ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Οι Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. 6-8


Το αρχαίο κείμενο των Πράξεων μπορείτε να το δείτε εδώ & εδώ. Τη μετάφραση την αναδημοσιεύουμε από εδώ. Το προηγούμενο τμήμα εδώ & το 1ο μέρος - με εισαγωγικά στοιχεία - είναι εδώ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Η εκλογή των επτά

Από εδώ
1 Κατά τας ημέρας αυτάς, όταν οι μαθηταί επληθύνοντο, άρχισαν παράπονα των Ελληνιστών κατά των Εβραίων, διότι παρημελούντο αι χήραι των κατά την καθημερινήν διανομήν.
2 Τότε οι δώδεκα προσκάλεσαν όλον το σώμα των μαθητών και είπαν, «Δεν είναι σωστό να αφήσωμεν εμείς τον λόγον του Θεού και να υπηρετούμε σε τραπέζια.
3 Αναζητήσατε λοιπόν, αδελφοί, επτά άνδρας μεταξύ σας που να χαίρουν καλής φήμης, πλήρεις από Άγιον Πνεύμα και σοφίαν, τους οποίους θα τοποθετήσωμεν εις το έργο αυτό,
4 εμείς δε θα αφοσιωθούμε εις την προσευχήν και εις την υπηρεσίαν του λόγου».
5 Αυτά που είπαν, άρεσαν σ’ όλους και εδιάλεξαν τον Στέφανον, άνδρα γεμάτον πίστιν και Πνεύμα Άγιον, και τον Φίλιππον, τον Πρόχορον, τον Νικάνορα, τον Τίμωνα, τον Παρμενάν και τον Νικόλαον, ο οποίος ήτο προσήλυτος από την Αντιόχειαν.
6 Αυτούς έφεραν ενώπιον των αποστόλων οι οποίοι προσευχήθηκαν και έθεσαν επάνω τους τα χέρια.
7 Και ο λόγος του Θεού διεδίδετο, ο αριθμός των μαθητών εις την Ιερουσαλήμ ηύξανε πάρα πολύ και πολλοί από τους ιερείς υπήκουαν εις την πίστιν.

Κατηγορία εναντίον του Στεφάνου

8 Ο Στέφανος, γεμάτος πίστιν και δύναμιν, έκανε τέρατα και θαύματα μεγάλα μεταξύ του λαού.
9 Μερικοί από την συναγωγήν, που ελέγετο των Λιβερτίνων και των Κυρηναίων και των Αλεξανδρέων και από τους καταγομένους από την Κιλικίαν και Ασίαν, εσηκώθηκαν και συζητούσαν με τον Στέφανον,
10 αλλά δεν μπορούσαν να αντισταθούν εις την σοφίαν και εις το Πνεύμα με το οποίον εμιλούσε.
11 Τότε έβαλαν κρυφά ανθρώπους να πουν, «Τον ακούσαμε να λέγη λόγια βλάσφημα κατά του Μωϋσέως και κατά του Θεού».
12 Και ξεσήκωσαν τον λαόν και τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς, ώρμησαν επάνω του και τον άρπαξαν βιαίως και τον έφεραν εις το συνέδριον.
13 Παρουσίασαν και ψευδομάρτυρας, οι οποίοι έλεγαν, «Ο άνθρωπος αυτός δεν παύει να λέγη λόγια βλάσφημα κατά του αγίου αυτού τόπου και κατά του νόμου.
14 Διότι τον έχομεν ακούσει να λέγη ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος θα καταστρέψη τον τόπον αυτόν και θα αλλάξη τα έθιμα που μας παρέδωκε ο Μωϋσής».
15 Και όλοι που εκάθοντο εις το συνέδριον προσήλωσαν εις αυτόν τα βλέμματα και είδαν το πρόσωπόν του να είναι σαν πρόσωπο αγγέλου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7

Ομιλία του Στεφάνου

1 Είπε τότε ο αρχιερεύς, «Έτσι έχουν τα πράγματα;».
2 Ο Στέφανος είπε, «Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούσατε. Ο ένδοξος Θεός εφανερώθηκε εις τον πατέρα μας Αβραάμ, όταν ήτο εις την Μεσοποταμίαν πρίς κατοικήση εις την Χαρράν, και του είπε,
3 Φύγε από την χώραν σου και από τους συγγενείς σου και έλα εις την χώραν που θα σου δείξω.
4 Τότε έφυγε από την χώραν των Χαλδαίων και κατώκησε εις την Χαρράν. Από εκεί μετά τον θάνατον του πατέρα του, ο Θεός τον έφερε να κατοικήση εις την χώραν αυτήν, εις την οποίαν σεις τώρα κατοικείτε.
5 Δεν του έδωκε όμως κληρονομίαν εις αυτήν ούτε ένα βήμα, αλλά υποσχέθηκε να την δώση ως ιδιοκτησίαν εις αυτόν και τους απογόνους του ύστερα από αυτόν, αν και δεν είχε παιδί.
6 Εμίλησε δε ο Θεός ως εξής, Οι απόγονοί του θα είναι σαν ξένοι εις ξένην χώραν, της οποίας οι κάτοικοι θα τους υποδουλώσουν και θα τους κακομεταχειρισθούν επί τετρακόσια χρόνια και το έθνος, εις το οποίον θα γίνουν δούλοι, θα το κρίνω εγώ, είπε ο Θεός,
7 και ύστερα θα βγούν και θα με λατρεύσουν εις τον τόπον αυτόν,
8 και του έδωκε την διαθήκην της περιτομής και έτσι εγέννησε ο Αβραάμ τον Ισαάκ και τον περιέτεμε την ογδόην ημέραν και ο Ισαάκ εγέννησε τον Ιακώβ και ο Ιακώβ τους δώδεκα πατριάρχας.
9 Και οι πατριάρχαι εφθόνησαν τον Ιωσήφ και τον επώλησαν εις την Αίγυπτον.
10 Αλλ’ ο Θεός ήτο μαζί του και τον έσωσε από όλες τις θλίψεις του και του έδωκε χάριν και σοφίαν ενώπιον του Φαραώ, του βασιλέως της Αιγύπτου, ο οποίος τον διώρισε κυβερνήτην της Αιγύπτου και ολοκλήρου του οίκου του.
11 Ήλθε όμως πείνα εις όλην την χώραν της Αιγύπτου και την Χαναάν και στενοχώρια μεγάλη και οι πατέρες μας δεν εύρισκαν τρόφιμα.
Ο άγιος Ιωσήφ πουλιέται από τ' αδέρφια του
12 Αλλ’ ο Ιακώβ άκουσε ότι υπάρχει σιτάρι εις την Αίγυπτον και έστειλε εκεί τους πατέρας μας την πρώτην φοράν·
13 την δευτέραν φοράν εφανερώθηκε ο Ιωσήφ εις τους αδελφούς του και έτσι έγινε γνωστόν εις τον Φαραώ το γένος του Ιωσήφ.
14 Τότε ο Ιωσήφ έστειλε και προσκάλεσε τον πατέρα του Ιακώβ και όλους τους συγγενείς του, εβδομήντα πέντε ψυχές.
15 Και κατέβηκε ο Ιακώβ εις την Αίγυπτον και πέθανε εκεί αυτός και οι πατέρες μας.
16 Και έφεραν τα οστά των εις την Συχέμ και τα έβαλαν εις το μνήμα, το οποίον είχε αγοράσει ο Αβραάμ με χρήματα από τους υιούς του Εμμόρ του Συχεμίτου.
17 Καθώς δε επλησίαζε ο χρόνος της εκπληρώσεως της υποσχέσεως, την οποίαν με όρκον έδωκε ο Θεός εις τον Αβραάμ, αυξήθηκε πολύ ο αριθμός του λαού εις την Αίγυπτον
18 μέχρις ότου ήλθε άλλος βασιλεύς που δεν ήξερε τον Ιωσήφ.
19 Αυτός εφέρθηκε με δολιότητα προς το γένος μας και με τρόπον σκληρόν ανάγκασε τους πατέρας μας να εκθέτουν τα βρέφη τους δια να μη ζήσουν.
20 Αυτόν τον καιρόν εγεννήθηκε ο Μωϋσής και ήτο ωραίος ενώπιον του Θεού. Επί τρεις μήνας ανατράφηκε εις το πατρικό του σπίτι·
21 όταν δε τον άφησαν έκθετον, τον επήρε η θυγατέρα του Φαραώ και τον ανέθρεψε σαν δικό της παιδί.
22 Και εμορφώθηκε ο Μωϋσής με όλην την σοφίαν των Αιγυπτίων, ήτο δε δυνατός εις λόγους και εις έργα.
23 Όταν έγινε σαράντα ετών, του ήλθε ο πόθος να επισκεφθή τους αδελφούς του τους Ισραηλίτας.
24 Και όταν είδε κάποιον να αδικήται, τον υπερήσπισε και εκδικήθηκε τον καταπιεζόμενον, φονεύσας τον Αιγύπτιον.
25 Ενόμιζε δε ότι οι αδελφοί του εκατάλαβαν ότι ο Θεός θα τους σώση με το χέρι του. Αυτοί όμως δεν το εκατάλαβαν.
26 Την επομένην ημέραν εμφανίσθηκε εις αυτούς όταν φιλονεικούσαν και προσπάθησε να τους ειρηνεύση, λέγων, «Άνδρες, σεις είσθε αδελφοί, γιατί αδικείτε ο ένας τον άλλον;».
27 Αλλ’ εκείνος που αδικούσε τον πλησίον, τον έσπρωξε και του είπε,
28 «Ποιος σε έβαλε άρχοντα και δικαστήν μας; Μήπως θέλεις να με σκοτώσης, όπως εσκότωσες χθες τον Αιγύπτιον;».
29 Εξ αιτίας των λόγων αυτών έφυγε ο Μωϋσής και εγκαταστάθηκε σαν ξένος εις την γην Μαδιάμ, όπου εγέννησε δύο παιδιά.
30 Και μετά σαράντα χρόνια εμφανίσθηκε εις αυτόν εις την έρημον του όρους Σινά άγγελος Κυρίου με πύρινη φλόγα μιας βάτου.
31 Όταν είδε ο Μωϋσής το φαινόμενον εξεπλάγη· ενώ δε επλησίαζε δια να ιδή καλύτερα, ήλθε εις αυτόν φωνή Κυρίου·
32 Εγώ είμαι ο Θεός των πατέρων σου, ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. Τρομαγμένος ο Μωϋσής δεν ετολμούσε να κυττάξη.
33 Τότε του είπε ο Κύριος, Βγάλε τα υποδήματα από τα πόδια σου, διότι όπου στέκεσαι είναι γη αγία.
34 Είδα ασφαλώς τα βάσανα του λαού μου που είναι εις την Αύγυπτον και άκουσα τον στεναγμόν τους και κατέβηκα να τους σώσω· τώρα έλα, θα σε στείλω εις την Αίγυπτον.
35 Τούτον τον Μωϋσήν, τον οποίον απαρνήθηκαν όταν του είπαν, Ποιος σε έβαλε άρχοντα και δικαστήν; τούτον ο Θεός, δια του αγγέλου που του φανερώθηκε εις την βάτον, έστειλε άρχοντα και λυτρωτήν.
36 Αυτός τους έβγαλε από την Αίγυπτον, αφού έκανε τέρατα και θαύματα εις την χώραν εκείνην και εις την Ερυθράν Θάλασσαν και εις την έρημον επί σαράντα χρόνια.
37 Αυτός είναι ο Μωϋσής που είπε εις τους Ισραηλίτας, Προφήτην θα εγείρη για σάς Κύριος ο Θεός σας από σάς τους ιδίους όπως ήγειρε εμέ· αυτόν να ακούτε.
38 Αυτός είναι εκείνος που ήτο εις την συνάθροισιν του λαού εις την έρημον, με τον άγγελον, που τους μίλησε εις το όρος Σινά, και με τους πατέρας μας και ο οποίος παρέλαβε λόγια γεμάτα ζωήν δια να μας τα δώση.
39 Αλλ’ οι πατέρες μας δεν ηθέλησαν να υπακούσουν εις αυτόν αλλά τον έδιωξαν και η καρδιά τους εστράφη πίσω εις την Αίγυπτον.
40 Και είπαν εις τον Ααρών, Κάνε μας θεούς που να πηγαίνουν μπροστά μας· όσον γι’ αυτόν τον Μωϋσήν που μας έβγαλε από την γην της Αιγύπτου, δεν γνωρίζωμεν τι του συνέβη.
41 Και κατεσκεύασαν ένα μόσχον τας ημέρας εκείνας και προσέφεραν θυσίαν εις το είδωλον και ευφραίνοντο εις τα έργα των χειρών των.
42 Αλλ’ ο Θεός μετεστράφη και τους παρέδωκε εις το να λατρεύουν την ουράνιον στρατιάν, καθώς είναι γραμμένον εις το βιβλίον των Προφητών, Μήπως μου προσφέρατε σφάγια και θυσίας επί σαράντα χρόνια εις την έρημον, σεις οίκος του Ισραήλ;
43 Περιεφέρατε την σκηνήν του Μολόχ και το άστρον του θεού σας Ρεμφάν, τα είδωλα που εκάνατε δια να τα προσκυνήτε. Γι’ αυτό θα σάς μεταφέρω πέραν από την Βαβυλώνα.
44 Οι πατέρες μας είχαν εις την έρημον την σκηνήν του μαρτυρίου, όπως διέταξε ο Θεός όταν είπε εις τον Μωϋσήν να την κατασκευάση κατά το υπόδειγμα που είχεν ιδή·
45 την οποίαν οι πατέρες μας της επομένης γενεάς, με τον Ιησούν του Ναυή, έφεραν μαζί τους, κατά την καθυπόταξιν των εθνών, τα οποία εξεδίωξε ο Θεός από προσώπου των πατέρων μας μέχρι των ημερών του Δαυΐδ.
46 Αυτός ευρήκε χάριν ενώπιον του Θεού και εζήτησε να κάνη κατοικίαν δια τον Θεόν του Ιακώβ.
47 Αλλ’ ο Σολομών ήτο εκείνος που του οικοδόμησε οίκον.
48 Ο Ύψιστος όμως δεν κατοικεί εις χειροποιήτους ναούς,
49 καθώς ο προφήτης λέγει: Ο ουρανός είναι ο θρόνος μου, η δε γη υποπόδιον των ποδιών μου. Τι είδους οίκον θα μου οικοδομήσετε, λέγει ο Κύριος, η ποιος είναι ο τόπος της αναπαύσεώς μου;
50 Το χέρι μου δεν τα εδημιούργησε όλα αυτά;
51 Σκληροτράχηλοι, με απερίτμητη καρδιά και αυτιά, σεις πάντοτε αντιτίθεστε προς το Πνεύμα το Άγιον, όπως οι πρόγονοί σας έτσι και σεις.
52 Ποιόν από τους προφήτας δεν κατεδίωξαν οι πρόγονοί σας; Εσκότωσαν εκείνους που επροφήτευσαν τον ερχομόν του Δικαίου, και τώρα εγίνατε σεις προδόται του και φονιάδες του·
53 σεις που επήρατε τον νόμον εις εντολάς, που εδόθησαν δι’ αγγέλων, και όμως δεν το εφυλάξατε».
 
Εικ. από εδώ
Θανάτωσις του Στεφάνου

54 Ενώ άκουαν αυτά, ωργίσθησαν και έτριζαν τα δόντια τους εναντίον του.
55 Αλλ’ ο Στέφανος γεμάτος Πνεύμα Άγιον προσήλωσε το βλέμμα του εις τον ουρανόν και είδε την δόξαν του Θεού και τον Ιησούν να στέκεται εις τα δεξιά του Θεού,
56 και είπε, «Βλέπω τους ουρανούς ανοικτούς και τον Υιόν του ανθρώπου να στέκεται εις τα δεξιά του Θεού».
57 Αυτοί εφώναξαν με δυνατήν φωνήν, εβούλωσαν τα αυτιά τους και ώρμησαν όλοι μαζί επάνω του,
58 και αφού τον έβγαλαν έξω από την πόλιν, τον ελιθοβολούσαν. Οι μάρτυρες έβαζαν τα ενδύματά τους κοντά στα πόδια κάποιου νέου, που ωνομάζετο Σαύλος
59 και λιθοβολούσαν τον Στέφανον, ο οποίος επεκαλείτο και έλεγε, «Κύριε Ιησού, δέξου το πνεύμα μου».
60 Αφού δε εγονάτισε εφώναξε με φωνήν δυνατήν, «Κύριε, μη λογαριάσης εις αυτούς την αμαρτίαν αυτήν».

 
Ο τόπος όπου έμαρτύρησεν ο άγιος Στέφανος (από εδώ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8

1 Και αφού είπε τούτο, επέθανε. Ο δε Σαύλος συγκατένευε εις τον φόνον του.

Διωγμός και διασκορπισμός των χριστιανών

Την ημέραν εκείνην έγινε μεγάλος διωγμός κατά της εκκλησίας των Ιεροσολύμων, και όλοι, εκτός των αποστόλων, διεσκορπίσθησαν ανά την ύπαιθρον της Ιουδαίας και Σαμαρείας.
2 Άνδρες ευσεβείς έθαψαν τον Στέφανον και τον εθρήνησαν πολύ.
3 Ο Σαύλος δε ερήμαζε την εκκλησίαν· έμπαινε εις τα σπίτια και αφού έσερνε δια της βίας άνδρες και γυναίκες τους έστελλε εις την φυλακήν.

Ο Φίλιππος εις Σαμάρειαν

4 Εκείνοι που είχαν διασκορπισθή, περιώδευαν την χώραν και εκήρυτταν τον λόγον.
5 Ο δε Φίλιππος κατέβηκε εις πόλιν της Σαμαρείας και εκήρυττεν εις αυτούς τον Χριστόν.
6 Και τα πλήθη με μια καρδιά επρόσεχαν σε όσα έλεγε ο Φίλιππος, καθώς τον άκουαν και έβλεπαν τα θαύματα που έκανε.
7 Διότι πολλοί είχαν πνεύματα ακάθαρτα, τα οποία έβγαιναν, αφού εφώναζαν με δυνατήν φωνήν, πολλοί δε παράλυτοι και χωλοί εθεραπεύθησαν,
8 και έγινε μεγάλη χαρά εις την πόλιν εκείνην.

Σίμων ο μάγος

9 Εις την πόλιν υπήρχε από αρκετόν καιρόν κάποιος ονομαζόμενος Σίμων, ο οποίος εξέπληττε τον λαόν της Σαμαρείας με τις μαγείες του και ισχυρίζετο ότι είναι σπουδαίος άνθρωπος.
10 Και όλοι, μικροί και μεγάλοι, έδιναν εις αυτόν προσοχήν και έλεγαν, «Αυτός είναι η μεγάλη δύναμις του Θεού».
11 Του έδιναν δε προσοχήν, διότι επί αρκετόν χρόνον τους είχε εκπλήξει με τις μαγείες του.
12 Αλλ’ όταν επίστεψαν εις τον Φίλιππον, ο οποίος εκήρυττε περί της βασιλείας του Θεού και του ονόματος του Ιησού Χριστού, εβαπτίζοντο άνδρες και γυναίκες.
13 Ακόμη και αυτός ο Σίμων επίστεψε και αφού εβαπτίσθηκε έμεινε προσηλωμένος εις τον Φίλιππον και ήτο κατάπληκτος με τα θαύματα και τα σημεία που έβλεπε να γίνωνται.

Εικ.: Ο Σίμων ο Μάγος στη Ρώμη, ως αρχηγός γνωστικής αίρεσης, όπως κατέληξε αργότερα (από εδώ).

Ο Πέτρος και ο Ιωάννης εις Σαμάρειαν

14 Όταν οι απόστολοι, που ήσαν εις τα Ιεροσόλυμα, άκουσαν ότι η Σαμάρεια εδέχθηκε τον λόγον του Θεού, έστειλαν εις αυτούς τον Πέτρον και τον Ιωάννην,
15 οι οποίοι κατέβηκαν εκεί και προσευχήθηκαν γι’ αυτούς για να λάβουν Πνεύμα Άγιον, διότι δεν είχε ακόμη έλθει σε κανένα από αυτούς·
16 είχαν μόνον βαπτισθή εις το όνομα του Κυρίου Ιησού.
17 Τότε έθεταν τα χέρια επάνω τους και ελάβαιναν Πνεύμα Άγιον.
18 Όταν είδε ο Σίμων ότι με την επίθεσιν των χειρών των αποστόλων εδίδετο το Πνεύμα το Άγιον, προσέφερε εις αυτούς χρήματα,
19 και είπε, «Δώστε και σ’ εμέ την εξουσίαν αυτήν δια να λαβαίνη Πνεύμα Άγιον εκείνος, εις τον οποίον θα έθετα επάνω του τα χέρια».
20 Τότε ο Πέτρος του είπε, «Το χρήμά σου να χαθή μαζί μ’ εσένα, διότι ενόμισες ότι είναι δυνατόν να αποκτήσης με χρήματα την δωρεάν του Θεού.
21 Δεν έχεις μερίδα ούτε κλήρον εις το πράγμα τούτο, διότι η καρδιά σου δεν είναι ευθεία ενώπιον του Θεού.
22 Μετανόησε λοιπόν από την κακίαν σου αυτήν και παρεκάλεσε τον Θεόν μήπως σου συγχωρηθή αυτό που εσκέφθηκε η καρδιά σου,
23 διότι σε βλέπω να βρίσκεσαι εις χολήν πικρίας και εις δεσμά κακίας».
24 Ο Σίμων απεκρίθη, «Παρακαλέσατε σεις τον Θεόν για μένα για να μη μου συμβή τίποτε από όσα είπατε».
25 Εκείνοι, αφού έδωσαν μαρτυρίαν και ελάλησαν τον λόγον του Κυρίου, επέστρεψαν εις την Ιερουσαλήμ, κηρύττοντες το ευαγγέλιον σε πολλά χωριά των Σαμαρειτών.

Ο Φίλιππος και ο Αιθίοψ ευνούχος

26 Τότε άγγελος Κυρίου είπε εις τον Φίλιππον, «Σήκω και πήγαινε προς νότον, εις τον δρόμον που κατεβαίνει από την Ιερουσαλήμ εις την Γάζαν (είναι δρόμος έρημος).
27 Και σηκώθηκε και πήγε. Ένας Αιθίοψ, ευνούχος, αξιωματικός της Κανδάκης, της βασιλίσσης των Αιθιόπων, ο οποίος ήτο γενικός ταμίας της, είχε έλθει εις την Ιερουσαλήμ δια να προσκυνήση
28 και επέστρεφε. Καθήμενος εις το αμάξι του εδιάβαζε τον προφήτην Ησαΐαν.
29 Είπε δε το Πνεύμα εις τον Φίλιππον, «Πήγαινε και προσκολλήσου εις αυτό το αμάξι».
30 Όταν ο Φίλιππος έφθασε κοντά, τον άκουσε να διαβάζη τον προφήτην Ησαΐαν και του είπε, «Άραγε καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις;».
31 Αυτός δε είπε, «Πώς να μπορέσω να καταλάβω εάν δεν με οδηγήση κάποιος;» . Και παρεκάλεσε τον Φίλιππον να ανεβή και να καθήση μαζί του.
32 Η περικοπή της γραφής που εδιάβαζε ήτο η εξής: Ως πρόβατον ωδηγήθη εις την σφαγήν και όπως ο αμνός που είναι άφωνος εμπρός σ’ εκείνον που τον κουρεύει, έτσι δεν ανοίγει το στόμα του·
33 δια του πάθους του η καταδίκη έλαβε τέλος· την δε γενεάν του ποιος θα μπορέση να την διηγηθή; Διότι έφυγε η ζωη του από την γην.


Ο άγιος Φίλιππος (ένας εκ των επτά διακόνων) συνομιλεί με τον Αιθίοπα ευνούχο, ενώ παρακολουθεί ο άγγελος που οδήγησε τον άγιο εκεί (εικ. από εδώ). Υπάρχει παράδοση, κατά την οποία ο Αιθίοπας αυτός ονομαζόταν Djan-Darada & γιορτάζεται ως μάρτυρας στις 27 Αυγούστου (βλ. εδώ).

34 Τότε ο ευνούχος είπε εις τον Φίλιππον, «Σε παρακαλώ, πες μου δια ποιόν το λέγει αυτό ο προφήτης; Δια τον εαυτόν του ή δια κάποιον άλλον;».
35 Τότε ο Φίλιππος άνοιξε το στόμα του και, κάνοντας αρχήν από την γραφήν αυτήν, του εκήρυξε την χαρμόσυνην αγγελίαν περί του Ιησού.
36 Καθώς δε επήγαιναν εις τον δρόμον,  έφθασαν εις ένα μέρος που είχε νερό και λέγει ο ευνούχος, «Να, νερό, τι με εμποδίζει να βαπτισθώ;».
37 Και ο Φίλιππος του είπε, «Εάν πιστέυης με όλη την καρδιά σου, επιτρέπεται». Εκείνος απεκρίθη, «Πιστεύω ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιος του Θεού».
38 Και διέταξε να σταθή το αμάξι και κατέβηκαν και οι δύο εις το νερό, και ο Φίλιππος και ο ευνούχος, και τον εβάπτισε.
39 Όταν ανέβηκαν από το νερό, το Πνεύμα του Κυρίου άρπαξε τον Φίλιππον και δεν τον είδε πλέον ο ευνούχος, εβάδιζεν όμως τον δρόμον του χαρούμενος.
40 Ο Φίλιππος ευρέθηκε εις την Άζωτον και διερχόμενος όλας τας πόλεις εκήρυττε το ευαγγέλιον μέχρις ότου ήλθε εις την Καισάρειαν.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ (ΕΔΩ)...

Δεν υπάρχουν σχόλια: