ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Ο άγγελος και το κρεμύδι...


π. Κάλλιστος Ware (*): Το Μυστήριο τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου

Πέρα από το Άτομο, και εκείνος από εδώ


«Μιὰ ψυχὴ φτιαγμένη κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ
εἶναι πιὸ πολύτιμη στὸ Θεὸ
ἀπ᾿ ὅτι δέκα χιλιάδες κόσμοι
μὲ ὅλα ὅσα περιέχουν»

Ἀποφθέγματα Πατέρων τῆς Ἐρήμου

Τὸ ἀληθινὸ θαῦμα

«Μίλησέ μας γιὰ τὶς θεῖες ὀπτασίες ποὺ ἔχεις», εἶπε κάποτε ἕνας μοναχὸς στὸν Ἀββᾶ Παχώμιο (286-346). 
«Ἕνας ἁμαρτωλὸς σὰν ἐμένα δὲν περιμένει νὰ ἔχει καμιὰ ὀπτασία ἀπὸ τὸ Θεό», ἀπάντησε ὁ Παχώμιος. «(...) Ἐπίτρεψέ μου ὅμως νὰ σοῦ πῶ γιὰ μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Ἂν δεῖς ἕναν ἅγιο καὶ ταπεινὸ ἄνθρωπο, αὐτὸ εἶναι μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Γιατί ποιὰ ἄλλη μεγαλύτερη ὀπτασία ἀπ᾿ αὐτὴ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει: νὰ δεῖς τὸν ἀόρατο Θεὸ νὰ φανερώνεται στὸ ναό του, σ᾿ ἕνα ὁρατὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο»;[1]
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνώτερη ὀπτασία ἀπὸ ὅλες, τὸ ἀληθινὸ θαῦμα: μιὰ ἀνθρώπινη ὕπαρξη φτιαγμένη κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ. «Ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι φοβερῶς ἐθαυμαστώθην» (Ψαλμ. 138:14 [Σημ. του blog μας: τις παραπομπές στην Παλ. και Καινή Διαθήκη, μπες και δες τις εδώ]). Στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς ἴσως δὲν ὑπάρχει καθῆκον πιὸ ἐπιτακτικὸ ἀπὸ αὐτό: νὰ ἀνανεώνουμε τὸ αἴσθημα τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς ἔκπληξης μπροστὰ στὸ θαῦμα καὶ τὸ μυστήριο τοῦ δικοῦ μας προσώπου. Ἡ λέξη μυστήριον, ἰδιαίτερα, χρειάζεται ἔμφαση. Ποιὸς εἶμαι; Τί εἶμαι; Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη. Γνωρίζω μόνο ἕνα πολὺ μικρὸ μέρος τοῦ ἐαυτοῦ μου. Τὰ ὅρια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου εἶναι ἀπίστευτα πλατειά. Ἐκτείνονται κατὰ ὕψος καὶ κατὰ πλάτος στὸ χῶρο καὶ πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο, στὸ ἀτελεύτητο. Προεκτείνονται μπροστὰ καὶ πίσω μέσα στὸ χρόνο καὶ πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο, στὴν αἰωνιότητα. Στὸ βάθος τοῦ ἐαυτοῦ μου κρύβονται ἀνεξιχνίαστα βάθη ποὺ διαφεύγουν τῆς δικῆς μου ἀντίληψης.
Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ μυστήριο ἀνθρώπινο πρόσωπο, ποὺ εἶναι φτιαγμένο κατ᾿ εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ὑπάρχουν τέσσερα στοιχεῖα ξεχωριστῆς σημασίας: ἐλευθερία, εὐχαριστία, κοινωνία καὶ ὡρίμανση.

Ἐλευθερία

Ὁ Δημιουργὸς Θεὸς εἶναι ἐλεύθερος: μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὰ ἀνθρώπινα δημιουργήματα, ποὺ εἶναι φτιαγμένα κατ᾿ εἰκόνα του, εἶναι προικισμένα μὲ ἐλευθερία. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὰ ἀνθρώπινα ὄντα νὰ ξεχωρίζουν, μὲ ἕνα τρόπον ποὺ ὑπερέχει, ἀπὸ τὰ ἄλλα ὄντα; Πέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, εἶναι ἡ αὐτοσυνειδησία, ἡ φωνὴ τῆς συνείδησης, ἡ δύναμη τῆς ἐλεύθερης ἀπόφασης, ἡ ἱκανότητα τῆς ἠθικῆς ἐκλογῆς. Ἐνῶ τὰ ἄλλα ὄντα ἐνεργοῦν ἀπὸ ἔνστικτο, τὸ ἀνθρώπινο ὂν στέκεται εὐσυνείδητα ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ - στέκεται μὲ πλήρη ἐπίγνωση στὸ σημεῖο τοῦ καιροῦ, στὴ στιγμὴ τῆς κρίσης καὶ τῆς εὐκαιρίας - καὶ διαλέγει. Ὁ Θεὸς κάθε μέρα ἀπευθύνεται στὸν ἄνθρωπο λέγοντάς του: «Τὴν ζωὴν καὶ τὸν θάνατον δέδωκα πρὸ προσώπου ὑμῶν, τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν κατάραν· ἐκλέξαι...» (Δευτερονόμιον, 30:19). Μόνο μὲ τὴν ἄσκηση αὐτῆς τῆς δύναμης, τῆς ἐλεύθερης ἐκλογῆς, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἄνθρωπος πραγματικά.
Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ὁριστεῖ ὡς ἕνα ἐλεύθερο ὄν. Αὐτὸ τὸ σημεῖο τονίζεται ἔντονα ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι στὴ διήγηση τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ, στὸ ἔργο Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ. Αὐτὸ ποὺ ὁ Χριστὸς προσέφερε στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἀναγνωρίζει ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, εἶναι ἀκριβῶς τὸ δῶρο τῆς ἐλευθερίας: ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει (Ἰωάνν. 8:36). Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ὅμως, στὰ μάτια τοῦ γηραιοῦ καρδιναλίου, εἶναι πολὺ βαρειά, ἕνα φορτίο δυσβάστακτο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἕνα ἐπικίνδυνο κοφτερὸ σπαθί· τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ ἦταν εὐτυχέστερο ἂν τοῦ ἀφαιροῦσαν αὐτὸ τὸ δῶρο. «Ἐμεῖς διορθώσαμε τὸ ἔργο σου», λέει ὁ Ἱεροεξεταστὴς στὸν Ἰησοῦ. Ἀπὸ μία σκοπιὰ ἔχει δίκιο: ἡ ἐλευθερία μας πολὺ συχνὰ ἀποδεικνύεται ἕνα ἄσχημο δῶρο. Ὅμως ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι λιγότερο ἀπὸ ἐλεύθερος, τότε γίνεται κάτι λιγότερο κι ἀπὸ ἄνθρωπος.
Ἡ ζωτικὴ σημασία τῆς ἐλευθερίας μπορεῖ νὰ φανεῖ στὴν περίπτωση τῆς εὐλογημένης Παρθένου Μαρίας, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ τί σημαίνει νὰ εἶσαι γνήσιος ἄνθρωπος. Στὸν Εὐαγγελισμό, ὁ Ἀρχάγγελος δὲν ἐπληροφόρησε ἁπλῶς τὴν Παναγία γιὰ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ περίμενε τὴν ἐλεύθερη καὶ ἐθελοντική της ἀπάντηση: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1:38). Θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀρνηθεῖ. Ὁ Θεὸς λαμβάνει τὴν πρωτοβουλία, ὅμως ἡ ἐθελοντικὴ συνεργασία τῆς Παναγίας εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητη. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα παθητικὸ ἐργαλεῖο ἀλλὰ ἕνας ἐνεργητικὸς μέτοχος στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀπάντησή της μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἦταν ἕνα ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸ συμπέρασμα· σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐλεύθερα δοσμένη ἀπάντηση κρεμόταν ὁλόκληρο τὸ μέλλον τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας.
Σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ ὁλοένα γίνεται πιὸ ἀπάνθρωπος - σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ φαινομενικὰ ἐλέγχεται ἀπὸ τοὺς ψυχαναλυτές, τὶς στατιστικὲς καὶ τὶς μηχανὲς - ἡ ἀνάγκη γιὰ Χριστιανοὺς ποὺ ἐπιμένουν στὴν ὑψίστη ἀξία τῆς ἐλευθερίας, εἶναι ἄμεση. Σ᾿ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, τίποτα δὲν εἶναι πιὸ ἀποφασιστικῆς σημασίας ἀπὸ τὶς ἐλεύθερες πράξεις ἐκλογῆς ποὺ γίνονται ἀπὸ πρόσωπα προικισμένα μὲ λόγο καὶ συνείδηση. Ὡς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὸ περιβάλλον καὶ τὶς ἀσυνείδητες διαθέσεις μας, ὅμως ποτὲ δὲν ὑποδουλωνόμαστε τελειωτικὰ σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα. Παραμένουμε ἐλεύθεροι. Ὁ Θεὸς ἔθεσε τὸν καθένα ἀπό μας σὰν βασιλιὰ πάνω στὴ γῆ καὶ τοῦ ἔδωσε ἐξουσία ἐπὶ «πάντων τῶν κτηνῶν» (Γένεσις 1:28). Ἂς μὴν παραιτούμαστε ἀπὸ αὐτή μας τὴ βασιλικὴ ἐξουσία ἀπὸ δειλία ἢ ἔλλειψη φαντασίας.
Ἐδῶ ἐξάγεται ἕνα σημαντικὸ συμπέρασμα. Ἡ ἐλευθερία δείχνει ὅτι σὰν ἄνθρωποι εἴμαστε διάφοροι, ξεχωριστοί. Ἐφόσον καθένας ἀπὸ μᾶς εἶναι ἐλεύθερος, ὁ καθένας ἐκφράζει τὸ κατ᾿ εἰκόνα μὲ τὸ ὅποιο εἶναι προικισμένος μὲ τὸ δικό του ἣ δικό της μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο τρόπο. Καὶ ὁ καθένας, ἐφόσον εἶναι μοναδικός, ἔχει ἀνεκτίμητη ἀξία· ὁ καθένας εἶναι τὸ τέρμα καὶ ὁ σκοπὸς κι ὄχι τὸ μέσο γιὰ κάποιον ἄλλο σκοπό. Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς μᾶς κάνει νὰ σκεφτόμαστε μὲ τρόπο στερεότυπο, ἔτσι ποὺ νὰ φαίνεται ὅτι ὅλα μετροῦνται καὶ κατατάσσονται στατιστικὰ ἢ «προγραμματίζονται» σ᾿ ἕνα κομπιοῦτερ. Ὡς χριστιανοὶ ἀνθρωπιστὲς ἔχομε κάθε λόγο νὰ ἀρνηθοῦμε μία τέτοια τάση. Εἶναι καθῆκον μας νὰ προσβλέπουμε πάντα πέρα ἀπὸ τὸ ἐπίπεδό της ἐπιπολαιότητας, ὅπου οἱ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις κατατάσσονται σὲ ὁμάδες, πρὸς τὸ ἐπίπεδό της γνήσιας προσωπικότητας, ὅπου κανένας δὲν εἶναι κουραστικός. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καθιστώντας μας ἐλεύθερους, κάνει τὸν καθένα μας διαφορετικό· τὸ ἴδιο καὶ οἱ πνευματοφόροι ἢ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἀποκαλύπτουν σὲ μᾶς τὰ πραγματικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, πάντοτε ἐπιδεικνύουν τὴν ἄκρα ποικιλία. Δὲν εἶναι ἡ ἁγιότητα, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ποὺ εἶναι μονότονη.

Εὐχαριστία

Κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, προικισμένος μὲ αὐτοσυνειδησία καὶ ἠθικὴ ἐκλογή, ὁ ἄνθρωπος δὲν βρίσκεται σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο κάνοντάς του χρήση ὅπως τὰ ὑπόλοιπα ὄντα. Τὸ ἀνθρώπινο ὂν μπορεῖ ἐπιπλέον νὰ δοξάζει τὸ Θεό, ἀντιπροσφέροντας τὴ δημιουργία στὸ Δημιουργό με εὐχαριστία· καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν πράξη τῆς προσφορᾶς ὁ καθένας γίνεται πραγματικὸς ἄνθρωπος, πραγματικὸ πρόσωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερο οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινής μας ὕπαρξης. Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐλεύθερο ὂν ἀλλὰ ἕνα εὐχαριστιακὸ ὄν. Ὁ καθένας εἶναι καὶ βασιλιὰς καὶ ἱερέας.
Αὐτὸ τὸ σημεῖο μπορεῖ καὶ πάλι νὰ τονιστεῖ μὲ κάτι ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι. Ὁ ἥρωας, ἢ μᾶλλον ὁ ἀντί-ἥρωας, λέει στὶς Σημειώσεις ἀπὸ τὸ Ὑπόγειο:
«Κύριοι, ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι βλάκας... Ὅμως ἂν δὲν εἶναι βλάκας, εἶναι τερατωδῶς ἀγνώμων. Εἶναι ἀγνώμων μ᾿ ἕνα τρόπο πρωτοφανῆ. Ἀκόμη νομίζω ὅτι ὁ καλύτερος ὁρισμὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι: ἕνα δημιούργημα μὲ δυὸ πόδια καὶ καθόλου αἴσθηση εὐγνωμοσύνης...
Μόνο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ προφέρει κατάρες: εἶναι τὸ προνόμιό του καὶ αὐτὸ κυρίως τὸν κάνει νὰ ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ ἀλλὰ ζῶα».

Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογέφσκι

Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀναμφίβολα ὀρθὰ γιὰ τὸ μεταπτωτικὸ ἄνθρωπο, γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ Θεό. Ὅμως στὴν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀρχικὰ ὁ Θεὸς τὸν ἤθελε νὰ εἶναι, καὶ ὅπως λυτρώθηκε ἐν Χριστῷ, αὐτὲς οἱ θέσεις πρέπει νὰ ἀντιστραφοῦν. Ὁ καλύτερος ὁρισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, τὸ κύριο χαρακτηριστικό του, αὐτὸ ποὺ τὸν κάνει νὰ εἶναι ὁ ἐαυτός του, εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη ἢ εὐχαριστία. Αὐτὸ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ διαφέρει ἀπὸ τὰ ἄλλα ζῶα, τὸ προνόμιό του σὰν ἱερέας τῆς κτίσης, εἶναι νὰ εὐλογεῖ τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἐπικαλεῖται, τὴ θεία εὐλογία γιὰ τὰ ἄλλα πρόσωπα καὶ πράγματα.
Ὅπως καὶ πρίν, ἔτσι καὶ τώρα, τὸ παράδειγμα τῆς Θεοτόκου στὸν Εὐαγγελισμὸ μπορεῖ νὰ σταθεῖ τὸ πρότυπό μας. Ὅταν πῆρε τὸ μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου, ἀπάντησε μὲ μία πράξη εὐχαριστίας: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρι μου» (Λουκ. 1:46-7).
Ἡ διάθεσή της εἶχε τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς χαρᾶς, τῆς εὐχαριστίας τῆς δοξολογίας.

Ἄν, λοιπόν, πρόκειται νὰ εἴμαστε πραγματικὰ ἄνθρωποι στὴν ἐσωτερική μας ζωή, ἡ προσευχή μας πρέπει νὰ διαπνέεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστίας. «Προσευχὴ εἶναι ἡ κατάσταση τῆς συνεχοῦς εὐχαριστίας», τονίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης (1829-1908). Καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος (7ος αἰώνας) σημειώνει:
«Πρὸ πάντων ἐν τῷ τῆς ἡμετέρας δεήσεως χάρτη εὐχαριστίαν εἰλικρινῆ κατατάξωμεν· ἐν δευτέρῳ δὲ στίχω, ἐξομολόγησιν καὶ συντριμμὸν ψυχῆς ἐν αἰσθήσει· εἶθ᾿ οὕτω τὴν αἴτησιν ἡμῶν τῷ παμβασιλεῖ γνωρίσωμεν».[2]
Εὐχαριστία, ἐξομολόγηση, αἴτηση - αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ σειρὰ ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε ὅταν προσευχόμαστε. Δὲν πρέπει νὰ ἀρχίζουμε ἐξομολογούμενοι τὶς ἁμαρτίες μας. Πρὶν σκύψουμε πρὸς τὰ κάτω γιὰ νὰ δοῦμε τὴν ἐσωτερική μας ἀσχήμια, πρέπει νὰ ὑψώσουμε τὸ βλέμμα πρὸς τὰ ἔξω καὶ πρὸς τὰ πάνω γιὰ νὰ ἀτενίσουμε τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὅποιο ὁ εἰκοσιτετράωρος λατρευτικὸς κύκλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀρχίζει κάθε μέρα μὲ τὸν ἑσπερινὸ ὅπου διαβάζεται ὁ ψαλμὸς 103 ποὺ εἶναι ἕνας ὕμνος δοξολογίας γιὰ τὴ δημιουργία:

«Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον· Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω (...) ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας».
Μὲ παρόμοιο τρόπο ἀρχίζει καὶ ἡ Θεία Λειτουργία, ὄχι μὲ μιὰ πράξη ἐξομολόγησης ἀλλὰ μὲ μία προκήρυξη γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ: «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος...». Ὡς ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζουμε πρῶτα-πρῶτα εὐλογώντας αὐτὸν γιὰ τὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας του.

Κοινωνία

Πέρα ἀπὸ τὸ ὅτι εἴμαστε ἐλεύθερα ὀντὰ καὶ εὐχαριστιακὰ ὄντα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐπίσης κοινωνικὸ ὄν. Αὐτὸ εἶναι τὸ τρίτο χαρακτηριστικό του στοιχεῖο. Εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸ χαρακτηρισμὸ τοῦ Ἀριστοτέλη, ἕνα «πολιτικὸ ζῶο», γιατί ὄντως πραγματώνει τὸν ἑαυτό του, γίνεται ὄντως ἄνθρωπος, ἐφόσον ζεῖ σὲ μία πόλη, σ᾿ ἕνα κοινωνικὰ ὀργανωμένο χῶρο. Ἀκόμη καὶ οἱ ἐρημίτες πρέπει νὰ προετοιμάσουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴ μόνωση, ἀφοῦ ζήσουν ἀρχικὰ στὴν κοινωνικὴ ζωὴ μιᾶς μοναχικῆς ἀδελφότητας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι διαλογικός. Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὰ λόγια του John Macmurray «δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἄνθρωπος μέχρι ποὺ νὰ βρεθοῦν δυὸ τουλάχιστον σὲ κοινωνία».
«Καὶ εἶπεν ὁ Θεός, ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γένεσις 1:26). Αὐτὸ τὸ «ποιήσωμεν ἄνθρωπον», ὅπως παρατηροῦν οἱ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, δείχνει ὅτι τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔκαναν συμβούλιο μεταξύ τους.[3] Ὁ ἄνθρωπος εἶναι φτιαγμένος σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος - δηλαδὴ σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας, ἀλλὰ ἕνας ἐν τρισὶν ὑποστάσεσι. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν καλεῖται νὰ πραγματώσει τὸν ἑαυτὸ τοῦ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ, σὲ κοινότητα ἢ κοινωνία. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μία ἀπομονωμένη μονάδα, ἀλλὰ μία ἕνωση τριῶν προσώπων ποὺ ἀλληλοπεριχωροῦνται μέσῳ μιᾶς ἀκατάπαυστης ἀμοιβαίας ἀγάπης, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος πραγματώνει πλήρως τὸν ἑαυτό του - γίνεται ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος σύμφωνα μὲ τὴ θεία εἰκόνα - μόνο ὅταν ζεῖ μέσα στοὺς ἄλλους καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Γίνεται ἄνθρωπος ὅταν ξέρει νὰ μοιράζεται.
Ὁ Ντοστογιέφσκι μας προσφέρει ἀκόμη μιὰ πετυχημένη εἰκόνα αὐτῆς τῆς πραγματικότητας. Στοὺς Ἀδελφοὺς Καραμάζωφ περιλαμβάνεται μιὰ λαϊκὴ ἱστορία ποὺ ἄκουσε κάποτε, σχετικα μὲ μία ἡλικιωμένη γυναίκα ποὺ δὲν ἔζησε σωστὰ καὶ μετὰ θάνατο βρέθηκε σὲ μία λίμνη ἀπὸ φωτιά. Ὁ φύλακας Ἄγγελός της προσπαθοῦσε νὰ κάνει ὅ,τι μποροῦσε γιὰ νὰ βοηθήσει. Ἡ μόνη καλὴ πράξη ὅμως ποὺ θυμόταν ὅτι ἔκανε αὐτὴ ἡ γυναίκα ὅταν ζοῦσε, ἦταν ποὺ εἶχε δώσει κάποτε ἀπὸ τὸν κῆπο της ἕνα κρεμμύδι, σὲ μιὰ ζητιάνα. Πῆρε λοιπὸν ὁ ἄγγελος τὸ κρεμμύδι, εἶπε στὴ γυναίκα νὰ πιαστεῖ ἀπ᾿ αὐτὸ κι ἄρχισε νὰ τὴν τραβᾷ ἔξω ἀπὸ τὴ λίμνη. Μέσα στὴ λίμνη ὅμως δὲν ἦταν μόνη της. Ὅταν οἱ ἄλλοι εἶδαν τί συνέβαινε, μαζεύτηκαν τριγύρω καὶ κρεμάστηκαν πάνω της μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ συρθοῦν κι αὐτοὶ ἔξω μαζί της. Τότε ὅμως ἡ γυναίκα, μὲ τρόμο καὶ ἀγανάκτηση, ἄρχισε νὰ τοὺς κλωτσᾷ. «Ἀφῆστε με», φώναξε. «Ἔμενα τραβᾷ ἔξω, ὄχι ἐσᾶς. Δικό μου εἶναι τὸ κρεμμύδι, ὄχι δικό σας». Τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ εἶπε αὐτό, τὸ κρεμμύδι ἔσπασε στὰ δυὸ καὶ ἡ γυναίκα ἔπεσε πίσω, μέσα στὴ λίμνη. Καὶ ἐκεῖ μέσα καίγεται μέχρι σήμερα. [Σημείωση "Νεκρού": Στην Ελλάδα η λαϊκή αφήγηση λέει πως αυτή η γυναίκα ήταν η μητέρα του αγίου Φανουρίου και ο αρχάγγελος Μιχαήλ προσπάθησε να τη βοηθήσει λόγω της έντονης προσευχής του αγίου γι' αυτήν. Δεν ξέρω την αρχική πηγή της αφήγησης, ώστε να αξιολογήσω, έστω και με ερωτηματικό, αν μπορεί να έχει κάποια ιστορική αξιοπιστία ή όχι - ως γνωστόν, βιογραφικές λεπτομέρειες του αγ. Φανουρίου δεν έχουμε πέρα από τα μαρτύριά του, που παριστάνονται στην αρχαία εικόνα του. Ωστόσο, είναι σημαντικό ότι η ιστορία (έστω κι αν είναι φανταστική) μιλάει για τη δυνατότητα σωτηρίας από την κόλαση! Δες σχετικά εδώ και εδώ].
Ἐὰν ἡ ἡλικιωμένη γυναίκα ἔλεγε μόνο «αὐτὸ εἶναι τὸ κρεμμύδι μας», δὲν θὰ ἀποδεικνυόταν ἄραγε ἀρκετὰ δυνατὸ γιὰ νὰ τοὺς τραβήξει ὅλους ἔξω ἀπὸ τὴ φωτιά; Μόλις ὅμως εἶπε «εἶναι δικό μου, ὄχι δικό σας», ἔγινε κάτι λιγότερο ἀπὸ ἄνθρωπος. Μὲ τὸ νὰ ἀρνηθεῖ τὸ μοίρασμα, ἀρνήθηκε τὴν προσωπικότητά της. Ὁ γνήσιος ἄνθρωπος, πιστὸς στὴν εἰκόνα τῆς τρισυπόστατης Θεότητας, εἶναι αὐτὸς ποὺ πάντοτε λέει ὄχι «ἐγώ», ἀλλὰ «ἐμεῖς», ὄχι «δικό μου» ἀλλὰ «δικό μας». Ἡ προσευχὴ ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μας δίδαξε ἀρχίζει μὲ τὸ «Πάτερ ἡμῶν» κι ὄχι «Πάτερ μου». Αὐτὸ ποὺ ἔκανε τὴν πρώτη ἀποστολικὴ κοινότητα τῶν Χριστιανῶν στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ ξεχωρίσει, ἦταν ἀκριβῶς ἡ πράξη τῆς μοιρασιᾶς. «Ἦσαν δὲ προσκατεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς (...) πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά» (Πράξ. 2:42-4). Ὡς Χριστιανοὶ δεκαεννιὰ αἰῶνες ἀργότερα, πόσο ἀπεγνωσμένα χρειαζόμαστε νὰ ἀνακτήσουμε αὐτὴ τὴν αἴσθηση τῆς κοινωνίας, νὰ ξαναμάθουμε πῶς νὰ μοιραζόμαστε τὸ κρεμμύδι.
Τὸ πρότυπό μας σ᾿ αὐτὸ τὸ μοίρασμα εἶναι καὶ πάλι ἡ Παναγία. Ὅταν δέχθηκε τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ἄμεση ἀντίδρασή της ἦταν νὰ πορευθεῖ «εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς» γιὰ νὰ μοιραστεῖ τὴν καλὴν εἴδηση μὲ τὴν ἐξαδέλφη της Ἐλισάβετ (Λουκ. 1:39-40). Μὲ σπουδὴ καὶ αἴσθημα βιασύνης: ἔνιωθε ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ κρατήσει τὴ χαρὰ γιὰ τὸν ἑαυτό της.
Ὅπως δείχνει ἡ παραβολὴ τῶν προβάτων καὶ τῶν ἐριφίων (Ματθ. 25:31-46), τὸ κριτήριο τῆς θείας κρίσης στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, δὲν θὰ εἶναι οἱ ἐσωτερικές μου σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα, οἱ θεῖες ὀπτασίες καὶ οἱ ἐκστάσεις μου. Οὔτε θὰ ἐρωτηθῶ γιὰ τὴ μοναχική μου ἄσκηση, τὶς νηστεῖες καὶ τὶς μετάνοιες. Θὰ μοῦ ζητηθεῖ ὅμως νὰ πῶ ἂν ἔδωσα τροφὴ στοὺς πεινασμένους, ἂν ἐπισκέφθηκα τοὺς φυλακισμένους καὶ τοὺς ἄρρωστους, ἂν φιλοξένησα τοὺς ξένους. Γι᾿ αὐτὰ ὅλα θὰ ἐρωτηθῶ. Μὲ ἄλλα λόγια, πῶς ἦσαν οἱ σχέσεις μου μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Ἤξερα νὰ μοιράζομαι; Ἤμουν ἁπλῶς ἕνα ἄτομο, κλεισμένο στὸν ἑαυτό μου; Ἢ ἤμουν ἕνα αὐθεντικὸ πρόσωπο ποὺ ζοῦσα σὲ κοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους; Δὲν εἶναι συμπτωματικὸ ποὺ ἡ λέξη πρόσωπο σημαίνει, ἐπίσης καὶ «ὄψη». Εἶμαι ἕνα ζωντανὸ πρόσωπο, ποὺ ξεχωρίζω ἀπὸ τὰ ἄλλα, μόνο ὅταν στέκω ἀπέναντί τους, τὰ ἀντικρύζω, τὰ κοιτάζω μέσα στὰ μάτια καὶ αὐτὰ κοιτάζουν ἐμένα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ κατοικεῖ μέσα στὴν καρδιά μας εἶναι Πνεῦμα κοινωνίας: κάνοντάς μας διαφορετικούς, μᾶς κάνει ὅλους ἕνα ["Νεκρός": όμως η μοναχική άσκηση, οι μετάνοιες κ.τ.λ. είναι μέρος του αγώνα μας για να νικηθούν τα εσωτερικά μας πάθη, με τη βοήθεια του Θεού, για να μπορέσουμε να αγαπήσουμε].

H εικόνα της φωτογραφίας βρισκεται στον Ι.Ναό του αγίου Ιννοκεντίου του Ιρκούτσκ που υπάγεται στο Πατριαρχείο Μόσχας και βρίσκεται στο Ντητρότιτ των ΗΠΑ. Από αριστερά προς τα δεξιά εικονίζονται η αγία Μαρία Σκόμπτσοβα, η τυφλή οσία της Μόσχας Ματρώνα και η γερόντισσα Γαβριηλία Παπαγιάννη (πηγή Misha).

Ζωντας σὲ μία κοινωνία ποὺ μεγαλώνει ὁλοένα πιὸ ψυχρὰ καὶ ἀδιάφορα, εἶναι χριστιανικό μας καθῆκον νὰ ἐπαναβεβαιώσουμε τὸ νόημα τῆς προσωπικῆς κοινωνίας. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψουμε στὶς μηχανὲς νὰ κυριαρχήσουν. 
Ὑπάρχει μία ἱστορία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ πῆγε νὰ δεῖ ἕναν ψυχίατρο. «Βρῆκα σὰν πιὸ εὔκολο τρόπο γιὰ νὰ συγκεντρώνομαι», εἶπε ὁ ψυχίατρος, «τὸ νὰ μὴ σὲ κοιτάζω στὸ πρόσωπο. Γι᾿ αὐτὸ ξάπλωσε στὸν καναπὲ καὶ ἐγὼ θὰ καθήσω στὴ γωνιά, πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα». Ἀφοῦ πέρασε λίγη ὥρα ὁ ἄνθρωπος παραξενεύθηκε γιατί ἐπικρατοῦσε μία ὕποπτη ἡσυχία πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα. Περπάτησε στὶς ἄκρες τῶν ποδιῶν τοῦ ὡς τὴ γωνιὰ καὶ κοίταξε προσεκτικὰ πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα. Οἱ ὑποψίες του ἐπιβεβαιώθηκαν. Εἶδε μία καρέκλα καὶ πίσω της μιὰ πόρτα· ὅμως πουθενὰ ὁ ψυχίατρος. Στὴν καρέκλα ὑπῆρχε ἕνα κασεττόφωνο. Ὁ ἄνθρωπος δὲν τὰ ἔχασε. Εἶχε πεῖ τὴν ἱστορία του πολλὲς φορὲς σὲ διαφορετικοὺς ψυχίατρους καὶ τὴν εἶχε γραμμένη σὲ κασέττα. Πῆρε λοιπὸν ἕνα κασεττόφωνο ἀπὸ τὴν τσάντα του, ἔβαλε μέσα τὴν κασέττα, τὸ ἄφησε στὸν καναπὲ καὶ τὸ ἔβαλε σὲ λειτουργία. Ὕστερα κατέβηκε κάτω γιὰ νὰ πάρει ἕνα καφέ. Στὴν καφετερία ὅμως συνάντησε τὸν ψυχίατρο ποὺ ἐπίσης ἔπαιρνε τὸν καφέ του. Ὁ ἄνθρωπος κάθησε στὸ ἴδιο τραπέζι μαζί του. «Πρόσεξε», διαμαρτυρήθηκε ὁ ψυχίατρος, «δὲν ἔπρεπε νὰ βρίσκεσαι ἐδῶ· ὄφειλες νὰ μείνεις πάνω, ξαπλωμένος στὸν καναπέ, νὰ λὲς τὴν ἱστορία σου». «Πολὺ σωστά», ἀπάντησε ὁ ἄνθρωπος. «Τὸ δικό μου κασεττόφωνο μιλᾶ στὸ δικό σου».
Ὡς Χριστιανοὶ βρισκόμαστε ἐδῶ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουμε τὴ μεγάλη ἀξία τῆς ἄμεσης ἐπικοινωνίας καὶ συνάντησης - ὄχι μηχανὴ πρὸς μηχανή, ἀλλὰ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο, ἐνώπιος ἐνωπίῳ.

Ὡρίμανση

Τέτοιο εἶναι τὸ ἀληθινὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο: ἐλεύθερο, εὐχαριστιακό, κοινωνικό - αὐτὸ πού, σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ τοῦ Ντοστογιέφσκι, καθιστᾶ τὸν ἑαυτό του «ὑπεύθυνο γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα» ["Νεκρός": είναι ίσως η πηγή της διάσημης φράσης του Ν. Καζαντζάκη (από την Ασκητική) "Να λες: εγώ, εγώ μονάχος μου, έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω". Μόνο που η ορθόδοξη οπτική δεν σπρώχνει τον άνθρωπο να νομίζει (εγωιστικά και αρκετά ανεύθυνα) πως μπορεί να σώσει τη γη, αλλά τον παρακινεί μόνο στην καλλιέργεια της ταπεινής αγάπης προς όλους και όλα] Σ᾿ αὐτὰ τὰ τρία χαρακτηριστικὰ πρέπει νὰ προστεθεῖ καὶ ἕνα τέταρτο: ἡ ὡρίμανση, ἡ πορεία πρὸς τὰ ἐμπρός, ἡ συνεχὴς πρόοδος. «Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμέν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα» (Α´  επιστ. Ἰωάννου γ:2). Τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο δὲν εἶναι στατικὸ ἢ στάσιμο, ἀλλὰ εἶναι δυναμικό. Εἶναι ἕνας ὁδοιπόρος, ἕνας ταξιδευτὴς - homo viator.
Αὐτὴ ἡ δυναμικὴ ὄψη τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας συχνὰ ἐκδηλώνεται κάνοντας μία διάκριση μεταξὺ τῆς εἰκόνας καὶ τῆς ὁμοίωσης τοῦ Θεοῦ. Ὁ συγγραφέας τῆς Γεν. 1:26, ὅταν ἔγραψε τὶς λέξεις «κατ᾿ εἰκόνα ἡμέτεραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» πιθανὸν δὲν εἶχε τὴν πρόθεση νὰ δημιουργήσει ἀντίθεση μεταξὺ τῶν δυὸ ὅρων. Ἁπλῶς ἐκατανοοῦντο ὡς δυὸ παράλληλοι. Οἱ Ἕλληνες ὅμως Πατέρες - ἰδιαίτερα ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος, ὁ Ὠριγένης, ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός [4] - τοὺς ἑρμηνεύουν ὡς νὰ ἔχουν διαφορετικὸ νόημα. Ἡ εἰκόνα, σύμφωνα μὲ τὴ δική τους ἐξήγηση, δηλώνει αὐτὸ ποὺ ὁ ἄνθρωπος κατέχει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ ὁποῖο, παρὰ τὴν Πτώση, ποτὲ δὲν χάθηκε ἐντελῶς. Ἡ «ὁμοίωση» δηλώνει τὸν ἔσχατο σκοπό μας, τὴν πληρότητα τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς ζωῆς ἐν Θεῷ, τὴ θέωση. Εἰκόνα εἶναι τὰ ἀρχικὰ χαρίσματα ποὺ δόθηκαν στὸν ἄνθρωπο κατὰ τὴ δημιουργία, ὁμοίωση ὁ τελικὸς σκοπὸς ποὺ πρέπει νὰ ἐκπληρωθεῖ μέσῳ τῆς ὀρθῆς χρήσης τῆς ἐλευθερίας, μὲ τὴ χάρη πάντοτε τοῦ Θεοῦ. Εἰκόνα εἶναι ἡ δυνατότητα γιὰ πραγματοποίηση τῆς ὁμοίωσης, ἡ ἀφετηρία καὶ τὸ τέρμα. Ἡ Εἰκόνα δὲν εἶναι ποτὲ αὐτάρκης. Πάντοτε κοιτᾶ πρὸς τὰ ἐμπρός, κατευθύνεται πάντα πρὸς τὴν ὁμοίωση γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ. Ὁ ἄνθρωπος ταξιδευτής, ὁ homo viator, σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ βρίσκεται σ᾿ ἕνα ταξίδι ἀπὸ τὴν εἰκόνα στὴν ὁμοίωση.
Οἱ χριστιανοὶ συγγραφεῖς συχνὰ μίλησαν γιὰ τὸ «πρωτόκτιστον κάλλος» τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, στὸν Παράδεισο. Ὁ Ἀδὰμ κατὰ τὴ δημιουργία του, μὲ μιὰ τέτοια θεώρηση, προικίστηκε μὲ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς γνώσεως. Γιὰ μᾶς σήμερα εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ ἀντιληφθοῦμε τί σημαίνει αὐτό. Εἶναι λοιπὸν σημαντικὸ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι ὁ μοναδικὸς τρόπος ποὺ ἐξετάζεται ἡ προπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στὴ χριστιανικὴ παράδοση. Ὑπάρχει ἀκόμη μιὰ προσέγγιση ποὺ βρίσκεται σὲ συγγραφεῖς τοῦ δευτέρου αἰώνα, ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ Θεόφιλος Ἀντιοχείας καὶ Εἰρηναῖος, καὶ ἡ ὁποία προσαρμόζεται πολὺ καλύτερα στὴ δυναμικὴ διάκριση ποὺ κάναμε μεταξὺ εἰκόνας καὶ ὁμοίωσης. 

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο μεγάλος ποιητής, μουσικός και θεολόγος του 8ου αι. μ.Χ.

Ὁ ἄνθρωπος στὴν πρώτη δημιουργία, εἰσηγοῦνται αὐτοὶ οἱ συγγραφεῖς, ἦταν σὰν νήπιο - τέλειος ὄχι τόσο ἐνεργείᾳ, ὅσο δυνάμει. Δὲν ἦταν προικισμένος μὲ τὴν πληρότητα τῆς σοφίας καὶ τῆς δικαιοσύνης ἀλλὰ βρισκόταν ἁπλῶς σὲ μιὰ κατάσταση ἁπλότητας καὶ ἀθωότητας. «Ἦταν ἕνα παιδὶ ποὺ δὲν εἶχε ἀκόμη ἀναπτυγμένη τέλεια τὴν ἀντίληψή του», σημειώνει ὁ Εἰρηναῖος. «Ἀπαραίτητα ἔπρεπε νὰ ὡριμάσει καὶ νὰ φτάσει στὴν τελειότητα». [5] Ὁ Δημιουργὸς Θεὸς ἔβαλε τὰ πόδια τοῦ Ἀδὰμ στὸ σωστὸ δρόμο, ὅμως ὁ Ἀδὰμ εἶχε μπροστά του πολλὴ ἀπόσταση νὰ διανύσει ὥσπου νὰ φτάσει στὸ τέρμα τοῦ ταξιδιοῦ του. Ὁ homo viator δὲν ταξιδεύει σ᾿ ἕνα κλειστὸ κύκλο ἀλλὰ κατὰ μῆκος μιᾶς γραμμῆς ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ πάνω.
Αὐτὸ τὸ σημεῖο δικαιώνεται ἂν δοθεῖ ἡ πραγματικὴ βαρύτητα στὴν Ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ. Λαμβάνοντας τὴ δική μας ἀνθρώπινη φύση στὴ δική του κατὰ τὴν ἐνσάρκωση καὶ «θεώνοντας» τὴν κατὰ τὴ Μεταμόρφωση, Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψη, ὁ Λόγος εἰσήγαγε στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα νέο στοιχεῖο, μιὰ πιὸ πλήρη διάσταση ποὺ δὲν ὑπῆρξε σ᾿ αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἀρχή. Δὲν ἀποκατάστησε ἁπλῶς τὴν εἰκόνα ἀλλὰ χάρισε στὸ καθ᾿ ὁμοίωση πλατύτερες δυνατότητες. Τὸ τέλος ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀρχή· ἐσχατολογία δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀρχαιολογία.
Ὅμως ὅλα δὲν σταματοῦν ἐδῶ. Σύμφωνὰ μὲ τὸ Βίο τοῦ Μωυσέως τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης (330-395), ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἡ συνεχὴς ὡρίμανσή του - ὁ Γρηγόριος τὴν ἀποκαλεῖ ἐπέκταση, ποὺ σημαίνει τὴν κίνηση εἰς τὸ πέραν, πέρα ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ βρίσκεται μπροστὰ (ἰδὲ προς Φιλιππισίους 3:13) - θὰ συνεχιστεῖ ἀδιάκοπα ὄχι μόνο σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀλλὰ καὶ στὴν ἄλλη, στὴν αἰωνιότητα. Ὄχι μόνο στὴ γῆ, ἀλλ᾿ ἐξ ἴσου στὸν οὐρανό, ἡ ὡρίμανση εἶναι ἕνα χαρακτηριστικὸ τῆς ἀνθρώπινής μας προσωπικότητας. Ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι ἀτελεύτητος, πιστεύει ὁ Γρηγόριος, ἡ σεσωσμένη ἀνθρώπινη φύση δὲν θὰ πάψει ποτὲ νὰ μετέχει ἔτι καὶ ἔτι πληρέστερον στὴν ἀπέραντη δόξα καὶ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνώση μας γι᾿ αὐτόν, ἐνῶ συνέχεια αὐξάνεται ποτὲ δὲν θὰ ἐξαντληθεῖ. Ἡ οὐσία τῆς τελειότητας συνίσταται παραδόξως στὸ γεγονὸς ὅτι ποτὲ δὲν γινόμαστε τέλειοι ἀλλὰ συνεχίζουμε νὰ μεταμορφωνόμαστε ἀπὸ «δόξης εἰς δόξαν» (Β´ Κορινθ. 6:18). Ὅπως γράφει ὁ Jean Danielou, «κάθε τέλος εἶναι μία καινούργια ἀρχή, καὶ κάθε ἄφιξη εἶναι μοναχὰ μιὰ νέα ἀναχώρηση».[6] Κάθε σύνορο, στὴ σκέψη τοῦ Γρηγορίου, προϋποθέτει ἕνα πέραν· κάθε περιορισμὸς συνεπάγεται, ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι πεπερασμένος [7]. Ἡ αἰωνιότητα ὅπως καὶ ἡ ἱστορία δὲν εἶναι ἕνας κύκλος ἀλλὰ μία πορεία πρὸς τὰ πάνω. Δὲν εἶναι ἕνα γεωμετρικὸ σημεῖο ἀλλὰ μία ἑλικοειδὴς ἄνοδος.
Αὐτὸ λοιπὸν σημαίνει νὰ εἶσαι γνήσιος ἄνθρωπος: νὰ ἐκλέγεις, νὰ εὐχαριστεῖς, νὰ μοιράζεσαι, νὰ ὡριμάζεις. Gloria enim, Dei vivens homo, βεβαιώνει, ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος: «Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ζωντανὸς ἄνθρωπος» [8]. Ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ κάνουμε αὐτὴ τὴ δόξα ὁλοένα καὶ πιὸ ἐμφανῆ στὸν ἑαυτό μας. Ἂς γίνουμε περισσότερο ὅμοιοι τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νὰ γινόμαστε ἀκόμη περισσότερο ἄνθρωποι.

Ὑποσημειώσεις:

1. Βίος τοῦ Ἁγίου Παχωμίου 18, ἔκδ. Halkin, σσ. 30-31.
2. Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλίμαξ, Βαθμίδα 28, P.G. 88, 1132A
3. Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ξεκινᾶ ἤδη ἀπὸ τὸν 2ο αἰώνα. Πρβλ. Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρὸς Αὐτόλυκον, ΙΙ18· ἰδὲ ἐπίσης Ἐπιστολὴ τοῦ Βαρνάβα, V.5, VI.12· Ἰουστίνου Μάρτυρος, Διάλογος πρὸς Τρύφωνα, 1 XII.2.
4. Ἰδὲ Εἰρηναίου, Κατὰ τῶν αἱρέσεων, V.i.3 καὶ V.vi.1· Ὠριγένους, Περὶ Ἀρχῶν, ΙΙΙ.vi.1· Μαξίμου, Περὶ Ἀγάπης, iii.25· Θεολογικὰ Κεφάλαια, i.13· Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Περὶ Ὀρθοδόξου Πίστεως, ii.12. Ἡ διάκριση ἐπίσης βρίσκεται στοὺς Κλήμη Ἀλεξανδρείας, Μεθόδιο, Κύριλλο Ἱεροσολύμων, Ἰωάννη Χρυσόστομο καὶ Διάδοχο Φωτικῆς. Σὲ ἄλλους ὅμως Πατέρες, ὅπως τοὺς Ἰππόλυτο, Ἀθανάσιο, Γρηγόριο Ναζιανζηνό, Γρηγόριο Νύσσης, Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, Θεόδωρο Μοψουεστίας καὶ Θεοδώρητο Κύρου, ἡ διάκριση εἴτε ἀπορρίπτεται εἴτε δὲν ἐξετάζεται μὲ καθαρὸ καὶ συγκεκριμένο τρόπο.
5. Ἐπεξήγησις Ἀποστολικοῦ Κηρύγματος, 12· πρβλ. Θεοφίλου, Πρὸς Αὐτόλυκον, ii.24 καὶ 27.
6. J. Danielou καὶ H. Musurillo, From Glory to Glory: Texts from Gregory of Nyssa's Mystical Writtings, London 1962, σελ. 69.
7. Εἰς τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων, P.G. 44, 1024 BCD.
8. Κατὰ τῶν αἱρέσεων, IV.xx[xxxiv].7.

Πηγή: «Ἄνθρωπος καὶ Κοινωνία», Δοκίμια γιὰ τὴ θέση τοῦ ἀνθρώπου στὸν σύγχρονο κόσμο, ἐκδόσεις Ἱερᾶς Βασιλικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Ἁγ. Νεοφύτου, Πάφος 1991.
(*) Για το συντάκτη π. Κάλλιστο Ware δες εδώ, και κείμενά του εδώ & εδώ (δειγματοληπτικά - το διαδίκτυο έχει πολλά ακόμη).

Orthodoxy In An English Village



by Fr. George Hackney

 

Near to the geographical centre of England you can find Rolleston,  the tiny village where I was born. My family were farmers, as their ancestors had been for generations.  In the heart of the village and under the jurisdiction of the Church of England stood the ancient parish church of The Holy Trinity.  For centuries it had been the centre of village life.  There were no other denominations in the village.
As a child I did not even know that other denominations existed.  It was in the Church of England that  I was baptised and taught the orthodox Christian Faith. It was in the Church of England alone that I learned and accepted the great Orthodox dogmas concerning the  Holy Trinity, Creation, Incarnation, Virgin Birth, Resurrection, Salvation through Christ our God from sin, death and the devil,  the necessity for sacramental incorporation by Baptism and Confirmation into the ancient Church founded by Christ and the blessings of grace through the other sacraments, especially the Eucharist and Absolution and also the ethical and moral demands of the Christian life.The Church of England taught me all this and much, much more, including devotion to Our Lady, both  in the parishes where I worshipped and in the Theological College I attended as a young man.  It was in the Church of England that I learned to accept the faith of Bible and Tradition and to revere the seven Ecumenical Councils, rather than individual interpretation, as the reliable guide to the interpretation of Scripture

 

In an English city

 

I was ordained deacon in 1968 and priest in 1969 and for 32 years I served in the Church of England as a priest, most of the time in the industrial City of Derby.
During those years I sought to pass on to the people that which I had myself received – i.e. that the Church of England was the original and ancient Catholic Church of this nation of England, as its own catechism proclaimed.
That it had survived the Reformation troubles with the apostolic succession intact and that it had no special doctrines of its own – only the agreed doctrines of the Universal Church set forth before the Great Schism of 1054; holding to the Patristic Faith and rejecting modern papal innovations.  The orthodox Faith with nothing added and nothing taken away.

 

First doubts

 

All this I firmly believed until 1992.  It was the unilateral decision of the Church of England to proceed  with the ordination of women to the priesthood  that first began to shake my confidence.  I could scarcely believe that our Synod and our Bishops had decided to proceed with this unprecedented innovation – ignoring  pleas from the Pope of Rome and the Patriarchs of the East that we should refrain from unilateral action on so divisive a matter.
When the General Synod of England voted to accept the doctrine and practice of female ordinations 500 or so clergy resigned almost immediately, believing that these ordinations put the validity of the eucharistic celebration in doubt. In the twelve months following the first ordinations of clergy women the Church of England lost 36,000 regular lay worshippers. This was equivalent to  the total number of regular communicants in three average English dioceses. The drift from the Church has continued ever since and the number of laymen and women attending Church of England liturgy in this land continues to fall every year.

 

Resignation.

 

Eventually I resigned from my parish duties in Derby, aged 60, and went into early retirement because I was becoming very concerned at the way the Anglican Communion, not just in England but around the world, is breaking up into factions no longer in Communion with each other.

 

Tip of the iceberg.

 

This is happening over a range of matters  doctrinal, ethical and canonical.  It is not just about the ordination of women. That was merely the first crack in the wall and a taste of things to come.  It was the first sign that those in authority in the Anglican world were willing to surrender orthodoxy and embrace novel doctrines and practices previously quite unknown or previously rejected as heretical.
There is not just one issue but many.

 

Fragmentation of Anglicanism.

 

The fragmentation of Anglicanism,  which originated in the Episcopal Church of the USA, has spread deep into the heart of the  mother Church of England.
I  became increasingly unhappy that the Church of England today is becoming less and less like the Church as it was when I was baptised and ordained priest.
In particular the General Synod in London (consisting of Bishops, Clergymen and women and Lay men and women)  and the State-appointed Bishops of today are surrendering the orthodoxy of Anglicanism and replacing it with new liberal ways on three fronts: in doctrine, discipline and ethics.
The national Church of England is becoming more and more protestant, more and more liberal, less and less orthodox.
Its Leaders in the Episcopate and its rulers in the Synod seem to be infected with secular ideas which they see as modern and compassionate and in tune with the spirit of modern man and the present age but which plainly contradict the witness of Scripture and Tradition.
This can be seen in many areas today …
in the field of the individualistic interpretations of Scripture that are accepted,
in the ordination of women to the priesthood and soon to the episcopate,
in the revocation last year of the old Convocation Regulations stating that marriage is a lifelong sacramental bond,
in the permission given by some English bishops, such as the present Bishop of Lincoln, for their clergy to give a liturgical blessing to homosexual partnerships as if these were marriages,  in the permitted continuance in Office of higher and lower clergy who publicly deny in the pulpit, on television,
in the newspapers and in books and articles even most basic doctrines of the Creed, such as the resurrection of Our Lord Jesus Christ and his virginal conception and birth,
in the official acceptance of the new idea of Provincial autonomy in doctrine which results in Anglican Provinces around the world deciding on their own authority to introduce new doctrines and practices, of a liberal kind, never before held in Anglicanism, and not held by other Provinces….
and many, many other things which flow  from this.

 

From Communion to Federation.

 

The Anglican Churches around the world which used to be in full Communion with the Archbishop of Canterbury and with each other are so no longer. The term Anglican Communion is still used by the State Church in England but in reality and truth it has disintegrated into a mere Federation of Churches of Anglican origin.  It is no longer true that they are all in sacramental Communion with each other.  There is no longer agreement in doctrine, ethics, morals or canon law.
In America already there are, I believe, over 40 Anglican jurisdictions separated and not in Communion with each other or with the Archbishop of Canterbury. Here in England there are at least three different Anglican Continuing Churches not in Communion with the official State Church or with each other .
Moreover the Traditional Movement within the State Church, which began as a resistance to the innovations of 1992, and which I initially joined and took an active part in, still hoping we could reverse the tide of liberalism,  is striving to form yet another totally independent Free Province as a refuge for orthodox English Anglicans.

 

Flying Bishops

 

This movement has been allowed by the General Synod to have four roving Bishops of its own to confirm and ordain members in traditional orthodox Church of England parishes, across Diocesan boundaries. This happens only where the Church Council has voted to resist liberal innovations and has petitioned the Diocesan Bishop for the extended pastoral care of an orthodox Anglican bishop.
In the Church of England now a parish can effectively choose its own bishop.  This destroys the reality of the Diocesan Bishop as centre of unity in the local Church.
However these so called Flying Bishops operate only under the control and with the permission of the local Diocesan Bishop, who may be one who does not believe in the virgin birth or the Resurrection of Our Lord and may well be permitting his parish priests to have faithful homosexual relationships, despite the pleas of Lambeth Conference,  and to give liturgical blessings to homosexual partnerships of both sexes and in most cases will himself be ordaining female candidates into his College of Diocesan Priests.   The Flying Bishops have no jurisdiction, cannot select candidates for ordination, and must be in full Communion with the Diocesan Bishop despite the fact that the people and parishes they serve refuse to be so.

 

The old Faith

 

When I was ordained in 1968 by the Anglican Bishop of Bradford, the Rt. Revd Michael Parker, I believed that our Church of England was the ancient, original, western Orthodox and Catholic Church of this land and that despite its faults and failings (for no Church is perfect) it was the right and proper instrument for the ongoing evangelisation and pastoral care of the English people.  The Bishop who ordained me encouraged me in this and held the same belief.
This is what I was taught as a young man at my Theological College. I accepted it then and was  guided by it up to my last days as an Anglican.

 

Visit to Serbia

 

This faith in the orthodoxy of the old Church of England I still held strongly when, in 1983, with my family, I had the privilege of spending several weeks visiting towns, villages and monasteries throughout Serbia and adjacent Regions with Fathers Georgije, Dositej and Longin; at that time parish priests in England and now Bishops of the Serbian Church.   At that time I was much encouraged by direct experience of Orthodoxy and Orthodox people in an Orthodox land.  It renewed my vision of what the Church of England ought to be and had the potential to become.

 

The breaking of a dream

 

In these present  times I see this understanding of the Church of  England, which I was taught and received, being abandoned on all sides by those in authority.  Orthodox Anglican congregations, people and priests are in despair.  There is a steady trickle of people and priests leaving the Church of  England every year.
Most of them seek to be received into the Roman Catholic Church simply because the liturgy of Rome is Western in form and almost identical to the Anglican Rite, so they feel at home with it and can worship without major difficulties.
This is especially the case with English lay people who initially find Eastern rites baffling.
Even now there are still some Bishops priests and people struggling on heroically to maintain orthodoxy in life and doctrine within the Church of England, but they are increasingly marginalised and ignored.  In the year 2000, when I was still serving as an Anglican priest, I was able to take a coach-load of my parishioners to London for a Millennium Mass celebrated in the London  Arena and organised by the orthodox resistance network, Forward in Faith.
At that Mass there were 800 concelebrating priests and over 10,000 communicants.   For a long time I remained an active part of this struggle to recover orthodoxy in our beloved Church.
Sadly I think that great Liturgy in the London Arena was probably the last gasp of the orthodox constituency in the Church of England. Many of those who took part in it have now left the Church of England. For myself I cannot accept the claim of Rome to impose new doctrines on the Church without the agreement of an Ecumenical Council; doctrines such as that of Papal Infallibility and the immaculate conception of the Mother of God and therefore I could not ask to be received into the Roman Communion.

 

Time out to think

 

When you are a very busy parish priest you do not have much time to think deeply about these things, however.  The immediate needs of your parishioners are paramount. The day to day demands of the ministry in a large and busy City parish simply leave you tired and exhausted.
Since Annis, my wife, and I came in 2001 to live in comparative isolation near my home village  in enforced early retirement I have been able to take time to ponder and to pray.

 

The root of the matter

 

At root it is all a question of where Authority lies in matters of Doctrine, Discipline and Order in the the Church of God.
This has always been a problem in Anglicanism but in these times it becomes more and more acute as Provinces, Dioceses, individual Bishops and even Parishes and individual priests assert their right to autonomy – their right not to be bound by Scripture, Tradition, the Ecumenical Councils,  the Liturgy, or anything other than their own experience and what appears to them to be the dictates of reason in the modern world.
This question of Authority lies at the root of the fragmentation of Anglicanism today.

 

Coming home

 

After much inner struggle and distress I  made a clear decision to seek reception into the Orthodox Church .  My sole wish is to continue to be an orthodox Christian and not to continue fighting my own denomination in endless wrangling and arguments over doctrine and discipline in a Church where I can no longer remain in full Communion with the Bishop of the Diocese… a church which with almost every meeting of its Synod strays further and further from Scripture and Tradition.
It has not been an easy decision to leave the Church of England because I have served as a priest for the past 32 years, it has been the whole of my life and I knew that if I entered the Orthodox Church it would have to be in lay Communion since I am not bringing a congregation, group or community with me.
However it is more important to me to be simply an Orthodox Christian in the genuine Orthodox Church than to serve as priest. It is a matter of priorities.
Annis, my wife, and I began to  attend Divine Service  at the Orthodox Parish of St Aidan and St Chad in Nottingham, England. The parish church is a converted Methodist Chapel on Carlton Hill, Nottingham. To attend liturgy we have to make a 44 mile car journey each time. This will always have been normal for many Orthodox in this country but for 32 years I was used to having the parish church right there on my doorstep!
The parish is under the Moscow Patriarchate and all services are served in the English Language, so we have no language difficulties in worship.  Although I am more familiar with the Serbian Church than the Russian there is no Serbian Church accessible to where I now live. The parish priest at Nottingham is Fr David Gill and the assistant priest is Fr Peter Brameld.  We have two priests and two deacons. Three of these are former Anglican clergy. About half our regular congregation are former Anglicans. The rest are East Europeans and their descendants.
On the Eve of the Theophany this year 2003, eighteen months after resigning my Anglican parish, I was received by Confession and Chrismation into the Holy Orthodox Church, Moscow Patriarchate.  At present I am attending  the 2 year part-time Certificate in Orthodox Christian Studies course at the Institute for Orthodox Christian Studies at Cambridge. This is the first Pan-Orthodox Theological College in England. It is affiliated to the ancient University of Cambridge and has a web-site at http://www.iocs.cam.ac.uk



Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Η νηστεία της παραμονής των Φώτων (και τα "φωτοκόλλυβα")



"Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός..."
 
Η γιορτή των Θεοφανείων (τα Φώτα), με την οποία ουσιαστικά κλείνει το άγιο Δωδεκαήμερο (ακολουθεί η τιμητική γιορτή της "Σύναξης του Προδρόμου", επειδή ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος πρωταγωνιστεί στη βάφτιση του Χριστού) είναι μια από τις μεγαλύτερες γιορτές του ορθόδοξου λαού μας, με πλούσια λαογραφία, στην οποία βέβαια κυριαρχεί ο αγιασμός των υδάτων, οι βουτηχτάδες που βγάζουν το Σταυρό από τη θάλασσα ή τις λίμνες κ.τ.λ., το "φώτισμα" με αγιασμό από τον παπά στα σπίτια μας, στα μαζαγιά, τα χωράφια, ακόμα και τα αυτοκίνητα, τα γεωργικά μηχανήματα κ.τ.λ.
Κατά τις παλιές παραδόσεις του λαού μας, αυτή τη μέρα φεύγουν και οι καλικάντζαροι. Η ιδέα ότι υπάρχουν καλικάντζαροι ανήκει στη λαϊκή θρησκευ-τικότητα του λαού μας, έχει αρχαιοελληνική προέλευση και δεν είναι αποδεκτή από τους αγίους διδασκάλους της Ορθοδοξίας. Είναι ένας λαϊκός μύθος.
Αυτό όμως που θα ήθελα να υπενθυμίσω μ' αυτό το post, είναι ότι στις 5 Ιανουαρίου (παραμονή των Φώτων), οι ορθόδοξοι χριστιανοί νηστεύουμε. Είναι μια αλάδωτη νηστεία, δηλαδή νηστεύουμε και το λάδι, όχι μόνο το κρέας, το ψάρι, τ' αβγά και το γάλα. Τρώμε αλάδωτο φυτικό φαγητό. 
Η αυστηρή αυτή νηστεία είναι μέρος της προετοιμασίας μας για να πιούμε Μεγάλο Αγιασμό στις 6 Ιανουαρίου, την ημέρα των Φώτων. Παρακαλώ, ας μην την ξεχάσουμε.
Στην Κρήτη, όταν η παράδοση ζούσε ακόμα, την παραμονή των Φώτων παρασκεύαζαν ένα αλάδωτο νηστίσιμο φαγητό που λεγόταν "φωτοκόλλυβα" ή "παπούδια" (επίσης ψαροκόλλυβα ή παλληκάρια). Ήταν βρασμένο στάρι (=κόλλυβα), μαζί με φασόλια, φάβα (ολόκληρη, δεν ήξεραν τότε την αλεσμένη), φακές, κουκιά και γενικώς ό,τι όσπρια υπήρχαν στο σπίτι. Τα έβραζαν και τα έτρωγαν με αλατάκι, συνοδευόμενα με ψωμί, κανένα κρεμμύδι, ελιές κ.τ.λ. (όταν δεν τρώμε λάδι, μπορούμε να φάμε ελιές, για να παίρνουμε τις βιταμίνες τους).
Φωτοκόλυβα έδιναν και στα πουλιά (στις κότες και τα περιστέρια) αλλά και στα ζώα του σπιτιού, ιδίως στα βόδια, επειδή με τα βόδια είχαν οργώσει το χωράφι για να σπείρουν το στάρι και τα όσπρια. Έπρεπε λοιπόν να γευτούν κι αυτά τους καρπούς των κόπων τους.
Η φωτογραφία από την ανάρτηση "Το ξεχασμένο φαγητό της παραμονής των Φώτων".

Για τη λαογραφία των Φώτων υπάρχει πλούσια αρθρογραφία στο Ίντερνετ. Ευχόμαστε η χάρη της εορτής να αγιάσει την καρδιά και τη ζωή όλων μας - όλων σας.
Για το νόημα της νηστείας στην Ορθοδοξία, δες λίγα εδώ. Εξαιρετικό (πλήρες, θα έλεγα) blog για τη νηστεία (με πολλές συνταγές, αλλά και άρθρα και πληροφορίες, θεολογικά θέματα κ.τ.λ.) δες εδώ.

Ορθόδοξος μοναχός είναι απομονωμένος στην κορυφή ενός βράχου στη Γεωργία



Ο μοναχός Maxime Kavtaradze ζει στην κορυφή ενός βράχου 
στην Chiatura, όπου ανοικοδομεί ένα μοναστήρι
Ένας Ορθόδοξος της Γεωργίας αποφάσισε να απομονωθεί από τον κόσμο και να ζήσει στην κορυφή ενός βράχου. Ο Maxime Kavtaradze, είναι 55 ετών και έχει ανοικοδομήσει ένα μοναστήρι στη Chiatura, μια απομακρυσμένη περιοχή της χώρας.
Οι περισσότεροι Γεωργιανοί είναι ορθόδοξοι. Περίπου 450 κτίρια, συμπεριλαμβανομένων εκκλησιών και μοναστηριών ανακατασκευάστηκαν στη χώρα κατά τα τελευταία πέντε χρόνια, με κυβερνητική χρηματοδότηση.

Αλλά το έργο στην κορυφή του βράχου είναι πιο δύσκολο και έχει διαρκέσει 13 χρόνια. Ο μοναχός ανεβάζει με τα χέρια κάθε μία από τις πέτρες που χρειάζονται για τις εργασίες ανοικοδόμησης.



Ο σκελετός ενός άλλου μοναχού που έζησε στο μοναστήρι πριν από 500 χρόνια φυλάσσεται στον ξενώνα.
Ο Kavtaradze λέει ότι θέλει να μείνει στην κορυφή του βράχου και πως περιμένει την ευλογία ηγέτη της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η ανακατασκευή του μοναστηριού στην κορυφή του βράχου είναι αποτέλεσμα της αναγέννησης του Πατριαρχείου Γεωργίας που το τελευταίο διάστημα πραγματοποιεί, με την βοήθεια των πιστών, σημαντικό έργο.

 
Πηγή: BBC Βραζιλία - BBC BRASIL.com
Από: http://www.ecclesia.com.br/news/?p=5231

Οι άγιοι 70 Απόστολοι (4 Ιανουαρίου)






Στα ιερά Ευαγγέλια γίνεται λόγος για εβδομήκοντα Αποστόλους, τους οποίους εξέλεξε ο Χριστός: "Μετά δε ταύτα ανέδειξεν ο Κύριος και ετέρους εβδομήκοντα, και απέστειλεν αυτούς ανά δύο προ προσώπου αυτού εις πάσαν πόλιν και τόπον ου ήμελλεν αυτός έρχεσθαι". Και ακόμη τα ιερά Ευαγγέλια μας μιλούν για το αποτέλεσμα αυτής της αποστολής και για την μαρτυρία, που έδωκε ο ίδιος ο Χριστός για τους εβδομήκοντα - "Υπέστρεψαν δε οι εβδομήκοντα μετά χαράς λέγοντες Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματί σου". Ο Χριστός τότε απάντησε "Πλην εν τούτω μη χαίρετε, ότι τα πνεύματα υμίν υποτάσσεται, χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς". 
Για τους εβδομήκοντα Αποστόλους τελεί σύναξη σήμερα η Εκκλησία και τιμά εκείνους, που ετίμησε με την αποστολή και με την μαρτυρία του ο Ιησούς Χριστός. Είναι γραμμένο [Ψαλμός 138]: "Εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου, ο Θεός".

Βιογραφία
Για τους Αποστόλους αυτούς μας πληροφορεί το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο στο δέκατο κεφάλαιο. Τους εξέλεξε ο Χριστός ύστερα από τους Δώδεκα για να βοηθούν το έργο Του, πηγαίνοντας αυτοί πρωτύτερα σε κάθε πόλη και τόπο, όπου θα πήγαινε κατόπιν ο Ίδιος. Στον αγώνα αυτό, έπρεπε να καταβάλουν όλη τους τη δραστηριότητα, χωρίς να χάνουν ούτε στιγμή. Γι' αυτό τους είπε, ότι ώφειλον να μη σταματούν και να μη χαιρετούν κανένα εις τον δρόμον. Αυτό δε, αποτελεί μάθημα για μερικούς πνευματικούς εργάτες, που χάνουν άσκοπα ώρες και μέρες φλυαρώντας αντί να διδάσκουν, και σκανδαλίζοντας αντί να οικοδομούν. 
Ο Κύριος παρήγγειλε τους εβδομήκοντα Αποστόλους, μήτε βαλάντιο [=χρήματα] να έχουν μαζί τους, μήτε δισάκιο, ούτε υποδήματα να κρατάνε. Γιατί; Για να φανεί ότι οι στρατιώτες του Χριστού πρέπει να έχουν αυταπάρνηση και να εξοικειώνονται με όλες τις στερήσεις. Και να δειχθεί ότι ο Θεός με μηδαμινά μέσα κατορθώνει τα μεγαλύτερα και δυσκολότερα έργα. Οι Εβδομήκοντα εξετέλεσαν την αποστολή τους με όλη την ακρίβεια και την πειθαρχία, όταν ο Χριστός ήταν στη γη. Αλλά και υστέρα από την ανάληψή Του και το σχηματισμό της Εκκλησίας Του, έκαναν με ζήλο και αυταπάρνηση όλο το καθήκον τους.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, της πρώτης Χριστιανικής περιόδου, προσπάθησαν να τους ταυτίσουν σταχυολογώντας πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, κυρίως από το βιβλίο των Πράξεων, καθώς και τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Η πρώτη απόπειρα καταρτίσεως καταλόγων των ονομάτων των Εβδομήκοντα Αποστόλων έγινε σε αντίδραση ενεργειών των Γνωστικών, οι οποίοι είχαν ανορθόδοξη και εσφαλμένη αντίδραση περί του επισκοπικού αξιώματος και της αδιάκοπης αποστολικής διαδοχής και αποσκοπούσε να προβάλει πρόσωπα με αναμφισβήτητο εκκλησιαστικό κύρος, που ήσαν άμεσα συνεχιστές του έργου των Δώδεκα Αποστόλων. Από την εποχή του πρώτου σχίσματος (867 μ.Χ.), όταν το «παπικὸν πρωτεῖον ἐξῆλθεν πλέον τῆς θεωρητικῆς καὶ ἀορίστου μορφῆς τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε διετήρει καὶ ἔλαβε πρακτικὴν καὶ ὡρισμένην μορφὴν ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας», προβάλλονται ιδιαίτερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία οι Εβδομήκοντα Απόστολοι, σε αντίδραση στις γνωστές θέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας περί του πρωτείου του Πάπα. Γι' αυτό, αν και έκαστος των Αποστόλων εορτάζει σε τακτή ξεχωριστή ημέρα, η Εκκλησία μας όρισε και ιδία μέρα για την κοινή εορτή αυτών που κακοπάθησαν για το Ευαγγέλιο του Υιού και Λόγου του Θεού.

Αυτοί ήταν:

1. Άγαβος, προφήτης, ο οποίος προφήτευσε τη σύλληψη του Αποστόλου Παύλου και το μέγα λιμό εις Ιερουσαλήμ (Τιμάται 8 Απριλίου).
2. Ακύλας, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, μετά της συζύγου αυτού Πρισκίλλης, μαρτυρικά τελειωθέντες (Τιμούνται 14 Ιουλίου, 13 Φεβρουαρίου).
3. Αμπλίας, Επίσκοπος Οδυσσουπόλεως (της Μακεδονίας), υπό του Αποστόλου Ανδρέου εγκατασταθείς και υπό των εθνικών αναιρεθείς (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
4. Ανανίας, μαθητής του Κυρίου στη Δαμασκό, συναντήσας καθ' υπόδειξη του Κυρίου τον Σαούλ (Παύλο) τυφλωθέντα, τον οποίο θεράπευσε και Βάπτισε. Έγινε Επίσκοπος Δαμασκού, τελειωθείς διά λιθοβολισμού (Τιμάται 1 Οκτωβρίου).
5. Ανδρόνικος, Επίσκοπος Πανονίας (Τιμάται 17 Μαΐου, 30 Ιουλίου και 22 Φεβρουαρίου η εύρεση των Τιμίων Λειψάνων του).
6. Απελλής, Επίσκοπος Σμύρνης (Τιμάται 10 Σεπτεμβρίου).
7. Απελλής (έτερος), Επίσκοπος της εν Θράκη Ηρακλείας (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
8. Απολλώς, Επίσκοπος Καισαρείας (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
9. Απφία(ς) (ή Απφιών), σαφώς πρόκειται περί γυναίκας Αποστόλου, την οποία αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην προς Φιλήμονα επιστολή: «καὶ Ἀπφίᾳ τῇ ἀγαπητῇ». Συνεμαρτύρησε μετά των Αποστόλων Διλήμονος, Αρχίππου και Ονησίμου επί Νέρωνος (φέρεται ως σύζυγος του Φιλήμονος) (Τιμάται 22 Νοεμβρίου).
10. Αρίσταρχος, Επίσκοπος της εν Συρία Απαμείας, αποκεφαλισθείς υπό Νέρωνος (Τιμάται 14 Απριλίου και 27 Σεπτεμβρίου)
11. Αριστόβουλος, Επίσκοπος Βρετανίας, αδελφός του Αποστόλου Βαρνάβα (Τιμάται 31 Οκτωβρίου, 15 Μαρτίου).
12. Αρτεμάς, Επίσκοπος Λύστρων (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
13. Άρχιππος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου εις Κολοσσάς. Ετελειώθηκε μαρτυρικά επί Νέρωνος (Τιμάται 22 Νοεμβρίου, 19 Φεβρουαρίου).
14. Ασύγκριτος, Επίσκοπος Υρκανίας, ετελειώθηκε μαρτυρικώς (Τιμάται 8 Απριλίου).
15. Αχαϊκός, μαθητής του Αποστόλου Παύλου στην Κόρινθο, ετελειώθηκε από λιμό και δίψα (Τιμάται 15 Ιουνίου).
16. Βαρνάβας ή Ιωσής, Κύπριος την πατρίδα, από τους ελληνιστές Εβραίους της νήσου και από την φυλή Λευΐ. Από Ιωσής, για το γλυκύ του κήρυγμα, μετονομάσθηκε Βαρνάβας, που σημαίνει «υἱὸς παρακλήσεως». Συνέκδημος του Αποστόλου Παύλου, κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Αντιόχεια, Ιερουσαλήμ, Ρώμη, Αλεξάνδρεια και Κύπρο, όπου λιθοβολήθηκε και παραδόθηκε στο πυρ. Είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Κύπρου (Τιμάται 11 Ιουνίου).
17. Γάιος, Επίσκοπος Εφέσου (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
18. Επαινετός, Επίσκοπος Καρθαγένης (Τιμάται 30 Ιουλίου).
19. Επαφρόδιτος (ή Επαφράς), Επίσκοπος Κολοφώνος ή Κολώνης ή Αδράκης (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
20. Έραστος, οικονόμος της Εκκλησίας Ιεροσολύμων και Επίσκοπος Πανεάδος (Τιμάται 10 Νοεμβρίου).
21. Ερμάς, Επίσκοπος Φιλίππων ή Φιλιππουπόλεως (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
22. Ερμής, Επίσκοπος Δαλματίας (Τιμάται 8 Μαρτίου).
23. Εύβουλος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 28 Φεβρουαρίου).
24. Εύοδος, Επίσκοπος Αντιόχειας, διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου (Τιμάται 7 Σεπτεμβρίου).
25. Ζακχαίος, αρχιτελώνης της Ιεριχώ, τον οποίο κάλεσε ο Κύριος (Τιμάται 20 Απριλίου).
26. Ζηνάς ή Ζήνων, Επίσκοπος Διοσπόλεως της Λαοδικίας (Τιμάται 27 Σεπτεμβρίου).
27. Ηρωδίων και Ροδίων ή Ρόδιος, Επίσκοπος νέων Πατρών, ακόλουθος των Αποστόλων. Ετελειώθηκε μαρτυρικά υπό Ιουδαίων και εθνικών ή Επίσκοπος Ταρσού, ακόλουθος των Αποστόλων Πέτρου στη Ρώμη. Αποκεφαλίσθηκε υπό Νέρωνος μετά του Ολυμπά (Τιμάται 28 Μαρτίου, 10 Νοεμβρίου).
28. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, αδελφός του Κυρίου και υιός Ιωσήφ του Μνήστορος, συγγραφεύς της φερωνύμου Καθολικής Επιστολής και πρώτος Ιεράρχης Ιεροσολύμων. Ο Άγιος ετελειώθηκε μαρτυρικώς υπό Ιουδαίων (Τιμάται 23 Οκτωβρίου, και Κυριακή μετά την Χριστού Γέννηση).
29. Ιάκωβος ο Αλφαίου ή Αλφαίος, αδελφός Ματθαίου του Ευαγγελιστού (Τιμάται 9 Οκτωβρίου).
30. Ιάσων, Επίσκοπος Ταρσού, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 29 Απριλίου).
31. Ιούδας ο Ιακώβου ή Θαδδαίος και Λεββαίος, αδελφός κατά σάρκα του Κυρίου και υιός του Ιωσήφ του Μνήστορος, αδελφός δε γνήσιος του Ιακώβου του Αδελφοθέου (Τιμάται 19 Ιουνίου).
32. Ιουνία(ς), πρόκειται μάλλον περί ανδρός Αποστόλου, τον οποίο αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή : «ἀσπάσασθε Ἀνδρόνικον καὶ Ἰουνίαν τοὺς συγγενεῖς μου καὶ συναιχμαλώτους μου, οἵτινές εἰσιν ἐπίσημοι ἐν τοῖς ἀποστόλοις». Δυστυχώς στους Συναξαριστές εθεωρήθηκε ως γυναίκα, ενώ σε πολλούς κώδικες γράφεται ορθώς: «(Ἀνδρόνικος) συνεπόμενον ἔχων καὶ τὸν ὑπερθαύμαστον Ἰουνίαν». Και το δίστιχο μαρτυρεί : «Ἰουνία(ς) τέθνηκε μηνὶ Μαΐῳ, ὃς πρῶτος ἐστὶν εἰσιὼν Ἰουνίου» (Τιμάται 17 Μαΐου, 22 Φεβρουαρίου [εύρεση Τιμίων Λειψάνων]). ["Ν": Διαφωνώ ότι ήταν άντρας και παραθέτω ανάρτηση για το ζεύγος αποστόλων Ανδρόνικο και Ιουνία & άρθρο για τις γυναίκες συνεργάτιδες του αποστόλου Παύλου]
33. Ιούστος ή Ιωσήφ ή Βαρσαββάς ή Ιησούς ή Ιωσής, Επίσκοπος Ελευθερουπόλεως, ο σύμψηφος γενόμενος του Ματθίου, ο αδελφόθεος (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
34. Καίσαρ, Επίσκοπος Κορώνης (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
35. Κάρπος, Επίσκοπος Βερόης ή Βέροιας της Θράκης (Τιμάται 26 Μαΐου).
36. Κήφας (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
37. Κλήμης, Επίσκοπος Σαρδέων ή Σαρδικής (Τιμάται 10 Σεπτεμβρίου).
38. Κορδάτος, Επίσκοπος Αθηνών. Ετελειώθηκε μαρτυρικά στη Μαγνησία (Τιμάται 21 Σεπτεμβρίου).
39. Κουάρτος, Επίσκοπος Βηρυτού (Τιμάται 10 Νοεμβρίου).
40. Κρήσκης, Επίσκοπος Καρχηδόνος (Τιμάται 30 Ιουλίου).
41. Λίνος, Επίσκοπος Ρώμης μετά τον Απόστολο Πέτρο (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
42. Λουκάς ή Λούκιος, Επίσκοπος της εν Συρία Λαοδικείας, διάφορος του Ευαγγελιστού, «ὃν ὁ μακάριος Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολῇ μαρτυρεῖ» (Τιμάται 10 Σεπτεμβρίου).
43. Μάρκος, (ο και Ιωάννης), Επίσκοπος Βύβλου της Αντιόχειας, διάφορος του Ευαγγελιστού, «οὐ ὁ Ἀπόστολος Λουκᾶς ἐν ταὶς Πράξεσι μέμνηται». (Τιμάται 27 Σεπτεμβρίου).
44. Μάρκος (έτερος), ανηψιός του Βαρναβά, Επίσκοπος Απολλωνιάδος, διάφορος του Ευαγγελιστού και του προηγούμενου, «οὗ ὁ Ἀπόστολος ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς μέμνηται». (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
45. Ματθίας, ο διά κλήρου αναπληρώσας Ιούδα τον προδότη και συγκαταριθμηθείς στους Δώδεκα (Τιμάται 9 Αυγούστου).
46. Νάρκισσος, Επίσκοπος Αθηνών. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
47. Νακάνωρ, διάκονος εκ των επτά, τελειωθείς εν τη αυτή ημέρα μετά του Αρχιδιακόνου Σεφάνου (Τιμάται 28 Ιουλίου).
48. Νυμφάς, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 28 Φεβρουαρίου).
49. Ολυμπάς, ακόλουθος του Αποστόλου Πέτρου στη Ρώμη. Αποκεφαλίσθηκε υπό Νέρωνος μετά του Ροδιώνος (Τιμάται 10 Νοεμβρίου).
50. Ονήσιμος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου. Ετελειώθηκε μαρτυρικά στους Ποτίολους (Τιμάται 15 Φεβρουαρίου, 22 Νοεμβρίου).
51. Ονησιφόρος, Επίσκοπος Κολοφώνος, συνεργός του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 7 Σεπτεμβρίου).
52. Ουρβανός, Επίσκοπος Μακεδονίας, υπό του Αποστόλου Ανδρέου εγκατασταθείς και υπό των εθνικών αναιρεθείς (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
53. Παρμενάς, Διάκονος εκ των επτά (Τιμάται 28 Ιουλίου).
54. Πατρόβας, Επίσκοπος Ποτιόλων (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
55. Πούδης, ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου. Υπέστει μαρτυρικό θάνατο επί Νέρωνος (Τιμάται 14 Απριλίου).
56. Πρόχορος, Διάκονος εκ των επτά, Επίσκοπος Νικομήδειας, συνεργός του Ευαγγελιστού Ιωάννου και στη συγγραφή του Ευαγγελίου (Τιμάται 28 Ιουλίου).
57. Ρούφος, Επίσκοπος Θηβών της Ελλάδος. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 8 Απριλίου).
58. Σίλας, Επίσκοπος Κορίνθου, συνεργός του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 30 Ιουλίου).
59. Σιλουανός, Επίσκοπος Θεσσαλονίκης, συνεργός του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 30 Ιουλίου).
60. Σιμεών ή Συμεών ή Κλεόπας, ο αδελφόθεος, δεύτερος Επίσκοπος Ιεροσολύμων, υιός Ιωσήφ του Μνήστορος και αδελφός Ιακώβου. Ο Άγιος σταυρώθηκε επί Τραϊανού (Τιμάται 27 Απριλίου, 30 Οκτωβρίου).
61. Στάχυς, Επίσκοπος (πρώτος) Βυζαντίου, κατασταθείς υπό Ανδρέου του Πρωτοκλήτου (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
62. Στεφανάς, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 15 Ιουνίου).
63. Στέφανος, πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος. Ετελειώθηκε διά λιθοβολισμού (Τιμάται 27 Δεκεμβρίου, 2 Αυγούστου, 15 Σεπτεμβρίου).
64. Σωσθένης, Επίσκοπος Κολοφώνος (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
65. Σωσίπατρος, Επίσκοπος Ικονίου, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 10 Νοεμβρίου, 29 Απριλίου).
66. Τέρτιος, Επίσκοπος Ικονίου, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
67. Τιμόθεος, Επίσκοπος Εφέσου, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, τελειωθείς μαρτυρικά (Τιμάται 22 Ιανουαρίου).
68. Τίμων, διάκονος εκ των επτά, Επίσκοπος Βόστρων, τελειωθείς μαρτυρικά (Τιμάται 28 Ιουλίου).
69. Τίτος, Επίσκοπος Γορτύνης της Κρήτης, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 25 Αυγούστου).
70. Τρόφιμος, ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου. Υπέστη μαρτυρικό θάνατο επί Νέρωνος (Τιμάται 14 Απριλίου).
71. Τυχικός, Επίσκοπος Χαλκηδόνος ή Κολοφώνος, ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
72. Φιλήμων, Επίσκοπος Γάζης, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, τελειωθείς μαρτυρικά στις Κολοσσές επί Νέρωνος (Τιμάται 22 Νοεμβρίου).
73. Φίλιππος, διάκονος εκ των επτά, εκ Καισαρείας της Παλαιστίνης, ο οποίος εβάπτισε Σίμωνα τον Μάγο και τον Ευνούχο της Κανδάκης (11 Οκτωβρίου).
74. Φιλόλογος, Επίσκοπος Σινώπης, κατασταθείς υπό Ανδρέου του Πρωτοκλήτου (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
75. Φλέγων, Επίσκοπος Μαραθώνος. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 8 Απριλίου).
76. Φουρτουνάτος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 15 Ιουνίου).

Πηγές αρχικού blog:

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Saint Ekvtime Taqaishvili of Georgia, the Man of God (1863-1953)


Περίληψη στα ελληνικά
Ο άγιος Ευθύμιος Τακαϊσβίλι, ο Άνθρωπος του Θεού.

Καθηγητής πανεπιστημίου και σπουδαίος άνθρωπος του πνεύματος από τη  γειτονική μας ορθόδοξη Γεωργία, με μεγάλη πνευματική και επιστημονική προσφορά (πραγματικός αγωνιστής στην υπηρεσία της επιστήμης, ακόμη και όταν ήταν εξόριστος), ιδιαίτερα στον τομέα των επιστημών της ιστορίας και της εθνογραφίας. Εκτός των άλλων, είναι και ένας από τους ιδρυτές του πανεπιστημίου της Τυφλίδας. 
Συγκρούστηκε με το αθεϊστικό καθεστώς της ΕΣΣΔ λόγω της υποστήριξης του αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Γεωργίας και εξορίστηκε στη Γαλλία το 1921. Εκεί η σύζυγός του Νίνο πέθανε από ασιτία το 1931, ενώ ο ίδιος έφτασε στο χείλος του θανάτου. Επέστρεψε στην πατρίδα του μετά την ήττα των Ναζί, για να κυνηγηθεί ξανά από το καθεστώς, ενώ του απαγορεύτηκε να διδάσκει στο πανεπιστήμιο.
Κοιμήθηκε στις 21 Φεβρ. 1953 σε ηλικία 90 ετών. Δέκα χρόνια μετά, το σώμα του βρέθηκε άφθορο, καθώς και τα ρούχα του. Στις 17 Οκτωβρίου 2002 η Ορθόδοξη Εκκλησία της Γεωργίας τον αναγνώρισε ως άγιο με την επωνυμία "ο Άνθρωπος του Θεού". Εορτάζεται (σύμφωνα με την πηγή του post μας) στις 3 Ιαν., ημέρα της γέννησής του (πράγμα παράξενο, γιατί κατά κανόνα οι άγιοι τιμώνται την ημέρα της κοίμησής τους).

***
St. Euthymius Takaishvili (Feast Day - January 3) 

Saint Ekvtime (Euthymius) Taqaishvili (Takaishvili), called the “Man of God,” was born January 3, 1863, in the village of Likhauri, in the Ozurgeti district of Guria, to the noble family of Svimeon Taqaishvili and Gituli Nakashidze. He was orphaned at a young age and raised by his uncle.

From early childhood St. Ekvtime demonstrated a great passion for learning. Having completed his studies at the village grammar school, he enrolled at Kutaisi Classical High School. In 1883 he graduated with a silver medal and moved to St. Petersburg to continue his studies in the department of history-philology at St. Petersburg University. In 1887, having successfully completed his studies and earned a degree in history, St. Ekvtime returned to Georgia and began working in the field of academia. His profound faith and love for God and his motherland determined his every step in this demanding and admirable profession.


In 1895 Ekvtime married Nino Poltoratskaya, daughter of the famous Tbilisi attorney Ivan Poltoratsky, who was himself a brother in-law and close friend of St. Ilia Chavchavadze the Righteous. From the very beginning of his career St. Ekvtime began to collect historical-archaeological and ethnographical materials from all over Georgia. His sphere of scholarly interests was broad, including historiography, archaeology, ethnography, epigraphy, numismatics, philology, folklore, linguistics, and art history. Above all, St. Ekvtime strove to learn more about Georgian history and culture by applying the theories and methodologies of these various disciplines to his work.

In 1889 St. Ekvtime established the Exarchate Museum of Georgia, in which were preserved ancient manuscripts, sacred objects, theological books, and copies of many important frescoes that had been removed from ancient churches. This museum played a major role in rediscovering the history of the Georgian Church.

In 1907 St. Ekvtime founded the Society for Georgian History and Ethnography. Of the many expeditions organized by this society, the journey through Muslim (southwestern) Georgia was one of the most meaningful. Having witnessed firsthand the aftermath of the forced isolation and Islamization of this region, St. Ekvtime and his fellow pilgrims acquired a greater love for the Faith of their forefathers and became more firmly established in their national identity. Though they no longer spoke the Georgian language, the residents of this region received the venerable Ekvtime with great respect, having sensed from his greeting and kindness that he had come fromtheir far-off motherland.


There was not a single patriotic, social or cultural movement in Georgia during the first quarter of the 20th century in which St. Ekvtime did not actively take part. Among his other important achievements, he was one of the nine professors who founded Tbilisi University in 1918. St. Ekvtime also vigorously advocated the restoration of the autocephaly of the Georgian Orthodox Church.

On March 11, 1921, the Georgian government went into exile in France. The government archives and the nation’s spiritual and cultural treasures were also flown to France for protection from the Bolshevik danger. St. Ekvtime was personally entrusted to keep the treasures safe, and he and his wife accompanied them on their flight to France. St. Ekvtime bore the hardships of an emigrant’s life and the horrors of World War II with heroism, while boldly resisting the onslaught of European and American scholars and collectors and the claims of other Georgian emigrants to their “family relics.”


In 1931 St. Ekvtime’s wife, Nino, his faithful friend and companion, died of starvation. The elderly widower himself often drew near to the brink of death from hunger, cold, and stress, but he never faltered in his duty before God and his motherland—he faithfully protected his nation’s treasures.

The perils were great for St. Ekvtime and the treasures he protected: British and American museums sought to purchase the Georgian national artifacts; a certain Salome Dadiani, the widow of Count Okholevsky, declared herself the sole heir of the Georgian national treasure; during World War II the Nazis searched St. Ekvtime’s apartment; even the French government claimed ownership of the Georgian treasures.


Finally, the Soviet victory over fascist Germany created conditions favorable for the return of the national treasures to Georgia. According to an agreement between Stalin and De Gaulle, the treasures and their faithful protector were loaded onto an American warplane and flown back to their motherland on April 11, 1945. When he finally stepped off the plane and set foot on Georgian soil, St. Ekvtime bowed deeply and kissed the earth where he stood. Georgia greeted its long-lost son with great honor. The people overwhelmed St. Ekvtime with attention and care, restored his university professorship, and recognized him as an active member of the Academy of Sciences. They healed the wounds that had been inflicted on his heart.

Exhausted by the separation from his motherland and the woes of emigration, St. Ekvtime rejoined society with the last of his strength. But mankind’s enemy became envious of the victory of good over evil and rose up against St. Ekvtime’s unshakable spirit. In 1951 the Chekists arrested his stepdaughter, Lydia Poltoratskaya. St. Ekvtime, who by that time was seriously ill, was now left without his caregiver. In 1952, without any reasonable explanation, St. Ekvtime was forbidden to lecture at the university he himself had helped to found, and he was secretly placed under house arrest. The people who had reverently greeted him upon his return now trembled in fear of his persecution and imminent death. Many tried to visit and support St. Ekvtime, but they were forbidden. On February 21, 1953, St. Ekvtime died of a heart attack, and three days later a group of approximately forty mourners accompanied the virtuous prince to his eternal resting place.


On February 10, 1963, the centennial of St. Ekvtime’s birth, his body was reburied at the Didube Pantheon in Tbilisi. When his grave was uncovered, it was revealed that not only his body, but even his clothing and footwear had remained incorrupt. St. Ekvtime’s relics were moved once again, to the Pantheon at the Church of St. Davit of Gareji on Mtatsminda, where they remain today.

The body of Nino Poltoratskaya-Taqaishvili was brought from Leville (France) and buried next to St. Ekvtime on February 22, 1987.

The Holy Synod of the Georgian Apostolic Orthodox Church canonized St. Ekvtime on October 17, 2002, and joyously proclaimed him a “Man of God.”