ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

Κατά Λουκάν ευαγγέλιο, κεφάλαια 13 & 14

 
Το αρχαίο κείμενο του Ευαγγελίου (& ολόκληρης της Καινής Διαθήκης) μπορείτε να το διαβάσετε εδώ & εδώ. Η νεοελληνική μετάφραση (σε απλή και κατανοητή καθαρεύουσα) εδώ. Το κατά Λουκάν (από αυτή τη μετάφραση) εδώ. Οι εικόνες από το Διαδίκτυο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 13


Ἔκκλησις πρὸς μετάνοιαν

1 Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἦλθαν μερικοὶ καὶ τοῦ εἶπαν περὶ τῶν Γαλιλαίων, τῶν ὁποίων τὸ αἷμα ὁ Πιλᾶτος ἀνέμιξε μὲ τὰς θυσίας των.
2 Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἀπεκρίθη, «Νομίζετε ὅτι αὐτοὶ οἱ Γαλιλαῖοι ἐπειδὴ ἔπαθαν αὐτά, ἦσαν περισσότερον ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους Γαλιλαίους;
3 Ὄχι σᾶς λέγω, ἀλλ’ ἐὰν δὲν μετανοήσετε, θὰ χαθῆτε ὅλοι κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο.
4 Ἢ ἐκεῖνοι οἱ δέκα ὀκτὼ ποὺ ἔπεσε ἐπάνω τους ὁ πύργος τοῦ Σιλωὰμ καὶ τοὺς ἐσκότωσε, νομίζετε ὅτι ἦσαν περισσότερον ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους κατοίκους τῆς Ἱερουσαλήμ;
5 Ὄχι σᾶς λέγω, ἀλλ’ ἐὰν δὲν μετανοήσετε, θὰ χαθῆτε ὅλοι κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο».

Ἡ παραβολὴ τῆς ἄκαρπης συκιᾶς


6 Εἶπε δὲ αὐτὴν τὴν παραβολήν, «Εἶχε κάποιος μιὰ συκιὰ φυτεμένη στὸ ἀμπέλι του καὶ ἦλθε νὰ ζητήσῃ καρπὸν εἰς αὐτὴν ἀλλὰ δὲν εὑρῆκε.
7 Καὶ εἶπε εἰς τὸν ἀμπελουργόν, «Τρία χρόνια τώρα ἔρχομαι καὶ ζητῶ καρπὸν στὴ συκιὰ αὐτὴ καὶ δὲν βρίσκω· κόψε την· διατὶ νὰ ἀχρηστεύῃ καὶ τὴν γῆν;».
8 Ἐκεῖνος δὲ ἀπεκρίθη, «Κύριε, ἄφησέ την καὶ τοῦτο τὸ ἔτος, ἕως ὅτου σκάψω γύρω της καὶ βάλω κοπριά,
9 καὶ ἐὰν κάνῃ καρπόν, ἔχει καλῶς· ἄλλως θὰ τὴν κόψῃς εἰς τὸ μέλλον».

Μιὰ γυναῖκα θεραπεύεται τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου

10 Ἕνα Σάββατον ἐδίδασκε εἰς μίαν ἀπὸ τὰς συναγωγάς.
11 Καὶ ἦτο ἐκεῖ μιὰ γυναῖκα, ποὺ εἶχε πνεῦμα ἀσθενείας ἐπὶ δέκα ὀκτὼ χρόνια καὶ ἦτο σκυμμένη καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σταθῇ ὅλως διόλου ὀρθή.
12 Ὅταν τὴν εἶδε ὁ Ἰησοῦς, τὴν ἐκάλεσε καὶ τῆς εἶπε, «Γυναῖκα, εἶσαι ἐλευθερωμένη ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια σου»·
13 καὶ ἔβαλε ἐπάνω της τὰ χέρια, αὐτὴ δὲ ἀμέσως ἀνορθώθηκε καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν.


14 Ἔλαβε τότε τὸν λόγον ὁ ἀρχισυναγωγός, ἀγανακτισμένος διότι ὁ Ἰησοῦς ἐθεράπευσε κατὰ τὸ Σάββατον, καὶ εἶπε εἰς ἐκείνους ποὺ παρευρίσκοντο ἐκεῖ, «Ὑπάρχουν ἕξη ἡμέρες ποὺ ἐπιτρέπεται ἡ ἐργασία· τότε νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ θεραπεύεσθε καὶ ὄχι τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου».
15 Ὁ Κύριος ἀπεκρίθη, «Ὑποκριτά, δὲν λύνει καθένας ἀπὸ σᾶς, κατὰ τὸ Σάββατον, τὸ βόδι του ἢ τὸν ὄνον του ἀπὸ τὸν σταῦλον καὶ τὸν φέρνει νὰ τὸν ποτίσῃ;
16 Αὐτὴ δὲ ποὺ εἶναι θυγατέρα τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τὴν εἶχε δεμένη ὁ Σατανᾶς ἐπὶ δέκα ὀκτὼ χρόνια, δὲν ἔπρεπε νὰ λυθῇ ἀπὸ τὰ δεσμὰ αὐτὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου;».
17 Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ, ὅλοι οἱ ἀντίπαλοί του ἐντροπιάζοντο, ἐνῷ ὅλον τὸ πλῆθος ἔχαιρε δι’ ὅλα τὰ ἔνδοξα πράγματα ποὺ αὐτὸς ἔκανε.

Ὁ σπόρος σιναπιοῦ καὶ τὸ προζύμι

18 Πάλιν ἔλεγε, «Μὲ τί μοιάζει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τί νὰ τὴν παρομοιάσω;
19 Μοιάζει μὲ ἕνα σπόρον συναπιοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπῆρε ἕνας ἄνθρωπος καὶ τὸν ἔσπειρε εἰς τὸ περιβόλι του καὶ ἐμεγάλωσε καὶ ἔγινε δένδρον μεγάλο καὶ τὰ πτηνὰ ἔκαναν φωλιὲς στὰ κλαδιά του».
20 Πάλιν εἶπε, «Μὲ τί νὰ παρομοιάσω τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ;
21 Μοιάζει μὲ προζύμι ποὺ τὸ ἐπῆρε μιὰ γυναῖκα καὶ τὸ ἀνέμιξε μὲ τρία σάτα ἀλεύρι ἕως ὅτου ἐζυμώθηκε ὁλόκληρον».

Ἡ εἴσοδος εἰς τὴν ζωὴν ἀπὸ τὴν στενὴν πύλην

Ο πίνακας από εδώ

22 Καὶ περιώδευε τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ διδάσκων καὶ βαδίζων πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ.
23 Κάποιος τοῦ εἶπε, «Κύριε, ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θὰ σωθοῦν;»
24 Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε, «Νὰ ἀγωνίζεσθε νὰ μπῆτε ἀπὸ τὴν στενὴν πύλην, διότι πολλοί, σᾶς λέγω,  θὰ ζητήσουν νὰ μποῦν ἀλλὰ δὲν θὰ μπορέσουν.
25 Ὅταν σηκωθῇ ὁ οἰκοδεσπότης καὶ κλείσῃ τὴν πόρτα καὶ σεῖς θὰ στέκεσθε ἔξω καὶ κτυπᾶτε τὴν πόρτα καὶ λέτε, «Κύριε, Κύριε, ἄνοιξέ μας», ἀυτὸς θὰ σᾶς ἀποκριθῇ, «Δὲν σᾶς ξέρω ἀπὸ ποῦ εἶσθε».
26 Τότε θὰ ἀρχίσετε νὰ λέτε, «Ἐφάγαμε ἐνώπιόν σου καὶ ἤπιαμε καὶ στὶς πλατεῖες μας ἐδίδαξες»·
27 ἀλλ’ αὐτὸς θὰ πῇ, «Σᾶς λέγω, δὲν σᾶς ξέρω ἀπὸ ποῦ εἶσθε· φύγετε ἀπὸ ἐμὲ ὅλοι οἱ ἐργάται τοῦ κακοῦ».
28 Ἐκεῖ θὰ εἶναι τὸ κλάμμα καὶ τὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν, ὅταν θὰ ἰδῆτε τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακὼβ καὶ ὅλους τοὺς προφήτας εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ἐσᾶς θὰ σᾶς βγάζουν ἔξω.
29 Καὶ θὰ ἔλθουν ἀπὸ ἀνατολὰς καὶ δυσμὰς καὶ ἀπὸ βορρὰν καὶ ἀπὸ νότον καὶ θὰ καθήσουν εἰς τὴν τράπεζαν εἰς τῆν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
30 Πραγματικά, ὑπάρχουν τελευταῖοι ποὺ θὰ γίνουν πρῶτοι, καὶ ὑπάρχουν πρῶτοι ποὺ θὰ γίνουν τελευταῖοι».

Ἡ ἔχθρα τοῦ Ἡρώδη

31 Κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἦλθαν μερικοὶ Φαρισαῖοι καὶ τοῦ εἶπαν, «Φύγε ἀπ’ ἐδῶ, διότι ὁ Ἡρώδης θέλει νὰ σὲ σκοτώσῃ».
32 Αὐτὸς τοὺς εἶπε, «Πηγαίνετε νὰ πῆτε σ’ αὐτὴν τὴν ἀλεποῦ· «Βγάζω δαιμόνια καὶ κάνω θεραπεῖες σήμερα καὶ αὔριον καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν τελειώνω».
33 Ἀλλὰ πρέπει σήμερα καὶ αὔριον καὶ τὴν ἐρχόμενην ἡμέραν νὰ συνεχίσω τὴν πορείαν μου, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ θανατωθῇ προφήτης ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ».

Θρῆνος διὰ τὴν Ἱερουσαλήμ

34 «Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, ποὺ σκοτώνεις τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολεῖς τοὺς ἀπεσταλμένους σ’ ἐσέ. Πόσες φορὲς θέλησα νὰ μαζέψω τὰ παιδιά σου, ὅπως ἡ ὄρνιθα μαζεύει τὰ μικρά της, κάτω ἀπὸ τὰ φτερά της καὶ δὲν θελήσατε!
35 Ἰδού, ἀφήνεται ἔρημο τὸ σπίτι σας. Σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ μὲ ἰδῆτε, ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ καιρὸς ποὺ θὰ πῆτε, «Εὐλογημένος ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 14

Θεραπεία ὑδρωπικοῦ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου

Εικ. από εδώ

1 Ἕνα Σάββατον ἦλθε εἰς τὸ σπίτι ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας τῶν Φαρισαίων διὰ νὰ φάγῃ, καὶ αὐτοὶ τὸν ἐπρόσεχαν.
2 Ἐκεῖ μπροστὰ του ἦτο ἕνας ποὺ ἔπασχε ἀπὸ ὑδρωπικίαν.
3 Ὁ Ἰησοῦς ἔλαβε τὸν λόγον καὶ εἶπε εἰς τοὺς νομικοὺς καὶ Φαρισαίους, «Ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται θεραπεῖαι τὸ Σάββατον;».
4 Ἀλλ’ ἐκεῖνοι ἐσιώπησαν. Τότε τὸν ἔπιασε, τὸν ἐθεράπευσε καὶ τὸν ἄφησε νὰ φύγῃ.
5 Καὶ ἐκεῖνος τοὺς εἶπε, «Ποιός ἀπὸ σᾶς, ἐὰν πέσῃ τὸ παιδί του ἢ τὸ βόδι του εἰς τὸ πηγάδι, δὲν θὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸ ἀνασύρῃ ἀμέσως τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;».
6 Δὲν μπόρεσαν νὰ τοῦ δώσουν εἰς αὐτὸ ἀπάντησιν.

Ταπεινοφροσύνη καὶ φιλοξενία

7 Εἶπε δὲ πρὸς τοὺς καλεσμένους μίαν παραβολήν, ἐπειδὴ ἐπρόσεξε πόσον ἀγαποῦσαν τὰς πρωτοκαθεδρίας:
8 «Ὅταν σὲ προσκαλέσῃ κάποιος σὲ γάμους, μὴ καθήσῃς εἰς τὸ τραπέζι εἰς τὴν πρώτην θέσιν, μήπως εἶναι καλεσμένος ἄλλος πιὸ ἐπίσημος ἀπὸ σὲ
9 καὶ ἔλθῃ ἐκεῖνος ποὺ ἐκάλεσε σὲ καὶ αὐτὸν καὶ σοῦ πῇ, «Δώσε σὲ τοῦτον τὴν θέσιν», καὶ τότε θὰ κινηθῇς μὲ ἐντροπὴν νὰ καταλάβῃς τὴν τελευταίαν θέσιν.
10 Ἀλλ’ ὅταν σὲ προσκαλέσῃ πήγαινε νὰ καταλάβῃς τὴν τελευταίαν θέσιν, διὰ νὰ σοῦ πῇ, ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος ποὺ σὲ κάλεσε, «Φίλε πήγαινε παραπάνω»· τότε θὰ τιμηθῇς μπροστὰ σ’ ὅλους ποὺ κάθονται μαζί σου στὸ τραπέζι.
11 Διότι καθένας ποὺ ὑψώνει τὸν ἑαυτόν του, θὰ ταπεινωθῇ, καὶ ἐκεῖνος ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτόν του, θὰ ὑψωθῇ».
12 Εἶπε δὲ καὶ πρὸς ἐκεῖνον ποὺ τὸν εἶχε καλέσει, «Ὅταν κάνῃς γεῦμα ἢ δεῖπνον, νὰ μὴ καλῇς τοὺς φίλους σου οὔτε τοὺς ἀδελφούς σου οὔτε τοὺς συγγενεῖς σου οὔτε γείτονας πλουσίους, μήπως σὲ καλέσουν καὶ αὐτοὶ καὶ πάρῃς τὴν ἀνταπόδοσίν σου.
13 Ἀλλ’ ὅταν κάνῃς δεξίωσιν, κάλεσε πτωχούς, ἀνάπηρους, χωλούς, τυφλοὺς
14 καὶ θὰ εἶσαι εὐτυχὴς διότι δὲν ἔχουν τὰ μέσα νὰ σοῦ τὸ ἀνταποδώσουν· θὰ λάβῃς ὅμως τὴν ἀνταπόδοσίν σου κατὰ τὴν ἀνάστασιν τῶν δικαίων».

Ἡ παραβολὴ τῶν προσκαλεσμένων σὲ δεῖπνον


15 Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ κάποιος ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἦσαν στὸ τραπέζι, τοῦ εἶπε, «Εὐτυχὴς ἐκεῖνος ποὺ θὰ καθήσῃ στὸ τραπέζι τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ».
16 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «Κάποιος ἤθελε νὰ παραθέσῃ μεγάλο δεῖπνον καὶ ἐκάλεσε πολλούς.
17 Καὶ ἔστειλε τὸν δοῦλον του κατὰ τὴν ὥραν τοῦ δείπνου νὰ πῇ εἰς τοὺς καλεσμένους, «Ἐλᾶτε, διότι ὅλα εἶναι πιὰ ἔτοιμα».
18 Ἀλλ’ ἄρχισαν διὰ μιᾶς ὅλοι νὰ δικαιολογοῦνται. Ὁ πρῶτος τοῦ εἶπε, «Ἀγόρασα κάποιο χωράφι καὶ πρέπει νὰ πάω νὰ τὸ ἰδῶ· σὲ παρακαλῶ, θεώρησέ με δικαιολογημένον».
19 Ἄλλος εἶπε, «Ἀγόρασα πέντε ζευγάρια βώδια καὶ πηγαίνω νὰ τὰ δοκιμάσω· σὲ παρακαλῶ, θεώρησέ με δικαιολογημένον».
20 Ἄλλος εἶπε, «Ἐνυμφεύθηκα γυναῖκα καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ ἔλθω».
21 Καὶ ἦλθε ὁ δοῦλος καὶ τὰ εἶπε αὐτὰ εἰς τὸν κύριόν του. Τότε ὠργίσθηκε ὁ οἰκοδεσπότης καὶ εἶπε εἰς τὸν δοῦλον του, «Ἔβγα γρήγορα στὶς πλατεῖες καὶ τοὺς δρόμους τῆς πόλεως καὶ φέρε ἐδῶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλούς».
22 Καὶ εἶπε ὁ δοῦλος, «Κύριε, ἔγινε ἐκεῖνο ποὺ διέταξες καὶ ὑπάρχει ἀκόμη χῶρος».
23 Καὶ εἶπε ὁ κύριος εἰς τὸν δοῦλον, «Ἔβγα εἰς τοὺς δρόμους καὶ εἰς τοὺς περιφραγμένους τόπους καὶ ἀνάγκασέ τους νὰ μποῦν, διὰ νὰ γεμίσῃ τὸ σπίτι μου.
24 Διότι σᾶς λέγω, ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, ποὺ εἶχαν προσκληθῆ, δὲν θὰ γευθῇ τὸ δεῖπνον μου».


Χωρὶς αὐταπάρνησιν δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ γίνῃ μαθητής

25 Πολὺς κόσμος ἐβάδιζε μαζί του· καὶ ἐστράφηκε καὶ τοὺς εἶπε,
26 «Ἐὰν κανεὶς ἔρχεται σ’ ἐμὲ καὶ δὲν μισῇ τὸν πατέρα του καὶ τὴν μητέρα του καὶ γυναῖκα καὶ παιδιὰ καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφάς, ἀκόμη δὲ καὶ τὴν ζωήν του, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου.
27 Καὶ ὅποιος δὲν βαστάζει τὸν σταυρόν του καὶ μὲ ἀκολουθεῖ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου.
28 Ποιός ἀπὸ σᾶς, ἐὰν θέλῃ νὰ οἰκοδομήσῃ ἕνα πύργον, δὲν κάθεται πρῶτα νὰ λογαριάσῃ τὴν δαπάνην διὰ νὰ ἰδῆ ἐὰν ἔχῃ ἀρκετὰ νὰ τὸν ἀποτελειώσῃ,
29 μήπως συμβῇ, ὅταν βάλῃ τὰ θεμέλια καὶ δὲν μπορέσῃ νὰ τὸν ἀποτελειώσῃ, νὰ ἀρχίσουν ὅλοι ποὺ τὸν βλέπουν νὰ τὸν εἰρωνεύωνται
30 καὶ νὰ λέγουν ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἄρχισε νὰ οἰκοδομῇ ἀλλὰ δὲν μπόρεσε νὰ τὸ ἀποτελειώσῃ;
31 Ἢ ποιὸς βασιλεὺς ὅταν μέλλῃ νὰ πολεμήσῃ ἕνα ἄλλον βασιλέα, δὲν κάθεται πρῶτα νὰ σκεφθῇ, ἐὰν μὲ δέκα χιλιάδες ἄνδρες μπορῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἐκεῖνον ποὺ ἔρχεται ἐναντίον του μὲ εἴκοσι χιλιάδες;
32 Ἐὰν δὲν μπορῇ, τότε ἐνῷ αὐτὸς εἶναι ἀκόμη μακρυά, στέλλει ἀπεσταλμένους καὶ ζητεῖ διαπραγματεύσεις περὶ εἰρήνης.
33 Ἔτσι καὶ ὅποιος ἀπὸ σᾶς δὲν ἀπαρνεῖται ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου.
34 Τὸ ἁλάτι εἶναι καλό, ἀλλ’ ἐὰν ἀκόμη καὶ τὸ ἁλάτι χάσῃ τὴν ἁλμύρα του, μὲ ποιὸ μέσον θὰ ἀρτυσθῇ;
35 Οὔτε διὰ τὴν γῆν οὔτε διὰ τὴν κοπριὰ εἶναι κατάλληλον· τὸ πετοῦν ἔξω. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει αὐτιὰ διὰ νὰ ἀκούῃ, ἂς ἀκούῃ».

Δεν υπάρχουν σχόλια: