ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σαλοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σαλοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ Ο ΚΑΥΚΑΣΙΟΣ († 26 Ιουλίου / 8 Αυγούστου 1948)




Προσκυνητής

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος (κατά κόσμον Fyodor Fedorovich Kashin) γεννήθηκε στίς 3 Μαΐου 1841, στήν ἐπαρχία τοῦ Πέρμ. Οἱ γονεῖς του, Fedor (ἐργαζόταν ὡς τυπογράφος) καί Αἰκατερίνη, ἦσαν εὐσεβεῖς καί πιστοί χριστιανοί καί, παρά τήν φτώχεια καί τά πολλά παιδιά, δίδαξαν στά παιδιά τους νά ζοῦν μέ εὐλάβεια. Ὅλη ἡ οἰκογένεια συμμετεῖχε στίς Θεῖες Λειτουργίες στήν ἐκκλησία, προσευχόταν τό πρωί καί τό βράδυ, ποτέ δέν κάθισε στό τραπέζι χωρίς προσευχή καί ὅλα τά στήριζαν στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Κατά τήν γέννηση τοῦ Θεοδοσίου ἡ μαῖα εἶπε στούς γονεῖς του ὅτι αὐτό τό παιδί θά εὐαρεστήσει τόν Θεό καί θά γίνει ἱερέας. Τά λόγια ἦταν προφητικά. Ὁ Κύριος ἀπό τήν μήτρα τῆς μητέρας του τόν ἔκανε ἐκλεκτό Του καί τόν προίκισε μέ ἰδιαίτερα προσόντα χάριτος, ἔτσι ὥστε σέ πολύ νεαρή ἡλικία, μόλις ἔμαθε νά περπατᾶ καί νά μιλάει, ἀγάπησε τόν Δημιουργό του μέ ὅλη του τήν ἁγνή παιδική ψυχή.
Ἡ εὔφορη γῆ, στολισμένη μέ δάση καί ποτάμια, εἶχε εὐεργετική ἐπίδραση στήν ψυχή τοῦ μικροῦ ἀγοριοῦ. 




Ἤδη σέ παιδική ἡλικία, πῆγε στό δάσος, γιά νά προσευχηθεῖ. Ὑπῆρχε μιά μεγάλη πέτρα στό δάσος, στήν ὁποία ὁ μικρός Φιοντόρ ἀνέβαινε ἐπάνω της καί προσευχόταν γιά πολύ καιρό.
Μιά φορά, κατά τήν διάρκεια τῆς προσευχῆς, ἄκουσε μιά φωνή νά τοῦ λέει:
«Ἡ πέτρα στήν ὁποία προσεύχεσαι εἶναι τοῦ παραδείσου».
Ἔτσι τήν ὀνόμασε «πέτρα τοῦ παραδείσου».
Ἔχοντας ὁ Ὅσιος μιά τόσο βαθιά διάθεση γιά ἀσκητική ζωή, ἔστρεψε νοερά τό βλέμμα του στό προπύργιο τοῦ μοναχισμοῦ, τό Ἅγιον Ὄρος. Ἔτσι ἀποφασίζει νά μονάσει στήν μονή τῶν Ἰβήρων γιά ἀρκετές δεκαετίες. Ἐδῶ λαμβάνει καί τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης.



Τό 1906, σέ προχωρημένη ἡλικία, ὁ Γέροντας ἐπέστρεψε στήν Ρωσσία, ὅπου ἐπισκέφθηκε τήν γενέτειρά του, ἀλλά παρ΄ ὅλα αὐτά ἐπέλεξε τόν Καύκασο ὡς τόπο διαμονῆς του καί ζοῦσε στό χωριό Καβκάζσκαγια. Μετά τό 1917, ὁ Ἱερομόναχος Θεοδόσιος ἐγκαταστάθηκε κοντά στό χωριό Τέμνϋε Μπούκι, κοντά στήν πόλη τοῦ Κρύμσκ, ὅπου σταδιακά δημιουργεῖται μία γυναικεία μοναστική ἀδελφότητα. Ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου διαδίδεται ἀμέσως. Οἱ ἄνθρωποι ἄρχισαν νά ἔρχονται σέ αὐτόν γιά εὐλογία καί συμβουλές, ἀφοῦ εἶχε τό χάρισμα τῆς πνευματικῆς διορατικότητας. Ἀντιμετώπιζε τούς πάντες μέ συμπάθεια καί τούς ὁδηγοῦσε στόν δρόμο τῆς σωτηρίας.

Τόν Μάρτιο τοῦ 1927, δύο ἑβδομάδες πρίν τό Πάσχα, ὁ Γέροντας Θεοδόσιος συλλαμβάνεται καί ὁδηγεῖται στό Νοβοροσίσκ. Οἱ ἀρχές, σχεδιάζοντας νά τόν δυσφημίσουν, προσπάθησαν νά τοῦ ἀποδώσουν ἕνα ἔγκλημα. Ὁ Γέροντας καταδικάσθηκε γιά ἀντισοβιετική δράση καί προπαγάνδα καί φυλακίσθηκε σέ στρατόπεδο συγκέντρωσης γιά περίοδο τριῶν ἐτῶν.
Ἀκολουθεῖ ἡ ἐξορία μέχρι τό 1932.
Μετά τήν ἐπιστροφή του πῆγε στήν πόλη Μινεράλνϋε Μπόντυ κοντά στήν Σταυρούπολη, ὅπου ἄρχισε νά βιώνει τήν σαλότητα καί νά κυκλώνει τούς πιστούς μέ τό χάρισμα τῆς θαυματουργίας.

Ἔτσι προφητεύει, πρό ἐτῶν, τά ἐπερχόμενα δεινά τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου καί κατά τήν διάρκεια τῶν μαχῶν προσεύχεται ἀδιάλειπτα γιά τήν ὑγεία τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς πατρίδας καί τήν ἀνάπαυση τῶν νεκρῶν στρατιωτῶν, ἀφοῦ ὁ Κύριος τοῦ ἀποκάλυπτε ἀκόμη καί τά ὀνόματά τους.



Λίγο πρίν κοιμηθεῖ μέ εἰρήνη, βλέποντας ὁ Ὅσιος τήν θλίψη τῶν πνευματικῶν του τέκνων, πού ἦταν γύρω του, τούς εἶπε:
«Μήν ἀνησυχεῖτε, ἀδελφοί, γιά μένα. Ὁ Θεός κυβερνᾶ τά πάντα».

Ο άγιος προείδε τον θάνατο του. Τρεις μέρες πριν από τον θάνατό του είπε: «Σε τρεις μέρες θα έρθει το τέλος του κόσμου». Και επίσης: «Όταν φύγω όλα τα ζώα θα κλάψουν: και η αγελάδα και η κότα». Και έτσι έγινε πραγματικότητα - η αγελάδα μουγκάνισε, οι κότες κακάρισαν, η γάτα νιαούρισε.όλα πολύ λυπητερά.

Μια γυναίκα λίγο πριν τον θάνατό του είδε ένα σύννεφο, και μέσα σε αυτό ο Κύριος κρατούσε την ψυχή του αγίου. «Ήμουν ήδη νεκρός, αλλά παρακάλεσα τον Θεό να με αφήσει να ζήσω λίγο ακόμα», ομολόγησε ο γέροντας.

Πέθανε το καλοκαίρι του 1948. Το φέρετρο ήταν τόσο λαμπερό, όπως όταν λειτουργοῦσε, που ήταν δύσκολο για τον φωτογράφο να τραβήξει φωτογραφίες. Όταν μετέφεραν το φέρετρο στα περίχωρα της πόλης, πλησίασαν τέσσερις όμορφοι νεαροί άνδρες με μαλλιά μέχρι τους ώμους, με λευκά πουκάμισα μαύρα παντελόνια και ελαφριές μπότες. Σήκωσαν το φέρετρο και το μετέφεραν χωρίς να αλλάξουν μέχρι το νεκροταφείο. Όταν άρχισαν να τους αναζητούν ένα επιμνημόσυνο γεύμα οι νεαροί άνδρες είχαν εξαφανιστεί.

Ο Γέροντας Θεοδόσιος έλεγε συχνά στα πνευματικά του παιδιά: «Όποιος με επικαλείται, θα είμαι πάντα μαζί του». 

Τρίτη 28 Μαΐου 2024

Ο άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός & οι άγιοι που γιορτάζουν στις 28 & 29 Μαΐου

 

Ένα κλικ αγάπης και ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας στα:


"Τρελός", ελεύθερος, ταπεινός, κρυμμένος, γεμάτος αγάπη - Άγιος Ανδρέας ο σαλός

 


Και:

"Πάω να εμπαίξω τον κόσμο": ο άγιος Συμεών ο διά Χριστόν Σαλός και Ιωάννης ο συνασκητής του (21 Ιουλίου)
Άγιος Βασίλειος ο διά Χριστόν σαλός, ο μεγάλος άγιος της Μόσχας
Αγία Ξένη της Πετρούπολης η διά Χριστόν σαλή

Ενότητα για τους διά Χριστόν σαλούς, με αρκετές περιπτώσεις
Η θεία τρέλα και οι αναρχικοί της Ορθοδοξίας
Η Ελευθερία του Ήθους στους διά Χριστόν Σαλούς
Ο διά Χριστόν σαλός ως προφήτης και απόστολος, π. Κάλλιστου Ware
Η σαλότητα στον κόσμο ως αναζήτηση του Χριστού: η περίπτωση του Νικόλα του Άσιμου

Στα νεότερα χρόνια (χρόνια γενικής παράνοιας) υπάρχουν αρκετοί διά Χριστόν σαλοί, που καταρρίπτουν την παράνοια τη νομιζόμενη ως λογική. Γνωστοί σε μας:
Η αγία Γερόντισσα Ταρσώ στην Κερατέα.
Η αγία Γερόντισσα Σοφία, η Ασκήτισσα της Παναγιάς, στην Κλεισούρα Καστοριάς.
Η Στέλλα Μιτσακίδου, το "Σπουργιτάκι του Θεού" (ΕΔΩ).
Ο παπά Φώτης Λαυριώτης (κοιμήθηκε 5 Μάρτη 2010)

Ο Αγιορείτης ασκητής π. Ηρωδίων 
Ο άγιος Γαβριήλ ο Ομολογητής από τη Γεωργία (2 Νοεμβρίου 1995).  Δείτε επίσης για το "Φώτη του αθέατου δρόμου", που μοιράζει χαμόγελα και λουλούδια κόντρα στην αθλιότητα και στην εξαθλίωση...

Άλλοι άγιοι στις 28 & 29 Μαΐου.

28 Μαΐου


Άγιος Ευτυχής Επίσκοπος Μελιτηνής, Αγία Ελικωνίδα, Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός, Άγιος Νικήτας Αρχιεπίσκοπος Χαλκηδόνας

29 Μαΐου


Αγία Θεοδοσία η Παρθένος, Αγία Θεοδοσία η Οσιομάρτυς η Κωνσταντινουπολίτισσα, Άγιος Αλέξανδρος Πατριάρχης Αλεξανδρείας, Οσία Υπομονή, Ανάμνησης της θλιβεράς αλώσεως της Βασιλίδος των πόλεων

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

Γέροντας Μουσταφά, ο κατά Χριστόν σαλός

 

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Ενωμένη Ρωμηοσύνη

Ημέρα επίσκεψης στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Βαζελώνος. Η προηγούμενη ημέρα ήταν κουραστική και γεμάτη συγκινήσεις, ιδιαίτερα για τον π. Κύριλλο. Πίστευα ότι θα αργούσε στο πρωινό. Αλλά τον βρήκα να με περιμένει.

– Πάτερ μου, πάντα πρωινός βλέπω.

– Έτσι είμαι μαθημένος, μου απάντησε.

– Επομένως θα έκαμες και τον Όρθρο…

– Φυσικά, πήρα τις ψυχικές μου ανάσες, μου είπε χαμογελώντας.

Οι «γκρίζοι λύκοι» ήσαν και αυτοί στην ώρα τους… Όταν τους είδα πρωί – πρωί να μας παίρνουν πάλι φωτογραφίες και να μας βιντεοσκοπούν νευρίασα. Πήγα να σηκωθώ και να πάω να τους πω να σταματήσουν αυτόν τον πόλεμο νεύρων που μας κάνουν.

Με συγκράτησε ο π. Κύριλλος.

– Κάτσε κάτω, μου είπε. Αυτό θέλουν, να μας εκνευρίσουν, να πάμε να τους μιλήσουμε, να προκαλέσουν επεισόδιο, να μας τρέχουν στην αστυνομία, να μας ταλαιπωρήσουν. Δεν θα τους κάνουμε το χατήρι. Εμείς ατάραχοι. Αυτοί τη δουλειά τους κι εμείς τη δική μας…

Στην ώρα του είχε έρθει και ο Ιμπραήμ και ξεκινήσαμε. Στη διαδρομή ο π. Κύριλλος μου είπε δυο λόγια για τη Μονή Βαζελώνος:

– Από την Τραπεζούντα είναι λίγο πιο μακριά από τις δυο άλλες Μονές Σουμελά και Περιστερεώτα και δυτικά αυτών και της Τραπεζούντας. Η περιοχή ονομάζεται Ζαβουλών ή Βαζελών και η Μονή αυτή είναι η αρχαιότερη του Πόντου. Η φήμη της ανέβηκε στα ύψη κατά την περίοδο της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. Σήμερα και αυτή είναι ένας σωρός ερειπίων. Τα τελευταία του λόγια συμπλήρωσαν δάκρυα συγκίνησης, που έκαμαν τα μάτια του να λαμπυρίζουν….

– Αδελφέ μου συχώρα με, μου είπε, αλλά το μυαλό μου πέταξε πάλι για το  τι είχαμε και τι χάσαμε και σε ποιών τα χέρια έμειναν…  

Από εκείνη την ώρα επικράτησε σιωπή στο αυτοκίνητο. Η αναπόληση της αίγλης που γνώρισαν ο Πόντος και τα Μοναστήρια του και η εφιαλτική σκέψη της καταστροφής τους κυριάρχησαν μέσα μας μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας.

Το αυτοκίνητο άφησε τη δημοσιά και άρχισε την ανάβαση προς την Μονή. Ήταν ένας φαρδύς δρόμος με χώμα, έτοιμος να ασφαλτοστρωθεί, Ένας στρατιώτης με κόκκινο περιβραχιόνιο, νεαρό παλληκάρι, σταμάτησε το αυτοκίνητο μας. Ρώτησε στα τούρκικα τον Ιμπραήμ, ποιοι είμαστε και πού πάμε, του είπε και του απάντησε ότι για λόγους ασφαλείας μας, το αυτοκίνητο πρέπει να σταματήσει σε εκείνο το σημείο… Του είπε ο Ιμπραήμ ότι ο δρόμος είναι βατός και ασφαλής για αρκετά χιλιόμετρα ακόμη, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος.

Αποφασίσαμε να προχωρήσουμε με τα πόδια. Ο Ιμπραήμ έμεινε στο αυτοκίνητο. Το ψιλόβροχο με το κρύο και το βοριαδάκι περόνιαζαν το σώμα μας και έπρεπε να ανηφορίσουμε για περίπου μιάμιση ώρα. Όμως ήμασταν αποφασισμένοι κανένα εμπόδιο να μην αποτρέψει το προσκύνημά μας. Βαδίζαμε πάνω στον αμαξιτό δρόμο. Σε λίγο μας προσπέρασε ένα στρατιωτικό καμιόνι. Ήταν γεμάτο στρατιώτες. Μας προσπέρασε και το αυτοκίνητο με τους «γκρίζους λύκους». Ένας από αυτούς είχε βγάλει το μισό του υπέρογκο σώμα έξω από το παράθυρο και μας βιντεοσκοπούσε. Εκεί που τέλειωνε ο δρόμος και άρχιζε το απότομο μονοπάτι ο στρατιωτικό καμιόνι ήταν σταματημένο και άδειο. Και οι γκρίζοι λύκοι είχαν ξεμείνει. Τους προσπεράσαμε σε κοντινή απόσταση.

– Μην τους κοιτάξεις, μου είπε ο π. Κύριλλος.

Εγώ δεν μπόρεσα κι έριξα την κρυφή ματιά μου. Τους είδα που χαζογελούσαν μεταξύ τους για το καψόνι που μας έκαμαν… Σε λίγο κατάλαβα γιατί οι «Γκρίζοι λύκοι» δεν μας ακολούθησαν. Το τελευταίο στάδιο της ανάβασης ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο. Σε μιαν  κοντινή από το μοναστήρι απόσταση έπρεπε να περάσουμε ένα πολύ στενό και γλιστερό από τη βροχή εξόγκωμα βράχου, ενώ και από τις δύο μεριές έχασκε γκρεμός  βάθους εκατοντάδων μέτρων.

Δεν διστάσαμε. Κάναμε το Σταυρό μας, δεν κοιτάξαμε ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, αλλά ίσια το μοναστήρι και περάσαμε.

Μπροστά στην είσοδό του ήσαν παρατεταγμένοι οι στρατιώτες. Όλοι φορούσαν το κόκκινο περιβραχιόνιο και είχαν το χέρι στη σκανδάλη του αυτόματου όπλου τους. Ο επικεφαλής τους αξιωματικός μας πλησίασε, μας χαιρέτισε στρατιωτικά και μας ζήτησε τα διαβατήριά μας. Του τα δώσαμε. Ευτυχώς εκείνη την ώρα είχε κόψει η βροχή. Τα κοίταξε για κάποια λεπτά και μετά μας ρώτησε:

– Γιουνάν;

– Γκρικ, του απάντησε ο π. Κύριλλος.

– Νο φότος, νο πρέϊ, μας είπε με σπασμένα αγγλικά. ΟΚ;

– ΟΚ, απαντήσαμε.

Μας έδωσε πίσω τα διαβατήριά μας και εμείς προχωρήσαμε προς τα ερείπια του μοναστηριού, με τη συνοδεία των φαντάρων.

    Ήμασταν περίπου στο κέντρο των ερειπίων, περικυκλωμένοι από τους στρατιώτες..   

– Θα καθίσουμε σιωπηλοί και θα προσευχόμαστε. Να δούμε τις αντοχές τους, μου είπε ο π. Κύριλλος.

       Είχε δίκιο. Κάποια στιγμή σηκώθηκαν και σε παράταξη ανά δύο αποχώρησαν. Η αποστολή τους είχε ολοκληρωθεί… Μας έδειξαν ότι είναι κυρίαρχοι και ότι είμαστε υπό έλεγχο και έφυγαν… Ο π. Κύριλλος ξέσπασε. Έκαμε τρισάγιο για τις ψυχές  των μοναχών που διαβίωσαν στη Μονή Βαζελώνος και μετά έψαλε δυνατά το «Τις Θεός Μέγας, ως ο Θεός ημών…», το απολυτίκιο του Βαπτιστή και το «Τη Υπερμάχω…». Μείναμε για ώρα μέσα στην παγωνιά. Σκεφτόμασταν, προσευχόμασταν, αναπολούσαμε την προσφορά των τριών μοναστηριών και το δέσιμό τους με τους Ποντίους.

Ήταν περασμένες τρεις μετά το μεσημέρι και είχε ο τόπος σκοτεινιάσει από ένα μαύρο σύννεφο, που ήταν μερικές δεκάδες μέτρα πάνω μας.

– Πάμε να φύγουμε μου είπε ο π. Κύριλλος. Σταυροκοπηθήκαμε για μιαν ακόμη φορά και πήραμε την κατηφόρα.

     Η κατάβαση ήταν πιο άνετη και είδαμε καλύτερα το τοπίο. Ήταν άγριο, με πολλούς  βράχους, αλλά και πλούσια βλάστηση. Κατεβαίναμε αμέριμνοι, με γλυκές σκέψεις από την επίσκεψη,  όταν   από μια λόχμη πετάχτηκε ένας αλλόκοτης εμφάνισης γέροντας. Ήταν με παλιά και σκισμένα ρούχα, χοντρές μάλλινες κάλτσες και τσόκαρα στα πόδια, με μακριά κάτασπρη γενειάδα, γεμάτος ρυτίδες, σκελετωμένος. Ξαφνιαστήκαμε. Περπάτησε προς το μέρος μας με λυγισμένα τα γόνατα, λες και δεν ήθελε να φαίνεται από μακριά.

– Παπάς; Ρώτησε τον π. Κύριλλο σε άπταιστα ελληνικά.

– Παπάς!… Ναι, παπάς, του απάντησε. Εσύ γέροντα ποιος είσαι;

– Οι Τούρκοι με περνούν για δικό τους, με φωνάζουν Μουσταφά και με πιστεύουν για τρελό. Εγώ όμως είμαι βέρος Ρωμιός. Οι γονείς μου με τάξανε σε τούτο το Μοναστήρι και με ονομάσανε Ιωάννη… Για πάνω από εβδομήντα χρόνια μένω σε μια καλύβα κάτω από το δρόμο, στην απότομη πλαγιά. Ο Θεός με έχει προικίσει με καλό αυτί και είναι τόση η ησυχία εδώ πέρα, που ξέρω πότε ανεβαίνουν αυτοκίνητα προς το μοναστήρι. Πιάνω και τον ήχο από το βάδισμα των οδοιπόρων προσκυνητών και ευχαριστώ το Θεό που το μοναστήρι δεν πέθανε στις μνήμες των ρωμιών…

Μέρος Β΄

Ο Μουσταφά – Ιωάννης κοίταξε στα μάτια τον π. Κύριλλο.

– Εσένα πώς σε λένε;  

– Με λένε Κύριλλο και τον φίλο μου… Είπε το όνομά μου. Είμαστε από την Ελλάδα και ήρθαμε για προσκύνημα στα Μοναστήρια του Πόντου. Και συνέχισε:

– Εσύ πώς ζεις, εδώ; Δεν σε πήραν είδηση τόσα χρόνια οι Τούρκοι;

–  Με ξέρουν και Τούρκοι και κρυπτορωμιοί και μου φέρνουν τρόφιμα, και πετρέλαιο. Με ξέρουν για αγρίμι και δεν τους εμφανίζομαι. Τα αφήνουν σε ένα συγκεκριμένο βράχο, κάτω από τον δρόμο, και φεύγουν… και με μια αποφασιστική κίνηση μας είπε:

– Πάμε στην καλύβα μου, εκεί ουδείς πλησιάζει και θα σας πω περισσότερα…

Πήραμε την κατηφόρα περπατώντας στα βράχια, που ανάμεσά τους υπήρχε πυκνή βλάστηση. Είδαμε τον βράχο που κάνει ένα κοίλωμα στην κορυφή του και εκεί αφήνουν την ελεημοσύνη τους  όσοι τον φροντίζουν. Η καλύβα ήταν ένας ενιαίος χώρος με χωμάτινο πάτωμα και κεραμίδια πολύ παλιά, που έμπαζαν σε κάποιες μεριές.  Όλα όσα υπήρχαν μέσα ήσαν ξύλινα, φτιαγμένα με τα χέρια του. Τραπέζι, καρέκλες, κρεβάτι. Μαυρισμένα τα μεταλλικά σκεύη της κουζίνας, μια ξυλόσομπα  και μια λάμπα πετρελαίου. Για εξώπορτα σανίδες ενωμένες, που έκλειναν με μια ξύλινη μπάρα. Μια ξύλινη στενή παράγκα για αποχωρητήριο και πιο μακριά ρυάκι με γάργαρο νερό από πηγή που ερχόταν από το βουνό. Όταν πήγαμε να καθίσουμε έπιασε ο γέροντας τον π. Κύριλλο από τον ώμο και του είπε:

– Πρώτα θα με ευλογήσεις, θα με εξομολογήσεις θα μου δώσεις άφεση και ύστερα θα καθίσεις. Είμαι πάνω από ενενήντα ετών και θέλω να πάω έτοιμος κοντά στον Χριστό και στον Άγιο Ιωάννη…

Πήγαν σε μια γωνιά, ο Ιωάννης γονάτισε και κλαίγοντας μιλούσε στον π. Κύριλλο, που είχε βάλει το πετραχήλι, που έφερε πάντοτε μαζί του. Στο τέλος τον σήκωσε, τον ευλόγησε και του έβαλε εκείνος μετάνοια. Ήρθαν κοντά μου και καθίσαμε, οι δυο μας στις δύο καρέκλες που υπήρχαν, ο γέροντας κάθισε στο κρεβάτι του. και άρχισε να μας λέγει την ιστορία του.

– Σας ξαναλέω, ότι είμαι πάνω από ενενήντα ετών. Σε λίγο θα είμαι κοντά στον Κύριο.  Ήμουν στα δέκα οκτώ  δόκιμος μοναχός όταν έζησα όλη την τραγωδία των Ελλήνων του Πόντου. Έζησα την προδοσία των Μπολσεβίκων, την εγκατάλειψη των συμμάχων και τη σφαγή χιλιάδων Ελλήνων. Έζησα τον σκοτωμό των δικών μου ανθρώπων. Προσωπικά ξέφυγα από τη σφαγή, αλλά δεν θέλησα να φύγω μακριά από το μοναστήρι και περιτριγύριζα από τότε σαν αγρίμι σε αυτά τα μέρη.

Είχα διαβάσει για τους κατά Χριστόν σαλούς και σκέφθηκα να κάνω τον τρελό. Έβαλα τούρκικα ρούχα και ζούσα απόκοσμα. Αν κάποιος με πλησίαζε έφευγα με τρελές κινήσεις μέσα στο δάσος. Κάποιος μου έδωσε το όνομα Μουσταφά, που μου έμεινε. Έτσι οι Τούρκοι με περνούν για τούρκο. Ποτέ δεν μου ζητήθηκε να πάω στο τρελοκομείο, ποτέ δεν μου ζητήθηκε να βγάλω ταυτότητα. Ήμουν το τρελό τίποτα γι’ αυτούς. Για εμένα με προστάτευε ο Χριστός και ο Άγιος Ιωάννης, που δεν ήθελε να αφήσω μόνο το μοναστήρι του.

Έτσι όλα αυτά τα εβδομήντα τόσα χρόνια ζω ως Χριστιανός και ας με φωνάζουν Μουσταφά. Ο Θεός με ευλογεί. Το μοναστήρι δεν είναι ερείπιο. Έχει τον Χριστό, την Παναγία, τον Άγιο Ιωάννη, τους Αγγέλους που το προσέχουν και εμένα που κρυφά το υπηρετώ…

Είχαμε μείνει άφωνοι από αυτά που ακούσαμε. Η πρώτη μου σκέψη ήταν «ΖΗ ΚΥΡΙΟΣ». Ο για τους Τούρκους Μουσταφά ο τρελός ήταν στην πραγματικότητα ο Ιωάννης, ο κατά Χριστόν σαλός.

Και η ευλογία που παίρναμε συνεχίστηκε. Μας είπε ο Ιωάννης:

– Ελάτε μαζί μου. Τον ακολουθήσαμε έξω από την καλύβα. Σε ένα ξέφωτο ήταν ένα παλιό πέτρινο κτίσμα που έμοιαζε με εκκλησιά. Η είσοδος ήταν κλεισμένη από δεμάτια σανού και κλαδιά. Τον βοηθήσαμε να τα πετάξει στην άκρη. Μπήκαμε μέσα και ώ Θεέ μου, τι ήταν αυτό που αντικρίσαμε. Ένα παρεκκλήσιο περιποιημένο, με την παλιά καντήλα του και εικονογραφίες παλιές φθαρμένες και κακοποιημένες παλιά από τους Τούρκους, αλλά που φαινόταν η ομορφιά τους. Είχε διατηρηθεί και η μαρμάρινη Αγία Τράπεζα. Φίλησε στον τοίχο τον Σταυρό  και μας είπε:

– Ο Κύριος με διατήρησε στη ζωή και με προφύλαξε από τους άπιστους για να το φυλάω όσο ζω. Τρελός Τούρκος για τους Τούρκους έκαμα την Εκκλησιά αποθήκη για σανό. Είναι ένα κανονικό παρεκκλήσιο, που προσεύχομαι και βρίσκω παρηγοριά και κουράγιο. Στα τελευταία του λόγια έβαλε μετάνοια και έκαμε το Σταυρό του.

Δεν μπορέσαμε να συγκρατήσουμε τη συγκίνησή μας. Αφήσαμε τα άφθονα δάκρυά μας να κυλήσουν στο πέτρινο πάτωμα. Βρισκόμασταν μπρος σε έναν άγιο άνθρωπο, έναν άγιο που θα πεθάνει χωρίς κανείς να γνωρίζει ποιος ήταν και τι πίστευε. Θα πεθάνει χωρίς κανείς να γνωρίζει τον επί εβδομήντα τόσα χρόνια αγώνα του να παριστάνει τον τρελό για να είναι κοντά και να διατηρεί το παρεκκλήσιο της Μονής Βαζελώνος.

Άλλη μια φορά που είχαμε ξεχαστεί, ζώντας μια πρόγευση της κοινωνίας με τους Αγίους στην ατέλειωτη πραγματική ζωή. Όμως ο Ιωάννης μας σκέφθηκε, σκέφθηκε τις υποχρεώσεις μας και θέλησε να μας προφυλάξει.

– Ώρα να πηγαίνετε μας είπε γλυκά.

Θέλαμε να μείνουμε για πολύ ακόμη κοντά του, αλλά ξέραμε ότι είχε δίκιο…  Το κατάλαβε και μας είπε με την ίδια γλυκύτητα:

– Πηγαίνετε, γιατί θα αρχίσουν να σκέφτονται ότι κάτι σας συμβαίνει και θα κινήσουν να ψάξουν να σας βρουν.

Καταλάβαμε ότι έπρεπε να τον αφήσουμε. Πέσαμε στα γόνατα για να του φιλήσουμε τις άκρες των ποδιών του, αλλά δεν μας άφησε. Πήγε πίσω και μας είπε:

– Πηγαίνετε και από τώρα και στο εξής θα είμαστε ενωμένοι στην προσευχή.

Η καρδιά μας ήταν γεμάτη από άφατη αγαλλίαση και είχαμε ξεχάσει  κάθε μέριμνα…Που όμως μας περίμενε σε λίγη ώρα… Όταν φτάσαμε στο αυτοκίνητο είδαμε τον Ιμπραήμ να ξεφυσά ανακουφισμένος.

– Επί τέλους ήρθατε. Είχαν αρχίσει τα παιδιά – υπονοώντας τους «γκρίζους λύκους» – να αδημονούν… Καλά που είναι απότομα εκεί επάνω και βαρέθηκαν να σας αναζητήσουν…

– Δεν πειράζει, του είπαμε. Μόνοι τους το θέλουν να κάνουν αυτοί τη δουλειά.. Για εμάς καλύτερα θα ήταν να μην μας παρακολουθούν και να μην είναι τσιμπούρια….

 Η συζήτηση σταμάτησε εκεί. Ο Ιμπραήμ μας ρώτησε τι θα φάμε για βράδυ. Του είπαμε κάτι πρόχειρο αν βρούμε στο ξενοδοχείο ή κάπου κοντά. Είχαμε κουραστεί, αλλά είχαμε και χορτάσει. Πού να του εξηγήσουμε με ποια εκλεκτή τροφή…-  

"Ν": Περί διά Χριστόν σαλών ("τρελών") εδώ:

Διά Χριστόν σαλοί: οι «περιθωριακοί» άγιοι

Διά Χριστόν Σαλότητα και Αγιότητα 

Ενότητα άρθρων για τους διά Χριστόν σαλούς εδώ

Σάββατο 7 Αυγούστου 2021

Σαλώμη, μια διά Χριστόν Σαλή, και η πρόρρηση της στον μακαριστό Σιατίστης Αντώνιο

 

Του Σπύρου Συμεών για την ΡΟΜΦΑΙΑ


Όλοι έχουμε ακούσει και κάποιοι είχαν γνωρίσει από κοντά τον μακαριστό πλέον μητροπολίτη Σιατίστης Αντώνιο.

Αποτελούσε σκεύος θείας χάριτος κεκαλυμμένο με απλότητα μοναδική. Ένας επίσκοπος που ο τρόπος της ζωής του σίγουρα δεν είναι του αιώνα μας.

Πριν λίγες ημέρες βρέθηκα στον αγιώνυμο Άθωνα για ένα μικρό προσκύνημα.

Δεν ήταν δυνατόν να μην περάσω μαζί με την ευλογημένη παρέα μου και από τον γέροντα Πρόδρομο του κελιού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στις Καρυές.

Ένας γέροντας ταπεινός, με Χάρι και πάνω από όλα ένα κινητό γεροντικό με πλήθος ιστοριών από θαυμαστά γεγονότα που έγιναν στο Άγιο Όρος αλλά και αστείρευτες ιστορίες από τα παλιά και τους παλαιούς.

Εν μέσω άλλων αναφερθήκαμε και στον μακαριστό Σιατίστης αλλά ο νους του ευθύς αμέσως ήρθε σε ένα περιστατικό όχι ιδιαίτερα γνωστό ίσως και εν μέρει να μην είχε παρατηρηθεί από μερικούς το οποίος μας εξιστόρησε...

Είμαστε και από την Αιτωλοακαρνανία οπότε το περιστατικό που έφερε στην μνήμη του ο γέροντας ίσως ήταν για να μας αποκαλύψει και μια ευλογημένη ψυχή που έζησε στην περιοχή του Θέρμου Αιτωλοακαρνανίας και πέταξε προς τους ουρανούς πριν 25 χρόνια σαν αύριο 20 Ιουλίου.

Ο μακαριστός μητροπολίτης Σιατίστης πριν την εκλογή του ήταν ιεροκήρυκας της μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας πλησίον του μακαριστού πλέον μητροπολίτη Θεοκλήτου.

Λίγο διάστημα πριν την εκλογή του η οποία μόνο ως εκλογή αγίου πνεύματος μπορεί να θεωρηθεί αλλά και εκπλήρωση πρόρρησης μιας ταπεινής εργάτριας πλήθους αρετών, η μακαρία Σαλώμη, αυτή η ταπεινή, ευλαβέστατη, γεμάτη ακτημοσύνη, ελεήμων, αθόρυβη διακόνισσα και κάτοχος της αδιάλειπτης προσευχής έμελλε να μεταφέρει στον π. Αντώνιο Κόμπο αυτό που της είχε εκμυστηρευθεί ο ίδιος ο Άγιος Νεκτάριος ο οποίος της εμφανιζόταν συχνά.

Η Σαλώμη ήταν πνευματικό τέκνο του πατρός Αντωνίου και ο ίδιος γνώριζε τα χαρίσματα και τις αρετές της τα οποία έκρυβε επιμελώς από τον κόσμο.

Έτσι μία ημέρα η γερόντισσα Σαλώμη μιλώντας με τον πατέρα Αντώνιο του ανέφερε ότι σύντομα θα γίνει δεσπότης στην δυτική Μακεδονία, και μάλιστα της το είχε πει ο ίδιος ο Άγιος Νεκτάριος σε εμφάνιση του.

Ο π. Αντώνιος της ανέφερε ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει διότι δεν βρίσκεται στον κατάλογο των εκλόγιμων προς αρχιερατεία αλλά και πως δεν γνωρίζει κανέναν επίσκοπο στην Σύνοδο.

 
Ο μητροπολίτης Σιατίστης Αντώνιος (από εδώ), ένας άγιος αρχιερέας της εποχής μας
 

Η Σαλώμη βλέπει ξανά τον Άγιο Νεκτάριο ο οποίος της το αναφέρει εκ νέου και αυτή και πάλι το μεταφέρει στον π. Αντώνιο.

Άραγε θα αναρωτηθεί κανείς, γιατί δεν εμφανίσθηκε ο άγιος στον μακαριστό πατέρα Αντώνιο να του το αναφέρει;

Εξάλλου ο π. Αντώνιος βρισκόταν αρκετά υψηλά στην πνευματική σκάλα της ασκήσεως.

Μα πώς θα φανέρωνε ο Θεός για μια ακόμη φορά τα χαρίσματα και τις αρετές της Σαλώμης η οποία μέσα από την απλότητα της δεν τα αντιλαμβανόταν.

Πράγματι μετά από λίγο διάστημα γίνονται εκλογές στην Σύνοδο προκειμένου να πληρωθή [=καλυφθεί] η θέση της μητρόπολης Σιατίστης και Σισανίου, η οποία ήταν κενή για δύο περίπου χρόνια.

Εξέλεξαν μητροπολίτη όμως που τότε εκείνα τα δύσκολα χρόνια για την κατάσταση της Ελλάδος δεν ήταν αρεστός στην κυβέρνηση επειδή είχε αναμιχθεί με τα πολιτικά οπότε οδηγήθηκαν ξανά σε εκλογές όπου και πάλι εξέλεξαν κάποιον που κι αυτός είχε ανάμειξη στα πολιτικά.

Εντός της Συνόδου ο τότε αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ με λίγο αγανακτισμένο ύφος αναφωνεί "μα καλά, δεν υπάρχει ούτε ένας που να μην έχει ανάμειξη στα πολιτικά και να είναι αρεστός στην κοινωνία και την πολιτεία;"

Για να λάβει την απάντηση από τον πάντοτε αγέρωχο Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας Θεόκλητο "Ναι υπάρχει, υπάρχει ο π. Αντώνιος Κόμπος, ιεροκήρυκας της μητροπόλεως που διακονώ".

Και τελικά έτσι η Σύνοδος εξέλεξε τον μακαριστό πατέρα Αντώνιο ως μητροπολίτη Σιατίστης και Σισανίου και χάρισε στο ορθόδοξο ποίμνιό της έναν αξιοθαύμαστο και αγιασμένο γέροντα επίσκοπο που εύχομαι να παραδειγματίσει κάθε επίσκοπο μα και κάθε πιστό.

Μα έτσι εκπληρώθηκε και η πρόρρηση της ταπεινής Σαλώμης, η οποία θα ήταν αδιανόητο να γίνει πιστευτή, μιας και ο π. Αντώνιος δεν βρισκόταν στον κατάλογο.

Άξιο μνείας όμως αποτελούσε και το γεγονός ότι μετά την κοίμηση της στις 20 Ιουλίου 1996, ως επίσκοπος ο π. Αντώνιος την μνημόνευε στην απόλυση μαζί με τους αγίους "..και της Οσίας μητρός ημών Σαλώμης της διά Χριστόν Σαλής..." κάτι που παραξένευε αρκετούς μιας και δεν γνώριζαν κάποια τέτοια Αγία.

Ο ίδιος όμως, ως πνευματικός της πατέρας αλλά και αλλοτινός ιεροκήρυκας της μητροπόλεως στην οποία κατοικούσε η Σαλώμη, είχε ακούσει, είχε δει αλλά και είχε ζήσει την αγιότητα της.

Η ταπεινή Σαλώμη, αυτή η μαυροφορούσα που είχε κάνει βίωμα της την ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ...", η ταπεινή και κατά πολλούς "χαζή", κατάφερνε και έκρυβε τις αρετές της, αυτή που τα χέρια της μύριζαν πετρέλαιο από τα μανουάλια που καθάριζε, την έβλεπες να κρατά ή την σκούπα με το φαράσι που καθάριζε τα ξωκλήσια, τους ναούς μα και την Μονή της Παναγίας της Προυσιώτισσας ή το κομποσχοίνι, μια ασκήτρια με θαυμαστό βίο αλλά και θαυμαστά γεγονότα τα οποία θα αναφερθούν σιγά σιγά.

Η σιωπή της χάρισμα θεϊκό μα και οι συμβουλές της όταν έρχονταν στα αυτιά πολλών ήταν ως προερχόμενες από σκεύος θεϊκό.

Η ζωή της όλη ήταν μέσ' στην διακονία, την άσκηση και την προσευχή.

Σαλώμη, Σαλώμη, συ γερόντισσα ταπεινή, του Θέρμου και του Προυσού διακόνισσα και ευχέτης φοβερή, αγίου Νεκταρίου φίλη αγιακή, της Παναγίας κόρη καλή πρέσβευε από εκεί ψηλά στο δικό σου το Θρονί μετά των αγίων θαυμαστή.

Δείτε επίσης

Διά Χριστόν Σαλότητα και Αγιότητα 

Ενότητα άρθρων για τους διά Χριστόν σαλούς εδώ

Θα προσθέσω μόνο:

Το Μανιφέστο του Αταίριαστου
H παρεξηγημένη αγιότητα  

Ελεωνόρα Ζουγανέλη, "Έλα!" - Σαν προσευχή του μοντέρνου ανθρώπου...
Miley Cyrus - ή: γιατί επείγει να ενταθεί η Ορθόδοξη Ιεραποστολή στο δυτικό κόσμο... 

Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

Διηγήσεις για την αφανή ασκήτρια της Κλεισούρας αγία Σοφία (6 Μαΐου)


ΡΟΜΦΑΙΑ

Γράφει ο π. Ηλίας Μάκος

«Υπομονήν... Πολλά υπομονήν... Υπομονήν πολλά...». «Υπερηφάνειαν άσκεμον πράγμα... Το χώμα στο χώμα...Η υπερηφάνεια ρουζ (ρίχνει) την ψήν (ψυχή) σήν (στην) κόλαση».
Πολλοί, που γνώρισαν την ασκήτρια της Κλεισούρας Καστοριάς Σοφία (1886-1974), η μνήμη της εορτάζεται στις 6 Μαΐου, που από τη μεγάλη ταπείνωσή της, αξιώθηκε θαυμάτων και αγιοποιήθηκε (το 2012), αυτή την περιφρονημένη του κόσμου, αναφέρουν ότι έλεγε συχνά αυτές τις κουβέντες, που είναι αλήθεια ότι χαρακτήριζαν με μεγάλη ακρίβεια τον εσωτερικό της κόσμο.
Ολόκληρη η ζωή της, από τότε που γεννήθηκε στον Πόντο, ήταν γεμάτη δοκιμασίες, έχασε το παιδί της σε ηλικία 2 ετών, λίγο αργότερα το σύζυγό της και ξεριζώθηκε από τον τόπο της.
Το 1927 με παρότρυνση της Παναγίας βρίσκει καταφύγιο στο μοναστήρι του Γενεθλίου της Θεοτόκου στην Κλεισούρα Καστοριάς, όπου έζησε ως λαϊκή μέσα στην αφάνεια και συνεχώς αυτοταπεινούμενη.
Ακριβώς αυτή η νέκρωση, η θυσία του εγώ, ήταν το χαρακτηριστικό της αγιότητάς της.
Οι καρποί, που χαρίζει ο Θεός, επιβεβαιώθηκε αυτό και στην περίπτωση της αγίας Σοφίας, σ' όσους θεληματικά επιλέγουν να γίνουν παιδιά Του, είναι και γι' αυτή τη ζωή και για τη μέλλουσα.

Παρότι συνήθως καμπουριασμένη η οσία Σοφία (σπάνια στεκόταν σε όρθια στάση), φτωχικά ντυμένη, σχεδόν ξυπόλητη, με ελάχιστη πρόχειρη τροφή (αλάδωτα χόρτα, τουρσί, ξερό ψωμί, σταφύλια, ντομάτες) και πολλές φορές νηστική, με τα μαλλιά της, που έφταναν κάτω από τη μέση της, να έχουν γίνει ένα συμπαγές κράμα, και δεν επέτρεψε ποτέ να της κόψουν ούτε μια τούφα, ήταν αληθινά ελεύθερη.
Και σαν αληθινά ελεύθερη ήταν άνθρωπος της αγάπης, της τιμιότητας, της δικαιοσύνης.
Προσκυνητές, που την επισκέπτονταν διηγούνται διάφορα περιστατικά, που όλα καταλήγουν στο ότι κάθε στιγμή, κάθε ημέρα έκανε και ένα βήμα προς τον αγιασμό.
Σύμφωνα με κάποιες από αυτές τις διηγήσεις, κοιμόταν κοντά σ' ένα τζάκι, έχοντας ως μαξιλάρι μια πέτρα, από το οποίο τους χειμερινούς μήνες, που χιόνιζε πολύ στην περιοχή, έμπαινε χιόνι και έπεφτε πάνω της, το κρύο ήταν πολύ, όπως και η υγρασία.
Δεν την έμελλε καθόλου. Όταν της έλεγαν πως αντέχει, απαντούσε: «Εγώ τερώ απάν'» (εγώ κοιτάζω απάνω, εννοούσε προς τον ουρανό).
Όταν το 1944 πυρπολήθηκε η Κλεισούρα από τους Γερμανβούλγαρους, αλλά και τα έτη 1947-1949, κατά τον εμφύλιο σπαραγμό, πολλοί έτρεξαν στο μοναστήρι της Παναγίας για αποκούμπι.
Τους δέχθηκε με την καρδιά της, τους περιποιήθηκε και συνεχώς τους παρηγορούσε: «Μη φοβάστε... Η Παναγία γυρνάει εδώ και προστατεύει το Μοναστήρι».

Ήταν τόσο συμφιλιωμένη με την Παναγία, που συχνά, ένιωθε, ότι την έβλεπε μπροστά της.
Επαναλάμβανε: «Η Παναΐα ένγκεμε αδά και χάρουμαι με τα χαράν τασατς (η Παναγία με έφερε εδώ και χαίρομαι με τη χαρά τη δική της).
Κάποιο απόγευμα η αγία σκούπιζε το διάδρομο από την Εκκλησία μέχρι έξω από τη Μονή με πολύ επιμέλεια και όταν ένας πιστός, που ήρθε για προσκύνηση, τη ρώτησε, γιατί καθαρίζει, εκείνη του απάντησε: «Σκουπίζω, γιατί το βράδυ θα περάσει από εδώ η Παναΐα μας... Πρέπει να είναι καθαρά...».
Στην απορία του συνομιλητή της «μα, περνάει από εδώ η Παναγία;», ανταπάντησε αυθόρμητα: «Ναι... Την έχω δει να περνάει από εδώ...».
Σε όσους πήγαιναν να τη δουν, και δεν ήταν λίγοι, τους προϋπαντούσε με χαρά, λέγοντάς τους: «Καλώς τα πουλία μου».
Και εκείνοι έπεφταν στην αγκαλιά της και αισθάνονταν, όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν, τη μοσχοβολιά της, παρότι ήταν ατημέλητη και άπλυτη.
Κατηγορήθηκε, συκοφαντήθηκε, σύρθηκε ακόμη και στα δικαστήρια, αλλά δεν αντιδρούσε, μόνο προσευχόταν.
H προσευχή ήταν το πνευματικό της όπλο. Βομβάρδιζε το Θεό με προσευχές, νύχτα και ημέρα.

Πάλευε με τα δαιμόνια ακατάπαυστα. Όταν, κάποτε, κατάλαβε, ότι έχουν κυριεύσει και κατατρώγουν έναν νεαρό, φώναξε με πολύ αυστηρότητα: «Εσείς εκολατίετε. Και θέλετε να κολατίζετε και τον παιδάν. Αφήστε τον παιδάν» (εσείς κολαστήκατε. Και θέλετε να κολάσετε και το παιδί. Αφήστε το παιδί).
Προγνώριζε τις επισκέψεις, έλεγε στους προσκυνητές τα ονόματά τους, χωρίς να τους γνωρίζει προηγουμένως.
Αποκάλυπτε κάποιες φορές: «Μου είπε η Παναΐα: «Μας έρχονται, Σοφία, και καλοί, έρχονται και κακοί».
Προέβλεπε και διάφορα γεγονότα: Βάσει μαρτυριών είχε προείπε, ένα χρόνο πριν, για τα γεγονότα της Κύπρου: «Θα γίνει πόλεμος... Θα χυθεί αίμα ελληνικό... Αλλά μακριά από εδώ».
Σε γυναίκα, που την καθοδηγούσε πνευματικά, εμπιστεύθηκε τρεις ημέρες πριν, το θάνατό της: «Ήρθε η Παναΐα και είπε με: «Σε τρεις ημέρες θα έρθεις μαζί μου...». Θα πάω μαζί της...».
Έδειχνε, ναι το έδειχνε, με τις πράξεις της η αγία Σοφία, πώς μέσα της ήταν ο Χριστός.
Ό,τι υπήρχε μέσα της δεν ήταν δικό της, ήταν του Χριστού. Ήταν εκείνο, το οποίο θέλει ο Χριστός.
Τα φρονήματά της, ήταν τα φρονήματα, που θέλει ο Χριστός.
Οι επιθυμίες της, ήταν οι επιθυμίες, που θέλει ο Χριστός. Οι αποφάσεις της, ήταν οι αποφάσεις, που θέλει ο Χριστός.
Οι λόγοι της, παρά την απλότητά της, ήταν λόγοι, που θέλει ο Χριστός. Τα έργα της, ήταν έργα, που συμβουλεύει ο Χριστός.
Και αυτό το κατόρθωσε, γιατί άνοιξε διάπλατα την ψυχή της και χύθηκε άφθονα το θείο φως. Γι' αυτό η συνείδησή της της έδειξε το σωστό δρόμο, το χριστιανικό δρόμο ζωής.

Δείτε κι άλλα, παρακαλώ, εδώ: