ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Οι Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. 12-14


Το αρχαίο κείμενο των Πράξεων μπορείτε να το δείτε εδώ & εδώ. Τη μετάφραση την αναδημοσιεύουμε από εδώ. Το προηγούμενο τμήμα είναι εδώ & το 1ο μέρος - με εισαγωγικά στοιχεία - εδώ. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Ο Ηρώδης διώκει την εκκλησίαν. Ο Πέτρος ελευθερώνεται από την φυλακήν

1 Κατ’ εκείνον τον καιρόν ο Ηρώδης ο βασιλεύς έβαλε χέρι σε μερικούς που ανήκαν εις την εκκλησίαν δια να τους κακοποιήση.
2 Εφόνευσε με μάχαιραν τον Ιάκωβον, τον αδελφόν του Ιωάννου.
3 Και όταν είδε ότι αυτό επροξένησε ευχαρίστησιν εις τους Ιουδαίους, επροχώρησε να συλλάβη και τον Πέτρον· ήσαν δε τότε αι ημέραι της εορτής των αζύμων.
4 Και όταν τον έπιασε, τον έβαλε εις την φυλακήν και τον παρέδωκε σε τέσσερις τετράδες στρατιωτών, δια να τον φυλάττουν, διότι ήθελε να τον παρουσίαση εις τον λαόν μετά το Πάσχα.
5 Και έτσι ο Πέτρος εκρατείτο εις την φυλακήν αλλ’ εγίνετο από την εκκλησίαν ένθερμη προσευχή γι’ αυτόν εις τον Θεόν.
6 Την νύχτα προ της ημέρας, κατά την οποίαν έμελλε ο Ηρώδης να τον παρουσιάση, ο Πέτρος, δεμένος με δύο αλυσίδες, εκοιμότανε μεταξύ δύο στρατιωτών, και φρουροί εμπρός στην πόρτα εφύλατταν την φυλακήν.
7 Αίφνης ήλθε άγγελος Κυρίου και έλαμψε φως εις το κελλί. Αφού εκτύπησε την πλευράν του Πέτρου, τον εξύπνησε και του είπε, «Σήκω γρήγορα». Και έπεσαν οι αλυσίδες από τα χέρια του.
8 Και ο άγγελος του είπε, «Ζώσου και φόρεσε τα σανδάλια σου». Και το έκανε. Ύστερα του είπε, «Φόρεσε τον μανδύα σου και ακολούθησέ με».
9 Και εβγήκε έξω και τον ακολούθησε και δεν είχε συνείδησιν ότι είναι αληθινόν εκείνο που εγίνετο δια του αγγέλου, αλλ’ ενόμισε ότι βλέπει όραμα.
10 Επέρασαν το πρώτον φυλάκιον και το δεύτερον, και εφθασαν εις την πύλην την σιδηράν που ωδηγούσε εις την πόλιν και η οποία μόνη της άνοιξε δια να περάσουν. Αφού εβγήκαν, επροχώρησαν σ’ ένα στενό δρόμο, και αμέσως ο άγγελος τον άφησε.
11 Όταν συνήλθε ο Πέτρος είπε, «Τώρα καταλαβαίνω ότι αληθινά έστειλε ο Κύριος τον άγγελόν του και με έσωσε από το χέρι του Ηρώδη και από κάθε τι που επερίμενε ο Ιουδαϊκός λαός».
Εικ. από εδώ
12 Και όταν ανεγνώρισε αυτό, επήγε εις το σπίτι της Μαρίας, της μητέρας του Ιωάννου, ο οποίος ονομάζεται και Μάρκος, όπου ήσαν αρκετοί μαζεμένοι και προσηύχοντο.
13 Όταν εκτύπησε την εξωτερική πόρτα, ήλθε μια υπηρέτρια, όπου ωνομάζετο Ροδη, δια να ιδή ποιος ήτο,
14 και όταν ανεγνώρισε την φωνήν του Πέτρου, από την χαράν της δεν άνοιξε την πόρτα, αλλά έτρεξε μέσα και τους είπε ότι ο Πέτρος ήτο έξω εις την πόρτα.
15 Αυτοί της είπαν, «Είσαι τρελλή». Αλλ’ εκείνη επέμενε ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Τότε αυτοί είπαν, «Θα είναι ο άγγελός του».
16 Ο Πέτρος εξακολουθούσε να κτυπά. Όταν δε άνοιξαν, τον είδαν και εξεπλάγησαν.
17 Αφού τους έκανε με το χέρι νεύμα να σιγήσουν, τους διηγήθηκε πως ο Κύριος τον έβγαλε από την φυλακήν και είπε, «Αναγγείλατε αυτό εις τον Ιάκωβον και εις τους αδελφούς». Ύστερα έφυγε και επήγε εις άλλον τόπον.
18 Όταν εξημέρωσε, εθορυβήθησαν πολύ οι στρατιώται περί του τι άραγε να έγινε ο Πέτρος.
19 Ο δε Ηρώδης αφού τον εζήτησε και δεν τον ευρήκε, ανέκρινε τους φρουρούς και διέταξε να οδηγηθούν προς εκτέλεσιν, αυτός δε κατέβηκε από την Ιουδαίαν και παρέμενε εις την Καισάρειαν.

Θάνατος του Ηρώδη

20 Ο Ηρώδης ήτο πολύ ωργισμένος κατά των κατοίκων της Τύρου και της Σιδώνος, οι οποίοι εκ συμφώνου παρουσιάσθησαν εις αυτόν και αφού εκέρδησαν με το μέρος τους τον Βλάστον, τον θαλαμηπόλον του βασιλέως, εζητούσαν ειρήνην, διότι η χώρα τους επρομηθεύετο τρόφιμα από την χώραν του βασιλέως.
21 Εις ωρισμένην ημέραν ο Ηρώδης, αφού εφόρεσεν βασιλικήν στολήν, εκάθησε εις το βήμα και τους εμιλούσε δημοσία.
22 Το δε πλήθος εφώναζε, «Φωνή Θεού είναι αυτά και όχι ανθρώπου».
23 Αμέσως άγγελος Κυρίου τον επάταξε, διότι δεν έδωκεν την δόξαν εις τον Θεόν· και τον έτρωγαν σκουλήκια και ξεψύχησε.
24 Αλλ’ ο λόγος του Θεού ηύξανε και διεδίδετο.
25 Ο δε Βαρνάβας και ο Σαύλος, αφού εξεπλήρωσαν την αποστολήν τους, επέστρεψαν από την Ιερουσαλήμ παραλαβόντες μαζί τους και τον Ιωάννην, ο οποίος ωνομάζετο επίσης Μάρκος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

Η εκκλησία της Αντιοχείας

1 Εις την εκκλησίαν της Αντιοχείας υπήρχαν μερικοί προφήται και διδάσκαλοι: ο Βαρνάβας, ο Συμεών, που επονομάζεται Νίγερ, ο Λούκιος ο Κυρηναίος, ο Μαναήν, που είχε συναναστραφή τον Ηρώδην τον τετράρχην, και ο Σαύλος.
2 Ενώ δε υπηρετούσαν τον Κύριον και ενήστευαν, είπε το Πνεύμα το Άγιον, «Ξεχωρίστε μου τον Βαρνάβαν και τον Σαύλον εις το έργον, εις το οποίον τους προσκάλεσα.
3 Τότε αφού ενήστευσαν και προσευχήθηκαν και έβαλαν επάνω τους τα χέρια, τους άφησαν ελεύθερους να φύγουν.

Ο Βαρνάβας και ο Σαύλος εις Κύπρον

4 Τότε οι απεσταλμένοι αυτοί του Πνεύματος του Αγίου κατέβηκαν εις την Σελεύκειαν και απ’ εκεί έπλευσαν εις την Κύπρον.
5 Όταν έφθασαν εις την Σαλαμίνα, εκήρυτταν τον λόγον του Θεού εις τας συναγωγάς των Ιουδαίων· είχαν δε και τον Ιωάννην εις τας συναγωγάς των Ιουδαίων·
6 Όταν είχαν διέλθει όλην την νήσον μέχρι της Πάφου, συνήντησαν κάποιον μάγον, Ιουδαίον ψευδοπροφήτην, ονομαζόμενον Βαριησούν.
7 Αυτός ήτο μαζί με τον Σέργιον Παύλον τον ανθύπατον, άνθρωπον συνετόν, ο οποίος προσκάλεσε τον Βαρνάβαν και τον Σαύλον και εζήτησε να ακούση τον λόγον του Θεού.
8 Αλλ’ ο Ελύμας ο μάγος – έτσι μεταφράζεται το όνομά του – αντιστεκότανε και εζητούσε να αποτρέψη τον ανθύπατον από την πίστιν.
9 Τότε ο Σαύλος, ο γνωστός και ως Παύλος, γεμάτος Πνεύμα Άγιον, έστρεψε το βλέμμα προς αυτόν
10 και είπε, «Συ που είσαι γεμάτος από κάθε δόλον και ραδιουργίαν, υιε του διαβόλου, που εχθρεύεσαι κάθε τι καλό, δεν θα παύσης να διαστρέφης τους ίσιους δρόμους του Κυρίου;
11 Και τώρα να, το χέρι του Κυρίου θα σε χτυπήση· θα είσαι τυφλός και δεν θα βλέπης τον ήλιον επί ένα διάστημα». Αμέσως δε έπεσε επάνω του θαμπάδα και σκοτάδι και περιεφέρετο εδώ και εκεί ζητώντας να τον οδηγήσουν από το χέρι.
12 Όταν ο ανθύπατος είδε το γεγονός;, επίστεψε και ήτο κατάπληκτος δια την διδασκαλίαν του Κυρίου.

Εικ.: Οι άγιοι Βαρνάβας & Παύλος ως ιδρυτές της Εκκλησίας της Κύπρου (από αυτό το σχετικό άρθρο)

Εις Αντιόχειαν της Πισιδίας. Κήρυγμα του Παύλου προς τους Ιουδαίους

13 Ο Παύλος και όσοι ήσαν μαζί του ανεχώρησαν από την Πάφον και ήλθαν εις την Πέργην της Παμφυλίας, αλλ’ ο Ιωάννης τους άφησε και επέστρεψε εις τα Ιεροσόλυμα.
14 Από την Πέργην επροχώρησαν και έφθασαν εις την Αντιόχειαν της Πισιδίας, την δε ημέραν του Σαββάτου εμπήκαν εις την συναγωγήν και εκάθησαν.
15 Ύστερα από την ανάγνωσιν του Νόμου και των Προφητών έστειλαν οι αρχισυναγωγοί να τους πουν: «Άνδρες αδελφοί, εάν έχετε να πήτε τίποτε προς νουθεσίαν του λαού, πέστε το».
16 Ο Παύλος εσηκώθηκε, έκανε νεύμα με το χέρι του, και είπε, «Άνδρες Ισραηλίται και οι φοβούμενοι τον Θεόν, ακούστε.
17 Ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού εδιάλεξε τους πατέρας μας και ανύψωσε τον λαόν, όταν έμεναν σαν ξένοι εις την γην της Αιγύπτου, και τους έβγαλε από εκεί με δύναμιν μεγάλην.
18 Επί σαράντα περίπου χρόνια υπέφερε τους κακούς των τρόπους εις την έρημον.
19 Ύστερα εξωλόθρευσε εις την Χαναάν επτά έθνη, την χώραν των οποίων τους έδωκεν ως κληρονομίαν.
20 Κατόπιν, επί τετρακόσια πενήντα περίπου χρόνια, έδωκε κριτάς μέχρι του Σαμουήλ του προφήτου.
21 Από τότε εζήτησαν βασιλέα και τους έδωκεν ο Θεός τον Σαούλ, τον υιόν του Κίς από την φυλήν του Βενιαμίν, επί σαράντα χρόνια·
22 και μετά την απομάκρυνσίν του, ήγειρε τον Δαυΐδ δια βασιλέα των, δια τον οποίον έδωκε και την εξής μαρτυρίαν: Ευρήκα τον Δαυΐδ, τον υιόν του Ιεσσαί, άνδρα κατά την καρδιά μου, ο οποίος θα κάνη όλα τα θελήματά μου.
23 Αυτός είναι ο άνθρωπος, από τους απογόνους του οποίου ο Θεός, σύμφωνα με την υπόσχεσίν του, έφερε εις τον Ισραήλ Σωτήρα, τον Ιησούν,
24 πριν δε έλθη είχε ήδη κηρύξει ο Ιωάννης βάπτισμα μετανοίας εις όλον τον λαόν του Ισραήλ.
25 Και όταν ο Ιωάννης ήτο προς το τέλος της αποστολής του, έλεγε, «Ποιος νομίζετε ότι είμαι; Όχι, δεν είμαι εγώ· αλλ’ ύστερα από εμέ έρχεται ένας, του οποίου δεν είμαι άξιος να λύσω το υπόδημα από τα πόδια του».
26 Άνδρες αδελφοί,  απόγονοι του Αβραάμ, και όσοι μεταξύ σας είσθε εκ των φοβουμένων τον Θεόν, σ’ εσάς εστάλη το κήρυγμα της σωτηρίας αυτής·
27 διότι οι κατοικούντες την Ιερουσαλήμ και οι άρχοντές των ηγνόησαν αυτόν, και έτσι καταδικάσαντες αυτόν επραγματοποίησαν τα λόγια των προφητών που διαβάζονται κάθε Σάββατον,
28 και χωρίς να βρουν καμμίαν αιτίαν θανάτου, εζήτησαν από τον Πιλάτον να θανατωθή.
29 Όταν εξεπλήρωσαν όλα όσα είχαν γραφή δι’ αυτόν, τον κατέβασαν από τον σταυρόν και τον έβαλαν σε μνημείον.
30 Ο Θεός όμως τον ανέστησε εκ νεκρών,
31 και κατά το διάστημα πολλών ημερών εφανερώθηκε εις εκείνους που είχαν ανεβή μαζί του από την Γαλιλαίαν εις την Ιερουσαλήμ, και οι οποίοι είναι μάρτυρές του εις τον λαόν.
32 Και εμείς σάς φέρομεν το χαρμόσυνον άγγελμα, ότι την υπόσχεσιν, που έδωκεν ο Θεός εις τους πατέρας, την επραγματοποίησε σ’ εμάς τους απογόνους των με το να αναστήση τον Ιησούν,
Εικ. από εδώ
33 όπως είναι γραμμένον και εις τον δεύτερον Ψαλμόν: Υιος μου είσαι συ, εγώ σήμερα σε εγέννησα.
34 Ότι δεν τον ανέστησε εκ νεκρών δια να μη επιστρέψη ποτέ εις την φθοράν, το είπε ως εξής: Θα σάς δώσω τας ιεράς και βεβαίας ευλογίας που υποσχέθηκα εις τον Δαυΐδ.
35 Δια τούτο και εις άλλον Ψαλμόν λέγει: Δεν θα επιτρέψης ο όσιός σου να ιδή φθοράν.
36 Και ο μεν Δαυΐδ, αφού υπηρέτησε, εις τον καιρόν του, τα σχέδια του Θεού, επέθανε και ενταφιάσθηκε κοντά εις τους πατέρας του και εγνώρισε φθοράν.
37 Εκείνος όμως που ο Θεός ανέστησε δεν είδε φθοράν.
38 Μάθετε, λοιπόν, άνδρες αδελφοί, ότι δι’ αυτού κηρύττεται σ’ εσάς άφεσις αμαρτιών
39 και δι’ αυτού καθένας που πιστεύει δικαιώνεται από όλα όσα δεν ημπορούσατε να δικαιωθήτε με τον Μωσαϊκόν νόμον.
40 Προσέχετε λοιπόν μη τυχόν πραγματοποιηθή σ’ εσάς εκείνο που ελέχθη από τους προφήτας:
41 Ιδέτε σεις οι καταφρονηταί, θαυμάσατε και αφανισθήτε, διότι εγώ κάνω ένα έργον εις τας ημέρας σας, έργον που ποτέ δεν θα το πιστέψετε, εάν κάποιος σάς το διηγηθή».
42 Ενώ έβγαιναν από την συναγωγήν των Ιουδαίων, οι εθνικοί παρακαλούσαν να τους κηρυχθούν τα λόγια αυτά κατά το επόμενον Σάββατον.
43 Όταν διελύθη η συναγωγή, πολλοί από τους Ιουδαίους και τους προσήλυτους εις τον Ιουδαϊσμόν ακολούθησαν τον Παύλον και τον Βαρνάβαν, οι οποίοι τους εμιλούσαν και τους έπειθαν να μένουν στερεοί εις την χάριν του Θεού.

Οι απόστολοι στρέφονται εις τα έθνη

44 Το επόμενον Σάββατον σχεδόν όλη η πόλις εμαζεύθηκε δια να ακούση τον λόγον του Θεού.
45 Αλλ’ όταν οι Ιουδαίοι είδαν τα πλήθη, κατελήφθησαν από φθόνον και με υβριστικήν γλώσσαν έφερναν αντιρρήσεις εις όσα έλεγε ο Παύλος.
46 Ο Παύλος όμως και ο Βαρνάβας γεμάτοι θάρρος είπαν, «Ήτο αναγκαίον να κηρυχθή ο λόγος του Θεού πρώτα σ’ εσάς. Επειδή όμως τον αποκρούετε και δεν κρίνετε τους εαυτούς σας αξίους της αιωνίου ζωής, στρεφόμεθα τώρα προς τα έθνη.
47 Διότι έτσι μας διέταξε ο Κύριος: Σε έχω θέσει να είσαι φως εις τα έθνη, να είσαι το μέσον σωτηρίας μέχρις εσχάτων της γης».
48 Όταν άκουσαν αυτά οι εθνικοί, αχάρησαν και εδέχθησαν τον λόγον του Κυρίου και επίστεψαν όσοι είχαν ταχθή εις ζωήν αιώνιον,
49 ο δε λόγος του Θεού διεδίδετο σ’ όλην την χώραν.
50 Αλ’ οι Ιουδαίοι παρεκίνησαν τας ευσεβείς γυναίκας και τας γυναίκας καλής τάξεως και τους προύχοντας της πόλεως και ήγειραν διωγμόν εναντίον του Παύλου και του Βαρνάβα και τους έδιωξαν έξω από τα όριά τους.
51 Αυτοί, αφού ετίναξαν εναντίον τους τον σκόνιν των ποδιών τους, ήλθα εις Ικόνιον.
52 Οι δε μαθηταί ήσαν γεμάτοι χαράν και Πνεύμα Άγιον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14
 
Η 1η και η 2η περιοδεία του αποστόλου Παύλου (από εδώ)

Ο Παύλος και ο Βαρνάβας εις Ικόνιον

1 Εις το Ικόνιον παρομοίως εμπήκαν εις την συναγωγήν των Ιουδαίων και μίλησαν με τέτοιον τρόπον ώστε μεγάλο πλήθος από Ιουδαίους και Έλληνας επίστεψαν.
2 Οι Ιουδαίοι όμως που δεν επείθοντο, ξεσήκωσαν τους εθνικούς και εδηλητηρίασαν τας σκέψεις των κατά των αδελφών.
3 Ο Παύλος και ο Βαρνάβας έμειναν εκεί και μιλούσαν με θάρρος εμπιστευόμενοι εις τον Κύριον, ο οποίος επιβεβαίωνε τον λόγον της χάριτός του με τα θαύματα και τα τέρατα που εγίνοντο δια των χειρών των.
4 Διαιρέθηκε δε ο πληθυσμός της πόλεως, και έλλοι μεν ήσαν με τους Ιουδαίους, άλλοι δε με τους αποστόλους.
5 Όταν δε και οι εθνικοί και οι Ιουδαίοι, μαζί με τους άρχοντάς των, εκινήθησαν δια να τους κακοποιήσουν και τους λιθοβολήσουν,
6 αυτοί το αντελήφθησαν και κατέφυγαν εις τας πόλεις της Λυκαονίας, Λύστραν και Δέρβην και τα περίχωρα,
7 και εκεί εξακολουθούσαν να κηρύττουν το ευαγγέλιον.

Εις Λύστραν

8 Εις την Λύστραν έμενε κάποιος με αδύνατα πόδια· ήτο χωλός από την κοιλιά της μητέρας του και δεν είχε ποτέ περπατήσει.
9 Αυτός άκουε τον Παύλον να μιλή, και ο Παύλος, αφού τον εκύτταξε προσεκτικά και είδε ότι έχει πίστιν να σωθή,
10 είπε με δυνατήν φωνήν, «Σήκω στα πόδια σου ορθός». Και εκείνος πετάχθηκε επάνω και περπατούσε.
11 Όταν τα πλήθη είδαν τι έκανε ο Παύλος, ύψωσαν την φωνήν τους και είπαν εις την γλώσσαν της Λυκαονίας, «Οι θεοί υπό μορφήν ανθρώπων κατέβηκαν σ’ εμάς».
12 Και ωνόμαζαν τον μεν Βαρνάβαν Δία τον δε Παύλον Ερμήν, επειδή αυτός ήτο ο κύριος ομιλητής.
13 Ο ιερεύς του ναού του Διός, που ήτο έξω από την πόλιν τους, έφερε ταύρους και σταφάνια εις τας πύλας και ήθελε μαζί με όλον τον λαόν να προσφέρη θυσίαν.
14 Οταν το άκουσαν οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος, εξέσχισαν τα ενδύματά τους και έτρεξαν μέσα εις το πλήθος φωνάζοντες,
15 «Άνδρες, τι είναι αυτά που κάνετε; Και εμείς άνθρωποι είμεθα ομοιοπαθείς μ’ εσάς και σάς κηρύττομεν το χαρμόσυνον άγγελμα δια να επιστρέψετε από αυτά τα μάταια πράγματα εις τον Θεόν τον ζωντανόν, ο οποίος εδημιούργησε τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν και όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτά.
16 Εις τας παρελθούσας γενεάς άφησε όλα τα έθνη να ακολουθούν τον δικόν τους δρόμον,
17 αν και δεν άφησε τον εαυτόν του χωρίς μαρτυρίαν, διότι σάς ευεργετούσε με το να στέλλη βροχήν από τον ουρανόν και εποχάς καρποφόρους, με το να γεμίζη με τρόφιμα και χαράν την καρδιά σας».
18 Και με τα λόγια αυτά, μόλις συνεκράτησαν τα πλήθη, ώστε να μην τους προσφέρουν θυσίαν.
19 Ήλθαν όμως από την Αντιόχειαν και το Ικόνιον Ιουδαίοι, οι οποίοι αφού έπεισαν τα πλήθη και ελιθοβόλησαν τον Παύλον, τον έσυραν έξω από την πόλιν, επειδή ενόμισαν ότι είχε πεθάνει.
20 Αλλ’ όταν οι μαθηταί τον περικύκλωσαν, εσηκώθηκε και εμπήκε εις την πόλιν, και την επομένην ημέραν έφυγε μαζί με τον Βαρνάβαν δια την Δέρβην.

Επιστροφή εις την Αντιόχειαν

21 Αφού εκήρυξαν το ευαγγέλιον εις την πόλιν εκείνην και έκαναν αρκετούς μαθητάς, επέστρεψαν εις την Λύστραν, το Ικόνιον και την Αντιόχειαν,
22 όπου εστήριζαν τας ψυχάς των μαθητών και τους παρώτρυναν να μένουν σταθεροί εις την πίστιν, λέγοντες ότι πρέπει να περάσωμεν από πολλάς θλίψεις δια να μπούμε εις την βασιλείαν του Θεού.
23 Αφού δε διώρισαν πρεσβυτέρους εις κάθε εκκλησίαν, με προσευχήν και νηστείαν τους αφιέρωσαν εις τον Κύριον, εις τον οποίον είχαν πιστέψει.
24 Κατόπιν πέρασαν από την Πισιδίαν και ήλθαν εις την Παμφυλίαν
25 και αφού εκήρυξαν τον λόγον εις την Πέργην, κατέβηκαν εις την Αττάλειαν
26 και απ’ εκεί απέπλευσαν εις την Αντιόχειαν, από όπου είχαν παραδοθή εις την χάριν του Θεού δια το έργον το οποίον εξεπλήρωσαν.
27 Όταν έφθασαν, συνεκέντρωσαν την εκκλησίαν και ανήγγειλαν όσα ο Θεός έκανε με αυτούς και ότι άνοιξε εις τους εθνικούς πόρτα πίστεως.
28 Έμειναν δε εκεί αρκετόν χρόνον μαζί με τους μαθητάς.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ (ΕΔΩ)...

Δεν υπάρχουν σχόλια: