ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

Η Αγία Τριάδα στη Βίβλο


 
Όταν οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι έχουν μπροστά τους τις χαντίθ, εμφανίζονται απολύτως βέβαιοι για την αυθεντικότητά τους – έστω, για την αυθεντικότητα εκείνων που οι πνευματικοί τους διδάσκαλοι έχουν αναγνωρίσει και καταχωρίσει ως αυθεντικές. Φυσικά μπορούν να βρουν πολλά «ορθολογικά» επιχειρήματα για να υποστηρίξουν την άποψή τους, αλλά ο αληθινός λόγος είναι ένας: εμπιστεύονται τις χαντίθ, γιατί θεωρούν εξ ορισμού αξιόπιστους τους συλλέκτες και σχολιαστές τους.
Όταν όμως εμείς επικαλούμαστε λόγια του Ιησού, εκείνοι εύκολα τα απορρίπτουν ως μυθεύματα και πλαστογραφίες. Όταν επικαλούμαστε λόγια των αποστόλων, εκείνοι εύκολα χαρακτηρίζουν τους αποστόλους (τους αγίους αυτούς αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού) ως πλαστογράφους. Και όταν επικαλούμαστε λόγια των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, εύκολα βρίσκουν κάθε μομφή να τους προσάψουν, αρκεί να μειώσουν την εγκυρότητα της θεμελιώδους διδασκαλίας του χριστιανισμού.
Στην Καινή Διαθήκη, ο Ίδιος ο Ιησούς ζητάει πίστη στον Εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29 και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Πώς λοιπόν ο συγγραφέας μας ισχυρίζεται ότι αυτό είναι «ειδωλολατρία» και «προσβολή» προς το Θεό;
Η τριαδολογία του χριστιανισμού δεν επινοήθηκε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αλλά αποτελεί την αποκάλυψη που έκαναν για το Θεό ο Ιησούς και (την Πεντηκοστή) το Άγιο Πνεύμα – αποκάλυψη που βίωσαν και βιώνουν οι άγιοι κάθε γενιάς. Αυτή είναι η πίστη και η ακλόνητη διδασκαλία των χριστιανών αγίων από την αρχή του χριστιανισμού, και φυσικά συνιστά πρόοδο ως προς την Παλαιά Διαθήκη, όπου οι άνθρωποι δεν ήταν ακόμη σε θέση να αντιληφθούν κάτι τέτοιο. Αν η Παλαιά Διαθήκη περιείχε την τέλεια αποκάλυψη του Θεού, δε θα χρειαζόταν να έρθει ο Χριστός, ακόμη και ως προφήτης.
Στην Καινή Διαθήκη η τριαδολογία δεν αναπτύσσεται ούτε διατυπώνεται αναλυτικά, ακριβώς διότι βιώνεται πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Φαίνεται όμως ότι υπάρχει, από πλήθος τριαδολογικών αναφορών, όπως οι κλασικές: «βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13 – πρόκειται, κατά τους μελετητές, για φράση από την πρωτοχριστιανική [αποστολική] θεία λειτουργία).
[Σημείωση: για τις παραπομπές στην Παλαιά & Καινή Διαθήκη, μπορείτε να μπείτε εδώ].
Η γενιά λοιπόν των αγίων αποστόλων πίστευε στην Αγία Τριάδα. Το ίδιο και η αμέσως επόμενη γενιά, των αγίων αποστολικών Πατέρων (1ο μισό του δεύτερου αιώνα μ.Χ.). Πουθενά δεν φαίνεται «μετατόπιση» της πίστης των χριστιανών από κάποιο «μονοπρόσωπο Θεό» προς την Αγία Τριάδα. Για την πίστη των Πατέρων της πρώτης μεταποστολικής γενιάς (των μαθητών των αποστόλων) στην Αγία Τριάδα παραπέμπω στα άρθρα: "Πίστευε η αρχαία Εκκλησία στην Αγ. Τριάδα;" (εδώ) και: "Ο Μ. Κων/νος, οι αρειανοί, η θεότητα του Ιησού και ο... Κώδικας Ντα Βίντσι" (εδώ).
Οι άγιοι αυτοί, όπως και οι μεταγενέστεροι, καθώς και οι άγιοι των Οικουμενικών Συνόδων, δεν «επινοούσαν» δόγματα, αλλά γνώριζαν την αλήθεια για το Θεό με την ένωση προς Αυτόν, δηλαδή με την αγιότητά τους (θέωση). Η θέωσή τους φαίνεται όχι μόνον από τα θαύματά τους (επαναλαμβάνω ότι οι Πράξεις αναφέρουν πλήθος θαυμάτων των αποστόλων), αλλά και από τον τρόπο ζωής τους, τον γεμάτο αγάπη και αυτοθυσία για τον πλησίον.
Για να γίνει κάπως κατανοητό τι εννοώ, παραπέμπω τον αναγνώστη στο βίο του μεγάλου χριστιανού πνευματικού πατέρα του 20ού αιώνα αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, γραμμένο από το μαθητή του και επίσης άγιο Σωφρόνιο Σαχάρωφ (έκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας). Εκεί θα αντιληφθεί τι σημαίνει «αγιοπνευματικός φωτισμός» και «γνώση του Θεού διά του Αγίου Πνεύματος». Ως προς την Αγία Γραφή, θα το αντιληφθεί κάπως διαβάζοντας τις Πράξεις των αποστόλων, όχι μόνο το κεφ. 2 (όπου περιγράφεται η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή), αλλά ολόκληρο το έργο.

Το γεγονός ότι η τριαδολογία είναι η αρχική διδασκαλία του χριστιανισμού φαίνεται και από το σάλο που προκλήθηκε, όταν ο Άρειος (ιερέας στην Αλεξάνδρεια) άρχισε να διδάσκει ότι ο Υιός δεν είναι Θεός. Όχι μόνο δε φαίνεται πουθενά (ας μας υποδείξει κάποιος μία πηγή) «μετατόπιση» της χριστιανικής θεολογίας προς την τριαδολογία, αλλά, αντίθετα, φαίνεται ότι κάποιοι μετατοπίστηκαν κατά καιρούς από την τριαδολογία προς διάφορες απόπειρες «διάσωσης του απόλυτου μονοθεϊσμού», επειδή προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη θεολογία διανοητικά (σαν φιλόσοφοι) και όχι να τη βιώσουν με την ένωση προς το Θεό (ως άγιοι). Αυτοί ήταν οι «μοναρχιανοί», που χωρίζονταν σε δύο κλάδους και δίδασκαν είτε ότι ο Ένας Θεός εμφανίστηκε ο Ίδιος σαν Πατέρας στην Παλαιά Διαθήκη, σαν Υιός στην Καινή και σαν Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία (τροπικοί μοναρχιανοί ή πατροπασχίτες), είτε ότι ο Χριστός ήταν ένας κοινός άνθρωπος που αναδείχθηκε σε Θεό λόγω της ανυπέρβλητης ηθικής του καθαρότητας (δυναμικοί μοναρχιανοί ή υιοθετιστές). Ο Άρειος ήταν η μετεξέλιξη του δυναμικού μοναρχιανισμού.
Λόγω των πρώτων μοναρχιανών, κάποιοι πρώιμοι χριστιανοί διδάσκαλοι έκαναν κάποιες απόπειρες να διατυπώσουν λεκτικά την τριαδολογία – οι απόπειρες αυτές δεν ήταν απόλυτα επιτυχημένες [σ.σ. πρόκειται για τους απολοτητές]. Όμως η τριαδολογία εκφράστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από τους Πατέρες της Νίκαιας και την επόμενη γενιά, από το Μ. Αθανάσιο (που συμμετείχε στη Νίκαια ως διάκονος), το Μέγα Βασίλειο και άλλους (βλ. εδώ).
Αυτοί οι άγιοι, εξαιτίας των αιρέσεων, διατυπώνουν λεκτικά την κατ’ ουσίαν «άρρητη» εμπειρία τους από την παρουσία του Θεού εντός τους. Για μας είναι τόσο έγκυροι, όσο είναι για τους μουσουλμάνους ο Μωάμεθ. Γνωρίστε το βίο τους και μάθετε για τις εμπειρίες τους και θα καταλάβετε το γιατί. 

Η Αγία Τριάδα στη Βίβλο

Ας δούμε τώρα αυτό που ενδιαφέρει τους μουσουλμάνους και όλους τους «ορθολογιστές»: η Βίβλος υποστηρίζει την τριαδολογία; Φυσικά, εμείς απαντάμε καταφατικά. Η τριαδολογία δεν είναι ξένη προς τη Βίβλο. Ωστόσο –επαναλαμβάνω– δεν περιμένουμε να μας πει η Βίβλος για το Θεό, διότι ο Θεός (διά της άκτιστης χάριτός Του) βρίσκεται κάθε στιγμή εντός της νοεράς καρδίας των αγίων μας και εκεί τους διδάσκει την αλήθεια γι’ Αυτόν (τέτοιος άγιος μπορεί να είναι κι ένας φτωχός και παραμελημένος γείτονάς μας κι όχι οπωσδήποτε κάποιο «στέλεχος» της θεσμικής Εκκλησίας – βλ. εδώ). 
Θα αναφερθούμε στο θέμα της βιβλικής τριαδολογίας για χάρη των αδελφών μας μουσουλμάνων και λοιπόν «αντιτριαδιστών», που αναλίσκονται σε φιλολογικές αναλύσεις, αναζητώντας με το μικροσκόπιο τι λέει η Βίβλος για το ένα ή το άλλο θέμα και ξεχνώντας να ρωτήσουν απευθείας τον Ίδιο το Θεό με νηστεία, προσευχή, εξομολόγηση και (επιτρέψτε μου) θεία κοινωνία. Το σωστό θα ήταν να ερευνήσουν έτσι, όσα χρόνια κι αν κρατήσει η έρευνά τους – σαν αγωνιστές κι όχι σαν φιλόλογοι. Φιλολογικά, μπορούμε να ανακαλύψουμε ή και να επινοήσουμε όσα επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα θέλετε.
Παρόλα αυτά, ας ξεκινήσουμε, Θεού θέλοντος. 

1. Παλαιά Διαθήκη

Η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί «σκιά» της βασιλείας του Θεού («των μελλόντων αγαθών»), καθώς απευθύνεται στη νηπιώδη ανθρωπότητα (πρβ. Α΄ Κορινθίους, 13, 11: «ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην· ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου»). Η Καινή Διαθήκη πάλι δεν είναι η ίδια η βασιλεία του Θεού, αλλά «τύπος» της (προτύπωση). Η βασιλεία του Θεού είναι η κατάσταση στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος καθώς προχωρεί στη θέωση και ολοκληρωτικά θα τη δούμε από τη δευτέρα παρουσία και μετά («βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου και εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον», Παύλος).
Έτσι, στην Π.Δ. η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται «συνεσκιασμένα» (σκιωδώς), καθώς οι άνθρωποι, μη έχοντας ακόμη την ένωση Θεότητας και ανθρωπότητας, που συντελέστηκε στο πρόσωπο του Χριστού, και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ξεχύθηκε στην ανθρωπότητα κατά την πεντηκοστή, δε μπορούσαν ακόμη να αντέξουν την αποκάλυψη αυτή (όπως και οι αντιτριαδικές αιρέσεις και οι μουσουλμάνοι, οι οποίοι, ας μου επιτραπεί να το πω, αποκρούουν αυτή τη χάρη, ίσως από ατολμία, μένοντας προσκολλημένοι στη νηπιώδη προ Χριστού κατάσταση). Το ότι δεν είχαν ακόμη αυτά τα πλεονεκτήματα δεν είναι «αδικία του Θεού σε βάρος τους», διότι η Π.Δ. είναι ακριβώς το πρώτο στάδιο της πορείας που οδήγησε στην κάθοδο του Χριστού και του Αγ. Πνεύματος (Παρακλήτου). Οι δε προ Χριστού νεκροί γνώρισαν επίσης το Χριστό και συμμετείχαν (ελεύθερα και εφόσον το θέλησαν) στο παγκόσμιο Σώμα Του (την Εκκλησία) κατά την κάθοδό Του στον Άδη με το σταυρικό θάνατό Του, όταν «τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν» (Α΄ επιστολή του αγίου αποστόλου Πέτρου, 3, 19-20).
Στην Π.Δ. λοιπόν η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται τουλάχιστον με έξι τρόπους:

1. Με τον πληθυντικό αριθμό στα χωρία Γέν. 1, 26 («ας φτιάξουμε άνθρωπο κατά την εικόνα και την ομοίωσή μας») και Γέν. 11, 7 («ας κατεβούμε και ας τους μπερδέψουμε τις γλώσσες»).
Στους στίχους αυτούς ο Θεός σίγουρα δεν μιλάει στους αγγέλους Του, διότι ούτε συνεργάστηκαν μαζί Του στη δημιουργία του ανθρώπου, ούτε αναφέρεται κάπου ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» και των αγγέλων. Ωστόσο, δε χρησιμοποιεί ούτε το λεγόμενο «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», δηλαδή να μιλήσει για τον Εαυτό Του στον πληθυντικό αντί για τον ενικό, κατά τη βασιλική συνήθεια. Αν ο Θεός χρησιμοποιούσε «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», θα έπρεπε να τον χρησιμοποιεί σε όλη τη διάρκεια της Αγίας Γραφής, δηλαδή ούτε μια φορά να μη λέει «Εγώ, ο Θεός», αλλά πάντα «Εμείς, ο Θεός». Κάτι τέτοιο όμως δε συμβαίνει.
Αντίθετα, υπάρχει Κάποιος, με τον Οποίο συνεργάστηκε ο Θεός κατά τη δημιουργία όλων των δημιουργημάτων Του: ο Υιός (Ιω. 1, 3, Α΄ Κορινθίους,, 8, 6, Κολ. 1, 16-17). Για μας είναι φανερό (και κανένα απολύτως λόγο δεν έχουμε να αμφιβάλλουμε) ότι ο Θεός μιλάει με τον Υιό, που είναι ο Λόγος και η Σοφία Του.
Εδώ οφείλω να αναφέρω ότι ο απόστολος Παύλος, στην προς Κολοσσαείς, 1, 16-17, γράφει για το Χριστό: «ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε».

2. Με την εμφάνιση των Τριών Ανδρών στον Αβραάμ στο κεφ. 18 της Γένεσης. Εκεί είναι φανερό ότι ο Αβραάμ αντιμετωπίζει και τους Τρεις ως ισότιμους. Ήρθε «να Τους συναντήσει», είπε και στους Τρεις να καθίσουν, να πλυθούν, να φάνε κ.τ.λ., χαρακτήρισε τον εαυτό του «υπηρέτη Τους» και Εκείνοι του απάντησαν σαν με ένα στόμα (στ. 5). Και οι Τρεις μαζί «έφαγαν» και, όταν σηκώθηκαν, «κοίταξαν προς τα Σόδομα και τα Γόμορρα».
Η ιδέα ότι πρόκειται για το Θεό και δύο τιμητικούς συνοδούς αγγέλους είναι απλά άτοπη. Το ότι στο τέλος Το ότι φαίνεται οι Δύο να φεύγουν και «ο Κύριος» να μένει και να μιλάει με τον Αβραάμ, δε σημαίνει ότι οι άλλοι Δύο δεν ήταν Κύριοι. Υπόψιν ότι λέει «οι άνδρες έφυγαν» και όχι «οι δύο άνδρες», σα να είχαν φύγει και οι Τρεις – προφανώς επειδή στο Θεό δεν υπάρχει αρίθμηση που να διαχωρίζει τον Έναν από τους Άλλους.

Η φιλοξενία του Αβραάμ, που είναι και η ορθόδοξη απεικόνιση σκηνής με την Τριαδική Θεότητα (από εδώ)
Υπάρχει στο χριστιανισμό η ιδέα ότι, επειδή ο Θεός Πατήρ θεωρείται «πάντη αόρατος», το δε Άγιο Πνεύμα δεν συνηθίζει να εμφανίζεται με μορφή ανθρώπου, οι Τρεις Άνδρες ήταν ο Υιός και δύο άγγελοι «εις τύπον» (συμβολισμό) του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Πιθανόν. Πάντως είναι αδιαφιλονίκητο ότι ήρθαν ως η Τριαδική Θεότητα και έτσι αναγνωρίστηκαν και αντιμετωπίστηκαν από τον άγιο πατριάρχη Αβραάμ και δέχτηκαν αναντίρρητα αυτή την αντιμετώπιση.

3. Με τους ανεξήγητους (για μας, «τριαδικούς») πληθυντικούς στις προφητείες, όπου φαίνεται α) ότι εντός της Θεότητος υπάρχουν περισσότερα από ένα πρόσωπα (π.χ. Οβδιού, 1), β) ότι εμφανίζονται τουλάχιστον δύο «Κύριοι», που ο Ένας στέλνει στη Γη τον Άλλο: π.χ. Ζαχαρία, κατά τους Ο΄ 2, 12-15 [στο Μασσωριτικό (εβρ. κείμενο), Ζαχ. 2, 8-11], Ησαΐα, 45, 1. 45, 14-15. 48, 12-16. Αμώς 4, 11, Μιχαίας 4, 6-7. 6, 1-2, Μαλαχίας 1, 9. 3, 1-5, Σοφονίας κεφ. 1, Ιερεμίας 11, 9-11 και 17. 12, 14. 14, 15. 17, 13. 23, 1-2 (ο προφήτης δεν θα έλεγε «το λαό μου», μόνον ο Θεός το λέει αυτό). 33, 4-5 (Ο΄, 40, 4-5). Δείτε επίσης και Έξοδος 21, 13. 31, 17. 34, 5-6, Δευτ. 28, 13-14 και 20 (μιλάει ο Θεός, όπως φαίνεται στους στ. 2 και 62, αλλά και στο 29, 1, λέει «σε διατάζω» και «με εγκατέλειψες» κι όμως παράλληλα αναφέρεται «στον Θεό» σα να πρόκειται για Άλλο Πρόσωπο) κ.λ.π. (επί του θέματος, «ξεναγός μου» στην Π.Δ. ήταν η εξαίρετη μελέτη του καθηγητή Νικόλαου Σωτηρόπουλου Ο Ιησούς Γιαχβέ).
Σημείωση: πάντα ο «Κύριος», που μιλάει διά του στόματος των προφητών, είναι ο Θεός, ανεξάρτητα αν είναι μετάφραση του Γιαχβέ ή του Αδονάι, του Ελοχείμ κ.τ.λ. Το επισημαίνω, για να προλάβω τυχόν βεβιασμένη απολογία μουσουλμάνων, ότι μπορεί κάποια «Κύριος» να υπονοούν κάτι ή κάποιον άλλο.

4. Η εμφάνιση του περίφημου «αγγέλου του Θεού», που συγχρόνως είναι και προσκυνητός και χαρακτηρίζεται επίσης Θεός ή Κύριος. Ας μιλήσουμε λίγο γι’ Αυτόν:
Εκείνος που εμφανίστηκε στο Μωυσή μέσα από τη φλεγόμενη βάτο χαρακτηρίζεται «άγγελος Κυρίου» (Έξοδος, 3, 2). Κατά τη θεόπνευστη απολογία του αγίου Στεφάνου στις Πράξ. 7, 38, Εκείνος ήταν που μίλησε στο Μωυσή. Στο Μωυσή όμως μίλησε μόνον ο Γιαχβέ –άρα ο άγγελος Κυρίου ήταν που ονόμασε τον Εαυτό Του «Γιαχβέ»!
Προφανώς είναι ο Ίδιος «άγγελος» που εμφανίστηκε στην περιπλανώμενη Άγαρ (Γέν. 16, 7-14) και της είπε «θα πολλαπλασιάσω τους απογόνους σου» («Εγώ», όχι «ο Θεός»). Ποτέ στην Αγία Γραφή ο απεσταλμένος του Θεού δε μεταφέρει τα λόγια του Θεού σα να ήταν ο ίδιος ο Θεός! Ακόμη και οι προφήτες, που μεταφέρουν λόγια του Θεού σε πρώτο πρόσωπο, πάντα ξεκινούν με τη φράση «τάδε λέγει Κύριος». Προφανώς το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του Κορανίου: ο αφηγητής του πληροφόρησε το Μωάμεθ ότι είναι «ο άγγελος Γαβριήλ», αλλιώς πώς το ήξερε ο Μωάμεθ;
Το Γέν. 16, 13, χαρακτηρίζει καθαρά Αυτόν τον άγγελο «Κύριο» και η Άγαρ Τον ονόμασε «ο Θεός ο επιδών με» και εξεπλάγη που αξιώθηκε να Τον αντικρίσει. Αν είχε κάνει λάθος, περνώντας έναν απλό άγγελο για το Θεό, εκείνος θα το διευκρίνιζε. Για του λόγου του αληθές, βλ. π.χ. Λουκ. 1, 11-20 και 26-38.
Μια ακόμη φορά που εμφανίζεται αυτό το «περίεργο» Ον είναι στο Γέν. 32, 24-32, στην πάλη του Ιακώβ με τον Θεό στο πέρασμα του Ιαβώκ. Ο Ιακώβ αντιμετωπίζει τον άγνωστο αντίπαλό του ως «το Θεό», Τον καλεί να τον ευλογήσει και εκπλήσσεται που Τον είδε πρόσωπο με πρόσωπο και επέζησε. Και ο Θεός Εκείνος μετονομάζει τον Ιακώβ σε Ισραήλ, κάνοντας μια χαρακτηριστική πράξη, την οποία κάνει μόνον ο Θεός (Γέν. 17, 5 και 15).
Για την ταύτιση του αγγέλου τούτου με το Θεό, παραθέτω και τις εξής μαρτυρίες: α) Στο Γέν. 31, 11-13, εμφανίζεται στον Ιακώβ «ο άγγελος του Θεού», ο οποίος του λέει: «Εγώ ειμί ο Θεός ο οφθείς σοι [=που σου φανερώθηκα] εν τόπω Θεού, ού ήλειψάς μοι εκεί στήλην…»! (εννοεί το όραμα της σκάλας προς τον ουρανό, στο Γέν. 28, 12-22).
β) Στο Γέν. 35, 1-15, ο Θεός στέλνει τον Ιακώβ να κατασκευάσει θυσιαστήριο «για το Θεό που του φανερώθηκε όταν έφευγε από τον αδελφό του», δηλαδή για Εκείνον, με τον οποίο πάλευε στο Ιαβώκ. Αυτό δηλώνει, αφενός, ότι «Ένας Θεός» τον διέταξε να φτιάξει θυσιαστήριο για έναν «άλλο Θεό», και αφετέρου ότι θα πρόσφερε θυσίες προς τιμήν του «αγγέλου», άρα ο άγγελος ήταν Θεός.
γ) Δίνοντας ο Ιακώβ την ευλογία του στα εγγόνια του, τα παιδιά του Ιωσήφ, λέει: «ο Θεός, ώ ευηρέστησαν οι πατέρες μου ενώπιον αυτού, Αβραάμ και Ισαάκ, ο Θεός ο τρέφων με εκ νεότητος έως της ημέρας ταύτης, ο άγγελος ο ρυόμενός με [=ο σώζων με] εκ πάντων των κακών ευλογήσαι τα παιδία ταύτα…» κ.τ.λ. (Γέν. 48, 15-16 – οφείλω την επισήμανση του τελευταίου χωρίου σε ομιλία του Μιχάλη Μαυροφοράκη δημοσιευθείσα στο διαδίκτυο [δες και εδώ]).
Αυτός ο ορατός Θεός, που είναι συγχρόνως και «άγγελος» (αγγελιαφόρος) του Θεού, κατά τους χριστιανούς είναι ο Υιός, επειδή  Εκείνος χαρακτηρίζεται «μεγάλης βουλής άγγελος», Ησαΐα 9, 6, και «άγγελος της διαθήκης», Μαλαχία 3, 1. Είναι ο απεσταλμένος της μεγάλης βουλής (απόφασης) του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ολόκληρη η Π.Δ. είναι η προετοιμασία για την έλευσή Του (ως Ιησού Χριστού), που είναι και η εκπλήρωση της πρωταρχικής προφητείας, Γέν. 3, 15 και όλων των μεσσιανικών προφητειών.

5. Με την εμφάνιση της Σοφίας του Θεού, ενός ξεκάθαρα θεϊκού όντος, που μάλιστα μιλάει διά στόματος των προφητών σε πρώτο πρόσωπο, όπως μόνον ο Θεός κάνει, στα βιβλία Παροιμίες, Ιωβ, Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ.
Εγώ από στόματος Υψίστου εξήλθον και ως ομίχλη κατεκάλυψα γην. εγώ εν υψηλοίς κατεσκήνωσα, και ο θρόνος μου εν στύλω νεφέλης. γύρον ουρανού εκύκλωσα μόνη και εν βάθει αβύσσων περιεπάτησα. εν κύματι θαλάσσης και εν πάση τη γη και εν παντί λαώ και έθνει εκτησάμην… έτι διδασκαλίαν ως προφητείαν εκχεώ [=θα αναβλύσω] και καταλείψω αυτήν εις γενεάς αιώνων. ίδετε ότι ουκ εμοί μόνω εκοπίασα, αλλά πάσι τοις εκζητούσιν αυτήν» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24).
«…και μετά σου η σοφία η ειδυία τα έργα σου και παρούσα, ότε εποίεις τον κόσμον… Εξαπόστειλον αυτήν εξ αγίων ουρανών και από θρόνου δόξης σου πέμψον αυτήν…» (Σοφία Σολομώντος, 9, 9-10).
Η Σοφία είναι παρούσα όταν ο Θεός έκτιζε τον κόσμο και προφητεύεται η αποστολή της στον κόσμο. «Εξήλθε το στόμα του Θεού» (δηλαδή είναι ο Λόγος Του) και θα αναβλύσει διδασκαλία και προφητεία, που θα την αφήσει για πάντα στη γη. Είναι «η μήτηρ της αγαπήσεως της καλής και της οσίας ελπίδος, του φόβου» (=της συστολής) «και της γνώσεως» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24) και, κατά τους χριστιανούς, ταυτίζεται με τον Υιό. «Χριστός, Θεού Δύναμις και Θεού Σοφία» κατά τον Παύλο (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). «Νους, Λόγος, Σοφία, Υιός του Πατρός, και απόρροια, ως φως από Πυρός, το Πνεύμα» γράφει ήδη το 2ο αι. για τον Ιησού ο απολογητής άγιος Αθηναγόρας ο Αθηναίος (Πρεσβεία περί χριστιανών, κεφ. 24).
Σύγκρινε τις παραπάνω περιγραφές της Σοφίας με τις ακόλουθες αναφορές για τον Υιό, δηλ. το Χριστό:
«Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν [=δίπλα στο Θεό] και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν. εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων. και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβενΗν το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. εν τω κόσμω ην, και ο κόσμος δι’ αυτού εγένετο, και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω [=δεν τον αναγνώρισε]. […] και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα [=είδαμε] την δόξαν αυτού [=το φως Του], δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας. […] Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε [=κανείς δεν είδε ποτέ το Θεό]. ο μονογενής υιός ο ων εις τον κόλπον του πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιω. 1, 1-5. 9-10. 14. 18). […]
Σε απόλυτη συνάφεια ο απόστολος Παύλος αναφέρει για τον Υιό:
«…ός εστίν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως [=γεννημένος πριν από κάθε δημιούργημα], ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε, και αυτός εστίν η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας, ός εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών, ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων, ότι εν αυτώ ευδόκησε παν το πλήρωμα κατοικήσαι […]» (προς Κολοσσαείς, 1, 15-19).
Οι Παροιμίες είναι γραμμένες από τον προφήτη και βασιλιά Σολομώντα. Η θέση του βιβλίου του Ιώβ επίσης είναι αδιαμφισβήτητη εντός της Αγίας Γραφής. Για να προλάβω ωστόσο τυχόν υποβάθμιση των βιβλίων Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ από τους αδελφούς μας μουσουλμάνους απολογητές, διευκρινίζω ότι: τα δύο βιβλία αυτά ανήκουν στην Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο΄. Είναι από τα βιβλία που γράφτηκαν απευθείας στα ελληνικά, γι’ αυτό δεν περιελήφθησαν ποτέ στο εβραϊκό Μασσωριτικό (Μ). Όμως το Ο΄ είναι η Παλαιά Διαθήκη που χρησιμοποιούν οι θεόπνευστοι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, οι οποίοι χρησιμοποιούν και τα βιβλία που λείπουν από το Μ. Μερικά παραδείγματα: Ματθ. 9, 36 (Ιουδίθ 11, 19), Ματθ. 22, 25-28 (Τωβίτ 3, 8 και 5, 11), Ματθ. 27, 41-43 (Σοφ. Σολ. 2, 12-20), Ρωμαίους, 1, 21 (Σοφ. Σολ. 13, 1), Ρωμαίους, 9, 21 (Σοφ. Σολ. 15, 7), Ρωμαίους, 10, 6 (Βαρούχ 3, 29), Ιάκ. 1, 19 (Σοφία Σειράχ 5, 11), Α΄ Πέτρ. 1, 6-7 (Σοφ. Σολ. 3, 5-6) κ.λ.π. Πρώτη φορά χριστιανοί απέρριψαν το Ο΄ και στράφηκαν στο Μ μετά την προτεσταντική μεταρρύθμιση (16ος αι.), νομίζοντας ότι ξέρουν καλύτερα από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης και τους πρώτους χριστιανούς (στην πραγματικότητα, για να διαφοροποιηθούν από τους ρωμαιοκαθολικούς). Έτσι τα βιβλία αυτά «εξορίστηκαν» από τη χριστιανική Αγία Γραφή. Δυστυχώς και μερικές εκδόσεις που επιμελήθηκαν ορθόδοξοι (π.χ. Βάμβας) ακολούθησαν αυτό το λάθος, λόγω προτεσταντικών επιδράσεων.
Το όνομα Σοφία για το Χριστό είναι τόσο βασικό, που ο περίφημος καθεδρικός ναός της Κωνσταντινούπολης, ο αφιερωμένος σ’ Αυτόν, ονομάζεται Ναός της του Θεού Σοφίας, Αγία Σοφία. Ο ναός αυτός προκάλεσε σειρά ομώνυμων ναών στο Κίεβο, τη Θεσσαλονίκη και άλλες ορθόδοξες πόλεις.

6. Η ύπαρξη πολλών προσώπων στη Θεότητα φαίνεται και από τις προφητείες, κατά τις οποίες διά στόματος των προφητών μιλάει ο αναμενόμενος και μελλοντικά ερχόμενος Μεσσίας (βλ. π.χ. Ζαχαρίας, 11, 4-14, ιδ. 11-14). Εφόσον ο Μεσσίας μιλάει διά στόματος των προφητών, επομένως είναι Θεός, αφενός επειδή μόνον ο Θεός έχει αυτή την ιδιότητα (να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο διά στόματος των προφητών) και αφετέρου επειδή και σε αυτές τις προφητείες (εκτός από τους προφητικούς ψαλμούς του Δαβίδ) οι προφήτες ξεκινούν με τη φράση «Αυτά λέει ο Κύριος».
Ένα παράδειγμα είναι το Ησαΐα 61, 1-2, που ο Χριστός το χρησιμοποίησε ως αναφορά στον εαυτό Του (Λουκ. 4, 17-21). Επομένως σ’ αυτό το κεφάλαιο δε μιλάει ο προφήτης, αλλά διά στόματος του προφήτη μιλάει ο μελλοντικός Μεσσίας, ο Υιός. Και Αυτός, ο Ίδιος, στο στ. 8 λέει: «διότι εγώ είμαι Κύριος που αγαπά τη δικαιοσύνη και μισεί την αδικία… και θα συστήσω γι’ αυτούς διαθήκην αιώνιον» κ.τ.λ.
Είπαμε ότι υπάρχουν και οι προφητικοί Ψαλμοί (χριστολογικοί/μεσσιανικοί), όπου ο Μεσσίας μιλάει διά του προφήτη. Μερικά παραδείγματα Ψαλμ. 68, 22 («μου έδωσαν χολή για τροφή και στη δίψα μου με πότισαν ξύδι», βλ. Ματθ. 27, 48), Ψαλμ. 21, 2 («Θεέ μου, Θεέ μου, πρόσεξέ με, γιατί με εγκατέλειψες;», βλ. Ματθ. 27, 46), Ψαλμ. 21, 19 («μοίρασαν μεταξύ τους τα ρούχα μου και έβαλαν κλήρο για τα ενδύματά μου», Ιω. 19, 23-24), κ.ά. (για τη θεία έμπνευση των Ψαλμών βλ. και στο Κοράνι, σούρα 4, 163).
[Σημείωση: Ο Ιησούς κραύγασε πάνω στο σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;», γιατί στην ανθρώπινη ζωή Του πέρασε όλα τα βάσανα που περνάει ο άνθρωπος, μεταξύ των οποίων και την αίσθηση ότι ο Θεός τον έχει εγκαταλείψει. Με αυτό τον τρόπο καθαγίασε τα βάσανα των ανθρώπων και τα μετέτρεψε σε δρόμο για να πλησιάσουμε το Θεό (αν τα υπομείνουμε με πίστη και υπομονή, όπως Εκείνος)]. 

2. Καινή Διαθήκη

Για τις τριαδολογικές αναφορές της Καινής Διαθήκης μιλήσαμε ήδη στα προηγούμενα. Αναφορές όπως: «βαπτίζοντες αυτούς Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13), ξέρουμε πολύ καλά ότι υπάρχουν επειδή οι χριστιανοί ενώνονταν με τον Τριαδικό Θεό και δεν «πίστευαν» και «λάτρευαν» ένα «μονοπρόσωπο Θεό», με τον οποίο δεν είχαν άμεση επαφή, αλλά απλώς «διάβαζαν γι’ Αυτόν στην Π.Δ.».
[...] Ας ξεκινήσουμε από αυτό που αποκαλύπτει η Κ.Δ. για την ακριβή σχέση του Χριστού προς το Θεό:
Για τη σχέση του Υιού με τον Πατέρα η Κ.Δ. είναι σαφής. Είναι «ο μονογενής υιός» του Πατρός (Ιω. 1, 14 και 18, Ιω. 3, 16 και 18). Στα δύο τελευταία χωρία ο Ίδιος ο Ιησούς χαρακτηρίζει έτσι τον εαυτό Του.
Ο όρος «ο μονογενής υιός» σημαίνει τα εξής:
α) Ο Πατήρ Τον γέννησε, δεν Τον δημιούργησε. Αν Τον είχε δημιουργήσει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «υιός» μεταφορικά, όμως δεν θα ήταν ο μονογενής. Το να χαρακτηριστεί υιός μονογενής ένα δημιούργημα (κι όχι γέννημα) είναι κάτι το τραγικό και ταιριάζει μόνο σε στείρα ανθρώπινα ζευγάρια, όχι στο Θεό. Άλλωστε η Αγία Γραφή είναι και σ’ αυτό σαφής: «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (= σε γέννησα), Εβρ. 1, 5, από τον Ψαλμό 2, 7 (όλος ο Ψαλμός 2 αναφέρεται στο Μεσσία).
β) Ο Πατήρ δεν έχει άλλο υιό. Όλοι οι άλλοι που χαρακτηρίζονται «υιοί Θεού», άγγελοι ή άνθρωποι, είναι υιοί Του λόγω υιοθεσίας (Ρωμαίους, 8, 15, Γαλάτας, 3, 26), την οποία μάλιστα προκάλεσε ο Υιός «τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού» (σ’ αυτούς που πιστεύουν στο όνομά Του) δίνοντάς τους «την εξουσία» να γίνουν παιδιά του Θεού (Ιω. 1, 12). Ο Υιός όμως είναι φυσικός Υιός του Πατρός, όχι υιοθετημένος: υιός μονογενής.
γ) Όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Υιός πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, Εβρ. 1, 1 κ.λ.π.
Εξυπακούεται ότι ο Θεός δεν γέννησε «σαν γυναίκα». Η γέννηση του Υιού, όπως και η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, είναι «μυστηριώδης» και «θεοπρεπής» (=ταιριαστή στο Θεό), δε μοιάζει με οτιδήποτε μπορεί να φανταστούμε ως άνθρωποι. Γι’ αυτό, το να λέμε ότι «ο Θεός γέννησε» και «έχει Υιό» δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση «ύβρη» γι’ Αυτόν.
Αυτός λοιπόν «ο μονογενής υιός», βρίσκεται σε απόλυτη ενότητα με τον Πατέρα και «όλα όσα έχει ο Πατήρ» τα έχει και Εκείνος. Και εδώ τίθενται τα επόμενα ερωτήματα:
α) ποια είναι αυτά που έχει ο Πατήρ και τα έχει δώσει «όλα» στον Υιό;
β) υπάρχει κάτι που έχει ο Πατήρ και ο Υιός δεν το έχει;
Η απάντηση στο β προφανώς είναι αρνητική: αν υπήρχε κάτι που το έχει ο Πατήρ και δεν το έχει ο Υιός, ο Κύριος δεν θα έλεγε ότι έχει «όλα» όσα έχει ο Πατήρ. Αυτό και μόνο αρκεί για να αποδείξει ότι ο Υιός είναι Θεός όπως και ο Πατήρ –γι’ αυτό άλλωστε είναι και «ο» Κύριος (με άρθρο), λέξη, που, όπως είδαμε, χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη για να αποδώσει το όνομα Γιαχβέ, και γενικά ως τίτλος ταιριάζει μόνο στο Θεό.
Ας το δούμε όμως αναλυτικότερα, διερευνώντας το ερώτημα α.
Ο Πατήρ είναι πάνσοφος και παντοδύναμος. Ο Υιός είναι; Προφανώς, αφού ο Ίδιος είναι η Σοφία και η Δύναμις του Θεού (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). Άρα ο Θεός είναι πάνσοφος και παντοδύναμος ως Πατήρ και Υιός.
Ο Πατήρ έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει, και ο Υιός έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει (Ιω. 5, 21. 25-26). Μάλιστα τους νεκρούς θα τους αναστήσει ο Υιός, όχι ο Πατήρ! (Ιω. 5, 25-26. 6, 39).
Ο Πατήρ είναι προαιώνιος, όμως δημιούργησε «τους αιώνες» (όπως και «τα πάντα») διά του Υιού (Εβρ. 1, 2), άρα και ο Υιός υπάρχει πριν τους αιώνες (πριν το χρόνο –«προ πάντων», Κολ. 1, 17), επομένως είναι επίσης προαιώνιος.
Αυτά, λοιπόν, που πιστεύουμε γι’ Αυτόν οι χριστιανοί, δεν τα βγάλαμε από το κεφάλι μας, αλλά τα πιστεύουμε (και μάλιστα αμετακίνητα), επειδή ο Ίδιος τα δίδαξε και τα έγραψαν οι άγιοι και αξιόπιστοι αυτόπτες μάρτυρες, οι μαθητές Του.


Ας δούμε μερικά μόνο από τα αμέτρητα σημεία, στα οποία στηρίζουμε αυτή την άποψη:
● Σε όλη την έκταση των Ευαγγελίων ο Ιησούς ονομάζει πάντοτε το Θεό «Πατέρα Του» και αρκετές φορές τον εαυτό Του «ο Υιός». Όπως είπαμε, είναι φανερό ότι, όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Ιησούς πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, προς Εβραίους 1, 1 κ.λ.π.
● Ενώ είναι σαφές στην Παλαιά Διαθήκη ότι μόνο στο Θεό πρέπει να πιστεύουν οι άνθρωποι και μόνον Αυτόν να λατρεύουν, ο Ιησούς ζητάει πίστη στον εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29, και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Στο μεγάλο προφητικό όραμα της Αποκάλυψης, κεφ. 22, 3-4, οι πιστοί στη νέα Ιερουσαλήμ (στον παράδεισο) θα λατρεύουν εξίσου «τον Θεόν και το Αρνίον» (το Χριστό). Ανάλογη αναφορά δες και στο Αποκάλυψη, 5, 13. Ενδιαφέρον εδώ ότι ο Θεός και το Αρνίον (ο Χριστός) έχουν τον ίδιο θρόνο, κοινό και για τους Δυο, ενώ η Αποκάλυψη μιλάει γι’ Αυτούς σε ενικό αριθμό αντί για πληθυντικό (όπως και στα Αποκάλυψη, 11, 15. 20, 6).
● Επίσης, ο Χριστός πάντα δεχόταν να Τον προσκυνούν οι άνθρωποι (π.χ. Ματθ. 28, 9 και 17, Ιω. 9, 38, και 18, 6), ακόμη και τα κακά πνεύματα (Μάρκ. 5, 6), πράξη τιμής που πρέπει να αποδίδεται μόνο στο Θεό, σύμφωνα και την εντολή «Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνο λατρεύσεις» (Ματθ. 4, 10).
● Στην Παλαιά Διαθήκη το όνομα του Θεού φέρει τη δύναμη του Θεού, όμως στην Καινή Διαθήκη την ιδιότητα αυτή την έχει το όνομα του Ιησού. Ο Ιησούς δίνει εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού εκείνοι που πιστεύουν στο όνομά Του, όχι «στο όνομα του Θεού» (Ιω. 1, 12). Όταν συγκεντρώνονται άνθρωποι «εις το όνομα του Ιησού», Εκείνος βρίσκεται ανάμεσά τους (Ματθ. 18, 20). Οι απόστολοι κάνουν θαύματα λέγοντας το όνομα του Ιησού (π.χ. Λουκ. 10, 17, Πράξ. 3, 6 και 16, 18). Το όνομα του Ιησού μπορεί να τελεί θαύματα, ακόμη και αν απλώς προφέρεται από ανθρώπους που δεν είναι «πιστοί Του» (Ιω. 9, 49-50). Κατά τον απόστολο Πέτρο, οι προφήτες μαρτυρούν ότι, διά του ονόματός Του, θα λάβει συγχώρηση των αμαρτιών κάθε ένας που πιστεύει σ’ Αυτόν (Πράξεις των αποστόλων 10, 43). Οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος «παραδεδώκασι τας ψυχάς αυτών» (=διακινδύνευσαν τη ζωή τους) «υπέρ του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Πράξ. 15, 26), ο δε Παύλος είναι έτοιμος να πεθάνει «υπέρ του ονόματος του Κυρίου Ιησού» (Πράξ. 21, 13).
● Ας σημειωθεί βέβαια ότι η επίκληση του ονόματος του Θεού είναι μια πρόσκληση στο Θεό να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή. Ομοίως, η επίκληση του ονόματος του Ιησού είναι μια πρόσκληση στον Ιησού να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή προς Αυτόν: «ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματί μου, τούτο ποιήσω, ίνα δοξασθή ο πατήρ εν τω υιώ. εάν τι αιτήσητε εν τω ονόματί μου, εγώ ποιήσω» (Ιω. 14, 13-14). Αυτό είναι κάτι άλλο (προσευχή προς τον Ιησού) και άλλο το «ό,τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δω υμίν» του Ιω. 15, 16 (προσευχή προς τον Πατέρα).
Η αποστολική Εκκλησία είναι απόλυτα σίγουρο ότι προσευχόταν προς τον Ιησού. Ο άγιος Στέφανος Του ζήτησε να παραλάβει το πνεύμα του (Πράξ. 7, 59 –και στο στ. 60 λέει «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην», όπου αμέσως πριν έχει ονομάσει «Κύριο» τον Ιησού!), ο απόστολος Παύλος προσεύχεται σ’ Αυτόν στο Πράξ. 22, 17-21 (ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η προσευχή του αρχικά απευθυνόταν στον Πατέρα, όμως συνεχίστηκε ως επικοινωνία με τον Ιησού), ενώ άλλοτε Του ζήτησε να τον απαλλάξει από τον κακό άγγελο που τον τυραννούσε (Β΄ Κορινθίους, 12, 8-9 –ο Κύριος εκεί είναι ο Ιησούς, όπως φαίνεται από το στίχο 9). Ο απόστολος και προφήτης Ιωάννης Τον παρακάλεσε να έρθει γρήγορα (Αποκάλυψη, 22, 20). Ο απόστολος Πέτρος λέει στον Αινέα, τον παράλυτο της πόλης Λύδδα, «Αινέα, ιάται σε Ιησούς ο Χριστός» (σε θεραπεύει ο Ιησούς, ο Χριστός, Πράξ. 9, 34), άρα ο Ίδιος ο Χριστός, εκείνη τη στιγμή, παρενέβη από τον ουρανό και τέλεσε τη θεραπεία.
Η προσευχή προς τον Ιησού, ενώ βρίσκεται στον ουρανό, είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που έκαναν οι άνθρωποι που Του ζητούσαν βοήθεια όσο ζούσε στη γη (π.χ. Ματθ. 9, 27. 15, 22, Μάρκ. 3, 10. 9, 17-29. 5, 22-23, κ.α.). Όπως έκανε αμέτρητα θαύματα εδώ, έτσι κάνει και από τον ουρανό. Αφού Εκείνος υποσχέθηκε ότι θα βρίσκεται μαζί μας όλες τις ημέρες μέχρι τη συντέλεια του αιώνος (Ματθ. 28, 20), γιατί να μην προσευχόμαστε σ’ Αυτόν; Εξάλλου είναι σε συνεχή επικοινωνία μαζί μας, όπως αποδεικνύει το όραμα της Δαμασκού, το όραμα του Ανανία (Πράξ. 9, 17), η θεραπεία του Αινέα, το Ματθ. 18, 20 κ.λ.π.


● Ο Χριστός επίσης κατέχει τα «κλειδιά της βασιλείας των ουρανών» και την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες (Λουκ. 7, 48-50, κ.α.), εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό (βλ. π.χ. Ησαΐα 43, 24) –και είναι δικά Του, δεν τα διαχειρίζεται απλώς εξ ονόματος του Πατρός, γι’ αυτό και μπορεί να τα μεταβιβάσει στους μαθητές Του (Ματθ. 16, 19, και 18, 18). Ομοίως, τους μεταβιβάζει και την εξουσία να κάνουν θαύματα (Λουκ. 9, 1-6). Αυτό φανερώνει ότι τα θαύματά Του τα πραγματοποιεί με τη δική Του δύναμη και όχι «με την άδεια του Θεού», όπως φαίνεται να λέει στο ισλαμικό κοράνι. Ας σημειωθεί ότι ο Ιησούς διακηρύσσει ότι έχει «όλα όσα έχει και ο Πατέρας» (βλ. Ιω. 10, 30. 14, 9-11. 16, 15. 17, 10 και 17, 21) και μάλιστα ότι, όπως ο Πατέρας, έτσι κι Εκείνος μπορεί να δίνει ζωή (ανάστησε μάλιστα τρεις νεκρούς όσο ήταν στη γη), πράγμα που θα κάνει σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια όταν θα αναστήσει όλους τους νεκρούς, για να κάνει ο Ίδιος την τελική κρίση και την κατάταξη των ανθρώπων στον παράδεισο και την κόλαση (Ματθ. 25, 31-46, Ιω. 5, 25 και 28).
● Στο Ματθ. 23, 34-38, ο Ιησούς λέει προς τους εκπροσώπους της εβραϊκής θρησκείας ορισμένα εκπληκτικά πράγματα. Στίχ. 34: «διά τούτο ιδού εγώ αποστέλλω προς υμάς προφήτας και σοφούς και γραμματείς, και εξ αυτών αποκτενείτε» (θα σκοτώσετε) «και σταυρώσετε, και εξ αυτών μαστιγώσετε εν ταις συναγωγαίς υμών και διώξετε από πόλεως εις πόλιν…» – στίχ. 37-38: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτείνουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμενους προς αυτήν. ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε. ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος».
Αυτά τα λόγια όμως ταιριάζουν μόνο στον Θεό. Η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από τέτοια λόγια και είναι όλα δικά Του λόγια. Κατ’ αρχάς, μόνο Εκείνος λέει «ιδού εγώ» (π.χ. Ζαχαρίας 12, 2, Ιερεμίας 23, 2, Μαλαχίας 3, 22, κ.α.) και μόνον Εκείνος στέλνει τους προφήτες, ενώ εδώ ο Ιησούς λέει ότι θα τους στείλει ο Ίδιος. Και, κατά δεύτερον, τίθεται το ερώτημα: πότε ο Ιησούς προσπάθησε να μαζέψει το λαό της Ιερουσαλήμ «κάτω απ’ τα φτερά Του», όπως η όρνιθα τα πουλιά της (και μάλιστα τόσο πολλές φορές, ώστε να θεωρεί πλέον πως είναι μάταιος κόπος); Η μόνη πιθανή απάντηση σ’ αυτό είναι: σε όλη τη διάρκεια της εβραϊκής ιστορίας. Είναι ο Θεός.

Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρούμε πως, όταν στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς χαρακτηρίζεται «Θεός», π.χ. Ιω. 1, 1, Ιω. 20, 28 [ο Θωμάς «είπεν αυτώ» (σ’ Αυτόν) «ο Κύριός μου και ο Θεός μου»] κ.ά., αυτό γίνεται με την απόλυτη και κυριολεκτική έννοια που έχει το όνομα αυτό στον Πατέρα – και, όταν χαρακτηρίζεται «ο Κύριος», το όνομα αυτό έχει την ίδια έννοια με το όμοιο «ο Κύριος» που αναφέρεται στο Θεό.
Τέτοιες αναφορές βλ. και σε άλλα σημεία, όπως τα Πράξ. 20, 28, Ρωμαίους, 9, 5, Εφεσ. 5, 5 («εν τη βασιλεία του Χριστού και Θεού»), Α΄ Τιμ. 3, 16, Τίτ. 1, 10 («την διδασκαλίαν του σωτήρος ημών Θεού» –ο Χριστός δίδαξε, όχι ο Πατήρ), Τίτ. 2, 13 («επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος έδωκεν εαυτόν υπέρ πάντων» –η επιφάνεια [εμφάνιση] θα είναι του Χριστού, όχι του Πατρός), Εβρ. 3, 4, Β΄ Πέτρ. 1, 1, Α΄ Ιω. 5, 20 κ.ά.
Ας σημειώσω ότι οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι –και όλες οι αντιτριαδικές αιρέσεις– «ξεφεύγουν» από το ακαταμάχητο αυτό τεκμήριο της θεότητας του Χριστού (το ότι στην Κ.Δ. χαρακτηρίζεται «Θεός») με διάφορους τρόπους: είτε λέγοντας ότι «η λέξη Θεός δεν σημαίνει μόνο το Θεό αλλά και… δυνατός» (επιχείρημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά), είτε απαξιώνοντας (αυθαίρετα) την αξιοπιστία των αγίων αποστόλων και συγγραφέων της Κ.Δ.. Ο μουσουλμάνος απολογητής Α. Ελντίν κάπου γράφει: «δείξτε μου ένα σημείο, όπου ο Χριστός να λέει για τον εαυτό του ότι είναι Θεός, κι εγώ θα γίνω χριστιανός». Κι όμως, ακόμη κι αν υπήρχε τέτοιο σημείο, αμέσως κάθε μουσουλμάνος απολογητής θα το απέρριπτε ως «ψεύδος, κατασκευασμένο από τους καινοδιαθηκικούς συγγραφείς».
Ας προσθέσω σε όλα τα παραπάνω τη μαρτυρία του αγίου αρχαγγέλου Γαβριήλ, ο οποίος παρέδωσε στους ανθρώπους, μέσω ενός αγιορείτη μοναχού [του οσίου Γαβριήλ του Καρεώτη], τους στίχους «Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών», που ετέθησαν από τον ίδιο στην αρχή του «Μικρού μεγαλυναρίου» της Παναγίας και ψάλλονται πλέον, ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, κατά τη θεία λειτουργία, τον παρακλητικό κανόνα προς την Παναγία και σε άλλες περιστάσεις. 
Αψευδείς μάρτυρες του θαύματος είναι η τοποθεσία «Εν τω άδειν» (=στο ψάλσιμο) μέσα στα δάση του Αγίου Όρους, εκεί όπου συνέβη το γεγονός, και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας «Άξιον εστί», μπροστά στην οποία ψάλθηκαν πρώτη φορά και μας παραδόθηκαν οι στίχοι. Η επέτειος του γεγονότος εορτάζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε χρόνο στις 11 Ιουνίου. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο άγιος άγγελος χαρακτήρισε την Παναγία «Θεοτόκο» και «Μητέρα του Θεού ημών», αποδεχόμενος τους χαρακτηρισμούς που της αποδίδουμε οι χριστιανοί [βλ. λεπτομερή περιγραφή του θαύματος στο βιβλίο του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη Νέον Μαρτυρολόγιον, εκδ. Αστήρ, σελ. 294-295 (πρώτη έκδ. περί το 1800), ληφθείσα από χειρόγραφο του ιερομονάχου Σεραφείμ του Θυηπόλου, «Πρώτου» του Αγίου Όρους περί το 1550 μ.Χ.].

Ἐσύ, μπαμπά, γιατί δέν κοινώνησες;


Από εδώ

            Εἶναι γεγονός πώς στήν Ἐκκλησία μας, τά τελευταῖα χρόνια, μᾶς ἔλειψε ἡ ἐπαρκῶς καί, προπαντός, ἡ σωστή (σύμφωνα μέ τό πνεῦμα τῶν ἁγίων πατέρων) κατήχηση.
Μέσα σέ μιά τέτοια κατάσταση, ἀκόμη καί τό κατ᾿ οὐσίαν μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἔχασε, περνώντας τά χρόνια, τόν δυναμισμό τῆς κοινῆς προσφορᾶς καί ἔγινε... θέαμα και ἀκρόαμα ἀκατανόητο.
            Θέαμα ἀφού οἱ χριστιανοί ἁπλῶς παρακολουθοῦν (σάν ἀπό... κερκίδες) χωρίς συμμετοχή οὐδέ στό ΑΜΗΝ, πού λέει ὁ Ἀπόστολος (Α΄Κορ. 14,16)! Ἄγνωστοι, ἐν πολλοῖς, μεταξύ τους... Χάθηκε ἡ κοινότητα καί ἡ Ἐκκλησία ἔγινε... «τεκές»... προσευχομένων (ὑποτίθεται). Ὁ παπάς ἔπρεπε νά τά τελεῖ ὅλα τυπικῶς καί ὁπωσδήποτε νά κοινωνάει ἀφοῦ δέν ξέραμε... τί νά κάνουμε τά ΔΩΡΑ τῆς Εὐχαριστίας πού τελέστηκε!
            Κατέληξε ἡ Θεία Ευχαριστία ἀκρόαμα μουσικῆς πανδαισίας πού «κάλυψε» τό κενό τῆς ἀκατανόητης γλώσσας μέ ἠχητική ἀνακούφιση. Ἔγιναν τά ψαλλόμενα ἕνα λειτουργικό μουσικό ὑπόβαθρο! Μουσική χωρίς λόγια.
            Ὅλα αὐτά ἔσπρωξαν τόν χριστιανό στόν χῶρο τῆς ἀτομικῆς εὐλάβειας. Ἔκαναν τήν ὑπόθεση προσωπική φιλοτιμία καί ἀνάγκη. Ἡ κοινότητα χάθηκε, καί κάτω ἀπό τό βάρος τῆς ἀσυντόνιστης... εὐσέβειας, δημιουργήθηκαν οἱ θρησκόληπτοι καί οἱ ἄσχετοι! Ἡ Μετάληψη ἔγινε ἀξιομισθία προσωπικῆς διαθέσεως. Χάθηκε ἀφοῦ ἔγινε ἐκδήλωμα γιά δυό-τρεῖς φορές τό χρόνο.
            Πρέπει ὅμως ὅλοι νά κοινωνᾶμε (οἱ χωρίς ἐμπόδιο συγκεκριμένης ἁμαρτίας πού μᾶς ἀποκόπτει ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας) ὅπως σαφέστατα φαίνεται στίς ἴδιες τίς εὐχές τῆς Λειτουργίας: «....ἀξίωσέ μας μέ τό δικό σου παντοδύναμο χέρι νά μεταλάβουμε τό ἄχραντο σῶμα σου καί τό τίμιο αἷμα σου, καί μέσῳ ἡμῶν καί ὅλος ὁ λαός». Γι᾿ αυτό πηγαίνουμε στόν Ναό, γιά νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Χριστό καί τούς ἀδελφούς μας.
            Αὐτό εἶναι καί  τό σωστό φρόνημα καί ἡ ὑγιής σχέση μέ τήν Εὐχαριστία.
            Τό «σήμερα» δυστυχῶς εἶναι ὀδυνηρό.
            Κοινωνεῖ ὁ παπάς καί τά παιδάκια! Οἱ ὑπόλοιποι... Χριστιανοί κοιτάζουν ἀπό μακριά!
            Ἄραγε τί θά πεῖτε στά παιδιά σας πού τυχόν θά σᾶς ρωτήσουν: «Ἐσύ, μπαμπά-μαμά, γιατί δέν κοινωνεῖς;».
Ὅτι σεῖς μεγαλώσατε; Ὅτι ἡ μετάληψη ἀφορά τούς μικρούς; Πιστεύετε στ᾿ ἀλήθεια ὅτι πείθετε μέ τέτοια... ἐπιχειρήματα τά παιδιά; Ἐσεῖς πείθεσθε;
            Ἄς ξαναρχίσουμε μιά σοβαρή σχέση μέ τήν Ἐκκλησία. Ἄς φύγουμε ἀπό τά καθήκοντα καί ἄς πᾶμε στή Ζωή πού εἶναι ὁ Χριστός. Ἄς βάλουμε στόχο μιά συνειδητή σχέση μαζί Του πού ἀρχίζει μέ εἰλικρινή ἀντιμετώπιση τῆς πορείας καί τῶν πτώσεων κατ᾿ αυτήν (ἐξομολόγηση) καί συνεχίζεται μέ τήν ὅσο γίνεται συχνότερη συμμετοχή μας στήν Θεία Ευχαριστία. Ὄχι γιά νά κάνουμε... ἐνέσεις ἁγιωσύνης μέ τή μετάληψη ἀλλά νά σχετισθοῦμε μ᾿ Αὐτόν πού θά μᾶς ὁδηγήσει στόν δρόμο τοῦ ἁγιασμοῦ καί τῆς «ταύτισης» τῆς καρδιᾶς μας μέ τό δικό Του θέλημα καί τήν δική Του καρδιά.
            Σ᾿ ὅλη τήν Γραφή ὁ Χριστός αὐτό καί μόνο φωνάζει: Δός μου τήν καρδιά σου. Σέ μᾶς μένει ἡ ἀπάντηση: Γενηθήτω τό θέλημά Σου. 

Ἀρχιμ. Θ. Μ.
"Λυχνία", Μηνιαίο Περιοδικό Ι.Μ. Νικοπόλεως & Πρεβέζης, Αρ. Φύλλου 324, Ιούνιος 2010

"ΝΕΚΡΟΣ": Δες και σχετικό άρθρο εδώ.

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Through The Eastern Gate - From Tibetan Buddhism to Orthodox Christianity


by Nilus Stryker
From here & here
TO ΙΔΙΟ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Webmasters Note: Nilus' story is one of many similar stories that I have heard in the last few years - it is a particular phenomenon of our times.  I knew Nilus back when he was a Buddhist.  I was struggling to assimilate the same teachings under the same teacher.  I did not get as far as Nilus did, because when the teacher told me that to go further would require ceasing all other spiritual investigations, my conscience awoke and forbade it, also eventually directing me back to Christ and the Orthodox Church.  The common denomenator in all of these stories seems to be that if a person has had meaningful contact with the Gospel of Christ, then spiritual progress will be blocked at some level until that person returns to Christ.
I had been a Buddhist for ten years. I was ordained after seven years of study with my teacher in a small family line of the Nyingma Lineage of Vajarayana (Tibetan ) Buddhism. I had a Spiritual Master in that lineage whom I loved and still love. He was, and continues to be an example of kindness in my life. It was through his instruction that I began to see the world with wider eyes and heart. I was ordained as a Ngakpa in the Nyingma Lineage. A Ngakpa is a tantric (priest) ordination that, though there are vows (damsig), those vows are not based on celibacy nor abstention from meat and alcohol. Our sangha were not renunciates but followed basic instruction in tantra and dzogchen; both based on transformation rather than renunciation and sudden moments of insight that flicker in duration and intensity leading to rigpa (a state of mind and perception based on relaxing into the natural state of enlightenment). Those moments were engendered by the energetic intervention of our teacher or our ability to "relax" into the fabric and texture of our experience of being and non being brought about by the practices we were taught. Over the years those moments seem to manifest in seeing the world more and more in kindness, gratitude and compassion. My teacher used to say that Buddhism was ninety nine per cent method and one percent truth. The practices in Buddhism are used to develop a clarity and sense of awareness that enable you to discern a reality not skewed by neurotic mind and habits of response.
We were a non liturgical lineage and had silent sitting and yogic song, mantra, and sets of psycho-spiritual physical exercises as the core of our practice. I made pilgrimages to sacred sites in Nepal and attended retreats with my teacher and vajra sisters and brothers both in the United States and in Wales. Those retreats, both joint and individual, were very meaningful in my life. And, I can definitely say that I had some "openings" of view, widenings of perspective and experience that I attribute to my teacher and the practices I was given.
One afternoon in late January of l999 I went to my altar for my regular daily practice. Usually I began with yogic song and mantra and then did silent sitting. I lit the candles on my altar and after finishing my song and mantras began my silent practice. I cant say exactly how long I had been sitting when I hear my voice say in my own words aloud, "I miss Jesus." I said this aloud. It seemed like it came through me rather than me saying it but there were no external voices. Clearly I was saying it.
When I said "I miss Jesus" I filled with this longing. I don't know what else to call it. I ached. I hurt inside. I felt this absolute longing and I couldn't believe it. I tried to regroup my attention and awareness to continue my meditation. Often in meditation one experiences extra ordinary perceptions, smells, visual illusions, sounds perhaps, psycho-spiritual anomalies that throw one off the track and distract you from the coming and going of thoughts which one is trained to let rise and fall without attachment.
Thoughts come and go but the method I was using tried not to attach to any thought so that one avoid following a thought into an internal narrative or story. . So I tried to see this experience as a nyam (meditational experience) and not put much stock in it. I could not regroup, nor relax and got up. I thought , well that's early childhood stuff I'm projecting onto my mediation. It's mommy-daddy stuff about love I didn't get and wanted and must be about my early childhood Christianity. Though my parents were nominal Christians I had been raised as a Presbyterian mainly because that was the church close to our house. My parents certainly were not Bible Thumpers.
I ended my practice session and went to the kitchen and began doing dishes. I did my household chores and didn't think about it very much except for the continued sense of longing which did not seem to dissipate. I couldn't seem to shake the experience no matter how I tried. There was this terrible longing in me that I couldn't ignore nor explain. I didn't mention it to my wife yet I couldn't stop thinking about it nor find relief from the ache and hurt. We had an ordinary evening, watched television for awhile, chatted and then I went into my studio to paint. I am an artist and my studio is attached to our cottage and I sleep there most nights if painting late. After a few restless attempts at working on a canvas I had started I went to sleep.
That night at three in the morning I was awakened by a "presence" in my room . It was a Longing. I don't know what else to call it. I felt a "presence of Longing" in the room. I was worried that someone had broken into the house. I got out of bed and checked all the rooms.. There was no one (other than my wife) in the house and she was still sound asleep. I decided since I was awake to do some practice and went to my altar in my studio. I mediated for probably thirty to forty five minutes and returned to sleep. The next morning I made sure all the doors were locked and kind of looked around the house uneasily to see if I could find anything that would explain the "presence." We have no pets and I asked Diane if she had gotten up during the night for any reason. She had slept soundly and asked if there was anything wrong. I told her I had gotten up and couldn't sleep for awhile. I hesitated to say anything about a sense of a "presence". I didn't want to scare her and I didn't want her to think I was crazy.
The next night I was again "called" awake. I cant tell you exactly what it felt like other than this "presence" was in the room. No lights, no hallucinations, no sounds, no fanfare, no schizo stuff (as far as I understand it), yet most certainly a feeling that I was being called awake by a presence. I can only say in was a "presence of Longing." I ached inside and hurt and longed for something I couldn't express. . I felt a million miles from home.
You must understand that my life was pretty happy. My wife, of twenty five years, and I loved each other. We are both artists and had a good business in that field. We had a small cottage and garden in a small Northern California coastal town near San Francisco which we loved. I had a wonderful spiritual teacher and I had taken vows and was committed to my Buddhist Lineage and path. And I was pretty healthy for a fifty some year old fat man. Everything was generally ok. No major crisis. Nothing that seemed to speak to the experiences that I was having nor the incredible sense of longing that I was feeling. I felt like I was in love but I didn't know with whom or what. I was like a teenage boy in love. I couldn't stop feeling this ache and longing and confusion. It had all begun when I said "I miss Jesus" yet I couldn't believe that was really the source of this hurting. It had to be something else. But I didn't know what. I had tried to sort it out rationally, making an inventory of possible sources, motives, events, that would engender this longing. I was stuck. Nothing I listed seemed to be a reason for the experience of longing, and not certainly the feeling of a presence in my room at night.
Every night for a week I was called awake at three o'clock. I was beginning to get a bit scared. I had no explanation of what was happening nor any idea how I should deal with it. I realized it was beyond anything I had ever experienced and hoped my teacher could help me both to understand and cope with the experiences. If anyone knew what was happening it was him. I finally contacted my teacher in Wales and explained the entire sequence of experiences.. He gave me the name of a Tibetan "deity" to call upon and a mantra associated with that "Awareness Being" (our sangha used the term Awareness Being as opposed to the traditional term deity). He said if the experiences continued do the practice and recite the mantra he had given me.
That night I was awakened again by the sense of a "presence"., I went to my altar and lit the candles. I sat in silent mediation for a while before using the mantra and calling on the Buddhist deity that I had been instructed to use. It was a powerful mediation. There was a deep quiet and I felt a calm and stillness that seemed to penetrate the room. I called out the name of the Awareness Being as instructed by Rinpoche (an honorific term for a Vajrayana teacher which literally means Precious Jewel). To my surprise I heard a voice say "I am not that." I can't tell you where the voice came from. It sounded like my voice even though I have no recollection of actually speaking the words. I cannot tell you exactly if the voice was interior or exterior but it was a voice which clearly and distinctively said, "I am not that."

I was completely shaken. I sat dumbfounded and in silence. I got up and went out side. It was probably three thirty in the morning and there was a pale moon just visible over the ocean. I sat on our front steps and began to cry. The longing and ache inside had not lessened but seemed to have increased. I was at my wits end and knew something was happening. I just didn't know what. I cried my heart out. I sobbed. Finally I lifted my head and asked, "Who are you?"
When I said those words something incredible happened. Please understand I have no sense of appropriateness about this. I have no way to even explain how or why it happened. I am the stupidest one. I have no right to even attempt to explain what happened nor to try and say, I, in anyway, comprehend nor deserve what happened. But when I spoke those words, I filled with a soft Light. I know that is hard to understand but I filled with this Light. It wasn't visible in the ordinary sense. It was a luminosity that filled me. I cannot describe the Light nor describe how light could bring a "knowing." But I knew that a Light had come inside me and knew me personally. I know that seems impossible but it happened. The Light not only knew me, Νiles, a screw up and quick tempered crumudgen, but loved me, actually loved me. Forgive my presumption but it is what I felt. I have no way to tell you how I knew that but I did. I didn't know what to call it. I felt awkward trying to say God or Christ, yet I felt it had something to do with God and The Christ Logos. I couldn't bring myself to say that ,however. It seemed too impossible and so loaded with everything I had rejected in Christianity (the Protestant Christianity of my childhood). It was impossible to say the words though I felt like a piece of God had broken off in me and that it was Love. I felt Love. I felt a Divine Love. I felt a Love that came to me personally, like it had called my name as it came inside me. Yet it seemed to be always inside me but I had not known it. It came inside and burst forth at the same time. I know that is hard to even imagine and I have no other words that I can use to try and explain that. If there were any way for me to tell you this in a clearer way I would.
I got on my knees and prostrated myself on the ground. I can't tell how long I was there but I eventually sat back up on the stairs and again cried. I have no way to explain what I felt. It may be wrong to say but I felt words fall away as the Light entered and I felt a "knowing" in me that seemed to be born with Love. I knew that God loved me yet I couldn't say the word God. I knew that Christ called me though I couldn't say the word Christ.
I had come to some realizations in my Buddhism, some small flickers of understanding the Big Picture, through my teacher and my practice but nothing like this.. I was glowing inside with Love and a knowing of Light. It wasn't a real glow, visible, nor tangible yet I felt like I was shinning inside. I couldn't tell if God was longing for me or I was longing for God. It seemed almost like we met in the longing. For the first time the Longing seemed to be the experience of the presence of God and my relation to Him. In Buddhism we often talked about finding the presence of our awareness in a life circumstance. In tantra all that is experienced presents the possibility of experiencing enlightenment in that moment. Our practices were often based on finding the presence of awareness in the emotion or life situations we were experiencing. I seem to have found the presence of my awareness in the longing of and by God as Light and Love.
For the first time in my life there was Divine Love, a Love that knew my name. I don't know how long I sat on the steps. The sky seemed to lighten but I cant say when I went inside. I'm sure I eventually went to sleep but I don't remember exactly when that was even though I woke up in bed with my clothes on.
The next morning when I told my wife what had happened I said that A Light That Is Not Light That Knows My Name had come inside me. I didn't know what else to call it. I described the experience but I still couldn't bring myself to say the word God nor could I use the name Christ.
I called it a Light That Is Not Light That Knows My Name.

Of course my wife, being a good Californian , asked if I was stoned. We both laughed. It had been a long time since that had been a possibility (no smoking of anything allowed in our sangha) but she listened and I told her the details. I knew at that point that everything was different. Somehow Love had entered the picture and life as I knew it had come crashing down. My teacher was an atheist and the Buddhism that I had learned certainly did not present the idea of a creator God nor a divinity that was a source of Love. We spoke of compassion and wisdom, kindness and awareness but rarely was the word love ever mentioned, and certainly not within the context of a Divine Love. My wife was scared I could tell. No matter how much we joked about it she felt that everything was up for grabs. She didn't know where it would lead me. I didn't know either. Everything had become pretty stable in our lives. That night everything was shaken to the core and my wife sensed it.
When The Light That Is Not Light That Knows My Name infused me with itself I knew things I could not explain. I experienced a personal Love from a Source that was beyond anything I had experienced before. It was wonderful and terrible at the same time.
Why couldn't I use the word God nor Christ? What held me back.? It seemed too chilling to even think that this was either, yet for the first time it seemed possible. It was possible that his was God's Love. It was possible that this was an experience of The Christ. I guess in some ways that was too uncool to say. I certainly didn't want to be a Christian. I had castigated Christians as hypocrites and idiots for years. As a Buddhist I was a bit kinder in that regard but I still had no intention of being a Christian nor any desire to explore that path. I never really could get rid of a concept of a God even though Rinpoche said I had to deal with my idea of God in relationship to blame. I blamed God for a lot of stuff in my life and he said to grow spiritually I had to let go of the concept of blame. He was right.
One world was opening and another was falling away. The vows I had made in becoming a Ngakpa were taken as lifelong vows. The commitment I had made were seen as "lives long" commitments both to my teacher and my lineage. Now I faced the fact that there was a Creator of Love, a Source of Love and a Spirit of Love that was unexplainable in my Buddhism, and from my experience, a reality that could not be denied. I struggled with what to do. I had no context to help sort out the experience. My teacher's atheism seemed to preclude the possibility of him understanding the reality that had just come alive in my life. I had had an experience that seemed to turn my Buddhism inside out. The structure of our practice and the instruction of my teacher seemed limited and I must admit incomplete. I knew my teacher was wrong about God. What was I going to do?
Pantelemon David Walker is my acupuncturist and a member of the Orthodox Church in America . We had discussed Buddhism and Christianity for months as he treated me. The next week I had an appointment with him. After we greeted each other he said, " I have a book for you I think you will enjoy." It was Christ The Eternal Tao by Hieromonk Damascene. That night I poured through the book. I have no idea when I went to sleep but I read for days and it gave me a base for sorting out the experiences that I had been having in relation to The Light That Is Not Light That Knows My Name.
I knew there was a Source of Love and an Energy of Love yet I hesitated to call it The Holy Spirit. I had left my childhood Christianity far behind. The words still stuck in my throat.
David suggested I try and attend an Orthodox church and mentioned an OCA Church in San Francisco. Yet that seemed too weird, too much of a commitment to a religion I had left. I wanted something that wasn't based on an institutional setting. The last thing I wanted to do was get involved in a church. After all I was a Buddhist. Why was I being drawn into another religion, especially Christianity.? I had made a commitment to my teacher and lineage. I shouldn't be exploring at this late date any other form of worship. But my Buddhism didn't address or acknowledge the experiences I had just had in relation to the Divine. I knew as certainly as I knew anything else that the experiences I had of A Light That Is Not Light That Knows My Name were real and true. My teacher said there was no God and I knew that I had experienced Divine Love personally.
I resisted the idea of a church yet Orthodoxy had an ancient contemplative tradition and a way of working in deepening and widening a personal sense of transformation of self in relation to the Divine. Fr. Damascene's book opened me to the possibility of at least exploring (without) commitment a tradition in Christianity that was far beyond any Christian tradition I had ever heard of. I called the Holy Trinity Cathedral (an OCA church in San Francisco.) A man answered the phone and I asked if the services were in English. He said in a thick Russian accent "broken." I cracked up laughing. I already liked his deadpan sense of humor. I got times for Liturgy and thanked him,
On Sunday February the seventh I woke and dressed and told my wife I was going to find a church. She was shocked. What? she shouted.
"I know, don't ask. I'll be back in awhile."
It was pouring down rain and the streets were pretty empty. I drove into San Francisco and had a vague notion of a Russian church with blue domes downtown. The listing for Holy Trinity Cathedral was on Green street and I thought I was headed in that direction. I finally saw the dome and cross. There is never any parking around that area so as I approached I said to myself. "If there's parking I'll stop, if not I'll go to Burger King." The minute I said it a person pulls out of a space across from the church. "Ok, ok I'll go." I walked into the church on February the seventh, l999. I didn't know it at that time but it was Prodigal Son Sunday. [...]


OUR TALENT OF FREEDOM & SOME PITFALLS 
Ancient Faith Radio The Stories of the Saints of North America 

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

“Orthodoxy and the Religion of the Future”


By Fr. Seraphim Rose

 From here

ΕΛΛΗΝΙΚΑ: για το βιβλίο εδώ, ολόκληρο εδώ.

Content (click): 











For the book, click here.

A Pilgrim’s Way



It is impossible to relate the interplay of all the events throughout one’s life which lead to a conversion to Orthodox Christianity. From the moment of birth God unfolds the world before the human soul, influencing it in ways which are often unrecognized. In telling my story I can, therefore, only outline the main points of my conversion.
One of the major factors which began my search for the truth was my mother’s death when I was 12. This crisis forced me to think seriously about the transient nature of earthly life and to question what happens after death. My entire adolescence was pre-occupied with this quest. I went through many stages trying to figure it all out. First I went through a turbulent period of experimentation with drugs, trying to gain access to the “other world.” I certainly experienced altered states of consciousness, but found no answers to my questions.
Then, through an interesting chain of events, I was “born again”. My experience with born-again Christianity was intense, and through it I began to find some answers to my life’s questions. I studied the Bible diligently and found some comfort, but, like the Ethiopian eunuch, how could I truly understand “lest someone guide me” (Acts 8:31). There were so many denominations, each holding its own interpretation of the Scriptures – and I was not indifferent to the fact that the Protestant churches, like myself, lacked a sure guide.
In my college years I was introduced to Eastern spirituality. I was attracted to Buddism and, later, Hinduism by the element of mysticism, the idea of a spiritual director, and the fact that they were steeped in tradition.
At the same time that I was becoming more and more involved with Hinduism, I fell in love with a girl who was in the process of converting to Orthodoxy. We had many long conversations about spirituality, but with my Hinduistic understanding I perceived Orthodoxy as merely one of the many paths to God (and considered my girlfriend to be narrow-minded).  Through her I was exposed to Orthodoxy, and went to several Orthodox services, including her baptism. I was impressed by Orthodoxy and Orthodox Christians, yet continued to regard it as but “one flower in the bouquet of God”.
The summer following my college graduation, I took a trip around the western United States. I conceived of this trip as a spiritual pilgrimage; roaming the West in a pickup truck and spending many days in solitude, study, and reflection. In preparing for my sojourn, I brought along many books including the Way of a Pilgrim. Somewhere in Colorado I began reading this book and found that I could not put it down. I began to re-consider Orthodoxy and even tried to attend Liturgy one Sunday in an Orthodox church in New Mexico, but the priest was away.

Synaxis of the Saints of N. America (from here)

Only hours after I had finished the book, I came upon an interesting character named Jim. I saw Jim walking along the roadside in the desert heat and I offered him a ride. He seemed to have walked out of the pages of the Pilgrim: he had been on the road for almost 20 years, traveling with only a bedroll and a Bible, stopping whenever possible to receive Communion at a Catholic church, always trusting that God would provide for his needs. We traveled together for several days and had many in-depth conversations about God and religion. He had been involved in Hinduism in the late 50’s and seemed to understand my situation. In our discussions he began to show me the incompatibility of true Hinduism and true Christianity. The day we parted he left me with a deeper respect for Christianity and these words of wisdom, “In every religion there are some fragments of truth, but without Christ Who is Truth Himself, the fragments mean nothing.”
Reading more about Orthodoxy as I traveled north again, I resolved to visit the priest-monk who had baptized my girlfriend. We had a brief but fruitful conversation at the end of which he suggested I go visit the St. Herman of Alaska Monastery. I was given a tape of St. Innocent’s “An Indication of the Way into the Kingdom of Heaven,” to which I listened while driving. These events primed me for my stay at the monastery.
I cannot describe the impact of my impressions of the monastery and its monks. Most influential were the talks I was blessed to have had with the late Fr. Seraphim Rose. Here was a man who lived Orthodoxy. Through our conversations I began to see that here, in Orthodox Christianity, I might find that for which I had been searching for so long. He, as well as Abbot Herman, instilled in me a love and reverence for this Holy Faith. Through witnessing the beauty of the services and the Orthodox way of life there at the monastery, a firm desire for Orthodoxy was kindled in me. At the end of my stay I was made a catechumen and my conscious conversion to Orthodoxy began.

Fr. Seraphim Rose

My catechumenate lasted a year during which time I witnessed Fr. Seraphim’s death, an experience which sealed my decision to become Orthodox. This man had lived, and now was dying, as a true Orthodox Christian. And this inspired me to begin resolutely preparing for baptism. Throughout my catechumenate I was blessed with the counsel and example of many fine people. The St. Herman monks (especially Fr. Herman), numerous fine priests, many good lay people, and “the elders bound in leather and gold” – Orthodox texts.
Finally, by the infinite grace of God, I was baptized. Of course, the conversion process does not end with one’s baptism. The Orthodox life is an unceasing struggle in the conversion of the worldly man to the diving. Through the prayers of the Most Holy Mother of God and of all the saints, may we all be truly converted.



Editor’s Note:  The fascination with Eastern religions experienced by so many people over the past two decades, has penetrated the Iron Curtain. We were interested to learn that in the Soviet Union an Orthodox woman who had become a convinced adherent of Buddhism was given by a friend a copy of Fr. Seraphim’s book Orthodoxy and the Religion of the Future [here]. The book made such an immediate and strong impression that the woman totally renounced her Buddhist beliefs and returned wholeheartedly to the saving path of Orthodoxy. And there have been other such cases.

Click here.

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Η πολιορκία της καρδιάς

Του Γιώργου Μπάρλα


 Με την έλευση της Σαρακοστής κάθε χρόνο, ευελπιστεί κανείς ότι έτσι όπως τα χρόνια που περνούν θα αφήνουν στη ζωή των χριστιανών τα ίχνη της Βασιλείας του Θεού -αυτός είναι άλλωστε και ο σκοπός της χριστιανικής ζωής. Αλλά αυτά τα ίχνη εντυπώνονται μόνο στην καρδιά εκείνη που παλεύει να είναι καθαρή.
Η καθαρή καρδιά για την οποία γίνεται συνεχώς λόγος στο ευαγγέλιο, είναι εκείνη που αποκαλύπτει, που πληροφορεί τον άνθρωπο για τη Βασιλεία του Θεού που είναι μέσα μας. Αλλά αναρωτιέται κανείς πώς θα καθαρίσει μια ήδη ακάθαρτη καρδιά; Τα μέσα, ας πούμε, με τα οποία θα μπει σε μια διαδικασία κάθαρσης δεν είναι εσωτερικά, δεν βρίσκονται μέσα μας τόσο, όσο βρίσκονται έξω από εμάς και μας τα παρέχει απλόχερα η εκκλησία με την ευκαιρία ειδικά της Σαρακοστής. Πρόκειται για τη νηστεία, την προσευχή, τη μελέτη, την ελεημοσύνη, τη συγχώρεση… 
Με άλλα λόγια, κανείς δεν μπορεί να καθαρίσει την καρδιά του από τα πάθη μόνος του, με τις δικές του αποκλειστικά δυνάμεις. Ή άσκηση δεν είναι μια ατομική υπόθεση αλλά εμπερικλείει αναπόφευκτα το άνοιγμα στον άλλον, είναι μια υπόθεση εκκλησιαστική, αναφέρεται στη χριστιανική κοινότητα.

Ο χριστιανός πολιορκεί λοιπόν την καρδιά του, που καθόλου δεν χαίρεται αρχικά με μια τέτοια κατάσταση, με μέσα εξωτερικά και με σκοπό να την καθαρίσει και να δει έτσι Θεού πρόσωπο. Η άσκηση επομένως έχει κάποιο σκοπό. Δεν νηστεύουμε για να νηστεύουμε, ούτε προσευχόμαστε από συνήθεια ή καθήκον θρησκευτικό κ.ο.κ. Όποιος ασκείται χωρίς να έχει κάποιον συγκεκριμένο σκοπό δεν ασκείται χριστιανικά, αλλά προετοιμάζει έναν νευρωτικό εαυτό και πολύ συχνά η κατάληξή του θα είναι όχι η βίωση της Βασιλείας του Θεού, αλλά η ψυχική αρρώστια. Ασκούμαστε οι χριστιανοί για να φανερώσουμε την προαίρεσή μας στον Χριστό. Εκείνος είναι που νοηματοδοτεί την άσκησή μας. Χωρίς τον Χριστό η άσκηση είναι μια ματαιοπονία και ίσως και μια επικίνδυνη για την σωματική και ψυχική υγεία ενέργεια. Από την άλλη πλευρά η άσκηση ως έθιμο –η νηστεία της Σαρακοστής που θυμίζει τα νεανικά χρόνια ή τις παραδόσεις του χωριού- σιγά σιγά χάνει τα ερείσματά της και δεν προσφέρει τίποτα σε πνευματικό επίπεδο.
Αλλά η καρδιά του ανθρώπου, αρχικά τουλάχιστον, δεν θέλει να ασκηθεί. Επιθυμεί άλλα πράγματα και όχι τη νηστεία, την προσευχή και όλα τα υπόλοιπα. Αλλά έχει σημασία ότι ενώ η καρδιά δε θέλει, όπως λέει ο άγιος Μακάριος, ο πιστός καλείται να κάνει αυτό που αποφάσισε: την άσκηση με έναν συγκεκριμένο σκοπό. Την κάθαρση της καρδιάς και την βίωση ενός μέρους της Βασιλείας του Θεού – αν ο Θεός αξιώσει τον άνθρωπο για κάτι τέτοιο. Ο σκοπός δηλαδή της άσκησης δεν είναι η κακομοιριά και η μιζέρια, αλλά απεναντίας η εύρεση ενός θησαυρού.
Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις στο τέλος της Σαρακοστής θα μείνουν μέσα στην ψυχή του πιστού κάποια στοιχεία αυτού του θησαυρού. Τη Σαρακοστή σιγά σιγά θησαυρίζουμε και αυτός ο θησαυρός, μικρός ή μεγαλύτερος, πρέπει να διατηρηθεί και ύστερα. Η Σαρακοστή είναι, όπως λέει κάποιος, σαν ένας νάρθηκας για το σπασμένο μας πόδι. Μ’ αυτό το νάρθηκα το πόδι μας θα ισιώσει και θα μπορούμε μετά να προχωράμε καλά και σωστά στο δρόμο του Θεού.
Η Σαρακοστή λοιπόν είναι μια στέρηση απ’ ό,τι απομακρύνει ή αποκλείει τον άνθρωπο από τη Βασιλεία του Θεού. Η εμμονή και η απολυτοποίηση της απόλαυσης τούτης της ζωής, με άλλα λόγια, μας αποκλείει από τη Βασιλεία του Θεού. Και ξέρουμε καλά ότι η καρδιά μας αρχικά αυτή την απόλαυση επιθυμεί και όχι τη Βασιλεία. Μπορεί η λογική να μας πληροφορεί ότι όλα τα πλούτη και όλες οι απολαύσεις έχουν ένα οριστικό τέλος σ’ αυτή τη ζωή, όμως η άρρωστη καρδιά μας σ’ αυτές τις απολαύσεις είναι προσκολλημένη. Ο περιορισμένος χαρακτήρας των υλικών επιδιώξεων και στόχων καθόλου δεν την απωθεί από το να τις επιδιώκει με σφοδρό τρόπο πολλές φορές. Πρέπει επομένως να μετατεθεί η καρδιά μας. Και από την αγάπη προς τα πράγματα του κόσμου τούτου, να μπορέσει σταδιακά να αγαπήσει το Θεό και το θέλημά Του.
Και τούτο προϋποθέτει κόπο, τον οποίο συχνά δεν θέλουμε να καταβάλουμε. Από την άλλη, ούτως ή άλλως, σε τούτη τη ζωή όλοι οι άνθρωποι κοπιάζουν. Όλοι σκάβουν. Αλλά το θέμα είναι προς τι το σκάψιμο, γιατί ο τόσος κόπος. Για τα μάταια αυτής της ζωής ή για το θησαυρό που υπόσχεται ο Θεός; Παρότι οι υποσχέσεις του Θεού είναι αψευδείς, τον Θεό δεν τον πιστεύουμε και από το θησαυρό αυτόν που θέλει να μας δώσει δεν παίρνουμε τίποτε. Και ο θησαυρός αυτός είναι χειροπιαστός και δεν έχει τέλος. Προϋποθέτει αυτόν τον κόπο όμως. Όπως κάθε θησαυρός για να βρεθεί χρειάζεται σκάψιμο και μάλιστα σκάψιμο οδυνηρό γιατί θα σκάψουμε μέσα μας και δε θα βρούμε πράγματα που μας αρέσουν και θα αρχίσουμε να κάνουμε πράγματα που δεν μας ευχαριστούν. 
Η οδύνη της άσκησης και η μετάνοια είναι επίπονη, αφού καλείται ο πιστός να αρνηθεί τον ίδιο του τον εαυτό, την ίδια του τη ζωή. Οι κακές επιθυμίες έχουν γίνει ένα με την ψυχή, είναι η ίδια η ζωή μας, η καθημερινότητά μας, και επομένως αρνούμενοι αυτές τις επιθυμίες, αρνούμαστε την ίδια μας τη ζωή, τον εαυτό μας. Η εργασία αυτή δεν είναι επομένως καθόλου εύκολη, αλλά η ελπίδα που τη συνοδεύει είναι εκείνη που μαζί με τη χάρη του Θεού καθοδηγεί τον άνθρωπο στον αγώνα του.

Η πνευματική ζωή δεν είναι ασφαλώς μια διανοητική κατάσταση αλλά “η πολύ ρεαλιστική σύλληψη της ακτινοβολίας του Αγίου Πνεύματος στα βάθη της φύσης μας” (Ευδοκίμωφ). “Ο Θεός δίνεται στους ανθρώπους σύμφωνα με τη δίψα τους. Σε μερικούς, που δεν μπορούν να πιουν, δίνει μόνο μια σταγόνα. Αλλά θα επιθυμούσε να δώσει ποταμούς ολόκληρους, ώστε οι χριστιανοί να μπορέσουν με τη σειρά τους να ξεδιψάσουν τον κόσμο” (Π. Ευδοκίμωφ). Το ξεδίψασμα εξαρτάται από το μέγεθος της επιθυμίας του ανθρώπου να ξεδιψάσει και, προφανώς, στην αίσθηση της ίδιας της δίψας. Η πνευματική δίψα δεν είναι καθόλου αυτονόητη, ειδικά στις μέρες μας. 
Ενώ θα περίμενε κανείς η μαζική καταναλωτική μανία να προκαλέσει στους ανθρώπους μια πνευματική δίψα, με έκπληξη παρατηρεί κανείς ότι ούτε τέτοια δίψα υπάρχει, ούτε απόγνωση από την έλλειψή της. Οι άνθρωποι συνεχίζουν κανονικά τη ζωή τους, σε έναν κόσμο όπου ο Θεός είναι από κάθε άποψη άφαντος και όπου ολοένα και λιγότεροι τον αναζητούν. Αν πάντως παρουσιαστεί αυτή η αίσθηση της δίψας για τον Θεό, αν εμφανιστεί κάποια παρόμοια επιθυμία στην ψυχή, τότε ο άνθρωπος πρέπει να φροντίσει να καλλιεργήσει αυτή την επιθυμία έτσι ώστε να μη σβήσει απότομα. Στη Σαρακοστή δίνονται αυτές οι αφορμές για την καλλιέργεια της επιθυμίας για τον Θεό, σε αυτούς που προφανώς υπάρχει μια μικρή έστω τέτοια επιθυμία, δηλαδή τους χριστιανούς.

Δάκρυα ορθόδοξης εικόνας σε κοπτική λειτουργία


Υπάρχουν στ' αλήθεια εικόνες που δακρύζουν; Και τι γίνεται αν μια τέτοια εικόνα τη δουν ετερόδοξοι και αν εξεταστεί επιστημονικά;
Ένα τέτοιο γεγονός δημοσιεύεται παρακάτω, από το blog του Προσκυνητή.

[Προσκυνητής: Αναδημοσιεύοντας αυτό το άρθρο από το http://www.madata.gr/epikairotita/world/63285.html θα προσθέσω την εικόνα που βρήκα στο http://www.lacasuriortodoxe.ro/].

Χιλιάδες πιστοί συρρέουν καθημερινά στο ελληνορθόδοξο παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου, στο Μιλάνο για να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγίας, από τα μάτια της οποίας έχουν αρχίσει να τρέχουν δάκρυα, από τις 18 Απριλίου.


Πρόκειται για δάκρυα πηχτά, τα οποία αναδίδουν μοσχοβολιά από τριαντάφυλλο, που φτάνει μέχρι έξω από το εκκλησάκι και προσελκύει περίεργους περαστικούς που δεν γνωρίζουν για το εικόνισμα που κλαίει. Η εικόνα, την οποία ζωγράφισε το 1967 κάποιος μοναχός στο Αγιο Ορος πάνω σ’ ένα κομμάτι ξύλο, άρχισε να κλαίει στη διάρκεια πρωινής λειτουργίας των κοπτών από την Ερυθραία [κόπτες: η "εθνική εκκλησία" της Αιγύπτου, που ακολούθησε το μονοφυσιτισμό και διέκοψε τη σχέση της με την Ορθόδοξη Εκκλησία τον 6ο αι. μ.Χ.], οι οποίοι επειδή στην ιταλική μεγαλούπολη δεν έχουν χώρο να προσευχηθούν, πηγαίνουν στον ορθόδοξο ναό.


«Οι κόπτες, τρομαγμένοι, με φώναξαν να δω τα δάκρυα που έτρεχαν από την εικόνα. Από εκείνη την ημέρα δεν κοιμάμαι, δεν τρώω, συμβαίνει κάτι το απίστευτο» εξηγεί ο ιερέας της εκκλησίας Αμπόντιο Μπίκα, ο οποίος κάλεσε αμέσως τον ορθόδοξο επίσκοπο στο Μιλάνο Λούκα Τρεζόλντι. Ο ιερέας δήλωσε ότι στις 7 Ιανουαρίου του 2008 για πρώτη φορά το εικόνισμα της Παναγίας δάκρυσε, αλλά κρατήθηκε μυστικό. «Είπαμε στους πιστούς μας να μην το ανακοινώσουν, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν αποδείξεις θεραπειών χάρη στη βοήθεια που πήραν ασθενείς προσκυνώντας την Παναγία».


Αυτή τη φορά όμως όλα είναι διαφορετικά. Ενα έντονο άρωμα τριαντάφυλλου διαχέεται συνέχεια κι όσο πιο έντονη είναι η προσευχή τόσο πιο έντονο γίνεται το άρωμα. «Δεν φωνάζω “θαύμα, θαύμα”» δήλωσε ο επίσκοπος Λούκα. «Εξάλλου θα προτιμούσα αντί για δάκρυα να βγαίνει ένα φως από τα μάτια της Παναγίας. Τα δάκρυα δείχνουν τη θλίψη της Παναγίας, που συμπάσχει με τον πόνο των ανθρώπων και είναι σαν να λέει “κι εγώ υποφέρω, είμαι μαζί μ’ εσάς που υποφέρετε, που είστε φτωχοί, ταπεινωμένοι”. Είναι όμως ένα σημάδι ανεξήγητο»..


Σε ανάλυση της εικόνας που έγινε από τον Λίβιο Μπριτζολάρα, ειδικό σε θερμογραφικές αναλύσεις, επιβεβαιώθηκε ότι στη διάρκεια του μυστικιστικού φαινομένου στο πρόσωπο της Παναγίας δημιουργείται μια αλλαγή του χρώματος. Σαν τα μάγουλά της να ζεσταίνονται. «Υπάρχει μια μικρή διαφορά θερμοκρασίας, αλλά και κάτι περίεργο. Οταν γίνεται η απεικόνιση της θερμότητας, εμφανίζονται στη θερμική κάμερα, το φωτοστέφανο, τα μαλλιά και το πρόσωπο. Θα χρειαστεί όμως να κάνουμε κι άλλες εξετάσεις» δήλωσε ο Ιταλός ειδικός.


Από τους πρώτους που είδαν τα δάκρυα της Παναγίας είναι η Μαρία-Αντόνια Ιανέλι, 59 ετών, η οποία, αν και Καθολική, ένιωσε μια μέρα ένα περίεργο κάλεσμα που την τραβούσε να μπει στην εκκλησία. «Προσκύνησα και ο ιερέας μού έδωσε την ευλογία του. Δύο ημέρες μετά ξαναπήγα και είδα τα δάκρυα της Παναγίας να τρέχουν από τα μάτια της. Ηταν τόσα που τα σκούπιζα. Τρόμαξα, αλλά δεν είπα σε κανέναν τίποτα. Την επόμενη ημέρα έμεινα σπίτι, αλλά μου τηλεφώνησε ο ιερέας και μου είπε: “Γιατί δεν ήρθες; Η Παναγία έκλαψε”. Τότε κατάλαβα ότι τα δάκρυα τα είχε δει κι εκείνος, ότι δεν τα ονειρεύτηκα» λέει η γυναίκα, που συνεχίζει να πηγαίνει και να προσκυνά την εικόνα.