ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρωτοχριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρωτοχριστιανισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

22 Ιουλίου: Τι πρέπει να ζητήσει κάθε γυναίκα από την Αγία Μαρία τη Μαγδαληνή;

Μυστικά του Αγίου Παϊσίου

"Όλοι γνωρίζουν τη Μαρία τη Μαγδαληνή ως τη γυναίκα που στάθηκε κάτω από τον Σταυρό και βρήκε τον κενό Τάφο. Όμως λίγοι αντιλαμβάνονται τι απέκτησε η ζωή της ενώπιον του Θεού: μια μοναδική παρρησία να πρεσβεύει για όσους υποφέρουν, για όσους παλεύουν με εσωτερικά βάσανα, για όσους έχασαν τη θέρμη της πίστης τους, για όσους περνούν δοκιμασίες και για όσους ζητούν παρηγοριά στο πένθος..."

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Πέτρος και Παύλος: απόστολοι και μάρτυρες της Ευρώπης — Η Σύναξη των 12 αποστόλων — Ετήσια μνήμη των ορθοδόξων νεομαρτύρων της Δαμασκού (22/6/2025)

 

29 Ιουνίου: των αγίων αποστόλων Πέτρου & Παύλου

Πέτρος και Παύλος: απόστολοι και μάρτυρες της Ευρώπης

Τό Εὐαγγέλιο καί ὁ Ἀπόστολος τῆς ἑορτῆς ΠΕΤΡΟΥ καί ΠΑΥΛΟΥ τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων (29 Ἰουνίου) — Ἀφιέρωμα στήν ἑορτή

Βιογραφία αποστόλου Πέτρου
 
Πέτρος, ο Αρνητής που Αγάπησε

Η διδασκαλία του αποστόλου Πέτρου για το Χριστό (σε αντιπαραβολή με τη διδασκαλία του Ισλάμ γι' Αυτόν)

 

Ο εναγκαλισμός των αγίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου (από εκεί η εικ. - οι δύο άγγελοι κρατούν το μέσο με το οποίο θανατώθηκε καθένας από τους δύο αποστόλους) 
 
Βιογραφία αποστόλου Παύλου

Αγάπη, ελευθερία και δουλεία στον απόστολο Παύλο
 
Ο απόστολος Παύλος και οι γυναίκες

Μήπως ο Παύλος έκαψε τη Ρώμη;


Παύλος, το χριστιανικό ανάλογο του Μωάμεθ

Paul, the Christian equivalent to Mohammed

Ο απόστολος των δακρύων

Ο απόστολος Παύλος στην Ελλάδα (σε μορφή δισέλιδου κόμικ)

Οι Πράξεις των Αποστόλων (σε νεοελληνική μετάφραση, με πολλές εικόνες) 


30 Ιουνίου: Η Σύναξη των 12 αποστόλων
 


Οι απόστολοι που θυσιάστηκαν για την πίστη τους

Το κήρυγμα των αποστόλων (αγίου Κοσμά του Αιτωλού)

Η θριαμβευτική ζωή των Αποστόλων | π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

Δείτε και την ενότητά μας: Πρωτοχριστιανισμός 

Ολόκληρη η Καινή Διαθήκη (& εδώ σε νεοελληνική μετάφραση)

 *****

Ο Ιάπωνας ορθόδοξος άγιος Σέργιος Σουγκιχάρα († 31 Ιουλίου, 1986)

ΚΑΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ

Η συγκλονιστική ομίλια του Ελληνορθόδοξου Πατριάρχη στη Δαμασκό για τους σύγχρονους μάρτυρες της βομβιστικής επίθεσης (22 Ιουνίου 2025)

Νατσιός (2025): να κηρυχθεί εθνικό πένθος για τη δολοφονία των ορθοδόξων αδελφών μας Ρωμηών στη Δαμασκό της Συρίας!

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Ήταν αντίστοιχος καθηγητής πανεπιστημίου, φιλόσοφος, δάσκαλος στο "κέντρο του κόσμου". Πήρε ανοιχτά θέση, μαρτύρησε και έγινε άγιος.

 

Για την εποχή του ήταν αντίστοιχος καθηγητής πανεπιστημίου. Φιλόσοφος με πολλές αναζητήσεις, κατέληξε στον χριστιανισμό μετά από περιπλανήσεις, έγινε δάσκαλος Φιλοσοφίας στη Ρώμη, έγραψε δύο Απολογίες υπέρ των διωκόμενων χριστιανών προς Ρωμαίους αυτοκράτορες και τελικά συνελήφθη μαζί με ομάδα φοιτητών του & μαρτύρησαν (θανατώθηκαν), εφόσον δεν αρνήθηκαν την πίστη τους.
Επίσης το έργο του συνέβαλε στην κατανόηση και διατύπωση της χριστιανικής θεολογίας για τα δεδομένα μόλις του 2ου αιώνα μ.Χ. Όχι τόσο άρτια όσο των μεγάλων Πατέρων του 4ου αιώνα, αλλά σημαντικά για την εποχή του, που δεν υπήρχαν ακόμη πολλά μεγάλα χριστιανικά θεολογικά έργα πλην της Καινής Διαθήκης.
Είναι ο άγιος της 1η Ιουνίου, Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Μάρτυς. [πηγή]
 
Ο βίος του:
 
Ὁ «θαυμασιώτατος» Ἰουστίνος, κατὰ τὸν μαθητή του Τατιανό, ἐγεννήθηκε στὴ Φλαβία Νεάπολη τῆς Παλαιστίνης, στὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου αἰῶνος μ.Χ., ἀπὸ γονεῖς Ἕλληνες εἰδωλολάτρες, τὸν Πρίσκο Βάκχιο, καὶ μητέρα, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα ἀγνοοῦμε. Ὁ Μεθόδιος Ὀλύμπου τὸν μνημονεύει ὡς ἄνδρα μὴ ἀπέχοντα πολὺ τῶν Ἀποστόλων οὔτε κατὰ τὸ χρόνο οὔτε κατὰ τὴν ἀρετή. Πράγματι δὲ ὁ χρόνος γεννήσεώς του δύναται νὰ τοποθετηθεῖ περὶ τὸ 110 μ.Χ., ἐφ’ ὅσον τὸ 135 μ.Χ., κατὰ τὴ συζήτηση πρὸς τὸν Τρύφωνα, παρουσιάζεται νὰ ἔχει περατώσει ἤδη τὶς φιλοσοφικές του σπουδὲς καὶ πρὸς τὸ τέλος τους νὰ ἔχει προσελκυσθεῖ στὴ Χριστιανικὴ πίστη.
 
Προικισμένος μὲ ἐξαιρετικὴ πνευματικὴ ἀνησυχία καὶ φιλομάθεια, ὁ νεαρὸς Ἰουστίνος ἀσχολήθηκε καὶ ἐμβάθυνε στὶς δοξασίες τῶν Στωικῶν, τῶν Ἐπικουρείων, τῶν Περιπατητικῶν, τῶν Πυθαγορείων καὶ τῶν Πλατωνικῶν φιλοσόφων. Μὲ ἀκόρεστη ἐπιθυμία, ἤθελε νὰ γνωρίσει ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ εὕρει τὴν πραγματικὴ ἱκανοποίηση. Τότε ὁ Θεός, μὲ θαυμαστὴ ἐπέμβαση, τὸν ὁδήγησε στὶς πηγὲς τῆς ἀλήθειας, στὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή, τὸ 135 μ.Χ.
 
Καθὼς διηγεῖται ὁ ἴδιος, ὁ Θεὸς τὸν ἐφώτισε μὲ κάποιο Χριστιανὸ πρεσβύτη, «πρᾶον καὶ σεμνὸν τὸ ἦθος». Ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος γέροντας τοῦ ἀποκάλυψε πόσο πτωχὲς ἦταν οἱ θεωρίες τῶν ἀνθρώπων μπροστὰ στὴν πραγματικὴ ἀλήθεια, τὴν ὁποία διδάσκει ὁ Θεός.
Ὁ Ἰουστίνος ἀποφασίζει νὰ μελετήσει τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ νὰ ἐμβαθύνει στὸ θεῖο λόγο. Χωρὶς νὰ πάψει νὰ φιλοσοφεῖ καὶ νὰ φορεῖ φθαρμένο χιτώνα, τὸν τρίβωνα, ποὺ ἐφοροῦσαν οἱ φιλόσοφοι, καταλάμπεται ἀπὸ τὴ Χριστιανικὴ πίστη, «τὴν μόνην φιλοσοφίαν τὴν ἀληθῆ καὶ ἀσύμφορον», στὴν ὁποία ἀποφασίζει νὰ διαθέσει πλέον τὴν ὑπόλοιπη ζωή του.
 
Ὁ Ἰουστίνος ἁρματωμένος μὲ τὰ ὅπλα τὰ πνευματικά, ἀποφασίζει νὰ στήσει στὴ Ρώμη τὸ πνευματικό του στρατηγεῖο. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐξαπλώνει σφοδρὲς ἐπιθέσεις κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως. Στὰ δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια τῶν διωγμῶν, οἱ κατατρεγμένοι Χριστιανοὶ τῆς Ρώμης εὑρίσκουν στὸ πρόσωπό του τὸν ἔνθερμο ἀπολογητὴ καὶ ἀκούραστο ὑποστηρικτή. Ὁ Ἰουστίνος ἀπὸ τὴν ἀνεξάντλητη φαρέτρα του ἀντλεῖ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀποστομώνει τοὺς φιλοσόφους, ποὺ διέβαλαν τὸν Χριστιανισμό. Τοὺς ἐλέγχει, γιατὶ κατηγοροῦν τὸν Χριστιανισμὸ χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζουν.
 
Σημαντικότατο εἶναι καὶ τὸ ἔργο του «Διάλογος πρὸς Τρύφωνα», τὸ ὁποῖο περιέχει τὴ διήμερη θεολογικὴ συζήτηση ποὺ εἶχε μὲ τὸν Ἰουδαῖο Τρύφωνα, ὁ ὁποῖος εἶχε φύγει ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη λόγῳ τοῦ πολέμου (132 – 135 μ.Χ.) καὶ ἦταν ἐπισκέπτης στὴν πόλη ὅπου ἐσπούδαζε ὁ Ἰουστίνος. Ὅταν ἀντιλήφθηκε ὅτι κάτω ἀπὸ τὸ φιλοσοφικὸ ἔνδυμα τοῦ νεαροῦ Ἰουστίνου κρυβόταν ἕνας Χριστιανός, τὸν εἰρωνεύθηκε. Ἐπακολούθησε διήμερη συζήτηση, τῆς ὁποίας τὸ ὑποτιθέμενο περιεχόμενο περιελήφθηκε στὸ ἔργο «Διάλογος πρὸς Τρύφωνα». Δεδομένου ὅτι ὁ Τρύφων εἶχε ἀποφύγει «τὸ νῦν γενόμενον πόλεμον», ἡ συζήτηση πρέπει νὰ ἔγινε τὸ 136 μ.Χ.
 
Δὲν ἄργησαν ὅμως νὰ φανοῦν οἱ ἐναντίον τοῦ Ἁγίου ἀντιδράσεις. Οἱ φιλόσοφοι, ποὺ ἔχαναν συνεχῶς ἔδαφος καὶ οἱ ἄλλοι ἐχθροί του, τὸν διέβαλαν στὸν αὐτοκράτορα Μάρκο Αὐρήλιο (161 – 180 μ.Χ.). Ὁ Μάρτυς Ἰουστίνος ἐκφράζει τὴν ὑποψία ὅτι ἐπρόκειτο νὰ καταδοθεῖ στὶς πολιτικὲς ἀρχὲς ἀπὸ τὸν κυνικὸ φιλόσοφο καὶ μεγαλορρήμονα Κρήσκεντα, ὁ ὁποῖος ἐφθονοῦσε τὴν αὔξηση τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστιανοῦ διδασκάλου καὶ διέβλεπε κίνδυνο ἀπορροφήσεως τῶν μαθητῶν του ὑπὸ τοῦ Χριστιανισμοῦ.
 
Φαίνεται ὅτι, μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ Πτολεμαίου, μαθητοῦ του πιθανῶς, περὶ τὸ 160 μ.Χ., ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴ Ρώμη ἀπὸ φόβο γιὰ τὴ σύλληψή του καὶ ὅτι ἐπέστρεψε ἐκεῖ ἀργότερα, ἀφοῦ ἤδη εἶχε κοπάσει ὁ θόρυβος, διότι κατὰ τὴν ἀνάκρισή του πρὸ τοῦ μαρτυρίου ἐδήλωσε ὅτι διέμεινε κατὰ δύο περιόδους στὴ Ρώμη. Ἀλλ’ ὁ Ἰουστίνος ἀποφασίζει νὰ ἀπολογηθεῖ γιὰ τὴ διωκόμενη πίστη στὸν αὐτοκράτορα καὶ τὴ Ρωμαϊκὴ σύγκλητο. Οἱ δύο του Ἀπολογίες ἀποτελοῦν πραγματικὰ διαμάντια τῆς Χριστιανικῆς Ἀπολογητικῆς.
 
Εικ. του μεγάλου αγιογράφου του 16ου αι. Θεοφάνους του Κρητός 
 
Στὴν πρώτη Ἀπολογία του, τὴν ὁποία ἀπευθύνει στὸν αὐτοκράτορα Ἀντωνίνο, τὰ παιδιά του καὶ τὴ Ρωμαϊκὴ σύγκλητο, κάνει γνωστὸ τὸ τί πιστεύουν οἱ Χριστιανοί, ἀνασκευάζει τὶς ἐναντίον του κατηγορίες τῶν Ἐθνικῶν, περιγράφει τὸν τρόπο τῆς Χριστιανικῆς λατρείας καὶ προσπαθεῖ μὲ νηφαλιότητα, εὐγένεια καὶ χωρὶς ρητορικὰ σχήματα νὰ τοὺς πείσει νὰ σταματήσουν τοὺς διωγμούς. 
 
Ὁ ἱερὸς ἀπολογητής, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἐβίωνε πλήρως τὴν ἐκκλησιαστικὴ λειτουργικὴ καὶ μυστηριακὴ ζωή, ἰδίως στὰ τελευταῖα κεφάλαια τῆς πρώτης Ἀπολογίας του, ἐξέρχεται ἀπὸ τὰ καθαρῶς ἀπολογητικὰ πλαίσια καὶ ὅρια καὶ μεταβάλλεται σὲ ἄριστο μυσταγωγὸ καὶ σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς πρωτοπόρους σκαπανεῖς τῆς ἱστορίας τῆς θεολογίας τῆς Χριστιανικῆς λατρείας. Ὁ ἱερὸς Ἰουστίνος τόσο στὴ μνημονευθεῖσα Ἀπολογία του, ὅσο καὶ περιστατικὰ σὲ μερικὰ σημεῖα τοῦ λοιποῦ συγγραφικοῦ του ἔργου παρέχει ἀνεκτίμητες πληροφορίες περὶ τῆς Χριστιανικῆς λατρείας τῆς ἐποχῆς του, προβάλλοντας τὸν ἑορτασμὸ τῆς Κυριακῆς, ὡς καὶ τὴν τελεσιουργία καὶ συνοπτικὴ θεολογία τῶν ἱερῶν μυστηρίων τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
 
Ἡ ἡμέρα τῆς Κυριακῆς θεωρεῖται ὡς πρώτη ἡμέρα τῆς καινῆς ἐν Χριστῷ κτίσεως. Ἡ Θεία Λειτουργία γίνεται ἡ ἐμψυχοῦσα τὴν διακονία ἐντελέχεια, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴ διάρκεια τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως «οἱ εὐποροῦντες... καὶ βουλόμενοι κατὰ προαίρεσιν ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ ὃ βούλεται δίδωσι, καὶ τὸ συλλεγόμενον παρὰ τῷ προεστῶτι ἀποτίθεται, καὶ αὐτὸς ἐπικουρεῖ ὀρφανοῖς τε καὶ χήραις, καὶ τοῖς διὰ νόσον ἢ δι’ ἄλλην αἰτίαν λειπομένοις, καὶ τοῖς ἐν δεσμοῖς οὖσι, καὶ τοῖς παρεπιδήμοις οὖσι ξένοις, καὶ ἁπλῶς πᾶσι τοῖς ἐν χρείᾳ οὖσι κηδεμὼν γίνεται».
Ὅσον ἀφορᾶ στὸ Βάπτισμα, ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος πληροφορεῖ ὅτι «τοῦ ὑπὲρ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ἀναγέννησιν λουτροῦ» προηγεῖται κατήχηση. Ὡσαύτως τοῦ Βαπτίσματος προηγοῦντο προσευχὴ καὶ νηστεία τόσο τῶν βαπτιζομένων, ὅσο καὶ τῶν λοιπῶν πιστῶν.
 
Στὴ δεύτερη Ἀπολογία του, τὴν ὁποία ἀπευθύνει στὴ Ρωμαϊκὴ σύγκλητο, ἀποδεικνύει ὅτι οἱ Χριστιανοὶ διώκονται, ἐπειδὴ πιστεύουν στὴν ἀλήθεια καὶ ζοῦν ἐνάρετη ζωὴ καὶ ὄχι γιὰ κάτι ἀξιόποινο.
 
 
 
Ὅμως οἱ Ἀπολογίες τοῦ Μάρτυρος Ἰουστίνου δὲν μετέτρεψαν τοὺς εἰδωλολάτρες, καθ’ ὅσον ἐπὶ ἐπάρχου Ρώμης τοῦ Ἰουνίου Ρουστικοῦ (162 – 167 μ.Χ.), ἄλλοτε παιδαγωγοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Μάρκου Αὐρηλίου, πιθανῶς τὸ 165 μ.Χ., ἀποκεφαλίσθηκε μαζὶ μὲ ὁμάδα μαθητῶν του (οἱ Ἅγιοι Εὐέλπιστος, Ἱέρακας, Ἰούστος, Λιβεριανός, Παίωνας, Χαρίτων καὶ Χαρίτη οἱ Μάρτυρες).
Στὸ κοιμητήριο τῆς Πρισκίλλης εὑρέθηκε λίθος ἐνεπίγραφος ποὺ ἔφερε τὰ γράμματα ΜΧΟΥΣΤΙΝΟΣ, δηλαδὴ Μάρτυς Ἰουστίνος, ὁ ὁποῖος ἴσως ἐκάλυπτε τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου.
 
Ὄχι μικρὸς ἀριθμὸς ἄλλων ἔργων τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ἰουστίνου, μαρτυρουμένων ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιο ἢ ἀπὸ μεταγενέστερους συγγραφεῖς, ἔχουν χαθεῖ. Τὰ ἔργα αὐτὰ εἶναι: «Σύνταγμα κατὰ πασῶν τῶν αἱρέσεων», «Κατὰ Μαρκίωνος», «Περὶ ψυχῆς», «Πρὸς Ἔλληνας», «Ἔλεγχος πρὸς Ἕλληνας», «Περὶ μοναρχίας Θεοῦ», «Περὶ Ἀναστάσεως», «Ἑρμηνεία εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν», «Ψάλτης», «Πρὸς Σοφιστὴν Εὐφράσιον περὶ προνοίας καὶ πίστεως», «Διάλογος πρὸς Κρήσκεντα», «Πρὸς Ἰουδαίους».
 
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Φιλοσοφίας ταῖς ἀκτῖσιν ἐκλάμπων, θεογνωσίας ὑποφήτης ἐδείχθης, σοφῶς παραταξάμενος κατὰ τῶν δυσμενῶν· σὺ γὰρ ὡμολόγησας, ἀληθείας τὴν γνῶσιν, καὶ Μαρτύρων σύσκηνος, δι’ ἀθλήσεως ὤφθης· μεθ’ ὧν δυσώπει πάντοτε Χριστόν, ὦ Ἰουστῖνε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
 
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τὸν ἀληθῆ, τῆς εὐσεβείας κήρυκα, καὶ εὐκλεῆ, τῶν μυστηρίων ῥήτορα, Ἰουστῖνον τὸν φιλόσοφον, μετ’ ἐγκωμίων εὐφημήσωμεν· δυνάμει γὰρ σοφίας τε καὶ χάριτος, τὸν λόγον κατετράνωσε τῆς πίστεως, αἰτούμενος πᾶσι θείαν ἄφεσιν.
 
Μεγαλυνάριον.
Χάριτι σοφίας καταυγασθείς, ὡς αὐτοσοφίαν, ἐθεράπευσας τὸν Χριστόν, ὑπὲρ οὗ ἐνδόξως, ἀθλήσας Ἰουστῖνε, σὺν τούτῳ εἰς αἰῶνας, δοξάζῃ ἔνδοξε.
 

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Πλούσια, επιχειρηματίας και ...αγία;


Εκπαιδευτικές και Θεολογικές αταξίες

“Μπορεί μια γυναίκα να είναι πλούσια, επιχειρηματίας και ταυτόχρονα η αρχική στυλοβάτις μιας τοπικής Εκκλησίας;”
Μμμμ...
Δεν ξέρω τι απάντηση θα δίναμε σήμερα για ...την Αγία Λυδία τη Φιλιππησία [20 Μαΐου], καθώς αυτό ακριβώς ήταν.
Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον το γιατί ο Ευαγγελιστής Λουκάς, συγγραφέας των Πράξεων των Αποστόλων, επιλέγει από (και άλλες προφανώς) ιδιότητες της Λυδίας, να επισημάνει το “πορφυρόπωλις”, ένα εξαιρετικά σπάνιο και προσοδοφόρο επάγγελμα.
Απαιτούσε επιχειρηματικό μυαλό και διασυνδέσεις στην υψηλή κοινωνία, καθώς μόνο μέλη της υψηλής αριστοκρατίας και της αυτοκρατορικής οικογένειας μπορούσαν οικονομικά και επιτρεπόταν θεσμικά να φορούν πορφυρά ενδύματα. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψιν την υποβαθμισμένη θέση των γυναικών στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Λυδία απαιτούσε περισσότερο κόπο από έναν άνδρα για να φτάσει σε αυτή τη θέση.
Η Λυδία είναι η πρώτη Ελληνίδα και Ευρωπαία Χριστιανή. Βαπτίστηκε από τον ίδιο τον Απόστολο Παύλο στο Ζυγάκτη ποταμό.
Από αυτήν ξεκίνησε μια ακμαία και υγιής τοπική Εκκλησία, όπως φαίνεται από την Επιστολή προς Φιλιππησίους, που εστάλη από τον Παύλο περίπου 10 χρόνια μετά την ίδρυσή της. Ήταν μια από τις πιο ώριμες και πιστές κοινότητες της πρωτοχριστιανικής περιόδου με συγκροτημένη διοικητική δομή με επισκόπους και διακόνους. Οι Φιλιππήσιοι μάλιστα στήριξαν πολλαπλώς και οικονομικά τον Απόστολο Παύλο στις μετέπειτα δυσκολίες του.
 
Είναι ασύλληπτο το πώς σχεδόν 20 αιώνες μετά την πρώτη Εκκλησία και το οικουμενικό – αγαπητικό της πνεύμα, πολλοί δυσκολεύονται με αυτό και επιχειρούν να το στενέψουν. Και τα περί γυναικών και της (μη) συμμετοχής τους στην εκκλησιαστική ζωή, τα έχουμε ξαναπεί πολλάκις.
Η Αγία Λυδία όμως εκθέτει και ένα άλλο στένεμα, πιο ύπουλο.
Εκκινώντας δήθεν από την εκκλησιαστική έννοια της πτωχείας εν Κυρίω και της απάρνησης του πλούτου από πολλούς Πατέρες, αγίους και αγίες, καταλήγει το αφήγημα σε μια σκληροπυρηνική, κομμουνιστική – αριστερίστικη, ενδοκοσμική πολεμική κατά του Κεφαλαίου, ως τη μόνη αυθεντική πιστοποίηση αγιότητας.
Μάλιστα, σε κάθε σύγχρονη συζήτηση, υποψία προσέγγισης και συνεννόησης των εκκλησιαστικών θεσμών με ανθρώπους του εμπορίου και των επενδύσεων βλέπουν ΠΑΝΤΑ προδοσία της πίστης, σύνταξη με το Μαμωνά και έκπτωση από το ευαγγελικό μήνυμα!
“Λυδία, απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνεις Χριστιανή και να σε βαπτίσω είναι να μην ασχοληθείς ποτέ ξανά με το επάγγελμά σου και να απαρνηθείς όλα τα πλούτη σου”, θα ήταν μια πολύ βολική προσθήκη στις Πράξεις των Αποστόλων.
Έλα όμως που δεν υπάρχει! Ούτε και φαίνεται να την υπονοεί ο Λουκάς...
 
Ν: Το άρθρο αυτό μας άρεσε και το συμπληρώνουμε με το παρακάτω, για να αντιληφθούμε το πνεύμα που πιστεύουμε ότι είχε η αγία Λυδία και κάθε άγιος που συνέβη να ήταν και πλούσιος:
Εκεί διαβάζουμε:
 
Ἡ Ρωμηοσύνη δὲν προτείνει θεωρίες. Γεννᾷ τρόπο ζωῆς. Καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν τρόπο ζωῆς προκύπτουν φυσικὰ καὶ οἱ ἀναγκαῖες πολιτικὲς κατευθύνσεις μὲ κύριους ἄξονες:
α) Οἰκονομία ὡς διακονία τῆς χρείας, θεμελιωμένη στὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων μας, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ποὺ ἔζησαν ἔμπρακτα τὴν ἀγάπη καὶ τὴν κοινωνία. Ὄχι συσσώρευση, ἀλλὰ μοίρασμα. Ὄχι θησαυρισμὸς ἐπὶ γῆς, ἀλλὰ θησαυρὸς ἐν οὐρανῷ. «Ὁ ἔχων δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι…» καὶ «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς…». (...)

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Τίποτα δεν περίµεναν οι Μυροφόρες. Ήταν πενθούσες γυναίκες αφοσιωµένες σε πρόσωπο αγαπηµένο.

π. Μελχισεδέκ Αμπελικάκης, αρχιµανδρίτης του Οικουµενικού Θρόνου, εφηµέριος Στερνών. 

Χανιώτικα Νέα

Εικ. από τον ι. ναό Αγίων Μυροφόρων Παλλήνης 

Η Κυριακή των Μυροφόρων κρύβει µέσα της µιαν άλλη µεγαλύτερη γιορτή, την γιορτή ενός δεύτερου Ευαγγελισµού της Παναγίας την γιορτή του Ευαγγελισµού της ως Μητέρας της καινής κτίσεως ως Μητέρας των τέκνων της αναστάσεως.

Ο Ιησούς Χριστός σταυρώθηκε ηµέρα Πέµπτη. Την Παρασκευή, µέχρι το απόγευµα, έπρεπε το σώµα Του (µαζί µε αυτά των δύο ληστών) να αποκαθηλωθεί, διότι η επόµενη µέρα ήταν Σάββατο και µάλιστα Πάσχα των Ιουδαίων. ∆εν ήταν όµως αναµενόµενο να έχουν ξεψυχήσει οι σταυρωθέντες. Ο διά σταυρού θάνατος ήταν ακραία βασανιστικός ακριβώς επειδή ήταν αργός. Ήταν σπάνιο λοιπόν να έχουν πεθάνει οι σταυρωθέντες µέσα σε µια µέρα. Οπότε, εν προκειµένω, η ρωµαϊκή φρουρά αναγκάστηκε να σπάσει τα πόδια των δύο ληστών (για να µην έχουν πλέον στήριγµα τα σώµατα, κι η βαρύτητα να κάνει τη δουλειά της), αλλά όχι του Ιησού, διότι διαπίστωσαν πως είχε ήδη πεθάνει («ὁ Πιλάτος ἐθαύµασεν [απόρησε δηλαδή] εἰ ἤδη τέθνηκε»).

Κανονικά οι Ρωµαίοι θα άφηναν τα σώµατα να λιώσουν πάνω στον σταυρό για παραδειγµατισµό ή θα τα κατέβαζαν και θα τα πέταγαν σε κάποιο γκρεµό να τα φάνε τα αγρίµια οι εκτελεσθέντες ήταν κακούργοι. Στην Ιουδαία όµως υπήρχε κάποια ευαισθησία ως προς τα λείψανα (ο Νόµος δεν επέτρεπε να µένουν άταφα), οπότε οι αρχές θα παράχωναν τους σταυρωθέντες οµαδικά και πρόχειρα σε κάποιο λάκκο.

Πρακτικές λεπτοµέρειες όλα αυτά, στον απόηχο µιας φρίκης. Ο «κακούργος» ραββί είχε εκτελεστεί, οι υποστηρικτές του είχαν σκορπίσει. Κάθε ελπίδα γι’ αυτούς είχε ξεθωριάσει. Η κανονικότητα της ζωής ζητούσε να σκεπάσει µια τελειωµένη ιστορία.

Και µέσα σ’ αυτό το σκηνικό, εµφανίζονται στη σηµερινή ευαγγελική περικοπή κάποιες παράξενες φιγούρες — ένα εξέχον µέλος του Συνεδρίου των Ιουδαίων και κάποιες άσηµες γυναίκες. Και κάνουν πράγµατα όχι τελείως παράλογα, πάντως όχι ολότελα αναµενόµενα. Ο Ιωσήφ «ὁ ἀπὸ Ἀριµαθαίας» ήταν µέλος του Συνεδρίου που καταδίκασε τον Ιησού σε σταυρικό θάνατο. Αλλά εκείνος, «τολµήσας», ζήτησε να δει τον Πιλάτο. Το µπορούσε κάτι τέτοιο λόγω της θέσης του. Και «ᾐτήσατο τὸ σῶµα τοῦ Ἰησοῦ». Και το πέτυχε. Θα υπέθετε κανείς πως σαν ευλαβής Ιουδαίος φρόντιζε για την αποκαθήλωση των σωµάτων ενόψει της αργίας και της γιορτής — καθόλου παράλογο.

Όµως εκείνος, «αγοράσας σινδόνα», αποκαθήλωσε µε προσοχή τον καθηµαγµένο Ιησού, λογίζοντάς Τον όχι ως εγκληµατία, αλλά ως Κύριο. Κι ας είχε ξεθωριάσει πια κάθε ελπίδα. Κι αντί να Τον παραχώσει σε κάποιο λάκκο, Τον εναπέθεσε σε αξιοσέβαστο τάφο, αγορασµένο κατά πάσα πιθανότητα για τον ίδιο (τον Ιωσήφ) ή για κάποιο µέλος της οικογένειάς του — πώς αλλιώς θα µπορούσε να βρεθεί πρόσφορο στην ανάγκη της στιγµής ένα τέτοιο µνήµα; Ο «εὐσχήµων βουλευτής», αποστασιοποιείται από την τάξη του, και κάνει πράγµατα όχι παράλογα, αλλά µε µια αφοσίωση όχι και τόσο λογική ή σύστοιχη µε την κοινωνική του θέση.

«Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται» είδαν τα της ταφής. Και µαζί µε τις άλλες γυναίκες θέλησαν να αλείψουν µε αρώµατα το σώµα του Ιησού. Αναµενόµενο, έτσι συνηθιζόταν. Περίµεναν να περάσει το Σάββατο, πράγµα επίσης λογικό, καθώς ο Νόµος απαγόρευε τέτοιες δραστηριότητες ανήµερα Σαββάτου˙ χώρια η γιορτή (ήταν Πάσχα). Με το ξηµέρωµα της Κυριακής ξεκίνησαν να πάνε στον τάφο. Κι αφού ξεκίνησαν, έλεγαν µεταξύ τους: «ποιος θα µας κυλήσει την πέτρα από την είσοδο του µνήµατος;». 

 

 
 
Πόση λογική έχει κάτι τέτοιο; Να ξεκινάς να κάνεις κάτι, γνωρίζοντας πως µάλλον δεν θα µπορέσεις. Μήπως πίστευαν ότι θα γινόταν κάποιο θαύµα; Μάλλον απίθανο εκείνος που έκανε θαύµατα είχε πεθάνει, η ελπίδα είχε ξεθωριάσει. Κι αν οι Μυροφόρες πίστευαν ξεκινώντας πως θα µπορούσε να υπάρχει τάχα ανάσταση, µάλλον δεν θα πήγαιναν καν να αλείψουν τον νεκρό. Ούτε θα περίµεναν να περάσει το Σάββατο, τηρώντας κανόνες και διατάξεις µπροστά στο ενδεχόµενο µιας ανάστασης, ποιοι κανόνες και ποιες διατάξεις µένουν όρθιες;

Όχι. Τίποτα δεν περίµεναν οι Μυροφόρες. Ήταν πενθούσες γυναίκες αφοσιωµένες σε πρόσωπο αγαπηµένο. Γεµάτη είναι η ιστορία των ανθρώπων από φιγούρες τέτοιων γυναικών. Τίποτα µη αναµενόµενο δεν υπάρχει στη στάση τους. Κι εντούτοις, όσο αναµενόµενες είναι τέτοιες σκέψεις και πράξεις, άλλο τόσο αλλόκοτες και παράλογες ήταν αυτές των Μυροφόρων.

Πρώτη λοιπόν η Παναγία είδε τον αναστάντα Κύριο και µίλησε µαζί του. Γιατί πρώτη γι’ αυτήν και µέσω αυτής ανοίχτηκαν σε εµάς όλα τα επουράνια και τα επίγεια. Αυτή µόνη έπιασε τα άχραντα πόδια του, έστω και αν δεν το γράφουν σαφώς οι Ευαγγελιστές, γιατί δεν ήθελαν να την παρουσιάσουν ως µάρτυρα της αναστάσεως του Υιού της. Ενώ στην Μαρία Μαγδαληνή, που συνάντησε τον Κύριο κατά την επόµενη επίσκεψή της στον τάφο και τον εξέλαβε ως κηπουρό, όταν τον κατάλαβε και πήγε να τον προσκυνήσει, είπε «µη µου άπτου» και την απέστειλε ως ευαγγελίστρια προς τους µαθητές του .

Χαρακτηριστικοί τέλος είναι οι χαιρετισµοί που απηύθυνε ο αναστάς Κύριος προς τις Μυροφόρες γυναίκες και τους Αποστόλους του. Στις Μυροφόρες είπε «χαίρετε», ενώ στους Αποστόλους «ειρήνη υµίν». Το πρώτο που χρειαζόταν στις µυροφόρες, που έζησαν βαθιά τον πόνο της σταυρώσεως ήταν η χαρά. Και το πρώτο που χρειάζονταν οι ταραγµένοι από τον φόβο των Ιουδαίων Απόστολοι ήταν η ειρήνη.

Η ειρήνη συνδέεται άµεσα µε την χαρά. Και η χαρά προϋποθέτει την ειρήνη. Άλλωστε η χαρά και η ειρήνη µαζί µε όλες τις άλλες χριστιανικές αρετές αποτελούν ενιαίο και αδιαίρετο καρπό του Αγίου Πνεύµατος. Εκείνο που βασανίζει και οδηγεί τον άνθρωπο σε ταραχή και ανησυχία είναι ο θάνατος. Γι’ αυτό, όποιος δεν έχει νικήσει τον φόβο του θανάτου, δεν µπορεί να έχει ειρήνη. Η πραγµατική ειρήνη είναι δυνατή µόνο µε την απαλλαγή από τον φόβο του θανάτου. Και η πραγµατική χαρά προϋποθέτει την απαλλαγή από τον φόβο αυτόν.

Ο Χριστός βεβαιώνει ότι η ειρήνη που προσφέρει στους ανθρώπους διαφέρει από την κοσµική ειρήνη. Η ειρήνη του κόσµου είναι συµβατική και εύθραυστη. Είναι ειρήνη που κινείται «εντεύθεν των ορίων» της φθοράς και του θανάτου. Γι’αυτό ο Χριστός ξεχωρίζει την δική του ειρήνη από την ειρήνη του κόσµου: «Ειρήνην αφίηµι υµίν, ειρήνην την εµήν δίδωµι υµίν ου καθώς ο κόσµος δίδωσιν, εγώ δίδωµι υµίν». Αλλά και η χαρά του Χριστού δεν είναι όπως η κοσµική χαρά. ∆εν είναι συµβατική και πρόσκαιρη, αλλά σταθερή και αναφαίρετη. Είναι χαρά «πεπληρωµένη», που κανείς δεν µπορεί να την αφαιρέσει από τον άνθρωπο.

Η πραγµατική ειρήνη και η πραγµατική χαρά αποτελούν σε τελική ανάλυση προνόµια της καινής κτίσεως. Γι’ αυτό και η Παναγία, που είναι η µητέρα της καινής κτίσεως, χαρακτηρίζεται ως «χαράς αιτία». Η πηγή όµως της χαράς αυτής είναι ο ίδιος ο Χριστός, η «ειρήνη ηµών». Η έλευσή του στον κόσµο είναι ευαγγελισµός χαράς και ειρήνης. Και η εκ νεκρών ανάστασή του αποτελεί την επισφράγιση της αναφαίρετης χαράς και της ακατάλυτης ειρήνης που δωρίζει στον άνθρωπο. Η αναζήτηση των πραγµάτων αυτών µακριά από τον Χριστό και την Παναγία αποτελεί σκέτη µαταιοπονία.

Στον απόηχο µιας φρίκης, πρακτικές λεπτοµέρειες έπρεπε να διευθετηθούν. Τις ανέλαβαν άνθρωποι που έκαναν πράγµατα λογικά µα και παράλογα, κατανοητά κι ακατανόητα. Η ελπίδα τους είχε τελείως ξεθωριάσει, αλλά η αφοσίωση και η πιστότητά τους στο πρόσωπο του Ιησού παρέµενε ζωντανή. Μία λέξη υπάρχει που να τα περιγράφει όλα αυτά: Ηρωισµός. Ηρωισµός είναι αυτό που γίνεται η αφοσίωση, όταν έχει πια ξεθωριάσει η ελπίδα.

Πίσω από τη φρίκη που γίνεται ένα µε την κανονικότητα της ζωής, πίσω από τις πρακτικές λεπτοµέρειες που ζητούν διευθετήσεις, πίσω από τα λογικά φερσίµατα που γίνονται κουβάρι µε τα παράλογα, υπάρχουν κάποιες καρδιές, ο Ιωσήφ κι οι Μυροφόρες, που µένουν πιστές στον Ιησού. Αρνούνται να ακυρώσουν µέσα τους την αφοσίωση στο πρόσωπο Του. Αρνούνται να νικηθούν από τις συνθήκες, από τη φρίκη ή τη λογική των πρακτικών ζητηµάτων. ∆εν ζυγιάζουν λογικά και παράλογα στη σκέψη και την πράξη τους. ∆εν ταλαντεύεται η αποφασιστικότητά τους. Ένα µόνο υπάρχει µέσα τους, ο Χριστός. Κι ας ήταν ηττηµένος, κι ας ήταν πια νεκρός. Κι ας είχαν σκορπίσει οι κοντινοί Του µαθητές. Ναι, ηρωισµός είναι η λέξη. Κι ας µην αναφέρεται στην ευαγγελική περικοπή, κι ας µην είχαν συνείδησή της οι ήρωες, άνδρες ή γυναίκες, εξέχοντες ή µη.

Κι εκεί που οι Μυροφόρες πάνε να βάλουν ένα τέλος σε κάτι ήδη τελειωµένο, συναντούν απροσδόκητα έναν άγγελο. Και γίνονται µάρτυρες της αναστάσεως. Πόσο ανατρεπτικό! ∆ιότι στο ρωµαϊκό περιβάλλον της ύστερης αρχαιότητας δεν είχε νοµικό κύρος η µαρτυρία των γυναικών. Λοιπόν, γυναίκες διαλέγει ο Θεός για τη µαρτυρία της µεγάλης ανατροπής. Γιατί η Ανάσταση είναι η αθέατη ανατροπή, που φέρνει τα πάνω κάτω στον κόσµο.


Αγαπητοί αδερφοί, ζούµε σε καιρούς µεταιχµιακούς. Συντριπτικά γεγονότα σαρώνουν τον κόσµο˙ οικονοµικές καταστροφές. ∆υστοπίες αναδύονται σχεδόν από παντού, είτε στον µικρόκοσµο της γειτονιάς µας, είτε στον µακρόκοσµο του πλανήτη. Ίσως κι ένας παγκόσµιος πόλεµος να ετοιµάζεται να µας χτυπήσει την πόρτα. Λογικά και παράλογα πράγµατα γίνονται κουβάρι στην καθηµερινότητά µας. Η φρίκη µπερδεύεται αξεχώριστα µε την κανονικότητα της ζωής. Η δυνατότητά µας να κατανοούµε τα πράγµατα φτάνει στα όριά της. Το ίδιο κι η αντοχή µας. Είναι ανθρώπινο λοιπόν, να ξεθωριάζει µέσα µας µεγάλο µέρος των ελπίδων που συνήθως περιθάλπουµε.

Σήµερα όµως η Εκκλησία φέρνει ενώπιόν µας το παράδειγµα ενός απόκοσµου ηρωισµού, µιας αφοσίωσης στο πρόσωπο του Ιησού, που παραβλέπει τους φόβους και προσπερνά τις συνθήκες. Ας µείνουµε προσηλωµένοι σ’ αυτό το πρότυπο του ηρωισµού, σ’ αυτή την αφοσίωση στο πρόσωπο του Κυρίου και τις εντολές Του. ∆ιότι όταν ξεθωριάζει η ελπίδα, άγγελοι εµφανίζονται και οι άνθρωποι γίνονται µάρτυρες µιας αναστάσιµης χαράς που ανατρέπει την τάξη του κόσµου. Κι ας φάνταζε µόλις πριν αυτός ο κόσµος τελειωµένος…

*** 

Αφιέρωμα στις αγίες Μυροφόρες και τους δύο "κρυφούς μαθητές" αγίους Νικόδημο και Ιωσήφ από την Αριμαθαία 

 


Ο άγιος ευαγγελιστής Μάρκος (25 Απριλίου)

Κλικ εδώ!

Ολόκληρο το κατά Μάρκον εδώ, & σε νεοελληνική μετάφραση εδώ

Και: άγιοι στις 2425 & 26 Απριλίου  

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Κυριακή του Θωμά: Ιωάννης 20:19–31 // Thomas Sunday: John 20:19–31

 

Η περικοπή Ιωάννης 20:19–31, που διαβάζεται στην θεία Λειτουργία της Κυριακής του Θωμά, δεν είναι απλώς μία «ιστορία αμφιβολίας», αλλά μια συνοπτική αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο ο Αναστημένος Χριστός συγκροτεί την Εκκλησία ως σώμα ζωντανής κοινωνίας, πίστεως και αποστολής. Η Ορθόδοξη παράδοση βλέπει εδώ την έξοδο από τον φόβο, τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, τη θεραπεία της ανθρώπινης δυσπιστίας και τη μαρτυρία ότι ο Ιησούς είναι αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος.
Το κείμενο αρχίζει «τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων» και «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων». Οι μαθητές έχουν ακούσει την είδηση της Αναστάσεως, αλλά ο εσωτερικός τους κόσμος παραμένει τραυματισμένος: φόβος, αμηχανία, ανασφάλεια. Ο Χριστός, όμως, έρχεται «καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον». Στη λειτουργική εμπειρία της Εκκλησίας, Αυτός που «στέκεται στο μέσον» είναι ο Κύριος που καθιστά την κοινότητα εκκλησιαστική σύναξη: δεν είναι ιδεολογία που ενώνει, αλλά Πρόσωπο που παρίσταται. Η είσοδός Του, παρά τις κλειστές θύρες, δείχνει ότι το αναστημένο σώμα Του είναι αληθινό σώμα, αλλά πλέον ελευθερωμένο από τους περιορισμούς της φθοράς· δεν πρόκειται για φάντασμα, αλλά για τον ίδιο Ιησού σε νέα, αφθαρτοποιημένη κατάσταση ζωής.
 
Ο χαιρετισμός «Εἰρήνη ὑμῖν» δεν είναι τυπική ευχή. Η ειρήνη εδώ είναι καρπός της καταλλαγής ανθρώπου και Θεού, το τέλος της εχθρότητας που γεννά η αμαρτία. Αμέσως «ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ». Τα σημάδια των ήλων και η πληγωμένη πλευρά φανερώνουν ότι η Ανάσταση δεν καταργεί τον Σταυρό, αλλά τον δοξάζει. Στην Ορθόδοξη θεολογία, η σωτηρία δεν είναι διαγραφή της ιστορίας του πόνου, αλλά μεταμόρφωσή της σε δόξα: ο Χριστός φέρει τα τραύματα ως αιώνια μαρτυρία της αγάπης Του.
Κατόπιν ο Χριστός «ἐνεφύσησεν καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον». Η κίνηση της εμφυσήσεως θυμίζει τη Γένεση, όπου ο Θεός εμφυσά στον Αδάμ πνοή ζωής. Εδώ αρχίζει μια νέα κτίση: ο ανακαινισμένος άνθρωπος ζει πλέον «ἐν Πνεύματι». Η δωρεά συνδέεται με την αποστολή και την άφεση των αμαρτιών: «ἄν τινων ἀφῆτε…». Η Εκκλησία δεν κηρύττει γενικά «ιδέες περί συγγνώμης», αλλά διακονεί μυστηριακά τη συμφιλίωση, ως καρπό του Πάθους και της Αναστάσεως. Η εξουσία αυτή δεν είναι ανθρώπινη κυριαρχία, αλλά διακονία θεραπείας, που προϋποθέτει μετάνοια και ένταξη στην εκκλησιαστική κοινότητα.
 
Ο Θωμάς απουσιάζει και δηλώνει ότι χρειάζεται να δει και να αγγίξει. Η Ορθόδοξη παράδοση δεν τον παρουσιάζει ως «αρνητή», αλλά ως άνθρωπο που επιθυμεί βεβαιότητα προσωπικής σχέσης. Ο Χριστός μετά από οκτώ ημέρες επανέρχεται, πάλι «εἰς τὸ μέσον», και προσκαλεί τον Θωμά να ψηλαφήσει. Δεν τον εξευτελίζει, δεν τον απορρίπτει· συγκαταβαίνει παιδαγωγικά, ώστε η πίστη να γίνει εμπειρία. Η πρόσκληση «μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός» δεν καταδικάζει την αναζήτηση, αλλά θεραπεύει τη δυσπιστία που κλείνει τον άνθρωπο στον εαυτό του.
Η ομολογία του Θωμά «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» είναι η κορύφωση του Ευαγγελίου του Ιωάννη: ο Ιησούς αναγνωρίζεται ρητά ως Θεός. Και όμως, ο μακαρισμός του Χριστού—«μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»—δεν υμνεί μια τυφλή αποδοχή, αλλά μια πίστη που γεννιέται από την εκκλησιαστική μαρτυρία, τα Μυστήρια και την ενέργεια του Πνεύματος. Στη Θεία Λειτουργία η Εκκλησία ζει αυτή την πραγματικότητα: «βλέπει» και κοινωνεί τον Αναστημένο ως αληθινή παρουσία.
Ο επίλογος της περικοπής φανερώνει τον σκοπό της Γραφής: «ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες, ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ». Η πίστη δεν είναι ψυχολογική παρηγοριά, αλλά είσοδος στην καινή ζωή, δηλαδή στην κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό. Έτσι η Κυριακή του Θωμά γίνεται εορτή της βεβαιότητας ότι ο Αναστημένος δεν είναι ανάμνηση, αλλά Κύριος που είναι παρών μέσα στην Εκκλησία Του και μεταδίδει ειρήνη, Πνεύμα Άγιο και ζωή.
***** 
 
Thomas Sunday: John 20:19–31
 

  
The passage John 20:19–31, read at the Divine Liturgy on Thomas Sunday, is not simply a “story of doubt,” but a concise revelation of how the Risen Christ constitutes the Church as a body of living communion, faith, and mission. Orthodox tradition sees here the passage out of fear, the gift of the Holy Spirit, the healing of human unbelief, and the witness that Jesus is truly God and truly man.
The text begins “on the first day of the week” and with “the doors being shut where the disciples were gathered, for fear of the Jews.” The disciples have heard the news of the Resurrection, yet their inner world remains wounded: fear, confusion, insecurity. Christ, however, comes and “stood in the midst.” In the Church’s liturgical experience, the One who “stands in the midst” is the Lord who makes the community an ecclesial assembly: it is not an ideology that unites, but a Person who is present. His entrance, despite the closed doors, shows that His risen body is a true body, now freed from the limitations of corruption; it is not a ghost, but the same Jesus in a new, incorruptible mode of life.
 
The greeting “Peace be with you” is not a conventional wish. Here peace is the fruit of reconciliation between man and God, the end of the enmity generated by sin. At once “He showed them His hands and His side.” The marks of the nails and the wounded side reveal that the Resurrection does not abolish the Cross, but glorifies it. In Orthodox theology, salvation is not the erasure of the history of suffering, but its transfiguration into glory: Christ bears His wounds as an eternal testimony of His love.
Then Christ “breathed on them and said to them, ‘Receive the Holy Spirit.’” The act of breathing recalls Genesis, where God breathes into Adam the breath of life. Here a new creation begins: the renewed human being now lives “in the Spirit.” The gift is linked to mission and the forgiveness of sins: “if you forgive the sins of any….” 
The Church does not merely proclaim general “ideas about forgiveness,” but serves reconciliation sacramentally, as the fruit of the Passion and the Resurrection. This authority is not human domination, but a ministry of healing, which presupposes repentance and incorporation into the ecclesial community.
Thomas is absent and declares that he needs to see and to touch. Orthodox tradition does not present him as a “denier,” but as a person who desires the certainty of a personal relationship. 
 
After eight days Christ returns, again “in the midst,” and invites Thomas to touch. He does not humiliate him; He does not reject him. He condescends pedagogically, so that faith may become experience. The summons, “Do not be unbelieving, but believing,” does not condemn honest searching, but heals the distrust that closes the person in upon himself.
Thomas’s confession, “My Lord and my God,” is the climax of the Gospel of John: Jesus is explicitly acknowledged as God. And yet Christ’s beatitude—“Blessed are those who have not seen and yet have believed”—does not praise blind acceptance, but a faith born from the Church’s witness, the Mysteries (Sacraments), and the energy of the Spirit. In the Divine Liturgy the Church lives this reality: it “sees” and communes with the Risen One as a true presence.
The epilogue of the passage reveals the purpose of Scripture: “that you may believe that Jesus is the Christ, the Son of God, and that believing you may have life in His name.” Faith is not psychological consolation, but entry into new life—namely, communion with the Triune God. Thus Thomas Sunday becomes a feast of certainty that the Risen One is not a memory, but the Lord who is present within His Church and communicates peace, the Holy Spirit, and life.

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα: Ημέρα προστασίας του Αγέννητου Παιδιού & του αγίου Ιωσήφ του Μνήστορος

 


Θερμή παράκληση για μια επίσκεψη στα παρακάτω:

Ημέρα προστασίας του Αγέννητου Παιδιού (Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα): μια από τις πιο σημαντικές ημέρες του χρόνου... 

Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα - του αγίου Ιωσήφ του Μνήστορος - Η Σφαγή των Νηπίων (29 Δεκ.)...

Ο άγιος Ιωσήφ ο Μνήστωρ ως προστάτης άγιος των απατημένων συζύγων (ανδρών & γυναικών)...

Μνήμη όλων των Χριστιανών που πέθαναν από πείνα, δίψα, κρύο ή μαχαίρι (29 Δεκεμβρίου)  

 

 

ΚΟΙΤΑ ΤΙ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΑΝΩ ("ΑΝΕΙΛΕΝ ΠΑΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΑΙΔΑΣ": Η Σφαγή των Νηπίων)


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός / ΒΗΜΑΤΑ

«Τότε Ἡρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλεν πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλέεμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσεν παρὰ τῶν μάγων» (Ματθ. 2, 16-17)

«Τότε ὁ Ἡρώδης, ἐπειδὴ εἶδε ὅτι ἐξαπατήθηκε ἀπὸ τοὺς μάγους, ἐθύμωσε πάρα πολὺ καὶ ἔστειλε καὶ ἐσκότωσε ὅλα τὰ παιδιὰ στὴν Βηθλεὲμ καὶ σέ ὅλα τὰ περίχωρά της ἀπὸ δύο ἐτῶν καὶ κάτω, σύμφωνα πρὸς τὸν χρόνο, τὸν ὁποῖο ἐξακρίβωσε ἀπὸ τοὺς μάγους». 


 Γεμάτη η ανθρώπινη Ιστορία από τυράννους. Αυτός που έχει τη δυνατότητα να ηγεμονεύει, να έχει το μονοπώλιο της νόμιμης κρατικής βίας, να ελέγχει τους μηχανισμούς του κράτους, εύκολα μπαίνει στη λογική του ατομικού συμφέροντος και της χρήσης του λαού του ως θεράποντος, χωρίς να τον ενδιαφέρει το κοινό καλό, αν αυτό δεν ταυτίζεται με το δικό του. Χαρακτηριστικό των τυράννων τα μεγάλα έργα, ώστε ο κόσμος να ξεχνιέται βλέποντας μεγαλεία, τα οποία ευκολύνουν τη ζωή του ή γίνονται αφορμή δόξας για τον ισχυρό. Χαρακτηριστικό των τυράννων, εκτός της καταστολής, η χρήση του άρτου και των θεαμάτων, ώστε να μπορούν να έχουν τον λαό ήσυχο, με καλυμμένες τις βιοτικές του ανάγκες ή να τον οδηγούν στη λογική του να ξεχνιέται για όσα θα μπορούσε να έχει και δεν έχει.

Στα χρόνια του ερχομού του Χριστού στον κόσμο υπήρχαν δύο τυραννίες. Η μία ήταν των Ρωμαίων. Αυτοί κυβερνούσαν τον γνωστό κόσμο με τη δύναμη των όπλων και της εξουσίας. Ήταν πάντοτε ένας στρατός κατοχής, στον οποίο η αντίσταση έμοιαζε μάταιη. Η δεύτερη τυραννία όμως ήταν αυτή του βασιλιά Ηρώδη, ο οποίος είχε ουσιαστικά την εξουσία στην Παλαιστίνη. Η τυραννία στηριζόταν στην ισχύ των όπλων και στην ανοχή των Ρωμαίων. Εφόσον ο Ηρώδης είχε τον λαό ήσυχο, οι Ρωμαίοι γιατί να μην τον ανέχονται; Ο Ηρώδης δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει τον ρωμαϊκό στρατό, κάνοντας τον εαυτό του ακόμη πιο μισητό στους συμπατριώτες του, από τη στιγμή που έβλεπαν ότι ο βασιλιάς τους δεν ήταν μόνο άδικος απέναντί τους, αλλά συνεργαζόταν και με τους εχθρούς τόσο του Θεού όσο και του λαού. Και ίσως το μεγαλύτερο έγκλημα που έκανε ο Ηρώδης ήταν όταν θανάτωσε τα νήπια της Βηθλεέμ, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο δεν θα κινδύνευε ο θρόνος του στο μέλλον από τον Χριστό.

«Μανείς», μας αναφέρει ο υμνογράφος της Εκκλησίας, για τον Ηρώδη. Έζησε ο Ηρώδης την μανία, την παραφροσύνη, την απόλυτη τρέλα να τα βάλει με ένα παιδί. Θανάτωσε και πλήθος άλλων παιδιών, ανυπεράσπιστων και αθώων, για να μην αισθανθεί ότι υπάρχει ο φόβος του σφετερισμού του θρόνου του. Σαν να επρόκειτο να ζήσει για πάντα. Σαν να μη ήταν ο εκλεκτός των Ρωμαίων. Σαν να μην είχε στα χέρια του τους μηχανισμούς του κράτους. Ένα παιδί, λιγότερο από δύο χρονών, ήταν η απειλή του. Δαιμονόπληκτος ο Ηρώδης εκτός από τύραννος. Παράφρων και ανόητος. Όμως στον νου του το παν ήταν η εξουσία του. Και η θανάτωση των νηπίων της Βηθλεέμ ήταν μία επίδειξη δύναμης, για να φοβηθούν όλοι, πραγματικοί ή κατασκευασμένοι από τον νου του σφετεριστές.

«Κοίτα τι μπορώ να κάνω!». Αυτό είναι το μήνυμα που ο Ηρώδης δίνει και στην εποχή μας. Όταν έχω τη δύναμη και την εξουσία στα χέρια μου, μπορώ να συντρίψω τους πάντας. Το ότι ο Χριστός έφυγε στην Αίγυπτο δεν θα μπορούσε να περάσει από τον νου του τυράννου. Το ότι τελικά, όσο και να αισθανόμαστε ικανοί για τα πάντα, να δοκιμάζουμε τα πάντα, να νομίζουμε ότι τίποτα δεν μπορεί να μας σταματήσει, είναι η αυταπάτη μας, ιδίως στους καιρούς της έπαρσης. Η βασιλεία του Χριστού δεν ήταν και δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Και γι’ αυτό δεν θα εξαλειφθεί. Αυτό το μήνυμα ας είναι η παρηγοριά μας για την ανησυχία που νιώθουμε από κάθε μορφής τυραννία στους καιρούς μας. Δεν θα κρατήσει για πάντα. Πάντα ο Χριστός θα επανέρχεται. Η αγάπη. Η ελευθερία. Η αλήθεια. Και θα μας καλεί να τον συνοδεύσουμε με τον τρόπο της Εκκλησίας. Που είναι ακατάλυτος, όπως η γιορτή.

28 Δεκεμβρίου 2025, μνήμη των υπό του Ηρώδου αναιρεθέντων Νηπίων
Κυριακή μετά τη Χριστού Γέννηση

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

«Δε μπορείς ν' αλλάξεις; Δες εμένα!»: Ευαγγελιστής Ματθαίος (16 Νοεμβρίου)

Ο φοροεισπράκτορας (τελώνης), που ήταν ανοιχτός στο κάλεσμα του Ιησού Χριστού, έγινε απόστολος, ευαγγελιστής & μάρτυρας!

Το διαβάζουμε εδώ, παρακαλώ! 



Δυστυχώς, οι «δίκαιοι» κάθε εποχής θεωρούν δύσχρηστο τον μόνο αληθινά Δίκαιο

ΔΙΚΑΙΟΙ ΚΑΙ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ

π. Δημητρίου Μπόκου / Προσκυνητής

Η μνήμη του ευαγγελιστού Ματθαίου (16 Νοεμβρίου) μας φέρνει μπρος στο γεγονός της κλήσης του από τον Χριστό. Ο Ματθαίος δεν ήταν από την ομάδα των αποστόλων που κλήθηκαν πρώτοι στο αποστολικό αξίωμα. Κλήθηκε αργότερα, σε δεύτερη φάση, εν ώρα μάλιστα υπηρεσίας. «Καθήμενος επί το τελώνιον». Ήταν ο εντεταλμένος από την πολιτική (ρωμαϊκή) εξουσία της εποχής φοροεισπράκτορας.

Οι τελώνες, λόγω θέσης, είχαν την ευκολία να εκμεταλλεύονται ατιμωρητί τους ανθρώπους, εισπράττοντας κατά βούλησιν, για ίδιον όφελος, ανεξέλεγκτα ποσά πέρα των κανονικών φόρων. Απέκτησαν έτσι το στίγμα των πιο διεφθαρμένων ανθρώπων.

Ο Ματθαίος, παρά ταύτα, εγκατέλειψε αμέσως τη δουλειά του και ακολούθησε τον Χριστό. Έκανε μάλιστα μεγάλο τραπέζι στον Χριστό και τους μαθητές του, στο οποίο παρακάθισε «όχλος τελωνών πολύς και άλλων».
Πράγμα που κίνησε την αγανάκτηση των γραμματέων και φαρισαίων, που θεώρησαν απαράδεκτο για τον Χριστό να συντρώγει με αμαρτωλούς. Ήταν μολυσμός γι’ αυτούς η συναναστροφή με διαβεβλημένα πρόσωπα. Και τότε ο Χριστός είπε το περίφημο, ότι ήρθε να σώσει αρρώστους και όχι υγιείς, αμαρτωλούς και όχι «δικαίους».

Οι «δίκαιοι» φαρισαίοι έθεταν εαυτούς πάντοτε έναντι του Χριστού. Ποτέ δεν θέλησαν να συνταχθούν μαζί του. Η στάση τους απέναντί του ήταν πάντα κριτική και επικριτική. Πάντα εύρισκαν στα λόγια και τα έργα του κάτι που δεν ήταν σωστό, σύννομο, σύμμορφο με το κατά τη γνώμη τους θέλημα του Θεού. Ποτέ δεν τα πήγαν καλά με τον Θεό οι «δίκαιοι» (φαρισαίοι, ο πρεσβύτερος υιός της παραβολής του ασώτου, ο μέγας Ιεροεξεταστής του Ντοστογιέφσκη κ.λ.π.).

Ο Χριστός ξεσκεπάζει όλους αυτούς χωρίς δισταγμό. Είστε, τους λέει, «οι δικαιούντες εαυτούς ενώπιον των ανθρώπων, ο δε Θεός γινώσκει τας καρδίας υμών». Ποτέ τους όμως και αυτοί δεν του το συγχώρησαν αυτό.

Το πνεύμα τους διαφαίνεται πεντακάθαρα στον μέγα Ιεροεξεταστή:

Εκεί ο Χριστός (υποθετικά βέβαια) παρουσιάζεται απρόσμενα μια ωραία μέρα στη Σεβίλλη της Ισπανίας. «Εμφανίζεται αθόρυβα, χωρίς να τον προσέξει κανένας, και -πράγμα παράξενο- όλοι τον αναγνωρίζουν. Ο λαός, σαν να τον τραβούσε μια ακατανίκητη δύναμη, όλοι μαζεύονται στο πέρασμά του και τον ακολουθούν». Θεραπεύει ένα γέρο τυφλό και ανασταίνει ένα εφτάχρονο νεκρό κοριτσάκι.
«Εκείνη τη στιγμή περνά από την πλατεία ο καρδινάλιος Μέγας Ιεροεξεταστής, ένας ψηλός γέρος, σχεδόν αιωνόβιος, με στεγνό πρόσωπο, μάτια χωμένα στις κόγχες. Τα είδε όλα και το πρόσωπό του σκοτεινιάζει. Ζαρώνει τα πυκνά του φρύδια και στα μάτια του αστράφτει μια τρομερή φλόγα. Τον δείχνει με το δάχτυλο και διατάζει τους φρουρούς του να τον πιάσουν. Τον κλείνουν σ’ ένα μικρό υπόγειο κελλί».
Τη νύχτα τον επισκέπτεται ο γέρος. Τον παρατηρεί πολλή ώρα και μεταξύ πολλών άλλων του λέει:
«Γιατί ήρθες να μας αναστατώσεις; Γιατί, ναι, μας αναστατώνεις, και το ξέρεις πολύ καλά. Όμως αύριο θα σε καταδικάσω και θα καείς στην πυρά, όπως ο χειρότερος των αμαρτωλών. Κι αυτός ο ίδιος λαός που σου φιλούσε τα πόδια, θα ξεχυθεί αύριο, μόλις δώσω το σύνθημα, για να βάλει φωτιά στο σωρό με τα ξύλα»

(Φ. Ντοστογιέφσκη, Αδελφοί Καραμάζωφ, εκδ. ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, σ, 269-270).

Δυστυχώς, οι «δίκαιοι» κάθε εποχής θεωρούν δύσχρηστο τον μόνο αληθινά Δίκαιο (Ησαΐας, 3, 10).
Όλοι τελικά βλέπουν τον Χριστό για εμπόδιο!

Συμπλήρωμα
 
 

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025

Ο άγιος Φίλιππος έγινε η αφορμή να έχουμε μία από τις πιο άμεσες αποκαλύψεις του Κυρίου περί της Θεότητάς Του!


π. Γεώργιος Δορμπαράκης

Προσκυνητής

Εικ: ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΚΑΙ ΝΑΘΑΝΑΗΛ

«Ο άγιος Φίλιππος ήταν από την πόλη της Βηθσαϊδά, συμπολίτης του Ανδρέου και του Πέτρου. Διακρινόταν για τη σύνεσή του και τη βαθειά προσήλωσή του στα βιβλία των Προφητών, ενώ ήταν γνωστός σε όλη τη ζωή του για την παρθενικότητά του. Τον βρήκε ο Χριστός μετά το Βάπτισμά Του στη Γαλιλαία και τον κάλεσε να Τον ακολουθήσει.
Αυτός δε, μετά από αυτό, συνάντησε τον Ναθαναήλ και του είπε:
''Ευρήκαμεν Ιησούν τον Υιόν Ιωσήφ, τον από Ναζαρέτ''. [κατά Ιωάννην, κεφ. 1, 43-51]
Και άλλα πολλά είναι δυνατόν να βρει κανείς στη Θεόπνευστη Γραφή, γραμμένα γι’ αυτόν. Αυτός λοιπόν αφού του έλαχε ο κλήρος του ευαγγελισμού της Ασιατικής γης, είχε συνακόλουθο και συνεργάτη του στο κήρυγμα τον Βαρθολομαίο. Ακολουθούσε δε αυτούς και τους διακονούσε και η κατά σάρκα αδελφή του αγίου Φιλίππου, η Μαριάμνη.

Αφού πέρασαν τις πόλεις της Μυσίας και της Λυδίας, κηρύσσοντας το ευαγγέλιο, και υπέμειναν πολλούς πειρασμούς και θλίψεις από τους απίστους, δηλαδή μαστιγώσεις, ραβδισμούς, εγκλεισμούς στη φυλακή, λιθοβολισμούς, έφτασαν εκεί που ήταν ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού και Θεολόγος Ιωάννης, που κήρυσσε στην Ασία τον Χριστό.
Όταν και η γυναίκα του ανθυπάτου Νικάνορος πίστεψε, τότε ο ανθύπατος με τον ειδωλολατρικό λαό έβαλε φωτιά και κατέκαψε την οικία του αποστόλου Στάχυος. Ο Φίλιππος σύρθηκε στην πλατεία της Ιεραπόλεως, έπειτα τρυπήθηκε στους αστραγάλους και σταυρώθηκε πάνω σε ξύλο.
Και έτσι, αφού προσευχήθηκε, παρέθεσε στον Θεό το πνεύμα του. Αμέσως τότε η γη, αφού άρχισε να τρέμει και να βγάζει ήχο, σχίστηκε στα δύο και κατάπιε πολλούς από τους απίστους.
Οι υπόλοιποι, τρομοκρατημένοι από αυτά που συνέβαιναν, πρόσπεσαν στον Βαρθολομαίο και στη Μαριάμνη, που ήταν και αυτοί κρεμασμένοι. Τους έλυσαν και προσήλθαν στην αληθινή πίστη. Έπειτα, όλοι μαζί μάζεψαν το λείψανο του αποστόλου Φιλίππου, κατέστησαν τον Στάχυ επίσκοπο στην πόλη, και έφυγαν για τη Λυκαονία».



Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας είναι φυσικό να τονίζουν, εφόσον πρόκειται για απόστολο του Χριστού, και μάλιστα από τους δώδεκα, «τους θεμελίους της Εκκλησίας», την εκλογή του από τον Κύριο – «τω χορώ των μαθητών σε Χριστός ενέταξε» - τη μετοχή του στη φλόγα του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής, ώστε «γεμάτος από τη φλόγα αυτή να δώσει ζωή με τη θέρμη της πίστεως σ’ αυτούς που είχαν παγώσει από την αθεΐα», την παρουσία του γενικώς στον κόσμο ως «θείον άλας, προκειμένου να αποξηράνει τη φοβερή σαπίλα της φθαρμένης από τα πάθη ανθρωπότητας», και βεβαίως τη δοξασμένη θέση του στη βασιλεία του Θεού, στην οποία «βλέπει όχι αινιγματικά, αλλά σαφώς πρόσωπον προς πρόσωπον τον ίδιο τον Χριστό».

Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος όμως, ο άγιος Θεοφάνης, πέραν των πολλών εγκωμίων που γράφει για τον άγιο απόστολο, επισημαίνει δύο σημεία που αξίζουν, νομίζουμε, ιδιαιτέρας προσοχής.
Πρώτον, το γεγονός ότι ο Κύριος εκλέγει τον Φίλιππο ως μαθητή Του – μη ξεχνάμε ότι ο Κύριος είχε την απόλυτη πρωτοβουλία εκλογής των μαθητών: «ουχ υμείς με εξελέξασθε, αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς» είπε – σημαίνει ότι καλεί κάποιον του οποίου τις αρετές έχει προβλέψει, ως παντογνώστης Θεός, και συνεπώς έχει εκτιμήσει τις δυνατότητές του για την ανάληψη ενός τέτοιου τιτάνιου κυριολεκτικά έργου, δηλαδή της μαρτυρίας Του στον κόσμο ως του ενανθρωπήσαντος Θεού. «Φίλιππε, τω χορώ των μαθητών σε Χριστός ενέταξε, την σην προγινώσκων αρετήν, θεομακάριστε». 

Κι είναι τούτο ένα σημαντικό στοιχείο, που αποκαλύπτει ότι ο Χριστός καλεί τον άνθρωπο να αναλάβει κάποια διακονία, εφόσον αυτός έχει τα προαπαιτούμενα προσόντα για τη διακονία αυτή. Δηλαδή, δεν αρκεί μόνον η καλή διάθεση ενός ανθρώπου για να διακονήσει την Εκκλησία, αλλά απαιτείται να έχει και τις φυσικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Μεγάλο μάθημα τούτο και για εμάς, οι οποίοι πολλές φορές αναθέτουμε διακονήματα σε καλούς μεν ανθρώπους, αλλά μη δυναμένους λόγω αδυναμίας φυσικών προτερημάτων τους να ανταποκριθούν.

Εκεί όμως που επιμένει καθ’ υπερβολήν, θα έλεγε κανείς, ο άγιος υμνογράφος, προϋποθέτοντας τη γνώση του περιστατικού από το ευαγγέλιο, κατά το οποίο ο Φίλιππος εξέφρασε το παράπονό του κάποια φορά στον Κύριο:
«Κύριε, μας μιλάς διαρκώς για τον Θεόν Πατέρα. Δείξον ημίν τον Πατέρα, και αρκεί ημίν»,
είναι ακριβώς η ερμηνεία του λόγου αυτού του Φιλίππου. Θεωρεί ότι ο λόγος – παράπονο αυτός έδωσε στον Κύριο την αφορμή να μιλήσει στους μαθητές Του για την ισοτιμία Του με τον Θεό Πατέρα.

[Ο Χριστός απάντησε:

9 Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τοσοῦτον χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα;

10 Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα.

11 Πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί· εἰ δὲ μή, διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ πιστεύετέ μοι.

12 Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει, ὅτι ἐγὼ πρὸς τὸν πατέρα μου πορεύομαι,

13 καὶ ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα δοξασθῇ ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ.

14 Ἐάν τι αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω. (Ιωάννην, 14, 9-14 στα νέα ελληνικά εδώ)]

***

Ο ύμνος της εορτής του αγίου Φιλίππου λέει: «Τον Πατέρα των φώτων εν Υιώ ζητήσας εύρες∙ εν τω φωτί το φως γαρ ευρίσκεται∙ και γαρ ούτος σφραγίς ισότυπος, δηλών το αρχέτυπον». (Ζήτησες και βρήκες στον Υιό, δηλαδή τον Χριστό, τον Πατέρα των φώτων. Διότι το φως, ο Θεός Πατέρας, βρίσκεται στο φως, τον Χριστό. Κι αυτό γιατί ο Χριστός είναι η ισότυπη σφραγίδα, που φανερώνει το αρχέτυπο, τον Θεό Πατέρα).

 

Απόστολος Φίλιππος. Μικρογραφία (Μινιατούρα ) τού έτους 1133 σε Ιερό Ευαγγέλιο στην Αθήνα.

Ο άγιος Φίλιππος λοιπόν με την ερώτησή του έγινε η αφορμή να έχουμε μία από τις πιο άμεσες αποκαλύψεις του Κυρίου περί της Θεότητάς Του.

Το ίδιο γεγονός όμως, την ερώτηση του Φιλίππου, το βλέπει ο άγιος Θεοφάνης και από άλλη οπτική γωνία: ως αποκαλυπτική των ίδιων των διαθέσεων του αποστόλου. Ο άγιος Φίλιππος, δηλαδή, κατά τον υμνογράφο, αναζητώντας τον Θεό Πατέρα διά του Χριστού, δείχνει τον ένθεο πόθο του για τον Θεό, την επιθυμία του να διαβεί πέρα από την πράξη στη θεωρία, γενόμενος ένας δεύτερος Μωυσής.  

Όπως ο Μωυσής δίψασε να δει τον Θεό, και αφού ανέβηκε στο όρος Σινά, καλεσμένος από τον Ίδιο για να λάβει τις πλάκες του Νόμου, είδε «τα οπίσθια του Θεού», δηλαδή την ενέργεια και τη δόξα Του, κατά τον ίδιο τρόπο, σύμφωνα με τον υμνογράφο, ο Φίλιππος: κι αυτός πόθησε να δει τον Θεό, του Οποίου την εικόνα είδε με τρόπο γνωστό στο πρόσωπο του Χριστού. Διότι ο Υιός αποτελεί τη σύντομη γνώση και την απόδειξη του Πατέρα. «Θείας αναβάσεσι, διαπαντός κεχρημένος, ως Μωσής το πρότερον, τον Θεόν θεάσασθαι επεπόθησας∙ και γνωστώς είδες δε, την αυτού εικόνα, δεδεγμένος προς εμφέρειαν∙ Πατρός γαρ σύντομος γνώσις ο Υιός και απόδειξις».

Από την άποψη αυτή, ο θείος υμνογράφος κατανοεί τον άγιο Φίλιππο και ως πρότυπο του θεωρητικού χριστιανού, θεωρητικού όχι με την έννοια του ασχολουμένου με θεωρίες του μυαλού, αλλά με την έννοια του θεατή του Θεού, του μετέχοντος στο φως και τη δόξα Εκείνου. Και προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η πράξη των αρετών.
Ο άγιος Φίλιππος ευρισκόμενος σε μία διαρκή ανάβαση λόγω της εξασκήσεων των αρετών, της πράξεως, θέλησε να ανεβεί και στη θεωρία [=όραση του Θεού]. Το πατερικό λόγιο «πράξίς εστιν θεωρίας επίβασις», η πράξη, η άσκηση των αρετών, είναι το σκαλοπάτι για την ανάβαση στη θεωρία, στη θέα του Θεού, το εφαρμόζει με απόλυτο τρόπο ο υμνογράφος στον άγιο απόστολο. Είναι μία διάσταση που διαφεύγει της προσοχής των περισσοτέρων χριστιανών.

Ο άγιος Φίλιππος είναι, μαζί με τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, μαζί με τον απόστολο Παύλο, η βάση των νηπτικών αργότερα Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι κατέγραψαν τις θεοπτικές εμπειρίες τους, κινούμενοι σ’ έναν χώρο πιο εσωτερικό, πιο ένδον στην καρδιά του ανθρώπου.
«Πράξιν μεν επίβασιν ειλικρινούς θεωρίας, θεωρίαν τέλος δε φιλοθέου πράξεως, μάκαρ, θέμενος, τον Χριστόν ηξίωσας του Πατρός την δόξαν υποδείξαί σοι την άφραστον». (Βάζοντας, μακάριε, την πράξη ως σκαλοπάτι της αληθινής θεωρίας, και τη θεωρία ως τέλος της φιλόθεης πράξης, αξίωσες από τον Χριστό να σου υποδείξει την μη δυναμένη να εκφραστεί με λόγια δόξα του Θεού Πατέρα).