ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Λόγοι σοφίας & αγάπης, από καρδιάς


Λόγος ουκ ανθρώπων, αλλά λόγος Θεού ενεργούμενος (Α΄ Θεσσαλονικείς 2, 13)

ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
Από το βιβλίο του «Άνθρωπος Μεθόριος», εκδ. Εν πλώ, 2005.

Συζήτηση με τον Βασίλη Αργυριάδη στην εκπομπή «Άνθρωπος μεθόριος». Ραδιοφωνικός Σταθμός Πειραϊκής Εκκλησίας 5-6 Φεβρουαρίου 2003. Από την εξαιρετική και ιστορική ορθόδοξη ιστοσελίδα Πηγή Ζωής.

Μπορεί η εποχή μας να είναι πολύ γνωσιολογική, γνωσιοκρατική και ορθολογιστική, με αποτέλεσμα να υπερτονίζει τη διανοητική λειτουργία του ανθρώπου, αλλά αν θέλει κανείς να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, τότε βλέπει την ανεπάρκεια αυτού του ορθολογιστικού μονολιθισμού μέσα του. Το μυαλό του είναι πολύ στενό για να χωρέσει τα μεγάλα. Αν θα θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα, θα λέγαμε ότι το μυαλό παίζει το ρόλο του εκτυπωτή, ενώ η είσοδος και η ανάλυση των πνευματικών μηνυμάτων γίνεται μέσα στην καρδιά.
Ο χώρος της καρδιάς είναι πολύ ευρύτερος και έχει πολύ περισσότερες δυνατότητες από τη σκέψη. Η σκέψη υπάρχει κυρίως για να εκφράζει και για να συνυπουργεί στο έργο της καρδιάς. Είναι πολύ δύσκολο βέβαια, σε μια κοινωνία σαν τη δική μας, οπού ακόμα και τα συναισθήματα διανοητικοποιούνται, να μπορεί κάποιος να σκέφτεται με την καρδιά, να συλλαμβάνει τα μηνύματα κατ' ευθείαν στην καρδιά του. Κι όμως, το εντυπωσιακό είναι ότι αυτή η τόσο δύσκολη, μα και τόσο σημαντική αλήθεια δεν αναφέρεται μόνο στα πνευματικά πράγματα, άλλα και στα επιστημονικά. Η καλή επιστημονική έρευνα δεν βασίζεται τόσο στην οξύνοια, όσο στη διαίσθηση. Αυτά σίγουρα δεν γίνονται κατανοητά με μια στενή, ορθολογιστική αντίληψη, γι' αυτό και αποτελεί σταθερή πίστη της Εκκλησίας ότι τα μυστήρια υπερβαίνουν την ικανότητα της σκέψης. Μυστήριο είναι κάτι το οποίο ξεπερνά τα αντιληπτικά όρια και μέτρα του ανθρώπου. Όταν όμως κανείς ταπεινώνεται μπροστά στο μυστήριο το προσεγγίζει περισσότερο. Και όσο το προσεγγίζει τόσο αισθάνεται ότι διευρύνεται ο χώρος του αγνώστου. Δεν περιορίζεται το άγνωστο, γι' αυτό και δεν μικραίνει το μυστήριο. Η λογική της Εκκλησίας αγαπά το μυστήριο δεν το φοβάται. Είναι το «έξω» από μας, είναι το «πέραν» από μας. Είναι αυτό που μας υποψιάζει και μας ελκύει στην άλλου είδους ζωή.
Το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Κυρίου, επί παραδείγματι, απ' όπου κι αν το πλησιάσει κανείς, αδυνατεί να το κατανοήσει. «Απορεί πάσα γλώσσα» να το εκφράσει και υπερβαίνει κάθε δυνατότητα διανοητική ή κατανόησή του. Προσπαθείς να το καταλάβεις και δεν μπορείς. Ταπεινώνεσαι και σου αποκαλύπτεται. Κι αύτη η αποκάλυψη είναι τόσο δυνατή, πού επιβεβαιώνει ότι η πίστη, ως οδός γνώσεως, είναι πληρέστερη και επαρκέστερη από τη σκέψη.


Μέσα από την προοπτική της πίστης διαβάζουμε και τα πατερικά κείμενα. Δεν τα διαβάζουμε για να μάθουμε, να τα αποστηθίσουμε σαν να πρόκειται να δώσουμε εξετάσεις. Ούτε πάλι τα διαβάζουμε για να εφαρμόσουμε ότι λένε, αφού πολλά απ' αυτά δεν μπορούμε να τα εφαρμόσουμε. Τα διαβάζουμε για να κρινόμαστε και να ταπεινωνόμαστε. Και όταν ή ψυχή μας ταπεινώνεται, όταν μπορεί να δακρύσει για την ανεπάρκεια της και να την αποδεχθεί εν ειρήνη τότε πιο εύκολα μπορεί να στραφεί και να ζητήσει το έλεος του Θεού. Όταν δε το έλεος του Θεού έρχεται, τότε ή εμπειρία της εσωτερικής μεταμορφώσεως αρχίζει να γίνεται η νέα, η «καινή» πραγματικότητα.
Ποια είναι αυτή η πραγματικότητα; Είναι ο Θεός και οι ανακλάσεις Του είναι ότι Αυτόν θυμίζει και ότι από Αυτόν προέρχεται. Αυτός είναι ο Ων. Αυτός είναι η αληθινή πραγματικότητα. Πραγματικότητα δεν είναι τα πάθη και οι αδυναμίες μας - αυτά αποτελούν μια νοσηρή πραγματικότητα, όσο μένουμε προσκολλημένοι πάνω τους. Όλος μας ο σκοπός, όλος μας ο στόχος, όλος μας ο αγώνας είναι να εντοπίσουμε τα πάθη μας και ταπεινούμενοι ενώπιον του ελέους του Θεού, να ζητήσουμε τη δική Του ενέργεια μέσα μας, ώστε πλέον να μην ενεργούνται άλλα να ενεργείται ή χάρις Του, και να αποκαθαίρεται ο χώρος της καρδιάς.


Η καρδιά


Θα ήταν ίσως αδικία πνευματική κατά του μυστηρίου του ανθρώπου να σχολιάσουμε αυτά που περιγράφουν τα βιβλία, χωρίς προηγουμένως να έχουμε βαπτισθεί στην κολυμβήθρα της εμπειρίας τους. Οι άνθρωποι που μπορούν να μας μιλήσουν βιωματικά για την καρδιά, είναι αυτοί που έχουν καθαρθεί με τη λεγόμενη καρδιακή προσευχή. Αυτοί δεν χρειάζεται να διαβάσουν κανένα βιβλίο- ζουν την καρδιά ζουν αυτό για το οποίο μιλούν οι Πατέρες, αυτό για το όποιο έχει μιλήσει και ο ίδιος ο Κύριος: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου» και «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία». Παρά ταύτα, αξίζει να καταθέσουμε κάτι μικρό έστω και λίγο, με την συναίσθηση πώς αυτό προέρχεται από κάποια μικρή γνώση πού όλοι μας λίγο ή πολύ έχουμε, είτε ως άμεση εμπειρία, είτε ως πόθο και εσωτερική αναζήτηση.
Κατ' αρχάς, το σάρκινο όργανο της καρδίας δεν είναι ξένο προς την εμπειρία της, διότι ό άνθρωπος είναι ψυχοσωματικός. Το σώμα με την ψυχή συνυπάρχουν και αλληλοεπηρεάζονται. Και έτσι από το χτύπο και μόνο της καρδιάς μπορεί κανείς να καταλάβει το μυστήριο της.

Ας φανταστούμε, παραδείγματος χάριν, έναν ασκητή που βρίσκεται στο κελλάκι του: Είναι βράδυ και μέσα σε ατμόσφαιρα απόλυτης ησυχίας, έχει ξεκινήσει την αγρυπνία του με τη λαχτάρα της συνάντησης του Θεού. Κάθεται ήσυχος, παίρνει το κομποσχοίνι του και αφήνει την καρδιά του ελεύθερη και το νου του καθαρό. Δεν έχει τις μέριμνες που έχουν οι άνθρωποι του κόσμου. Δεν έχει εμπάθειες με τους αδελφούς και τους συνανθρώπους του. Δεν έχει προβλήματα άμεσα πού πρέπει να επιλύσει, δεν έχει δυνατές κινήσεις εσωτερικών παθών. Δεν τυραννιέται από συγκρίσεις, μειονεξίες, ανασφάλειες, φόβους. Δεν έχει όνειρα, πράγματα πού περιμένει, ανάγκες γήινες Το μόνο πού κυριαρχεί μέσα και του είναι ή παρουσία του Θεού. Και αυτή την ποθεί, όχι για να απολαύσει την εμπειρία της, ούτε γιατί κατά κάποιο τρόπο την δικαιούται, ή γιατί θέλει να την κατακτήσει, άλλα γιατί έχει ανάγκη να ταπεινωθεί μέσα στην ατμόσφαιρα της και γιατί αισθάνεται πως ο Θεός πρέπει να ενεργήσει στην καρδιά του. Πρέπει να σβήσει ο ίδιος και να εμφανισθεί ο Θεός, να αγιαστεί ο τόπος και η στιγμή με το μυστήριο της ενανθρωπήσεως. Δεν θέλει να συνομιλήσει μαζί Του, άλλα να ζήσει την παρουσία Του και να αφεθεί στην αγκαλιά Του. Κάθεται λοιπόν, και καθώς είναι λευκασμένος ο εσωτερικός του κόσμος από οτιδήποτε άλλο, ακούει το μόνο και τελευταίο υπόλειμμα που του μένει, ως ταπεινή υπόμνηση του φυσικού ανθρώπου: το χτύπο της καρδιάς. Όλες μας οι αισθήσεις, όλες οι λειτουργίες του σώματος, όλα τα όργανα δεν είναι αισθητά. Τα νεφρά μας δεν τα καταλαβαίνουμε, ούτε το συκώτι μας, ούτε τον εγκέφαλό μας. Μόνο τους πνεύμονες αισθανόμαστε με το ρυθμό της «αναπνοής και το ανεβοκατέβασμα του στήθους, καθώς και την καρδιά και το χτύπο της με την αφή και την ακοή. Όταν λοιπόν ο προσευχόμενος ασκητής έχει τοποθετήσει την προσευχή πάνω στην αναπνοή ακολουθώντας το ρυθμό της, γίνεται κι αυτή ή λειτουργία ανεπαίσθητη. Δεν την καταλαβαίνει, γιατί καθώς εισπνέει και εκπνέει αφήνεται στην ενέργεια της προσευχής. Και ίσως τότε ακούει -διότι τότε μόνο ακούγεται- την καρδιά.

Αυτή η τελευταία υπόμνηση στον ασκητή ότι είναι και φυσικός άνθρωπος, είναι πολύ γλυκιά. Δεν θέλει να μην είναι φυσικός άνθρωπος, αφού η φυσική υπόσταση υπάρχει για να μας ταπεινώνει. Αυτό μας έχει δώσει ο Θεός, αυτή είναι η κληρονομιά της δημιουργίας Του, αυτό είναι το μεγάλο Του δώρο: να είμαστε κτίσματά Του. Δεν θα θέλαμε να είμαστε άκτιστοι, ασώματοι, ή κάτι που δεν είμαστε, αλλά αυτό και μόνο που Εκείνος κατά τη σοφή Του κρίση μας έπλασε. Αναπαυόμαστε στη σκέψη ότι είμαστε έτσι όπως μας δημιούργησε: κτίσματα δικά Του που φέρουν υλικό σώμα. Συναντούμε λοιπόν τη δημιουργία μας, ανακαλύπτουμε τη φύση μας. Αυτό το γλυκό ταπεινό βίωμα μας το δίνει η υπόμνηση του καρδιακού χτύπου κατά τη στιγμή της προσευχής, όπως την περιγράψαμε παραπάνω. Βέβαια, για την κατάσταση πού περιγράψαμε, απαιτείται εσωτερική και εξωτερική ησυχία και κάποιες συνθήκες ζωής. Αυτά δεν γίνονται από μια νοικοκυρά μέσα στην κουζίνα, ούτε από ένα δάσκαλο την ώρα που διδάσκει - μια τέτοια προσπάθεια μόνο ζημιά θα προξενούσε στην ψυχή. Τι ωραία όμως που είναι να ξέρει κανείς ότι κάποιοι άνθρωποι, δικοί Του άνθρωποι, σαν κι αυτόν, «νυκτός μετά της καρδίας των αδολεσχούσι και σκάλλει το πνεύμα αυτών» ότι αγωνίζονται να πλησιάσουν το Θεό και παλεύουν ακατάπαυστα να βγουν λίγο από την παχύτητα της φύσεως, διατηρώντας όμως πάντοτε ένα ευλογημένο υπόλειμμα. Αυτοί τροφοδοτούν την οικουμένη με τα «πέραν»,τα «επέκεινα» και τα «μείζονα». Αυτό είναι ή «καθαρά καρδία», η οποία δεν σώζει μόνο έναν -τον ασκητή- αλλά μοιράζεται και μοιράζει το αγαθό της Εκκλησίας σ όλο τον κόσμο.
 

"Να γίνεσαι μικρούλης" (κλικ εδώ)
Άλλη έννοια στην οποία αναφέρονται οι Πατέρες με τον όρο «καρδιά» είναι το συναίσθημα, ο συναισθηματικός μας κόσμος. Είναι η έδρα αυτών των στοιχείων που εκφράζουν το θυμικό της ψυχής. Κυρίως όμως, με τον όρο «καρδιά» εννοούν κάτι πολύ βαθύτερο και πολύ εσωτερικότερο: Την καρδιά της
υποστάσεως του ανθρώπου, αυτό ακριβώς που είναι ο άνθρωπος, την έδρα των αγίων αναβάσεων -«αναβάσεις εν τη καρδία αυτών διέθετα»- την πηγή των ιερών επιθυμιών, το κέντρο της αγάπης - «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου». Είναι το βαθύτερο και εσώτερο σημείο του κάθε ανθρώπου, εκεί πού κατά κάποιο τρόπο συναντούμε το Θεό.
Αυτό το σημείο πλατύνετε, ανοίγεται, διευρύνεται κι έτσι κάνουμε λόγο για «πλατυσμό της καρδιάς» - μια πολύ ωραία έκφραση που απαντά και στην Παλαιά Διαθήκη και στην Καινή, και σημαίνει το να έχει κανείς ανοιχτή τη ψυχή του, να διευρύνει τον εσωτερικό του κόσμο να μπορεί να δέχεται τη χάρι του Θεού, να φιλοξενεί γεγονότα, σχέσεις, αλήθειες, να χωρεί τους αδελφούς του, να αντέχει τη χαρά και τη λύπη.

Με άλλα λόγια, «πλατυσμός της καρδιάς» σημαίνει να είναι ό άνθρωπος δεκτικός και χωρητικός. να μπορεί να συγχωρεί, να μπορεί να ανέχεται, να μπορεί να υπομένει τον αδελφό του, να μπορεί να περιμένει το Θεό. Ο Θεός δεν βιάζεται, δεν στηρίζει την ανυπομονησία μας. Μας θέλει με υπομονή να Τον προσδοκούμε, όπως και ο ίδιος μακροθυμεί και περιμένει. Αυτό το άνοιγμα της καρδιάς, αυτό που γεμίζει με χαρά και εσωτερική πανήγυρη τον άνθρωπο, αυτό είναι ο πλατυσμός της καρδιάς.

Η ΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ


Είναι αλήθεια ότι η εποχή μας αδικεί μια μεγάλη ευλογία που έχει δώσει ο Θεός. Την ευλογία των εντολών. Θεωρεί ότι η τήρηση των εντολών αποτελεί μια μηχανική, επιφανειακή ηθική και ότι ο λόγος περί τηρήσεως των εντολών είναι μια ηθικολογία που προάγει τον ευσεβισμό.
Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Αν προσέξομε, θα δούμε ότι και το Ευαγγέλιο και η πατερική γραμματολογία [«Ν»: δηλ. τα κείμενα των αγίων διδασκάλων της Ορθοδοξίας] και η εμπειρία της Εκκλησία, είναι γεμάτα από προτροπές για τήρηση των εντολών και προσδιορίζουν την αγιότητα -μεταξύ άλλων- και ως έκφραση της τηρήσεως των εντολών· «εάν αγαπάτε με, τάς εντολάς τάς εμάς τηρήσατε», λέει ο ίδιος ο Κύριος. Η προσπάθεια τηρήσεως των εντολών μάς μεταφέρει από την αμφιβολία και τους επικίνδυνους ακροβατισμούς των «βιωμάτων», στην πραγματικότητα των αδυναμιών μας.
Διαβάζουμε συχνά ένα βιβλίο, κάνουμε μια ωραία συζήτηση, μιλάμε για τον πλατυσμό της καρδιάς, για τις αναρριχήσεις του νοός, για τις πνευματικές αναβάσεις, και μετά από λίγο μας διακόπτει ο άντρας ή η γυναίκα μας στο σπίτι, και αντιδρούμε με ένταση και εκνευρισμό. Τι έννοια έχουν τότε όλες αυτές οι συζητήσεις; Κρατάμε το κομποσχοίνι στο χέρι, τηρούμε ίσως τις νηστείες, επειδή έτσι μάθαμε, αλλά δεν μπορούμε να τηρήσουμε τις εντολές της αγάπης, της υπομονής. Και της αμοιβαίας ανοχής, της συγχωρητικότητας. Νοείται το εξής φαινόμενο: Ενώ εμφανιζόμαστε με μια μοναχικού χαρακτήρα παραδοσιακότητα είμαστε πολύ σκληρόκαρδοι άνθρωποι. Αυτό που μαλακώνει την ψυχή σαν σφυρί που τη χτυπάει, είναι οι εντολές και ο αγώνας τους.
Οι εντολές υπάρχουν για δύο λόγους: πρώτον, για να μας ταπεινώνουν και, δεύτερον, για να μας δείχνουν την πορεία μας.




Πόσο αγώνα έχει μια εντολή! Πόση προσπάθεια! Είναι πιο εύκολο να διαβάσουμε ένα κομμάτι από τη Φιλοκαλία ή τα Ασκητικά του Αββά Ισαάκ, να νομίσουμε ότι το καταλάβαμε και να αισθανθούμε ότι φτάσαμε σε μια δήθεν «πνευματική κατάσταση», από το να προσπαθήσουμε να μην πούμε ένα ψέμα από αυτά πού αποκαλούμε συμβατικά ψέματα, ή από το να δεχθούμε το παιδί μας όπως είναι, ή να ανεχθούμε τους γονείς μας ή αμοιβαία ό ένας τον άλλο. Βλέπουμε λοιπόν, ότι όταν προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές δυσκολευόμαστε πολύ. Κι έτσι, ταπεινωνόμαστε ενώπιον τους. Οι εντολές όμως πέρα από το γεγονός ότι μας ταπεινώνουν, λειτουργούν και ως οδοδείκτες στην πορεία μας. Βλέπει κανείς πολλές φορές στους ορεινούς δρόμους να υπάρχουν στα δεξιά και αριστερά της ασφάλτου, πάσσαλοι με φθορίζουσα ύλη πάνω τους, ώστε να δείχνουν το δρόμο, όταν αυτός καλύπτεται από τα χιόνια. Το ίδιο κάνουν κι οι εντολές· μας δείχνουν πού πορευόμαστε
Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό να αναζητήσει κανείς, με τη συμπαράσταση του πνευματικού του, να προσδιορίσει τις εντολές για τις όποιες πρέπει να αγωνιστεί στη ζωή του. Με αυτό τον τρόπο μαθητεύει συνεχώς στο συγκεκριμένο αγώνα του. Δεν δικαιολογεί εύκολα τον εαυτό του όταν δεν τα καταφέρνει, δεν αδιαφορεί. Στέκεται με τιμιότητα απέναντι στην αλήθεια. Δεν ψεύδεται, ούτε ξεγελά τον εαυτό του, αλλά κοιτάζει ποιες από αυτές τις εντολές θα εφαρμόσει και σε ποιο βαθμό. Έτσι, διακρίνει το δρόμο και την πορεία του, και στη συνέχεια ζητάει με την προσευχή του την ενέργεια του Θεού και την ευλογία Του ώστε, αν κάποια από τις εντολές μπορεί να μεταμορφωθεί σε εμπειρία προσωπική, αυτό να γίνει μόνο με τη χάρι του Θεού. Στην πνευματική ζωή, οι αρετές δεν αποτελούν κατάκτηση ή επίτευγμα, αλλά δώρο Θεού και καρπό του Αγίου Πνεύματος. Σε μας ανήκει η συναίνεση και η εμπιστοσύνη στη χάρι Του. 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Δεν υπάρχουν σχόλια: