ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ως Προτεστάντες


Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν παραδέχονται ότι η οργάνωσή τους είναι απλώς ένα από τα πολλά παρακλάδια του προτεσταντισμού, παρά το ότι οι θρησκευτικές καταβολές του ιδρυτή τους, Κάρολου Ρώσσελ, αποτελούν μια μετεξέλιξη των ιδεών της προτεσταντικής κίνησης των Αντβεντιστών.
Για την πορεία των αντβεντιστικών ιδεών και υπολογισμών της δευτέρας παρουσίας, και τη σύνδεσή τους με τον Κ. Ρώσσελ, μπορείτε να δείτε αναλυτικά εδώ.
Όμως, εκτός από αυτά, όλα τα βασικά χαρακτηριστικά των ΜτΙ είναι προϊόντα του προτεσταντισμού και προέρχονται από τις προτεσταντικές ρίζες τους.
Ας τα δούμε εν συντομία:

1) Η ιδέα ότι η μόνη πηγή της χριστιανικής αλήθειας είναι η Αγία Γραφή. Πρόκειται για το θεμελιώδες δόγμα του προτεσταντισμού, το περίφημα Sola Scriptura («Μόνο Γραφή»). Το δόγμα αυτό επινοήθηκε αναγκαστικά από το Λούθηρο, για να μπορέσει να παρακάμψει το κύρος των ερμηνευτών που ανήκαν στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ιδιαίτερα εκείνων που θεωρούνταν άγιοι. Έτσι όμως, χωρίς να καταλαβαίνει το μέγεθος του σφάλματός του, απέρριψε και το κύρος των Πατέρων της Εκκλησίας, που ήταν όντως άγιοι και που αποτελούν τους πνευματικούς διδασκάλους των χριστιανών ήδη αμέσως μετά τους αποστόλους. Αυτούς, ο Λούθηρος και κατόπιν όλοι οι προτεστάντες τους απέρριψαν συλλήβδην, αρνούμενοι το θείο φωτισμό τους και τιτλοφορώντας τις διδασκαλίες τους «παραδόσεις ανθρώπων», συνεπώς σχετικές και στερημένες της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.

Το Sola Scriptura βέβαια η ίδια η Αγία Γραφή δεν το δέχεται, αφού:

α) σε πάρα πολλές περιπτώσεις οι άγιοι που πρωταγωνιστούν στην Αγία Γραφή (προφήτες και απόστολοι) λαμβάνουν αποκάλυψη απευθείας από το Θεό και όχι μελετώντας τις Γραφές, ενώ β) ο απόστολος Παύλος λέει στο Β΄ Θεσσαλονικείς, 2, 15: «Άρα ουν, αδελφοί, στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε διά λόγου είτε δι’ επιστολής ημών» – άρα κατά τον Παύλο ο χριστιανισμός έχει μεταδοθεί και προφορικά και όχι μόνο μέσω κειμένων. 

Ο τρόπος που λειτουργούσαν ή νήστευαν οι πρώτοι χριστιανοί π.χ. δεν περιγράφεται στην Αγία Γραφή! Άρα μήπως «δε λειτουργούσαν» και «δε νήστευαν»; Όχι, και τα δύο αναφέρεται ότι τα έπρατταν (Πράξεις, 13, 2), χωρίς όμως να τα έχουν παραλάβει μέσω κάποιου «ιερού βιβλίου». Αποτελούσαν πρακτικές που είχαν μεταδοθεί από τους αποστόλους στην πράξη και δε χρειάζονταν να καταγραφούν στα αποστολικά κείμενα, δηλ. εκείνα που κατόπιν αποτέλεσαν την Καινή Διαθήκη. Το ίδιο ισχύει και για ερωτήματα όπως: μήπως οι πρώτοι χριστιανοί δεν είχαν ιερείς; μήπως δεν πίστευαν στην Αγία Τριάδα; μήπως δεν τιμούσαν το σταυρό, την Παναγία και τους αγίους; μήπως, μήπως… κ.τ.λ.

Βέβαια, οι προτεστάντες επέλεξαν το Sola Scriptura ως τη μόνη ασφαλή βάση για να βρουν την αυθεντική εκδοχή του χριστιανισμού, επειδή τους χώριζε ένα χάσμα 15 αιώνων από την πρωτοχριστιανική εποχή. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δε χωρίζεται από την πρωτοχριστιανική εποχή με κανένα χάσμα, αλλά ενώνεται μέσω της αδιάσπαστης αλυσίδας των αγίων της, από τους ίδιους τους αποστόλους και τους άμεσους μαθητές τους μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό και σ’ εμάς δεν τίθεται θέμα «διαφωνίας» και «αντίθεσης» μεταξύ Αγίας Γραφής και παράδοσης: και τα δύο παραδόθηκαν στους ανθρώπους από τους αποστόλους και διαφυλάχτηκαν μέσα στους αιώνες.

2) Για να παρακάμψει τη διδασκαλία των αγίων, ο προτεσταντισμός επινόησε και το επόμενο δόγμα του, την «αποστασία της Εκκλησίας αμέσως μετά το θάνατο των αποστόλων», και τη νόθευση του αυθεντικού (βιβλικού) χριστιανισμού από τους Πατέρες της Εκκλησίας, ακόμη και το 2ο αι. μ.Χ., με ειδωλολατρικές και φιλοσοφικές επιρροές. 

Βέβαια, τίθεται το θέμα πώς μια τέτοια «αποστατική» Εκκλησία μπόρεσε να συγκροτήσει ένα γνήσιο κανόνα της Αγίας Γραφής, ώστε να τον παραλάβουν οι προτεστάντες, ενώ «σε όλα τα άλλα ζητήματα» έκανε μονίμως λάθος… Έτσι, εν πάση περιπτώσει, οι προτεστάντες απέρριψαν όλα τα στοιχεία της εκκλησιαστικής παράδοσης και επέστρεψαν με ένα ιστορικό άλμα σε αυτό που νόμιζαν πως είναι η πρωτοχριστιανική αυθεντικότητα.

Φυσικά, η ιδέα ότι η Εκκλησία αποστάτησε (ολόκληρη!) είναι αυθαίρετη. Επιχειρείται η τεκμηρίωσή της σε σημεία της Καινής Διαθήκης όπου γίνεται λόγος για τη μεγάλη αποστασία των τελευταίων ημερών, αλλά εκεί – ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι μιλάει για μια περίοδο κρίσης που αρχίζει αμέσως μετά τους αποστόλους, αφού από την ανάσταση του Χριστού και μετά ήδη μπαίνουμε στις έσχατες μέρες – σε καμία περίπτωση δεν αναφέρεται συνολική αποστασία της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού με κεφαλή το Χριστό, αλλά μόνο συγκεκριμένων προσώπων.

Ολόκληρη η Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να αποστάτησε, γιατί τότε το Άγιο Πνεύμα απέτυχε στο έργο του, οι «πύλες του άδη» νίκησαν την Εκκλησία (αντίθετα με τη διαβεβαίωση του Ιησού στο Ματθ. 16, 18), ενώ δε φαίνεται να εκπληρώνεται πουθενά η υπόσχεση του Κυρίου ότι θα είναι με τους χριστιανούς «όλες τις ημέρες μέχρι τη συντέλεια του αιώνων» (Ματθ. 28, 20). Εξάλλου, η ίδια η Εκκλησία, όπως είπαμε, είναι σώμα Χριστού με κεφαλή το Χριστό (ο Χριστός είναι μέλος της Εκκλησίας και μάλιστα το σημαντικότερο, το κεφάλι), συνεπώς δε γίνεται να αποστάτησε, ώστε να υπάρχει κενό πίστης από τους αποστόλους μέχρι τον εκάστοτε προτεστάντη ιδρυτή κάποιας εκκλησιαστικής οργάνωσης, που φαντάζεται ότι ο ίδιος και η οργάνωσή του διασώζουν τη χριστιανική αλήθεια – κοινός τόπος σε όλα τα προτεσταντικά παρακλάδια.

Για να λυθεί αυτό το πρόβλημα, οι προτεστάντες επινόησαν την ιδέα της «αόρατης Εκκλησίας», στην οποία περιλαμβάνονται όλοι οι «αληθινοί χριστιανοί» όλων των ιστορικών παραλλαγών του χριστιανισμού, που όμως είναι ετερόκλητοι και «άγνωστοι», άρα δε μπορούν να χρησιμεύσουν ως άγιοι διδάσκαλοι των χριστιανών – έτσι, οι χριστιανοί δεν έχουν οδηγούς, παρά «μόνο την Αγία Γραφή». Ακόμη κι αν ανάμεσά τους τοποθετούνται κάποιοι γνωστοί άγιοι, είτε ορθόδοξοι είτε ρωμαιοκαθολικοί (δηλ. άνθρωποι που φαίνονται ειλικρινείς πιστοί), δεν τους αναγνωρίζεται καμιά αυθεντικότητα στην προσέγγιση του Θεού, ενώ αναγνωρίζεται με σεβασμό το κύρος των ερμηνευτών που ερμήνευσαν τη Βίβλο κάνοντας φιλολογικές έρευνες ή μαθηματικούς υπολογισμούς… 

Όμως «αόρατη Εκκλησία» δε μπορεί να υπάρχει, γιατί δε συγκεντρώνεται στο κυριακό δείπνο, δηλ. στη θεία μετάληψη (την οποία οι ΜτΙ και γενικά οι προτεστάντες έχουν ερμηνεύσει αλληγορικά ως προς τις βιβλικές αναφορές και τροποποιήσει κατά βούλησιν). Η Εκκλησία οφείλει να είναι πάντα ορατή και συγκεκριμένη, έστω κι αν περιλαμβάνει και ανάξιους (και η Εκκλησία των αποστολικών χρόνων είχε αρκετούς), και συγκροτημένη σε ένα σώμα με κέντρο την ευχαριστία (θεία μετάληψη). Σ’ αυτήν περιλαμβάνονται και οι άγγελοι και ο Χριστός, γι’ αυτό και ποτέ δεν αποστατεί, αλλά πάντα είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας», όπως γράφει ο απόστολος Παύλος στο Α΄ Τιμόθεον, 3, 15.

Επίσης, οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας αμέσως μετά τους αποστόλους είναι οι ίδιοι οι μαθητές των αποστόλων, που εκείνοι επέλεξαν και τοποθέτησαν στις θέσεις τους. Ανάμεσά τους είναι ο Τίτος, ο Τιμόθεος, ο Κλήμης, οι ευαγγελιστές Λουκάς και Μάρκος κ.π.ά. Αποστάτες ήταν όλοι αυτοί; Ή μήπως αποστάτες είναι μόνο ο Ιγνάτιος και ο Πολύκαρπος, αφού από τα γραπτά τους συνάγεται ότι η Εκκλησία του 2ου αι. μ.Χ. είναι ίδια με Εκκλησία των επόμενων αιώνων και τελικά με την Ορθόδοξη; Τα γραπτά αυτών των αγίων δε μπορεί να γίνουν αποδεκτά χωρίς πρόβλημα από τους προτεστάντες. Όμως, αν αυτοί οι άγιοι υπήρξαν αποστάτες, πού είναι οι αντιδράσεις όλων των υπολοίπων και πώς είναι δυνατόν να κατάφεραν ν’ αλλάξουν ολόκληρη τη φυσιογνωμία του χριστιανισμού;

Για κάθε ειλικρινή μελετητή, τα κείμενα των αγίων του 2ου αι. μ.Χ. διασώζουν την αυθεντικότητα της Εκκλησίας, αυτά που οι άγιοι παρέλαβαν από τους άμεσους διδασκάλους τους, τους αποστόλους και μαθητές του Χριστού. Γι’ αυτό και πολλοί προτεστάντες, μελετώντας τα, έχουν μεταστραφεί στην Ορθοδοξία, ενώ οι υπόλοιποι, όσοι τα μελετούν, προτιμούν να τα θάψουν κάτω απ’ το χαλί τιτλοφορώντας τα «προϊόντα αποστασίας».

3) Η χρήση του εβραϊκού (Μασοριτικού) κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης αντί για τη Μετάφραση των 70 (Ο΄) που χρησιμοποιούσε και χρησιμοποιεί πάντα η Εκκλησία. Ο Λούθηρος απέρριψε τους Ο΄ και υιοθέτησε το Μασοριτικό, νομίζοντας πως έτσι ανακαλύπτει την αρχαιότερη και άρα γνησιότερη εκδοχή της Παλ. Διαθήκης. Έτσι, έπαθε τα εξής: α) απέρριψε 10 ολόκληρα βιβλία της Παλ. Διαθήκης, που ήταν γραμμένα απ’ ευθείας στα ελληνικά και δεν περιελήφθησαν ποτέ στην Εβραϊκή Βίβλο! β) ήρθε σε αντίθεση με την ίδια την Καινή Διαθήκη, γιατί εκεί οι παραπομπές στην Παλαιά γίνονται με εδάφια των Ο΄!
Αρκετά στοιχεία για το πρόβλημα μπορείτε να δείτε εδώ.

Οι ΜτΙ δεν αποδέχτηκαν αυτούσιο το Μασοριτικό, αλλά κατασκεύασαν ένα νέο κείμενο της Αγίας Γραφής, τη «Μετάφραση Νέου Κόσμου», όπου όμως – όπως ήταν αναμενόμενο – η Παλαιά Διαθήκη έχει ως βάση το εβραϊκό κείμενο. Είναι μια «επιστημονική» μετάφραση της Βίβλου, τροποποιημένη κατά τις απόψεις τους.

Πάντως, πρέπει να τονίσουμε ότι είναι παράδοξο μια οργάνωση «μελετητών των Γραφών» να θεωρεί εγκυρότερες τις απόψεις σύγχρονων φιλολόγων, όσες περγαμηνές κι αν εμφανίζουν, από τις απόψεις των ίδιων των συγγραφέων της Καινής Διαθήκης, που παρέθεταν από τους Ο΄, το κείμενο των οποίων αποτελεί από την αρχή και για όλους τους αιώνες την Παλαιά Διαθήκη των αληθινών χριστιανών, δηλαδή της Εκκλησίας ανατολής και δύσης (στη δύση η χρήση του διατηρήθηκε από τους Ρωμαιοκαθολικούς, παρότι ο ρωμαιοκαθολικισμός δεν αποτελεί συνέχεια της πίστης των αρχαίων δυτικών χριστιανών, αλλά αίρεση με πάρα πολλές αποκλίσεις που εμφανίστηκε γύρω στο 1000 μ.Χ.).

4) Με αποκλίσεις, ανάλογα με τον προτεσταντικό κλάδο όπου ανήκουν, οι προτεστάντες απορρίπτουν την ειδική ιεροσύνη, υποβιβάζουν τα μυστήρια σε απλές συμβολικές τελετές, δεν κάνουν το σταυρό τους, ακόμη κι όταν τον χρησιμοποιούν ως χριστιανικό σύμβολο (ενώ οι ΜτΙ ούτε κι αυτό το κάνουν), ενώ συλλήβδην δεν αναγνωρίζουν την ιερότητα των εικόνων, δεν τιμούν την Παναγία και τους αγίους, ούτε μιλάνε με αυτούς, ούτε και προσεύχονται για τους νεκρούς, νομίζοντας πως οι ψυχές κοιμούνται κατά το διάστημα από το σωματικό θάνατο μέχρι την τελική ανάσταση.

Όλες αυτές οι δοξασίες των ΜτΙ είναι προϊόντα των προτεσταντικών καταβολών τους, για τα οποία στη συνέχεια αναζητήθηκαν βιβλικά ερείσματα και, για να βρεθούν, επανερμηνεύτηκαν ως σύμβολα, αλληγορίες και οράματα χωρίς αληθινό περιεχόμενο όλα τα σημεία της Αγίας Γραφής που φανερώνουν το αντίθετο.

Μάλιστα την τιμή προς την Παναγία και το σταυρό οι ΜτΙ τη χαρακτηρίζουν «λατρεία» («της Μαρίας» και του σταυρού) και την πίστη στη ζωή των ψυχών μετά το θάνατο τη χαρακτηρίζουν «αθανασία της ψυχής», για να δείξουν πως πρόκειται για επιδράσεις από την ειδωλολατρία και την αρχαία φιλοσοφία. Στην πραγματικότητα, αυτά δεν έχουν καμία σχέση, αλλά αποτελούν διδασκαλίες των χριστιανών εξ αρχής, θεμελιωμένες σε πολλά σημεία της Καινής Διαθήκης, αλλά και στην πραγματική εμπειρία των αγίων χριστιανών των πρώτων γενεών και, κατόπιν, όλων των αγίων όλων των εποχών.

Οι προτεστάντες ωστόσο, μεταξύ αυτών και οι ΜτΙ, την ερμηνεία των σχετικών σημείων της Αγίας Γραφής από την Εκκλησία την απορρίπτουν, ενώ την εμπειρία των αγίων από τη θεία χάρη και τον ουράνιο κόσμο τη θεωρούν πλάνη (γιατί «έρχεται σε αντίθεση με τη Βίβλο» – όπως την ερμηνεύουν αυτοί βέβαια) και επίσης την απορρίπτουν.

5) Και απομένουν δύο στοιχεία: ο εσχατολογικός προσανατολισμός των ΜτΙ και η χρήση του ονόματος Ιεχωβά ως «του θείου ονόματος».

Ο εσχατολογικός προσανατολισμός υπάρχει και σε άλλες προτεσταντικές ομάδες, όπως οι Αντβεντιστές, από τους οποίους γεννήθηκαν οι αρχικές δοξασίες των ΜτΙ. Φυσικά, όλοι οι χριστιανοί είμαστε εσχατολογικά προσανατολισμένοι, αλλά στους ΜτΙ διακρίνω δύο διαφορές από την Ορθοδοξία, εκτός φυσικά από την εμμονή τους με τον ακριβή καθορισμό της χρονολογίας της Δευτέρας Παρουσίας:

α) Φαίνεται να ενδιαφέρονται κατά κύριο λόγο για τις πράξεις του Θεού πάνω στο σύνολο της ανθρωπότητας (σα να πρόκειται για ένα πολιτικό πρόγραμμα) και δευτερευόντως για την προσωπική σωτηρία κάθε ανθρώπου. Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για αντανάκλαση της ιουδαϊκής νοοτροπίας σχετικά με τον περιούσιο λαό. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Κύριος καθοδηγούσε το λαό Του ως σύνολο, κι έτσι οι ΜτΙ, που, ως προτεστάντες, είναι υπερβολικά προσκολλημένοι στην Παλ. Διαθήκη, παραβλέπουν τον προσωπικό χαρακτήρα της εν Χριστώ αποκάλυψης.

Αυτό ωστόσο θεωρώ πως έχει σχέση και με την τακτική της «αποκοπής»: ο «λαός του Θεού» γίνεται αυτοδύναμο, που υπερβαίνει τα μέλη του και είναι, ως σύνολο, πιο σημαντικός απ’ αυτά, κι έτσι ένα πρόσωπο που «παρεμποδίσει» το σκοπό του Θεού μπορεί να αποβληθεί σαν σάπιο φρούτο, χωρίς να ενδιαφερόμαστε πλέον για τη σωτηρία του.

β) Οι ορθόδοξοι, όπως και οι αρχαίοι χριστιανοί, έχουμε την πρόγευση των εσχάτων ήδη από αυτή τη ζωή, στο βαθμό που ο άνθρωπος ενώνεται με το Θεό εν Χριστώ, μετέχει στη θεία χάρη, γίνεται άγιος. Πρόκειται για την πρώτη ανάσταση, που αναφέρεται στην Αποκάλυψη. Οι προτεστάντες, για να μην υποχρεωθούν να αναγνωρίσουν αγίους (άρα και θεόπνευστους διδασκάλους και ερμηνευτές που θα πρέπει να ακολουθήσουν), μεταθέτουν τα πάντα για το τέλος, με εξαίρεση τους πεντηκοστιανούς, που έχουν πέσει στην αντίθετη πλάνη και φαντάζονται ότι, με τις εκστασιακές τους επιδόσεις, πραγματώνουν το χαρισματική κατάσταση των πρώτων χριστιανών (χωρίς όμως κι αυτοί να αναγνωρίζουν τις γνήσιες χαρισματικές καταστάσεις που συμβαίνουν στους αγίους όλων των εποχών).

Η χρήση του «θείου ονόματος» είναι μια εξειδικευμένη συνέπεια της υπερβολικής έμφασης όλων των προτεσταντών στην Παλαιά Διαθήκη, υπό το φως της οποίας κατανοούν την Καινή Διαθήκη, αντί για το αντίθετο.

Έτσι, οι ΜτΙ χρησιμοποιούν για το Θεό ένα όνομα που έχει αποκαλυφθεί στην Παλαιά Διαθήκη και απορρίπτουν την άποψη ότι το όνομα, με τον οποίο Τον αποκάλυψε ο Χριστός, είναι «Πατήρ» (μάλιστα εισήγαγαν στη «μετάφραση» της Καινής Διαθήκης τον όρο Ιεχωβά σε όλη την έκταση του κειμένου, θεωρώντας ότι, από «επιστημονική» άποψη, «θα έπρεπε» να υπάρχει), ενώ απορρίπτουν εντελώς και την πίστη στην ύπαρξη της Αγίας Τριάδας («της Τριάδας»), αφού κατανοούν την Παλαιά Διαθήκη ιουδαϊκά (τυπικό προτεσταντικό χαρακτηριστικό). Έτσι, όλα τα σημεία της Παλαιάς Διαθήκης όπου φαίνεται το πολυπρόσωπο του Θεού (πρώιμες υποδηλώσεις της τριαδικότητας), καθώς και τα σημεία της Καινής Διαθήκης όπου γίνονται αναφορές στην Αγία Τριάδα (όπως στην κατακλείδα του κατά Ματθαίον), οι ΜτΙ τα ερμηνεύουν έτσι ή αλλιώς, ώστε να ταιριάζουν με τις πεποιθήσεις τους, και απορρίπτουν την ερμηνεία και τις πεποιθήσεις των αγίων, ακόμη και του πρώτου αιώνα, ως …αντιγραφικές (αντίθετες προς την Αγία Γραφή)!

Η ερμηνεία της Βίβλου από τους ΜτΙ φυσικά είναι καθαρά φιλολογική, αφού δεν έχουν αγίους που να θεωρηθούν αυθεντικοί ερμηνευτές. Ως γνήσιοι προτεστάντες, θεωρούν ότι ο δρόμος που οδηγεί στη σωστή ερμηνεία της Βίβλου είναι ο δρόμος της λογικής και όχι ο δρόμος της θείας χάριτος. Η ίδια η μελέτη της Βίβλου «είναι πηγή χάριτος», τουλάχιστον για έναν «ειλικρινή μελετητή». Τα ίδια λένε όλοι οι προτεστάντες (δες π.χ. το βιβλίο Διψώντας για το Θεό, του πρώην προτεστάντη πάστορα Ματθαίου Γκάλλατιν, που μεταστράφηκε στην Ορθοδοξία όταν ανακάλυψε και μελέτησε τους Πατέρες της Εκκλησίας της αμέσως μετά τους αποστόλους γενιάς, δηλ. τους μαθητές των αποστόλων – «Αποστολικούς Πατέρες»).

Το παραπάνω βιβλίο, καθώς και το βιβλίο του π. Πήτερ Γκίλκουϊστ Καλώς ήλθατε στο σπίτι σας (όπου εξιστορείται η μεταστροφή στην Ορθοδοξία μιας ολόκληρης προτεσταντικής κοινότητας των ΗΠΑ, μετά από έρευνα των αρχαίων χριστιανικών πηγών) ίσως μπορούν να βοηθήσουν έναν ΜτΙ να κατανοήσει τις πραγματικές ρίζες της διδασκαλίας της Οργάνωσής του και ίσως να καταλάβει για ποιο λόγο η Ορθοδοξία έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και απόψεις στο ένα ή το άλλο ζήτημα, καθώς και πώς σχετίζονται αυτά με τις πρωτοχριστιανικές καταβολές και την ίδια την Αγία Γραφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: