
Πατριάρχης Σερβίας Παύλος († 15 Νοεμβρίου 2009)
ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ
(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)


Η είδηση αυτή είναι διπλά σοκαριστική, γιατί η Κιβωτός του Κόσμου έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη και το σεβασμό όλων μας και ο π. Αντώνιος, που τη δημιούργησε και τη διευθύνει, θεωρείται παράδειγμα ιερέα προς μίμησιν.
Αν και η Κιβωτός είναι αλλοτριωμένη, πού να καταφύγουμε; Ποιον να εμπιστευτούμε;
Είναι αλήθεια ή ψέμα; Δεν μπορούμε να το ξέρουμε φυσικά. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος επέβαλε απαγόρευση τέλεσης ιεροπραξιών στον π. Αντώνιο μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση.
Μήπως βιάστηκε; Τον βλέπουμε να ενεργεί τόσο γρήγορα και δυναμικά σε άλλες περιπτώσεις; Δεν ξέρω τι να πω. Ο Θεός ξέρει.
Ποιοι επίσης είναι οι ένοχοι (θεωρώντας ότι υπάρχουν ένοχοι); Το ίδιο το ίδρυμα της Κιβωτού ή κάποιοι που τρύπωσαν και το εκμεταλλεύτηκαν;
Βλέπουμε εδώ ένα ρεπορτάζ με "φήμες" και γεγονότα που ίσως δεν σημαίνουν τίποτε, ίσως και να σημαίνουν πολλά (από εκεί και η φωτο).
Γίνονται καταγγελίες για υπερβολικά αυστηρές τιμωρίες, υποτιμητική συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά κ.τ.λ. Όλα αυτά έχουν δύο όψεις. Πού βρίσκεται η Αλήθεια και πού η υπερβολή;
Θυμάμαι τον π. Αντώνιο να κλαίει από συγκίνηση σε μια εκπομπή του Κώστα Χαρδαβέλα, όταν πρωτοέγινε γνωστή η Κιβωτός, εκπομπή, λόγω της οποίας άνθρωποι κάλυψαν άμεσες οικονομικές ανάγκες της, που δεν είχε τότε βοήθεια από κανέναν ούτε στον ήλιο μοίρα. Ήταν υποκριτής αυτός ο άνθρωπος; Και τώρα δικάζεται από μια κοινωνία "ειλικρινών";
Ευχόμαστε να λάμψει η Αλήθεια προς όφελος και των παιδιών και της κοινής γνώμης, από την οποία πολλοί (ίσως με ανακούφιση, που άλλος ένας ιερέας φαίνεται να καταρρίπτεται;) έσπευσαν να καταδικάσουν ήδη τους κατηγορουμένους, έξαλλοι, οργισμένοι και αγανακτισμένοι.
Περιμένουμε. Και παρακαλούμε να μην ξεχνάμε συγχρόνως ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου η πλειοψηφία των παιδιών (των παιδιών μας) "βιάζεται" καθημερινά μέσω της εθιστικής τεχνολογίας και της ποικιλόμορφης διαφθοράς. Και αυτά τα παιδιά χρειάζονται άμεση επέμβαση και έχουν ανάγκη την οργή και την αγανάκτησή μας.
Από σχόλιο του ιστολογίου Τι και Πώς αντιγράφουμε:
Τελικά, στις μέρες μας, το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο είναι να δείξεις με το δάχτυλο κάποιον και άφησέ τον να τρέχει. Έτσι κι αλλιώς, αν αθωωθεί δεν θα το μάθει κανείς, οπότε σε κάθε περίπτωση τον έχεις τελειώσει!
Συμπλήρωμα
«α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λκ 12:20)
Αρχιμ. Λουκάς Τσιούτσικας
Οι εικόνες από ωραία ανάλυση της παραβολής στην ιστοσελίδα του ιερού ναού των αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης Ανθόκηπων Νέας Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης
Το σημερινό Ευαγγέλιο μάς κάνει λόγο για την πλεονεξία. Μας μιλά για κάποιον έξυπνο. Έξυπνο όμως σε εισαγωγικά, διότι όπως έδειξαν τα πράγματα και όπως ο ίδιος ο Κύριος τον χαρακτήρισε, ήταν άφρων, δηλαδή άμυαλος, ανόητος.
Κάποιος από τους ακροατές του Χριστού τον πλησίασε και του ζήτησε να λύσει τις κληρονομικές διαφορές που είχε με τον αδελφό του. Να μοιράσει την κληρονομιά τους. Ο Κύριος όμως του απάντησε: «Άνθρωπέ μου, ποιος με έβαλε δικαστή για να κάνω αυτή τη μοιρασιά; Προσέχετε από την πλεονεξία· διότι τα υλικά αγαθά δεν δίνουν την αιώνια και αληθινή ζωή στον άνθρωπο». Στη συνέχεια δε είπε την παραβολή που ακούσαμε σήμερα· του άφρονος πλουσίου.
Κάποιου τα χωράφια έδωσαν καρπό πολύ. Τόσο που δεν τον χωρούσαν οι αποθήκες. Και αυτό του δημιούργησε πρόβλημα. Πού να τον βάλει. Σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε, ώσπου βρήκε τη λύση: «Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου», είπε, «και θα κτίσω μεγαλύτερες. Εκεί θα βάλω όλα μου τα αγαθά και θα πω· ψυχή μου, έχεις πολλά αγαθά. Λοιπόν, “αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου”. Απόλαυσε τα αγαθά σου».
Όμως, κατά το κοινώς λεγόμενο, έκανε λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο· τον Κύριο της ζωής και του θανάτου. Διότι ο Θεός του είπε: «Άφρων, άμυαλε, αυτή τη νύκτα ζητούν την ψυχή σου. Αυτή τη νύκτα πρόκειται να φύγεις από τη ζωή αυτή. Όσα μάζεψες σε ποιον θα ανήκουν; Θα τα πάρεις μαζί σου;»
Και κατέληξε συμπερασματικά ο Κύριος: «Έτσι θα πάθουν όσοι φροντίζουν να πλουτίσουν για τον εαυτό τους με υλικά αγαθά και όχι κατά Θεόν, με πνευματικά αγαθά».
Άφρων λοιπόν, άμυαλος χαρακτηρίστηκε ο πλούσιος της σημερινής παραβολής. Γιατί; Διότι ενώ ευλογήθηκε από το Θεό και απόκτησε πολλά αγαθά, τελικά έφυγε με άδεια τα χέρια.
Αν ήταν μυαλωμένος τι θα έκανε; Πρώτα-πρώτα θα έλεγε· δόξα σοι ο Θεός, θα ευχαριστούσε το Θεό για τα αγαθά που του χάρισε. Μετά θα προσπαθούσε να τα χρησιμοποιήσει κατά Θεόν. Δηλαδή ένα μέρος θα τα χρησιμοποιούσε για τις δικές του ανάγκες και το υπόλοιπο θα το έδινε για να θρέψει πεινασμένους, να ενισχύσει φτωχούς και αρρώστους, να στηρίξει χήρες, ορφανά. Έτσι, ενώ δεν θα στερούνταν τα αναγκαία για την παρούσα ζωή του, θα πλούτιζε πνευματικά. Θα επένδυε όχι στο επισφαλές επίγειο χρηματιστήριο αλλά στο ουράνιο, όπου τα κέρδη όχι μόνο σίγουρα είναι αλλά και ασύγκριτα ανώτερα. Δίνει κανείς τα επίγεια και αποκτά τα ουράνια. Δίνει τα πρόσκαιρα και κερδίζει τα αιώνια. Δίνει τα φθαρτά και απολαμβάνει τα άφθαρτα.
Αυτός όμως τι έκανε; Αγνόησε το Θεό και το θέλημά του. Κοίταξε να καλοπεράσει σ’ αυτή τη ζωή και δεν φρόντισε καθόλου να αποκτήσει την αιώνια ζωή. Σύνθημα και σκοπό της ζωής του έκανε το «αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου».
Κατ’ αρχάς και μέχρι ένα σημείο, το «αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου» δεν είναι κακό. Και θα φάει ο άνθρωπος και θα πιει (αλλιώς δε γίνεται), και το να ξεκουραστεί μετά τον κόπο της ημέρας δεν είναι κακό, και το να ευφρανθεί κάπου-κάπου και με μέτρο δεν είναι μεμπτό· στην προσευχή μετά το δείπνο λέμε: «Εύφρανας ημάς, Κύριε, εν τοις ποιήμασί σου και εν τοις έργοις των χειρών σου ηγαλλιασάμεθα». Αλλά αυτά είναι απλά στηρίγματα, απλά μέσα για να περάσουμε τη ζωή αυτή. Δεν είναι αυτά ο σκοπός της ζωής μας.
Σκοπός της ζωής μας είναι το να αποκτήσουμε τη βασιλεία του Θεού. Αφού αποκτήσουμε τις αρετές και έτσι επανέλθουμε στο κατ’ εικόνα, στη φυσιολογική κατάσταση, περαιτέρω να έλθουμε στην υπέρ φύση κατάσταση της θεώσεως· να αποκτήσουμε τη ζωή του Θεού, τη ζωή που δημιουργεί μέσα στον άνθρωπο το Άγιο Πνεύμα. Αυτό είναι ο παράδεισος, αυτό είναι η σωτηρία· αυτό πρέπει οπωσδήποτε να επιτύχουμε.
Δυστυχώς οι άνθρωποι αυτά ή τα αγνοούν ή τα ξεχνούν ή τα μπερδεύουν και σκοπό κάνουν τα μέσα. Σύνθημα της ζωής τους κάνουν το σύνθημα του άφρονος πλουσίου: αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου. Οι επιδιώξεις, η ζωή τους, περιορίζονται και εξαντλούνται σε αυτά. Τι κρίμα! Τι αποτυχία! Τι καταστροφή! Διότι οι υλικές, οι σωματικές αναπαύσεις και ηδονές όχι μόνο είναι κατώτερες από τις πνευματικές, αυτές που χαρίζει το Πνεύμα του Θεού, αλλά είναι και πρόσκαιρες, προσωρινές.
Όταν κανείς στέκεται σ’ αυτές, τελικά φεύγει με άδεια τα χέρια. Πίσω του αφήνει τα πάντα, ακόμη και το σώμα του, το οποίο δεν μπορεί πλέον να απολαμβάνει τα σαρκικά, ενώ η ψυχή μένει χωρίς τη χαρά και ευφροσύνη που δίνει η αγάπη προς το Θεό και τον άνθρωπο και προπαντός με την πικρή γεύση των τύψεων της συνειδήσεως.
Εμείς όμως ας ενεργούμε σωστά και μυαλωμένα, όσο είναι καιρός, όσο έχουμε τα μάτια μας ανοικτά. Να μη γεμίζουμε τις γήινες αλλά τις πνευματικές και ουράνιες αποθήκες. Ας μη μας ενδιαφέρει ο δείκτης του χρηματιστηρίου αλλά το πνευματικό θερμόμετρο της ψυχής μας· το βάθος της ταπεινώσεως και το μέγεθος της αγάπης. Ας φροντίζουμε να γίνουμε πλούσιοι όχι σε υλικά αγαθά αλλά σε αρετές και χάρη Θεού.
Αυτά, οι αρετές και η χάρη του Θεού, είναι θησαυρός που δεν κινδυνεύει ούτε από τους κλέφτες ούτε από τη σκουριά ή τη φωτιά ούτε από το χρόνο ούτε ακόμη και από το θάνατο, διότι συνοδεύουν τον άνθρωπο και πέραν του τάφου. Δημιουργούν την πραγματική και ατελεύτητη, την αιώνια ζωή, την οποία είθε όλοι μας να αποκτήσουμε με τις πρεσβείες της Παναγίας Μητέρας μας και όλων των Αγίων. Αμήν.
Αυτά είναι η χαρά σου;
Ήταν πλούσιος μεγαλοκτηματίας. Ήρθε και η ευλογία του Θεού μεγάλη. Βροχή και ήλιος στον καιρό τους έφεραν μια ευφορία καταπληκτική. Λύγιζαν τα σπαρτά από το πλούσιο στάχυ. Έγερναν και τα αμπέλια και τα ελαιόδεντρα από το βάρος του καρπού…
Όμως ο πλούσιος σε κάθε αντίκρισμά τους συνοφρυωνόταν, σαν να τον είχε βρει κάποια αναπάντεχη συμφορά.
Γιατί;
Έβλεπε ότι οι αποθήκες του ήταν αδύνατο να χωρέσουν «τά γενήματά του καί τά ἀγαθά του». Την τόσο πλούσια σοδειά, που του είχε φέρει η ευλογία του Θεού.
Μπήκε λοιπόν σε μεγάλη έννοια. Άρχισε να τον απασχολεί μέσα του η σκέψη «τί ποιήσω;» — Τι να κάνω, ώστε να μην πάει τίποτε χαμένο;
Η σκέψη αυτή του έγινε αδιάκοπη μέριμνα. Του έγινε αγωνία μέρα και νύχτα. Δεν έβρισκε ησυχία. Του τριβέλιζε συνέχεια το μυαλό του. Τα θεωρούσε όλα καταδικά του. Δεν άφηνε κανένας να του πάρει ούτε σπυρί. Ήθελε να τα χαρεί όλα μοναχός του. Να τα έχει ατελείωτα, άσωστα και να περνά τη ζωή του με ανάπαυση, με γλέντια και χαρές.
Πώς θα ασφαλίσω «τά γενήματά μου καί τά ἀγαθά μου»! έλεγε συνεχώς.
Επιτέλους, ύστερα από πολλούς συλλογισμούς και υπολογισμούς βρήκε τη λύση και την είπε φωναχτά:
— Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου. Θα χτίσω άλλες μεγαλύτερες και ευρύχωρες. Θα μαζέψω εκεί «πάντα τά γενήματά μου καί τά ἀγαθά μου». Και τότε πια θα πω στην ψυχή μου:
— Ψυχή μου, έχεις πολλά αγαθά αποθηκευμένα, που σου φτάνουν για χρόνια πολλά. Κάθισε λοιπόν και μη σκοτίζεσαι για τίποτε άλλο. Απόλαυσε τη ζωή σου! Αναπαυτική! Ευχάριστη!… «Φάγε, πίε, εὐφραίνου».
Το σχέδιο πραγματοποιήθηκε εγκαίρως. Άλλωστε πλούσιος ήταν. Τα μέσα τα είχε άφθονα. Τα γενήματα με την άγρυπνη παρακολούθησή του και τις αδιάκοπες προσταγές συνάχθηκαν στις καινούργιες αποθήκες…
Όμως ο πλούσιος δεν πρόλαβε να επαναλάβει και στον εαυτό του τις εντολές, που τόσο είχε επιθυμήσει να φτάσει η ώρα, για να τις προσφέρει. Δεν πρόφτασε να πει:
— Ψυχή μου, μην ανησυχείς πια για τίποτε. «Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». Τα πλούτη σου είναι ατελείωτα. Έχεις αγαθά «κείμενα εἰς ἔτη πολλά».
Όχι. Τον πρόλαβε μια άλλη φωνή φοβερή που ακούστηκε:
– «Ἄφρον»!
Ποιος τον φώναζε άμυαλο; ανόητο; Ρίγησε στο άκουσμα της φωνής του Θεού ο πλούσιος. Κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε…
Τα πονηρά πνεύματα, που σ’ αυτά πειθαρχούσε και με τις δικές τους εμπνεύσεις σύναζε τα αγαθά που του χάριζε ο Θεός — όχι για να κάνει καλοσύνες, αλλά για να τα σκορπίζει σε φαγοπότια και άνομες χαρές — ήρθε η ώρα να πάρουν τη ψυχή του.
Ο άφρων πλούσιος έμεινε νεκρός εκεί που καθόταν…
Ο Κύριος, καθώς είδε τα πλήθη επηρεασμένα από του «άφρονος» τον ξαφνικό θάνατο, που τόσο ζωηρά τους διηγήθηκε με την πιο πάνω παραβολή, πρόσθεσε:
— Όμοιο τέλος θα έχει και καθένας που θησαυρίζει αγαθά εδώ στη γη, για να τα απολαμβάνει εγωιστικά αυτός μοναχός του, όπως του αρέσει, και δε φροντίζει να μαζεύει στον Ουρανό με τα έργα της αγάπης θησαυρούς πνευματικούς, οι οποίοι αρέσουν στο Θεό.
«Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου»
Μ’ αυτές τις τέσσερις προστακτικές προσπαθούν και σήμερα πολλοί άνθρωποι να ικανοποιήσουν την ψυχή τους.
Είναι η υλιστική νοοτροπία της εποχής μας.
Αλλά χορταίνει η ψυχή με πράγματα υλικά;
Όσο πιο πολλά απ’ αυτά της προσφέρεις, τόσο πιο αδειανή και πεινασμένη αισθάνεται.
Έτσι αδειανή και ανικανοποίητη την αισθανόταν και ο… φτωχός αυτός άνθρωπος — ο πλούσιος της παραβολής — ο πραγματικά άμυαλος.
Την ψυχή την ικανοποιεί και την ευφραίνει η πίστη και η αφοσίωση στο Θεό. Τη γεμίζει από χαρά η αγάπη προς τον πλησίον, η αγάπη στην πατρίδα, στην οικογένεια.
Τέτοια μεγάλα και υψηλά ιδανικά ενέπνεαν και τους μεγάλους εθνικούς μας ευεργέτες. Εργάσθηκαν όλοι αυτοί. Κόπιασαν. Μόχθησαν πραγματικά. Όχι όμως για τον εαυτό τους. Αλλά για τους σκλάβους αδελφούς. Για τους φτωχούς συμπατριώτες. Για να μορφωθεί η νέα γενιά. Για να ανακουφισθεί ο πόνος. Έχτισαν σχολεία, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία, βιβλιοθήκες… Έφτιαξαν γέφυρες, λιμάνια, δρόμους, υδραγωγεία… Πρόσφεραν στην πατρίδα στόλους από πλοία, αεροπλάνα… για να υπερασπίζεται τα παιδιά της από την επιβουλή του οποιουδήποτε εχθρού…
Είναι γεγονός πως η νοοτροπία της εποχής μας είναι υλιστική. Όμως τι μ’ αυτό; Όπως ποτέ δεν έλειψαν οι άνθρωποι που τους ενέπνεε η πίστη στο Θεό και η αγάπη, έτσι και τώρα.
Είναι και σήμερα ελπιδοφόρο ότι οι νέοι εμπνέονται από τα υψηλά και τα ωραία ιδανικά. Και περιμένουν όλοι ένα καλύτερο αύριο, που δε θα έχει δόγμα το “αναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραἰνου”, αλλά το “εἰς Θεόν πλουτεῖν”. Το να αποταμιεύει ο καθένας στον Ουρανό θησαυρούς πνευματικούς — τα έργα της αγάπης και της καλοσύνης.
Ας καλλιεργήσουμε μέσα μας αυτή την τόσο ευεργετική επιθυμία. Και ο Θεός θα μας δώσει τέτοιες ευκαιρίες.
Θα μας ευλογήσει πλούσια, για να την πραγματοποιήσουμε ανάλογα με τα χαρίσματά μας.
π. Δημητρίου Μπόκου / Τι και πώς
Πόσο κακίζουμε ἀλήθεια τὸν ἄφρονα πλούσιο, ποὺ μάζεψε
ἀμύθητα πλούτη, ἀλλὰ τὰ κράτησε ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό του! Θεώρησε
ὅτι ἔτσι ἐξασφάλισε μόνιμα τὴ ζωή του. Νόμισε ὅτι στὸ ἑξῆς θὰ
μποροῦσε νὰ τρώει, νὰ πίνει καὶ νὰ εὐφραίνεται διὰ βίου. Πέρα ἀπὸ
τὸν ἑαυτό του δὲν μπόρεσε νὰ σκεφτεῖ κανέναν ἄλλον. Μὰ ἐκεῖ ποὺ
σιγουρεύτηκε ὅτι πάτησε σὲ γερό, σταθερὸ ἔδαφος, τοῦ ἦρθε κλήση
γιὰ …παράνομη στάθμευση. Καὶ τοῦ ζητήθηκε νὰ μετακομίσει
ἀμέσως γιὰ ἀλλοῦ, ἐνῷ τὸ «ὄχημά» του, ὁ πλοῦτος του, κατασχέθηκε.
Πέρασε στὰ χέρια ἄλλων (Κυριακὴ Θ΄ Λουκᾶ). Ἡ κλασικὴ κατάληξη
κάθε πλουσίου: Τὰ λεφτά του τὰ χαίρονται οἱ συγγενεῖς, τὸ σῶμα του
τὸ τρῶνε τὰ σκουλήκια καὶ τὴν ψυχή του τὴν παίρνει ὁ διάβολος.
Ἡ πλεονεξία καταστρέφει τελικὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ πλεονέκτης
δὲν ἔχει καμμιὰ θέση στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἔχει γιὰ θεὸ τὸ χρῆμα.
Εἶναι τέκνο κατάρας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται εἰδωλολάτρης (Ἐφ. 5, 5.
Β΄ Πέτρ. 2, 14).
Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ χορτάσει, νὰ βάλει
φρένο στὴν ἀκόρεστη ἐπιθυμία του, ὅσα καὶ ἂν ἀποκτήσει. Ποὺ ἔχει
χάσει τὴ στοιχειώδη ἱκανότητα νὰ ἀγαπάει, ὄντας παντελῶς
ἀναίσθητος μπρὸς στὴν ἀνθρώπινη ἀνάγκη.
Ὅμως, ἐνῷ κατανοοῦμε τὴν ἀφροσύνη τοῦ πλουσίου καὶ εὔκολα
τὸν στήνουμε στὸ ἑδώλιο, δὲν κάνουμε τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν ἀφροσύνη
τοῦ φτωχοῦ. Μὰ τί κοινὸ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν πλούσιο
καὶ τὸν φτωχό; Ἀπὸ πότε ὁ φτωχὸς θεωρεῖται ἄφρων; Ἀπὸ τὴ στιγμή,
ἁπλούστατα, ποὺ διακατέχεται καὶ αὐτός, ὅπως καὶ ὁ πλούσιος, ἀπὸ
τὴν ἴδια ἀσίγαστη ἐπιθυμία γιὰ πλοῦτο. Ἂν ἡ πλεονεξία ἔχει
ὑποσκελίσει τὴν ψυχή του, ὁ φτωχὸς εἶναι τὸ ἴδιο ἄφρων, ὅσο καὶ ὁ
πλούσιος. Ζεῖ καὶ αὐτὸς μὲ τὸν ἴδιο ἀγιάτρευτο καημό: «Νὰ εἶχα
λεφτά»! Κοιμᾶται καὶ ξυπνάει μὲ τὸ ἴδιο πάντα ὄνειρο: «Ἂν ἤμουν
πλούσιος…».
Ἂν ὁ πλοῦτος καταντήσει ἀντικείμενο λατρείας, ὁ
ἄνθρωπος, πλούσιος ἢ φτωχὸς ἀδιακρίτως, γίνεται θλιβερὸ
ὑποχείριο τῆς πλεονεξίας, παγιδευμένος ἀνόητα στὴν ἀπάτη τοῦ
πλούτου, ἄπληστος ἀέναος θηρευτής του. «Ὅπου γάρ ἐστιν ὁ
θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ καὶ ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται» (Μάρκ. 4, 19. Λουκ. 12, 34).
Οἱ γονεῖς, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, μεταδίδουν καὶ στὰ παιδιά
τους τὸ πάθος αὐτό, ἀφοῦ συνήθως δὲν συζητοῦν γιὰ τίποτε ἄλλο στὸ
σπίτι, παρὰ μόνο γιὰ λεφτά. Πῶς θὰ βγάλουν περισσότερα. Ἄμεσα ἢ
ἔμμεσα τὰ παιδιὰ ὠθοῦνται συνεχῶς σὲ ἀναζήτηση τῆς πιὸ καλῆς
θέσης, τῆς πιὸ κερδοφόρας δουλειᾶς, τοῦ πιὸ μεγάλου μισθοῦ.
Αὐτὰ γίνονται οἱ μεγάλες ἀξίες τῆς ζωῆς τους, ἡ βασική τους ἐπιδίωξη.
Ὅ,τι πιάνουν, νὰ γίνεται χρυσάφι. Στὴν κλίμακα τῶν ἀξιῶν ὁ πλοῦτος
κατέχει τὴν κορυφή. Θεωρεῖται ἡ μεγαλύτερη εὐτυχία. Ἡ φτώχεια
ἀντιθέτως λογίζεται ὡς ἡ μεγαλύτερη δυστυχία. Οἱ ἄνθρωποι
ἀξιολογοῦνται μὲ τὸ ἴδιο κριτήριο. Ὅσο πιὸ ψηλὸ τὸ οἰκονομικό τους
προφίλ, τόσο πιὸ πολὺ σεβασμὸ καὶ τιμὴ ἀπολαμβάνουν. Ἀπ’ τὴ μικρή
τους ἡλικία τὰ παιδιὰ συμφιλιώνονται πλήρως μὲ τὴν ἰδέα, ὅτι ἦρθαν
στὸν κόσμο μὲ μοναδικὸ σκοπὸ νὰ βγάζουν λεφτά. Ὅτι στὸν κόσμο
ποὺ ζοῦν, τὰ χρήματα εἶναι πάνω ἀπὸ ὅλα. Πῶς νὰ ἐξηγήσεις σὲ
τέτοιον ἄνθρωπο, ὅτι δὲν εἶναι ὁ πλοῦτος τὸ πᾶν; Καὶ ὅτι δὲν θὰ
ὠφεληθεῖ τίποτε, ἂν κερδίσει ἀκόμα καὶ τὸν κόσμο ὁλόκληρο, ἀλλὰ
χάσει τελικὰ τὴν ψυχή του;
Ἔλεγε ὁ μακαριστὸς πατριάρχης Σερβίας Παῦλος: «Δυστυχῶς
ὑπάρχουν ἄνθρωποι φτωχοὶ στὴν κοινωνία μας, ποὺ οἱ γονεῖς τους
δὲν μπόρεσαν νὰ τοὺς δώσουν τίποτε ἄλλο… ἐκτὸς ἀπὸ λεφτά»!
Συμπλήρωμα
Αντιχριστιανικός ο Καπιταλισμός. Νέα μορφή δουλείας.
Τα παλιά Παπούτσια, ο δάσκαλος και το παιδί…
Κύριε... μήπως είστε ο Χριστός;
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός / ΒΗΜΑΤΑ
Μία από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γονείς, καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά τους, είναι και να τα βάλουν σε σειρά. Να τα καθοδηγήσουν δηλαδή με τέτοιον τρόπο, ώστε να έχουν ένα πρόγραμμα στην ζωή τους, τόσο όσον αφορά στο σχολείο και στο διάβασμα, όσο και σε ό,τι αφορά στην συμμετοχή τους στην ζωή του σπιτιού, στην τακτοποίηση των παιχνιδιών τους, των προσωπικών τους ειδών, του δωματίου τους. Συχνά η αταξία γίνεται αιτία για να μαλώνουν οι γονείς μεταξύ τους. Ο ένας θεωρεί τον άλλο καταπιεστικό, περισσότερο από όσο χρειάζεται.
"Παιδιά είναι, τι να κάνουμε" είναι η μόνιμη επωδός που ακούγεται και μεταφέρεται στην συμπεριφορά των νεώτερων στο σχολείο και σε άλλες ευκαιρίες και συναναστροφές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μία, εμφανή ή αφανή, άρνηση ανάληψης ευθύνης για την ζωή από τους νεώτερους, καθώς ο άνθρωπος που δεν έχει κάποια, σχετική έστω, σειρά και τάξη στην ζωή του, δεν μπορεί ούτε τον εαυτό του να κουμαντάρει, ούτε τις σκέψεις του, ούτε να εργαστεί για συγκεκριμένους στόχους με επιμέλεια.
Οι παλαιότεροι μάς μιλούσαν γι' αυτό ακριβώς, για την επιμέλεια. Θεωρούσαμε ότι είμαστε καλοί μαθητές, εάν ήμασταν επιμελείς. Σήμερα πολλά από τα παιδιά δεν είναι σε θέση να οργανώσουν την σχολική τους πραγματικότητα, να βάλουν στην τσάντα τους τα βιβλία για τα μαθήματα που έχουν την επόμενη ημέρα, να διαβάσουν και να κάνουν τις ασκήσεις που έχουν για το σπίτι, καθώς ζούνε σε έναν κόσμο "χύμα", όπου θριαμβεύει η προχειρότητα και η ανοργανωσιά. Η αμέλεια όμως ολοένα και περισσότερο δεν ενοχλεί. Θεωρείται φυσιολογική κατάσταση. Υπάρχουν παιδιά που έρχονται στο σχολείο ατημέλητα, αχτένιστα, απεριποίητα.
Θα αναρωτηθεί κάποιος αν είναι υποχρέωση των γονέων να μεριμνήσουν. Η απάντηση είναι καταφατική. Είναι υποχρέωση των γονέων να εμφυσήσουν στα παιδιά μία προσωπική καλαισθησία, που περνά από την αξιοπρέπεια στην εμφάνιση και περνά στην σειρά σε ό,τι κάνουν. Προφανώς και χρειάζεται και η χαλάρωση. Ένα παιδί, όπως και ένας άνθρωπος που βρίσκεται συνεχώς στην "πρίζα", γίνεται εύκολα αγχωτικό και εμμονικό. Όμως είναι θέμα σεβασμού στους γύρω, ο καθένας μας να έχει μία αξιοπρέπεια στην συμπεριφορά, στην εμφάνιση, στον τρόπο που εκφράζει το "συν-υπάρχειν".
Κατάλοιπα μιας "αντιστασιακής" διάθεσης, ενός Μάη του ' 68, μιας αντιδικτατορικής θεώρησης στην Ελλάδα του "πνεύμα και ηθική", του "Ελλάς Ελλήνων χριστιανών", οι επιδείξεις αταξίας, αμέλειας, αφροντισιάς, απουσίας προγράμματος θεωρούνται σημάδια ανθρώπου που θέλει να είναι ελεύθερος, αντισυστημικός, προοδευτικός. Η σειρά θεωρείται συντηρητισμός. Η εποχή μας, με την unisex αντίληψη, κάποτε και την α-φυλική, ενισχύει αυτό το πνεύμα. Δεν είναι όμως, στην πραγματικότητα, ελευθερία η ακαλαισθησία. Δεν είναι θέμα γούστου για το οποίο ο καθένας έχει την άποψή του. Είναι θέμα διαμόρφωσης του εσωτερικού μας κόσμου.
Κι αυτό φαίνεται και στην πνευματική μας ζωή, όταν μέσα μας θριαμβεύουν οι λογισμοί, όταν δεν μπορούμε να βάλουμε αρχή μετανοίας, όταν δεν μπορούμε να κάνουμε την προσευχή μας καθόλου, όταν αφήνουμε πάθη, όπως η ραθυμία ή η ακηδία, να μας κυριεύουν και αναζητούμε δικαιολογίες. Η πειθάρχηση του εαυτού μας σε έναν κανόνα, όπως ζούνε στα μοναστήρια, μας βοηθά να οργανώσουμε και την υπόλοιπη ζωή μας. Αυτό ας το έχουμε υπόψιν αναφορικά με τα παιδιά μας. Η τάξη, χωρίς να γίνεται εμμονικό κατάσταση, θα τα βοηθήσει να αγχώνονται λιγότερο και να εκτιμούν τα διαλείμματα περισσότερο. Το χρειάζονται!
Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια" στο φύλλο της Τετάρτης 16 Νοεμβρίου 2022
Αν είστε "άσχετος" με την Εκκλησία, αυτό το άρθρο απευθύνεται περισσότερο σ' εσάς, παρά σ' εμάς τους "σχετικούς". [...]
Παρακαλώ, επισκεφτείτε αυτή την ανάρτηση του 2017, που δυστυχώς συνεχίζει να είναι (όλο και πιο) επίκαιρη...
Διαβάστε την εδώ. Ευχαριστώ.
Βοήθειά μας ας είναι ο άγιος Ματθαίος και όλοι οι άγιοι των ημερών. Καλή επέτειο του Πολυτεχνείου. Καλή Σαρακοστή. Καλά Χριστούγεννα.
Συμπλήρωση:
ΑΓΙΑ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Η ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΣ – ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ 16 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
"Δε μπορείς ν' αλλάξεις; Δες εμένα!" Ο άγιος ευαγγελιστής Ματθαίος και ο άγιος Ματθαίος βασιλιάς της Αιθιοπίας (16 Νοεμβρίου)
A saint in a cannibal tribe: Saint Apostle & Evangelist Matthew and holy Fulvian, king of Ethiopians (November 16)
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ: "ΗΡΘΕ ΝΩΡΙΣ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΙ ΠΕΣΑΝ ΟΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ..."