ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Επιστολή ορθόδοξου χριστιανού προς τους αδελφούς μας Ινδιάνους


Από εδώ
ΤΟ ΙΔΙΟ, ΑΓΓΛΙΚΑ ΚΑΙ ΙΣΠΑΝΙΚΑ

Φωτο από εδώ, όπου επίσης το άρθρο αγγλικά.
Απόψε, στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, είδα στην τηλεόραση ένα ντοκιμανταίρ, που παρουσίαζε τη ζωή μιας από τις αυτόχθονες φυλές, που ζουν στην περιοχή του Αμαζόνιου. Για τις φυλές αυτές στην Ελλάδα ξέρουμε πολύ λίγα: ότι είναι αρχαίες, ότι οι πρόγονοί τους ήταν σοφοί και γενναίοι πολεμιστές, με καλά οργανωμένα κράτη και σπουδαίους πολιτισμούς, και ότι από το 15ο αιώνα διάφοροι λευκοί πολέμαρχοι οδήγησαν σιδηρόφρακτους πολεμιστές που ήρθαν από τη θάλασσα και έσφαξαν τους ανθρώπους των φυλών αυτών, λεηλάτησαν τους θησαυρούς τους, κατέστρεψαν τις πόλεις και τα χωριά τους και άρπαξαν τη γη τους. Σ’ αυτή τη γη, την αρπαγμένη από τους Ινδιάνους, βρίσκονται τώρα όλα τα κράτη της ηπείρου που ονομάζεται Αμερική, Βόρεια, Κεντρική και Νότια.
Εμείς οι Έλληνες έχουμε περάσει περίπου τα ίδια. Κι εμείς είχαμε προγόνους σοφούς και γενναίους πολεμιστές, με καλά οργανωμένα κράτη και σπουδαίους πολιτισμούς, και από το 13ο αιώνα διάφοροι λευκοί πολέμαρχοι οδήγησαν σιδηρόφρακτους πολεμιστές που ήρθαν από τη στεριά και τη θάλασσα και έσφαξαν τους ανθρώπους μας, λεηλάτησαν τους θησαυρούς μας, κατέστρεψαν τις πόλεις και τα χωριά μας και άρπαξαν τη γη μας. Οι πολέμαρχοι αυτοί είχαν ακριβώς τις ίδιες σημαίες με εκείνους που κατέστρεψαν τη ζωή των αδελφών μας, των ιθαγενών της Αμερικής.
Από το 15ο αιώνα ό,τι είχε απομείνει από τη γη μας το άρπαξαν άλλοι βάρβαροι πολεμιστές, που ήρθαν από την ανατολή και που δεν τους γνώρισαν οι Ινδιάνοι αδελφοί μας. Και κράτησαν τη γη μας, παρόλο που επαναστατούσαμε συνεχώς εναντίον τους, μέχρι που, από το 1830, κομμάτι κομμάτι, απελευθερώθηκε ένα μεγάλο μέρος της. Αλλά και πάλι ήμασταν αδύναμοι και σπαραγμένοι από εμφύλιους πολέμους ανάμεσα σε δικούς μας πολέμαρχους (γενναίους αλλά όχι σοφούς – ευτυχώς υπήρχαν και αρκετοί σοφοί), κι έτσι, αντί να γίνουμε αληθινά ελεύθεροι και δυνατοί, πέσαμε στα χέρια των προηγούμενων κυρίαρχων, που μας έθεσαν κάτω από την εξουσία τους, όχι πια με τα όπλα, αλλά με την πονηριά που ονομάζεται πολιτική και διπλωματία.
Ακόμη και σήμερα αγωνιζόμαστε για να απελευθερωθούμε και να ξαναβρούμε τη σοφία και τη γενναιότητα των προγόνων μας.
Νομίζω λοιπόν, αδελφοί μου Ινδιάνοι, ότι μπορώ να καταλάβω τα βάσανά σας και να γράψω δυο λόγια προς εσάς. Κατά κάποιο τρόπο, είμαι ένας από σας.
Στο ντοκιμανταίρ που ανέφερα πριν, είδα κάτι που πλήγωσε βαθιά την καρδιά μου: κάποιοι Ινδιάνοι στάθηκαν στην ακτή του ωκεανού, εκεί όπου οι λευκοί εισβολείς είχαν βγει από τη θάλασσα και είχαν στήσει ένα γιγάντιο σταυρό πριν αρχίσουν το έργο του αφανισμού των Ινδιάνων. Οι σημερινοί Ινδιάνοι είπαν στους ανθρώπους που γύριζαν το ντοκιμανταίρ: «Απ’ αυτό το σημείο οι λευκοί άρχισαν να αρπάζουν τη γη μας. Ο σταυρός είναι το πνεύμα της καταστροφής, το πνεύμα της εξολόθρευσης. Αυτό έχουμε μάθει».
Επειδή λοιπόν κι εγώ έχω κρεμάσει ένα σταυρό στο στήθος μου, ως φυλαχτό, και οι ναοί μου είναι γεμάτοι σταυρούς (και είναι πολύ πιο αρχαίοι από τους λευκούς που κατέστρεψαν και τους Ινδιάνους και το δικό μου λαό), θα ήθελα να πω στους αδελφούς μου Ινδιάνους δυο πράγματα: α) τι συμβολίζει στην πραγματικότητα ο σταυρός και β) ποιοι είναι εκείνοι οι λευκοί άνθρωποι που έστησαν το σταυρό στην ακτή του ωκεανού και έκαναν τους Ινδιάνους να τον μισήσουν. Σας παρακαλώ να με ακούσετε.
Ξέρω πως σήμερα οι περισσότεροι Ινδιάνοι έχουν πτυχίο πανεπιστημίου και δε χρειάζεται να τους μιλήσω απλά, όπως θα μιλούσα σε ανθρώπους που ζουν μέσα στη ζούγκλα. Εγώ όμως θα προσπαθήσω να μιλήσω απλά, ώστε να καταλάβουν τα λόγια μου και οι άνθρωποι που έχουν σπουδάσει στο πανεπιστήμιο και εκείνοι που ζουν μέσα στη ζούγκλα. Παρακαλώ τους αδελφούς μου Ινδιάνους που ζουν στις πόλεις και χρησιμοποιούν τη σύγχρονη τεχνολογία, να μεταφέρουν το πνεύμα των λόγων μου στους αδελφούς τους (και δικούς μου αδελφούς) που ζουν στη ζούγκλα και που διατηρούν ακόμη ανόθευτα την αρχαία σοφία και τον τρόπο ζωής των προγόνων τους.

Α. Ο σταυρός και εμείς

Πριν από τη Γη, τα βουνά, τα ποτάμια, τη θάλασσα, τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά, τον άνθρωπο, υπάρχουν τα πνεύματα. Τα πνεύματα είναι καλά και κακά, φωτεινά και σκοτεινά, πνεύματα που αγαπούν τους ανθρώπους και άλλα πνεύματα, που τους μισούν και προσπαθούν να τους κάνουν κακό. Πολλά από αυτά τα κακά πνεύματα μερικές φορές εμφανίζονται σαν καλά και κάνουν λίγο καλό, για να ξεγελάσουν τους ανθρώπους και να τους κάνουν αργότερα πολύ μεγαλύτερο κακό ή να τους κάνουν σκλάβους τους για πάντα.
Πριν ακόμη και από τα πνεύματα, υπάρχει ένα άλλο Πνεύμα, που δημιούργησε τα πάντα. Αυτό το Μεγάλο Πνεύμα δημιούργησε και τη Γη και όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτήν, τα βουνά, τα ποτάμια, τη θάλασσα, τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά, τον άνθρωπο, αλλά Αυτό το Μεγάλο Πνεύμα δημιούργησε και τα πνεύματα. Όλα τα πνεύματα, και τα καλά και τα κακά.
Το Μεγάλο Πνεύμα είναι καλό και φωτεινό και όλα τα πλάσματα τα δημιούργησε από τη μεγάλη Του αγάπη. Και τα δημιούργησε καλά. Ακόμη και τα κακά πνεύματα, στην αρχή, όταν δημιουργήθηκαν, ήταν καλά. Όπως και οι πρώτοι άνθρωποι, όταν δημιουργήθηκαν, ήταν καλοί, και κάθε άνθρωπος που γεννιέται είναι καλός. Επειδή όμως οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι, μπορούν να διαλέξουν αν θα είναι καλοί ή κακοί. Το ίδιο και τα πνεύματα, μπορούν να διαλέξουν αν θα είναι καλά ή κακά. Πριν ακόμη λοιπόν δημιουργηθούν οι άνθρωποι, κάποια πνεύματα διάλεξαν να είναι κακά και το Μεγάλο Πνεύμα, επειδή είναι γεμάτο αγάπη, δεν τα εξολόθρευσε αλλά τους επέτρεψε να ζουν, έστω κι αν εκείνα έπαψαν να Το αγαπούν.

Από εδώ
Τα κακά πνεύματα όμως ξεγέλασαν τους πρώτους ανθρώπους και τους έπεισαν να πάψουν να αγαπούν το Μεγάλο Πνεύμα. Από τότε οι άνθρωποι έφυγαν μακριά από το Μεγάλο Πνεύμα, αρνήθηκαν την προστασία Του και ξέχασαν ακόμη κι ότι υπάρχει. Μόνο αμυδρά θυμούνταν την ύπαρξή Του στα παραμύθια και τα τραγούδια των λαών τους, αλλά δεν θυμούνταν γι’ Αυτό τίποτε ξεκάθαρο. Έτσι έγιναν κακοί, άρχισαν να πολεμούν μεταξύ τους, άρχισαν και να λατρεύουν πονηρά πνεύματα. Αλλά το ίδιο το Μεγάλο Πνεύμα ποτέ δεν τους ξέχασε, ούτε τους μίσησε, και περίμενε πάντα τον κατάλληλο καιρό για να τους βοηθήσει.
Το Μεγάλο Πνεύμα δεν είναι μόνο Του. Έχει μια συντροφιά από άλλα δύο Μεγάλα Πνεύματα, εξίσου Μεγάλα, αγαθά και ισχυρά με Αυτό. Αυτά τα Τρία Μεγάλα Πνεύματα είναι συγγενείς μεταξύ Τους: το Ένα Μεγάλο Πνεύμα έκανε τα άλλα δύο να υπάρχουν, όχι όμως «δημιουργώντας Τα», αλλά «βγάζοντάς Τα από μέσα Του» (για να χρησιμοποιήσω μια ανθρώπινη εικόνα, παρόλο που δεν ταιριάζει τόσο σε πνεύματα, όσο σε ανθρώπους). Αυτό το έκανε από τη μεγάλη Του αγάπη και τα δύο άλλα Μεγάλα Πνεύματα αγαπούν τόσο πολύ το Πρώτο Μεγάλο Πνεύμα, Αυτό που Τους έδωσε ύπαρξη, ώστε δε μιλάμε για τρία Μεγάλα Πνεύματα (κι ας είναι Τρία) αλλά για Ένα, που είναι η συντροφιά των Τριών. Στη Γη δεν υπάρχουν πλάσματα ενωμένα με τόσο μεγάλη αγάπη, γι’ αυτό δεν μπορούμε να καταλάβουμε πώς γίνεται τα Τρία Μεγάλα Πνεύματα να είναι τόσο πολύ ενωμένα, ώστε να είναι Ένα και συγχρόνως και Τρία, αλλά μπορούμε να καταλάβουμε λίγο τι σημαίνει αυτό, αν σκεφτούμε ότι η αγάπη ενώνει με μεγάλη δύναμη εκείνους που αγαπούν.
Ενώ τα Τρία Μεγάλα Πνεύματα ήταν ήδη ενωμένα, μετά, και τα Τρία μαζί, σαν Ένα, δημιούργησαν τη Γη και όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτήν, τα βουνά, τα ποτάμια, τη θάλασσα, τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά, τον άνθρωπο και τα πνεύματα και ό,τι άλλο ήθελαν να δημιουργήσουν. Τα δημιούργησαν, όπως είπαμε, από τη μεγάλη Τους αγάπη, για να μεταδώσουν αυτή την αγάπη σε άλλα πλάσματα. Και όχι μόνο την αγάπη, αλλά και την αγαθή ενέργειά Τους, που φέρνει τα πλάσματα (όταν τη θέλουν) σε πραγματική σχέση με το Μεγάλο Πνεύμα, που είναι συγχρόνως μια συντροφιά από Τρία Μεγάλα Πνεύματα.
Οι Έλληνες αυτό το Μεγάλο Πνεύμα Το ονομάζουμε «Θεό» και «Αγία Τριάδα», ενώ όσοι μιλούν αγγλικά το ονομάζουν «God» και «Holy Trinity». Και κάθε λαός Το ονομάζει στη δική του γλώσσα και ξέρει γι’ Αυτό άλλοτε λιγότερα και άλλοτε περισσότερα.
Περνούσαν λοιπόν οι αιώνες και το καλό και σοφό Μεγάλο Πνεύμα περίμενε πάντα τον κατάλληλο καιρό για να βοηθήσει τους ανθρώπους να ξεφύγουν από τα πονηρά πνεύματα και να γυρίσουν (όσοι ήθελαν) στη σχέση που είχαν με το Μεγάλο Πνεύμα στην αρχή. Για το λόγο αυτό, έκανε κάτι απίστευτο, κάτι που μόνο κάποιος με τρομερά μεγάλη αγάπη θα μπορούσε ποτέ να κάνει: το Ένα από τα Τρία Μεγάλα Πνεύματα έγινε άνθρωπος. Πήρε ανθρώπινο σώμα και ψυχή, έγινε μωρό και μπήκε στη μήτρα μιας πάρα πολύ καλής κοπέλας, της πιο καλής που είχε γεννηθεί ποτέ πάνω στη Γη. Γεννήθηκε από την κοπέλα αυτή, θήλασε σαν μωρό, μεγάλωσε και, όταν έγινε άντρας, άρχισε να μιλάει για το Μεγάλο Πνεύμα που Του είχε δώσει ύπαρξη από την αρχή, το οποίο αποκαλούσε «Πατέρα Του». Και, επειδή μας αγαπούσε πάρα πολύ και ταύτιζε τον εαυτό Του με μας, αποκαλούσε το Μεγάλο Πνεύμα «Πατέρα όλων μας».
Μίλησε στους ανθρώπους για την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την αγάπη και τους ζήτησε να συγχωρούν τους εχθρούς τους και να είναι ταπεινοί. Τους ζήτησε να αγαπούν όλους τους ανθρώπους, καλούς και κακούς (άλλωστε κανείς δεν είναι τελείως καλός, ώστε να έχει το δικαίωμα να περιφρονεί τους κακούς), να μην ενδιαφέρονται για τα πλούτη και τη δόξα, αλλά να καθαρίσουν την καρδιά τους από το μίσος και τον εγωισμό και να Τον ακολουθήσουν. Επίσης γιάτρευε αρρώστους, τυφλούς, παράλυτους, και έδιωχνε τα κακά πνεύματα με τη μεγάλη δύναμή Του, που τη μετέδωσε και στους μαθητές Του, ώστε να μπορούν κι εκείνοι, λέγοντας το όνομά Του, να κάνουν τέτοια θαυμαστά καλά έργα. Όμως οι κακοί άνθρωποι που εξουσίαζαν εκείνο τον τόπο έπιασαν τον καλό αυτό Διδάσκαλο (χωρίς να πιστεύουν βέβαια ότι είναι το Μεγάλο Πνεύμα, που έγινε άνθρωπος), Τον βασάνισαν και Τον σκότωσαν, καρφώνοντάς Τον με καρφιά στα χέρια και τα πόδια σ’ ένα ξύλινο σταυρό! Όταν ξεψύχησε, οι μαθητές Του πήραν το σώμα Του και το έθαψαν τοποθετώντας το σε μια σπηλιά, και μετά κρύφτηκαν λυπημένοι και φοβισμένοι.
Τρεις μέρες μετά όμως ο καλός Δάσκαλος αναστήθηκε από τους νεκρούς και εμφανίστηκε στους μαθητές Του. Τους εξήγησε ξανά ποιος ήταν και τι είχε έρθει να κάνει στη Γη και τους έδωσε εντολή να ταξιδέψουν σ’ όλη τη Γη και να μιλήσουν γι’ Αυτόν σε όλους τους λαούς της Γης, γιατί όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά του Μεγάλου Πατέρα, που δημιούργησε τα πάντα. Έπειτα, αφού τους συναντούσε για σαράντα μέρες, έφυγε ανεβαίνοντας στον ουρανό.


Δέκα μέρες μετά κατέβηκε το Τρίτο από τα Μεγάλα Πνεύματα παίρνοντας τη μορφή φλόγας. Μπήκε μέσα στους μαθητές του μεγάλου Δασκάλου και τους έδωσε σοφία, για να καταλάβουν τι είναι τα Τρία Μεγάλα Πνεύματα (που είναι Ένας Θεός), και θάρρος, για να μιλήσουν γι’ Αυτά στους ανθρώπους, χωρίς να φοβούνται τη βία που θα έστελναν εναντίον τους τα κακά πνεύματα.
Από τότε οι μαθητές έγιναν οι ίδιοι δάσκαλοι και μίλησαν για όλα αυτά σε όσο περισσότερους ανθρώπους μπόρεσαν μέχρι που κάποιοι κακοί άνθρωποι, δεμένοι στην εξουσία των κακών πνευμάτων, έναν έναν τους έπιασαν και τους σκότωσαν σε διάφορα μέρη της Γης. Όσοι άνθρωποι έδειξαν εμπιστοσύνη στα λόγια τους (που ήταν τα λόγια του μεγάλου Δασκάλου), έγιναν μαθητές τους και έμαθαν τον τρόπο να ενώνονται με το Μεγάλο Πνεύμα μέσω της ταπείνωσης και της αγάπης. Χιλιάδες τέτοιοι άνθρωποι υπήρξαν σε πάρα πολλούς λαούς, λευκοί, μαύροι και κίτρινοι. Χιλιάδες τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν και σήμερα.
Έτσι ο σταυρός, που πάνω του καρφώθηκε το σώμα του μεγάλου Δασκάλου, έγινε ιερός και απόχτησε τη δύναμη να διώχνει τα κακά πνεύματα. Γι’ αυτό οι μαθητές του Δασκάλου και οι μαθητές των μαθητών Του, μέχρι σήμερα (δηλαδή εμείς), έχουμε το σταυρό για σύμβολο της αγάπης που πρέπει να έχουμε για τους άλλους (δηλαδή να τους προσφέρουμε αγάπη και κάθε δυνατή βοήθεια και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς στο Μεγάλο Πνεύμα) και για φυλαχτό: τον χρησιμοποιούμε ως όπλο ενάντια στα κακά πνεύματα. Έχουν καταγραφεί εκατοντάδες περιπτώσεις, όπου άνθρωποι προστάτευσαν τον εαυτό τους ή θεράπευσαν άλλους από την επιρροή των κακών πνευμάτων χρησιμοποιώντας μικρά ομοιώματα του σταυρού, στον οποίο σταυρώθηκε ο μεγάλος Δάσκαλος.
Αυτό το Μεγάλο Πνεύμα, που έγινε άνθρωπος και δίδαξε την αγάπη και σταυρώθηκε και αναστήθηκε, είχε και ένα ανθρώπινο όνομα: ονομαζόταν «Ιησούς», που σημαίνει στη γλώσσα του λαού, στον οποίο γεννήθηκε, «ο Θεός σώζει». Και, επειδή (αν και ήταν αληθινός άνθρωπος) είχε μέσα Του ολόκληρη τη δύναμη του Μεγάλου Πνεύματος, τον ονομάζουμε «Χριστό» (=αλειμμένο με ιερό λάδι, όπως άλειφαν τους βασιλιάδες). Είναι ο Ιησούς Χριστός και οι άνθρωποι που αποδέχτηκαν τη διδασκαλία Του και τη διδασκαλία των μαθητών Του ονομάστηκαν «χριστιανοί».
Ό,τι κι αν νομίζετε για το Χριστό, ό,τι κι αν σας έχουν πει ή έχετε πιστέψει εξαιτίας των βασάνων και των τραγωδιών του λαού σας, στην πραγματικότητα ο Ιησούς Χριστός ήταν Εκείνος που δίδαξε την αγάπη και σταυρώθηκε και αναστήθηκε, για να ενώσει ξανά τους ανθρώπους με το Μεγάλο Πνεύμα, το Δημιουργό μας.
Ο σταυρός λοιπόν για μας, που ακολουθούμε ειλικρινά τη διδασκαλία του μεγάλου Δασκάλου (ή μάλλον προσπαθούμε να την ακολουθήσουμε, γιατί λίγοι προσπαθούν τόσο, ώστε να αγαπήσουν τόσο πολύ, όσο Εκείνος δίδαξε), είναι κάτι πολύ αγαπημένο. Είναι ένα σύμβολο αγάπης και όπλο ενάντια στα κακά πνεύματα, όχι σύμβολο θανάτου και καταστροφής.

Β. Άνθρωποι που ακολούθησαν τη διδασκαλία του Χριστού μέχρι τέλους

Ο Ιησούς Χριστός, ο μεγάλος Δάσκαλος, το Μεγάλο Πνεύμα που έγινε άνθρωπος πριν από 2000 χρόνια για να μας οδηγήσει κοντά στο Θεό, δίδαξε τους ανθρώπους ότι πλησιάζουν το Θεό και ενώνονται μαζί Του όταν αγαπούν όλο τον κόσμο, ακόμη και τους εχθρούς τους. Ο ίδιος το έκανε αυτό, συγχωρώντας τον ένα μαθητή Του, που Τον πρόδωσε στους εχθρούς Του, αλλά και τους ίδιους τους εχθρούς Του, ενώ βρισκόταν πάνω στο σταυρό (όμως εκείνοι μάλλον δεν δέχτηκαν αυτή τη συγχώρεση, εκτός από ένα πολεμιστή, το Λογγίνο, που αργότερα έγινε χριστιανός και πέθανε για χάρη του Ιησού). Επειδή όμως είναι αδύνατο ένας άνθρωπος, με τις δικές του πνευματικές δυνάμεις, να φτάσει στο σημείο να αγαπά τους εχθρούς του, ο Δάσκαλος μάς άφησε οδηγία να ζητάμε βοήθεια από Αυτόν (πάντοτε μας ακούει) για να αποχτήσουμε τέτοια δύναμη. Την επικοινωνία μαζί Του την ονομάζουμε «προσευχή». Ζήτησε επίσης να είμαστε πάντα ενωμένοι μ’ Αυτόν (δηλαδή με το Μεγάλο Πνεύμα) και μας έδωσε τρόπους να αρχίζουμε αυτή την ένωση. Παίρνουμε την αγαθή ενέργειά Του βαπτιζόμενοι σε νερό στο όνομα των Τριών Μεγάλων Πνευμάτων, που αποτελούν Ένα, το μέγιστο, Μεγάλο Πνεύμα. Χρησιμοποιώντας ονόματα που μας δίδαξε ο Χριστός, το Πνεύμα που έδωσε ύπαρξη στα Άλλα το ονομάζουμε «Πατέρα», εκείνο που έγινε άνθρωπος το ονομάζουμε «Υιό» (αυτός είναι ο Χριστός) και εκείνο που κατέβηκε στους μαθητές με μορφή φωτιάς το ονομάζουμε «Άγιο Πνεύμα». Βαπτιζόμαστε λοιπόν «στο όνομα του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» και γινόμαστε χριστιανοί.
Το βράδυ πριν σταυρωθεί, ο Ιησούς πήρε ψωμί και κρασί, τους μετέδωσε την αγαθή ενέργειά Του (την ονομάζουμε «Χάρη», δηλαδή «Δώρο») και τα μοίρασε στους μαθητές Του. Τους είπε: «Αυτό το ψωμί είναι το Σώμα μου και το κρασί είναι το Αίμα μου. Αυτό να κάνετε σε ανάμνησή μου». Από τότε οι χριστιανοί κάνουμε την ίδια πράξη. Ένας ιερέας, που έχει λάβει τη Χάρη του Χριστού με ειδική τελετή, επαναλαμβάνει την πράξη του Ιησού με το ψωμί και το κρασί και οι χριστιανοί τρώμε λίγο από αυτά, όπως οι μαθητές Του εκείνο το βράδυ. Επειδή το ψωμί και το κρασί λαμβάνουν τη Χάρη του Θεού, μετατρέπονται αόρατα σε Σώμα και Αίμα του Ιησού. Έτσι ενωνόμαστε μαζί Του και παίρνουμε (όσοι θέλουν, γιατί υπάρχουν και άνθρωποι αδύναμοι ή πονηροί) τη δύναμη να αγαπούμε όλο τον κόσμο.
Στην τελετή αυτή κανείς δε βλέπει ούτε γεύεται σάρκα και αίμα, μόνο ψωμί και κρασί. Τρώμε ψωμί και κρασί. Ξέρουμε όμως ότι αυτά τα δύο μετατρέπονται αόρατα σε Σώμα και Αίμα του Ιησού, γιατί κάποιοι από τους χριστιανούς που έφτασαν στην τέλεια ένωση με το Θεό (τους ονομάζουμε «αγίους» και είναι οι διδάσκαλοί μας σε κάθε γενιά) είδαν με τα πνευματικά τους μάτια αυτή τη μετατροπή.
Τα πρώτα τριακόσια χρόνια μετά το Χριστό, η μεγάλη αυτοκρατορία που κυβερνούσε τότε το δικό μας κόσμο (η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία) προσπάθησε να εξαφανίσει τους χριστιανούς, κάνοντάς τους να λατρέψουν διάφορα πνεύματα, που τα λάτρευαν οι αρχαίοι λαοί αλλά δεν ήταν το Μεγάλο Πνεύμα. Χρησιμοποίησαν κάθε μέσο βασανισμού για να τους αναγκάσουν. Οι χριστιανοί δεν σήκωσαν τα όπλα ενάντια στους εχθρούς τους, όχι γιατί δεν ήταν γενναίοι, αλλά γιατί ήξεραν ότι, αν κάνουν ό,τι και ο Δάσκαλός τους (να μην αντισταθούν με βία στη βία), οι ψυχές τους θα πάνε να ζήσουν κοντά στο Μεγάλο Πνεύμα, λουσμένες στο Φως Του και απολαμβάνοντας την αγάπη Του. Εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανοί, άντρες, γυναίκες και παιδιά, βασανίστηκαν μέχρι θανάτου και έδωσαν τη ζωή τους χαμογελώντας. Και τρεις αιώνες μετά το Χριστό, χωρίς να χύσουν αίμα, οι χριστιανοί νίκησαν: οι αρχηγοί της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έγιναν κι αυτοί χριστιανοί.
Βέβαια τα προβλήματα δε σταμάτησαν (πάντα τα κακά πνεύματα θέλουν να πάρουν ανθρώπους μακριά από το Θεό, είτε με τη βία είτε με την απάτη), αλλά δε χρειάζεται να συνεχίσω την αφήγηση της ιστορίας προς το παρόν. Οι πιο μορφωμένοι από τους Ινδιάνους αδελφούς μου μπορούν να βρουν πολλά βιβλία, από τα οποία θα μάθουν λεπτομέρειες, αν θέλουν.
Από γενιά σε γενιά χιλιάδες είναι οι άνθρωποι που ενώθηκαν τέλεια με το Χριστό και απόχτησαν τη μεγάλη αγάπη, για την οποία Εκείνος μίλησε. Πολλοί από αυτούς μοίρασαν όλη τους την περιουσία στους φτωχούς και κράτησαν μόνο τα ρούχα που φορούσαν. Κάποιοι έδωσαν ακόμη και τα ρούχα τους και έζησαν γυμνοί σε έρημο τόπο, προσευχόμενοι στο Θεό. Όλοι βοήθησαν τους συνανθρώπους τους με όποιο τρόπο μπορούσαν, επειδή η αγάπη τους για το Χριστό τούς έκανε να ακολουθήσουν το παράδειγμά Του. Εκείνοι που ενώθηκαν με το Θεό περισσότερο απ’ όλους απόχτησαν το χάρισμα να κάνουν θαύματα (να γιατρεύουν αρρώστους, να διώχνουν τα κακά πνεύματα κ.τ.λ.) όχι χρησιμοποιώντας μαγικές τέχνες, αλλά μόνο λέγοντας το όνομα του Χριστού. Όλους αυτούς τους σεβόμαστε και τους τιμάμε, μιλάμε μαζί τους (μας ακούνε ακόμη κι όταν πεθαίνουν και πηγαίνουν στον τόπο των ψυχών) και τους ονομάζουμε «αγίους», δηλ. ενωμένους με το Θεό.
Ας αναφέρουμε μόνο ελάχιστους:
Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος ήταν τόσο καλός, ώστε, όταν μια νέα γυναίκα που είχε μείνει έγκυος από κάποιον κρυφό εραστή, τον συκοφάντησε ότι το παιδί ήταν δικό του, εκείνος το δέχτηκε, υπέμεινε κάθε είδους προσβολές από τον πληθυσμό εκείνου του τόπου και άρχισε να δουλεύει διπλάσια, για να συντηρήσει και τη γυναίκα με το παιδί της. Και, όταν αργότερα αποκαλύφθηκε η συκοφαντία, έφυγε κρυφά και δε ζήτησε ποτέ το δίκιο του.
Ο άγιος Παυλίνος, τον 5ο αι. μ.Χ., αφού δαπάνησε μέχρι δεκάρας τον πλούτο του εξαγοράζοντας αιχμαλώτους από κάποιους βάρβαρους επιδρομείς (τους Βανδάλους), όταν δεν είχε άλλα χρήματα έδωσε τον εαυτό του για δούλο, για να ελευθερωθεί ο μοναχογιός μιας χήρας.
Οι Ρώσοι άγιοι πρίγκηπες Μπόρις και Γκλεμπ, το 1015, όταν ο κακός αδερφός τους Σβιατοπόλκος τους κάλεσε στο παλάτι του, κατάλαβαν ότι ήθελε να τους δολοφονήσει, αλλά πήγαν. Προτίμησαν να θανατωθούν, παρά να βάλουν τους στρατιώτες τους να πολεμήσουν για χάρη τους.

Οι άγιοι πρίγκηπες Μπόρις & Γκλεμπ
Ο άγιος Μωυσής ο Ούγγρος ήταν δούλος και προτίμησε μακροχρόνια βασανιστήρια και τελικά θάνατο από το να γίνει εραστής της ιδιοκτήτριάς του.
Ο επτάχρονος άγιος Ιβάν Τσι Τσουνγκ, μετά το βασανισμό του στο Πεκίνο της Κίνας το καλοκαίρι του 1900, γεμάτος ψυχική δύναμη από τη Χάρη του Θεού, είπε πως δεν είναι σκληρό να πονάς για το Χριστό και ζήτησε απλά να ταφεί κοντά στην εκκλησία όπου βαφτίστηκε.
Ο άγιος Νικόλαος του Πσκωφ, ο «τρελός για το Χριστό» («διά Χριστόν σαλός» - παρίστανε τον τρελό, για να μην καταλάβουν οι άνθρωποι ότι είναι άγιος), σταμάτησε στο δρόμο το δολοφόνο βασιλιά Ιβάν τον Τρομερό και του πρόσφερε να φάει ωμό κρέας, για να του δείξει ότι με τον τρόπο που κυβερνά τη Ρωσία είναι σα να τρώει τους ανθρώπους!
Ο άγιος Ανδρέας, άλλος ένας «τρελός για το Χριστό», όταν ο Θεός τον ειδοποίησε ότι ήταν η τελευταία του νύχτα, πήγε στο δρόμο με τα πορνεία της Κωνσταντινούπολης και πέθανε εκεί, αφού προσευχήθηκε όλη τη νύχτα για να πάνε στο Φως του Θεού όλοι οι αμαρτωλοί άνθρωποι του κόσμου.
Η αγία Μαρία Σκόμπτσοβα, που βοήθησε πολύ κόσμο να σωθεί από τους Ναζί στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, εκτελέστηκε στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Ράβενσμπουργκ. Φαίνεται ότι άλλαξε θέση με μια άλλη γυναίκα, που ήταν καταδικασμένη σε θάνατο, και άφησε να σκοτώσουν την ίδια για να γλιτώσει εκείνη.

Η αγία Μαρία Σκόμπτσοβα
Γ. Οι ψεύτικοι «χριστιανοί» που έσφαξαν τους Ινδιάνους

Από τον 8ο αι. μ.Χ., μια ομάδα πολεμιστών στη δυτική Ευρώπη, μαζί με το βασιλιά τους, που λεγόταν Κάρολος ο Μέγας, δημιούργησαν μια άλλη μορφή του χριστιανισμού, αλλάζοντας πολλά πράγματα από αυτά που πίστευαν και δίδασκαν οι χριστιανοί μέχρι τότε. Κατασκεύασαν έτσι μια «παραλλαγή» του χριστιανισμού, που ήθελαν να τη χρησιμοποιήσουν για να κυριεύσουν την Ευρώπη. Η παραλλαγή αυτή ήταν στην ουσία μια πολεμική θρησκεία, από την οποία έλειπε η αγάπη και η συμπόνια του αληθινού χριστιανισμού.
Δύο αιώνες αργότερα, οι απόγονοι αυτών των πολεμιστών, που είχαν γίνει πολλοί και δυνατοί, οδήγησαν το στρατό τους και κατέκτησαν τη σημαντικότερη χριστιανική πόλη της δυτικής Ευρώπης, τη Ρώμη. Έβγαλαν από τη θέση του τον πνευματικό αρχηγό των Ρωμαίων χριστιανών και έβαλαν ένα δικό τους. Από τότε επέβαλαν τη δική τους μορφή του χριστιανισμού σε όλους τους λαούς της δυτικής Ευρώπης. Αυτή τη μορφή του χριστιανισμού την ονόμασαν «Καθολική Εκκλησία», όπως δηλαδή ονομάζονταν μέχρι τότε όλοι οι χριστιανοί. Ονομάζονται επίσης «Ρωμαιοκαθολικοί». Εμείς όμως, που ανήκουμε στην αρχαία παράδοση του αυθεντικού χριστιανισμού, αυτή την παραλλαγή του χριστιανισμού την ονομάζουμε «παπισμό», από τον αρχηγό των χριστιανών της Ρώμης, τον πάπα. Ο χωρισμός της Ρώμης (και ολόκληρης της Δύσης) από το σύνολο των χριστιανών ονομάζεται «Μεγάλο Σχίσμα» (σκίσιμο). «Καθολική Εκκλησία» κανονικά ονομάζεται ο αρχαίος χριστιανισμός, όμως μετά το Μεγάλο Σχίσμα οι πρόγονοί μας ονόμασαν το δικό μας χριστιανισμό «Ορθοδοξία».
Αμέσως οι παπικοί βασιλιάδες άρχισαν να επιτίθενται στους γύρω λαούς και μετά από άλλους δύο αιώνες κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, την πρωτεύουσα των χριστιανών της ανατολικής Ευρώπης (που είναι οι πρόγονοί μας, οι οποίοι διατηρούσαν την αρχαία μορφή του χριστιανισμού και εμείς έχουμε την ίδια πίστη με αυτούς), κατέστρεψαν τους ναούς μας, βίασαν τις γυναίκες μας, λεηλάτησαν τους θησαυρούς μας, άρπαξαν τη γη μας και πολλά κομμάτια της τα κράτησαν για τέσσερις αιώνες, μέχρι που τα πήραν απ’ αυτούς κάποιοι άλλοι βάρβαροι πολεμιστές που ήρθαν από τα βάθη της ανατολής και που δεν ήξεραν σχεδόν τίποτε για το Χριστό.
Τους επόμενους αιώνες, οι λαοί της δυτικής Ευρώπης έζησαν μέσα στη βία, τη φτώχεια και το φόβο. Και ίσως το χειρότερο ήταν ότι εκείνοι που τους καταπίεζαν και τους τρομοκρατούσαν ισχυρίζονταν πως ήταν «χριστιανοί» και είχαν στη σημαία τους το σταυρό! Οι καλοί άνθρωποι ήταν λυπημένοι ώς τα βάθη της καρδιάς τους και πολλοί έχασαν τη ζωή τους (τους σκότωσαν), προσπαθώντας να υπερασπιστούν τη δικαιοσύνη και την αλήθεια. Έτσι πολλοί άνθρωποι στη δυτική Ευρώπη νόμισαν ότι ο σταυρός είναι σύμβολο του θανάτου και του κακού (όπως το νόμισαν και οι αδελφοί μας Ινδιάνοι) αντί για σύμβολο αγάπης και αυτοθυσίας.
Από το 15ο αιώνα, όσοι άνθρωποι μπορούσαν έπαιρναν πλοία και έφευγαν από την Ευρώπη, γιατί δεν άντεχαν άλλο αυτή την κατάσταση. Τέτοια ήταν τα πλοία των λευκών ανθρώπων, που άραξαν στις ακτές της Αμερικής. Όμως δυστυχώς οι άνθρωποι που ταξίδευαν μ’ αυτά δεν θυμούνταν πια τη διδασκαλία του Χριστού για την αγάπη και τη δικαιοσύνη και νόμιζαν πως μόνο το χρυσάφι έχει αξία στη ζωή. Όταν λοιπόν είδαν τις πλούσιες πόλεις των αυτοχθόνων λαών, το μυαλό τους θόλωσε και μπήκε στην καρδιά τους ο πόθος να τις λεηλατήσουν. Έτσι ξεκίνησε το κακό. Τη συνέχεια την ξέρετε, δυστυχώς, αδελφοί μου.
Το 16ο αιώνα κάποιοι άνθρωποι στη δυτική Ευρώπη κατασκεύασαν μια άλλη παραλλαγή του χριστιανισμού, για να γλιτώσουν από τον παπισμό. Νομίζω ότι ήταν λάθος τους. Έπρεπε να είχαν επιστρέψει στην αρχαία αυθεντική εκδοχή του χριστιανισμού, την Ορθοδοξία, που οι λαοί μας στην ανατολική Ευρώπη –παρά τα βάσανά τους– ποτέ δεν την έχασαν. Αυτή η καινούργια παραλλαγή του χριστιανισμού ονομάστηκε «προτεσταντισμός» (διαμαρτυρία). Τους επόμενους αιώνες πολλοί λευκοί προτεστάντες ήρθαν κυρίως στη Βόρεια Αμερική και πολέμησαν με τους λαούς των Ινδιάνων που ζούσαν εκεί. Δυστυχώς και αυτοί οι λευκοί άνθρωποι συμπεριφέρθηκαν βάρβαρα: αφάνισαν τις φυλές και άρπαξαν τη γη τους. Έτσι για άλλη μια φορά ο χριστιανισμός κατηγορήθηκε άδικα.
Επειδή πολλοί Ινδιάνοι είναι σοφοί, είμαι σίγουρος ότι θα καταλάβουν αυτό που θα πω τώρα. Σε όλους τους λαούς (και σε μας και στους Ινδιάνους) υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι. Οι λευκοί άνθρωποι, που προέρχονται από τη δυτική Ευρώπη και που τώρα τα παιδιά και τα εγγόνια τους ζουν στην Αμερική και ονομάζονται Αμερικάνοι, δεν είναι κακοί. Όμως οι συνθήκες, που επικράτησαν στη δυτική Ευρώπη από το Μεγάλο Σχίσμα και μετά, τους έκαναν να μη μπορούν να ξεχωρίσουν το καλό από το κακό. Αυτά που έπαθαν από αυτούς οι Ινδιάνοι μοιάζουν πολύ μ’ αυτά που πάθαμε κι εμείς, παρόλο που είμαστε χριστιανοί, όπως υποτίθεται ότι ήταν και οι εχθροί μας.
Μέχρι και τον εικοστό αιώνα άνθρωποι από τη δυτική Ευρώπη, που χρησιμοποιούσαν το σταυρό σα σύμβολο βίας και θανάτου, βασάνιζαν και σκότωναν τους ανθρώπους του λαού μας και των άλλων λαών της ανατολής, που φύλαγαν και φυλάσσουν, σαν πολύτιμο θησαυρό, την Ορθοδοξία και έχουν ακόμη και σήμερα πολλούς ανθρώπους που ακολουθούν τη διδασκαλία του Χριστού μέχρι τέλους και γίνονται άγιοι. Το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, τέτοιοι άνθρωποι σκότωσαν περίπου 1.500.000 ορθόδοξους χριστιανούς από τη χώρα που ονομάζεται Σερβία, οι οποίοι δεν δέχτηκαν να εγκαταλείψουν τον αυθεντικό χριστιανισμό και να υιοθετήσουν τον παπισμό.

Δ. Γιατί έγραψα αυτό το γράμμα

Αυτό το γράμμα το έγραψα στα ελληνικά και το έδειξα πρώτα στους αδελφούς μου (δηλ. τους αγαπημένους μου φίλους), που είναι ορθόδοξοι χριστιανοί και αγαπούν όλους τους λαούς. Κάποιοι από αυτούς το μετέφρασαν σε άλλες γλώσσες. Επιθυμία της καρδιάς μου είναι να μεταφραστεί όχι μόνο στις γλώσσες που μιλιούνται από τους λευκούς στην Αμερική, αλλά κυρίως στις γλώσσες των ινδιάνικων λαών. Έτσι θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και στους Ινδιάνους που δεν ξέρουν τις γλώσσες των λευκών, όπως σε κάποιους που ζουν στους καταυλισμούς, στις αμερικάνικες ερήμους, και στα χωριά μέσα στη ζούγκλα.
Το έγραψα για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί ένιωσα θλίψη όταν άκουσα στην τηλεόραση κάποιους Ινδιάνους (με τους οποίους έχουμε τόσα κοινά) να λένε πως θεωρούν το σταυρό (το σύμβολο της αγάπης) σύμβολο του θανάτου και της εξολόθρευσης. Αυτό, που είναι ένα δικαιολογημένο αλλά φοβερό λάθος, τους αποκλείει από το να γνωρίσουν Εκείνον που καρφώθηκε κάποτε στο σταυρό για να σώσει τους ανθρώπους από τα κακά πνεύματα – το Μεγάλο Πνεύμα που έγινε άνθρωπος, τον Ιησού Χριστό. Και (λέω αλήθεια) οι αδελφοί μας Ινδιάνοι δε θα βρουν ποτέ την ολοκλήρωση του δικού τους πολιτισμού και της δικής τους θρησκείας, αν δε γνωρίσουν τον Ιησού Χριστό, που (μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, το «πύρινο» Μεγάλο Πνεύμα) είναι ο Δημιουργός των πάντων, ακόμη και των πνευμάτων που εκείνοι λατρεύουν.
Δεύτερον, έγραψα αυτό το γράμμα από τόσο μακριά, για να προσκαλέσω τους αδελφούς μου Ινδιάνους να ρωτήσουν και να μάθουν για την αρχαία και αυθεντική εκδοχή του χριστιανισμού, την Ορθοδοξία, και μέσα από αυτήν να πλησιάσουν το Θεό, το Μεγάλο Πνεύμα που είναι μια συντροφιά από Τρία Μεγάλα Πνεύματα, να ενωθούν με Αυτόν και να αναδείξουν αγίους και από το δικό τους λαό.
Δε θέλω να κλέψω αυτό που έχουν, ούτε να τους κάνω να υιοθετήσουν τον τρόπο ζωής των λευκών ανθρώπων. Άλλωστε τουλάχιστον τα μισά πράγματα σ’ αυτό τον τρόπο ζωής είναι κακά. Θέλω να παραμείνουν Ινδιάνοι, γενναίοι και σοφοί, να διαφυλάξουν την ιστορική μνήμη και τον πολιτισμό τους, αλλά και να μάθουν για την Ορθοδοξία, ώστε να είναι όχι μόνο γενναίοι και σοφοί, αλλά και άγιοι – για να καλέσουν κι εκείνοι, με δικούς τους Ινδιάνους ορθόδοξους ιερείς, τη Χάρη του Θεού να μπει μέσα τους και μέσα στα παιδιά τους και να μείνει εκεί για πάντα.
Δεν είμαι δάσκαλος, αλλά ένας απλοϊκός και ταπεινός μαθητής, που όμως μαθητεύω στους αγίους δασκάλους της Ορθοδοξίας όλων των γενεών. Δεν έχω καθόλου τη σοφία ή το δικαίωμα να συμβουλεύσω τους αδελφούς μου τι να κάνουν. Τους λέω μόνο να μάθουν για την Ορθοδοξία και τίποτε άλλο να μην κάνουν. Πιστεύω ότι η γνώση της διδασκαλίας του Χριστού, όπως διαφυλάσσεται στην αρχαία και αυθεντική ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, είναι αρκετή από μόνη της για να τους κάνει να την εμπιστευτούν και να την αγαπήσουν.
Στην ιστορία της Αμερικής έχει μείνει μνημειώδης η απάντηση του Ινδιάνου αρχηγού Seattle στον πρόεδρο των ΗΠΑ Franklin Pierce, το 1854, όπου του εξηγεί γιατί δε μπορεί να του πουλήσει τη γη της φυλής του (που δεν της ανήκει, αλλά οι άνθρωποι ανήκουν σ’ αυτήν). Ακριβώς την ίδια εποχή, ένας Έλληνας άγιος πήγαινε από χωριό σε χωριό και μιλούσε για τα ίδια πράγματα στο λαό μου, τους Έλληνες, που μόλις είχαν αποχτήσει «δικό τους κράτος», αλλά τους εξουσίαζαν οι δυνατές χώρες της δυτικής Ευρώπης και τους είχαν θαμπώσει με τον πλούτο και τον πολιτισμό τους. Ο άγιος εκείνος λεγόταν Χριστοφόρος ο Παππουλάκος (δηλαδή «καλός ηλικιωμένος άνθρωπος»). Οι άνθρωποι της εξουσίας τον έπιασαν και πέθανε φυλακισμένος σ’ ένα κελί, όμως τα λόγια του επηρέασαν το μέλλον μας.

Ο Παππουλάκος (από εδώ, όπου και άλλες -παλιές- εικόνες του)
Το 1977 παρουσιάστηκε το «Μήνυμα της Ιροκέζικης Συνομοσπονδίας των Έξι Εθνών προς το Δυτικό Κόσμο» στη Διεθνή Διάσκεψη των Ινδιάνικων Εθνών, στη Γενεύη, υπό την αιγίδα των Μη Κυβερνητικών Οργανισμών του ΟΗΕ. Στο μήνυμα αυτό αντιπαραβάλλονταν η πανάρχαια σοφία των Ινδιάνων με το χρησιμοθηρικό και κατακτητικό πολιτισμό των λευκών, τον πολιτισμό που κυριαρχεί πλέον παγκόσμια και που είναι στην πραγματικότητα μόνο ο πολιτισμός των δυτικών λευκών, όχι ο δικός μας. Ομοίως, οι μομφές κατά του χριστιανισμού, που περιλαμβάνονται σ’ αυτό το μήνυμα, ότι «η Ρώμη είναι ο πραγματικός τόπος διαμόρφωσής του», ότι «αποπνευματοποίησε τον κόσμο» και ότι «επιβλήθηκε με τα όπλα», αφορούν στις απατηλές παραλλαγές του χριστιανισμού που δημιουργήθηκαν στη δύση, όχι στον αρχαίο χριστιανισμό, ούτε στην Ορθοδοξία.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ένας ορθόδοξος άγιος, αιχμάλωτος στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου, ο επίσκοπος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, απεύθυνε ένα συγκλονιστικό μήνυμα σε όλους τους λαούς της Ευρώπης, όπου κι εκείνος σύγκρινε την πανάρχαια σοφία των ορθόδοξων χριστιανών με τον πολιτισμό της δύσης, τον ίδιο πολιτισμό στον οποίο άσκησαν κριτική και οι Ιροκέζοι αδελφοί μας, καθώς και κάθε Ινδιάνος στοχαστής και σοφός.

Ε. Ανάμεσα στις θρησκείες, η Ορθοδοξία

Ίσως πολλοί άνθρωποι, από διάφορες θρησκείες, μικρές και μεγάλες, απλές και παράξενες, προσπαθούν να πείσουν τους Ινδιάνους να τους ακολουθήσουν. Εγώ δεν προτείνω στους Ινδιάνους μια καινούργια θρησκεία, αλλά την αρχαιότερη θρησκεία, αυτή που προέρχεται κατευθείαν από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου, από το Μεγάλο Πνεύμα που περίμενε χιλιάδες χρόνια μέχρι να έρθει η ώρα να την αποκαλύψει στους ανθρώπους.
Και, από τότε που την αποκάλυψε, πέρασαν πάλι αρκετοί αιώνες μέχρι να έρθει η ώρα να φτάσει η Ορθοδοξία στη γη των ινδιάνικων λαών, την αμερικάνικη γη. Και δυστυχώς ήρθε μετά από τον παπισμό και τον προτεσταντισμό, δηλαδή η αλήθεια ήρθε μετά από τις παραλλαγές της, η αγάπη ήρθε μετά από τη βία και τη φωτιά.
Το 19ο αιώνα χιλιάδες αυτόχθονες Αμερικανοί, από διάφορες φυλές του βορρά (όπως οι Αλεούτοι), βαπτίστηκαν στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και έγιναν ορθόδοξοι χριστιανοί. Κάποιοι από αυτούς έγιναν και άγιοι, που τιμώνται τώρα από εμάς τους ορθόδοξους λευκούς, όπως ο άγιος Πέτρος ο Αλεούτος, που άντεξε ηρωικά να τον βασανίσουν μέχρι θανάτου κάποιοι Ισπανοί παπικοί (Ιησουΐτες) στην Καλιφόρνια το 1815, οι οποίοι προσπάθησαν να τον πείσουν να αρνηθεί την Ορθοδοξία και να γίνει «καθολικός». Επίσης, ο άγιος Ιάκωβος Νετσέτωφ (1802-1865), ένας δίκαιος και σοφός Αλεούτος ιερέας, που ταξίδεψε σε μεγάλη έκταση του παγωμένου αμερικάνικου βορρά, μιλώντας για το Χριστό και τελώντας τη θεία Μετάληψη, την επανάληψη του τελευταίου δείπνου του Χριστού με τους μαθητές Του (που είναι η μεγάλη θρησκευτική τελετή των ορθόδοξων χριστιανών και γίνεται κάθε εβδομάδα). Μετάφρασε επίσης κάποια ορθόδοξα χριστιανικά ιερά βιβλία στη γλώσσα του λαού του. Tο 1979 κοιμήθηκε η αγία Όλγα της Αλάσκας, μέλος της φυλής Yupik, μια μαία που πρόσφερε πολλά στους ανθρώπους της τοπικής κοινωνίας και αγίασε με την αγάπη της προς τους ανθρώπους και το Θεό.
 
Ο άγιος Ιάκωβος Νετσέτωφ
 Επίσης, στην αμερικανική γη έζησαν από τότε αρκετοί αληθινοί σοφοί διδάσκαλοι της ορθόδοξης πίστης και της αγάπης, που έζησαν πολλά χρόνια μαζί με τις φυλές του αμερικάνικου βορρά, τις αγάπησαν και εκείνες τους αγάπησαν επίσης, και συχνά υπερασπίστηκαν τους αυτόχθονες από κάθε είδους λευκούς αποικιοκράτες. Ανάμεσά τους ήταν ο άγιος Γερμανός της Αλάσκας (1836), που εγκαταστάθηκε στο νησί Σπρους και έζησε εκεί μια απλή και φτωχική ζωή (γεμάτη θαύματα και επικοινωνία με το Μεγάλο Τριαδικό Θεό και τα καλά πνεύματα, τους «αγγέλους» Του), βοηθώντας όσο μπορούσε τους Αλεούτους. Επίσης, ο άγιος Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ (1797-1879), ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς ο Θαυματουργός (1896-1966), που με την προσευχή του σταμάτησε για 27 μήνες τους τυφώνες στο νησί Τουμπάμπαο των Φιλιππίνων, ο άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (1880-1956) κ.π.ά.
Η διαφορά της Ορθοδοξίας από τις διάφορες θρησκείες είναι η εξής: Πολλές θρησκείες σε όλη τη Γη λατρεύουν τα πνεύματα και επίσης πολλές γνωρίζουν την ύπαρξη του Μεγάλου Πνεύματος και προσεύχονται σ’ Αυτό, όπως Το αντιλαμβάνεται η καθεμία. Όμως ο αρχαίος αυθεντικός χριστιανισμός, η Ορθοδοξία, προτείνει όχι μόνο μια διδασκαλία για το Μεγάλο Πνεύμα ή μια προσευχή προς Αυτό, αλλά την ένωση του ανθρώπου με το Μεγάλο Πνεύμα (που είναι μια συντροφιά από Τρία Μεγάλα Πνεύματα), ένωση που κατορθώνουν οι άγιοι μέσω του Μεγάλου Πνεύματος που έγινε άνθρωπος και που έχει πάντοτε επικοινωνία με τους ανθρώπους, του Ιησού Χριστού.
Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι από άλλες θρησκείες ή από τις διάφορες παραλλαγές του χριστιανισμού, όταν μαθαίνουν για την Ορθοδοξία, μετά από προσεκτική έρευνα, αφήνουν τις θρησκείες που ακολουθούσαν προηγουμένως και γίνονται ορθόδοξοι. Όμως, όπως έλεγε ένας από τους πιο αξιόλογους, ο ιερομόναχος Σεραφείμ Ρόουζ (1931-1982), «όταν γίνεσαι ορθόδοξος, δε χάνεις καμιά πραγματική αλήθεια που είχες διδαχτεί πριν».
Το 1891, ο ιερέας Alexis Toth και μαζί του 3.614 παπικοί («Ουνίτες») από τη Μινεάπολη της Μινεσότα άφησαν τον παπισμό και έγιναν ορθόδοξοι όλοι μαζί.
Στις 22 Ιανουαρίου 1984, στην πόλη του Μεξικού, ο ορθόδοξος επίσκοπος Παύλος ντε Μπαγεστέρ (που είχε γίνει ορθόδοξος το 1953, όταν διαπίστωσε ότι ο παπισμός, στον οποίο ανήκε μέχρι τότε, βρισκόταν μέσα στην πλάνη) δολοφονήθηκε καθώς έβγαινε από το ναό, στον οποίο είχε τελέσει τη μεγάλη γιορτή των ορθόδοξων, τη θεία λειτουργία.
Στις 18 Μαΐου 1985 στην πόλη της Σάντα Κρουζ ο ορθόδοξος ιερέας Ιωάννης σφάχτηκε μέσα στο ναό από ανθρώπους που λάτρευαν ξεκάθαρα σκοτεινά πνεύματα. Μετά το θάνατό του ο Θεός αποκάλυψε με διάφορα θαύματα ότι ο Ιωάννης είναι ένας άγιος.
Το 1987 μια ομάδα 2000 προτεσταντών, μαζί με τους ιερείς τους, άφησαν τον προτεσταντισμό και έγιναν ορθόδοξοι, ενώ σ’ αυτούς προστέθηκε πλήθος ακόμη τα επόμενα χρόνια.
Το 1996 ο νεαρός ορθόδοξος Ρώσος στρατιώτης Ευγένιος Ροντιόνωφ αποκεφαλίστηκε, μετά από αιχμαλωσία και βασανιστήρια 100 ημερών, επειδή αρνιόταν να εγκαταλείψει την Ορθοδοξία και να ακολουθήσει μια άλλη θρησκεία. Μετά το θάνατό του πολλά θαύματα αποδεικνύουν ότι είναι ένας καινούργιος άγιος επίσης.
 
Ο άγιος Ευγένιος Ροντιόνωφ
 Το αίμα αυτών των αγίων, όπως των αγίων Ιωάννη και Ευγένιου, προστίθεται στο αίμα αμέτρητων άλλων ορθόδοξων, που έδωσαν τη ζωή τους τον 20ό αιώνα. Μιλήσαμε ήδη για τους 1.500.000 αγίους μάρτυρες της Σερβίας. Θα αναφέρω ακόμη μόνο μια περίπτωση: το 1919 στη μονή Οράνκι της Ρωσίας δολοφονήθηκαν 11.000 ορθόδοξοι ιερείς, επειδή αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την ορθόδοξη πίστη τους.
Θα είμαι ειλικρινής. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί αναγνωρίζουμε και τιμάμε τα καλά πνεύματα που δημιούργησε το Μεγάλο Πνεύμα, χτίζουμε ναούς γι’ αυτά και προσευχόμαστε σ’ αυτά. Τα ονομάζουμε «αγγέλους» (ταχυδρόμους, αγγελιαφόρους). Όμως τα πνεύματα που λατρεύουν οι αδελφοί μας Ινδιάνοι δεν νομίζουμε ότι είναι όλα καλά. Ξέρουμε ότι τα καλά πνεύματα αναγνωρίζουν και λατρεύουν κι αυτά την Αγία Τριάδα, αναγνωρίζουν και λατρεύουν κι αυτά το Μεγάλο Πνεύμα που έγινε άνθρωπος, τον Ιησού Χριστό. Έχουμε αμέτρητες περιπτώσεις, όπου τα καλά πνεύματα, οι άγγελοι, αναγνωρίζουν τον Ιησού Χριστό ως το Μεγάλο Θεό και Του προσφέρουν λατρεία. Αυτό κάνουν συνεχώς στο δικό τους κόσμο, εκεί όπου ζουν. Κάθε πνεύμα λοιπόν που δεν αναγνωρίζει και δε λατρεύει την Αγία Τριάδα και τον Ιησού Χριστό, δε μπορεί να είναι καλό πνεύμα, ακόμη κι αν εμφανίζεται σαν καλό.
Η «ψυχή του κόσμου», που αναγνωρίζουν και σέβονται οι αδελφοί μου Ινδιάνοι (κάποιοι από αυτούς την ονομάζουν «Μανιτού», όνομα που έχει γίνει γνωστό στους λευκούς), φαίνεται να είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, του «πύρινου» Μεγάλου Πνεύματος, που δημιούργησε τον κόσμο, τον συντηρεί και τον προστατεύει.
Οι ορθόδοξοι άγιοι ζουν με αγάπη προς όλα τα πλάσματα του κόσμου, πολλοί ζουν στα δάση μαζί με τα άγρια ζώα, είναι φίλοι τους και επικοινωνούν μαζί τους. Όμως δε λατρεύουν «πνεύματα των ζώων», αλλά το Μεγάλο Πνεύμα που δημιούργησε όλα τα υπόλοιπα πνεύματα. Με τις προσευχές και τις ιερές τελετές τους φέρνουν τη Χάρη του Μεγάλου Πνεύματος στα βουνά, τα δάση, τα ποτάμια, τις πόλεις και σε όλο τον κόσμο.
Για μας δεν είναι σημαντικό να αποχτήσει κάποιος «ξεχωριστές δυνάμεις» με τη βοήθεια των πνευμάτων. Οι άγιοι θεραπεύουν ασθενείς και προφητεύουν το μέλλον, με τη Χάρη του Πατέρα, του Υιού (Ιησού Χριστού) και του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή του ίδιου του Μεγάλου Πνεύματος, όχι με τη βοήθεια των πνευμάτων. Τιμούν βέβαια τα καλά πνεύματα των αγγέλων και τις ψυχές των αγίων, συχνά μιλάνε μαζί τους, και προσέχουν πάρα πολύ να ξεχωρίζουν την επικοινωνία των καλών πνευμάτων από τις παγίδες των κακών (γενικά τιμάμε όλους τους νεκρούς και προσευχόμαστε συνεχώς στο Μεγάλο Πνεύμα για να βρίσκονται όλοι στο Φως Του).
Προτρέπω λοιπόν και προσκαλώ τους αδελφούς μας Ινδιάνους να μάθουν για την Ορθοδοξία, όχι μόνο διαβάζοντας βιβλία και άρθρα στο διαδίκτυο, αλλά και επισκεπτόμενοι ιερούς τόπους στην Αμερική, όπως οι ορθόδοξοι ναοί και μοναστήρια σε ολόκληρη την αμερικάνικη ήπειρο. Τέτοιοι τόποι, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, είναι π.χ. η μονή του αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα (St Anthonys Greek Orthodox Monastery) και η μονή της Αδελφότητας του αγίου Γερμανού της Αλάσκας στην Καλιφόρνια (St Herman of Alaska Bratherhood, Platina, California), ενώ ασφαλώς θα ήταν χρήσιμη μια επαφή με τον fr Peter Gillquist και τους συντρόφους του της «Ευαγγελικής Ορθόδοξης Ιεραποστολής της Αρχιεπισκοπής Αντιοχείας», στις ΗΠΑ, δηλαδή εκείνων που προσήλθαν στην Ορθοδοξία από τον προτεσταντισμό το 1987 μετά από οργανωμένη και ενδελεχή έρευνα.
Οι ορθόδοξοι χριστιανοί είμαστε σαν όλους τους άλλους ανθρώπους, γεμάτοι αδυναμίες και ελαττώματα. Δεν είμαστε όλοι καλοί. Όμως ακόμη και σήμερα υπάρχουν πολλοί που εφαρμόζουν τη διδασκαλία του Χριστού μέχρι τέλους και φτάνουν στην ένωση με Αυτόν. Ακόμη και άσημοι, φτωχοί άνθρωποι υπάρχουν στις γειτονιές των πόλεων και των χωριών, οι οποίοι έχουν φτάσει σε μεγάλη αγιότητα.
Η πατρίδα μου, η Ελλάδα, είναι σήμερα φτωχή και την εξουσιάζουν οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες, όπως όλο τον κόσμο. Πολλοί από μας έχουν σχεδόν ξεχάσει την παράδοσή μας και έχουν προσαρμοστεί στον πολιτισμό των δυτικών χωρών, που έχει κυριαρχήσει παγκόσμια – αυτό τον πολιτισμό, στον οποίο αντιστέκονται οι Ινδιάνοι. Ευτυχώς υπάρχουν ακόμη αρκετοί άνθρωποι του λαού μου που επίσης αντιστέκονται, αλλά και κάποιες περιοχές που διαφυλάσσουν τον πολύτιμο θησαυρό, τον πολιτισμό, τη σοφία και την αγιότητα της Ορθοδοξίας. Μια τέτοια περιοχή είναι το «Άγιο Όρος», ο Άθως (μια μοναδική περίπτωση τόπου σε όλη τη Γη), που βρίσκεται στην Ελλάδα. Εκεί πολλοί άνθρωποι από πολλούς λαούς του κόσμου έχουν γνωρίσει την Ορθοδοξία και έχουν καταλάβει πόσο σημαντική είναι για τους ίδιους και για όλη την ανθρωπότητα.
Σε αυτό το δεσμό, μπορείτε να δείτε την ιστορία ενός Ινδιάνου αρχηγού, που έζησε και πέθανε ως ορθόδοξος χριστιανός, υπερασπιζόμενος παράλληλα και την παράδοση της φυλής του. Άρχισε μάλιστα να μεταφράζει τα λόγια της πιο ιερής τελετής της Ορθοδοξίας στη γλώσσα του λαού του.
Σε αυτό το δεσμό, μπορείτε να δείτε την ιστορία ενός Νέγρου της Αμερικής, που ανακάλυψε την Ορθοδοξία και έγινε ορθόδοξος ιερέας, βρίσκοντας έτσι την αληθινή ελευθερία και τον τρόπο να αγωνιστεί γι’ αυτήν προς όφελος του λαού του, του λαού των μαύρων αδελφών μας (για τους Έλληνες αναγνώστες, εδώ).
Σε αυτό το δεσμό, μπορείτε να δείτε την ιστορία ενός λευκού Αμερικανού βουδιστή ιερέα, που τον κάλεσε στην Ορθοδοξία ο Ίδιος ο Χριστός, ενώ πριν δε φανταζόταν ποτέ ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο (για τους Έλληνες αναγνώστες, εδώ).
Με αυτό το γράμμα μου δεν μάθατε τίποτε σπουδαίο για την Ορθοδοξία. Ήταν μόνο μια ταπεινή πρόσκληση, γεμάτη αγάπη, για να μάθετε περισσότερα.
Εύχομαι στην καρδιά σας ειρήνη και τη Χάρη του αγίου και Μεγάλου Πνεύματος, του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Είθε να εκπληρωθεί κάθε δίκαιο αίτημα του λαού σας και κάθε κατατρεγμένου λαού.

Με ειλικρινή σεβασμό προς την ιστορία και τον πολιτισμό σας,

από τη μακρινή Ελλάδα

Θεόδωρος Ρηγινιώτης


St Jacob (Netsvetov) of Alaska


From here



ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ 

Commemorated on July 26

Father Jacob (Netsvetov) of Alaska was born of pious parents in 1802 on Atka Island, Alaska. His father, Yegor Vasil'evich Netsvetov was a Russian from Tobolsk. His mother, Maria Alekseevna, was an Aleut from Atka island. Yegor and Maria had four children who survived infancy; Jacob was the first born, followed by Osip (Joseph), Elena, and Antony. Yegor and Maria were devoted to their children and, though of meager means, did all they could to provide them with the education which would help them in this life as well as in the life to come. Osip and Antony were eventually able to study at the St Petersburg Naval Academy in Russia, becoming a naval officer and a shipbuilder, respectively. Their sister, Elena, married a successful and respected clerk for the Russian-American Company. But Jacob yearned for a different kind of success, a success that the world might consider failure for "the righteous live forever, their reward is with the Lord" (Wis. Sol. 5:15). And so, when the family moved to Irkutsk in 1823, Jacob enrolled in the Irkutsk Theological Seminary and placed all his hope in Christ by seeking first the Kingdom of God (Mt. 6:33).


Jacob was tonsured as a Subdeacon on October 1, 1825. He married a Russian woman (perhaps also a Creole) named Anna Simeonovna, and in 1826 graduated from the Seminary with certificates in history and theology. On October 31, 1826, he was ordained to the Holy Diaconate and assigned to serve the altar of the Holy Trinity-St Peter Church in Irkutsk. Two years later, on March 4, 1828, Archbishop Michael, who had earlier ordained Father John Veniaminov (St Innocent), elevated the godly deacon Jacob to the Holy Priesthood. This, however, was no ordinary ordination. As if he were a new Patrick, hearing the mystical call of his distant flock, Father Jacob yearned to return to his native Alaska. And the all-good God, who (satisfies the longing soul and fills the hungry soul with goodness" (Ps.107:9) heard the prayer of his servant.


Archbishop Michael provided Father Jacob with two antimensia: one for the new Church which would be dedicated to the glory of God in honor of St Nicholas the Wonderworker in Atka, and one to be used for missionary activity. On May 1, 1828 a molieben for travelers was served, and Father Jacob, his father, Yegor, (now tonsured as reader for the Atka Church), and his matushka, Anna, set out for Alaska.


Who can tell of the perils and trials associated with such a journey? Travel in those days was never easy, either overland or over the waves of the sea. Nevertheless, aided by prayer and confidence in God's providence, the Netsvetov family arrived safely in Atka over a year later, on June 15, 1829. The new assignment for the newly-ordained Father Jacob would also prove to be quite a challenge. The Atka "parish" comprised a territory stretching for nearly 2,000 miles and included Amchitka, Attu, Copper, Bering and Kurile Islands. But this did not deter the godly young priest, for when he was clothed in the garments of the Priesthood, he was found to be "clad with zeal as a cloak' (Is. 59:17), and so he threw himself wholly into his sacred ministry. His deep love for God and for his flock was evident in everything that he did. Both in Atka and in the distant villages and settlements which he visited, Father Jacob offered himself as a "living sacrifice" (Rom 12:1). Having "no worry about his life" (Mt. 6:25 ff), the holy one endured manifold tortures of cold, wet, wind, illness, hunger and exhaustion, for to him life was Christ (Phil 1:21). Showing himself as a "rule of faith," his example brought his people to a deep commitment to their own salvation. Being fully bilingual and bicultural, Father Jacob was uniquely blessed by God to care for the souls of his fellow Alaskans.


When he arrived in Atka, the Church of St Nicholas had not yet been built. So, with his own hands Father Jacob constructed a large tent (Acts 18:3) in which he conducted the services. For Father Jacob the services of the Church were life: life for his people and life for himself. It was in the worship of God that he found both strength and joy. Later he would transport this tent with him on his missionary journeys, and like Moses in the wilderness, the grace of God was found wherever this tent was taken (Num 4:1 ff; 10:17 ff).


When his first six months had ended (end of 1829), Father Jacob recorded that he had baptized 16, chrismated 442, married 53 couples, and buried 8.


Once the church was constructed, Father Jacob turned his attention to the building of a school in which the children would learn to read and write both Russian and Unangan Aleut. The Russian American Company provided some of the support initially, with the students providing the remainder. This continued until 1841, when it was reorganized as a parish school and ties with the company ceased. Father Jacob proved to be a talented educator and translator whose students became distinguished Aleut leaders in the next generation.


Father Netsvetov led an active physical and intellectual life, hunting and gathering for his own subsistence needs, preparing specimens of fish and marine animals for the natural history museums of Moscow and St Petersburg, corresponding with St Innocent (Veniaminov) on matters of linguistics and translations. He labored over the creation of an adequate alphabet for the Unangan-Aleut language, and the translation of the Holy Scriptures and other appropriate literature into that language. St Innocent praised the young pastor for his holiness of life, his teaching, and for continuing this work of translating which he, himself, had begun earlier among the native peoples. After fifteen years of service, Father Jacob was awarded the Nabedrennik, Kamilavka, and Gold Cross. Later, he would be made Archpriest and receive the Order of St Anna.


These ecclesiastical awards do not tell of the personal sufferings of this warrior for Christ. In March of 1836, his precious wife, Anna, died of cancer; his home burned to the ground in July of 1836; and his dear father, Yegor, died of an undetermined illness in 1837. Who can utter the depth of sorrow felt by this God-pleaser? Yet he lifted up his voice with that ancient sufferer and cried, "shall we indeed accept good from God and shall we not accept adversity? In all this he did not sin with his lips" (Job 2:10). In his journal Father Jacob attributed all to "the Will of Him whose Providence and Will are inscrutable and whose actions toward men are incomprehensible." He patiently endured hardships and sufferings like the Holy Apostle Paul. He saw in these misfortunes not a Victory by the hater of men's souls (i.e. the devil) but a call from God to even greater spiritual struggles. With this in mind, Father Jacob petitioned his ruling bishop to return to Irkutsk in order to enter the monastic life. A year later, word reached him that permission was granted contingent upon the arrival of a replacement. None ever came.


Instead, Bishop Innocent soon came to Atka and asked Father Jacob to accompany him on a voyage by ship to Kamchatka. Who can know the heavenly discourse enjoyed by these two lovers of Christ as they traveled over the waves? This, however, is clear, the holy archpastor was able to accomplish three things in Father Netsvetov. Firstly, he applied the healing salve of the Spirit with words of comfort; secondly, he dissuaded Father Jacob from entering the monastery; and thirdly, he revealed to the godly priest the true plan of the Savior for his life, that he 'might preach (Christ) among the Gentiles" (Gal. 1: 16) deep in the Alaskan interior. Father Jacob continued to serve his far-flung flock of the Atka parish until December 30, 1844. A new zeal had taken hold of him, and it was then that St Innocent appointed him to head the new Kvikhpak Mission in order to bring the light of Christ to the people of the Yukon. Here, aided by two young Creole assistants, Innokentii Shayashnikov and Konstantin Lukin, together with his young nephew, Vasilii Netsvetov, Father Jacob "settled' in the wilderness of Alaska.


He learned new languages, embraced new peoples and cultures, devised another alphabet, built another church and Orthodox community, and for the next twenty years, until his health and eyesight failed, continued to be an evangelical beacon of the grace of God in southwestern Alaska.


Establishing his headquarters in the Yup'ik Eskimo village of Ikogmiute (today's 'Russian Mission') he traveled to native settlements hundreds of miles up and down Alaska's longest river (the Yukon) as well as the Kuskokwim River region. At the insistence of Indian leaders, he traveled as far as the middle of the Innoko River baptizing hundreds of Indians from various, and often formerly hostile, tribes. "Behold how good and how pleasant it is for brethren to dwell together in unity" (Ps 133:1). He built the first Christian temple in this region, and dedicated it to the feast of the Elevation of the Holy Cross. Here Father Jacob, in spite of failing health, joyfully celebrated the Church's cycle of services, including all of the services prescribed for Holy Week and Pascha.


Finally, in 1863, the evil One, who "walks about like a roaring lion, seeking whom he may devour" (I Pet 5:8), sought one last time to get the better of the righteous one. So the devil, the father of lies, (John 8:44), inspired an assistant of Father Jacob to level spurious and slanderous charges against his master. This resulted in a summons to Sitka, issued by Bishop Peter. The godly pastor was quickly cleared of all charges, but due to his ever-worsening health, he remained in Sitka for his final year serving a Tlingit chapel. He died on July 26, 1864 at the age of 60 and was buried on the third day at the entry of the chapel. During his final missionary travels in the Kuskokwim/Yukon delta region, he had baptized 1,320 people - distinguishing himself as the evangelizer of the Yup'ik Eskimo and Athabascan Indian peoples.


This brief history has recounted the basic chronology of the saint's life and labors, but we must not neglect to relate his other deeds, that the light be not "hidden under a bushel" (Mt.5:15). In 184 1, Father Jacob encountered a group of women from his flock in Amlia who had fallen victim to certain demonic influences and teachings. Blaming himself for the seduction and fall of his spiritual children by the evil one, he informed the leader among them that he was going to pay them a visit.


Upon arriving, he found one of the women paralyzed, semi-conscious and unable to speak. He ordered that she be removed to another house apart, and on the next day when this was accomplished, he lit the lampada before the icons of the beautiful corner, vested himself in his priestly epitrachilion (stole), sprinkled holy water throughout the room, and began the first prayers of exorcism. He then left.


During the night he was notified that the woman had begun to speak but incoherently. He came immediately to her and performed a second exorcism. This time, she sprang out of her bed and stood next to the saint, joined her prayer to his, and accompanied them with prostrations. When the prayers were finished, Father Jacob again sprinkled her with holy water and gave her the precious cross to kiss. She regained full consciousness, a state of health and true reason - that is, even the false teachings of the evil spirits had no more part in her.


Once in November of 1845, Father Jacob was preaching in the village of Kalskag, where the local chief was also the head shaman. He spoke for all of the villagers and resisted the Word of God forcefully. But the saint, calm and full of the Holy Spirit, continued to sow the seeds of right belief and piety. After many hours, the chief fell silent and finally came to believe. The villagers, in solidarity with their leader, also joyously expressed their belief in the Triune God and sought Holy Baptism.


Father Jacob was a physician of bodies as well as souls. He often cared for the sick among his flock even to his own detriment. During the winter of 1850-1851 the saint was himself ravaged with illness. Yet he cared for the sick and dispensed medicine to them every day. Father Jacob's preaching often brought together in the Holy Faith tribes who were traditional enemies. One example from his journal reads:


"Beginning in the morning, upon my invitation, all the Kol'chane and Ingalit from the Yukon and the local ones gathered at my place and I preached the word of God, concluding at noon. Everyone listened to the preaching with attention and without discussion or dissent, and in the end they all expressed faith and their wish to accept Holy Baptism, both the Kol'chane and the Ingatit (formerly traditional enemies). I made a count by families and in groups, and then in the afternoon began the baptismal service. First I baptized 50 Kol'chane and Ingalit men, the latter from the Yukon and Innoko. It was already evening when I completed the service. March 21, 1853."


So it was that this apostolic man, this new Job, conducted himself during his earthly course. There are many other deeds and wonders which he performed, many known and many more known only to God. Few missionaries in history have had to endure the hardships which Father Jacob faced, yet he did so with patience and humility. His life of faith and piety are the legacy which he leaves to us, his spiritual children in America, and indeed to all Christians throughout the world.

 
Latin America: Peoples in Search of Orthodoxy 
Native Americans met Orthodoxy (website)

Συζήτηση με Κορεάτισσα που έγινε ορθόδοξη χριστιανή


Aπό εδώ (Η Φωνή της Ορθοδοξίας
στην Ινδονησία)


Η συζήτηση αυτή έγινε με συνεργάτη του «Οδοιπορικού Ιεραποστολής» στην Ορθόδοξη Ιερά Μονή τής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Καπυόνγκ, 60 χιλμ. βόρεια της Σεούλ.


-Συνεργάτης: Κυρία Ελισάβετ. Άκουσα ότι, πριν βαπτιστείτε Ορθόδοξη, ήσαστε Προτεστάντισσα. Πώς αποφασίσατε να γίνετε Ορθόδοξη;

Ελισάβετ.: Και εγώ και ο σύζυγος μου είχαμε γίνει Προτεστάντες πριν πολλά χρόνια και συμμετείχαμε ενεργά στις δραστηριότητες τής Προτεσταντικής Εκκλησίας. Εγώ μάλιστα, επειδή έχω τελειώσει και Προτεσταντικό Θεολογικό Σεμινάριο, εργαζόμουν στον Κατηχητικό Τομέα, στο τμήμα Γυναικών, και έψελνα στην χορωδία. Άλλα και ο σύζυγός μου, πού είναι πτυχιούχος Πανεπιστημίου, είχε εκλεγεί μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εκκλησίας. 
Καλά ήταν, αλλά νοιώθαμε ότι κάτι μας έλειπε. Όταν πριν ένα χρόνο, με την ευκαιρία κάποιου γεγονότος βρεθήκαμε στον Ορθόδοξο ναό του άγιου Νικολάου της Σεούλ, νοιώσαμε με τον σύζυγό μου ότι βρήκαμε αυτό ακριβώς πού μας έλειπε, αυτό πού αναζητούσε ή ψυχή μας: την Ορθόδοξη θεία Λατρεία! Από την ήμερα εκείνη δεν ξαναπήγαμε ούτε μία φορά στην παλιά Προτεσταντική Εκκλησία μας. Κάθε Κυριακή, χωρίς να λείψουμε ποτέ, πηγαίναμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Συν.: Καλά, καταλαβαίνατε τι γινόταν στην θεία Λειτουργία;
 
Ελ.: Βέβαια, στην αρχή αυτά πού βλέπαμε και ακούγαμε ήταν για μας ασυνήθιστα. Άλλα με τον καιρό, με την βοήθεια και των σχετικών βιβλίων, πού ερμηνεύουν την θ. Λειτουργία, και με την Κατήχηση πού παρακολουθούσαμε, όλο και περισσότερο καταλαβαίναμε τα τελούμενα και, κυριολεκτικά, μας γοήτευε η θ. Λειτουργία.

Συν.: Ποια σημεία της θ. Λειτουργίας ή τι από αυτά που βλέπατε και ακούγατε σας συγκίνησαν πιο πολύ;
 
Ελ.: Η κατανυκτική ατμόσφαιρα της λατρείας και η ιερότητα του χώρου ήταν κάτι που δεν το είχαμε ζήσει στην Προτεσταντική Εκκλησία. Επίσης, η μεγάλη ευλάβεια των λειτουργών. Συγκινούμεθα όταν τους βλέπαμε να προσκυνούν την Αγία Τράπεζα, πώς κρατούσαν το Ιερό Ευαγγέλιο, το Άγιο Δισκάριο και το Άγιο Ποτήριο, όταν βλέπαμε τους εκκλησιαζόμενους να υποκλίνονται και να κάνουν τον σταυρό τους ευλαβικά, σαν να είχαν μπροστά τους τον ίδιο τον Χριστό. 
Ακόμα, μεγάλη εντύπωση μας έκανε το ότι κάθε φορά πού ο λειτουργός έβγαινε στην Ωραία Πύλη και ευλογούσε, όλο το εκκλησίασμα [= οι συγκεντρωμένοι χριστιανοι] δεχόταν την ευλογία του με υπόκλιση, αλλά και ο λειτουργός, όποιος και αν ήταν, Επίσκοπος ή ιερέας, υποκλινόταν ταπεινά στο εκκλησίασμα, ευχαριστώντας έτσι τους πιστούς πού ανταπέδιδαν την ευχή.

Συν.: Σαν Προτεστάντες, που ήσαστε πριν, δεν δυσκολευθήκατε στην προσκύνηση των ιερών εικόνων;
 
Ελ.: Είναι αλήθεια ότι στην αρχή ένοιωσα παράξενα βλέποντας τους Ορθοδόξους, μπαίνοντας στον ναό, να προσκυνούν τις εικόνες. Όπως γνωρίζετε, οι Προτεστάντες απαγορεύουν την προσκύνηση των εικόνων, επειδή τις θεωρούν είδωλα. Όταν όμως ρωτήσαμε και μας εξήγησαν το βαθύτερο νόημα των εικόνων, αισθανόμαστε ότι ο Χριστός, ή Παναγία, οι Άγγελοι και οι άγιοι βρίσκονται ανάμεσα μας ιδιαίτερα εδώ στον ναό του Μοναστηριού, που οι τοίχοι, ακόμη και το ταβάνι, είναι όλο εικόνες άγιων, και όταν προσκυνούμε τις εικόνες των αγίων και τα ιερά λείψανλα τους, τους παρακαλούμε «πρεσβεύσατε και για μας, να ζούμε κοντά στο θέλημα του Θεού». Και έχουμε την αίσθηση ότι είναι κοντά μας ζωντανοί και μας ακούνε.

Συν.: Τώρα κάτι άλλο. Αφού ζούσατε τόσο ωραία στην Σεούλ, γιατί αφήσατε το σπίτι σας, τα παιδιά και τα εγγονάκια σας και μετακομίσατε στο Τσόνγκ-Πυόνγκ, κοντά στο Ορθόδοξο Μοναστήρι;
 
Ελ.: Δύο είναι οι λόγοι πού ήλθαμε εδώ κοντά. Πρώτον για να έχουμε την ευκαιρία κάθε μέρα, πρωί και απόγευμα, να συμ­μετέχουμε στις ιερές Ακολουθίες, που στο Μοναστήρι είναι εκτενέστερες, και στις θ. Λειτουργίες, που εδώ γίνονται συχνότερα. και δεύτερον, αφού, δόξα τω Θεώ, τα τρία παιδιά μας έχουν δημιουργήσει τις δικές τους οικογένειες και δεν μας έχουν πια ανάγκη, για να αφήσουμε κι εμείς τις κοσμικές μέριμνες και να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας στον ιερό χώρο του Μοναστηριού. Έτσι, ο σύζυγος μου, που έχει ακόμη μεγάλη αντοχή, φροντίζει τους εξωτερικούς χώρους, καθαρίζει τα χιόνια, μεριμνά για την καθαριότητα του ναού, ενώ εγώ τον βοηθώ στις άλλες φροντίδες της καθημερινής ζωής.

Συν.: Ως Ορθόδοξοι αισθάνεστε ότι και έχει αλλάξει στην πνευματική σας ζωή;
 
Ελ.: Από την ήμερα της εορτής του άγιου Ιγνατίου του θεοφόρου, που βαπτισθήκαμε, μετά από μακρά προετοιμασία, και αξι­ωνόμαστε να μετέχουμε στην θεία Κοινωνία, ζούμε την γαλήνη και την αγαλλίαση πού μας δίνει ο πανάγαθος Θεός. Είμαστε ευτυχισμένοι, έστω και αν δεν τα ξέρουμε όλα όσα πρέπει να κάνουμε ως Ορθόδοξοι. Με τις πνευματικές συζητήσεις, πού έχουμε κάθε μέρα στο Μοναστήρι, με τις νηστείες και με την προσευχή προσπαθούμε να καταλαβαίνουμε τι αρέσει στον Θεό, ώστε με την Χάρη Του να ζούμε σύμφωνα με το θέλημά Του.
 
Συν.: θα θέλατε να πείτε κάτι ακόμη από αυτά που νοιώθετε ως Ορθόδοξη;
 
Ελ.: Επιθυμία μου είναι, όσα χρόνια μου χαρίσει ο Θεός να ζήσω ακόμη, να αφήσω τον εαυτό μου ταπεινά στα χέρια Του, να οδηγεί Αυτός το βήματά μου και να με αξιώνει να πορεύομαι με υπακοή στον πνευματικό μου. Αισθάνομαι ότι ζώντας έτσι βρίσκομαι στον σωστό δρόμο πού οδηγεί στον τελικό προο ρισμό μας και νοιώθω σιγουριά και ευτυχία. Μακάρι να με αξίωση ο Θεός να εφαρμόζω αυτό πού γράφει ο Απ. Παύλος: «ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΩΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ» [=να προσεύχεστε συνεχώς]. 

ΠΗΓΗ: Οδοιπορικό Ιεραποστολής στην Ανατολή - Τεύχος 27, Μάιος-Ιούνιος 2009.