν ότι τα ζήτησε ο Χατζεφεντής. Το έδωσε μετά στον Πρόδρομο της Κοπαλούς ο πλεονέκτης επίτροπος και εκείνος, χωρίς να ξέρη, πήγε την άλλη μέρα και το έδωσε στην Τζερκέζα, με την οποία γειτόνευαν στα κτήματα. Αυτή το ξετύλιξε και το μεν φυλαχτό το φόρεσε με ευλάβεια, το δε σημείωμα το πήρε και έστειλε στον επίτροπο ό,τι έγραφε, διότι θα τα πήγαινε δήθεν εκείνος στον Πατέρα Αρσένιο. Στον χρόνο η Τζερκέζα απέκτησε [παιδί] και έστελνε και στην συνέχεια πολλά πράγματα στον επίτροπο, χωρίς να γνωρίζη ο Πατήρ.
Μετά από δύο χρόνια το έμαθε και κάλεσε τον επίτροπο εκείνον και του έκανε παρατηρήσεις. Ο επίτροπος όμως, αντί να ζητήση συγχώρεση, δυστυχώς αρνιόταν. Τότε ο Πατήρ Αρσένιος του είπε:
- Καλύτερα είναι να εξοφλήσης σε τούτη την ζωή, παρά να κολασθής. Γι’ αυτό από αυτή την στιγμή να γεμίση το κορμί σου σπυριά και να σε τρώνε, όσον καιρό έτρωγες και συ της Τζερκέζας τα τυριά και τα κρέατα.
Από εκείνη την στιγμή το κορμί του επιτρόπου γέμισε σπυριά και με φαγούρα μεγάλη. Δεν μπόρεσε όμως ν’ αντέξη την φαγούρα και πήγε στον Πατέρα Αρσένιο και του ζήτησε συγχώρεση. Εκείνος τον συγχώρεσε, τον διάβασε και θεραπεύθηκε.

Ε. Η Στέλλα Κογλανίδου διηγείται ότι είχαν φέρει στο πατρικό της σπίτι, στα Φάρασα, έναν βουβό Τούρκο ηλικίας τριάντα ετών, και ο πατέρας της τον πήρε και τον πήγε στον Πατέρα Αρσένιο, για να τον διαβάση και να γίνη καλά. Ενώ ο Χατζεφεντής του διάβαζε το Ευαγγέλιο, πριν ακόμη τελειώση, ο βουβός άρχισε να μιλάη στην συνέχεια τον πήγε πάλι στο σπίτι του και ο βουβός μιλούσε. Δηλαδή τον φιλοξένησε και θεραπευμένο, και την άλλη μέρα τον πήραν οι συγγενείς του και έφυγαν.

Ο άγ. Αρσένιος προσεύχεται για την επιστροφή του αγιάσματος του αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου, που στέρευε

Στ. [Διηγείται ο γέροντας Παΐσιος]. Δυο γέροι Τούρκοι που κάθονταν έξω από ένα μπακάλικο [στο Γιαχ-Γυαλί (Αχγιαβούδες)], μου είπαν να καθίσω, και στην συνέχεια με ρώτησαν από πού έρχομαι και πού πηγαίνω και εάν είμαι παπάς, στους οποίους είπα σχετικά με το ταξίδι μου. Ο ένας γέρος Τούρκος μου είπε τα εξής: «Εκεί στα Φάρασα ήταν ένας Αζίζ Παπάς (Άγιος Παπάς). Τον έλεγαν Χατζεφεντή και πήγαιναν από παντού τους αρρώστους και τους διάβαζε και γίνονταν καλά. Με είχαν πάει κι εμένα, που ήταν στραβό το κεφάλι μου, και με διάβασε και έγινα καλά». Μου έδειχνε δε και το κεφάλι του, πώς ήταν γυρισμένο προς τις πλάτες του και πώς επανήλθε στην θέση του.

Ζ. Ο Συμεών Καραούσογλου διηγήθηκε ότι κάποτε πήγε στα Φάρασα ένας λήσταρχος Τούρκος και μπήκε μέσα στον Ναό την ημέρα της Αναστάσεως, ενώ είχε αρχίσει η Θεία Λειτουργία. Ο Χατζεφεντής, μόλις τον είδε αρματωμένο και με τέτοια αναίδεια, τον ειδοποίησε να φύγη έξω γρήγορα. Ο λήσταρχος όμως δεν έδωσε καθόλου σημασία, όπως και ο Πατήρ δεν του είπε τίποτα πια, παρά συνέχισε ατάραχος την Θεία Λειτουργία. Όταν όμως βγήκε στα Άγια, στην Μεγάλη Είσοδο, ο Τούρκος άρχισε να τρέμη επιτόπου, χωρίς να μπορή να φύγη έξω, διότι ένιωθε τον εαυτό του δεμένο με ένα αόρατο δέσιμο. Το έπαθε αυτό, όταν είδε τον Πατέρα Αρσένιο στα Άγια, να μην πατάη στην γη, αλλά να περπατάη στον αέρα. Αφού λοιπόν μπήκε με τα Άγια στο Ιερό, μετά έκανε ο Πατήρ στον Τούρκο νόημα να φύγη και τότε ένιωσε τον εαυτό του λυμένο ο Τούρκος και βγήκε έξω από τον Ναό τρέμοντας και έπεσε σε μια άκρη σαν νεκρός στην γη.
Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία και ο κόσμος όλος σκόρπισε στα σπίτια τους, ένας επίτροπος τον είδε τον λήσταρχο κάτω πεσμένο σε μια άκρη και είπε στον Χατζεφεντή:
- Να έχω την ευχή σου, εκείνος ο Τούρκος είναι πεσμένος κάτω στην γη σαν πεθαμένος.
Ο Πατήρ του είπε:
- Καλά.
Όταν τελείωσε και αυτός από το Ιερό και έφευγε, πήγε και τον σήκωσε επάνω, και έτσι μπόρεσε να στηριχθή στα πόδια του. Αφού του έκανε αυστηρές παρατηρήσεις, είπε στον επίτροπο:
- Δώσ’ του πέντε γρόσια, μια που είναι Πάσχα σήμερα.
Έφυγε μετά θεραπευμένος και κατατρομαγμένος και μάζεψε όλους τους Τούρκους (Τσέτες) που είχαν κυκλωμένο το χωριό, και έφυγαν όλοι φοβισμένοι.

Η. Μερικοί Τούρκοι άρρωστοι, που θεωρούσαν τον εαυτό τους ανάξιο για να ζητήσουν από τον Χατζεφεντή να τους διαβάση, ζητούσαν από την στάχτη του θυμιατηριού, που άδειαζε στην άκρη του τζακιού του, την οποία διέλυαν σε νερό, την έπιναν οι Τούρκοι και γίνονταν καλά.
Θ. Πήγαν κάποτε από τις Τσαχιρούδες μία Τουρκάλα νεόνυμφη δαιμονισμένη, με αλυσίδες δεμένη, στον Χατζεφεντή, για να την διαβάση. Επειδή ήταν έγκλειστος εκείνη την ημέρα, οι συγγενείς της βασανισμένης ψυχής παρακάλεσαν τους επιτρόπους να μεσολαβήσουν, για να τους δεχθή, διότι, παρόλο που την είχαν και δεμένη, δεν μπορούσαν και πάλι να την συγκρατήσουν. Ο Πατήρ τους δέχθηκε και έκανε νόημα για να την λύσουν. Μόλις λύθηκε όμως, όρμησε στον Πατέρα Αρσένιο, του άρπαξε το ένα του πόδι και το δάγκωνε. Ενώ κρατούσε το Ευαγγέλιο, για να την διαβάση, δεν το άνοιξε, παρά την χτύπησε απαλά στο κεφάλι της τρεις φορές και το δαιμόνιο έφυγε αμέσως από την γυναίκα, η οποία άρχισε μετά να κλαίη και να φυλάη με ευλάβεια το δαγκωμένο πόδι του Πατρός. Επίσης ο πατέρας της έπεσε και αυτός στα πόδια του και τον παρακαλούσε να δεχθή ολόκληρο τον κεσέ του (το πουγγί) και έλεγε:
- Πάρ’ τα όλα, να είναι δικά σου, γιατί έσωσες το παιδί μου.
Ο Πατήρ τον σήκωσε επάνω και του είπε:
- Κράτησε τα λεφτά σου. Η πίστη μας δεν πουλιέται.

Ι. Μια φορά που του πήγε ένας Τούρκος δύο ζώα φορτωμένα μπαχτσίς (δώρα), γιατί απέκτησε η στείρα γυναίκα του δύο παιδιά με το φυλαχτό που της έστειλε ο Χατζεφεντής, του έκανε αυστηρή παρατήρηση με τα εξής λόγια: «Στο χωριό σου φτωχούς δεν είχες; Τι μου τα κουβάλησες εδώ; Για να σου πω το αφερίμ (μπράβο); Εγώ μπαχτσίσια δεν μαζεύω».

ΙΑ. Είχαν φέρει στον Χατζεφεντή μια φορά έναν Τούρκο, διηγήθηκε ο Βασίλειος Καρόπουλος, που είχε στραβώσει το κεφάλι του στο δεξιό του μέρος και είχε μείνει ακίνητο. Ο Τούρκος αυτός ήταν λήσταρχος και πολύ αιμοβόρος και του συνέβη αυτό, φαίνεται, κατά παραχώρησιν Θεού, γιατί έτσι μόνο σταμάτησε τις κλεψιές του και τα εγκλήματα που έκανε. Είχε γυρίσει προηγουμένως σε πολλούς γιατρούς, για να θεραπευθή, αλλά γιατρειά δεν βρήκε. Ήρθε μετά και στον Χατζεφεντή και, αφού τον διάβασε, επανήλθε το κεφάλι του στην θέση του. Και μετά του έκανε και αυστηρές παρατηρήσεις για την όχι καλή ζωή του και του έδωσε και κανόνα, καθώς και σ’ όλη του την οικογένεια, γιατί ήταν όλοι θηρία και όχι άνθρωποι.
Σταματούμε εδώ, παρόλο που αναφέρονται κι άλλες περιπτώσεις στο ίδιο βιβλίο.

 
7. Ο άγιος ιερέας Γεώργιος εκ Νεαπόλεως Καππαδοκίας

Ο άγιος Γεώργιος, ο ιερέας της Νεάπολης (Νέφσεχιρ) Καππαδοκίας, γεννήθηκε το 1760 και κοιμήθηκε εξόριστος στη Λευκωσία της Κύπρου, μετά από σειρά συκοφαντιών, στις 12 Σεπτεμβρίου 1816. Το τίμιο λείψανό του ζητήθηκε από τους Νεαπολίτες, αλλά οι Κύπριοι δεν το έδωσαν. Ο άγιος –μη αναγνωρισμένος ακόμη επίσημα– υπήρξε πνευματικός της οσίας Φωτεινής της Νεαπολίτισσας και κατέγραψε στα καραμανλίδικα (τουρκική γλώσσα με ελληνική γραφή) τις συγκλονιστικές εμπειρίες της. Επίσης μετέφρασε στα τούρκικα και εξέδωσε στα καραμανλίδικα βίους αγίων ανδρών και γυναικών, με τον τίτλο Αλτούνολουκ (Χρυσαύλακας). (Ας σημειωθεί εδώ ότι οι χριστιανοί της περιοχής του ήταν τουρκόφωνοι, κατόπιν πιέσεων του τουρκικού καθεστώτος).
Στο βίο του, που προτάσσεται της έκδοσης των χειρογράφων του για την αγία Φωτεινή (πρώτη έκδοση 1925, παρούσα έκδοση στο Η νέα οσία Φωτεινή η Νεαπολίτις, έκδ. Ιεράς Μονής Αγ. Προκοπίου Τρικάλων 2002, σελ. 29-32), διαβάζουμε το ακόλουθο, που το μεταφέρω εν περιλήψει:
Λόγω της έλλειψης νερού στην άνω χριστιανική συνοικία και των ποικίλων δυσκολιών της μεταφοράς του από την κάτω και μακρινή τουρκική συνοικία, ο άγιος θέλησε να μεταφέρει νερό από πηγή που απείχε δύο ώρες από την πόλη. Το έργο αυτό όμως, εκτός από τις υπέρογκες δαπάνες που απαιτούσε, χρειαζόταν και έκδοση σουλτανικού διατάγματος. Έτσι ο ευλαβής ιερέας πήγε στην Κωνσταντινούπολη.
Τις ημέρες εκείνες είχε ασθενήσει βαριά ο γιος του Μεγάλου Βεζίρη και οι γιατροί δεν του είχαν δώσει ελπίδες επιβίωσης. Τότε ο άγιος παρουσιάστηκε το πρωθυπουργικό μέγαρο και ζήτησε να προσευχηθεί υπέρ της υγείας του ασθενούς. Ο Μέγας Βεζίρης απάντησε καταφατικά και ο ιερέας ήρθε στο σπίτι του και προσευχήθηκε θέτοντας το χέρι στο κεφάλι του ασθενούς. Και η υγεία του αποκαταστάθηκε.
Ο Μέγας Βεζίρης ευγνώμων διαβεβαίωσε τον ιερέα ότι θα του δώσει αμέσως οποιοδήποτε αντάλλαγμα και ο άγιος ζήτησε τη μεσολάβησή του για την έκδοση του σουλτανικού διατάγματος, με το οποίο θα μπορούσε να εκτελεστεί το έργο της μεταφοράς του νερού. Πήρε το διάταγμα και επέστρεψε στη Νεάπολη, όπου επιδόθηκε στην κατασκευή υδραγωγείου και κρηνών σε κάθε χριστιανική γειτονιά. Το έργο αυτό ολοκληρώθηκε στις 12 Ιουλίου 1812 και έλαβε την ονομασία «το νερό του παπά Γιώργη».
 
Οι παρακάτω άγιοι βιογραφούνται λεπτομερώς στον τόμο Ασκητές μέσα στον κόσμο. Από εκεί αντλήσαμε τα στοιχεία που παραθέτουμε εδώ:


 
8. Ο άγιος Βασίλειος Κοντζικλής ο θαυματουργός

Ο άγιος Βασίλειος Κοντζικλής έζησε στην Καππαδοκία της Μικράς Ασίας το 19ο αιώνα. Ήταν ένας έγγαμος και πολύτεκνος ιερέας, πολύ πιστός, που είχε μαθητεύσει για ένα διάστημα σε κάποιους από τους αγίους ασκητές της Καππαδοκίας. Εκεί υποθέτω ότι θα είχε μάθει όχι μόνο να είναι ταπεινός και εγκρατής, αλλά και την επιστήμη της νοεράς προσευχής στο όνομα του Ιησού, με καθαρή καρδιά και απερίσπαστο νου, πράγμα που σίγουρα θα είχε καθοριστική σημασία για την πνευματική του εξέλιξη.
Σώζεται ένας κρεμαστός σταυρός με το όνομά του και τη χρονολογία 1830, καθώς και ένα ευχολόγιο (λειτουργικό βιβλίο) σε καραμανλίδικη γραφή, δώρο ενός αγίου ασκητή, που ο άγιος Βασίλειος το χρησιμοποιούσε όταν προσευχόταν για τη θεραπεία κάποιου.
Ο Θεός του είχε δώσει το προορατικό και το ιαματικό χάρισμα και είχε τελέσει αμέτρητες θεραπείες, τόσο σε χριστιανούς όσο και σε μουσουλμάνους. Ας δούμε μερικές καταγεγραμμένες περιπτώσεις:

Α. Στο χωριό Ανδρονίκη ένας πλούσιος Τούρκος είχε το μονάκριβό του παιδί άρρωστο. Έπασχε από τρέλα βαριάς μορφής και δεν ήξερε τι έκανε. Ήταν επιθετικό στους ανθρώπους, έσπαζε, έκανε ζημιές και η οικογένειά του δεν μπορούσε να το συγκρατήσει. Ο πατέρας του τελικά το έκλεισε σε ένα δωμάτιο, κλείδωσε τις πόρτες και του έδινε τροφή από ένα μικρό παραθυράκι. Ήταν τόσο εξαγριωμένο και επικίνδυνο ώστε κανείς δεν μπορούσε να το πλησιάσει. Ο πατέρας προηγουμένως είχε πάει το παιδί σε γιατρούς και σε μάγους αλλά κανείς δεν μπόρεσε να το βοηθήσει. Είχε ακούσει και για τον θαυματουργό ιερέα και πάνω στην απελπισία του σκέφτηκε: «Τι κάθομαι και περιμένω; Δεν παίρνω το παιδί μου να το πάω στον παπά Βασίλη στο Ταζλίκ να το διαβάσει καμιά ευχή να γίνη καλά, όπως τόσοι και τόσοι άνθρωποι είδαν τη θεραπεία τους απ’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο;».
Κάλεσε καμιά δεκαριά γεροδεμένους νέους, οι οποίοι κατάφεραν να δέσουν και να φορτώσουν το παιδί του σ’ ένα γαϊδουράκι, δεμένο επίσης πάνω στο σαμάρι. Βλέποντας αυτό το θέαμα οι χωρικοί του Ταζλίκ μαζεύτηκαν από περιέργεια στο σπίτι του παπά Βασίλη, να δουν αν θα γίνει καλά ο νέος. Ο πατέρας του παιδιού έπεσε στα πόδια του παπά και κλαίγοντας τον παρακαλούσε. […]. «Ησύχασε, παιδί μου, ο γιος σου θα γίνει καλά» απάντησε ο παπάς.
Φέρνουν μπροστά το παιδί. Φορά το πετραχήλι και του διαβάζει τις ευχές από το ευχολόγιο του ερημίτου. Το σταυρώνει και λέει στον πατέρα να λύσουν το παιδί, που τώρα ήταν ήρεμο. Το πιάνει από το χέρι, το σηκώνει όρθιο και του λέγει: «Παιδί μου, απ’ αυτή τη στιγμή είσαι καλά, δεν έχεις τίποτε. Να είσαι στο εξής καλό και φρόνιμο παιδί, να αγαπάς τους γονείς σου και τους συνανθρώπους σου. Πήγαινε στην ευχή του Θεού».
Ο πλούσιος πατέρας έπεσε στα πόδια του ευχαριστώντας τον και του πρόσφερε πολλά μπαχτσίσια (δώρα), τα οποία ο παπάς φυσικά δεν δέχτηκε.

Β. Κάποια ημέρα ο παπά Βασίλης καθόταν με παρέα γερόντων στον εξώστη του διώροφου σπιτιού του και συζητούσαν. Σε μια στιγμή τους λέει: «Κοιτάξτε προς το Άας Πουνάρ (Άσπρη Βρύση, ασπρόνερο). Βλέπετε έναν Τούρκο πάνω σε γαϊδουράκι; Είναι φτωχός, βασανισμένος, άρρωστος και έρχεται σε μένα να του διαβάσω ευχή γιατί υποφέρει. Φέρνει μαζί του στον κόρφο του σαράντα λεπτά (ένα γρόσι) για να μου δώσει ως αμοιβή για την ευχή που θα του διαβάσω» […].
Περίμεναν με περιέργεια την άφιξη του Τούρκου. Όταν ήρθε, χαιρέτισε κάνοντας ένα τεμενά μέχρι το χώμα. Ο παπά Βασίλης τον αντιχαιρέτισε και τον ρώτησε τι ήθελε. Απάντησε: «Αχ, παπά Εφέντη, από μακριά έρχομαι, ντέρτια (βάσανα) πολλά έχω. Πονάω πολύ. Δεν μπορώ να κοιμηθώ ούτε νύχτα ούτε μέρα. Ήρθα να μου διαβάσης ευχή από το άγιο κιτάπ (βιβλίο) που έχεις, μήπως βρω την γιατρειά μου».
Ο παπά Βασίλης του διάβασε ευχή και αμέσως σταμάτησαν οι πόνοι του. Από ευγνωμοσύνη έβγαλε από τον κόρφο του σαράντα λεπτά και τα έδινε στον παπά, στον οποίο συνεχώς έλεγε ευχές και ευχαριστίες.
- Τι είναι αυτά, γιαβρούμ; ρώτησε ο παπάς, τάχα σα να μην ήξερε.
- Παπά Εφέντη, είναι ένα γρόσι, είναι η πληρωμή σου.
- Μα, παιδί μου, με ένα γρόσι πιάνει η ευχή; Δεν έχεις άλλα χρήματα πάνω σου;
- Αμάν, παπά Εφέντη, σε παρακαλώ, δέξου τα. Και αυτά τα μάζεψα από άλλους δανεικά.
- Εντάξει, γιαβρούμ, μην στενοχωριέσαι, αστειεύτηκα, ήθελα να σε πειράξω. Κράτα τα και αυτά. Τώρα έλα να φας και να ξεκουραστής.
Έφυγε ο Τούρκος θεραπευμένος και ευχαριστημένος, και μάλιστα του έδωσε ο παπά Βασίλης ψωμί και αλάτι για τα παιδιά του.

Γ. Άλλη φορά ήρθαν δυο Τούρκοι να θεραπευθούν. Ο ένας είχε μαζί του πέντε γρόσια και ο άλλος ένα. Ο παπά Βασίλης τους είδε από μακριά […]. Όταν έφθασαν στο σπίτι του, ο Τούρκος που είχε τα πέντε γρόσια ήταν πιο θαρραλέος, γιατί είχε περισσότερα χρήματα, ενώ ο άλλος ήταν διστακτικός και φοβισμένος. Τότε του λέγει ο παπά Βασίλης: «Έλα μέσα, μην ντρέπεσαι. Διστάζεις γιατί έχεις ένα γρόσι μόνο και ο φίλος σου έχει πέντε γρόσια;». Οι Τούρκοι μόλις άκουσαν αυτά έμειναν έκπληκτοι και είπαν: «Παπά Εφέντη, πολλά ακούστηκαν για σένα, για όσα καλά κάνεις στον κόσμο, αλλά πρώτη φορά βλέπουμε και ακούμε παπά να γνωρίζη τις σκέψεις των ανθρώπων και τι έχει ο καθένας στην τσέπη του».
Αφού διάβασε στον καθένα την ανάλογη ευχή, στο τέλος τους είπε: «Τώρα πηγαίνετε στην ευχή του Θεού. Αφού έχετε πίστη και κάνατε τόσο κόπο να έρθετε από μακριά, μην φοβάστε, ο Θεός σας θεραπεύει». Οι Τούρκοι άπλωσαν τα χέρια τους να του δώσουν τα χρήματα, αλλά ο πατήρ αρνήθηκε να τα πάρη. Τους είπε: «Φτωχοί άνθρωποι είστε. Να ψωνίσετε κάτι για τις οικογένειές σας».
Ο θαυματουργός αυτός άγιος –μη αναγνωρισμένος ακόμη επίσημα– κοιμήθηκε γύρω στο 1900.

 
9. Ο άγιος Ηλίας Διαμαντίδης, ο μυροβλύτης

Ο άγιος γεννήθηκε το 1880 στο χωριό Χουρμικιάντο των Σουρμένων του Πόντου και πέρασε μαρτυρικά παιδικά χρόνια στα χέρια της μητριάς του, η οποία τον βασάνιζε στην κυριολεξία με σαδισμό. Εκείνος όμως όχι μόνο δεν αποκάλυπτε στον πατέρα του τη φρικτή συμπεριφορά της, αλλά και αργότερα, στα γηρατειά της, τη φρόντισε με ανεξικακία σαν μητέρα του. Αυτός ήταν και ο λόγος –κατά την εκτίμηση του αγίου γέροντα Παϊσίου του Αγιορείτη– που ο Θεός του έδωσε τόσο πλούσια τη θαυματουργική χάρη Του.
Μετά από πολλές ταλαιπωρίες και περιπέτειες, παντρεύτηκε και απέκτησε έξι κόρες, αλλά υιοθέτησε και δύο ορφανά κορίτσια και τα μεγάλωσε σαν παιδιά του. Εργαζόταν κι αυτός ως αρτοποιός, αρχικά ως βοηθός και στη συνέχεια με δικό του φούρνο. Τότε αποκαταστάθηκε οικονομικά και μπόρεσε να επιδοθεί στις ελεημοσύνες, όπως επιθυμούσε, με τη βοήθεια της γυναίκας του. Συνεργαζόταν μάλιστα με ντόπιες Τουρκάλες, που τις έστελνε όπου χρειαζόταν, για να φαίνεται πως οι Τούρκοι κάνουν τις ελεημοσύνες και ο ίδιος να μένει στην αφάνεια. Έστελνε π.χ. αλεύρι με μια Τουρκάλα σε μια χήρα με τέσσερα παιδιά και καθόταν η Τουρκάλα και τη βοηθούσε και να ζυμώσει.
Αν και ήταν εντελώς αγράμματος, έβλεπε κάθε βράδυ στον ύπνο του έναν άγγελο, που του μάθαινε γράμματα, ψαλτική και αγιογραφία κι έτσι άρχισε να διαβάζει, αλλά και να ψάλλει (ήταν καλλίφωνος) και να αγιογραφεί. Όμως το 1918, ως γνωστόν, λόγω των τουρκικών βιαιοτήτων, πολλοί Πόντιοι έφυγαν για τη Ρωσία. Ο άγιος με την οικογένειά του κατέφυγε στο χωριό Μαχμουτία, κοντά στο Βατούμ, όπου ήταν παντρεμένη η κόρη του Αγάπη. Εκεί έζησε σε ένα αγρόκτημα, όπου φιλοξένησε αμέτρητους φτωχούς. Δυστυχώς ταλαιπωρήθηκε πολύ από το σοβιετικό καθεστώς, ιδίως όταν αργότερα χειροτονήθηκε κρυφά ιερέας (ενώ η θρησκευτική πίστη βρισκόταν υπό διωγμόν) και λειτουργούσε τη νύχτα σε ερημοκλήσια και στο εκκλησάκι του αγ. Γεωργίου που είχε ανακαλύψει κατόπιν ονείρου στο κτήμα και αναστηλώσει. Συνελήφθη και βασανίστηκε πολλές φορές, όμως, με τη δύναμη του Θεού, δεν υποχώρησε. Κάθε φορά που έβγαινε από τη φυλακή, πριν θεραπευθεί από τα βασανιστήρια, ξανάρχιζε τις νυχτερινές λειτουργίες, στις οποίες συμμετείχαν κρυφά οι κάτοικοι της περιοχής.
Προικισμένος από το Θεό με το χάρισμα των ιαμάτων, θεράπευσε πολλούς ασθενείς. «Έρχονταν από πολύ μακριά Αρμένιοι, Ρώσοι, Γεωργιανοί, ακόμη και Τούρκοι για να θεραπευθούν». Ας δούμε τρία χαρακτηριστικά περιστατικά:
Ένας Τούρκος, ονόματι Χουσεΐν, ζούσε στο σπίτι της κόρης του στην Μαχμουτία. Δίπλα τους έμενε ένας Διοικητής της Αστυνομίας που η γυναίκα του ήταν τρελή και την έδεναν με αλυσίδες. Ο Χουσεΐν τον λυπήθηκε και του είπε ότι υπάρχει ένας Έλληνας που μπορεί να θεραπεύση την γυναίκα του. Αμέσως ζήτησε να τον φέρη στο σπίτι του. Ο π. Ηλίας είπε να φέρουν την άρρωστη στο σπίτι της κόρης του Χουσεΐν. Εκεί επί δώδεκα ημέρες την διάβαζε, την σταύρωνε και μετά έγινε καλά και ήρθε στα λογικά της. Από τότε η Αστυνομία δεν τον ξαναενόχλησε. Ο Διοικητής έγινε κρυφά χριστιανός [ήταν άθεος] και ο π. Ηλίας βάπτισε όλη την οικογένειά του.
Τρεις Τούρκοι που ζούσαν στη Ρωσία έμαθαν ότι ο πατήρ κάνει θαύματα και αποφάσισαν να τον σκοτώσουν ή να τον απαγάγουν και να σφραγίσουν την εκκλησία. Πηγαίνοντας με τ’ άλογά τους τη νύχτα, ένας καβαλάρης με άσπρο άλογο τους έκοβε τον δρόμο. Τα άλογά τους φοβήθηκαν και γύρισαν πίσω. Ήταν ο άγιος Γεώργιος που τους έδιωξε. Μετανοιωμένοι διηγήθηκαν το πάθημά τους στον π. Ηλία ζητώντας συγχώρηση.
Μία άλλη φορά ο άγιος ανακοίνωσε στην οικογένειά του πως ο άη Γιώργης τον προειδοποίησε για επικείμενη επίθεση ομάδας φανατικών Τούρκων. Πράγματι τη νύχτα μια ομάδα, με επικεφαλής τον Αχμέτ Κιτιάκ, τους χτύπησε την πόρτα ζητώντας δήθεν να τους δείξουν το δρόμο. Δεν τους άνοιξαν, αυτοί όμως σκότωσαν το σκυλί και άρχισαν να πυροβολούν. Οι σφαίρες πήγαιναν δώθε-κείθε αλλά καμία δεν άνοιξε το σπίτι. Η Καλή [κόρη του] έβλεπε στην πόρτα τον άγιο Γεώργιο με ανοιχτά τα χέρια να τους προστατεύη. Τέλος έβαλαν φωτιά δίπλα στον αχερώνα, όπου μέσα ήταν η εκκλησία και κάηκε. Πήρε φωτιά και η σκεπή του σπιτιού, αλλά την έσβησαν. Ο π. Ηλίας ύστερα πήγε και προσευχήθηκε μπροστά στα εικονίσματα και ρώτησε τον Χριστό: «Ποιοι είναι αυτοί που έκαψαν την εκκλησία;». Και ο Χριστός τους απαρίθμησε έναν έναν.
Ο π. Ηλίας κοιμήθηκε τον Ιούλιο του 1946 μέσα σε ένα φωτεινό όραμα και μια διάχυτη ευωδία. Από τον τάφο του έβγαινε φως και κάθε βράδυ τα μεσάνυχτα, ανάβλυζε μύρο. Μετά από χρόνια ο τάφος του ανοίχτηκε και το σώμα του βρέθηκε άφθορο και ευωδιάζον. Όμως το 1962, που ανοίχτηκε για δεύτερη φορά, το λείψανό του είχε κλαπεί. Ο θαυματουργός αυτός διδάσκαλος της ορθόδοξης πίστης τιμάται τοπικά ως άγιος στο Βατούμ. Αναλυτικό βιογραφικό του εδώ.


10. Ο άγιος Ιωάννης, ο Νέος Ελεήμων

Ο άγιος Ιωάννης ο Νέος Ελεήμων (ονομάζεται έτσι επειδή υπάρχει και ο παλαιός άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, επίσκοπος Αλεξανδρείας του 5ου αιώνα), γεννήθηκε το 1836 στο χωριό Λωρία (Μούζενα) της επαρχίας Τραπεζούντας του Πόντου, που και σήμερα υπάγεται στην Τουρκία, και το επώνυμό του ήταν Τριανταφυλλίδης. Ήταν έγγαμος και πατέρας, είχε ορφανέψει από μικρός και εργαζόταν σκληρά για να ζήσει ο ίδιος και η οικογένειά του. Εκτός από τις γεωργικές εργασίες εργαζόταν και ως αρτοποιός. Κάποια στιγμή τρεις άγγελοι εμφανίστηκαν στον ίδιο και στη σύζυγό του και πληροφόρησαν εκείνη ότι οι χωριανοί του Ιωάννη θα του ζητήσουν να γίνει ιερέας και δεν πρέπει να το αρνηθεί. Της έδωσαν επίσης πληροφορίες για το μέλλον το δικό του και της οικογένειάς τους.
Ο άγιος έγινε ιερέας και μαθήτευσε στους μοναχούς του αγίου Γεωργίου Χουτουρά. Αν και ολιγογράμματος έδειξε φλογερό ζήλο και εξελίχθηκε όχι μόνο σε άριστο κήρυκα του θείου λόγου αλλά και σε ευλογημένο ειρηνοποιό, καθώς ολόκληρα χωριά κατέφευγαν σ’ αυτόν –συχνά σταλμένα από τον ίδιο το μητροπολίτη– για να ακούσει τις διαφορές τους και να τις επιλύσει με σοφία, οδηγώντας στη συμφιλίωση.
Το 1877, με το ρωσοτουρκικό πόλεμο, διοργάνωσε μεγάλο έρανο (κινητοποιώντας κυρίως πλούσιους), για να καταπολεμήσει την πείνα και κυρίως αυτή η επίπονη και πολύτιμη δραστηριότητά του τού έδωσε το χαρακτηρισμό του Νέου Ελεήμονα. Όταν μάλιστα ένας αποτυχημένος δάσκαλος του χωριού σκότωσε κατά λάθος από το ξύλο το εγγονάκι του αγίου, εκείνος έπεσε με ζήλο στην προσευχή και, με την παρέμβασή του, κατόρθωσε να ειρηνεύσει τους εξαγριωμένους συγγενείς του και να βγάλει από τη φυλακή το δάσκαλο.
Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 13 Ιουνίου 1903 και, τρία έτη αργότερα, μετά από αίτησή του στο όνειρο κάποιας συγχωριανής του, έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, όπου τα χέρια του βρέθηκαν άφθορα λόγω της μεγάλης του φιλανθρωπίας. Τότε λοιπόν χωριά ολόκληρα από τη γύρω περιοχή έφθασαν να προσκυνήσουν το τίμιο λείψανο, ακόμη και Τούρκοι αγάδες, οι οποίοι έφεραν ως αφιερώματα λάδι και κερί. Και δήλωσαν: «Αυτός ο παπάζ εφέντης και ζώντας άγιος ήταν και μετά το θάνατό του φανερώθηκε περισσότερο. Αν του χτίσετε εκκλησία, κι εμείς θα προσφέρουμε».
Μετά την ανακομιδή των λειψάνων του αγίου συνέβησαν πολλά θαύματα. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον αναγνώρισε επίσημα ως άγιο και εορτάζει στις 13 Ιουνίου (κοίμηση) και στις 7 Οκτωβρίου (ανακομιδή των λειψάνων του).

 
11. Η αγία Ελέναμπα η προορατική

Η Ελέναμπα ήταν μια ευσεβής και σοφή έφηβη κόρη, που ζούσε στο χωριό Κεφαλοχώρι της Νίκαιας της Μικράς Ασίας. Το όνομά της σημαίνει «Ελένη που μιλάει σαν αββάς» (=γέροντας, πνευματικός διδάσκαλος). Ήταν ορφανή και πάμπτωχη και εργαζόταν ως υπηρέτρια σε έναν πονόψυχο Τούρκο. Εκείνος πολλές φορές την άκουγε τη νύχτα να προσεύχεται και να παρακαλεί το Θεό να φορτωθεί τις αμαρτίες άλλων, συγκεκριμένων, ανθρώπων, που αργότερα προφανώς θα έκανε προσευχές, νηστείες και άλλες θυσίες για να τις εξαλείψει.
Ήταν προικισμένη από το Θεό με προορατικό χάρισμα και πολλοί άνθρωποι έρχονταν να πάρουν τη συμβουλή της, αλλά και να ζητήσουν τις προφητείες της (εννοείται, χωρίς αμοιβή). Ιδίως πληροφορούσε γυναίκες για την τύχη των συζύγων τους, που είχαν επιστρατευθεί στα τουρκικά Τάγματα Εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού). Ο Τούρκος αφέντης της τη σεβόταν και κατέγραφε τις προφητείες της, γιατί διαπίστωνε με τα ίδια του τα μάτια το χάρισμά της.
Η οσία αυτή νέα κοιμήθηκε γύρω στο 1920, σε ηλικία μικρότερη των 14 ετών. Πριν κοιμηθεί είχε προβλέψει το θάνατό της και είχε ζητήσει να τη ντύσουν σαν μοναχή. Από τον τάφο της ανέβλυσε αγίασμα και όσοι άρρωστοι το έπιναν θεραπεύονταν. Τα ρούχα της και κάποια προσωπικά της αντικείμενα μεταφέρθηκαν από τους συγγενείς της, με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών, στο Νέο Κεφαλοχώρι, στο νομό Σερρών, όπου την ευλαβούνται ως αγία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: