ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

«Ο θεσμός των διακονισσών και η χειροτονία των γυναικών»

Του Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Αθηνών και τ. πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ευάγγελου Θεοδώρου.
Amen.gr

Τη Δευτέρα 10 Μαρτίου, το βράδυ, στα πλαίσια του διεθνούς μεταπτυχιακού/μεταδιδακτορικού σεμιναρίου με θέμα «Χειροτονία των γυναικών και Ορθόδοξη θεολογία», που οργανώνει το Κέντρο Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου» στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ, υπό την καθοδήγηση του ομότιμου καθηγητού κ. Πέτρου Βασιλειάδη και της Αναπλ. Καθηγήτριας κ. Νίκης Παπαγεωργίου, μίλησε με τηλεδιάσκεψη ο 93 ετών τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ομότιμος πλέον καθηγητής κ. Ευάγγελος Θεοδώρου με θέμα «Ο θεσμός των διακονισσών και η χειροτονία των γυναικών.
Φέτος συμπληρώνονται 60 χρόνια από τότε που ο πολιός πατριάρχης της νεώτερης Ορθόδοξης ελληνικής θεολογίας άνοιξε τον θεολογικό διάλογο για το γενικότερο ζήτημα της χειροτονίας των γυναικών με την διδακτορική του διατριβή για τις διακόνισσες.

 

Μέρος της μαγνητοσκοπημένης εισήγησής του παρουσιάστηκε από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης:
 
Αγαπητά μέλη του σεμιναρίου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που μελετά τη θέση της γυναίκας στην Εκκλησία. Πρώτα-πρώτα θέλω να ευχαριστήσω τον παλαιό μαθητή μου, και τώρα διακεκριμένο συνάδελφό μου, τον κ. Πέτρο Βασιλειάδη, που μου έκανε την τιμή να με καλέσει να βρίσκομαι απόψε, νοερώς έστω, μαζί σας. Τον συγχαίρω για την πρωτοβουλία του να οργανώσει το σεμινάριο αυτό, μαζί με την εκλεκτή καθηγήτρια κ. Νίκη Παπαγεωργίου. Και θα ήθελα να εκφράσω την λύπη μου, και ότι είμαι απαρηγόρητος, γιατί δεν δύναμαι απόψε να είμαι μαζί σας σωματικά.

Ξεκινώντας το θέμα μου υπενθυμίζω μερικά από τα στοιχεία που συνδέονται με την χειροτονία των διακονισσών. Διακόνισσες υπάρχουν από την αποστολική εποχή. Είναι γνωστό το χωρίο της προς Ρωμαίους επιστολής , που ο Παύλος γράφει στους Ρωμαίους: «συνίστημι δὲ ὑμῖν Φοίβην τὴν ἀδελφὴν ἡμῶν, οὖσαν διάκονον τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Κεγχρεαῖς», δηλαδή κοντά στην Κόρινθο. Αυτή έγινε, λέγει ο Παύλος «προστάτις πολλῶν (ἐγενήθη) καὶ αὐτοῦ ἐμοῦ». Επίσης στην Α’ προς Τιμόθεον επιστολή αναφέρονται οι διακόνισσες,και συγκεκριμένα ο Παύλος μνημονεύει τις αρετές που πρέπει να έχει μια διακόνισσα (3:11 «γυναίκας ὡσαύτως σεμνάς, μὴ διαβόλους, νηφαλίας, πιστάς ἐν πᾶσι»). Η διακόνισσα εγκαθίστατο στο λειτούργημά της με ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ! Αυτό είναι βέβαιο. 

Αγία Φοίβη η διακόνισσα (από εδώ). Δείτε το άρθρο Συνεργάτριες του αποστόλου Παύλου.

Μέχρι τον 5ο αι. μ.Χ. υπήρχε η εξής ευχή επί χειροτονία της διακονίσσης. Στις Αποστολικές Διαταγές υπάρχει η επίκληση αυτή επί χειροτονία της διακονίσσης: «Ὤ, ἐπίσκοπε, ἐπιθήσεις αὐτῇ τὰς χείρας, παρεστῶτος τοῦ πρεσβυτερίου καὶ τῶν διακόνων καὶ τῶν διακονισσῶν καὶ ἐρεῖς, και θα πεις: Ὁ Θεὸς ὁ αἰώνιος, ὁ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸς δημιουργός, ὁ πληρώσας Πνεύματος Μαριὰμ καὶ Δεβώρραν καὶ Ἄνναν καὶ Ὄλδαν, ὁ μὴ ἀπαξιώσας τὸν μονογενῆ Σου Υἱὸν γεννηθῆναι ἐκ γυναικός, ὁ καὶ ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου καὶ ἐν τῷ ναῷ προχειρισάμενος τὰς φρουροὺς τῶν ἁγίων Σου πυλῶν· Αὐτὸς νῦν ἔπιδε ἐπὶ τὴν δούλην Σου τῆνδε, τὴν προχειριζομένην εἰς διακονίαν, καὶ δὸς αὐτῇ Πνεῦμα ἅγιον καὶ καθάρισον αὐτὴν ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, πρὸς τὸ ἐπαξίως ἐπιτελεῖν αὐτὴν τὸ ἐγχειρισθὲν αὐτῇ ἔργον»(46).

Μέχρι τον 5ο μ.Χ. αι. υπήρχε αυτός ο τρόπος της χειροτονίας για όλες τις τάξεις του κλήρου, κατωτέρου και ανωτέρου. Ήταν το «Ὤ, ἐπίσκοπε» μπροστά στην Εκκλησία θα πεις αυτό και αυτό, και έχει ειδική ευχή για την κάθε τάξη των κληρικών. Από τον 5ο όμως αιώνα και εξής οι χειροτονίες έγιναν πολυτελέστερες, θα έλεγα πανηγυρικότερες, και εκτενέστερες. Λοιπόν, τέτοια ευχή, από τον 8ο αιώνα, υπάρχει στον Βαρβερινό κώδικα, τον Βησσαριανό κώδικα (τῆς Κρυπτοφέρρης), και σε πολλούς άλλους κώδικες της εποχής εκείνης. Το τυπικό αυτό λέγει τα εξής:

«Μετὰ τὸ γενέσθαι τὴν ἁγίαν ἀναφορὰν καὶ ἀνοιγῆναι τὰς θύρας πρὶν ἢ εἰπεῖν τὸν διάκονον· Πάντων τῶν ἁγίων, προσφέρεται ἡ μέλλουσα χειροτονεῖσθαι τῷ ἀρχιερεῖ καὶ ἐκφωνῶν τό, Ἡ θεία Χάρις, κλινούσης αὐτῆς τὴν κεφαλήν, ἐπιτίθησι τὴν χείρα αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτῆς, καὶ ποιῶν σταυροὺς τρεῖς ἐπεύχεται ταῦτα». Μία ευχή έρχεται τώρα: «Ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος, ὁ Παντοδύναμος, ὁ διὰ τῆς ἐκ Παρθένου κατὰ σάρκα γεννήσεως τοῦ μονογενοῦς Σου υἱοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν ἁγιάσας τὸ θήλυ· καὶ οὐκ ἀνδράσι μόνον ἀλλὰ καὶ ταῖς γυναιξὶ δωρησάμενος τὴν χάριν καὶ τὴν ἐπιφοίτησιν τοῦ ἁγίου Σου Πνεύματος· Αὐτὸς καὶ νῦν, Δέσποτα, ἔπιδε ἐπὶ τὴν δούλην σου ταύτην· καὶ προσκάλεσαι αὐτὴν εἰς τὸ ἔργον τῆς διακονίας σου, καὶ κατάπεμψον αὐτῇ τὴν πλουσίαν δωρεὰν τοῦ ἁγίου Σου Πνεύματος» κλπ· «Καὶ μετὰ τὸ ἀμὴν ποιεῖ εἷς τῶν διακόνων εὐχὴν οὕτως (είναι τα ειρηνικά): Ἐν εἰρήνη τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης…κλπ. «Ὑπὲρ τοῦ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν» (τάδε), και μετά, «Ὑπὲρ τῆς νῦν προχειριζομένης διακονίσσης τῆσδε καὶ τῆς σωτηρίας αὐτῆς· τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὅπως ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἄσπιλον καὶ ἀμώμητον αὐτῇ τὴν διακονίαν χαρίσηται· τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τοῦ βασιλέως …κλπ. Ὑπὲρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς… Καὶ ἐν τῷ γενέσθαι ταύτην τὴν εὐχὴν ὑπὸ τοῦ διακόνου, ἔχων ὁμοίως τὴν χείρα ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τῆς χειροτονουμένης ὁ Ἐπίσκοπος, ἐπεύχεται οὕτως (για δεύτερη φορά, με δεύτερη ευχή):
«Δέσποτα Κύριε, ὁ μηδὲ γυναίκας ἀναθεμένας ἑαυτὰς καὶ βουληθείσας καθ’ ὅ προσῆκε λειτουργεῖν τοῖς ἁγίοις οἴκοις σου ἀποβαλλόμενος, ἀλλὰ ταύτας ἐν τάξει λειτουργῶν προσδεξάμενος· δώρησαι τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος καὶ τῇ δούλη σου ταύτη, βουληθείση ἀναθεῖναι Σοὶ ἑαυτήν, καὶ τὴν διακονίας ἀποπληρῶσαι χάριν, ὡς ἔδωκας χάριν τῆς διακονίας Σου Φοίβη, ἥν ἐκάλεσας εἰς ἔργον τῆς λειτουργίας· παράσχου δὲ αὐτῇ ὁ Θεός, ἀκατακρίτως προσκαρτερεῖν τοῖς ἁγίοις ναοῖς Σου, ἐπιμελεῖσθαι τῆς οἰκείας πολιτείας, σωφροσύνης δὲ μάλιστα, καὶ τελείαν ἀπόδειξον δούλην Σου· κλπ. Καὶ μετὰ τὸ ἀμήν, περιτίθησι τῷ τραχήλω αὐτῆς ὑποκάτωθεν τοῦ μαφωρίου τὸ διακονικὸν ὡράριον, φέρων ἔμπροσθεν τὰς δύο ἀρχάς· καὶ τότε ὁ ἐν τῷ ἄμβωνι διάκονος λέγει: Πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες καὶ τὰ λοιπά. Μετὰ (δὲ) τὸ μεταλαβεῖν αὐτὴν τοῦ ἁγίου σώματος καὶ τοῦ ἁγίου αἵματος, ἐπιδίδωσιν αὐτη· ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τὸ ἅγιον ποτήριον· ὅπερ δεχομένη ἀποτίθεται τὴ ἁγία τραπέζη».
Η προσεκτική μελέτη των χειροτονικών αυτών, τόσο μορφολογικό όσο και ως προς το περιεχόμενο, μας οδηγεί στα κάτωθι συμπεράσματα: 

Ενώ εις τα ευχολόγια οι περιγραφόμενες χειροθεσίες του λεγομένου κατωτέρου κλήρου, ψάλτου, αναγνώστου υποδιακόνου, τελούνται εκτός του ιερού βήματος και όχι κατά την διάρκεια της ευχαριστιακής Θείας Λειτουργίας, και χωρίς να ακούγεται το «Ἡ θεία Χάρις η πάντοτε τά ασθενή θεραπεύουσα κλπ», η χειροτονία της διακόνισσας έχει απόλυτη ομοιότητα με τις χειροτονίες της τάξεως του ανωτέρου κλήρου, δηλαδή του επισκόπου, του πρεσβυτέρου και του διακόνου, διότι γίνεται η χειροτονία αυτή, όπως είδαμε, μέσα στο ιερό βήμα και μπροστά στην Αγία Τράπεζα, κατά την Θεία Λειτουργία, και μάλιστα μετά την Αγία Αναφορά, δηλαδή ευθύς μετά τον ασπασμό της ειρήνης, πριν από το «Πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες» κλπ.

Εκείνη που θα χειροτονηθεί στέκεται μπροστά στη Σολέα, μπροστά στην Ωραία Πύλη, έχει το κεφάλι της σκεπασμένο με ένα μαφώριο, και όταν έρθει η ώρα προσάγεται στην Αγία Τράπεζα, όπου ο Επίσκοπος χειροτονούσε με επιθέσεις των χειρών, απαγγέλλων, όπως είδαμε, όχι μόνο μία ευχή, όπως συμβαίνει στις χειροθεσίες του κατώτερου κλήρου, αλλά δύο ευχές, πράγμα που είναι γνώρισμα των ανωτέρων χειροτονιών. Και οι δύο αυτές ευχές ακολουθούν την εξαγγελλομένη εκφώνηση «Ἡ θεία Χάρις η πάντοτε τά ασθενή θεραπεύουσα κλπ», Η λειτουργική μας διδάσκει ότι η εκφώνηση «Ἡ θεία Χάρις η πάντοτε τά ασθενή θεραπεύουσα κλπ», η οποία ακούγεται στην χειροτονία των διακονισσών, αποτελεί γνώρισμα μόνον της χειροτονίας των ανωτέρων κληρικών, δηλαδή του επισκόπου, του πρεσβυτέρου και του διακόνου. Καθόσον η ευχή αυτή ουδέποτε ακούγεται στις χειροθεσίες των κατωτέρων κληρικών, ούτε και αυτού του υποδιακόνου.
Αγία Ολυμπιάδα η διακόνισσα

Εκ των στοιχείων τούτων γίνεται φανερό, ότι και κατά την χειροτονία της διακόνισσας τελούνται όλα τα ουσιώδη, όσα τελούνταν και στη χειροτονία του διακόνου. Η χειροτονημένη διακόνισσα περιβαλλόταν, όπως και ο διάκονος, με το διακονικό ωράριο, και κατά την ώρα της Θείας Κοινωνίας κοινωνούσε όπως και ο διάκονος: ελάμβανε το Άγιο Ποτήριο από τα χέρια του αρχιερέως και το απέθετε δίπλα στην Αγία Τράπεζα.

Θα νόμιζε κανείς ότι όταν έγινε έτσι εκτενέστερη και πανηγυρικότερη η χειροτονία της διακόνισσας, όπως και όλων των κληρικών, ότι η διακόνισσα θα κατετάσσετο μαζί με τους κατωτέρους κληρικούς, η Εκκλησία όμως, όπως είδαμε, την πήρε και έβαλε την χειροτονία της μαζί με τις ανώτερες χειροτονίες του ανωτέρου κλήρου. Αυτά όλα εξηγούν γιατί μέσα στην κανονική διάταξη της Εκκλησίας οι διακόνισσες είχανε πολλά καθήκοντα που δείχνουν την διακονική ιερωσύνη τους. Δεν είχε βέβαια τα καθήκοντα του πρεσβυτέρου, αλλά μην ξεχνάμε ότι αυτά δεν τα είχε ούτε ο διάκονος. Δεν μπορούσε ο διάκονος να τελέσει μυστήρια, το ίδιο κι η διακόνισσα. Όπως φανερώνει το αρχαίο κείμενο του τρίτου αιώνος της Διδασκαλίας, της Συριακής λεγομένης Διδασκαλίας, και όπως φανερώνουν οι Αποστολικές Διαταγές, στην ιεράρχηση των διαφόρων βαθμών της ιερωσύνης η διακόνισσα είχε εξαιρετική θέση. Οι δύο αυτές αρχαίες κανονικές πηγές δείχνουν, ότι ο επίσκοπος εθεωρείτο το σύμβολο του Ουρανίου Πατρός, του Θεού, ο διάκονος ήταν σύμβολο του Χριστού και η διακόνισσα ήταν σύμβολο του Αγίου Πνεύματος. Οι δε πρεσβύτεροι ήταν σύμβολα των Αποστόλων. Δηλαδή πήγαινε στην ιεράρχηση ανώτερα από τους Αποστόλους.

Μετά έχουμε τον κώδικα του Ιουστινιανού, τη νομοθεσία η οποία, όπως ξέρουμε, απεικονίζει την εκκλησιαστική πράξη της εποχής. Λοιπόν, ο Ιουστινιάνειος Κώδικας αναφέρει ότι πρόκειται περί κατατάξεώς της στον κλήρο. Και έχει την επιγραφή ο κώδικας αυτός "Περί επισκόπων και κληρικών" και εκεί μέσα αναφέρεται και η διακόνισσα. Η έκτη Ιουστινιάνεια Νεαρά, που έχει τον χαρακτηριστικό θα έλεγα τίτλο «Περί του πως δει», πως πρέπει δηλαδή, «χειροτονήσθαι τους επισκόπους και πρεσβύτερους και τους διακόνους άρρενας και θηλείας». Η τρίτη Ιουστινιάνειος Νεαρά καθορίζει τον αριθμό των κληρικών σε κάθε εκκλησία. Λέγει ότι στο ναό της Αγίας Σοφίας υπηρετούσανν εξήντα ιερείς, εκατό διάκονοι και σαράντα διακόνισσες: «Διακόνους δέ ἄρρενας ἐκατό και τεσσαράκοντα θηλείας», λέγει το κείμενο.

Είναι ελπιδοφόρο ότι σήμερα μέσα σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες υπάρχει έντονη επιθυμία για αναβίωση της καθιέρωσης των διακονισσών, έστω και αν μερικοί επίσκοποι, θεολόγοι, μονάχες αμφισβητούν τον μυστηριακό χαρακτήρα της χειροτονίας, και αρνούνται την ύπαρξη ανωτέρας ιερωσύνης στις χειροτονημένες διακόνισσες. Αλλά αυτό είναι απαράδεκτο, διότι παραβλέπουν τι λένε όλα τα χειροτονικά, για την χειροτονία της διακόνισσας.

Ο γράφων, ο ομιλών δηλαδή, που έγραφα το χειρόγραφο μου αυτό, φρονεί και επαναλαμβάνει ότι για την άρση των διαφωνιών και τον ορθό χαρακτηρισμό της παραδομένης λειτουργικής τάξεως καθιέρωσης διακονισσών δεν πρέπει να παραθεωρείται, αλλά να λαμβάνεται υπόψη, ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, έναντι εκείνων που εκ των υστέρων διατύπωσαν διάφορες δογματικές εκφράσεις, το πρωτείο ανήκει στην εκ των προτέρων διαμορφωθείσα μακραίωνα πρωτογενή λειτουργική εμπειρία και πράξη της εκκλησίας, η οποία όπως θα έλεγε ο αείμνηστος καθηγητής Friedrich Heidel η εκκλησία προβάλλει das gebetens dogma, το δόγμα το προσευχόμενο, που συνοδεύεται από λειτουργική προσευχή. Ας θυμηθούμε και την γνωστή λατινικήν έκφρασιν Lex Orandi est Lex Credendi, δηλαδή ο νόμος του πιστεύειν συνδέεται με το νόμο του λατρεύειν.

Γι' αυτό ακριβώς είναι αδικαιολόγητες οι απόψεις των αρνουμένων την χειροτονία της διακόνισσας. Την μαρτυρούν τα λειτουργικά κείμενα. Οι δε δογματικές εκφράσεις για τους βαθμούς της ιερωσύνης είναι μεταγενέστερες από τα λειτουργικά αυτά κείμενα. Επομένως δεν πρέπει να παραθεωρούνται τα κείμενα αυτά της Εκκλησίας, και οι σύμφωνες προς αυτά ισχύουσες νομοκανονικές διατάξεις. Λόγου χάριν οι Νεαρές του Ιουστινιανού, και αυτονοήτως και οι σχετικοί κανόνες της Πρώτης, της Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου και της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίες έχουν κανόνες για την χειροτονία των διακονισσών.

Από την οπτική αυτή γωνία κανένας δεν είναι δυνατόν να αμφισβητήσει ότι επί αιώνες μέσα στα λειτουργικά πλαίσια, αναδυομένη από καιρό σε καιρό, η ανωτέρα μυστηριακή χειροτονία των διακόνων γυναικών εξακολουθεί να υφίσταται δυνάμει μέχρι σήμερα. Διότι καμία κανονική διάταξη, μεταγενέστερη από τις Οικουμενικές Συνόδους που ανέφερα, δεν αναφέρεται σε κατάργηση του θεσμού των διακονισσών. Άλλωστε, και στην πράξη σε πολλά μοναστήρια διαμέσου των αιώνων έχουμε χειροτονίες διακονισσών, μέχρι ακόμα και επί της εποχής του αειμνήστου μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, ο οποίος χειροτόνησε μια διακόνισσα σε κάποιο μοναστήρι της Μητροπόλεως Δημητριάδος.

Στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, που εξέταζε κάποτε σε μια ημερίδα το θέμα «Φύλο και Θρησκεία», ο ομιλών είχε κάνει εισήγηση και δεν δίστασε, με κάποια ρητορική υπερβολή βέβαια, να πει στους παρισταμένους εκεί αρχιερείς: «Χωρίς να ρωτήσετε κανένα έχετε δικαίωμα να χειροτονήσετε διακόνισσες. Είναι τελείως αδικαιολόγητο να υπάρχουν δισταγμοί για την καθιέρωση διακονισσών στην σημερινή εποχή». Ο διάκονος, ο άνδρας διάκονος, έχει και αυτός μόνο την διακονική ιερωσύνη. Δεν έχει την ιερουργική. Αργότερα, αν χειροτονηθεί αποκτά ως άνδρας και την ιερουργική ιερωσύνη και έχει το δικαίωμα να τελεί τα μυστήρια. Η χειροτονημένη διακόνισσα επίσης έχει εξίσου την μυστηριακή και ανώτερη ιερωσύνη, αλλά επειδή είναι γυναίκα, κατά το «τό γε νυν επικρατούν» δεν μπορεί να αποκτήσει την ιερουργική ιερωσύνη.

Εάν γίνει κατανοητή αυτή η σαφής παραδεδομένη διάκριση μεταξύ «διακονικής» και «ιερουργικής» ιερωσύνης, τότε αφενός θα αποφεύγεται ο εσφαλμένος ισχυρισμός ότι οι διακόνισσες δεν έχουν ανώτερη χειροτονία και ιερωσύνη, και αφετέρου θα έχει ουσιαστικά αρθεί και απομακρυνθεί, η αιτία των θεολογικών διαφωνιών για την ταυτότητα της καθιερώσεως των διακονισσών. Συχνά μου έρχεται στο νου η σκέψη, ότι στο κεφάλαιο της Δογματικής ή του Κανονικού Δικαίου, που εξετάζει την ιερωσύνη, θα έπρεπε να γίνει κάποια σαφέστερη αναδιατύπωση για τα αφορόντα στην διάκριση μεταξύ ιερουργικής και διακονικής ιερωσύνης, που και τα δύο είδη αναμφισβήτητα προϋποθέτουν λειτουργικά ομοιόμορφη τάξη, ανώτερη μυστηριακή χειροτονία, αλλά και επισημαινόμενη δια περιεχομένου των σχετικών ευχών ύπαρξη διαφορετικών χαρισμάτων και χαρίτων, χορηγούμενων από το Άγιο Πνεύμα, ανάλογα με τα χαρίσματα που έχουν οι χειροτονούμενοι.

Αγία Ευπραξία η διακόνισσα
Η απόφαση της σεπτής Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος περί ενεργοποιήσεως του θεσμού των διακονισσών σημαίνει, ότι δεν μας πρόλαβε το κέντρο του Ρωμαιοκαθολικισμού με παρόμοια απόφαση, και έτσι δεν έχουμε ως τώρα χάσει, τουλάχιστον, θεωρητικά, για μια ακόμη φορά το τρένο. Όμως στην πράξη κινδυνεύουμε να το χάσουμε, και να προηγηθούν οι Ρωμαιοκαθολικοί στην αναβίωση του θεσμού των διακονισσών. Πρέπει να κατανοήσουμε, ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως άλλοθι εφησυχασμού και σχετικής ραστώνης και αμελείας ο ισχυρισμός, ότι υπάρχουν σήμερα στις Ιερές Μητροπόλεις και ενορίες αρκετές ευσεβείς γυναίκες, που έχουν σήμερα σημαντική καρποφόρο προσφορά σε μερικούς τομείς του ιεραποστολικού και ποιμαντικού έργου, και ότι επομένως είναι περιττές οι χειροτονημένες διακόνισσες. Ας θυμηθούμε, ότι η αξιοθαύμαστη άνθηση του ιεραποστολικού έργου του Ιωάννου του Χρυσοστόμου στηριζόταν προ πάντων σε πλήθος αφιερωμένων διακονισσών, που είχαν επικεφαλής τους την Ολυμπιάδα, για την αντιμετώπιση των ποιμαντικών αναγκών του.

Εξ άλλου η έλλειψη καταλλήλων γυναικών προς ένταξη στο γυναικείο διακονικό λειτούργημα, που και αυτό αναφέρεται, πρέπει να θεωρείται ως συμπτωμα αναιμίας και καχεξίας του ποιμαντικού έργου. Και πρέπει να γίνει αφορμή αυτοκριτικής και αφυπνήσεως των στελεχών της Εκκλησίας. Πρέπει να σημάνουμε αληθινό συναγερμό και να προχωρήσουμε σε στρατηγικό σχεδιασμό και προγραμματισμό προς ενίσχυση του ποιμαντικού έργου με επιστράτευση αφιερωμένων στην Εκκλησία μορφωμένων μοναστριών και λαϊκών γυναικών. 

Ας προστεθεί, ότι η παρουσία στις ενορίες καθιερωμένων εκλεκτών διακονισσών, τόσο λαϊκών δοκίμων όσο και χειροτονημένων, θα ήταν σημαντική απόδειξη όχι μόνον δημιουργίας οικουμενικής γέφυρας προς ετερόδοξες εκκλησίες οι οποίες έχουν διακόνισσες, αλλά και ανυψώσεως της πνευματικής στάθμης της Εκκλησίας, την οποίαν Εκκλησία, όπως και την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, θα πρέπει να προβληματίσουν οι επιγραμματικοί λόγοι του επιφανούς καθηγητού Κarl Rahner, ο οποίος με κάποια ρητορική βέβαια υπερβολή έχει πει: «Η Εκκλησία του αύριο θα είναι διακονική ή δεν θα υπάρχει». Βέβαια, αυτό είναι υπερβολικό, διότι η Εκκλησία δεν έχει μόνο τη διακονία, έχει και την ιερουργία, τη λειτουργία και τη μαρτυρία. Το νόημα, όμως, των λόγων αυτών είναι ότι η Εκκλησία χωρίς ανεπτυγμένο έργο διακόνων αντρών και γυναικών κινδυνεύει να είναι μια απλώς εσωστρεφής και φυτοζωούσα τελετουργική Εκκλησία, που σε μεγάλη έκταση θα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη για τους εντός και εκτός αυτής κατατριχωμένους από ποικίλες πνευματικές, ψυχοσωματικές και υλικές ανάγκες. Εκκλησιαστικός αγιασμός πιστών χωρίς την περίθαλψη από αυτούς του Χριστού στο πρόσωπο των πασχόντων αδελφών του δεν είναι δυνατό να νοηθεί.

Βέβαια υπάρχει κάποια αφύπνιση με την οικονομική κρίση και διάφορες Μητροπόλεις και η Αρχιεπισκοπή οργανώνουν την αλληλεγγύη τους, τα συσσίτιά τους κλπ, αλλά αυτό δε φτάνει, χρειάζεται συστηματικό διακονικό έργο η Εκκλησία. Το Διορθόδοξο μοναστικό συνέδριο που έγινε το 1996 στην Αίγινα στα πλαίσιο του εορτασμού της εκατονπεντηκονταετηρίδος από της γεννήσεως του Αγίου Νεκταρίου, έδωσε αφορμή στον ομιλούντα, στην εισήγησή του με θέμα «Ο θεσμός των διακονισσών κατά την Ορθόδοξη παράδοση και ο Άγιος Νεκτάριος», να πει τα εξής: 
«Ας ευχηθούμε όλα τα γυναικεία μοναστήρια μας και όλες οι ενορίες να αποκτήσουν τις διακόνισσές τους, να δώσουν ώθηση στη συγχρονισμένη δηλαδή και ανταποκρινόμενη σε σημερινές συνθήκες και ανάγκες αναβίωση και περαιτέρω ανανέωση και διαμόρφωση του όλου θεσμού των διακονισσών, ο οποίος είναι σαρξ εκ της σαρκός και οστούν εκ των οστέων της Ορθόδοξης Ανατολής, εκ της οποίας μεταδόθηκε στους Προτεστάντες, στους Αγγλικανούς και στους Παλαιοκαθολικούς, και πιθανότατα εις το εγγύς μέλλον εκ νέου για δεύτερη φορά στους Ρωμαιοκαθολικούς». 
Η Θεοτόκος μεταξύ των αγίων παρθένων γυναικών
(από την εικονογράφηση των Χαιρετισμών - δες εδώ).

Λέγω αυτό για δεύτερη φορά, γιατί στην αρχαία εκκλησία οι Ρωμαιοκαθολικοί μέχρι τον 5ο αιώνα δεν είχαν διακόνισσες όπως στην Ανατολή, αλλά σιγά-σιγά με την επίδραση του Βυζαντίου απέκτησαν και αυτοί αδελφότητες διακονισσών. Και υπάρχει χαρακτηριστικά και στη νομοθεσία του Ρωμαϊκού Δικαίου τάξις χειροτονίας διακονίσσης με τον τίτλο ordo ad diaconem faciendam, δηλαδή τάξη για τη χειροτονία των διακονισσών.

Είναι αυτονόητον ότι η πραγματοποίηση της ευχής αυτής αφ’ ενός προϋποθέτει ειδική σχετική προετοιμασία εκλεκτών μοναστηριών σε πανελλήνιο σεμινάριο ή σε τοπικά σεμινάρια, και αφ’ ετέρου υπονοεί ότι στους Βυζαντινούς χρόνους το παράδειγμα των ενοριών επέδρασε στην βραδύτερη είσοδο του θεσμού των διακονισσών στα μοναστήρια. Σήμερα αντιστρόφως θα είναι ευκολότερο το παράδειγμα εκλεκτών μοναστηριών διακονισσών να γίνει το εφαλτήριο της εισόδου διακονισσών στις ενορίες κατά τα παλαιοχριστιανικά και Βυζαντινά πρότυπα. Η συγκριτική αυτή σκέψη ισχύει για όλες τις επιμέρους Ορθόδοξες Εκκλησίες, που πρέπει να συντονίζονται με ευλογίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως και για την όλη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Στη συζήτηση, τώρα, για τη γενικότερη χειροτονία των γυναικών δεν πρέπει η Ορθόδοξη θεολογία να καταφεύγει στην άστοχη χρησιμοποίηση ανθρωπίνων, βιολογικών εννοιών για το φύλο και να αναφέρεται στη δήθεν ανδρική ή θηλυκή υφή εκάστου των προσώπων της Αγίας Τριάδος, και έτσι να αίρει τον αποφατικό χαρακτήρα του απρόσιτου στην ανθρώπινη διάνοια Τριαδικού δόγματος. Πρέπει να χρησιμοποιούνται εκκλησιολογικά κριτήρια που αποβλέπουν στην οικοδομή της Εκκλησίας του Χριστού. Πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται η Χριστολογική θεολογία, η οποία διδάσκει για τον Θεάνθρωπο, ότι στο σωτήριό Του έργον ενσωμάτωσε, παρέλαβε όλη την ανθρώπινη φύση, ανδρική και γυναικεία. Και έτσι πρέπει να επιδιώκεται καταμερισμός των αρμοδιοτήτων των λειτουργών της εκκλησίας ανάλογα προς την ποικιλία των χαρισμάτων τους. Αυτή την ποικιλία των χαρισμάτων προέβαλε ιδιαιτέρως η αρχαία Eκκλησία.

Με τέτοια κριτήρια ο ομιλών νομίζει ότι η διαφορά μεταξύ της χειροτονίας της διακόνισσας και της χειροτονίας των ανωτέρων βαθμών της ιερωσύνης είναι διαφορά ποσοτική, θα έλεγα, και διαφορά καταμερισματική, και όχι διαφορά ποιοτική. Γενικά, τα de jure humano, με το ανθρώπινο δίκαιο, χωροχρονικά και κοινωνιολογικά στοιχεία του εκκλησιαστικού βίου πρέπει να είναι συμβατά με το θείο δίκαιο και να έχουν σε αυτά την αναφορά τους. Νομίζω ότι θα ήταν πολύ χρήσιμο και διαφωτιστικό εάν το αξιέπαινο, πρωτοποριακό σεμινάριό σας φθάσει σε μια διονυχιστική και εμπεριστατωμένη μελέτη του όλου αυτού ζητήματος για να διαπιστωθεί και να πληροφορηθεί το χριστεπώνυμο πλήρωμα εάν ο αποκλεισμός της γυναίκας από την ανώτερη ιερωσύνη είναι «θείω δικαίω» ή «ανθρωπίνω δικαίω». De jure humano ή de jure divino.

Είναι περιττό να τονίσουμε ότι οποιαδήποτε εξέταση του ζητήματος της γενικότερης χειροτονίας των γυναικών πρέπει να προβλέπει και να αναμένει τον ενδεχόμενο θορυβώδη σκανδαλισμό μερικών, αλλά και την πιθανή διάσπαση του χριστεπωνύμου πληρώματος. Επομένως, θα υπάρξουν και περιπτώσεις, στις οποίες πρέπει να ισχύσει η προτροπή και αυτού του Λουθήρου: «Φειδώ των ασθενών». ["Ν": δε γνωρίζω τις απόψεις του καταξιωμένου καθηγητή σ' αυτό το θέμα. Οι δικές μας εκφράζονται κατωτέρω, με το παράθεμα. Στις επισημάνσεις του για την αναγκαιότητα ενεργοποίησης του θεσμού των διακονισσών, ταπεινά συμφωνούμε πλήρως].

Ευχαριστώ που είχατε την καλοσύνη να με ακούσατε και εύχομαι στο σεμινάριό σας καλή πρόοδο για να έχουμε καλά αποτελέσματα για το θέμα που μας απασχολεί.

Ευχαριστώ και πάλι. 

ΥΓ του ιστολογίου μας: Δείτε και σύντομο άρθρο του κ. Παναγιώτη Μελικίδη για το θεσμό των διακονισσών.

Για το θέμα της ιεροσύνης των γυναικών, παραθέτουμε ορισμένες σκέψεις από το αφιέρωμα "Και ο Θεός έπλασε τη Γυναίκα - Η θέση της γυναίκας στο Χριστιανισμό":

Γυναίκα και ιεροσύνη
 
Ιεροσύνη έχουν όλοι οι χριστιανοί. Τη λαμβάνουν με το μυστήριο του χρίσματος (γι’ αυτό μπορούν να τελέσουν π.χ. το αεροβάπτισμα). Όμως η «ειδική ιεροσύνη», που επιτρέπει σ’ έναν άνθρωπο να τελεί τα μυστήρια, περιορίστηκε στους άνδρες. Λόγος γι’ αυτό δεν είναι ότι η γυναίκα δεν θεωρήθηκε «κατάλληλη» γι’ αυτή την ευθύνη (ενώ θεωρήθηκε κατάλληλη για να γίνει μάνα του Θεού και να Τον φέρει στην ανθρωπότητα), αλλά παράγοντες όπως:

1. Η λατρεία μας είναι θυσία (η θεία Μετάληψη, επανάληψη με «μυστικό» τρόπο της σταύρωσης του Χριστού), και από την αρχαιότητα οι γυναίκες δεν τελούν θυσίες, λόγω της μητρότητας (η γυναίκα φέρνει τη ζωή, επομένως δεν την αφαιρεί).
 
2. Η λειτουργία είναι επανάληψη του Μυστικού Δείπνου, με τον επίσκοπο ή ιερέα στη θέση του Χριστού. Κατά τη διάρκειά της τελείται ξανά ο ιερός γάμος Θεού και ανθρωπότητας, στον οποίο ο Χριστός είναι ο Νυμφίος και η Εκκλησία (=ανθρωπότητα) η Νύμφη. Ο Νυμφίος δεν θα μπορούσε να είναι γυναίκα.
 
3. Οι ειδωλολατρική θρησκεία είχε ιέρειες, που χρησιμοποιούνταν κυρίως σε οργιαστικές λατρείες της θεάς Γης («ιερόδουλες»). Ο χριστιανισμός θέλησε να διαφοροποιηθεί και διατήρησε την ιεροσύνη της Παλαιάς Διαθήκης, που ήταν μόνο ανδρική.
 
Ας σημειωθεί ότι καμιά από τις μεγάλες αγίες διδασκάλισσες του χριστιανισμού δεν ζήτησε ιεροσύνη για τον εαυτό της ή για το γυναικείο φύλο. Δεν τη χρειάζονταν, γιατί σκοπός του χριστιανού δεν είναι η «κατάκτηση θέσεων», αλλά η ένωση με το Θεό, που πραγματοποιείται διά της αγάπης και στην οποία ο ιερέας δεν έχει κανένα προβάδισμα (ίσα ίσα, έχει τεράστιες ευθύνες που μπορεί εύκολα να του στοιχίσουν τη σωτηρία του). Η χάρη του Θεού και η χαρά του παραδείσου (που αρχίζει ήδη από αυτή τη ζωή) ήταν πλήρης μέσα τους.
 
Στον αρχαίο και τον ορθόδοξο χριστιανισμό η ιεροσύνη δεν είναι εξουσιαστικός θεσμός, αλλά διακονία αυτοθυσίας (αντίστοιχη για τον άντρα με τη μητρότητα για τη γυναίκα). Δεν υπάρχει ούτε η εσφαλμένη παπική αντίληψη ότι ο ιερέας ή ο επίσκοπος είναι «αντιπρόσωπος» ή «εκπρόσωπος» του Θεού στη Γη. Ο Θεός δε χρειάζεται «αντιπροσώπους», γιατί ο Ίδιος είναι πάντα παρών. Ο άνθρωπος επικοινωνεί και ενώνεται με το Θεό ο ίδιος αυτοπροσώπως, όχι «μέσω του ιερέα». Ο ιερέας δεν επιχειρεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στο Θεό «μέσω του εαυτού του», αλλά να τον καταστήσει ικανό ώριμο και ικανό να πλησιάζει το Θεό αυτοπροσώπως (με την υποσημείωση βέβαια ότι η προσέγγιση προς το Θεό γίνεται προσωπικά, αλλά όχι «ατομικά», γιατί συνεπάγεται και προσέγγιση με τους άλλους ανθρώπους).
 
Ας σημειωθεί ότι η αγία Αικατερίνα, μέσα στη φυλακή, έκανε χριστιανούς τους 150 φιλοσόφους συγκρατουμένους της σχηματίζοντάς τους στο μέτωπο με λάδι το σημείο του σταυρού. Η πράξη αυτή ήταν μια ιερατική πράξη, που έγινε εξ ανάγκης, ελλείψει ιερέα και δυνατοτήτων για βάπτισμα (έλαβαν μετά το «βάπτισμα του αίματος» διά του μαρτυρίου τους). Και κανείς δε θεώρησε απαραίτητο ούτε καν να το σχολιάσει (ενώ ο βίος της αγίας διαβαζόταν κατ’ εξοχήν στα μοναστήρια, γυναικεία και ανδρικά), γιατί ήταν αυτονόητο για όλους ότι είχε το δικαίωμα να το κάνει αυτό.
 
Το «αίτημα» για γυναικεία ιεροσύνη ξεκίνησε από το φεμινιστικό κίνημα, που εν πολλοίς είναι αθεϊστικό και προκατειλημμένο κατά της Εκκλησίας, την οποία θεωρεί ένα συντηρητικό θεσμό της ανδροκρατικής κοινωνίας (αλλά τη γνωρίζει μόνον ως παπική και προτεσταντική). Η ισότητα των φύλων επιδιώχθηκε με τη μεταμόρφωση της γυναίκας σε άντρα (καθιέρωση αντρικής ενδυμασίας, ανάληψη αντρικών συνηθειών, άσκηση αντρικών επαγγελμάτων) και απαξίωση του παραδοσιακού ρόλου της μητρότητας.
 
Εκτός Εκκλησίας λοιπόν γυναίκες διαμαρτυρήθηκαν για κάτι, που οι εντός της Εκκλησίας μεγάλες αγίες δεν επιθυμούσαν για τον εαυτό τους.
 
Σε μας το «αίτημα» αυτό πέρασε, επειδή είμαστε πλέον αναλφάβητοι σε ό,τι αφορά στην πνευματική κληρονομιά του χριστιανισμού. Δεν ξέρουμε καν ότι η ζωή του χριστιανού είναι μια πορεία των τριών σταδίων: κάθαρσης της καρδιάς, φωτισμού του νου, θέωσης. Τον θεωρούμε ως ένα προϊόν του πολιτισμού και των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών, δηλαδή ένα ψέμα, που απλώς παρηγορεί τους πονεμένους και τους αφελείς.
 
Έτσι, ενώ έχουμε πλήθος γυναικών που έφτασαν σ’ αυτά τα τρία στάδια, ενώθηκαν με το Θεό, έλαβαν το χάρισμα της προφητείας, της θαυματουργίας, των θεϊκών οραμάτων, τιμήθηκαν από όλους τους άντρες ιερείς και επισκόπους, μονίμως «κολλάμε» σε ένα μονότονο ρεφραίν: «Ναι, αλλά υποτιμάτε τη γυναίκα, γιατί δεν χειροτονείτε ιέρειες».
 
Η Παναγία υμνείται σε κάθε εκκλησιαστική τελετή, ψάλλονται προς τιμήν της οι Χαιρετισμοί και οι Παρακλήσεις, ένας αυτοκράτορας σύνθεσε το Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα προς τιμήν της (ο Θεόδωρος Λάσκαρις), στέκει στα δεξιά του Θεού (βλ. τέμπλο των ναών), αλλά το ρεφραίν παραμένει: «Ναι, αλλά υποτιμάτε τη γυναίκα, γιατί δεν χειροτονείτε ιέρειες».
 
Γυναίκες χειροτονούνται διακόνισσες και μπαίνουν κανονικά στο Ιερό των ναών (ενώ ούτε οι άντρες στην πραγματικότητα πρέπει να μπαίνουν, εκτός από τους ιερείς όλων των βαθμίδων), και πολλές διακόνισσες ήταν «επίσημες» και αγίες, όπως η αγία Φοίβη, σπουδαία συνεργάτιδα του αποστόλου Παύλου.
 
Πλήθος μεγάλων αγίων γυναικών καθοδήγησε χιλιάδες χριστιανούς, ακόμη και επισκόπους, ενώ άλλες οργάνωσαν μεγάλα φιλανθρωπικά δίκτυα, όπως η αγία Φιλοθέη, η αγία Γενεβιέβη του Παρισιού, η αγία Ελισάβετ της Ρωσίας κ.π.ά., αλλά το ρεφραίν παραμένει: «Ναι, αλλά υποτιμάτε τη γυναίκα, γιατί δεν χειροτονείτε ιέρειες».
 
Λοιπόν, δεν χειροτονούμε ιέρειες. Τιμούμε τη γυναίκα ως Παναγία, ως μεγαλομάρτυρα, ως πνευματική μητέρα ολόκληρης της Εκκλησίας, αλλά δεν χειροτονούμε ιέρειες. Τι να γίνει; Μπορείτε, αδελφές μου, εκτός από μάνες και γιαγιάδες, να γίνετε παγκόσμιες διδασκάλισσες και να κερδίσετε τον παράδεισο, ή να μείνετε μακριά, προσκολλημένες στο γνωστό ρεφραίν, που κατ’ ουσίαν παρέχει μόνο μια κακής ποιότητας πρόφαση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: