ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Οι Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. 21-24


Το αρχαίο κείμενο των Πράξεων μπορείτε να το δείτε εδώ & εδώ. Τη μετάφραση την αναδημοσιεύουμε από εδώ. Το προηγούμενο τμήμα είναι εδώ & το 1ο μέρος - με εισαγωγικά στοιχεία - εδώ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21

Από Μίλητον εις Τύρον

1 Όταν τους αποχωρισθήκαμε και αναχωρήσαμε, ήλθαμεν κατ’ ευθείαν εις την Κώ, την δε επομένην εις την Ρόδον και απ’ εκεί εις τα Πάταρα.
2 Εκεί ευρήκαμε πλοίον που θα επήγαινε εις την Φοινίκην, εις το οποίον επιβιβασθήκαμε και αναχωρήσαμε.
3 Όταν διακρίναμε την Κύπρον, την αφήσαμεν αριστερά, και επλέαμε προς την Συρίαν, προσεγγίσαμεν δε εις την Τύρον, διότι εκεί το πλοίον θα ξεφόρτωνε.
4 Επήγαμε και ευρήκαμε τους μαθητάς και εμείναμεν εκεί επτά ημέρες. Οι μαθηταί αυτοί υπό την έμπνευσιν του Πνεύματος έλεγαν εις τον Παύλον να μη ανεβή εις τα Ιεροσόλυμα.
5 Αλλ’ όταν συμπληρώσαμε τας ημέρας της διαμονής μας, εφύγαμεν, όλοι δε συν γυναιξί και τέκνοις μας συνώδευαν έως έξω από την πόλιν. Εις το ακρογιάλι εγονατίσαμε και προσευχηθήκαμε, αφού δε αποχαιρετίσαμεν ο ένας τον άλλον,
6 εμπήκαμε εις το πλοίον, ενώ εκείνοι επέστρεψαν εις τα σπίτια τους.

Εις Καισάρειαν

7 Επλεύσαμεν το διάστημα από την Τύρον και εφθάσαμεν εις την Πτολεμαΐδα, όπου εχαιρετήσαμεν τους αδελφούς και εμείναμεν μαζί τους μίαν ημέραν.
8 Την άλλην ημέραν αναχωρήσαμεν και ήλθαμεν εις την Καισάρειαν, επήγαμε δε εις το σπίτι του Φιλίππου του ευαγγελιστού, ο οποίος ήτο ένας από τους επτά, και εμείναμεν μαζί του.
9 Είχε τέσσερις θυγατέρες παρθένους, αι οποίαι επροφήτευαν.
10 Είχαμε μείνει εκεί αρκετές ημέρες ότε κατέβηκε από την Ιουδαίαν κάποιος προφήτης ονομαζόμενος Άγαβος,
11 ο οποίος όταν μας επεσκέφθη, επήρε την ζώνην του Παύλου, του έδεσε τα χέρια και τα πόδια, και είπε, «Αυτά λέγει το Πνεύμα το Άγιον: Εις την Ιερουσαλήμ έτσι θα δέσουν οι Ιουδαίοι τον άνδρα εις τον οποίον ανήκει αυτή η ζώνη και θα τον παραδώσουν εις τα χέρια των εθνικών».
12 Μόλις ακούσαμεν αυτά, εμείς και οι εντόπιοι τον παρακαλούσαμε να μη ανεβή εις την Ιερουσαλήμ.
13 Αλλ’ ο Πέτρος απεκρίθη, «Τι κερδίζετε με το να κλαίτε και να μου ραγίζετε την καρδιά; Εγώ είμαι πρόθυμος όχι μόνον να δεθώ αλλά και να πεθάνω εις την Ιερουσαλήμ δια το όνομα του Κυρίου Ιησού».
14 Αφού δεν επείθετο, ησυχάσαμε και είπαμε, «Ας γίνη το θέλημα του Κυρίου».

Προς τα Ιεροσόλυμα

15 Ύστερα από τας ημέρας αυτάς, ετοιμασθήκαμε και αρχίσαμε να ανεβαίνωμεν προς την Ιερουσαλήμ.
16 Μαζί μας ήλθαν και μερικοί από τους μαθητάς της Καισαρείας και έφεραν κάποιον Μνάσωνα Κύπριον, παλαιόν μαθητήν, εις το σπίτι του οποίου επρόκειτο να φιλοξενηθούμε.
17 Όταν εφθάσαμεν εις τα Ιεροσόλυμα, οι αδελφοί μας εδέχθησαν με χαράν.

Ο Παύλος προσπαθεί να εξευμενίση τους Ιουδαίους χριστιανούς

18 Την επομένην ημέραν ο Παύλος επήγε μαζί μας να επισκεφθή τον Ιάκωβον και ήλθαν και όλοι οι πρεσβύτεροι.
19 Αφού τους εχαιρέτησε, τους διηγήθηκε λεπτομερώς όσα ο Θεός έκανε εις τους εθνικούς δια της υπηρεσίας του.
20 Αυτοί όταν τα άκουσαν, εδόξαζαν τον Κύριον και είπαν εις τον Παύλον, «Βλέπεις, αδελφέ, ότι πολλές χιλιάδες από τους Ιουδαίους έχουν πιστέψει και όλοι είναι ζηλωταί του νόμου.
21 Επληροφορήθησαν όμως για σένα ότι διδάσκεις όλους τους Ιουδαίους, που ζουν μεταξύ των εθνικών, αποστασίαν από τον Μωϋσήν, διότι τους λέγεις να μη περιτέμνουν τα παιδιά τους ούτε να τηρούν τα έθιμα.
22 Το πρέπει να γίνη λοιπόν; Χωρίς άλλο θα μαζευθή πλήθος, διότι θα ακούσουν ότι ήλθες.
23 Κάνε λοιπόν ό,τι σου πούμε. Έχομεν τέσσερις άνδρες που έχουν επάνω τους τάξιμο.
24 Πάρε τους μαζί σου, κάνε το τυπικόν του καθαρισμού μαζί τους και πλήρωσε τα έξοδά τους δια το ξύρισμα της κεφαλής και έτσι όλοι θα μάθουν ότι τίποτε από όσα έχουν πληροφορηθή για σένα δεν είναι αληθές, αλλά ότι και εσύ ο ίδιος εξακολουθείς να φυλάττης τον νόμον.
25 Ως προς δε τους εθνικούς που επίστεψαν, τους εγνωστοποιήσαμεν με επιστολήν την απόφασίν μας να μη τηρούν τίποτε από αυτά παρά να απέχουν από κρέας που έχει προσφερθή εις τα είδωλα, από αίμα, από ό,τι έχει στραγγαλισθή και από την πορνείαν».
26 Τότε ο Παύλος επήρε τους άνδρας, και την επομένην ημέραν έκανε το τυπικόν του καθαρισμού μαζί τους και εμπήκε εις τον ναόν, δια να δηλώση πότε θα έχουν συμπληρωθή αι ημέραι του καθαρισμού και να προσφερθή θυσία δια τον καθένα από αυτούς.

Ταραχή εις τα Ιεροσόλυμα και σύλληψις του Παύλου

27 Όταν επρόκειτο να συμπληρωθούν αι επτά ημέραι, οι Ιουδαίοι που ήσαν από την Ασίαν, τον είδαν εις τον ναόν, ξεσήκωσαν όλον τον λαόν και τον συνέλαβαν φωνάζοντες,
28 «Άνδρες Ισραηλίται, βοηθάτε! Αυτός είναι ο άνθρωπος που παντού διδάσκει όλους κατά του λαού, του νόμου και του τόπου τούτου, ακόμη δε και Έλληνας έμπασε εις τον ναόν και εμόλυνε τον άγιον τούτον τόπον».
29 Διότι είχαν ιδή προηγουμένως τον Τρόφιμον τον Εφέσιον εις την πόλιν μαζί του και υπέθεσαν ότι ο Παύλος τον είχε φέρει εις τον ναόν.
30 Και όλη η πόλις είχε εξεγερθή και είχε συρρεύσει λαός. Έπιασαν τον Παύλον, τον έσυραν έξω από τον ναόν και αμέσως έκλεισαν οι πόρτες.
31 Ενώ δε εζητούσαν να τον σκοτώσουν, έφθασε η είδησις εις τον χιλίαρχον της φρουράς ότι ολόκληρη η Ιερουσαλήμ είναι ανάστατη.
32 Αυτός επήρε αμέσως στρατιώτες και εκατοντάρχους και έτρεξε εναντίον τους. Όταν εκείνοι είδαν τον χιλίαρχον και τους στρατιώτες, έπαυσαν να κτυπούν τον Παύλον.
33 Ο χιλίαρχος επλησίασε, τον έπιασε και διέταξε να δεθή με δύο αλυσίδες· ύστερα ερώτησε ποιος είναι και τι είχε κάνει.
34 Μεταξύ του όχλου μερικοί εφώναζαν τούτο και άλλοι εκείνο. Επειδή δε δεν μπορούσε να μάθη την αλήθειαν εξ αιτίας του θορύβου, διέταξε να οδηγηθή εις τον στρατώνα.
35 Όταν έφθασε ο Παύλος εις τα σκαλιά, εδέησε να βασταχθή από τους στρατιώτες εξ αιτίας της βίας του όχλου,
36 διότι ακολουθούσε πλήθος λαού και έκραζε, «Εξαφάνισέ τον».
37 Ενώ επρόκειτο ο Παύλος να εισαχθή εις τον στρατώνα, λέγει εις τον χιλίαρχον, «Επιτρέπεται να σου πω κάτι;». Και εκείνος είπε, «Ώτε ξέρεις ελληνικά;.
38 Δεν είσαι λοιπόν συ ο Αιγύπτιος που επαναστάτησε προ ολίγων ημερών και ωδήγησε εις την έρημον τέσσερις χιλιάδες τρομοκράτας;».
39 Ο Παύλος απεκρίθη, «Εγώ είμαι Ιουδαίος από την Ταρσόν της Κιλικίας, πολίτης όχι ασήμου πόλεως. Σε παρακαλώ να μου επιτρέψης να μιλήσω εις τον λαόν».
40 Αυτός το επέτρεψε, και ο Παύλος εστάθηκε εις τα σκαλιά και ένευσε με το χέρι εις τον λαόν. Όταν επεκράτησε ησυχία, τους προσεφώνησε εις την Εβραϊκήν διάλεκτον και είπε:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22

Ομιλία του Παύλου προς τους Ιουδαίους

1 «Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούστέ με τώρα να απολογούμαι σ’ εσάς».
2 Όταν άκουσαν ότι τους προσφωνούσε εις την Εβραϊκήν διάλεκτον, ησύχασαν ακόμη περισσότερον.
3 Και συνέχισε, «Εγώ είμαι Ιουδαίος, εγεννήθηκα εις την Ταρσόν της Κιλικίας, αλλ’ ανατράφηκα εις την πόλιν αυτήν· ως μαθητής του Γαμαλιήλ έμαθα με ακρίβειαν τον πατρικόν νόμον και ήμουν ζηλωτής του Θεού, καθώς είσθε όλοι σεις σήμερα.
4 Την νέαν αυτήν διδασκαλίαν κατεδίωξα μέχρι θανάτου και παρέδιδα αλυσοδεμένους σε φυλακές άνδρες και γυναίκες,
5 όπως ο αρχιερεύς μαρτυρεί δι’ εμέ και όλον το σώμα των πρεσβυτέρων, παρά των οποίων έλαβα και επιστολάς προς τους συναδέλφους της Δαμασκού και επήγαινα δια να φέρω εις την Ιερουσαλήμ δεμένους και εκείνους που ήσαν εκεί, δια να τιμωρηθούν.
6 Ενώ εβάδιζα και επλησίαζα εις την Δαμασκόν, αιφνιδίως κατά την μεσημβρίαν άστραψε γύρω μου μεγάλο φως από τον ουρανόν.
7 Έπεσα εις το έδαφος και άκουσα φωνήν να μου λέγει, «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις;».
8 Εγώ απεκρίθην, «Ποιος είσαι, Κύριε;». Και αυτός μου είπε, «Εγώ είμαι ο Ιησούς ο Ναζωραίος, τον οποίον συ καταδιώκεις».

Ο απόστολος Παύλος με σκηνές από τη ζωή του (από εδώ)

9 Εκείνοι που ήσαν μαζί μου είδαν το φως και εφοβήθηκαν, δεν άκουσαν όμως την φωνήν εκείνου που μου μιλούσε.
10 Είπα τότε, «Τι να κάνω, Κύριε;». Ο δε Κύριος μου είπε, «Σήκω, πήγαινε εις την Δαμασκόν και εκεί θα σου πουν όλα όσα είναι καθωρισμένα δια σε να κάνης».
11 Επειδή δε δεν έβλεπα από την λάμψιν του φωτός εκείνου, με ωδηγούσαν από το χέρι οι σύντροφοί μου και έτσι ήλθα εις την Δαμασκόν.
12 Κάποιος Ανανίας, άνθρωπος ευσεβής κατά τον νόμον, ο οποίος είχε καλήν φήμην από όλους τους Ιουδαίους κατοίκους της Δαμασκού,
13 ήλθε και στάθηκε μπροστά μου και μου είπε, «Σαούλ αδελφέ, απόκτησε πάλιν το φως σου». Και αμέσως ύψωσα το βλέμμα μου προς αυτόν.
14 Αυτός δε μου είπε, «Ο Θεός των πατέρων μας σε προώρισε να μάθης το θέλημά του και να ιδής τον Δίκαιον και να ακούσης φωνήν από το στόμα του.
15 Διότι θα του είσαι μάρτυς εις όλους τους ανθρώπους δι’ όσα είδες και άκουσες.
16 Και τώρα γιατί χρονοτριβείς; Σήκω και βαπτίσου και πλύσου από τας αμαρτίας σου αφού επικαλεσθής το όνομα του Κυρίου».
17 Όταν επέστρεψα εις την Ιερουσαλήμ και ενώ προσευχόμουν εις τον ναόν, περιέπεσα εις έκστασιν και τον είδα,
18 μου έλεγε δε: «Τρέξε και φύγε γρήγορα από την Ιερουσαλήμ, διότι δεν θα δεχθούν την αμαρτίαν σου για μένα».
19 Και εγώ είπα, «Κύριε, αυτοί ξέρουν ότι εγώ εφυλάκιζα και έδερνα εις τας συναγωγάς εκείνους που επίστευαν σ’ εσένα.
20 Και όταν εχύνετο το αίμα του Στεφάνου του μάρτυρά σου, ήμουν και εγώ παρών και συγκατένευα εις τον φόνον του και εφύλαγα τα ενδύματα εκείνων που τον εφόνευαν».
21 Και αυτός μου είπε, «Πήγαινε, διότι εγώ θα σε στείλω μακρυά εις εθνικούς».

Ο Παύλος επικαλείται την ιδιότητά του του Ρωμαίου πολίτου

22 Έως αυτό το σημείον του λόγου τον άκουαν, αλλά ύστερα άρχισαν να φωνάζουν, «Εξαφάνισε από την γην ένα τέτοιον άνθρωπον, διότι δεν πρέπει να ζη».
23 Επειδή δε εφώναζαν και έρριχναν τα ενδύματά τους και εσκόρπιζαν σκόνιν εις τον αέρα,
24 ο χιλίαρχος διέταξε να οδηγηθή εις τον στρατώνα και να τον ανακρίνουν με μαστιγώσεις δια να μάθη την αιτίαν δια την κατακραυγήν αυτήν εναντίον του.
25 Αλλ’ όταν τον είχαν δέσει δια να τον μαστιγώσουν, είπε ο Παύλος εις τον εκατόνταρχον που ήτο εκεί, «Σάς επιτρέπεται από τον νόμον να μαστιγώσετε Ρωμαίον πολίτην χωρίς να έχει καταδικασθή;».
26 Όταν άκουσε αυτό ο εκατόνταρχος, επήγε εις τον χιλίαρχον και του είπε, «Πρόσεξε τι πας να κάνης, διότι ο άνθρωπος αυτός είναι Ρωμαίος πολίτης».
Εικ. από εδώ
27 Ήλθε τότε ο χιλίαρχος και του είπε, «Πες μου, είσαι Ρωμαίος πολίτης;». Αυτός δε είπε, «Ναι».
28 Και ο χιλίαρχος απεκρίθη, «Εγώ με πολλά χρήματα απέκτησα το δικαίωμα τούτο του πολίτου». Ο Παύλος είπε, «Εγώ όμως το έχω εκ γενετής».
29 Τότε απεσύρθησαν αμέσως εκείνοι που επρόκειτο να τον ανακρίνουν και ο ίδιος ο χιλίαρχος εφοβήθηκε, όταν είδε ότι ο Παύλος είναι Ρωμαίος πολίτης και τον είχε δέσει.

Ο Παύλος απολογείται ενώπιον του Συνεδρίου

30 Την άλλην ημέραν, επειδή ήθελε να μάθη ακριβώς δια ποίαν αιτίαν κατηγορείτο από τους Ιουδαίους, τον έλυσε από τα δεσμά και διέταξε να συνέλθουν οι αρχιερείς και ολόκληρον το συνέδριόν τους. Ύστερα έφερε κάτω τον Παύλον και τους τον παρουσίασε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23

1 Ο Παύλος έρριξε το βλέμμα του εις το συνέδριον και είπε, «Άνδρες αδελφοί, εγώ έζησα ενώπιον του Θεού έως σήμερα με τελείως αγαθήν συνείδησιν».
2 Ο αρχιερέας Ανανίας τότε διέταξε εκείνους που εστέκοντο πλησίον του να τον κτυπήσουν εις το στόμα.
3 Ο Παύλος τότε του είπε, ο Θεός θα κτυπήση σε,  τοίχε ασβεστωμένε· κάθεσαι εκεί δια να με κρίνης σύμφωνα με τον νόμον, και όμως παραβαίνεις τον νόμον και διατάσσεις να με κτυπήσουν;».
4 Εκείνοι που εστέκοντο πλησίον του είπαν, «Τον αρχιερέα του Θεού υβρίζεις;».
5 Και ο Παύλος είπε, «Δεν εγνώριζα, αδελφοί, ότι είναι αρχιερεύς· διότι είναι γραμμένον: Να μη κακολογήσης άρχοντα του λαού σου».
6 Όταν ο Παύλος αντελήφθη ότι μία μερίς ήσαν Σαδδουκαίοι και η άλλη Φαρισαίοι, εφώναξε εις το συνέδριον, «Άνδρες αδελφοί, εγώ είμαι Φαρισαίος, υιος Φαρισαίου· δια την ελπίδα και την ανάστασιν των νεκρών εγώ δικάζομαι».
7 Όταν είπε αυτό, έγινε φιλονεικία μεταξύ των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων και εδιχάσθηκε το συνέδριον.
8 – Οι μεν Σαδδουκαίοι λέγουν ότι δεν υπάρχει ανάστασις ούτε άγγελος ούτε πνεύμα, οι δε Φαρισαίοι παραδέχονται και τα δύο. –
9 Έγινε θόρυβος μεγάλος και σηκώθηκαν οι γραμματείς της μερίδος των Φαρισαίων και φιλονεικούσαν λέγοντες, «Κανένα κακό δεν βρίσκομε εις τον άνθρωπον αυτόν. Εάν του μίλησε κάποιο πνεύμα η κάποιος άγγελος, ας μη πολεμούμε εναντίον του Θεού».
10 Επειδή δε έγινε μεγάλη φιλονεικία, ο χιλίαρχος εφοβήθηκε μήπως διασπαράξουν τον Παύλον και διέταξε το στράτευμα να κατεβή, να τον πάρουν από αυτούς δια της βίας και να τον φέρουν εις τον στρατώνα.
11 Την επομένην νύχτα παρουσιάσθηκε εις αυτόν ο Κύριος και του είπε, «Έχε θάρρος, Παύλε. Διότι όπως έμαρτύρησες για μένα εις την Ιερουσαλήμ, έτσι πρέπει να δώσης μαρτυρίαν και εις την Ρώμην».

Συνωμοσία των Ιουδαίων εναντίον του Παύλου

12 Όταν εξημέρωσε, μερικοί από τους Ιουδαίους συνωμότησαν και ωρκίσθηκαν να μη φάγουν ούτε να πιούν έως ότου σκοτώσουν τον Παύλον.
13 Ήσαν δε περισσότεροι από σαράντα εκείνοι που έκαναν την συνωμοσίαν αυτήν·
14 και επήγαν εις τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους και είπαν, «Εδεσμευτήκαμε με όρκον να μη γευθούμε τίποτε, , έως ότου σκοτώσωμε τον Παύλον.
15 Τώρα λοιπόν σεις και το συνέδριον ειδοποιήσατε τον χιλίαρχον να σάς τον παρουσιάση αύριον με την δικαιολογίαν ότι θα εξετάσετε ακριβέστερα την υπόθεσίν του· εμείς δε πριν πλησιάση, θα είμεθα έτοιμοι να τον σκοτώσωμε».
16 Αλλ’ ο υιος της αδελφής του Παύλου άκουσε την ενέδραν, επήγε εις τον στρατώνα, εμπήκε μέσα και το ανέφερε εις τον Παύλον.
17 Ο Παύλος εκάλεσεν ένα από τους εκατόνταρχους και του είπε, «Οδήγησε αυτόν τον νέον εις τον χιλίαρχον, διότι έχει να του πη κάτι».
18 Ο εκατόνταρχος τον επήρε και τον ωδήγησεν εις τον χιλίαρχον, και είπε, «Ο Παύλος που είναι φυλακισμένος με εκάλεσε και μου είπε να φέρω αυτόν τον νέον σ’ εσένα, διότι έχει κάτι να σου πη».
19 Ο χιλίαρχος τον έπιασε από το χέρι, τον επήρε ιδιαιτέρως και τον ερώτησε, «Τι έχεις να μου πης;».
20 Αυτός δε είπε, «Οι Ιουδαίοι συνεφώνησαν να σε παρακαλέσουν να φέρης τον Παύλον αύριον εις το συνέδριον, με την δικαιολογίαν ότι θέλουν να μάθουν ακριβέστερα γι’ αυτόν.
21 Αλλά μην τους πιστέψης διότι τον παραμονεύουν περισσότεροι από σαράντα άνδρες οι οποίοι ωρκίσθησαν να μη φάγουν ούτε να πιούν, έως ότου τον σκοτώσουν και τώρα είναι έτοιμοι και περιμένουν την συγκατάθεσίν σου».
22 Ο χιλίαρχος απέλυσε τον νέον με την εντολήν: «Να μη πης σε κανένα ότι μου τα εφανέρωσες».

Ο Παύλος αποστέλλεται εις Καισάρειαν

23 Ύστερα εκάλεσε δύο από τους εκατοντάρχους και τους είπε, «Ετοιμάστε από την τρίτην νυχτερινήν ώραν διακοσίους στρατιώτας δια να μεταβούν έως την Καισάρειαν μαζί με εβδομήντα ιππείς και διακοσίους λογχοφόρους.
24 Να έχουν και ζώα δια να καθήση ο Παύλος και να τον φέρουν με ασφάλειαν εις τον Φήλικα τον ηγεμόνα».
25 Έγραψε και επιστολήν, η οποία είχε τον εξής τύπον:
26 «Ο Κλαύδιος Λυσίας στέλλει χαιρετισμούς εις τον εξοχώτατον ηγεμόνα Φήλικα.
27 Ο άνθρωπος αυτός συνελήφθη από τους Ιουδαίους και επρόκειτο να τον σκοτώσουν ότε επενέβην με τους στρατιώτας και τον έσωσα, επειδή έμαθα ότι είναι Ρωμαίος πολίτης.
28 Επειδή δε ήθελα να μάθω δια ποίαν αιτίαν τον κατηγορούσαν, τον επήρα κάτω εις το συνέδριόν τους·
29 και είδα ότι κατηγορείται δια ζητήματα του νόμου των, αλλά δεν υπήρχε καμμία κατηγορία εναντίον του που να τιμωρείται με θάνατον η φυλάκισιν.
30 Επειδή όμως μου εγνωστοποιήθη ότι επρόκειτο να γίνη επίθεσις των Ιουδαίων εναντίον του, τον έστειλα αμέσως προς σε, και παρήγγειλα επίσης εις τους κατηγόρους να πουν ενώπιόν σου ό,τι έχουν εναντίον του. Υγίαινε».
31 Οι στρατιώται λοιπόν, σύμφωνα με την διαταγήν που είχαν, επήραν τον Παύλον και τον έφεραν την νύχτα εις την Αντιπατρίδα,
32 την άλλην δε ημέραν άφησαν τους ιππείς να πορευθούν μαζί του, αυτοί δε επέστρεψαν εις τον στρατώνα.
33 Εκείνοι, όταν ήλθαν εις την Καισάρειαν, έδωκαν την επιστολήν εις τον ηγεμόνα και του παρουσίασαν τον Παύλον.
34 Ο ηγεμών εδιάβασε την επιστολήν και τον ερώτησε από ποιάν επαρχίαν είναι.
35 Όταν έμαθε ότι είναι από την Κιλικίαν, «Θα σε ανακρίνω», είπε, «όταν έλθουν και οι κατήγοροί σου». Διέταξε να τον έχουν υπό φρούρησιν εις το διοικητήριον του Ηρώδη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24

Ο Παύλος δικάζεται από τον Ρωμαίον ηγεμόνα Φήλικα

1 Μετά πέντε ημέρας, κατέβηκε ο αρχιερεύς Ανανίας μαζί με τους πρεσβυτέρους και κάποιον δικηγόρον Τέρτυλλον, και διετύπωσαν κατηγορίας εις τον ηγεμόνα κατά του Παύλου.
2 Όταν δε αυτός εκλήθη, άρχισε ο Τέρτυλλος να τον κατηγορή, λέγων,
3 «Το ότι χάρις σ’ εσέ, εξοχώτατε Φήλιξ, απολαμβάνομεν αδιάκοπον ειρήνην και ότι γίνονται έργα εις το έθνος τούτο χάρις εις την πρόνοιάν σου, με κάθε τρόπον και παντού το αναγνωρίζομεν με μεγάλην ευγνωμοσύνην.
4 Δια να μη σε κουράσω περισσότερον, σε παρακαλώ να έχης την καλωσύνην να μας ακούσης συντόμως.
5 Τον άνθρωπον αυτόν τον θεωρούμεν σαν πανούκλα και πρόξενον ταραχής μεταξύ όλων των Ιουδαίων εις όλον τον κόσμον, είναι δε πρωτοστάτης της αιρέσεως των Ναζωραίων· ακόμη και τον ναόν επεχείρησε να μολύνη.
6 Γι’ αυτό τον επιάσαμε και ηθέλαμε να τον κρίνωμεν σύμφωνα με τον νόμον μας,
7 αλλά ήλθε ο Λυσίας ο χιλίαρχος και τον επήρε με μεγάλην βίαν από τα χέρια μας,
8 διέτεξε δε τους κατηγόρους του να παρουσιασθούν ενώπιόν σου. Αφού τον ανακρίνης συ ο ίδιος, θα μπορέσης να μάθης δι’ όλα όσα εμείς τον κατηγορούμεν».
9 Την κατηγορίαν υπεστήριξαν και οι Ιουδαίοι, λέγοντες ότι έτσι έχουν τα πράγματα.
10 Τότε ο Παύλος, αφού του έκανε νεύμα ο ηγεμών να μιλήση, είπε, «Επειδή γνωρίζω ότι από πολλά χρόνια είσαι δικαστής εις το έθνος τούτο, απολογούμαι με μεγαλυτέραν προθυμίαν δια τον εαυτόν μου,
11 επειδή είσαι εις θέσιν να μάθης ότι δεν επέρασαν περισσότερες από δώδεκα ημέρες που ανέβηκα δια να προσκυνήσω εις την Ιερουσαλήμ·
12 και δεν με ευρήκαν να συζητώ με κανένα ή να παρακινώ τον λαόν εις επανάστασιν ούτε εις τον ναόν ούτε εις τας συναγωγάς, ούτε εις την πόλιν·
13 ούτε μπορούν να αποδείξουν εκείνα που τώρα με κατηγορούν.
14 Ομολογώ δε σ’ εσέ τούτο, ότι κατά την διδασκαλίαν που ονομάζουν αίρεσιν, έτσι λατρεύω τον Θεόν των πατέρων μας και πιστεύω όλα που είναι γραμμένα εις τον νόμον και εις τους προφήτας,
15 και έχω ελπίδα εις τον Θεόν, την οποίαν και αυτοί δέχονται, ότι μέλλει να γίνη ανάστασις των νεκρών, τόσο των δικαίων όσον και των αδίκων.
16 Δια τούτο και εγώ προσπαθώ με κάθε τρόπον να έχω πάντοτε καθαράν συνείδησιν προς τον Θεόν και τους ανθρώπους.
17 Ύστερα από πολλά χρόνια ήλθα δια να φέρω εις το έθνος μου ελεημοσύνας και να κάνω θυσίας.
18 Κατ’ αυτήν την περίστασιν με ευρήκαν εις τον ναόν να υποβάλλωμαι εις αγνισμόν, όχι μαζί με όχλον ούτε με θόρυβον, μερικοί Ιουδαίοι από την Ασίαν,
19 οι οποίοι έπρεπε να παρουσιασθούν ενώπιόν σου και να με κατηγορήσουν εάν έχουν τίποτε εναντίον μου.
20 Η αυτοί εδώ ας πουν τι αδίκημα μου ευρήκαν, όταν παρουσιάσθηκα εις το συνέδριον,
21 εκτός από το ένα αυτό πράγμα που εφώναξα, όταν έστεκα μεταξύ τους, δηλαδή, «Δια την ανάστασιν των νεκρών δικάζομαι από σάς σήμερα».

Ο Φήλιξ αναβάλλει την δίκην

22 Όταν άκουσε αυτά ο Φήλιξ, ανέβαλε την δίκην, διότι εγνώριζε ακριβέστερα τα σχετικά προς την διδασκαλίαν, και είπε, «Όταν κατεβή ο Λυσίας ο χιλίαρχος, θα αποφασίσω επί της υποθέσεώς σας».
23 Διέταξε δε τον εκατόνταρχον να κρατή υπό επιτήρησιν τον Παύλον και να του παρέχη ευκολίαν και να μη εμποδίζη κανένα από τους φίλους του να τον υπηρετή ή να τον επισκέπτεται.
24 Ύστερα από λίγες ημέρες ήλθε ο Φήλιξ μαζί με την σύζυγόν του Δρουσίλλαν, η οποία ήτο Ιουδαία, και καλέσας τον Παύλον, τον άκουσε να του μιλή περί πίστεως εις τον Χριστόν.
25 Αλλά όταν εμιλούσε δια ζητήματα δικαιοσύνης και εγκρατείας και μελλούσης κρίσεως, φοβισμένος ο Φήλιξ είπε, «Επί του παρόντος πήγαινε και όταν θα έχω καιρόν θα σε καλέσω».
26 Συγχρόνως ήλπιζε ότι θα του εδίδοντο χρήματα από τον Παύλο δια να τον απολύση· δια τούτο τον εκαλούσε συχνά και μιλούσε μαζί του.
27 Όταν συμπληρώθηκε διετία, τον Φήλικα διεδέχθη ο Πόρκιος Φήστος. Επειδή δε ο Φήλιξ ήθελε να κάνη χάριν εις τους Ιουδαίους, άφησε τον Παύλο φυλακισμένον.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ (ΕΔΩ)...

Δεν υπάρχουν σχόλια: