ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

The Holy Ajarian Martyrs of Georgia


The Holy Martyrs of Atchara (Feast Day - May 29)


Atchara has been a Christian stronghold since apostolic times. It was through this region that St. Andrew the First-Called entered Georgia, preaching the Gospel for the first time in the Iberian land. On this land, in the village of Gonio, the holy relics of the martyred Apostle Matthias are buried.

Since the 16th century Atchara has been subject to constant assaults by the Turks. Having attained a victory in the Ottoman-Persian War, the Turks gained a large part of southern and western Georgia: Samtskhe, Atchara, and Chaneti were declared Turkish provinces. The invaders knew well that, in order to completely conquer the Georgian people, it was necessary to uproot Christianity. Thus they instituted a systematic campaign of forced conversion to Islam.

When they failed to achieve their goal with bribery and deception, they resorted to violence. In his work The Islamization of Georgia, or the Spread of Islam in Western Georgia in the 17th–18th Centuries, the renowned early twentieth-century scholar Zakaria Chichinadze retold a story he had heard from one elderly Atcharan man:

“In Atchara the implanting of Islam faced a powerful opposition. Many of the elderly men and the majority of women stood firmly by the Christian Faith, and even challenged and debated the Turkish mullahs... The number of these aged men in Atchara was considerably high. In the end an order was issued: to arrest all dissidents, forcibly convert them to Islam, and execute those who resisted. Before long all the elderly Christians of Atchara were arrested and cast in prison. Then they were led to the River Atcharistsqali, to a 12th-century bridge known as the 'Bridge of Queen Tamar'. On that bridge the Ottomans erected a guillotine. They chopped off the heads of the elderly people, sent the ends of their tongues to the pasha, and threw their bodies into the river. This happened one hundred years ago, in the year 1790.”

Gallows and a guillotine were erected in the villages of Atcharistsqali, Keda, Chakvi, Khulo, Machakhela, and Gonio. The documents preserved in the manuscript collection at Akhaltsikhe Museum describe in even more horrific detail the martyrdom of the Atcharan Christians: “The human tongue is powerless to describe the tortures that the Georgians suffered in those years for confessing Christianity. While they were still alive their flesh was stripped and their bodies quartered; they were slashed to pieces with swords, their bellies ripped open; they were roasted over campfires. They were pierced with flaming rods, thrown into cauldrons of boiling water; molten lead was poured down their throats; they were tossed into pools of hot lime....”

The Georgian Apostolic Church has numbered among the saints all the holy fathers and mothers of Atchara who sacrificed their lives in defense of the Christian Faith.


All saints of Georgia

Click: Saint Nino

Η άστεγη αγία του κέντρου της Αθήνας

Στέλλα, το σπουργιτάκι του Θεού (†3 Ιουνίου 2005)

Ίσως την είχα δει στην πλατεία Συντάγματος, όταν ήμουν πολύ νέος και πιο πολύ ανόητος απ' όσο είμαι τώρα, γιατί τώρα τουλάχιστον ξέρω πως είμαι ανόητος, ενώ τότε νόμιζα πως είμαι σοφός. Με είχε εντυπωσιάσει όπως έσκυβε και κρατούσε κάτι σακούλες που σέρνονταν πίσω της. Την είδα επίσης να κοιμάται (;) σε μια στάση τρόλλεϋ, με τα πόδια σε μια νάυλον σακούλα, για κρύο... Αν ήταν εκείνη. Αν όχι, αν ήταν μια άλλη άστεγη, ο Θεός να την αγιάσει. Έτσι κι αλλιώς, ο Θεός να την αγιάσει...Η βιογραφία της έχει κάνει το γύρο της μπλογκόσφαιρας κι έχει αγαπηθεί στο φουλ, δικαιολογημένα, με αρχική πηγή μάλλον την Παρέμβαση, το περιοδικό του π. Ιερόθεου Βλάχου και της Μητρόπολης Ναυπάκτου. Το παίρνουμε από το εξαιρετικό Ζωντανό Ιστολόγιο.


Της Μηλίτσας Πισιμίση-Λουκίδου, Νομικού-Υπαλλήλου Υπ. Εργασίας

Με την Στέλλα γνωριστήκαμε το καλοκαίρι του 1979 στην Σοκολατοποιΐα. Ήταν εργάτρια, εργαζόταν πολύ σκληρά, υπερέβαινε τις 9 ώρες καθημερινά. Όλοι την εκμεταλλευόντουσαν, όλοι την διέταζαν και αυτή υπήκουε άμεσα και με χαμόγελο. Στέλλα, εδώ, Στέλλα, εκεί. Ο ιδιοκτήτης-εργοδότης την αγαπούσε για την υπακοή της και την εργατικότητά της.
Για τους πιο πολλούς εργαζομένους ήταν «η Στέλλα η χαζή». Το πρόσωπό της έλαμπε, τα χείλη της ψέλλιζαν. Όταν την αφουγκραζόσουν άκουγες το «Δόξα σοι, ο Θεός».
Πολύ συχνά ο προϊστάμενος μας ανέθετε να διεκπεραιώσουμε από κοινού κάποια εργασία και έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να δεχθώ την καλωσύνη της, την αγάπη της. Θυμάμαι ότι μονίμως έλεγε την ευχή, ξαφνικά γέλαγε, σήκωνε το κεφαλάκι της προς τους ουρανούς. Τότε έλαμπε.
«Δόξα σοι, ο Θεός» άκουγες συχνά από το στόμα της.
Η Σοκολατοποιΐα αυτή έκανε διάφορα είδη σοκολατάκια. Τα δεύτερης κατηγορίας τα εξήγαγε σε χώρες της Αφρικής. Αυτό στενοχωρούσε την Στέλλα πάρα πολύ. Κάποτε που εργαζόμασταν στην συσκευασία μαζί, θυμάμαι την Στέλλα πάνω από τα κουτιά συγκεντρωμένη να εύχεται «για τα αραπάκια που θα έτρωγαν τα σοκολατάκια».
Σε οποιαδήποτε αδικία που συνέβαινε στο χώρο της εργασίας –μας «τρώγανε» μεροκάματα– δεν απαντούσε, δεν κατέκρινε, δεν αντιδρούσε. Εκείνη την περίοδο η Στέλλα ήταν για μένα ένα λιμανάκι θαλπωρής, εγώ αντιδρούσα σε κάθε αδικία. Εκείνη στα σχόλιά μου απαντούσε με ένα γέλιο, με μια λέξη «Α! Μηλίτσα». Δεν την θυμάμαι ποτέ να έβαλε ένα σοκολατάκι στο στόμα της (υπενθυμίζω ότι εργαζόμασταν σε εργοστάσιο σοκολατοποιΐας!). Αν και οι πιο πολλοί εργαζόμενοι την θεωρούσαν «χαζή», εντούτοις την σέβονταν και διερωτώντο πως κατόρθωνε να εργάζεται τόσο αποτελεσματικά.
Η Στέλλα δεν συμμετείχε σε συζητήσεις που κάναμε· ήταν μαζί μας, αλλά συγχρόνως μακριά από σχόλια, μακριά από περιττές κουβέντες. Πολλές φορές, όταν την ρωτούσαν να πη τη γνώμη της, έκανε την παλαβή. Το είχα προσέξει ότι το έκανε επίτηδες. Για όλα τα του κόσμου ήταν τρελή, παλαβή, όταν όμως της ζητούσες βοήθεια στην εργασία, τα χεράκια της κινιόντουσαν με στοργή να βοηθήσουν, ει δυνατόν και να δουλέψουν για σένα.
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον γνωριστήκαμε. Την σεβόμουν τόσο που ποτέ δεν την ρώτησα για την προσωπική της ζωή. Από μόνη της μου είπε ότι καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι όλοι όσοι την γνώριζαν την χαρακτήριζαν λίαν επιεικώς «τρελή», ενώ εγώ ένιωθα ότι κάνουν λάθος. Η αλήθεια είναι ότι πολύ νωρίς κατάλαβα ότι η Στελλίτσα ήθελε να την θεωρούν «τρελή». Κάποιες φορές τύχαινε να είμαστε οι δυό μας και να μιλάμε φυσιολογικά και όταν πλησίαζε κάποιος άρχιζε και έλεγε άλλα αντί άλλων. Εμένα μου δημιουργούσε αίσθημα γαλήνης και με άφηναν αδιάφορη οι κρίσεις των άλλων.
Στο εργοστάσιο αυτό της Σοκολατοποιΐας εργάσθηκα για λίγο χρονικό διάστημα. Την Στελλίτσα την συναντούσα συχνά στους δρόμους και πάντα είχε στην καρδιά της, στα χείλη της την ευχή. Συνήθιζε να την λέη εκφώνως, αλλά πολύ σιγά. Που και που ερχόταν στο σπίτι μου. Εκείνη την εποχή κατοικούσε στο πλυσταριό μιας διώροφης κατοικίας.
Τα χρόνια πέρασαν, την έχασα, μα πάντα την θυμόμουν με μια γλυκειά ανάμνηση και νοσταλγία.

Μετά παντρεμμένη πια θα την συναντούσα στην Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Οσίας Πελαγίας) στο Ακραίφνιο. Είχαμε πάει με τον άνδρα μου και θα διανυκτερεύαμε στην Μονή για την πρωϊνή Θεία Λειτουργία. Οι μοναχές με πολλή στοργή και ευγένεια μου ζήτησαν συγγνώμη, επειδή λόγω των οικοδομικών εργασιών δεν είχαν χώρο να με φιλοξενήσουν και αναγκαστικά έπρεπε να μοιραστώ το κελλί, όπου εφιλοξενείτο «μια ιδιόρρυθμη γυναίκα». Δέχθηκα. Με οδήγησαν στο κελλί, όπου με κατάπληξη διεπίστωσα ότι «η ιδιόρρυθμη γυναίκα» ήταν η στοργική μου Στελλίτσα, που είχα χρόνια να την ιδώ. Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Μείναμε αγκαλιασμένες για αρκετή ώρα και ξαφνικά ακούω τις αδελφές να φωνάζουν: «Ελάτε, Γερόντισσα, να δήτε την Στελλίτσα με την Μηλίτσα αγκαλιά». Όλοι χαρήκαμε. Εκείνο το βράδυ η Στελλίτσα έκανε σαν παιδάκι από την χαρά της. Χτυπούσε παλαμάκια, γελούσε, σταυροκοπιόταν…
-Μηλίτσα μου, πολύ χάρηκα που παντρεύτηκες. Ξέρεις πολύ προσευχήθηκα για να παντρευτής. Χαίρομαι, χαίρομαι. Στενοχωριέμαι που υποφέρεις από τα ποδαράκια σου. Ξέρω έχεις πρόβλημα. Υπομονή, προσευχή. (Υπ’ όψιν ότι η Στελλίτσα δεν γνώριζε ότι μου είχε εμφανισθή ένα χρόνιο επώδυνο πρόβλημα υγείας στα πόδια μου). Ο άνδρας σου θ’ αλλάξη χώρο, μην ανησυχής, θα είναι καλύτερα. (Πράγματι, τελείως ξαφνικά, αναγκάσθηκε να μεταφέρη σε άλλο χώρο το κτηνιατρείο του).
Εκείνο το βράδυ ειπώθηκαν πολλά. Την άλλη μέρα και ενώ η Στέλλα ήταν μακριά, είπα στις αδελφές ο,τι είχα αντιληφθή γι’ αυτήν, ότι επρόκειτο για αγία ψυχή… Τήν επόμενη μέρα η Στέλλα έφυγε από το Μοναστήρι. Το κατάλαβε. Δεν ήθελε να την επαινής. Όταν αργότερα συναντηθήκαμε, με αυστηρό τρόπο με επέπληξε για το ότι την επαινώ. Ξαφνιάστηκα, γιατί μπροστά της δεν είχα πη τίποτε. Κι όμως το ήξερε…
Αργότερα, κάποια άλλη στιγμή, μου είχε πη: «Δεν αντέχω την τιμή που μου κάνει η Γερόντισσα. Να, κοίτα να δης· τελευταία με έβαλε να φάω μαζί τους· με τις αγίες ψυχές! Ποιά είμαι εγώ… Πω, πω, πω, Μηλίτσα!».
Για μεγάλο χρονικό διάστημα χάσαμε τα ίχνη της. Η Γερόντισσα μας τηλεφωνούσε και μας ρωτούσε αν την είδαμε. Εκείνο το διάστημα κατάλαβα ότι, αν θέλω να τη δω δεν πρέπει να μιλώ γι’ αυτήν.
Τώρα η Στελλίτσα ήταν άστεγη, από την εργασία της είχε συνταξιοδοτηθή με το πιο μικρό ποσό της σύνταξης του ΙΚΑ (411 ευρώ μηνιαίως), τα οποία μοίραζε σε φτωχούς, φυλακισμένους, στην Εξωτερική Ιεραποστολή κ.α. Τώρα πλέον ζούσε στα παγκάκια, στα υπόστεγα, στα ερημοκκλήσια, στις σκάλες, σε οικοδομές. Μου το εμπιστεύθηκε.
Κάτω από την πίεση της Γερόντισσας και τη δική μου, ήλθε κάποιες φορές, όταν έκανε βαρυχειμωνιά, και έμεινε κοντά μας. Ζητούσε να μείνη στο πιο ταπεινό μέρος του σπιτιού.
Θυμάμαι με πολλή νοσταλγία, όταν την φιλοξενούσαμε στο σπίτι επικρατούσε γαλήνη, φως, όλα ειρηνικά. Όταν στην παρέα μας ερχόταν ο άνδρας μου, η Στελλίτσα έφευγε και όταν της μιλούσε δεν τον κοιτούσε ποτέ. Χαρά της ήταν να τρώη αλάδωτες ντοματόσουπες. Συνέχεια δοξολογούσε τον Θεό και η ψυχή της ξεχείλιζε από ευγνωμοσύνη με ένα αδιάκοπο «σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ».

Πολλές φορές το βράδυ, προφασιζόμενη ότι είμαι κουρασμένη, της ζητούσα να κάνη αυτή το Απόδειπνο. Αδύνατον να περιγράψω τι συνέβαινε, όταν άρχιζε την προσευχή. Σιγά-σιγά αλλοιωνόταν η έκφρασή της, το προσωπάκι της φωτιζόταν, ξεχνιόταν στην δοξολογία του Θεού. Την άφηνα και πήγαινα για ύπνο.
Κάποια φορά, ενώ την σκεπτόμουν με συμπόνοια «πως γυρνάει σαν σπουργιτάκι στους δρόμους» ξαφνικά με κοιτάζει και μου λέει: -«Μη στενοχωριέσαι, θέλημα Θεού είναι να κοιμάμαι στα παγκάκια. Είμαι πολύ καλά, είμαι ευτυχισμένη. Ξέρεις εκεί στα παγκάκια ράβω και τα ρούχα μου. (Η Στέλλα ήταν και πολύ καλή ράπτρια). Να, το Πάσχα πέρασα πολύ ωραία. Το Μ. Σάββατο πήγα και πήρα λίγο αρνάκι, το έβαλα σε ένα ταψάκι από μπακλαβά, το έδωσα στο φούρνο και μου το έψησαν. Το έκρυψα στο παγκάκι και την άλλη μέρα έκανα Πάσχα στο παγκάκι μου, χαρούμενη και ευτυχισμένη, γιατί ο Ιερέας μου είχε δώσει κι ένα κόκκινο αυγό. Μη στενοχωριέσαι για μένα. Όχι, όχι, γιατί είμαι υπό την σκέπη της Παναγίας μας».
Μια άλλη φορά, όπως μου διηγήθηκε, πήγε και λούστηκε στην τουαλέτα των Ιατρείων του Δήμου. Την είδαν οι εργαζόμενοι και την επέπληξαν αυστηρά. Η Στέλλα δεν δέχθηκε την παρατήρηση λέγοντάς τους ότι δεν κλέβει τίποτα, ούτε νερό, ούτε σαπούνι, γιατί όλα αυτά τα έχει πληρώσει εισφορές στο ΙΚΑ ως εργαζόμενη. Τους μίλησε άσχημα και αυτοί κάλεσαν την Αστυνομία κι έτσι η Στέλλα οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα. Κάπως έτσι μου διηγήθηκε τον διάλογο με τον Διοικητή:
«Κύριε Διοικητά, συγχωρέστε με που σας κουράζω, αλλά ακούστε με, σας παρακαλώ. Είμαι άστεγη, δεν έχω τίποτα δικό μου. Να μόνο αυτό το βιβλιάριο ασθενείας του ΙΚΑ, που βεβαιώνει ότι έχω πληρώσει εισφορές. Τα Ιατρεία που λούστηκα είναι του ΙΚΑ, άρα ανήκουν και σε μένα. Όταν βρίσκομαι μέσα στο ΙΚΑ, νιώθω ότι είμαι μέσα στο σπίτι μου. Συγχωρέστε με».
Διοικητής: «Πήγαινε τώρα, αλλά την άλλη φορά που θα λουστής να προσέξης να μη σε δουν. Άντε στο καλό».
Έφυγε δοξάζοντας τον Θεό και ευγνωμονώντας τον Διοικητή.
Πολλά βράδια κοιμόταν σε σαλόνια Νοσοκομείων, καλύτερα να πούμε προσποιόταν ότι κοιμόταν, γιατί όταν ησύχαζε το Νοσοκομείο, έτρεχε κοντά σε μοναχικούς ασθενείς, που είχαν ανάγκη βοηθείας και τους συνέτρεχε, αλλά, όταν καταλάβαινε ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο την αντιλαμβανόταν, τότε άρχιζε τα «παλαβά» της.
Πολλά πρωϊνά πηγαίνοντας για την εργασία μου (γύρω στις 6,30-7π.μ.) την συναντούσα να βγαίνη από το Νοσοκομείο ΚΑΤ και στην επιμονή μου γιατί δεν έρχεται να κοιμηθή στο σπίτι μας μου ομολόγησε: Αγαπούσε πολύ τους Αγίους, τους θεωρούσε φίλους της, συγγενείς της, έτρεχε στην εορτή τους, στα πανηγύρια, χαιρόταν όταν μοίραζαν και φαγητό, όπως μου έλεγε. Καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους γύριζε σε διάφορα προσκυνήματα. Την Κυριακή των Μυροφόρων στο Μανταμάδο για την εορτή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα, της Αγίας Παρασκευής στην Ναύπακτο κ.α. Ενδεικτικά αναφέρω το εξής: Μια φορά της Αγίας Παρασκευής πήγε στην Ναύπακτο και έκανε σαν μικρό παιδί, όπως μου το διηγήθηκε. Αγαπούσε τον Σεβασμιώτατο Ιερόθεο, τον θεωρούσε δικό της άνθρωπο, χαιρόταν που τον έβλεπε να χοροστατή με τα λαμπρά του άμφια και να μιλάη τόσο ωραία. Του είχε μεγάλο σεβασμό. Καμάρωνε πολύ που της είχε μιλήσει και της έδωσε την ευχή του στο μοναστήρι στο Ακραίφνιο. Τον χαιρόταν, όπως έλεγε.
Όλες οι διηγήσεις της Στελλίτσας ήταν για μένα απόλαυση, ξεκούραση. Έβλεπα μια μεγάλη γυναίκα να νιώθη και να εκφράζεται σαν μικρό παιδί.
Κάποτε είχαμε γιορτή στο σπίτι μας με αρκετούς καλεσμένους. Ξαφνικά ήλθε η Στελλίτσα. Κάθισε και ακριβώς δίπλα της εγώ. Μεταξύ των καλεσμένων και ένα ζευγάρι με πολλά προβλήματα, τα οποία γνώριζα. Η Στελλίτσα «στον κόσμο της» ψιθύριζε την ευχή και συγχρόνως πολύ χαμηλόφωνα έλεγε τι συμβαίνει με αυτό το ζευγάρι, τι φταίει, ενώ στους άλλους έλεγε άσχετα η τους χαμογελούσε. Πάντα όμως συγκεντρωμένη στην ευχή. Οι πιο πολλοί την θεώρησαν «παλαβή», άλλο που δεν ήθελε η Στέλλα, για να μην την καταλαβαίνουν.

Πλατεία Ομονοίας. Δυστυχισμένες υπάρξεις αλλά και αγιασμένες ψυχές κατοικούν εκεί, αθέατες από τα τυφλά, εγωιστικά ή/και φοβισμένα μάτια μας. Εκεί έζησε κι ο Γέροντας Πορφύριος. Πάρε ένα φαναρι, κάνε το σταυρό σου και ψάξε. Θα εκπλαγείς - αν τολμάς.

Ήταν 12 Αυγούστου 2004, ήμουν στο γραφείο μου και εκείνη την ημέρα ήταν να ταξιδέψω για Λέσβο για τις καλοκαιρινές διακοπές μου. Από το πρωΐ βασανιζόμουν από μια ασήμαντη σκέψη, κοινώς είχα «κολλήσει». Δεν είχα ένα μπρελόκ να βάλω τα κλειδιά που θα άφηνα στους γείτονες να ποτίζουν τον κήπο. Ξαφνικά γύρω στο μεσημέρι ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται η Στελλίτσα, καταϊδρωμένη, κουρασμένη, ασθμαίνουσα και μου λέει: «Να, πάρτο. Ήμουν στην Ομόνοια και μου είπε να σπεύσω να σου φέρω το μπρελόκ». Τα έχασα. Στην ερώτηση ποιός της είπε να μου το φέρη στην αρχή ψέλλισε «η Παναγία», μετά άρχισε τα δυσνόητα, τα «παλαβά» της. Το μπρελόκ το είχε αγοράσει από το μοναστήρι και παρίστανε το γενέσιο της Παναγίας μας. Στην επιμονή μου να μείνη λίγο κοντά μου να ξεκουραστή, να πιή κάτι, να δροσιστή κάθισε στον καναπέ και άρχισε να μιλάη για τον εαυτό της. Και τότε μου είπε: «Μηλίτσα μου, εγώ θα πεθάνω στους δρόμους μόνη μου. Κανένας δεν θα το μάθη, κανείς, κανείς». Αυτό με πόνεσε πολύ και της είπα με απαίτηση: «Στελλίτσα μου, σε παρακαλώ θέλω να το μάθω. Θέλω να μάθω το φευγιό σου». Και την αγκάλιασα. Μετά από αυτό σταμάτησε να μιλάη για αρκετά λεπτά. Ξαφνικά με κοιτάζει με ένα στοργικό βλέμμα γεμάτο αγάπη και μου λέει: «Μηλίτσα μου, θα το μάθης, θα το μάθης».
Για τελευταία φορά έμεινε στο σπίτι μου τον Οκτώβριο του 2004. Τότε της πονούσε το πόδι και αναγκάσθηκε να περιορίση τις πεζοπορίες. Έτυχε τότε να χρειασθή να φιλοξενήσω κάποιο πρόσωπο που δυσκολευόταν από την παρουσία της και ιδιαίτερα από την βραδινή προσευχή, διότι έπεφτε για ύπνο νωρίς και σηκωνόταν αργά τη νύχτα και προσευχόταν ψάλλοντας δυνατά. Πολλές φορές ακούγαμε να επαναλαμβάνη το: «Ζη Κύριος ο Θεός».
Εν όψει αυτού του προβλήματος, λοιπόν, προσφέρθηκε μια φίλη μας, η Χρυσούλα, να της παραχωρήση ένα διαμερισματάκι, που ήταν άδειο μετά τον θάνατο των γονέων της. Χάρηκε που έμενε σε σπιτάκι κοντά σε ανθρώπους με αγάπη και κατανόηση, τώρα μάλιστα που δυσκολευόταν από τους πόνους των ποδιών της. Εκεί έμεινε μέχρι τον Μάϊο του 2005. Την 1η Ιουνίου 2005 η Χρυσούλα την είδε να φεύγη από το σπίτι. Από την ημέρα εκείνη χάθηκαν τα ίχνη της.
Αργότερα ανησυχήσαμε, αλλά επειδή συνήθιζε να εξαφανίζεται, πιστεύαμε ότι θα εμφανισθή. Κάθε τόσο επικοινωνούσαμε με την Γερόντισσα η Χρυσούλα και εγώ για να μάθουμε για την Στέλλα. Η Γερόντισσα έλεγε συνέχεια: «Ψάξτε να την βρήτε». Εμείς όμως πιστεύαμε ότι είχε φύγει για κάποιο ταξίδι και ότι θα επέστρεφε.
Μετά το Πάσχα του 2006 ένα βράδυ, πολύ αργά και ενώ η οικογένειά μου είχε αποκοιμηθή, ξάπλωσα κι εγώ και αποκοιμήθηκα αμέσως, πράγμα παράδοξο για μένα, και ξύπνησα αμέσως (το διεπίστωσα βλέποντας το ξυπνητήρι) από ένα δυνατό όνειρο: Είδα την Στελλίτσα κάτω από ένα ωραίο δένδρο, όρθια να ακουμπάη ελαφρά στον κορμό του, σε νεανική ηλικία, πανέμορφη, γλυκύτατη και με κοιτούσε με ένα βλέμμα γεμάτο απέραντη θαλπωρή. Ένιωσα την ψυχή μου να βγάζη μια ουρανομήκη κραυγή, που αισθανόμουν να μου ξεσχίζη το στέρνο: «Στελλίτσα μου, Στελλίτσα μου, Στελλίτσα μου…» Κι έτρεξα να την αγκαλιάσω, προτείνοντας τα χέρια μου, αλλά όταν έφτασα στο δένδρο εξαφανίστηκε και στην θέση της έκαιγε μια ολόλευκη πασχαλιάτικη λαμπάδα, που έχυνε γύρω ένα υπέροχο φως και η φλόγα της ανέβαινε ολόϊσα στον ουρανό. Αμέσως βλέπω στο χώμα, δίπλα στη λαμπάδα, ένα απόκομμα εφημερίδας που έδειχνε ένα εξαιρετικά κακοποιημένο σώμα σαν από τρομακτικό αυτοκινητικό δυστύχημα.
Ένα βαρύ μήνυμα κατέκλυσε το είναι μου: «Η Στέλλα πέθανε!». Ξύπνησα κυριευμένη από αμφιθυμία αισθημάτων: Χαρά μεγάλη από την παρουσία της Στέλλας και το φως της λαμπάδας και φόβο από την φωτογραφία της εφημερίδας. Ήθελα να ξυπνήσω τον Δημήτρη, τον άνδρα μου, να του πω για την Στέλλα, «το σπουργιτάκι», όπως τη λέγαμε, όχι μόνον επειδή ζούσε «ως στρουθίον μονάζον επί δώματος», αλλά και επειδή το βάδισμά της θύμιζε σπουργίτι. Κάτι δυνατό όμως με απέτρεψε να τον ξυπνήσω. Την επομένη τηλεφώνησα στην Γερόντισσα και στην Χρυσούλα και τους είπα το όνειρο. Και οι δυό μου συνέστησαν να ψάξουμε για την Στέλλα. Από εκείνη την στιγμή άρχισε η αγωνιώδης αναζήτηση. Τροχαία, Νοσοκομεία, Στρατονομία, Νεκροτομεία….
Η Χρυσούλα έμαθε ότι στις 3 Ιουνίου 2005 και ώρα 6,10 μ.μ. κοντά στο σπίτι της σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό μία γυναίκα αγνώστων στοιχείων. (Τα πουλιά δεν έχουν όνομα!). Ο θάνατος ήταν ακαριαίος. Όλη η έρευνα απέδειξε ότι η γυναίκα αυτή ήταν η Στελλίτσα. Ενώ διέσχιζε τον δρόμο, την παρέσυρε ένα αυτοκίνητο με οδηγό αξιωματικό του στρατού, ο οποίος έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα ["Νεκρός": ο Θεός να τον συγχωρέσει, με τις πρεσβείες της οσίας μητέρας μας Στέλλας]. Την συνέθλιψε. Μόνο το προσωπάκι της ήταν ευδιάκριτο (όπως έδειξαν οι φωτογραφίες της Τροχαίας).
Η Στελλίτσα παρέμεινε μέχρι τις 18 Ιουνίου 2005 στο Νοσοκομείο «Ασκληπιείον» και μετά το πτώμα της μεταφέρθηκε στο Κεντρικό Νεκροτομείο του Λαϊκού Νοσοκομείου, όπου παρέμεινε στα αζήτητα μέχρι τις 20 Ιουλίου 2005, οπότε και δόθηκε για ενταφιασμό. Το Γραφείο που την ενταφίασε μας πληροφόρησε ότι Νεκρώσιμη Ακολουθία δεν εψάλη, μόνο ένα Τρισάγιο επί του τάφου.
Πρέπει να τονισθή ότι όλοι όσοι ασχοληθήκαμε με την ανεύρεσή της, στην προσευχή μας της μιλούσαμε και της λέγαμε: «Εάν μας ακούς, εάν έχης παρρησία στο Θεό, οδήγησέ μας, βοήθησέ μας». Και πράγματι μας βοήθησε και φθάσαμε μέχρι τον χορταριασμένο «ανύπαρκτο» τάφο της, στην ανατολική άκρη του Νεκροταφείου του Ζωγράφου, με το νούμερο 8915.
Την ημέρα της αποδόσεως της εορτής του Πάσχα, ένα χρόνο μετά την κοίμησή της, εψάλη η Νεκρώσιμη Ακολουθία της Στέλλας, στον Ιερό Ναό της Ζωοδόχου Πηγής, όπου συνήθιζε να εκκλησιάζεται κατά την Πασχάλιο Περίοδο. Ο Ιερέας είπε για την Στέλλα: «Έκανε τα παλαβά της, αλλά έλεγε σωστά πράγματα και πάντα ερχόταν γεμάτη τρόφιμα για τους πτωχούς, πρόσφορο, λάδι, νάμα για την Θεία Λειτουργία… Μάλιστα έχει παραγγείλει να αγιογραφηθή η Αγία Μαρίνα στον Ναό μας…..».
Στις 3 Ιουνίου 2006 έγινε το ετήσιο μνημόσυνό της χοροστατούντος του λίαν προσφιλούς της Επισκόπου, π. Ιεροθέου, στο Μοναστήρι του Γενεθλίου της Θεοτόκου (Οσίας Πελαγίας) στο Ακραίφνιο.
Σε μια από τις τελευταίες μας συναντήσεις μου είπε: «Νιώθω γεμάτη από αυτή τη ζωή. Όλα μου τα έχει δώσει ο Κύριος. Μόνο μια επιθυμία μου δεν έχει εκπληρωθή: Ήθελα να βαπτίσω δυό παιδάκια, που να τους έδινα το όνομα του Αγίου Νεκταρίου και της Παναγίας μας, αλλά κανείς δε με θέλησε για κουμπάρα». Όταν της πρότεινα ότι θα προσπαθήσω να βαπτίσω εγώ τα δυό παιδάκια στη θέση της και μάλιστα, όταν μεγαλώσουν θα τους μιλήσω για την «πραγματική νονά τους», καταχάρηκε και αναφώνησε: «Τώρα ησύχασα. Είμαι έτοιμη να φύγω».–

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Οι κατά Χριστόν σαλοί ανήκαν σε μια κατηγορία ανθρώπων που αποφάσιζαν να ακολουθήσουν μια δύσκολη οδό. Ζώντες στις πόλεις, προσεποιούντο τον τρελλό. Έκαναν πράξεις που θα έκανε ένας τρελλός, αλλά όμως οι πράξεις αυτές είχαν ουσιαστικό περιεχόμενο. Οι κατά Χριστόν σαλοί είχαν σε ύψιστο βαθμό νοερά ενέργεια, είχαν ακόμη σώας τας φρένας, διάλεγαν όμως έναν σκληρό δρόμο και τρόπο ζωής…
Η ζωή των κατά Χριστόν σαλών ήταν μια τέλεια, ίσως και ακραία εφαρμογή της μωρίας κατά Χριστόν, που είναι η πεμπτουσία όλου του πνεύματος του Ευαγγελίου. Δεν μπορούν, βέβαια, όλοι να παριστάνουν τον κατά Χριστόν σαλό, όπως το είδαμε προηγουμένως, γιατί αυτό είναι ένα ιδιαιτερο χάρισμα και μια ιδιαίτερη ευλογία του Θεού, αλλά όλοι μπορούν να βιώσουν την κατά Χριστόν σαλότητα σε μετριότερη μορφή και ανάλογη προσαρμογή. Και αυτό γίνεται αντιληπτό από το ότι η ζωή που έχει η Εκκλησία, ζωή της αγάπης, της πίστεως, της εγκρατείας αποβλέπει και εμπνέεται από ένα άλλο πολίτευμα, που είναι σαφώς αντίθετο από τα ανθρώπινα πολιτεύματα. Όλη αυτή η ζωή που έχει η Εκκλησία δεν μπορεί να γίνη εύκολα αντιληπτή από τους ανθρώπους, που κέντρο τους έχουν την λογική και τις αισθήσεις. Η χριστιανική ζωή, χωρίς να καταργή την λογική και τις αισθήσεις, κινείται πέρα από αυτές.

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Τα νερωμένα συναισθήματά μου και το κρασί της Κανά!...


Το παρακάτω κείμενο (με τίτλο "μια πολύ χαρούμενη ημέρα") δημοσιεύτηκε στις 10 Φεβρ. 2011 στο εξαιρετικό blog Άρωμα Ασίας του αγωνιστή παπά Ιωνά της Ταϊβάν, ενός απ' τους αγαπημένους του blog μας (γνωρίστε τον εδώ & εδώ). Δίνει μερικές ερμηνευτικές προεκτάσεις στη γνωστή ιστορία του γάμου της Κανά, που ποτέ δεν τις φαντάστηκα. 
Και το πιο ωραίο είναι πως τις δίνει με τρόπο εντελώς φυσικά, σα να 'ναι κοινό κτήμα για μας τους ορθόδοξους... Αυτό φανερώνει πόσο πίσω είναι η μόρφωσή μας, όσον αφορά στην πνευματική μας κληρονομιά, και πώς πρέπει (αμέσως, χωρίς αναβολή) να ξεσκονίσουμε τα σοβαρά χριστιανικά μας βιβλία (μα και τη σχέση μας με σοβαρούς χριστιανούς), γιατί κάπου κοντά μας υπάρχει ένας ανεκτίμητος θησαυρός κι εμείς δεν έχουμε πάρει είδηση...

*****

Σημερα ξαναρχισαμε τα μαθηματα στο μικρο δωματιο στο κεντρο της Ταϊπεϊ.
Συνεχιζουμε το κατα Ιωαννην απο το 2ο κεφαλαιο.
Ειχαμε αγωνια, η Πελαγια και εγω, θα ερθη κανενας αραγε? ΗΡΘΑΝ 18!!!! Απιστευτη χαρα!!!!
Το facebook εκανε το …θαυμα του. Ολοι μας γνωρισαν απο αυτο, και βεβαια την βδομαδα που περασε η Πελαγια εστελνε συνεχως μηνυματα και προσκληση για το μαθημα μας.
Πρωτη φορα κανουμε κατι ειμεις, μονοι μας, ως ορθόδοξοι, (εκτος βεβαια απο την θ. λειτουργια) και ερχονται τοσοι πολλοι.
Ειναι μεγαλη ευλογια.
Εκτος απο το καλο ονομα που εχουμε δημιουργησει, βοηθησε πολυ και η τοποθεσια. Ακριβως στο κεντρο, περνανε ολα τα λεωφορεια, στην υπογεια πολυ, Ακριβως αποκατω, ο ηλεκτρικος κτλ…
Γι' αυτο και η αναγκη να αγορασουμε εκκλησια στο κεντρο, πολυ κοντα στο το σημειο αυτο.
Οι περισσοτεροι ηταν προτεσταντες, 2 αθεοι, αλλα ολοι ενδιαφερονται για την μελετη του ευαγγελιου στην πρωτοτυπη γλωσσα και να μαθουν τις εννοιες της πρωτης εκκλησιας απο το πρωτοτυπο.

P1000554

Εκλπησονται που τους λεω οτι προερχομαι απο την αποστολικη εκκλησια των Πατρων, για τον αποστολο Ανδρεα, για την Αθηνα που σπουδασα, και εμεινα τοσα χρονια, για τα μερη του απ. Παυλου κτλ.

Σημερα αρχισαμε για τον γαμο της κανα.
Ειπα για αρχη γενικα πραγματα, για την σημασια της αρχης των σημειων απο ενα γαμο, που παραπεμπει στην δημιουργια του ανθρωπου ως ζευγους, την "ελειψη" του καλου κρασιου, που παντα υπαρχει στην ανθρωπινη αγαπη και στην κτιση . Μονο ο Κυριος που ειναι φιλοξενουμενος αλλα γινεται ο φιλοξενων, μπορει να μετατρεπη το νερο του νομου, τα ανθρωπινα αισθηματα που ξεχειλιζουν αλλα παντα ειναι απο νερο, στο κρασι του πληρωματος της βασιλειας του Θεου. Για την συνδεση -3 μερες- με την ανασταση, με την βασιλεια κτλ. για την “ωρα” του Χριστου που δεν ειχε φτασει μεν ακομα , -η ωρα της δοξας του σταυρου και της αναστασεως- που ομως αρχιζει με τα "σημεια". 
Τον ρολο, και ισως τον πονο, της Παναγιας που απο μανα θα πρεπει να υπακουει στον υιο και Θεο της (και ειναι ο τυπος της τελειας υπακοης) και οτι παρα το οτι εκφραζει την αποκαραδοκια της κτισεως, την κραυγη της εκκλησιας, δεν μπορει να εκβιαση την “ωρα” του Ιησου. Μονο ο Πατηρ μπορει.


Ειπαμε για τον γαμο που, με την παρουσια του Χριστου, ξεπερνα το θανατο, και απο τωρα συνδεεται με την βασιλεια [του Θεού].
Και βεβαια το συνδεσαμε με τις κινεζικες παραδοσεις περι γαμου που ειναι παρομοιες με της ευαγγελικης εποχης, θελοντας να δωσουμε μια νεα προοπτικη στον χριστιανισμο που ακραδαντα πιστευω οτι ολοκληρωνει τις κινεζικες παραδοσεις και ταιριαζει τοσο πολυ στους Κινεζους.
Ειδα δακρυα στα ματια καποιων.
Ευχεστε να συνεχισουμε ετσι, να ερθουν περισσοτεροι!!!
Ισως δεν θα χωραει το δωματιο, ευχεστε να βρουμε μεγαλυτερο…

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011

Χάσε την ψυχή σου!...

...Ή σώσε την

Βάζουμε αυτό τον τίτλο και παραθέτουμε την εισήγηση του θεολόγου Θεόδ. Ρηγινιώτη σε εκδήλωση με θέμα "Η σωτηρία κατά το Ισλάμ και το Χριστιανισμό: μια σύγκριση", Αθήνα 16 Ιανουαρίου 2010. Λεπτομέρειες για την εκδήλωση, σχόλια για την ισλαμική σωτηριολογία αλλά και link για το βίντεο με τις δύο εισηγήσεις (ισλαμική και χριστιανική) εδώ.

Ο Χριστός είπε κάποτε ότι το καλό και το κακό δέντρο ξεχωρίζουν από τους καρπούς (Ματθ. 12, 33). Ο πιο σίγουρος τρόπος λοιπόν, για να βρούμε την αληθινή θρησκεία, κατά τη γνώμη μου, είναι να δούμε τι είδους άνθρωπο διαμορφώνει.
Και δεν εννοώ «καλό» ή «κακό» άνθρωπο (γιατί παντού υπάρχουν άνθρωποι που ερμηνεύουν την πίστη τους έτσι, ώστε να γίνουν είτε καλοί είτε κακοί), αλλά αν σώζει τον άνθρωπο από το θάνατο και τον μεταμορφώνει σε αυτό, για το οποίο τον έχει προσκαλέσει ο Θεός: σε πλάσμα όμοιο με το Θεό, δηλαδή άγιο.

Διευκρινίζω ότι, μιλώντας για χριστιανισμό, εννοώ τον αρχαίο χριστιανισμό των πρώτων χιλίων χρόνων και κατόπιν τον ορθόδοξο, που είναι η ιστορική συνέχεια του αρχαίου. Δεν αναφέρομαι σε καθολικούς, προτεστάντες και λοιπές αιρέσεις.

Ομολογώ ότι προβληματίστηκα πολύ για το πώς θα αναπτύξω ολοκληρωμένα το θέμα μου μέσα σε μισή ώρα.
Μπορώ, Θεού θέλοντος, να παρουσιάσω το θέμα μέσα σε 10 δευτερόλεπτα. Η παρουσίαση είναι:
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, διά της Θεοτόκου και όλων των αγίων, ελέησόν με τον αμαρτωλό.
Να η σωτηρία του ανθρώπου στο χριστιανισμό, την παρουσίασα.
Ασφαλώς όμως χρειάζεται μια πιο επιστημονική παρουσίαση, δηλαδή πιο σύνθετη και χρονοβόρα. Κατ’ ανάγκην θα έχει κενά, λόγω χρόνου. Μπορείτε μετά να με ρωτήσετε.

Α. Η ανάγκη σωτηρίας και ο Σωτήρας
Ο Θεός είναι Τριαδικός, επειδή είναι αγάπη. Από αγάπη ο Πατέρας γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα, η αγάπη ενώνει τα Τρία Πρόσωπα της Θεότητας και τα κάνει Ένα Θεό.
Από αγάπη ο Θεός δημιούργησε τους αγγέλους και τους ανθρώπους. Όχι για να Τον δοξάζουν, αλλά για να λάβουν τη θεία χάρη, να ενωθούν με αυτόν και να απολαμβάνουν την ένωση αυτή στην αιωνιότητα.
Ο ενωμένος με το Θεό δεν ενώνεται με τη θεία ουσία, αλλά με την άκτιστη θεία χάρη (την αγαθή ενέργεια του Θεού) και γίνεται θεϊκό ον, δηλαδή άγιος. Αυτό είναι που ονομάζουμε «ομοίωση με το Θεό» – όχι «ισότητα» με Αυτόν.
Με το προπατορικό αμάρτημα οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν από το Θεό και ύψωσαν διαχωριστικό τείχος όχι μόνο ανάμεσα σε άνθρωπο και Θεό, αλλά και μεταξύ τους, με τη φύση και με τον εαυτό τους. Το προπατορικό αμάρτημα δεν είναι το φάγωμα ενός καρπού, όπως αλληγορικά λέγεται στη Βίβλο, αλλά η εγκατάλειψη του Θεού και η προσπάθεια του ανθρώπου να γίνει θεός από μόνος του, προσπάθεια καταδικασμένη σε αποτυχία.
Ο Θεός δεν τιμώρησε τους πρωτοπλάστους. Το διαχωριστικό τείχος (η απώλεια του παραδείσου) ήταν η συνέπεια της απομάκρυνσης από το Θεό. Το κακό εισέβαλε μέσα τους και στην ανθρώπινη ιστορία. Γι’ αυτό η ανθρωπότητα συνέχισε να ζει πίσω από αυτό το τείχος, παρόλο που δεν βαρυνόταν με ευθύνη για το προπατορικό αμάρτημα.
Ο Χριστός ήρθε για να ενώσει ξανά θεότητα και ανθρωπότητα, γκρεμίζοντας το τείχος. Ο Ίδιος είναι και Θεός και άνθρωπος, επομένως γίνεται η γέφυρα επανένωσης των δύο χωρισμένων μερών. Έτσι ο Θεός επιλέγει τον πιο ταιριαστό στην αγάπη Του τρόπο για να θεραπεύσει την πάσχουσα ανθρώπινη φύση.
Ο Ίδιος ο Χριστός είπε:
  • «Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή. Κανείς δεν έρχεται προς τον Πατέρα παρά μόνο μέσω εμού» («Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή. Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού», Ιω. 14, 6).
  • «Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Όποιος με ακολουθεί δεν θα περπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει το φως της ζωής» («Εγώ ειμί το φως του κόσμου. Ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής», Ιω. 8, 12).
  • «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Όποιος πιστεύει σ’ εμένα, και αν πεθάνει, θα ζήσει. Και κάθε ένας που πιστεύει σ’ εμένα δε θα πεθάνει ποτέ. Το πιστεύεις αυτό;» («Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται. και πας ο πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα. Πιστεύεις τούτο;», Ιω. 11, 25-26).
Τούτο φανερώνει ότι η αποστολή Του στον κόσμο ήταν η αποκάλυψη του εαυτού Του και η πρόσκληση προς τους ανθρώπους να ενωθούν με Αυτόν: «Ελάτε προς εμένα όλοι οι κουρασμένοι και φορτωμένοι και εγώ θα σας ξεκουράσω» («Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς», Ματθ. 11, 28). «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου…» (Ματθ. 26, 26).
Αυτή η ένωση συνεπάγεται ένωση με το Θεό: «Κανείς δεν έρχεται προς τον Πατέρα παρά μόνο μέσω εμού» (Ιω. 14, 6), «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα» («Εγώ και ο Πατήρ έν εσμέν», Ιω. 10, 30),  «Όποιος είδε εμένα, είδε τον Πατέρα» («Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα», Ιω. 14, 8-9), «Μείνετε μέσα μου κι εγώ μέσα σας… γιατί χωρίς εμένα δε μπορείτε να κάνετε τίποτα» («Μείνετε εν εμοί καγώ εν ημίν… ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν», Ιω. 14, 4-5) κ.λ.π.
Η ένωση αυτή του κάθε ανθρώπου με το Χριστό θα αποφέρει και την ένωση αγάπης όλων των ανθρώπων μεταξύ τους (όσων φυσικά το θέλουν). Θα είναι η εκπλήρωση της επιθυμίας που εκφράζει ο Ιησούς προς το Θεό Πατέρα Του, το βράδυ πριν σταυρωθεί: «για να είναι όλοι ένα, όπως και εμείς, [Πατέρα], είμαστε ένα. Εγώ μέσα τους και εσύ μέσα μου, για να είναι τελειοποιημένοι σε ένα» («ίνα ώσιν εν, καθώς και υμείς εν εσμέν, εγώ εν αυτοίς και συ εν εμοί, ίνα ώσι τετελειωμένοι εις εν», Ιω. 17, 22-23).

Ο Χριστός ήρθε να γιατρέψει τον άνθρωπο από την αμαρτία, που τον οδηγεί στον πόνο και στο θάνατο. Η εικόνα παριστάνει αυτή τη διδασκαλία της Ορθοδοξίας, με αφορμή την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη.

Β. Το πρώτο βήμα: το βάπτισμα
Το πρώτο βήμα για την ένωση με το Χριστό είναι το βάπτισμα.
«Εάν κάποιος δεν γεννηθεί εξ ύδατος και Πνεύματος, δε μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού» (Iω. 3, 5: «εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού»). «Πηγαίνετε να διδάξετε όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…» (Ματθ. 28, 19-20: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…»).
Το βάπτισμα έχει δύο μέρη: συμβολικό και πραγματικό. Το συμβολικό είναι η κατάδυση στο νερό: συμβολίζει τον (πραγματικό) θάνατο του παλαιού εαυτού μας, την ταφή του (γι’ αυτό βουτάμε ολόκληροι στο νερό) και τη γέννηση του καινούργιου εαυτού μας, που αναδύεται μέσα από τα νερά, όπως το μωρό γεννιέται μέσα από τα «νερά» της μήτρας. Γι’ αυτό και η κατάδυση γίνεται τρεις φορές, συμβολίζοντας την ανάσταση του Χριστού μετά από τρεις ημέρες θανάτου.
Αυτός είναι και ο λόγος που το βάπτισμα εξαλείφει τις προηγούμενες αμαρτίες του ανθρώπου: επειδή ο παλιός εαυτός του πεθαίνει και γεννιέται ένας νέος εαυτός, που, ως νεογέννητος, είναι ακόμη αναμάρτητος.
Το πραγματικό μέρος του βαπτίσματος είναι οι προσευχές που απευθύνουν οι χριστιανοί, μέσω του ιερέα, προς το Θεό, για την αναμόρφωση και αναγέννηση εν Χριστώ του αδελφού μας που βαπτίζεται. Γι’ αυτό και δεν έχει σημασία αν ο βαπτιζόμενος είναι νήπιο, αφού το βάπτισμα είναι μια πράξη αναγέννησης (πραγματικής) και δεν έχει σχέση με μελέτη και κατανόηση της πίστης, η οποία μπορεί να γίνει και μετά. Βέβαια, δεν υπάρχει κανόνας που να επιβάλλει να βαφτίζουμε τα παιδιά μας μωρά, αλλά οι χριστιανοί θέλουμε να φέρουμε αυτή τη μέγιστη θεία χάρη στα παιδιά μας, γι’ αυτό και τα βαφτίζουμε. Μετά, όταν μεγαλώσουν, αν, ο μη γένοιτο, δε θέλουν πια αυτή τη χάρη, ας την απορρίψουν κι ας τραβήξουν όποιο δρόμο νομίζουν καλύτερο.

Όπως με τη φυσική μας γέννηση είμαστε απόγονοι του παλαιού Αδάμ, έτσι με την πνευματική μας γέννηση (το βάπτισμά μας) γινόμαστε απόγονοι του νέου Αδάμ (του Ιησού). Αυτό εννοούμε, λέγοντας ότι με το βάπτισμα απαλλασσόμαστε από το προπατορικό αμάρτημα. Δεν πρόκειται για αθώωση από κάποια ενοχή, αλλά για ένταξη στην πνευματική γενεαλογία του νέου Αδάμ, στην οποία ο άνθρωπος έχει ξανά τη δυνατότητα ένωσης με το Θεό και ομοίωσης με Αυτόν – δηλαδή αγιότητας.

Το πρώτο βήμα έγινε, βαπτιστήκαμε. Όμως η σωτηρία δεν είναι κάτι μαγικό, να συμβαίνει μέσω μιας τελετής. Το πραγματοποιείς με τον τρόπο ζωής σου.
Και, επειδή ο Θεός είναι αγάπη, η ένωση αυτή γίνεται με την αγάπη. Αγάπα το Θεό, αγάπα τον πλησίον, και τότε θα υπάρξει η ένωση με Αυτόν.

Γ. Η αγάπη
Τι είναι η αγάπη;
Δεν είναι το συναίσθημα αγάπη (με το οποίο δε μπορείς να αγαπάς τον εχθρό σου, όπως ζήτησε ο Χριστός) αλλά η διεύρυνση της πνευματικής καρδιάς (της «νοερής καρδιάς» όπως λέμε οι χριστιανοί), εντός της οποίας περιλαμβάνονται εκείνοι που αγαπάς. Εκεί συναντάς και το Θεό. Εκεί έρχεται η θεία χάρη και σε αγιάζει ψυχικά και σωματικά. Εκεί εισβάλλει και το κακό, όταν δεν αγαπάς, δηλαδή όταν η αγάπη σου στρέφεται προς τον εαυτό σου ή προς το χρήμα, την εξουσία, τις ηδονές κ.τ.λ. κι όχι προς το Θεό και το συνάνθρωπο.
Για να μπορέσω λοιπόν να αγαπήσω το Θεό και το συνάνθρωπο (όποιος κι αν είναι), πρέπει η νοερή καρδιά μου να είναι καθαρή από αυτά που με εμποδίζουν να αγαπήσω. Δηλαδή από τα «πάθη», αυτά που μου προκαλούν ψυχική εξάρτηση: τον εγωισμό, τη φιλοχρηματία, τη φιληδονία κ.τ.λ.
Όλη η ζωή και η ασκητική προσπάθεια του χριστιανού (το ότι νηστεύει, προσεύχεται, πηγαίνει στην εκκλησία, εξομολογείται, μεταλαβαίνει Σώμα και Αίμα Χριστού κ.τ.λ. [δες εδώ]) αποσκοπεί σ’ αυτό: όχι να πείσει το Θεό ότι Τον πιστεύει και Τον υπακούει, για να «εξασφαλίσει» τον παράδεισο ως ανταμοιβή, αλλά να προσελκύσει μέσα του τη θεία χάρη (την αγαθή ενέργεια του Θεού), που θα τον βοηθήσει να διευρύνει τη νοερή καρδιά του και να περιλάβει σ’ αυτήν όσο το δυνατόν περισσότερους – χωρίς τη βοήθεια του Θεού είναι ακατόρθωτο αυτό το έργο, γιατί, εκτός από τα πάθη που έχω μέσα μου και τους ανθρώπους που θα με πληγώνουν, καραδοκεί και ο εχθρός (δηλ. ο διάβολος).
Στην τέλεια διεύρυνση, η καρδιά περιλαμβάνει όλο το ανθρώπινο γένος, όλων των εποχών, και όλα τα πλάσματα του κόσμου, ακόμη και τα όρνια, τα θηρία και τα ερπετά, ακόμη και το διάβολο. Γι’ αυτό οι άγιοι προσεύχονται και για το διάβολο, ώστε, αν είναι δυνατόν, να μετανοήσει και να σωθεί.
Από τα αναρίθμητα παραδείγματα, που μπορώ να φέρω, ανθρώπων που αγάπησαν με τέλεια αγάπη (και αγίασαν), θα αναφέρω για λόγους χρόνου μόνο ένα: οι Ρώσοι ορθόδοξοι άγιοι πρίγκηπες Μπόρις και Γκλεμπ, το 1015, παραδόθηκαν στον αδερφό τους Σβιατοπόλκο ξέροντας ότι θα θανατωθούν, για να μη θυσιάσουν τη ζωή των στρατιωτών τους βάζοντάς τους να πολεμήσουν για χάρη τους.

Οι άγιοι Μπόρις και Γκλεμπ
 
Σημειωτέον ότι τους χριστιανούς που σκοτώνονται στον πόλεμο, ακόμη κι αν είναι αμυντικός ή απελευθερωτικός, δεν τους θεωρούμε μάρτυρες και δεν τους τιμάμε ως αγίους, αλλά προσευχόμαστε ΥΠΕΡ της σωτηρίας τους, διότι (αφού πέθαναν σκοτώνοντας ανθρώπους) η σωτηρία τους δεν είναι σίγουρη. Ως μάρτυρες τιμάμε μόνο εκείνους που σκοτώθηκαν για τη χριστιανική τους πίστη χωρίς να πολεμήσουν και χωρίς να αφαιρέσουν τη ζωή των εχθρών τους ["Nεκρός": περί χριστιανισμού+πολέμου δες εδώ].
Αντίθετα, το Ισλάμ (όπως το βλέπουμε εμείς) πιστεύει ότι επιτρέπεται να επιβάλεις το «θέλημα του Αλλάχ» με πόλεμο, και αυτό έκανε από την αρχή, ακόμη και από την εποχή του Μωάμεθ.

Στην οικογένειά σας, στη γειτονιά σας, στο χωριό σας, μπορεί να υπάρχει κάποιος ή κάποια που πονάει όταν πονάνε οι άλλοι και χαίρεται όταν χαίρονται οι άλλοι (αυτός είναι ο ορισμός της αγάπης κατά τον απόστολο Παύλο, προς Ρωμαίους, 12, 15), και που συγχωρεί εκείνους που του έχουν κάνει κακό. Αυτός ο άνθρωπος, σε όποια θρησκεία κι αν ανήκει, κάνει πράξη την εντολή του Χριστού («αγαπάτε αλλήλους») και, ως χριστιανός, είμαι βέβαιος ότι ο Θεός (ο Θεάνθρωπος Χριστός) θα τον σώσει.
Αντίθετα, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι εγώ θα σωθώ, κι ας είμαι χριστιανός, γιατί δεν αγαπώ πολύ. Ο μέσος άνθρωπος αγαπάει μέτρια, συνήθως υπό όρους, δε φτάνει σ’ αυτό το μέγιστο βαθμό αγάπης. Αυτός έχει ελπίδα σωτηρίας, όχι επειδή «είναι άξιος» να σωθεί, αλλά επειδή ο Θεός είναι ταπεινός και καλός και θέλει να σώσει όλους τους ανθρώπους. Έτσι, ο μέσος άνθρωπος ελπίζει στην αγάπη και το έλεος του Θεού. Πρέπει να προσεύχεται λέγοντας «Κύριε, ελέησέ με και σώσε με εξαιτίας της αγάπης που μου έχεις, αν και δεν το αξίζω», κι όχι να είναι εγωιστής και να νομίζει πως έχει τη σωτηρία στην τσέπη του.
Όμως εκείνοι, που φτάνουν την αγάπη τους στην τελειότητα, δεν «σώζονται» απλώς, αλλά μεταμορφώνονται, γίνονται όμοιοι με το Θεό, δηλαδή άγιοι.
Τι τους μεταμορφώνει; Η θεία χάρη, που μπαίνει μέσα στην πνευματική καρδιά τους, καθώς γίνονται αγνοί και ταπεινοί. Ο Θεός, που είναι εντελώς αγνός, ταπεινός και φωτεινός, μπαίνει μέσα στον άνθρωπο τόσο περισσότερο, όσο εκείνος γίνεται αγνός, ταπεινός και φωτεινός.

Δ. Τα τρία στάδια
Καθώς ο χριστιανός προοδεύει στην αγάπη και πλησιάζει προς το Θεό, η πνευματική του πρόοδος περνάει από τρία βασικά στάδια:
Το πρώτο στάδιο είναι η κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη – ο άνθρωπος τότε τους αγαπά όλους, και τους εχθρούς του, και προσεύχεται με αγάπη, αγωνία και πόνο ψυχής γι’ αυτούς.
Το δεύτερο στάδιο είναι ο φωτισμός του νου (από το Άγιο Πνεύμα). Σ’ αυτό το στάδιο ο άνθρωπος νιώθει ξεκάθαρα το Άγιο Πνεύμα να ενεργεί μέσα του. Οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού, που ερμηνεύουν αυθεντικά την αγία Γραφή και διαμορφώνουν τη θεολογία μας, έχουν φτάσει τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο. Εμείς, που απλά «σπουδάζουμε θεολογία», είμαστε μόνο μαθητές των αγίων Πατέρων και Μητέρων, όχι δάσκαλοι του χριστιανισμού. Άγιοι δάσκαλοι του χριστιανισμού είναι άνθρωποι κάθε μορφωτικού επιπέδου, φύλου και κοινωνικής τάξης, όχι μόνο ιερείς ή επίσκοποι, αλλά και μοναχοί και λαϊκοί (και άντρες και γυναίκες, όπως είπα), και υπάρχουν σε όλες τις εποχές, και στη δική μας.
Το τρίτο στάδιο είναι η θέωση. Ο άγιος πλέον βλέπει τον Τριαδικό Θεό (ως Φως), σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού «όποιον τηρεί τις εντολές μου… θα τον αγαπήσω και θα του εμφανίσω τον εαυτό μου» (Ιω. 14, 21 – «θα τον αγαπήσω»: όχι ότι αλλιώς δεν τον αγαπάει, υπονοείται ότι αυτός ο άνθρωπος επιτρέπει στην αγάπη του Θεού να ενεργήσει μέσα του). Τότε δε χρειάζεται λόγια προσευχής (αρκεί η «νοερά προσευχή», που λειτουργεί συνεχώς μέσα στην καρδιά του). Νιώθει τη χαρά και τον πόνο κάθε ανθρώπου, ανάλογα με τις πληροφορίες που του παραχωρεί ο Θεός. Κάνει θαύματα. «Είναι θεός σε όλα εκτός από τη θεϊκή ουσία» (άγ. Ισαάκ ο Σύρος), παραμένοντας άνθρωπος. Τότε η θεία χάρη του προκαλεί ανέκφραστη χαρά, που δεν είναι «ιδέα του», αλλά πρόγευση του μελλοντικού πλήρους παραδείσου.

Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος εντός του θείου Φωτός (ο ποιητής που κολυμπούσε στο θεϊκό Φως)

Σε κάθε γενιά υπάρχουν άνθρωποι που έχουν φτάσει στο φωτισμό και τη θέωση. Οι πιο πολλοί ίσως δε γίνονται ποτέ γνωστοί. Και στη δική μας: Πορφύριος, Παΐσιος, Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Κλεόπας Ελίε και πολλοί άλλοι είναι οι άγιοι της δικής μας γενιάς ["Νεκρός": δες γι' αυτούς εδώ & εδώ]. Ας αναφέρω και το μεγάλο ορθόδοξο διδάσκαλο των ημερών μας (έναν από τους πολλούς) Εφραίμ Φιλοθεΐτη, που ζει στην Αριζόνα.

Τα θαύματα δεν αρκούν. Όλα τα θαύματα μπορεί να τα αναπαραστήσει ένας απατεώνας ή να τα αντιγράψει με πραγματική υπερφυσική δύναμη ο εχθρός (δηλ. ο διάβολος). Γι’ αυτό και τα θαύματα που υποτίθεται ότι έκανε ο Μωάμεθ π.χ., για μας τους χριστιανούς δε αποδεικνύουν τίποτε. Και τα θαύματα που μπορεί να κάνει ένας ορθόδοξος χριστιανός επίσης μόνο μετά από προσεχτική εξέταση γίνονται αποδεκτά. Και αν ακόμη εγώ αρχίσω να έχω οράματα με το Χριστό ή την Παναγία, πάλι μπορεί να πλανιέμαι, να είναι της φαντασίας μου ή παγίδα του εχθρού, που θα θέλει να με πείσει ότι είμαι άγιος για να σταματήσω τον αγώνα μου.
Τα θαύματα και τα οράματα δεν είναι το ζητούμενο. Δεν τα επιθυμούμε. Όποιος τα επιθυμεί, διατρέχει μεγάλο κίνδυνο – και μπορεί η επιθυμία αυτή να φωλιάζει στο βάθος της καρδιάς του και να μην την αντιλαμβάνεται ούτε ο ίδιος.
Γι’ αυτό, από την αρχή του χριστιανισμού (υπάρχουν αναφορές ήδη στην Καινή Διαθήκη), έχει αναπτυχθεί μια τεράστια προσπάθεια αποφυγής της πλάνης και ξεκαθαρίσματος των αληθινών εμπειριών θείας χάριτος από τις ψεύτικες. Είναι η μεγάλη επιστήμη της «διάκρισης των πνευμάτων», διδάσκαλοι της οποίας είναι οι άγιοι, οι οποίοι: έχουν ζήσει καταστάσεις ανοιχτής επίθεσης του εχθρού, καταστάσεις ψεύτικων βιωμάτων, δήθεν θεϊκών, έχουν ζήσει και πραγματικές επισκέψεις της θείας χάρης και έτσι η πείρα τους (αλλά κυρίως η μέγιστη ταπείνωσή τους) τους επιτρέπει να τα ξεχωρίζουν, τελικά, «διά της γεύσεως» (άγ. Σιλουανός).
Η παρουσία των αγίων στον κόσμο, σε συνδυασμό με τη διάκριση των πνευμάτων, αποτελεί τη μέγιστη απόδειξη ότι ο χριστιανισμός είναι αληθινός.
Ο ενδιαφερόμενος για λεπτομέρειες και περιπτώσεις πλάνης και διάκρισης των πνευμάτων, ας ανατρέξει (στο διαδίκτυο) στα άρθρα «Νευροθεολογία» και «Ιστορίες πλάνης». Και στο βιβλίο «Γεροντικό ονείρων και οραμάτων», ιερά μονή αγ. Νικοδήμου, Πεντάλοφος Γουμενίσσης.

Ε. Η άρνηση του Θεού – επίγεια πρόγευση της κόλασης
Όταν ο άνθρωπος αρνηθεί το Θεό, δηλαδή αντί να ανοιχτεί με αγάπη στο Θεό και το συνάνθρωπο, στρέψει την αγάπη του προς τον εαυτό του ή προς άλλη κατεύθυνση: στο χρήμα, την εξουσία, τις ηδονές κ.τ.λ. (αυτή η κατάσταση ονομάζεται «αμαρτία», δηλ. «σφάλμα»), τότε ο Θεός δεν τον τιμωρεί, όμως το τείχος που έχει υψώσει γύρω από τον εαυτό του τον απομονώνει. Αυτή η απομόνωση τον οδηγεί στην καταστροφή, στην αποκτήνωση, τον κάνει έρμαιο των παθών του, αλλά και του εχθρού (του διαβόλου). Είναι η επίγεια πρόγευση της κόλασης, την οποία γνωρίζει ενώ ακόμη ζει.
Ο Θεός τον περιμένει με αγάπη και όσο ζει ο άνθρωπος μπορεί να επιστρέψει στο Θεό. Θα γίνει δεκτός με χαρά, όπως ο άσωτος υιός, στην πασίγνωστη ιστορία που διηγήθηκε ο Χριστός (κατά Λουκάν, κεφ. 15). Ο Θεός δεν επιρρίπτει ενοχή στον άνθρωπο, αρκεί να επιστρέψει για να τον πάρει στην αγκαλιά Του. Ας επιστρέψει για να επιβιώσει. Δεν πειράζει. Ο Θεός αυτό θέλει, να επιβιώσεις (ενν. να σωθείς, να Του δώσεις την ευκαιρία να σε βάλει στον παράδεισο). Ο Θεός είναι αγάπη. Και αγαπάει εσένα πιο πολύ απ’ ό,τι αγαπάει τον εαυτό Του.
Στην ιστορία αυτή, ο μεγάλος αδελφός του ασώτου υιού αρνείται να μπει στο σπίτι του πατέρα τους, επειδή αγανακτεί για τη θερμή υποδοχή που έγινε στον αδελφό του. Έτσι, μένει έξω. Έξω από το σπίτι του πατέρα όμως (το οποίο συμβολίζει τον παράδεισο), πολύ απλά, είναι η κόλαση.
Έτσι ο Χριστός αποκαλύπτει πώς κάποιος οδηγείται στην κόλαση (μόνος του, όχι από το Θεό) και γιατί εκεί υφίσταται τόση οδύνη: όχι γιατί «τον τιμωρεί ο Θεός», αλλά γιατί ο Θεός είναι Φως και Ζωή και μακριά Του υπάρχει μόνο σκοτάδι, μοναξιά και πόνος.

Στ. Μετά θάνατον: η «μέση κατάσταση»
Για τη μετά θάνατον κατάσταση ξέρουμε αρκετά: από τη διδασκαλία του Χριστού, από τις πληροφορίες που έλαβαν διάφοροι άγιοι εξαιτίας της αγάπης και ενότητάς τους με το Θεό και με τις ψυχές των νεκρών, αλλά και από πληροφορίες που έδωσαν ψυχές νεκρών, εμφανιζόμενες σε όνειρα ή οράματα. Αυτά (τα όνειρα και τα οράματα), για να αποφύγουμε την πλάνη, τα αντιμετωπίζουμε με επιφύλαξη και τα αξιολογούμε υπό το φως της διδασκαλίας του Χριστού και της εμπειρίας των αγίων. Όμως πρέπει να πούμε ότι δεν έρχονται σε αντίθεση με τα προηγούμενα.
Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος πεθάνει, άγγελος μεταφέρει την ψυχή του στον πνευματικό κόσμο των ψυχών, αυτόν που ονομάζουμε συμβατικά «ουρανό», έχοντας κρατήσει αυτή την ονομασία από την αρχαία χριστιανική παράδοση. Στο δρόμο προς τον ουρανό η ψυχή δέχεται επίθεση πονηρών πνευμάτων, που προσπαθούν να την αρπάξουν προβάλλοντας τις αμαρτίες της. Αν η αγάπη της ξεπερνά τον εγωισμό της, ο άγγελος μπορεί να την υπερασπιστεί και να την οδηγήσει προς το Θεό, αν όμως όχι, οι δαίμονες την αποσπούν και την οδηγούν στο δικό τους σκοτεινό κόσμο.
Ανάλογα η ψυχή «τοποθετείται» στη λεγόμενη «μέση κατάσταση των ψυχών», που διαρκεί από την ημέρα του σωματικού θανάτου μέχρι τη δευτέρα παρουσία του Χριστού, κατά την οποία θα γίνει η ανάσταση όλων των ανθρώπων. Στη μέση κατάσταση ο άνθρωπος βιώνει μια πρόγευση του παραδείσου ή πρόγευση της κόλασης. Ο πλήρης παράδεισος και η πλήρης κόλαση θα υπάρξουν μετά την ανάσταση.

Ένα εξαιρετικό βιβλίο για τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων περί θανάτου και αθανασίας (βλ. εδώ)

Ο Χριστός και οι άγιοι δεν δίνουν λεπτομέρειες για τη μέση κατάσταση. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες ανθρώπων που είδαν σε όνειρα ή οράματα τη μέση κατάσταση, και αυτές τις μαρτυρίες πρέπει να τις λάβουμε υπόψιν, αλλά δεν είναι τυχαίο ότι καμία απ’ αυτές δεν είναι «επίσημο» κείμενο της Εκκλησίας. Οι πιο πολλές μαρτυρίες περιγράφουν την κόλαση ως ένα σκοτεινό τόπο, όπου οι ψυχές βασανίζονται με γήινα βασανιστήρια, και τον παράδεισο ως ένα γαλήνιο κήπο, όπου οι ψυχές ζουν ειρηνικά, με αγάπη και συντροφικότητα που ξεπερνάει τα γήινα μέτρα.
Τις περιγραφές αυτές θα πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε ανθρωπομορφικά. Οι ψυχές δεν έχουν σώμα, ώστε να υφίστανται βασανιστήρια, να καίγονται στη φωτιά ή να χρειάζονται φως για να βλέπουν.
Έτσι θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε και τις αναφορές του Χριστού στη «γέενα του πυρός», στο «πυρ το αιώνιον», το «σκότος το εξώτερον», το «ακοίμητο σκουλήκι» κ.τ.λ., που χρησιμοποιούσε όταν μιλούσε για την κόλαση, αλλά και στη «λίμνη του πυρός», όπου κατά την Αποκάλυψη θα ριχτούν στο τέλος ο διάβολος, ο αντίχριστος και όσοι τους έχουν ακολουθήσει.

Κατά τους αγίους διδασκάλους του χριστιανισμού, όπως οι άγιοι Ισαάκ ο Σύρος, Ιωάννης Δαμασκηνός, Γρηγόριος ο Σιναΐτης, Γρηγόριος Παλαμάς κ.ά., από κάθε εποχή, το «πυρ της κολάσεως» είναι το ίδιο το Φως του Θεού, που το αποστρέφεται με οδύνη ως πυρ εκείνος που το βλέπει μέσα από την παραμόρφωση του εγωισμού. Η αγάπη του Θεού κυριαρχεί και στην κόλαση, όπως στον παράδεισο, όμως η κόλαση είναι η κατάσταση εκείνων που δε θέλουν αυτή την αγάπη και που η συνύπαρξή τους με το Θεό τούς προκαλεί οδύνη, όχι χαρά. Το σκότος είναι το περιεχόμενο της αμαρτωλής ψυχής, ενώ το ακοίμητο σκουλήκι –λέει κάποιος άγιος– είναι ο Ίδιος ο Χριστός, που παρομοιάζει τον εαυτό Του με σκουλήκι, επειδή είναι το πιο ευαίσθητο από όλα τα πλάσματα: πεθαίνει και με το πιο απαλό άγγιγμα. Έτσι κι ο Χριστός, ο Θεός, είναι το πιο ευαίσθητο από όλα τα όντα: πονάει και με την παραμικρή αμαρτωλή σκέψη που θα κάνει ένα από τα δημιουργήματά Του.
Γι’ αυτό και στην Αγία Γραφή φαίνεται ότι δίκαιοι και άδικοι το ίδιο θα βρεθούν μέσα στο πυρ του Θεού (π.χ. στον Ησαΐα, κεφ. 33, στην Α΄ προς Κορινθίους, κεφ. 3, κ.λ.π.). Ο ποταμός του φωτός, που ρέει από το Θρόνο του Θεού ΚΑΙ του Χριστού, στην Αποκάλυψη, κεφ. 22, είναι ο ίδιος με τον ποταμό του πυρός που ρέει από τον ίδιο Θρόνο κατά το Δανιήλ, κεφ. 7.

"Η Εκκλησία δεν στέλνει κανένα στον παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά προετοιμάζει τους πιστούς για την δοξασμένη εικόνα του Χριστού την οποία θα έχουν όλοι οι άνθρωποι. Ο Θεός αγαπά τον κολασμένο τόσο, όσο και τους αγίους. Θέλει την θεραπεία όλων, αλλά όλοι δεν δέχονται την θεραπεία, που Αυτός προσφέρει" (π. Ι. Ρωμανίδης). Από το θρόνο του Χριστού ρέει ποταμός Φωτός, που γίνεται πυρ ή φως ανάλογα με τη δεκτικότητα των ανθρώπων (από εδώ)
 
Στο όραμα του αγίου Μακάριου του Αιγύπτιου, 4ος αι. μ.Χ., που είναι γραμμένο στο Γεροντικό (ένα βιβλίο της βυζαντινής εποχής που παραθέτει τις ιστορίες των αγίων της ερήμου), η ψυχή που βρισκόταν στην κόλαση πληροφορεί τον άγιο ότι: «Τα πάντα βρίσκονται μέσα στη φωτιά» (είπαμε τι είναι η φωτιά). «Κι εμείς είμαστε δεμένοι πλάτη με πλάτη. Όμως, όταν εσύ προσεύχεσαι για μας, βλέπουμε λίγο ο ένας τον άλλο, όση ώρα διαρκεί η προσευχή».
Να λοιπόν η απομόνωση, φυσική κατάληξη για τους ανθρώπους που αποστράφηκαν το Θεό και τον πλησίον και ουσιαστικά απομόνωσαν τον εαυτό τους όταν ζούσαν στη Γη.

Αν όμως η κόλαση είναι η απόλυτη μοναξιά, είναι λογικό ότι ο παράδεισος είναι η απόλυτη σχέση μεταξύ των πλασμάτων: ανθρώπων, αγαθών αγγέλων και του Τριαδικού Θεού. Αυτό γίνεται φανερό από τη διαρκή παρουσία των αγίων, αλλά και πολλών «μικρών αγίων» (απλών ανθρώπων που σώθηκαν και πήγαν στον παράδεισο), που εμφανίζονται μετά το θάνατό τους στους ζωντανούς. Η ιστορία της χριστιανικής ζωής είναι μια διαρκής συνύπαρξη ζωντανών και κοιμηθέντων, δεν υπάρχουν νεκροί. Οι άγιοι μάλιστα, με τη μεγάλη θαυματουργική δύναμη που λαμβάνουν από το Θεό, μετά θάνατον εμφανίζονται ολοζώντανοι και θαυματουργούν όχι μόνο στους χριστιανούς (σε αναρίθμητες περιπτώσεις), αλλά και στους μουσουλμάνους, οι οποίοι τους πιστεύουν και μερικοί βρίσκουν και το θάρρος να γίνουν χριστιανοί (εννοώ ορθόδοξοι). Βλ. σχετικά άρθρα στο διαδίκτυο: «Χριστιανικά θαύματα σε μουσουλμάνους» και «Μουσουλμάνοι που αγίασαν ως χριστιανοί» (αγίασαν, κατά κανόνα, επειδή οι άλλοι μουσουλμάνοι τους θανάτωσαν, με επίσημες δίκες, ως εξωμότες). Ο πρόσφατος άγιος Ευγένιος Ροντιόνωφ θανατώθηκε από Τσετσένους μουσουλμάνους το 1996 (23 Μαΐου), μετά από τρίμηνη αιχμαλωσία και βασανιστήρια για να ασπαστεί το Ισλάμ. Μετά το σφαγιασμό του καταγράφονται πολλές εμφανίσεις του.

Ο σύγχρονος μάρτυρας (ένας απ' τους πολλούς) άγιος Ευγένιος Ροντιόνωφ

Σε μια «επίσημη» προσευχή της Εκκλησίας (λέγεται «Ευχαριστία μετά τη θεία Μετάληψη») υπάρχει μια σπουδαία περιγραφή της παραδείσιας χαράς. Ο άνθρωπος παρακαλεί το Χριστό: αξίωσέ με να σταθώ από δεξιά Σου (η συμβολική θέση των σωζομένων) «όπου υπάρχει ο ασταμάτητος ήχος εκείνων που γιορτάζουν, η ανέκφραστη ευφροσύνη εκείνων που Σε αγαπούν και η απέραντη ηδονή εκείνων που βλέπουν την ομορφιά του προσώπου Σου, που ξεπερνά κάθε περιγραφή».
Αυτή λοιπόν είναι η απόλαυση του παραδείσου. Για να μη νομιστεί ότι ο «ήχος εκείνων που γιορτάζουν» αναφέρεται σε τσιφτετέλια και ζεϊμπέκικα, διευκρινίζω ότι πρόκειται για την ασταμάτητη υμνολόγηση του Θεού, που πραγματοποιείται από τους αγγέλους (βλ. τρισάγιο ύμνο των σεραφείμ, Ησαΐας, κεφ. 6) και από τους ανθρώπους στον παράδεισο, όπως φαίνεται από την Αποκάλυψη, αρχή κεφ. 15, κ.α.
Το ίδιο, όταν ο Χριστός παρομοιάζει τον παράδεισο με γαμήλιο γλέντι, μιλάει παραβολικά, δεν αξιώνει κυριολεκτική ερμηνεία των παραβολών Του, ούτε και ποτέ στο χριστιανισμό αυτές οι εικόνες εξελήφθησαν κυριολεκτικά. Στην παραβολή του πλούσιου και του Λάζαρου, Λουκ. κεφ. 16, ο παράδεισος είναι η αγκαλιά του Αβραάμ: άλλη μια πνευματική περιγραφή της παραδείσιας απόλαυσης.
Η περιγραφή του παραδείσου στο Ισλάμ ως τόπου με φαγοπότια και σεξουαλικές απολαύσεις, κατάλληλο κίνητρο για να προσηλυτιστούν οι φυλές της ερήμου, δε μπορεί να είναι αληθινή. Στα δικά μας μάτια φαίνεται όχι μόνο χονδροειδώς υλιστική, αλλά και βλάσφημη για το μεγαλείο και την πνευματικότητα του Θεού. Για να μην πω και ότι οι χριστιανοί ξέρουμε ότι εκείνος που δελεάζει τους ανθρώπους με υποσχέσεις σεξουαλικών απολαύσεων δεν είναι ο Θεός, αλλά ο εχθρός!...

Ζ. Η τελική ανάσταση
Η μέση κατάσταση θα τελειώσει με την ανάσταση όλων των ανθρώπων κατά την επιστροφή του Θεανθρώπου Χριστού στη Γη, που την ονομάζουμε «δευτέρα παρουσία Του», ενώ η Αγία Γραφή την ονομάζει «ημέρα του Κυρίου», «ημέρα του Χριστού», «εσχάτη ημέρα» κ.λ.π.
Ο Χριστός ο Ίδιος, σύμφωνα με τη διδασκαλία Του, θα αναστήσει τους νεκρούς, όλων των λαών, όλων των εποχών (π.χ. Ιω. 5, 21-29). Στην περίφημη παραβολή της τελικής κρίσης, Ματθ. κεφ. 25, όλα τα έθνη θα συναχθούν ενώπιον του Υιού του ανθρώπου (δηλ. του Χριστού), ο Οποίος θα διαχωρίσει «τα πρόβατα από των ερίφων» με βάση τη συμπεριφορά καθενός απέναντι στο συνάνθρωπο. Η συμπεριφορά αυτή ισοδυναμεί με συμπεριφορά προς τον Ίδιο το Χριστό, γιατί ο Χριστός ταυτίζει τον εαυτό Του με τον κάθε άνθρωπο. Έτσι, θα πει: «αφού ταΐσατε, ποτίσατε, ντύσατε, φιλοξενήσατε κ.τ.λ. έναν από τους ελάχιστους αδελφούς μου, σε μένα το κάνατε» και, αντίστοιχα, «αφού δεν το κάνατε σε έναν… σε μένα δεν το κάνατε». Έτσι θα πάνε οι μεν σε «ζωή αιώνια» και οι δε «σε κόλαση αιώνια».
Η εικόνα αυτή της δίκης, που επαναλαμβάνεται στο Δανιήλ, 7, Αποκάλυψις 20, ίσως και αλλού, φαίνεται ανθρωπομορφική. Στην πραγματικότητα, κατά τους αγίους του χριστιανισμού (π.χ. Σωφρόνιος Σαχάρωφ), «ο Χριστός κρίνει τον κόσμο» σημαίνει πως ο Ίδιος, που είναι η ενσάρκωση της τέλειας αγάπης, αποτελεί το μέγα κριτήριο για τη σωτηρία μας: στο βαθμό που πλησιάσαμε τη δική Του τέλεια αγάπη, ανοιχτήκαμε και προς το Θεό, γίναμε δεκτικοί της θείας χάριτος, μεταμορφωθήκαμε σε φωτεινά ή, αντίθετα, σκοτεινά όντα – δηλαδή γίναμε κατάλληλοι για να ζήσουμε την εμπειρία της θέας του Θεού ως φωτός ή πυρός.
Γι’ αυτό και κάθε άνθρωπος θα βιώσει σε διαφορετικό βαθμό τη χαρά του θείου φωτός ή την οδύνη του θείου πυρός, ανάλογα με την εν Χριστώ μεταμόρφωση της ψυχής του.
Ακόμη και αυτό όμως είναι ένας συλλογισμός ανθρωπομορφικός. Η πραγματικότητα της τελικής κρίσης, της αιώνιας ημέρας της βασιλείας του Θεού, του αιώνιου παραδείσου και της αιώνιας κόλασης, ξεφεύγει από την ανθρώπινη κατανόηση και ξεπερνά κάθε φαντασία.
Το σίγουρο είναι ότι ο Θεός θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν. Κανένα δεν καταδικάζει στην κόλαση. Η κόλαση είναι η καταδίκη που έδωσα ο ίδιος στον εαυτό μου. Και πρώτιστα είναι η κατάσταση που ζει ο διάβολος, στην οποία όμως προσκολλάται ο άνθρωπος που αρνήθηκε την αγάπη.
Ας σημειώσουμε πως στην παραβολή της τελικής κρίσης ο Χριστός δεν κρίνει τους ανθρώπους αν πίστεψαν ή αν τέλεσαν λατρευτικές πράξεις, ούτε καν αν αγάπησαν το Θεό, αλλά μόνο αν αγάπησαν ή περιφρόνησαν το συνάνθρωπο.

Πολλοί χριστιανοί φυσικά δεν θα σωθούν, λόγω της κακίας και του εγωισμού τους, ενώ θα σωθούν (διά του Χριστού) άνθρωποι από όλες τις θρησκείες, λόγω της ταπεινής αγάπης τους. Όμως οι μη χριστιανοί (στις θρησκείες και τις αιρέσεις) αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια, ικανά να τους στερήσουν τη σωτηρία τους.
Βασικά εμπόδια:

  • Ο άνθρωπος σώζεται με το να ενωθεί στο παγκόσμιο σώμα του Χριστού, μέσω του βαπτίσματος, και να ανοιχτεί με αγάπη προς Αυτόν. Πώς θα τα κάνει αυτά, αν δεν Τον πιστεύει ως Θεό αλλά ανήκει σε διάφορες θρησκείες;
  • Πάρα πολλές φορές είναι φανερό (κι άλλες τόσες καλυμμένο) ότι οι πιστοί των θρησκειών λατρεύουν πονηρά πνεύματα αντί για τον αληθινό Θεό, πράγμα που συσσωρεύει μέσα τους αρνητική ενέργεια εμποδίζοντας τη λεπτή, φωτεινή και ταπεινή θεία χάρη να μπει στην καρδιά τους και να τους σώσει.
  • Κατά κανόνα οι θρησκείες παρερμηνεύουν ή και απορρίπτουν εντελώς τη διδασκαλία περί αγάπης, την αντικαθιστούν με την απάθεια, τη συμπάθεια κ.τ.λ., ή και το μίσος προς τους εχθρούς (προσέξτε, αδελφοί μου!), υψώνοντας ένα ακόμη τείχος που διαχωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό και τον πλησίον, αφού η ένωσή τους συντελείται διά της αγάπης.
Γι’ αυτό και οι χριστιανοί επιθυμούμε τον ευαγγελισμό τους και την είσοδό τους στο χριστιανισμό (φυσικά με ΕΙΡΗΝΙΚΟ τρόπο), όχι «για να δοξαστεί το όνομα του Θεού» (όπως διακηρύσσει ο ισλαμικός Αλλάχ – διακήρυξη εγωιστική και ανάξια του Θεού, κατ’ εμάς), αλλά για να ξεπεράσουν αυτά τα εμπόδια και να μπορέσουν να ενωθούν με το Θεό και να σωθούν! Η σωτηρία τους είναι αυτό που ενδιαφέρει το Θεό, που τόσο τους αγαπά, κι όχι «η δόξα του ονόματός Του».

Η Αποκάλυψη, στα δύο τελευταία κεφάλαια (21-22), δίνει μια εκπληκτική περιγραφή του αιώνιου παραδείσου, στην ανέσπερη ημέρα, μετά τη δευτέρα παρουσία. Μια λαμπερή πόλη, στολισμένη «σα νύφη», που κατεβαίνει από τον ουρανό στη Γη. Τα τείχη της έχουν δώδεκα πολύτιμους λίθους, ένα για κάθε απόστολο του Χριστού, μέσα της ρέει ο ποταμός του φωτός και φυτρώνει το δέντρο της ζωής, που καρπίζει δώδεκα φορές το χρόνο.
Κανένα κακό δε μπαίνει μέσα σ’ αυτήν (επομένως θα υπάρχει το κακό, αλλά αδύναμο και έξω από τον παράδεισο – και έξω είναι η κόλαση, όπως είδαμε στην παραβολή του ασώτου)
Η πόλη αυτή δεν έχει ήλιο, ούτε φεγγάρι, γιατί ήλιος και φεγγάρι της είναι ο Θεός και ο Χριστός.
Δεν έχει ναό, γιατί ναός της είναι ο Θεός και ο Χριστός.
Επομένως θα βρίσκεται μέσα στο Θεό. Εκεί θα υπάρχει η ενότητα των πάντων και η ανέκφραστη ευφροσύνη της θέας του προσώπου του Θεανθρώπου Χριστού. Εύχομαι να συναντηθούμε όλοι μας εκεί. Αμήν.