π. Μελχισεδέκ Αμπελικάκης, αρχιµανδρίτης του Οικουµενικού Θρόνου, εφηµέριος Στερνών.
Εικ. από τον ι. ναό Αγίων Μυροφόρων Παλλήνης
Η Κυριακή των Μυροφόρων κρύβει µέσα της µιαν άλλη µεγαλύτερη γιορτή, την γιορτή ενός δεύτερου Ευαγγελισµού της Παναγίας την γιορτή του Ευαγγελισµού της ως Μητέρας της καινής κτίσεως ως Μητέρας των τέκνων της αναστάσεως.
Ο Ιησούς Χριστός σταυρώθηκε ηµέρα Πέµπτη. Την Παρασκευή, µέχρι το απόγευµα, έπρεπε το σώµα Του (µαζί µε αυτά των δύο ληστών) να αποκαθηλωθεί, διότι η επόµενη µέρα ήταν Σάββατο και µάλιστα Πάσχα των Ιουδαίων. ∆εν ήταν όµως αναµενόµενο να έχουν ξεψυχήσει οι σταυρωθέντες. Ο διά σταυρού θάνατος ήταν ακραία βασανιστικός ακριβώς επειδή ήταν αργός. Ήταν σπάνιο λοιπόν να έχουν πεθάνει οι σταυρωθέντες µέσα σε µια µέρα. Οπότε, εν προκειµένω, η ρωµαϊκή φρουρά αναγκάστηκε να σπάσει τα πόδια των δύο ληστών (για να µην έχουν πλέον στήριγµα τα σώµατα, κι η βαρύτητα να κάνει τη δουλειά της), αλλά όχι του Ιησού, διότι διαπίστωσαν πως είχε ήδη πεθάνει («ὁ Πιλάτος ἐθαύµασεν [απόρησε δηλαδή] εἰ ἤδη τέθνηκε»).
Κανονικά οι Ρωµαίοι θα άφηναν τα σώµατα να λιώσουν πάνω στον σταυρό για παραδειγµατισµό ή θα τα κατέβαζαν και θα τα πέταγαν σε κάποιο γκρεµό να τα φάνε τα αγρίµια — οι εκτελεσθέντες ήταν κακούργοι. Στην Ιουδαία όµως υπήρχε κάποια ευαισθησία ως προς τα λείψανα (ο Νόµος δεν επέτρεπε να µένουν άταφα), οπότε οι αρχές θα παράχωναν τους σταυρωθέντες οµαδικά και πρόχειρα σε κάποιο λάκκο.
Πρακτικές λεπτοµέρειες όλα αυτά, στον απόηχο µιας φρίκης. Ο «κακούργος» ραββί είχε εκτελεστεί, οι υποστηρικτές του είχαν σκορπίσει. Κάθε ελπίδα γι’ αυτούς είχε ξεθωριάσει. Η κανονικότητα της ζωής ζητούσε να σκεπάσει µια τελειωµένη ιστορία.
Και µέσα σ’ αυτό το σκηνικό, εµφανίζονται στη σηµερινή ευαγγελική περικοπή κάποιες παράξενες φιγούρες — ένα εξέχον µέλος του Συνεδρίου των Ιουδαίων και κάποιες άσηµες γυναίκες. Και κάνουν πράγµατα όχι τελείως παράλογα, πάντως όχι ολότελα αναµενόµενα. Ο Ιωσήφ «ὁ ἀπὸ Ἀριµαθαίας» ήταν µέλος του Συνεδρίου που καταδίκασε τον Ιησού σε σταυρικό θάνατο. Αλλά εκείνος, «τολµήσας», ζήτησε να δει τον Πιλάτο. Το µπορούσε κάτι τέτοιο λόγω της θέσης του. Και «ᾐτήσατο τὸ σῶµα τοῦ Ἰησοῦ». Και το πέτυχε. Θα υπέθετε κανείς πως σαν ευλαβής Ιουδαίος φρόντιζε για την αποκαθήλωση των σωµάτων ενόψει της αργίας και της γιορτής — καθόλου παράλογο.
Όµως εκείνος, «αγοράσας σινδόνα», αποκαθήλωσε µε προσοχή τον καθηµαγµένο Ιησού, λογίζοντάς Τον όχι ως εγκληµατία, αλλά ως Κύριο. Κι ας είχε ξεθωριάσει πια κάθε ελπίδα. Κι αντί να Τον παραχώσει σε κάποιο λάκκο, Τον εναπέθεσε σε αξιοσέβαστο τάφο, αγορασµένο κατά πάσα πιθανότητα για τον ίδιο (τον Ιωσήφ) ή για κάποιο µέλος της οικογένειάς του — πώς αλλιώς θα µπορούσε να βρεθεί πρόσφορο στην ανάγκη της στιγµής ένα τέτοιο µνήµα; Ο «εὐσχήµων βουλευτής», αποστασιοποιείται από την τάξη του, και κάνει πράγµατα όχι παράλογα, αλλά µε µια αφοσίωση όχι και τόσο λογική ή σύστοιχη µε την κοινωνική του θέση.
«Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται» είδαν τα της ταφής. Και µαζί µε τις άλλες γυναίκες θέλησαν να αλείψουν µε αρώµατα το σώµα του Ιησού. Αναµενόµενο, έτσι συνηθιζόταν. Περίµεναν να περάσει το Σάββατο, πράγµα επίσης λογικό, καθώς ο Νόµος απαγόρευε τέτοιες δραστηριότητες ανήµερα Σαββάτου˙ χώρια η γιορτή (ήταν Πάσχα). Με το ξηµέρωµα της Κυριακής ξεκίνησαν να πάνε στον τάφο. Κι αφού ξεκίνησαν, έλεγαν µεταξύ τους: «ποιος θα µας κυλήσει την πέτρα από την είσοδο του µνήµατος;».
Πόση λογική έχει κάτι τέτοιο; Να ξεκινάς να κάνεις κάτι, γνωρίζοντας πως µάλλον δεν θα µπορέσεις. Μήπως πίστευαν ότι θα γινόταν κάποιο θαύµα; Μάλλον απίθανο εκείνος που έκανε θαύµατα είχε πεθάνει, η ελπίδα είχε ξεθωριάσει. Κι αν οι Μυροφόρες πίστευαν ξεκινώντας πως θα µπορούσε να υπάρχει τάχα ανάσταση, µάλλον δεν θα πήγαιναν καν να αλείψουν τον νεκρό. Ούτε θα περίµεναν να περάσει το Σάββατο, τηρώντας κανόνες και διατάξεις µπροστά στο ενδεχόµενο µιας ανάστασης, ποιοι κανόνες και ποιες διατάξεις µένουν όρθιες;
Όχι. Τίποτα δεν περίµεναν οι Μυροφόρες. Ήταν πενθούσες γυναίκες αφοσιωµένες σε πρόσωπο αγαπηµένο. Γεµάτη είναι η ιστορία των ανθρώπων από φιγούρες τέτοιων γυναικών. Τίποτα µη αναµενόµενο δεν υπάρχει στη στάση τους. Κι εντούτοις, όσο αναµενόµενες είναι τέτοιες σκέψεις και πράξεις, άλλο τόσο αλλόκοτες και παράλογες ήταν αυτές των Μυροφόρων.
Πρώτη λοιπόν η Παναγία είδε τον αναστάντα Κύριο και µίλησε µαζί του. Γιατί πρώτη γι’ αυτήν και µέσω αυτής ανοίχτηκαν σε εµάς όλα τα επουράνια και τα επίγεια. Αυτή µόνη έπιασε τα άχραντα πόδια του, έστω και αν δεν το γράφουν σαφώς οι Ευαγγελιστές, γιατί δεν ήθελαν να την παρουσιάσουν ως µάρτυρα της αναστάσεως του Υιού της. Ενώ στην Μαρία Μαγδαληνή, που συνάντησε τον Κύριο κατά την επόµενη επίσκεψή της στον τάφο και τον εξέλαβε ως κηπουρό, όταν τον κατάλαβε και πήγε να τον προσκυνήσει, είπε «µη µου άπτου» και την απέστειλε ως ευαγγελίστρια προς τους µαθητές του .
Χαρακτηριστικοί τέλος είναι οι χαιρετισµοί που απηύθυνε ο αναστάς Κύριος προς τις Μυροφόρες γυναίκες και τους Αποστόλους του. Στις Μυροφόρες είπε «χαίρετε», ενώ στους Αποστόλους «ειρήνη υµίν». Το πρώτο που χρειαζόταν στις µυροφόρες, που έζησαν βαθιά τον πόνο της σταυρώσεως ήταν η χαρά. Και το πρώτο που χρειάζονταν οι ταραγµένοι από τον φόβο των Ιουδαίων Απόστολοι ήταν η ειρήνη.
Η ειρήνη συνδέεται άµεσα µε την χαρά. Και η χαρά προϋποθέτει την ειρήνη. Άλλωστε η χαρά και η ειρήνη µαζί µε όλες τις άλλες χριστιανικές αρετές αποτελούν ενιαίο και αδιαίρετο καρπό του Αγίου Πνεύµατος. Εκείνο που βασανίζει και οδηγεί τον άνθρωπο σε ταραχή και ανησυχία είναι ο θάνατος. Γι’ αυτό, όποιος δεν έχει νικήσει τον φόβο του θανάτου, δεν µπορεί να έχει ειρήνη. Η πραγµατική ειρήνη είναι δυνατή µόνο µε την απαλλαγή από τον φόβο του θανάτου. Και η πραγµατική χαρά προϋποθέτει την απαλλαγή από τον φόβο αυτόν.
Ο Χριστός βεβαιώνει ότι η ειρήνη που προσφέρει στους ανθρώπους διαφέρει από την κοσµική ειρήνη. Η ειρήνη του κόσµου είναι συµβατική και εύθραυστη. Είναι ειρήνη που κινείται «εντεύθεν των ορίων» της φθοράς και του θανάτου. Γι’αυτό ο Χριστός ξεχωρίζει την δική του ειρήνη από την ειρήνη του κόσµου: «Ειρήνην αφίηµι υµίν, ειρήνην την εµήν δίδωµι υµίν ου καθώς ο κόσµος δίδωσιν, εγώ δίδωµι υµίν». Αλλά και η χαρά του Χριστού δεν είναι όπως η κοσµική χαρά. ∆εν είναι συµβατική και πρόσκαιρη, αλλά σταθερή και αναφαίρετη. Είναι χαρά «πεπληρωµένη», που κανείς δεν µπορεί να την αφαιρέσει από τον άνθρωπο.
Η πραγµατική ειρήνη και η πραγµατική χαρά αποτελούν σε τελική ανάλυση προνόµια της καινής κτίσεως. Γι’ αυτό και η Παναγία, που είναι η µητέρα της καινής κτίσεως, χαρακτηρίζεται ως «χαράς αιτία». Η πηγή όµως της χαράς αυτής είναι ο ίδιος ο Χριστός, η «ειρήνη ηµών». Η έλευσή του στον κόσµο είναι ευαγγελισµός χαράς και ειρήνης. Και η εκ νεκρών ανάστασή του αποτελεί την επισφράγιση της αναφαίρετης χαράς και της ακατάλυτης ειρήνης που δωρίζει στον άνθρωπο. Η αναζήτηση των πραγµάτων αυτών µακριά από τον Χριστό και την Παναγία αποτελεί σκέτη µαταιοπονία.
Στον απόηχο µιας φρίκης, πρακτικές λεπτοµέρειες έπρεπε να διευθετηθούν. Τις ανέλαβαν άνθρωποι που έκαναν πράγµατα λογικά µα και παράλογα, κατανοητά κι ακατανόητα. Η ελπίδα τους είχε τελείως ξεθωριάσει, αλλά η αφοσίωση και η πιστότητά τους στο πρόσωπο του Ιησού παρέµενε ζωντανή. Μία λέξη υπάρχει που να τα περιγράφει όλα αυτά: Ηρωισµός. Ηρωισµός είναι αυτό που γίνεται η αφοσίωση, όταν έχει πια ξεθωριάσει η ελπίδα.
Πίσω από τη φρίκη που γίνεται ένα µε την κανονικότητα της ζωής, πίσω από τις πρακτικές λεπτοµέρειες που ζητούν διευθετήσεις, πίσω από τα λογικά φερσίµατα που γίνονται κουβάρι µε τα παράλογα, υπάρχουν κάποιες καρδιές, ο Ιωσήφ κι οι Μυροφόρες, που µένουν πιστές στον Ιησού. Αρνούνται να ακυρώσουν µέσα τους την αφοσίωση στο πρόσωπο Του. Αρνούνται να νικηθούν από τις συνθήκες, από τη φρίκη ή τη λογική των πρακτικών ζητηµάτων. ∆εν ζυγιάζουν λογικά και παράλογα στη σκέψη και την πράξη τους. ∆εν ταλαντεύεται η αποφασιστικότητά τους. Ένα µόνο υπάρχει µέσα τους, ο Χριστός. Κι ας ήταν ηττηµένος, κι ας ήταν πια νεκρός. Κι ας είχαν σκορπίσει οι κοντινοί Του µαθητές. Ναι, ηρωισµός είναι η λέξη. Κι ας µην αναφέρεται στην ευαγγελική περικοπή, κι ας µην είχαν συνείδησή της οι ήρωες, άνδρες ή γυναίκες, εξέχοντες ή µη.
Κι εκεί που οι Μυροφόρες πάνε να βάλουν ένα τέλος σε κάτι ήδη τελειωµένο, συναντούν απροσδόκητα έναν άγγελο. Και γίνονται µάρτυρες της αναστάσεως. Πόσο ανατρεπτικό! ∆ιότι στο ρωµαϊκό περιβάλλον της ύστερης αρχαιότητας δεν είχε νοµικό κύρος η µαρτυρία των γυναικών. Λοιπόν, γυναίκες διαλέγει ο Θεός για τη µαρτυρία της µεγάλης ανατροπής. Γιατί η Ανάσταση είναι η αθέατη ανατροπή, που φέρνει τα πάνω κάτω στον κόσµο.
Αγαπητοί αδερφοί, ζούµε σε καιρούς µεταιχµιακούς. Συντριπτικά γεγονότα σαρώνουν τον κόσµο˙ οικονοµικές καταστροφές. ∆υστοπίες αναδύονται σχεδόν από παντού, είτε στον µικρόκοσµο της γειτονιάς µας, είτε στον µακρόκοσµο του πλανήτη. Ίσως κι ένας παγκόσµιος πόλεµος να ετοιµάζεται να µας χτυπήσει την πόρτα. Λογικά και παράλογα πράγµατα γίνονται κουβάρι στην καθηµερινότητά µας. Η φρίκη µπερδεύεται αξεχώριστα µε την κανονικότητα της ζωής. Η δυνατότητά µας να κατανοούµε τα πράγµατα φτάνει στα όριά της. Το ίδιο κι η αντοχή µας. Είναι ανθρώπινο λοιπόν, να ξεθωριάζει µέσα µας µεγάλο µέρος των ελπίδων που συνήθως περιθάλπουµε.
Σήµερα όµως η Εκκλησία φέρνει ενώπιόν µας το παράδειγµα ενός απόκοσµου ηρωισµού, µιας αφοσίωσης στο πρόσωπο του Ιησού, που παραβλέπει τους φόβους και προσπερνά τις συνθήκες. Ας µείνουµε προσηλωµένοι σ’ αυτό το πρότυπο του ηρωισµού, σ’ αυτή την αφοσίωση στο πρόσωπο του Κυρίου και τις εντολές Του. ∆ιότι όταν ξεθωριάζει η ελπίδα, άγγελοι εµφανίζονται και οι άνθρωποι γίνονται µάρτυρες µιας αναστάσιµης χαράς που ανατρέπει την τάξη του κόσµου. Κι ας φάνταζε µόλις πριν αυτός ο κόσµος τελειωµένος…
***





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου