ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η ορθόδοξη ενορία στον 21ο αιώνα


 
Φωτο από εδώ

Το πρόβλημα του μεγέθους

Πρεσβυτέρου Σταύρου Κοφινά
Πηγή: "Ενορία: Προς μια νέα ανακάλυψή της", Εκδόσεις "Ακρίτας". Β΄ Έκδοση, Αθήνα 1993. Σελ. 113-124. Ενότητα: "Ενορία: Εντάσεις και επιλογές" (ΟΟΔΕ).


Ο τομέας που έχει γίνει κεντρικό ζήτημα στην αστική κοινωνία που ζούμε είναι αυτός του μεγέθους. Το πρόβλημα έχει δύο πλευρές: το μέγεθος της ενορίας σε σχέση με τους ανθρώπους και το μέγεθος του ναού. Μπορεί ένας να έχει την πραγματική αίσθηση της κοινότητας και εκκλησιαστικής ενότητας σε ένα τρομακτικά τεράστιο ναό με εκατοντάδες ανθρώπους που δεν έχουν σχέση ο ένας με τον άλλον, ούτε έχουν τίποτα κοινό στην καθημερινή τους ζωή και που δε γνωρίζουν ούτε τον ιερέα της ενορίας; Μπορεί ένας να αισθανθεί τη θαλπωρή μιας Χριστιανικής κοινότητας που εκφράζεται στη λειτουργική της ζωή σε ένα τεράστιο στο μέγεθος ναό με μόλις μια φούχτα ανθρώπων να τον γεμίζουν; (Αυτό συμβαίνει εξίσου σε πολλές επαρχιακές ενορίες όσο και σε πολλές εγκαταλελειμμένες κεντρικές αστικές ενορίες). Αυτές οι ερωτήσεις είναι τόσο κοινότυπες που οι απαντήσεις τους είναι προφανείς.

Με το πρόβλημα του μεγέθους του ναού θα ασχοληθούμε παρακάτω. Εδώ, θα πρέπει να λεχθεί σύντομα πως οι μεγάλοι ναοί, από τη μια μεριά μιμούνται τους αυτοκρατορικούς ναούς που επιθυμούσαν να εκφράσουν τη δόξα του Βυζαντίου και από την άλλη μεριά, προσπαθούν να συναγωνισθούν τους γοτθικούς ναούς της Δύσης. Αυτοί οι μεγάλοι ναοί αν όχι τίποτε άλλο είναι παραπλανητικοί. Δεν ζούμε πια στη δόξα του Βυζαντίου αλλά στη δόξα της τεχνολογικής εποχής που έχει τις ρίζες της στο δυτικό πολιτισμό, ένα πολιτισμό που παρερμηνεύει το πρόσωπο του Θεού. 

Ο Θεός της Δύσης είναι ένας Θεός προσβεβλημένος και άγριος, γεμάτος οργή για την ανυπακοή των ανθρώπων που με καταστροφικό πάθος θέλει να βασανίζει αιώνια όλη την ανθρωπότητα για τις αμαρτίες της, εκτός αν λάβει κάποια άπειρη ικανοποίηση του τρωθέντος εγωισμού του9. Επειδή αυτός ο Θεός έχει υιοθετηθεί από το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, είναι αναγκαίο να κηρυχθεί η πραγματική του εικόνα. Εξ αιτίας αυτής της αλλοίωσης το μήνυμα της ενσάρκωσης και της ανάστασης που αποκαλύπτουν το αληθινό πρόσωπο του Θεού, πρέπει να εκφρασθούν στην εποχή μας με πίστη, ταπεινοφροσύνη και έργα που εκφράζουν την αγάπη του Θεού και τον απόλυτο σεβασμό του για ανθρώπινη ελευθερία. Χρειάζεται να θυμόμαστε ότι η μεγαλειότητα της Εκκλησίας εκφράζεται με την απλότητά της.
 
Εδώ, ίσως είναι το κρίσιμο σημείο του θέματος που μας απασχολεί: ότι τα κίνητρα που κρύβονται πίσω από την ανέγερση των περισσοτέρων μεγάλων ναών σήμερα, βασίζονται στη ματαιοδοξία μας. Τη φαρισαϊκή πνευματικότητά μας και επιθυμία μας να κατευνάσουμε ένα Θεό που φοβόμαστε περισσότερο από όσο αγαπάμε. Είναι επίσης ένας τρόπος για να επιβεβαιώσουμε στον εαυτό μας ότι εμείς (ποιμένες και ποιμαινόμενοι) εκτελούμε το έργο μας καλά, όταν στην πραγματικότητα δεν το κάνουμε.
 
Το μέγεθος του ναού είναι κάπως μικρότερο πρόβλημα από εκείνο του μεγέθους της ενορίας σε σχέση με τον αριθμό των ψυχών που χρειάζονται φροντίδα. Ήδη έχουμε φθάσει στο σημείο που αρκετές ενορίες αποτελούνται από 50.000 ψυχές. Αν τέσσερις Ιερείς είναι διορισμένοι σε μια τέτοια ενορία χωρίς να έχουν άλλες ευθύνες (καθηγητές σε σχολεία, συνοδικοί και μητροπολιτικοί υπάλληλοι, ημισυνταξιούχοι, ασχολούμενοι με αναπήρους κ.λπ.) και έκαστος πραγματοποιήσει μια ηρωική προσπάθεια επισκεπτόμενος είκοσι ανθρώπους την εβδομάδα, και οι τέσσερις θα επισκεφθούν 4.160 Ανθρώπους σε ένα χρόνο. Δηλαδή θα έχουν επισκεφθεί περίπου το 8% των ενοριτών. Μαζί με όλες τις άλλες ευθύνες της διοίκησης, καθημερινές ακολουθίες, μυστήρια και ειδικές ενασχολήσεις, θα χρειασθούν δώδεκα χρόνια για να επισκεφθούν όλους τους ανθρώπους της ενορίας. Έχοντας υπ' όψη ότι το κύριο χαρακτηριστικό της αστικής κοινωνίας είναι η μετακίνηση του πληθυσμού της, θα ήταν μια λανθασμένη υπόθεση να θεωρήσουμε ότι ο καθένας (ακόμη και οι Ιερείς) θα παρέμεναν στην ίδια ενορία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

 

Αυτή η περιγραφή είναι αρκετά συντριπτική, αλλά εάν το εξετάσουμε από κοντά, ίσως είναι ένα επιφανειακό συμπέρασμα. Άσχετα από το πόσο μεγάλη είναι μια ενορία, κάποιος θα πρέπει να στοιχειοθετήσει το συμπέρασμά του εξετάζοντας ορισμένα κριτήρια. Πρέπει να αναρωτηθούμε αν όλοι οι άνθρωποι που μένουν σε μια ενορία πρέπει να θεωρούνται μέλη αυτής της ενορίας. Για να γίνουμε πιο ακριβείς, μπορούμε να γνωρίζουμε αν όλοι όσοι μένουν σε μια ενορία θεωρούν τους εαυτούς τους μέλη του Σώματος του Χριστού, αν πράγματι πιστεύουν καθόλου στον Θεό; Είναι η ενορία ενός αναγκαστικά εκεί όπου βρίσκεται η γειτονιά του ή είναι εκεί όπου αυτός έχει περισσότερους πνευματικούς και διαπροσωπικούς δεσμούς; Πολλοί κάτοικοι των πόλεων σήμερα μένουν σε μια περιοχή της πόλεως και εκκλησιάζονται κάπου αλλού εκτός από την ενορία που μένουν. Από την άλλη πλευρά, πολλοί που έρχονται από τις αγροτικές περιοχές της χώρας και κατοικούν κατά διαστήματα σε πόλεις, εκκλησιάζονται μόνο όταν βρίσκονται στις αγροτικές αυτές περιοχές. Οφείλεται αυτό σε μια θρησκευτικότητα που βασίζεται στη συναισθηματικότητα ή αποκαλύπτει την απρόσωπη εικόνα που οι ενορίες των πόλεων έχουν υιοθετήσει;
 
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι βασίζουν τη ζωή τους γύρω από ένα συναισθηματικό παρελθόν, διότι δεν έχουν ένα συγκεκριμένο παρόν ή ένα ελπιδοφόρο μέλλον. Όλοι αυτοί οι προβληματισμοί δεν μας βοηθούν μόνο να σχηματίσουμε μια προοπτική γύρω από το πρόβλημα του μεγέθους της ενορίας, αλλά μας βοηθούν ακόμη να σχηματίσουμε τα κριτήρια των προτεραιοτήτων με τις οποίες μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ικανοποιητικά τις ποιμαντικές ανάγκες των ενοριτών μας, άσχετα από το πόσοι είναι. Κάνοντας αυτό μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν τρόποι αντιμετωπίσεως του προβλήματος.
 
Πρώτα από όλα ο αριθμός των ανθρώπων σε μια ενορία δεν είναι τόσο σημαντικός όσο ο αριθμός των σπιτιών. Ένα σπίτι έχει κατά μέσον όρο τρεις ή τέσσερις ανθρώπους. Επισκεπτόμενοι ένα σπίτι έχουμε πολλές φορές άμεση επαφή με περισσότερες από μια οικογένειες. Χωρίς αμφιβολία ο Ιερέας θα έπρεπε να επισκέπτεται τους ενορίτες του στα σπίτια τους. Αλλά να έχει και τη δυνατότητα να γνωρίσει τους ενορίτες του μέσα στα πλαίσια του ναού. Είναι αξιοθαύμαστο πόσο πολύ κόσμο μπορεί να ανακαλύψει μέσω των διαφόρων μυστηρίων και ακολουθιών που τους φέρουν σε επαφή με την Εκκλησία. Είναι εξαιρετικά χρήσιμο να δημιουργούνται μικρές ομάδες γνωριμίας με αυτούς τους ανθρώπους. Αυτό δεν επιτρέπει μόνο στον Ιερέα να γνωρίσει το ποίμνιό του, αλλά επίσης παρέχει τη δυνατότητα στους ενορίτες να γνωρισθούν μεταξύ τους.
 
Η δημιουργία μικρών ομάδων δεν είναι μια πρόσφατη καινοτομία. Ο άγιος Παχώμιος δημιούργησε μικρές ομάδες για να οργανώσει την πρώτη μοναστική του κοινότητα, η οποία είχε χίλιους τριακόσιους άνδρες10. Σε μια αστική κοινωνία όπου οι σχέσεις είναι τόσο αποξενωμένες και οι άνθρωποι ζουν ανώνυμα μεταξύ τους, κάτι τέτοιο είναι ουσιαστικό. Η θλιβερή πραγματικότητα όμως είναι πως λίγοι από μας τους Ιερείς εκμεταλλεύονται τις διάφορες ευκαιρίες που μας παρέχονται για να γνωρίσουμε τους ενορίτες μας και να έχουμε μια διαρκή σχέση μαζί τους. Ένας θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι μαζί με άλλα εμπόδια, ο αριθμός των Ιερέων της κάθε ενορίας είναι περιορισμένος για να εργασθεί κατ' αυτόν τον τρόπο. Αλλά η μορφοποίηση της κάθε ενορίας ανεξάρτητα από το μέγεθος της Χριστιανικής κοινότητας, είναι πραγματοποιήσιμη μόνον εάν κρατούμε αταλάντευτη την πεποίθηση ότι πρέπει να γνωρίζουμε το ποίμνιό μας. Όπως και μεις, ως ποιμένες, πρέπει να γνωριζόμαστε απ' αυτό (Ιωάν. 10. 13).

Ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο στην υλοποίηση αυτού είναι πως έχουμε χάσει τον προσανατολισμό μας ως προς το σκοπό της ενορίας, ιδιαίτερα μέσα στην αστική τεχνοκρατική κοινωνία που ζούμε. Έχουμε φθάσει έτσι στο σημείο όπου, σε πολλές περιπτώσεις, η περισσότερο αντιεκκλησιαστική έκφραση της ζωής της Εκκλησίας βρίσκεται μέσα στις ενορίες μας. Έχουμε χάσει την προοπτική της Αποστολής της ενορίας σε σημείο που η δομή της ενορίας έχει αποξενωθεί από την εκκλησιολογία που πρέπει να εκφράζει.

Ενορία και Ευχαριστία (από εδώ)

 
 
Η Εκκλησία απευθύνεται στον άνθρωπο και στον κόσμο, και όπως έχουμε ήδη αναφέρει, στόχος της είναι να φέρει τον άνθρωπο σε μια νέα κοινωνία εν και δια Χριστού. Η έμφασή της στην ευχαριστιακή έκφραση δεν είναι μόνο ένα τελετουργικό τυπικό, αλλά η έκφραση του καθ' εαυτού προσώπου του Χριστού. Η Αποστολή λοιπόν της σύγχρονης ενορίας δεν μπορεί να είναι τίποτε λιγότερο από την προσπάθεια να αποκτήσει ο άνθρωπος εμπειρία του Χριστού ως πραγματικού προσώπου και της Εκκλησίας ως πραγματικού γεγονότος. Η εμπειρία της Εκκλησίας δεν είναι η εμπειρία μιας αφηρημένης Ιδέας, αλλά μιας πραγματικής και συγκεκριμένης ενότητας προσώπων που, επειδή όλα είναι ενωμένα με τον Χριστό, είναι ενωμένα και μεταξύ τους και συνιστούν μια οικογένεια, ένα σώμα, μια κοινότητα.

Η ευχαριστία πριν από οτιδήποτε άλλο είναι σύναξη, ή καλύτερα, η ίδια η Εκκλησία ενωμένη εν Χριστώ. Και αυτή η σύναξη είναι μυστηριακή, επειδή αποκαλύπτει, κάνει ορατή και πραγματική την αόρατη ενότητα εν Χριστώ, την παρουσία Του μεταξύ αυτών που Τον πιστεύουν, Τον αγαπούν και εν Αυτώ αγαπούν ο ένας τον άλλο. Και επίσης διότι αυτή η ενότητα είναι αληθινά καινούρια ενότητα, η υπέρβαση αυτού του κόσμου, που το κακό του είναι ακριβώς η αποξένωση από τον Θεό και για τούτο διάσπαση, αποσπασματικότητα, εχθρότητα και χωρισμός. Το παράδοξο της σημερινής ενοριακής ζωής είναι ότι η ευχαριστιακή έκφραση έχει χωρισθεί από την έκφραση της ενότητας, της πραγματικότητας της κοινότητας. 

Όταν συμβαίνει αυτό, η λειτουργική ζωή μειώνεται σε τελετουργικό τυπικό, σε μια απλή παράσταση, σε μια αποκλειστικά ιδιωτική υπόθεση. Η εντολή "αγαπήσωμεν αλλήλους" έχει αποχωρισθεί από την ομολογία της Αγίας Τριάδος. Η σημαντική αναγέννηση της λειτουργικής θεολογίας και τέχνης έχει καθυστερήσει στην εύρεση της ποιμαντικής πραγμάτωσης. Αλλά είναι καιρός να αναγνωρίσουμε πως εάν η ευχαριστιακή έκφραση της Εκκλησίας χωρησθεί από την ενοποιητική και καθολική της διάσταση, εάν εμείς ως Ιερείς, δεν προσπαθήσουμε να θεραπεύσουμε τις πληγές του χωρισμού και της απομόνωσης που ταλανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο, επωμιζόμαστε την ευθύνη της εγκατάλειψης του πολύτιμου προφητικού και ποιμαντικού περιεχομένου της διακονίας του Χριστού. Ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με. Ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν. Κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν… Κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν (Λουκάς 4. 18).
 
 

Η αποξένωση της Λειτουργίας από την κοινότητα και του ιερατικού ρόλου από τον προφητικό του παπά μπορεί να πιστοποιηθεί από την άγνοια του κόσμου σε σχέση με τις ποιμαντικές του ευθύνες. Αν δεν έχεις να λειτουργήσεις, τι άλλο έχεις να κάνεις; Αυτή είναι μία απορία που ερωτάται από πολλούς που υποτίθεται πως δεν είναι ξένοι προς την Εκκλησία. Προσωπικά εκπλήσσομαι για το πόσοι πολλοί Ιερείς και Επίσκοποι καθώς και διακεκριμμένοι θεολόγοι μου έχουν προβάλει αυτή την απορία. Η αποξένωση της Λειτουργίας από την κοινότητα και η βολική για μάς άγνοια του ποιμαντικού μας ρόλου, έχει το τραγικό αποτέλεσμα ότι γενικά ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει το ενδιαφέρον του για τη Λειτουργία και την εμπιστοσύνη του στο κλήρο, επειδή ακριβώς δεν έχει βρει μια ανταπόκριση για την εσωτερική του ανάγκη για Εκκλησία. Ακόμη περισσότερο έχουμε ατυχώς φθάσει στο σημείο όπου ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει την αίσθηση αυτής της ανάγκης στον ίδιο τον εαυτό του. Αυτό εξηγεί την υποβόσκουσα δυσαρέσκεια που έχουν πολλοί για την Εκκλησία, μια δυσαρέσκεια που εντείνεται με την απομόνωση που φέρνει η αστική κοινωνία.

Εμείς ως Ιερείς πρέπει να εξετάσουμε τους εαυτούς μας στο πόσο πολύ ευθυνόμαστε που ο σύγχρονος άνθρωπος έχει στραφεί σε τόσες πολλές δευτερεύουσες και ανεπαρκείς μεθόδους, για να βρει κοινότητα σε θρησκευτικές ή μη κοινότητες. Αν επιμέναμε στο να βοηθήσουμε τον άνθρωπο στις δύσκολες στιγμές της ζωής του (από τη γέννηση του μέχρι το θάνατο), αν ήμασταν πιο συνεπείς στο προφητικό-ποιμαντικό μας ρόλο, αν οι προσπάθειές μας βασίζονταν στο να βγάλουμε τον άνθρωπο από την ατομιστική του αγωνία σε μια κοινότητα που εκφράζει την ενότητα της πίστεως, θα ήταν αμφίβολο αν ο διαχωρισμός μεταξύ λειτουργίας και κοινότητας, ο οξύς χωρισμός μεταξύ κλήρου και λαού, η δυσαρέσκεια του ανθρώπου για την Εκκλησία και η τελική απόγνωση του ανθρώπου με τον εαυτό του θα είχε φθάσει στο σημείο που βρίσκεται σήμερα.

Ενορία και Ευχαριστία: Η Ορθόδοξη Εμπειρία στον Δυτικό Κόσμο

Επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware 
Πηγή: Συλλογικός Τόμος: «Ενορία, προς μία νέα αποκάλυψη», εκδ. Ακρίτας 1993, από τη σειρά «Ορθόδοξη Μαρτυρία», αρ. 37, σελ. 126-134 (από εδώ).


Η Ενορία κατέχει σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μία σημασία πολύ μεγαλύτερη απ' όση κατείχε σε οποιαδήποτε άλλη εποχή στη διάρκεια των δεκαέξι τελευταίων αιώνων. Ποτέ άλλοτε, από την εποχή της μεταστροφής στο Χριστιανισμό του Μεγάλου Κωνσταντίνου, δεν είχε το τοπικό Ευχαριστιακό κέντρο τόση μεγάλη σπουδαιότητα στη ζωή της Ορθοδοξίας, όση έχει σήμερα.
Ποιο είναι το νόημα της υπάρξεως της Εκκλησίας; Ποιος είναι ο μοναδικός και χαρακτηριστικός της ρόλος τον οποίο κανείς άλλος και τίποτε άλλο δεν μπορεί να εκπληρώσει; Τι είναι εκείνο που πετυχαίνει η Εκκλησία και που δεν μπορούν να το πετύχουν ούτε οι εθνικές συναθροίσεις, ούτε οι λέσχες νεότητος ούτε τα σπίτια στοργής;

Η απάντηση δεν είναι παρά μόνο μία: η Εκκλησία υπάρχει για να μας φέρει σωτηρία εν Χριστώ Ιησού· να μας φέρει σωτηρία όχι με κάποιο αφηρημένο ή θεωρητικό τρόπο - αφού η Εκκλησία δεν αποτελεί ένα οποιοδήποτε φιλοσοφικό σύστημα η ιδεολογία - αλλά με συγκεκριμένη και ορατή μορφή, δια της τελέσεως της Θείας Λειτουργίας. Ιδού ο μοναδικός και χαρακτηριστικός ρόλος της Εκκλησίας, αυτό που μόνο Εκείνη μπορεί να επιτελέσει: να προσφέρει τη θεία Ευχαριστία. Η Θεία Ευχαριστία είναι που δημιουργεί την Εκκλησία. Η ενότης της Εκκλησίας δεν επιβάλλεται έξωθεν με την ισχύ ή τη βία, αλλά πραγματοποιείται έσωθεν με την τέλεση της Κοινωνίας με το Σώμα και Αίμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν είναι κάποιο κοινωνιολογικό κατασκεύασμα αλλά ένας ευχαριστιακός οργανισμός ο οποίος αποκτά οντότητα την ώρα που επικαλείται το Άγιο Πνεύμα να ενεργήσει πάνω στα τίμια δώρα. Αυτή η ευχαριστιακή φύση της Εκκλησίας έχει προσδιοριστεί με ιδιαίτερη σαφήνεια από τον Άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας λίγα χρόνια μετά τον θάνατο των Αποστόλων.

Η Θεία Λειτουργία, όμως, είναι κάτι που συντελείται μόνον εν τόπω. Μολονότι η Ευχαριστία είναι μία και απαράλλαχτη σ' όλο τον κόσμο, δια μέσου του χρόνου, η Θεία Λειτουργία δεν μπορεί να υπάρξει ως συγκεκριμένη και ζώσα πραγματικότητα παρά μόνον μέσω μιας ιδιαίτερης ιερουργίας σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Με άλλα λόγια, η Θεία Ευχαριστία - που είναι η πεμπτουσία της Εκκλησίας - βρίσκει την ορατή πραγμάτωσή της μόνον εν τη εννοία της τοπικής ενορίας ή της τοπικής Μονής. Όταν λοιπόν κάνουμε λόγο για την Εκκλησία ως ευχαριστιακό οργανισμό, μιλούμε για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας κάθε Κυριακή σε κάθε ενορία. Η Ενορία είναι το βασικό ευχαριστιακό «κύτταρο» χωρίς το οποίο δεν υπάρχει Εκκλησία. Επιπλέον σε κάθε τέλεση της Ευχαριστίας παρών είναι ο όλος Χριστός, κι όχι απλώς ένα μικρό τμήμα Του, έτσι ώστε η τοπική ενορία, όταν τελεί τα θεία Μυστήρια, δεν αποτελεί μία μικρή μονάδα μέσα σ' ένα μεγαλύτερο σύνολο, αλλά εκφράζει κατά τρόπο ορατό την Μία Καθολική Εκκλησία στην ολότητά της.

Πέραν από την τοπική ενορία που συναθροίζεται στην Θεία Λειτουργία, κάθε τι που εμείς οι Χριστιανοί λέμε για το Σώμα του Χριστού, την Τριαδική Βασιλεία του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, για την προσφορά της Εκκλησίας στην κοινωνική δικαιοσύνη, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και τη μεταμόρφωση της Κοινωνίας από μία απρόσωπη αιχμαλωσία σε ελεύθερη κοινωνία προσώπων, ό,τι κι αν λέμε, δεν αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση, παρά μόνο μια αφηρημένη έννοια, το πολύ ένα αφελή ιδεαλισμό και συναισθηματικό ουτοπισμό. Μόνον μέσα στην Ενορία υπάρχει δυναμική απόδειξη, ιστορική πραγμάτωση, αληθινή ελπίδα. Όπως ορθά έχει λεχθεί, μόνο η ζωή της Ενορίας μπορεί να δώσει ιερατική διάσταση στην πολιτική, προφητικό πνεύμα στην επιστήμη, ανθρώπινο πρόσωπο στις οικονομικές σχέσεις και μυστηριακό χαρακτήρα στον έρωτα. Εν τούτοις κάθε φορά που εξετάζουμε τη συγκεκριμένη ζωή των Ορθοδόξων Ενοριών μας σήμερα, είτε στην Ελλάδα είτε σ' αυτό που συχνά αποκαλείται «διασπορά», πόση οδυνηρή έκπληξη δεν νιώθουμε από το τεράστιο κενό που χωρίζει τη θεωρία από την πράξη;

Ο ευχαριστιακός χαρακτήρας της Εκκλησίας στον κόσμο και μαζί της ή εκκλησιολογική σημασία της τοπικής ενορίας, από τον τέταρτο αιώνα και εντεύθεν έχει χάσει σταδιακά όλο και περισσότερο την καθαρότητα της εξ αιτίας των στενών δεσμών μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, Εκκλησίας και Έθνους. Στον κόσμο του Βυζαντίου, δεν τονιζόταν τόσο ο τοπικός ευχαριστιακός χαρακτήρας της Εκκλησίας αλλά μάλλον η εκτεινόμενη στα πέρατα της Γης παγκοσμιότητά της. Πολύ πιο ξεκάθαρα στα Σλαβικά Ορθόδοξα Βασίλεια και στον Ελληνικό κόσμο της Τουρκοκρατίας, η Εκκλησία εκλαμβανόταν από πολιτιστική και μορφωτική σκοπιά, όλο και περισσότερο ως η συνδετική δύναμη που εξασφάλιζε ένα αίσθημα εθνικής ταυτότητας. Ελάχιστα προβαλλόταν η Ενορία ως το τοπικό ευχαριστιακό κέντρο, μολονότι ήταν σ' αυτό το επίπεδό της Ενορίας που η ζωή της Εκκλησίας συνέχιζε να συντηρείται.

Οι μεταβαλλόμενες συνθήκες της εποχής μας, μάς οδήγησαν σε ριζική επανεκτίμηση. Σ' όλον τον Ορθόδοξο κόσμο του εικοστού αιώνα η παραδοσιακή συμμαχία μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας έχει προοδευτικά διαβρωθεί και σε πολλές χώρες απότομα διακοπεί. Η εξάπλωση της εκκοσμικεύσεως σημαίνει ότι στο μέλλον κάποιος θα είναι Ορθόδοξος όχι διότι γεννήθηκε από Έλληνες, Σέρβους ή Ρώσους γονείς, αλλά διότι ελεύθερα επέλεξε να είναι Ορθόδοξος μέσα από μία εσωτερική κίνηση πνευματικής ομολογίας. Χάνουμε τα παραδοσιακά μέλη της Εκκλησίας, ενώ στη σύγχρονη εκκοσμικευμένη Πολιτεία ο μορφωτικός και πολιτιστικός ρόλος της Εκκλησίας σπρώχνεται αναπόφευκτα στο περιθώριο. Βεβαίως κάτι τέτοιο δεν πρέπει να το δούμε σαν τραγωδία αλλά μάλλον ως πρόκληση και ακόμη ως ευλογία. Ωθούμεθα πίσω στα στοιχειώδη, στο ένα και μοναδικό που είναι ουσιώδες, πίσω στο «ενός δε εστί χρεία» (Λουκά 10/ι: 42) και αυτό το ένα και ουσιώδες είναι η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας.

Απ' όλα όσα είπαμε, προκύπτει ότι η τοπική ενορία ανακτά στις μέρες μας την κεντρική της σημασία. Σήμερα, όπως κατά τους πρώτους τρεις αιώνες της Χριστιανικής Ιστορίας, η ζωή μας πρέπει να είναι άρρηκτα δεμένη με την Κυριακάτικη τέλεση της Θείας Λειτουργίας, στον τοπικό ενοριακό μας ναό. Η ζωτικότητα της Εκκλησίας στο μέλλον θα εξαρτηθεί από την ζωντάνια των ενοριών μας. Θα χρειαστεί να στηριχτούμε στις δικές μας δυνάμεις. Η Ιεραρχία της Εκκλησίας δεν θα μπορεί πλέον να στραφεί στους πολιτικούς για βοήθεια, οικονομική ή άλλη. ενώ ο παπάς της ενορίας δεν θα μπορεί πια να περιμένει από το δάσκαλο του τοπικού σχολείου ή τον τοπικό αστυφύλακα να προωθήσουν το έργο του.

Η Ορθόδοξη ζωή στην Δύση έχει συνειδητοποιήσει αυτές τις εξελίξεις μέσα από ιδιαίτερα συγκλονιστικές εμπειρίες. Αποτελούμε μία ελάχιστη μειονότητα σ' ένα ξένο περιβάλλον. Μολονότι απολαμβάνουμε θρησκευτική ελευθερία, η Εκκλησία μας δεν είναι δυνατόν να περιμένει προνομιακή μεταχείριση στο εκπαιδευτικό σύστημα των χωρών όπου ζούμε· δεν παίρνουμε καμιά οικονομική ενίσχυση από κυβερνήσεις, εκτός από την Δυτική Γερμανία, τη Φιλανδία και τις Σκανδιναβικές χώρες όπου το Λουθηρανικό σύστημα της «εκκλησιαστικής φορολογίας» ισχύει ακόμη. Προκειμένου να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας στην Ορθόδοξη πίστη, πρέπει να ενεργήσουμε μόνοι μας, μέσα από την εργασία της τοπικής ενορίας. Για να χτίσουμε Ορθόδοξους ναούς και να μισθοδοτήσουμε μόνιμους ιερείς, η οικονομική βοήθεια πρέπει να προέλθει αποκλειστικά από τις τοπικές μας κοινότητες. Από οικονομική πλευρά η επιβίωση της Ορθοδοξίας στη Δύση εξαρτάται από τα κέρματα που οι πιστοί θα ρίξουν κάθε Κυριακή στο δίσκο την ώρα της Θείας Λειτουργίας. Αν δεν εξασφαλίσουμε μία δυναμική ενοριακή ζωή, η Ορθοδοξία στη Δύση δεν έχει μέλλον. Μετά από πενήντα ή εκατό χρόνια απλούστατα θα εξαφανιστούμε.

Κι ερχόμαστε τώρα να εξετάσουμε τι είδους Ορθόδοξες ενορίες έχουμε στη Δύση. Η πρώτη γενεά του Ορθόδοξου μετανάστη ίδρυσε ενορίες που διέθεταν, για λόγους προφανείς, ισχυρό εθνικό χαρακτήρα. Η τοπική ενορία ήταν ο κύριος και συχνά ο μόνος συνδετικός κρίκος που απομένει με την Μητέρα Πατρίδα και έτσι οι ενορίτες θέλησαν μία τοπική εκκλησία η όποια στον τρόπο της λατρείας και στις άλλες δραστηριότητές της θα αναπαρήγαγε όσο πιο πιστά γινόταν τα σχήματα που τους ήταν οικεία από την παιδική τους ηλικία. Κάθε προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί, παραδείγματος χάριν, η γλώσσα της χώρας στην οποία ζούσαν -Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά κ.τ.λ.- θεωρούνταν συνήθως ως απειλή και καταπολεμιόταν με πείσμα.

Όλα αυτά εύκολα κατανοούνται. Αλλά με τον ερχομό της δεύτερης και τρίτης γενεάς Ορθοδόξων της Δύσεως μία νέα πραγματικότητα εμφανίζεται. Οι ενορίες εκείνες που αρνήθηκαν να κάνουν οποιαδήποτε χρήση της τοπικής γλώσσας στις Λειτουργίες τους και έμειναν ανυποχώρητες στον πολιτισμό και τα ήθη της χώρας στην οποία ανήκουν, τείνουν να μαραζώσουν. Μόλις οι νέοι τους φθάσουν την «ηλικία της επαναστάσεως», απλούστατα σκορπίζουν, αφού δεν βρίσκουν τίποτε στην λατρεία της ενορίας που να έχει σχέση με την καθημερινή ζωή τους, κι έτσι απομένει ένα εκκλησίασμα ηλικιωμένων. 

Οι ενορίες αντιθέτως που αποδέχθηκαν την ανάγκη προσαρμογής και αλλαγής, έγιναν συχνότατα πολύ πιο γνήσια ευχαριστιακές: όχι πλέον μία εθνική λέσχη αλλά μία αληθινή λειτουργική σύναξις - ο λαός του Θεού συναθροισμένος γύρω από την Αγία Τράπεζα. Ορατό σημείο αυτής της εξελίξεως υπήρξε η αναβίωση της συχνής Θείας Μεταλήψεως σε παλιές Ορθόδοξες ενορίες στη Δύση. Εκείνο που έχει συμβεί σε τέτοιες κοινότητες είναι απλούστατα η ανακάλυψη τον αληθινού νοήματος της ενορίας. Προφανώς η εξέλιξη αυτή δεν παρατηρείται παντού. Πολλές ενορίες ενώ αποδέχονται κάποιο μέτρο προσαρμογής στις δυτικές συνήθειες, συνεχίζουν να ρίχνουν μεγαλύτερο βάρος σε εθνικές αξίες και σε κοινωνικές δραστηριότητες μάλλον παρά στην Ευχαριστία.

Η εμπειρία της Ορθόδοξης κοινότητας της Οξφόρδης έχει ακολουθήσει ένα κάπως ασυνήθιστο σχήμα. Συμβιώνουν εδώ, η μια δίπλα στην άλλη, δύο ορθόδοξες ενορίες, μια ελληνική (που υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο) και μία ρωσική (που υπάγεται στο Πατριαρχείο Μόσχας). Η κάθε ενορία έχει τον ιερέα της και το δικό της εκκλησιαστικό συμβούλιο. Όμως οι δυό ενορίες μοιράζονται ίσοις όροις τον ίδιο ναό, που χτίστηκε το 1973 με την κοινή προσπάθεια και των δύο. Έτσι, κάθε Κυριακή λατρεύουμε όλοι μαζί συγχρόνως, ψάλλοντας μία Θεία Λειτουργία για τους πιστούς και των δυο κοινοτήτων. Υπάρχουν, όπως είναι φυσικό, δυσκολίες. Μνημονεύουμε π.χ. δύο επισκόπους στις ακολουθίες μας, τηρούμε δύο διαφορετικά ημερολόγια (αφού το ρωσικό ήμισύ της κοινότητός μας ακολουθεί το παλαιό ημερολόγιο), και χρησιμοποιούμε σε κάθε ακολουθία όχι λιγότερες από τρεις γλώσσες, Ελληνικά, Σλαβονικά και Αγγλικά. Καθ' όσο γνωρίζω, πουθενά αλλού στη Μεγάλη Βρετανία δεν υπάρχει ακριβώς όμοιο παράδειγμα μ' αυτό της Οξφόρδης.

Από την άποψη του Κανονικού Δικαίου οι λύσεις στις οποίες καταλήξαμε στην Οξφόρδη περιέχουν ορισμένες προφανείς ανωμαλίες: Πώς π.χ., είναι δυνατόν να μνημονεύονται δύο ανεξάρτητοι επίσκοποι, στην ίδια θεία Λειτουργία; Εμείς στην Οξφόρδη δεν διεκδικούμε να λύσουμε από μόνοι μας τα κανονικά προβλήματα που δημιουργούνται στη δυτική Ορθοδοξία. Όμως, όντας αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουμε συγκεκριμένες ποιμαντικές ανάγκες της τοπικής μας κοινότητας, επράξαμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε για να προσφέρουμε μία λειτουργική λύση που να ενθαρρύνει την επιβίωση και την ανάπτυξη της τοπικής Ορθοδοξίας.

Μολονότι κανονικά αποτελούμε δύο ξεχωριστές ενορίες, στην πράξη είμαστε μόνο μία λατρευτική κοινότητα. Εάν λοιπόν ο όρος «ενορία» είναι να προσδιοριστεί με βάση όχι το κανονικό δίκαιο αλλά την Ευχαριστία, τότε πνευματικά και λειτουργικά εμείς, οι Ορθόδοξοί της Οξφόρδης αποτελούμε μία ξεχωριστή τοπική ενορία.

Επ' ουδενί λόγω δεν επιδιώκω να εμφανίσω ως ιδανική την ζωή μας στην Εκκλησία της Άγιας Τριάδας και Ευαγγελισμού της Οξφόρδης. Εάν χρειάστηκε ο Σωτήρας μας να προσευχηθεί στο Μυστικό Δείπνο για την ενότητα των μαθητών του (Ιω. 17), αυτό έγινε διότι ακριβώς εγνώριζε πόσο δύσκολο είναι για τους ανθρώπους να μείνουν ενωμένοι σε ένα πεπτωκότα κόσμο· και αυτό το γνωρίζουμε πολύ καλά εμείς στην Οξφόρδη, από προσωπική πείρα. Δεν υπάρχει πραγματική ενότητα παρά μόνο μέσω του Σταυρού. Κι η ενότητα αυτή απαιτεί από τον καθένα μας ατέλειωτη γενναιοδωρία, μυστηριακή κένωση, θυσία. Στην ευχαριστιακή κοινότητα, όπως ακριβώς και στην ένωση του γάμου η ενότητα των μελών πρέπει να επανεπιβεβαιώνεται και να επαναλαμβάνεται. 

Όταν οι Έλληνες και οι Ρώσοι της Οξφόρδης αποφάσισαν να συνεργαστούν ήταν αρχικά για λόγους πρακτικούς. Και οι δύο κοινότητες είναι ολιγάριθμες και φαινόταν αμφίβολο αν καμία απ' αυτές θα επιβίωνε στην απομόνωση. Υπήρχε όμως η βεβαία ελπίδα, ότι δια της συνεργασίας θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε μία ζωντανή Ορθόδοξη παρουσία στην πόλη και στο Πανεπιστήμιο. Στην πορεία της αμοιβαίας συνεργασίας μας, όμως, χρειάστηκε να υπερβούμε τις καθαρά πρακτικές ανάγκες και να επανεκτιμήσουμε τις βασικές προτεραιότητες. Χρειάστηκε να αναρωτηθούμε ποιο είναι το θεμελιώδες νόημα της ενορίας; «Όπου γαρ εστίν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών» (Ματθ. ς΄, 21). Πού λοιπόν βρίσκεται ο «θησαυρός» μας ως Ορθοδόξων που ζούμε στη Δύση;

Εάν η ενορία είναι πάνω απ' όλα μία εθνική συνάθροιση με μόνο λόγο υπάρξεως την διατήρηση ορισμένων πολιτιστικών αξιών, τότε οι Ορθόδοξοι της Οξφόρδης θα χρειαστεί να συντηρήσουν δύο διαφορετικές κοινότητες, που θα εκκλησιάζονται και θα λατρεύουν χωριστά. Εάν όμως η Ενορία υφίσταται κυρίως για την τέλεση της Ευχαριστίας και εάν στην Ευχαριστία «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην... πάντες γαρ... εις ... εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. γ΄, 28), τότε δίκιο δεν έχουμε να επιμένουμε πάνω απ' όλα στην τέλεση μιας κοινής θείας Λειτουργίας κάθε Κυριακή απ' όλους εμάς τους Ορθοδόξους, ανεξαρτήτως εθνικής προελεύσεως, ελληνικής, ρωσικής ή αγγλικής; Μόνον έτσι μπορούμε να δώσουμε μαρτυρία για το αληθινό νόημα της ενοριακής ζωής.

Περισσότερο από μία φορά τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια έχουν προκύψει προβλήματα που απείλησαν να διασπάσουν την ενότητά μας ως λατρευτικής κοινότητας. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι παρόμοια προβλήματα θα εμφανιστούν και εις το μέλλον. Αλλά κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε το ενδεχόμενο της διασπάσεως, συνειδητοποιούμε εκ νέου την υπέρτατη σπουδαιότητα της λειτουργικής μας ενότητας. Στην Θεία Λειτουργία έχουμε βρει τον κοινό δεσμό που μας συνέχει ανεξαρτήτως γλώσσας, εθνικής ταυτότητας ή εκκλησιαστικής «δικαιοδοσίας». (Πόσο δίκιο δεν έχει ο Αλέξανδρος Σολζενίτσιν να μέμφεται αυτή τη λέξη «δικαιοδοσία» που τόσο συχνά χρησιμοποιείται από τους Ορθοδόξους της Δύσης, χωρίς εν τούτοις να συναντάται πουθενά στο Ευαγγέλιο!) Μελετώντας τη διδασκαλία του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, που απευθύνεται στους Χριστιανούς της εποχής του, και τονίζει ότι πρέπει όλοι να συναντώνται σε μία Ευχαριστία, να συναθροίζονται γύρω από μία Τράπεζα και να πίνουν από ένα Ποτήριο, γνωρίζουμε ότι οι φλογεροί αυτοί λόγοι του ισχύουν το ίδιο και για μας τους Ορθόδοξούς της Οξφόρδης.

Στην περιγραφή που κάνει για τη ζωή της πρώτης χριστιανικής «ενορίας» -της κοινότητας της Ιερουσαλήμ των ημερών που ακολούθησαν την Πεντηκοστή- ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας λέει: «ήσαν δε προσκαρτερούντες τη διδαχή των αποστόλων, και τη κοινωνία και τη κλάσει του άρτου και ταις προσευχαίς· πάντες δε οι πιστεύοντες ήσαν επί το αυτό και είχον άπαντα κοινά» (Λουκά β΄ 42, 44).

Αυτός ακριβώς είναι και ο σκοπός κάθε ενορίας σήμερα, είτε βρίσκεται στην Ελλάδα είτε στην αλλοδαπή: τα μέλη της εκφράζουν την ενότητά τους εν Χριστώ Ιησού δια της από κοινού κλάσεως του Άρτου στη θεία Ευχαριστία. Όλες οι άλλες δραστηριότητες της ενορίας, κοινωνικές, πολιτιστικές ή φιλανθρωπικές πηγάζουν από την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και είναι υπάλληλες σ' αυτήν. Η Ευχαριστία είναι ένα συνεχές θαύμα μας λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης. Παράλληλα με την Μονή, η ενορία αποτελεί ακριβώς το σχήμα, από το οποίο και σε κάθε συγκεκριμένο τόπο, τούτο το «συνεχές θαύμα» μαρτυρείται με ζωντανή παρουσία.
 
Σημειώσεις:

9. Αλεξάνδρου Καλομοίρου: "Ο Πύρινος Ποταμός", Αθήναι 1985, σελ. 14.
10. Παλλάδος, Λαυσαϊκή Ιστορία. Μigne 34. 1099. 

Δείτε και:

 
Είσαι ο άνθρωπός μου;
Η αρμονία των πλασμάτων & η κληρονομιά του γέροντα Παΐσιου
Ο Δρόμος προς το Φως: οι άγιοι διδάσκαλοι της Ορθοδοξίας & οι αντίστοιχοι των θρησκειών

Δεν υπάρχουν σχόλια: