ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Λόγοι σοφίας & αγάπης, από καρδιάς


Λόγος ουκ ανθρώπων, αλλά λόγος Θεού ενεργούμενος (Α΄ Θεσσαλονικείς 2, 13)

ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
Από το βιβλίο του «Άνθρωπος Μεθόριος», εκδ. Εν πλώ, 2005.

Συζήτηση με τον Βασίλη Αργυριάδη στην εκπομπή «Άνθρωπος μεθόριος». Ραδιοφωνικός Σταθμός Πειραϊκής Εκκλησίας 5-6 Φεβρουαρίου 2003. Από την εξαιρετική και ιστορική ορθόδοξη ιστοσελίδα Πηγή Ζωής.

Μπορεί η εποχή μας να είναι πολύ γνωσιολογική, γνωσιοκρατική και ορθολογιστική, με αποτέλεσμα να υπερτονίζει τη διανοητική λειτουργία του ανθρώπου, αλλά αν θέλει κανείς να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, τότε βλέπει την ανεπάρκεια αυτού του ορθολογιστικού μονολιθισμού μέσα του. Το μυαλό του είναι πολύ στενό για να χωρέσει τα μεγάλα. Αν θα θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα, θα λέγαμε ότι το μυαλό παίζει το ρόλο του εκτυπωτή, ενώ η είσοδος και η ανάλυση των πνευματικών μηνυμάτων γίνεται μέσα στην καρδιά.
Ο χώρος της καρδιάς είναι πολύ ευρύτερος και έχει πολύ περισσότερες δυνατότητες από τη σκέψη. Η σκέψη υπάρχει κυρίως για να εκφράζει και για να συνυπουργεί στο έργο της καρδιάς. Είναι πολύ δύσκολο βέβαια, σε μια κοινωνία σαν τη δική μας, οπού ακόμα και τα συναισθήματα διανοητικοποιούνται, να μπορεί κάποιος να σκέφτεται με την καρδιά, να συλλαμβάνει τα μηνύματα κατ' ευθείαν στην καρδιά του. Κι όμως, το εντυπωσιακό είναι ότι αυτή η τόσο δύσκολη, μα και τόσο σημαντική αλήθεια δεν αναφέρεται μόνο στα πνευματικά πράγματα, άλλα και στα επιστημονικά. Η καλή επιστημονική έρευνα δεν βασίζεται τόσο στην οξύνοια, όσο στη διαίσθηση. Αυτά σίγουρα δεν γίνονται κατανοητά με μια στενή, ορθολογιστική αντίληψη, γι' αυτό και αποτελεί σταθερή πίστη της Εκκλησίας ότι τα μυστήρια υπερβαίνουν την ικανότητα της σκέψης. Μυστήριο είναι κάτι το οποίο ξεπερνά τα αντιληπτικά όρια και μέτρα του ανθρώπου. Όταν όμως κανείς ταπεινώνεται μπροστά στο μυστήριο το προσεγγίζει περισσότερο. Και όσο το προσεγγίζει τόσο αισθάνεται ότι διευρύνεται ο χώρος του αγνώστου. Δεν περιορίζεται το άγνωστο, γι' αυτό και δεν μικραίνει το μυστήριο. Η λογική της Εκκλησίας αγαπά το μυστήριο δεν το φοβάται. Είναι το «έξω» από μας, είναι το «πέραν» από μας. Είναι αυτό που μας υποψιάζει και μας ελκύει στην άλλου είδους ζωή.
Το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Κυρίου, επί παραδείγματι, απ' όπου κι αν το πλησιάσει κανείς, αδυνατεί να το κατανοήσει. «Απορεί πάσα γλώσσα» να το εκφράσει και υπερβαίνει κάθε δυνατότητα διανοητική ή κατανόησή του. Προσπαθείς να το καταλάβεις και δεν μπορείς. Ταπεινώνεσαι και σου αποκαλύπτεται. Κι αύτη η αποκάλυψη είναι τόσο δυνατή, πού επιβεβαιώνει ότι η πίστη, ως οδός γνώσεως, είναι πληρέστερη και επαρκέστερη από τη σκέψη.


Μέσα από την προοπτική της πίστης διαβάζουμε και τα πατερικά κείμενα. Δεν τα διαβάζουμε για να μάθουμε, να τα αποστηθίσουμε σαν να πρόκειται να δώσουμε εξετάσεις. Ούτε πάλι τα διαβάζουμε για να εφαρμόσουμε ότι λένε, αφού πολλά απ' αυτά δεν μπορούμε να τα εφαρμόσουμε. Τα διαβάζουμε για να κρινόμαστε και να ταπεινωνόμαστε. Και όταν ή ψυχή μας ταπεινώνεται, όταν μπορεί να δακρύσει για την ανεπάρκεια της και να την αποδεχθεί εν ειρήνη τότε πιο εύκολα μπορεί να στραφεί και να ζητήσει το έλεος του Θεού. Όταν δε το έλεος του Θεού έρχεται, τότε ή εμπειρία της εσωτερικής μεταμορφώσεως αρχίζει να γίνεται η νέα, η «καινή» πραγματικότητα.
Ποια είναι αυτή η πραγματικότητα; Είναι ο Θεός και οι ανακλάσεις Του είναι ότι Αυτόν θυμίζει και ότι από Αυτόν προέρχεται. Αυτός είναι ο Ων. Αυτός είναι η αληθινή πραγματικότητα. Πραγματικότητα δεν είναι τα πάθη και οι αδυναμίες μας - αυτά αποτελούν μια νοσηρή πραγματικότητα, όσο μένουμε προσκολλημένοι πάνω τους. Όλος μας ο σκοπός, όλος μας ο στόχος, όλος μας ο αγώνας είναι να εντοπίσουμε τα πάθη μας και ταπεινούμενοι ενώπιον του ελέους του Θεού, να ζητήσουμε τη δική Του ενέργεια μέσα μας, ώστε πλέον να μην ενεργούνται άλλα να ενεργείται ή χάρις Του, και να αποκαθαίρεται ο χώρος της καρδιάς.


Η καρδιά


Θα ήταν ίσως αδικία πνευματική κατά του μυστηρίου του ανθρώπου να σχολιάσουμε αυτά που περιγράφουν τα βιβλία, χωρίς προηγουμένως να έχουμε βαπτισθεί στην κολυμβήθρα της εμπειρίας τους. Οι άνθρωποι που μπορούν να μας μιλήσουν βιωματικά για την καρδιά, είναι αυτοί που έχουν καθαρθεί με τη λεγόμενη καρδιακή προσευχή. Αυτοί δεν χρειάζεται να διαβάσουν κανένα βιβλίο- ζουν την καρδιά ζουν αυτό για το οποίο μιλούν οι Πατέρες, αυτό για το όποιο έχει μιλήσει και ο ίδιος ο Κύριος: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου» και «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία». Παρά ταύτα, αξίζει να καταθέσουμε κάτι μικρό έστω και λίγο, με την συναίσθηση πώς αυτό προέρχεται από κάποια μικρή γνώση πού όλοι μας λίγο ή πολύ έχουμε, είτε ως άμεση εμπειρία, είτε ως πόθο και εσωτερική αναζήτηση.
Κατ' αρχάς, το σάρκινο όργανο της καρδίας δεν είναι ξένο προς την εμπειρία της, διότι ό άνθρωπος είναι ψυχοσωματικός. Το σώμα με την ψυχή συνυπάρχουν και αλληλοεπηρεάζονται. Και έτσι από το χτύπο και μόνο της καρδιάς μπορεί κανείς να καταλάβει το μυστήριο της.

Ας φανταστούμε, παραδείγματος χάριν, έναν ασκητή που βρίσκεται στο κελλάκι του: Είναι βράδυ και μέσα σε ατμόσφαιρα απόλυτης ησυχίας, έχει ξεκινήσει την αγρυπνία του με τη λαχτάρα της συνάντησης του Θεού. Κάθεται ήσυχος, παίρνει το κομποσχοίνι του και αφήνει την καρδιά του ελεύθερη και το νου του καθαρό. Δεν έχει τις μέριμνες που έχουν οι άνθρωποι του κόσμου. Δεν έχει εμπάθειες με τους αδελφούς και τους συνανθρώπους του. Δεν έχει προβλήματα άμεσα πού πρέπει να επιλύσει, δεν έχει δυνατές κινήσεις εσωτερικών παθών. Δεν τυραννιέται από συγκρίσεις, μειονεξίες, ανασφάλειες, φόβους. Δεν έχει όνειρα, πράγματα πού περιμένει, ανάγκες γήινες Το μόνο πού κυριαρχεί μέσα και του είναι ή παρουσία του Θεού. Και αυτή την ποθεί, όχι για να απολαύσει την εμπειρία της, ούτε γιατί κατά κάποιο τρόπο την δικαιούται, ή γιατί θέλει να την κατακτήσει, άλλα γιατί έχει ανάγκη να ταπεινωθεί μέσα στην ατμόσφαιρα της και γιατί αισθάνεται πως ο Θεός πρέπει να ενεργήσει στην καρδιά του. Πρέπει να σβήσει ο ίδιος και να εμφανισθεί ο Θεός, να αγιαστεί ο τόπος και η στιγμή με το μυστήριο της ενανθρωπήσεως. Δεν θέλει να συνομιλήσει μαζί Του, άλλα να ζήσει την παρουσία Του και να αφεθεί στην αγκαλιά Του. Κάθεται λοιπόν, και καθώς είναι λευκασμένος ο εσωτερικός του κόσμος από οτιδήποτε άλλο, ακούει το μόνο και τελευταίο υπόλειμμα που του μένει, ως ταπεινή υπόμνηση του φυσικού ανθρώπου: το χτύπο της καρδιάς. Όλες μας οι αισθήσεις, όλες οι λειτουργίες του σώματος, όλα τα όργανα δεν είναι αισθητά. Τα νεφρά μας δεν τα καταλαβαίνουμε, ούτε το συκώτι μας, ούτε τον εγκέφαλό μας. Μόνο τους πνεύμονες αισθανόμαστε με το ρυθμό της «αναπνοής και το ανεβοκατέβασμα του στήθους, καθώς και την καρδιά και το χτύπο της με την αφή και την ακοή. Όταν λοιπόν ο προσευχόμενος ασκητής έχει τοποθετήσει την προσευχή πάνω στην αναπνοή ακολουθώντας το ρυθμό της, γίνεται κι αυτή ή λειτουργία ανεπαίσθητη. Δεν την καταλαβαίνει, γιατί καθώς εισπνέει και εκπνέει αφήνεται στην ενέργεια της προσευχής. Και ίσως τότε ακούει -διότι τότε μόνο ακούγεται- την καρδιά.

Αυτή η τελευταία υπόμνηση στον ασκητή ότι είναι και φυσικός άνθρωπος, είναι πολύ γλυκιά. Δεν θέλει να μην είναι φυσικός άνθρωπος, αφού η φυσική υπόσταση υπάρχει για να μας ταπεινώνει. Αυτό μας έχει δώσει ο Θεός, αυτή είναι η κληρονομιά της δημιουργίας Του, αυτό είναι το μεγάλο Του δώρο: να είμαστε κτίσματά Του. Δεν θα θέλαμε να είμαστε άκτιστοι, ασώματοι, ή κάτι που δεν είμαστε, αλλά αυτό και μόνο που Εκείνος κατά τη σοφή Του κρίση μας έπλασε. Αναπαυόμαστε στη σκέψη ότι είμαστε έτσι όπως μας δημιούργησε: κτίσματα δικά Του που φέρουν υλικό σώμα. Συναντούμε λοιπόν τη δημιουργία μας, ανακαλύπτουμε τη φύση μας. Αυτό το γλυκό ταπεινό βίωμα μας το δίνει η υπόμνηση του καρδιακού χτύπου κατά τη στιγμή της προσευχής, όπως την περιγράψαμε παραπάνω. Βέβαια, για την κατάσταση πού περιγράψαμε, απαιτείται εσωτερική και εξωτερική ησυχία και κάποιες συνθήκες ζωής. Αυτά δεν γίνονται από μια νοικοκυρά μέσα στην κουζίνα, ούτε από ένα δάσκαλο την ώρα που διδάσκει - μια τέτοια προσπάθεια μόνο ζημιά θα προξενούσε στην ψυχή. Τι ωραία όμως που είναι να ξέρει κανείς ότι κάποιοι άνθρωποι, δικοί Του άνθρωποι, σαν κι αυτόν, «νυκτός μετά της καρδίας των αδολεσχούσι και σκάλλει το πνεύμα αυτών» ότι αγωνίζονται να πλησιάσουν το Θεό και παλεύουν ακατάπαυστα να βγουν λίγο από την παχύτητα της φύσεως, διατηρώντας όμως πάντοτε ένα ευλογημένο υπόλειμμα. Αυτοί τροφοδοτούν την οικουμένη με τα «πέραν»,τα «επέκεινα» και τα «μείζονα». Αυτό είναι ή «καθαρά καρδία», η οποία δεν σώζει μόνο έναν -τον ασκητή- αλλά μοιράζεται και μοιράζει το αγαθό της Εκκλησίας σ όλο τον κόσμο.
 

"Να γίνεσαι μικρούλης" (κλικ εδώ)
Άλλη έννοια στην οποία αναφέρονται οι Πατέρες με τον όρο «καρδιά» είναι το συναίσθημα, ο συναισθηματικός μας κόσμος. Είναι η έδρα αυτών των στοιχείων που εκφράζουν το θυμικό της ψυχής. Κυρίως όμως, με τον όρο «καρδιά» εννοούν κάτι πολύ βαθύτερο και πολύ εσωτερικότερο: Την καρδιά της
υποστάσεως του ανθρώπου, αυτό ακριβώς που είναι ο άνθρωπος, την έδρα των αγίων αναβάσεων -«αναβάσεις εν τη καρδία αυτών διέθετα»- την πηγή των ιερών επιθυμιών, το κέντρο της αγάπης - «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου». Είναι το βαθύτερο και εσώτερο σημείο του κάθε ανθρώπου, εκεί πού κατά κάποιο τρόπο συναντούμε το Θεό.
Αυτό το σημείο πλατύνετε, ανοίγεται, διευρύνεται κι έτσι κάνουμε λόγο για «πλατυσμό της καρδιάς» - μια πολύ ωραία έκφραση που απαντά και στην Παλαιά Διαθήκη και στην Καινή, και σημαίνει το να έχει κανείς ανοιχτή τη ψυχή του, να διευρύνει τον εσωτερικό του κόσμο να μπορεί να δέχεται τη χάρι του Θεού, να φιλοξενεί γεγονότα, σχέσεις, αλήθειες, να χωρεί τους αδελφούς του, να αντέχει τη χαρά και τη λύπη.

Με άλλα λόγια, «πλατυσμός της καρδιάς» σημαίνει να είναι ό άνθρωπος δεκτικός και χωρητικός. να μπορεί να συγχωρεί, να μπορεί να ανέχεται, να μπορεί να υπομένει τον αδελφό του, να μπορεί να περιμένει το Θεό. Ο Θεός δεν βιάζεται, δεν στηρίζει την ανυπομονησία μας. Μας θέλει με υπομονή να Τον προσδοκούμε, όπως και ο ίδιος μακροθυμεί και περιμένει. Αυτό το άνοιγμα της καρδιάς, αυτό που γεμίζει με χαρά και εσωτερική πανήγυρη τον άνθρωπο, αυτό είναι ο πλατυσμός της καρδιάς.

Η ΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ


Είναι αλήθεια ότι η εποχή μας αδικεί μια μεγάλη ευλογία που έχει δώσει ο Θεός. Την ευλογία των εντολών. Θεωρεί ότι η τήρηση των εντολών αποτελεί μια μηχανική, επιφανειακή ηθική και ότι ο λόγος περί τηρήσεως των εντολών είναι μια ηθικολογία που προάγει τον ευσεβισμό.
Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Αν προσέξομε, θα δούμε ότι και το Ευαγγέλιο και η πατερική γραμματολογία [«Ν»: δηλ. τα κείμενα των αγίων διδασκάλων της Ορθοδοξίας] και η εμπειρία της Εκκλησία, είναι γεμάτα από προτροπές για τήρηση των εντολών και προσδιορίζουν την αγιότητα -μεταξύ άλλων- και ως έκφραση της τηρήσεως των εντολών· «εάν αγαπάτε με, τάς εντολάς τάς εμάς τηρήσατε», λέει ο ίδιος ο Κύριος. Η προσπάθεια τηρήσεως των εντολών μάς μεταφέρει από την αμφιβολία και τους επικίνδυνους ακροβατισμούς των «βιωμάτων», στην πραγματικότητα των αδυναμιών μας.
Διαβάζουμε συχνά ένα βιβλίο, κάνουμε μια ωραία συζήτηση, μιλάμε για τον πλατυσμό της καρδιάς, για τις αναρριχήσεις του νοός, για τις πνευματικές αναβάσεις, και μετά από λίγο μας διακόπτει ο άντρας ή η γυναίκα μας στο σπίτι, και αντιδρούμε με ένταση και εκνευρισμό. Τι έννοια έχουν τότε όλες αυτές οι συζητήσεις; Κρατάμε το κομποσχοίνι στο χέρι, τηρούμε ίσως τις νηστείες, επειδή έτσι μάθαμε, αλλά δεν μπορούμε να τηρήσουμε τις εντολές της αγάπης, της υπομονής. Και της αμοιβαίας ανοχής, της συγχωρητικότητας. Νοείται το εξής φαινόμενο: Ενώ εμφανιζόμαστε με μια μοναχικού χαρακτήρα παραδοσιακότητα είμαστε πολύ σκληρόκαρδοι άνθρωποι. Αυτό που μαλακώνει την ψυχή σαν σφυρί που τη χτυπάει, είναι οι εντολές και ο αγώνας τους.
Οι εντολές υπάρχουν για δύο λόγους: πρώτον, για να μας ταπεινώνουν και, δεύτερον, για να μας δείχνουν την πορεία μας.




Πόσο αγώνα έχει μια εντολή! Πόση προσπάθεια! Είναι πιο εύκολο να διαβάσουμε ένα κομμάτι από τη Φιλοκαλία ή τα Ασκητικά του Αββά Ισαάκ, να νομίσουμε ότι το καταλάβαμε και να αισθανθούμε ότι φτάσαμε σε μια δήθεν «πνευματική κατάσταση», από το να προσπαθήσουμε να μην πούμε ένα ψέμα από αυτά πού αποκαλούμε συμβατικά ψέματα, ή από το να δεχθούμε το παιδί μας όπως είναι, ή να ανεχθούμε τους γονείς μας ή αμοιβαία ό ένας τον άλλο. Βλέπουμε λοιπόν, ότι όταν προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές δυσκολευόμαστε πολύ. Κι έτσι, ταπεινωνόμαστε ενώπιον τους. Οι εντολές όμως πέρα από το γεγονός ότι μας ταπεινώνουν, λειτουργούν και ως οδοδείκτες στην πορεία μας. Βλέπει κανείς πολλές φορές στους ορεινούς δρόμους να υπάρχουν στα δεξιά και αριστερά της ασφάλτου, πάσσαλοι με φθορίζουσα ύλη πάνω τους, ώστε να δείχνουν το δρόμο, όταν αυτός καλύπτεται από τα χιόνια. Το ίδιο κάνουν κι οι εντολές· μας δείχνουν πού πορευόμαστε
Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό να αναζητήσει κανείς, με τη συμπαράσταση του πνευματικού του, να προσδιορίσει τις εντολές για τις όποιες πρέπει να αγωνιστεί στη ζωή του. Με αυτό τον τρόπο μαθητεύει συνεχώς στο συγκεκριμένο αγώνα του. Δεν δικαιολογεί εύκολα τον εαυτό του όταν δεν τα καταφέρνει, δεν αδιαφορεί. Στέκεται με τιμιότητα απέναντι στην αλήθεια. Δεν ψεύδεται, ούτε ξεγελά τον εαυτό του, αλλά κοιτάζει ποιες από αυτές τις εντολές θα εφαρμόσει και σε ποιο βαθμό. Έτσι, διακρίνει το δρόμο και την πορεία του, και στη συνέχεια ζητάει με την προσευχή του την ενέργεια του Θεού και την ευλογία Του ώστε, αν κάποια από τις εντολές μπορεί να μεταμορφωθεί σε εμπειρία προσωπική, αυτό να γίνει μόνο με τη χάρι του Θεού. Στην πνευματική ζωή, οι αρετές δεν αποτελούν κατάκτηση ή επίτευγμα, αλλά δώρο Θεού και καρπό του Αγίου Πνεύματος. Σε μας ανήκει η συναίνεση και η εμπιστοσύνη στη χάρι Του. 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Αυθόρμητη αρχιτεκτονική στο Άγιο Όρος

Άγιοι τόποι της Αμερικής: Το Ερημητήριο της Αγίας Μεταμορφώσεως στην Sunshine Coast της British Columbia (Καναδάς)

 
ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Ιδρύθηκε από τον Πατέρα Gregory Papazian στο Κεμπέκ το 1977, η κοινότητα των μοναχών μεταφέρθηκε στο Sunshine Coast γύρω στο 2000. Αυτό το ερημητήριο ανήκει πραγματικά σε μια άλλη σφαίρα, της αιώνιας βασιλείας του Κυρίου.
Η σκήτη βρίσκεται στο Sunshine Coast της BC, προσβάσιμη μόνο με πλοίο από την περιοχή του Βανκούβερ.

Οδηγάς στους δρόμους της χώρας για περίπου δέκα λεπτά για να φτάσεις στο δρόμος πρόσβασης προς τη σκήτη. Το οικόπεδο δωρήθηκε από ένα ζευγάρι Ορθόδοξων και οι μοναχοί πέρασαν σχεδόν ένα χρόνο κατασκευάζοντας αυτό το όμορφο σπίτι.
Ο εσπερινός ξεκινά με καμπάνες και σήμαντρα.
Στο τέλος του Εσπερινού, έχει βραδινή τράπεζα (δείπνο) και μετά γίνεται το Απόδειπνο.
Σε τέσσερις, ακούγεται και πάλι το σήμαντρο για Όρθρο.


 
Το ερημητήριο χτίστηκε από τετράγωνους κορμούς. Σε πρώτο πλάνο μπορείτε να δείτε τον υπαίθριο φούρνο για ψωμί και το φράχτη του κήπου για το μοναστήρι.
 
Εδώ είναι οι ίδιοι οι μοναχοί, από αριστερά προς δεξιά:
Διάκονος Σαμουήλ, ο αδελφός του Μωυσής και ο γέροντας του σπιτιού, Ηγούμενος Γρηγόριος, μοναχός του μεγάλου σχήματος.
Ο Μωυσής είναι ένας ταλαντούχος αγιογράφος και ξυλόγλυπτης.


Φωτογραφία της αγίας Όλγας της Αλάσκας πάνω στο ράφι.
 
Η βεράντα εισόδου στα αριστερά οδηγεί στο μπροστινό αίθουσα και απευθείας στο παρεκκλήσι.
 
Μια άλλη γωνία, το κυρίως καθιστικό.
 
ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ
 
Το εσωτερικό του ερημητήριο είναι ντυμένο με ένα απλό ασβέστη. Τα πάντα είναι πολύ καθαρά και απλά. Υπάρχει άρωμα των βοτάνων. Η νύχτα ήταν φωτεινή και ζεστή, με ένα δροσιστικό αεράκι.
 

Το ερημητήριο είναι συνήθως κλειστό για τους επισκέπτες, ωστόσο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να έρθουν σε Μέγα Εσπερινό στις 5:00 μ.μ. και τα Σάββατα και τις παραμονές των εορτών καθώς και στη Θεία Λειτουργία στις 9:00 πμ τις Κυριακές και τις γιορτές. Παρακαλούμε καλέστε το γραφείο της για να επιβεβαιώσετε.

Church Address:
RR 6, 160 Williamson's Landing Rd
Gibsons, BC V0N 1V6
Office: 604-886-5765
http://www.oca.org/


Επισκεφτείτε και:
Άγιοι τόποι της Αμερικής: Μονή Αγ. Αντωνίου, Αριζόνα
Στη στήλη μας "Ενδιαφέροντα & χρήσιμα" μπορείς να δεις ενδιαφέροντες ορθόδοξους ιστότοπους της Αμερικής.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Το κελλί μας διανυκτερεύει - Ποιοι προσεύχονται για μας απόψε;


Απόψε στο Άγιο Όρος και σε άλλα μοναστικά-πνευματικά κέντρα της Ορθοδοξίας σε όλο τον κόσμο, κάποιοι ταπεινοί άνθρωποι αγρυπνούν κάνοντας προσευχή για όλο τον κόσμο.
Κάποιοι ερημίτες σε δάση και σπηλιές, κάποιοι μοναχοί σε μικρά κελλιά, άγνωστοι σε μας αλλά γνωστοί στο Θεό, πιθανόν όμως και ολόκληρες μοναστικές αδελφότητες, διανυκτερεύουν προσευχόμενοι για σένα, αδελφέ μου, αδελφή μου, για μένα, για τους δικούς μας, για όλη την ανθρωπότητα.
Δεν προσεύχονται μόνο για να σώσουν την ταπεινή ψυχούλα τους, αλλά για τη βοήθεια, την ευλογία και τη σωτηρία όλου του κόσμου. Αυτό είναι το έργο των μοναχών στην Ορθοδοξία - και δευτερευόντως κάνουν και πολλά άλλα πνευματικά και κοινωνικά έργα.
Αλλά και ιερείς μέσα στον κόσμο, καθώς και λαϊκοί, δηλ. όχι ιερείς και μοναχοί, υπάρχουν, που προσεύχονται με φλόγα αγάπης για όλο τον κόσμο και κάποιοι απ' αυτούς ξενυχτούν απόψε για σένα, χωρίς να σε γνωρίζουν. Ξενυχτούν για τον πονεμένο, το δυστυχισμένο, τον αδικημένο, για κάθε ψυχή.
Και ο Θεός ακούει. Η Παναγία ακούει. Οι άγιοι ακούνε. Μπορεί να φαίνεται πως δεν ακούνε, αλλά όταν φανεί ότι ακούνε, θα φανεί για τα καλά.

Ο γέροντας Πορφύριος έβλεπε τις νυχτερινές προσευχές των Αγιορειτών ν' ανεβαίνουν στον ουρανό σαν καπνοί λιβανιού. Ο γέροντας Σωφρόνιος, κατά την προσευχή του υπέρ όλου του κόσμου, ένιωθε την κακία των ανθρώπων να βαραίνει σα σκοτεινό σύννεφο την καρδιά του. Πρόσθετε όμως ότι, αν δεν υπήρχαν άνθρωποι που προσεύχονται με ένταση υπέρ του κόσμου, η «εξουσία του σκότους» θα ισχυροποιούσε την κυριαρχία της σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι σήμερα (Περί προσευχής, 1994, σελ. 93-94).
Ο άγιος Βαρσανούφιος είχε πει πως οι προσευχές τριών αγίων της εποχής του εμπόδιζαν την καταστροφή του κόσμου: κάποιου από τους Αγίους Τόπους, ενός Ηλία από την Κόρινθο και ενός Ιωάννη από τη Ρώμη.

Αυτοί λοιπόν είναι οι ξενύχτηδες του Θεού. Οι ξενύχτηδες που φροντίζουν όχι να λυθούν ως διά μαγείας αυτόματα τα προβλήματά μας, αλλά να μένει κάποιο Φως ανοιχτό, για να βρίσκουμε το δρόμο μέσα στη Νύχτα και να τον δείχνουμε και σε άλλους με την αγάπη και την ιεραποστολή μας. Οι ξενύχτηδες κάθε νύχτας...
Μη σταματάς, αδελφέ μου, αδελφή μου, ένωσε την προσευχή σου μαζί τους. Ένωσε την αγάπη σου με τη δική τους, ένωση την καρδιά σου με τη δική τους. Η Νύχτα προχωράει και χρειάζομαι το Φως σου κι εσύ το δικό μου και όλοι μαζί το Φως των προσευχών εκείνων των αφανών ορθόδοξων πνευματικών εργατών και - πάνω απ' όλα - το Φως στο οποίο οδηγούν όλα αυτά τα μικρά Φώτα των προσευχών μας: το Φως του Χριστού, το Φως Που Δεν Είναι Φως Και Γνωρίζει Το Όνομά Μας.
Αναρωτιέμαι αν στις διάφορες αιρέσεις που έχουν γίνει μόδα και χιονοστιβάδα στην εποχή μας υπάρχουν πολλοί, ή έστω και ένας, που ξενυχτάει απόψε προσευχόμενος αθόρυβα και ταπεινά για όλο τον κόσμο... Αν υπάρχει, ο Θεός ας τον ελεήσει κι ας λάμψει μέσα του το Φως της Αλήθειας και της Αγάπης.

Και: 

Περί προσευχής, κάτι βαθύ
Γίνε κι Εσύ Πολεμιστής του Φωτός
Θεραπεία της μοναξιάς (ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ...)
ΠΩΣ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ…
ΕΛΑ ΟΠΩΣ ΕΙΣΑΙ !

 
Πόνος και Φως 
Τα "Δάκρυα της Παναγίας", σχέδια αυτοκτονίας & πώς κάνουν εμπόριο οι Αγιορείτες...
Η αρμονία των πλασμάτων & η κληρονομιά του γέροντα Παΐσιου

Ένα μυστήριο που μας κυνηγάει από παιδιά
Η θρησκεία της χαράς - Γελαστοί άγιοι
"Μαγεία! Ευλογία! Μέθη!": Η εξομολόγηση ενός μοναχού

Άγιοι της διπλανής πόρτας 

Orthodox Holiness - The New Martyrs of Bosnia

Icon of the New Martyrs of Bosnia
Icon of the New Martyrs of the Diocese of Dabro-Bosnia
 
Orthodox England

The Orthodox Church in Bosnia-Herzegovina was called on to suffer trial and tribulation on more than one occasion during the twentieth century. First of all, there was World War One and the terror campaign of Austro-Hungarian troops and police, then the genocide during the years of the Ustashi (Croat Nazi) puppet regime in Independent Croatia between 1941 and 1945, then the terror of Tito's partisans and the Communist repression of the post-war years, and finally the bloody trials of the Civil War of 1992-1995.

Sharing in the fate of its flock in the years of national suffering, the Serbian Orthodox Church has shone forth to the world a host of New Martyrs and Confessors for the Faith of Christ. The recent canonization of these martyrs and confessors for Orthodoxy in those lands has paid tribute to their spiritual exploits. The canonization of these newly-glorified saints, who suffered for the Faith during the First and Second World Wars and the Communist terror, took place in May 2005 at the Monastery of Zhitomislich (Bosnia and Herzegovina), where the Council of Bishops of the Serbian Orthodox Church was then gathered
Below we give brief accounts of the lives and sufferings of these newly glorified saints: 

Priest Momchilo Grguchevich was born in 1906 in Foche (Srbinie). He finished seminary in Sarajevo in 1928 and was ordained deacon and then priest in 1929. He served as parish priest in Chelebichi until his martyr's death on 29 November 1945. During the Second World War he had been sentenced to death several times, but remained alive by the mercy of God. In November 1945 he was captured by Communists and executed. According to one account, he was beheaded and his head was sent as a trophy to the Communist headquarters in Chelebichi. Forty-five years later his son, Vasily, was given his father's remains and had them buried by the church in Chelebichi.
 
Priest Dobroslav Blazhevich was born in Visoko in 1916. He finished seminary in Sarajevo and was ordained deacon and priest in 1939. He was captured by the Ustashi in June 1941 and brutally murdered on the road to Bugojno. His body was not found.
 
Archpriest Milan Bozhich was born in Glamoch in 1885 and finished seminary in Relievo. He was ordained deacon and then priest in 1909. During the First World War he was arrested by the Austrian forces of occupation and imprisoned in Travnik, Zenica and Arad. In May 1941 he was arrested by the Ustashi in Sarajevo and then sent to Zagreb, where he was held together with the holy Hieromartyr Peter (Zimonich), Metropolitan of Dabro-Bosnia. From there he was sent to the concentration camp in Danic, then to Gospich, where on the night of 1/2 July 1941 he was martyred.
 
Hieromonk Michael Dzhusich was born in Gledich in 1911. He finished the Theological Faculty and took his monastic vows on 6 January 1934 In the same year he was ordained hierodeacon and hieromonk. His professor was Fr Justin (Popovich). During the War he helped his people. In May 1945 he was captured by partisans together with Protosingel John (Rapaich) and shot in Blazhuje near Sarajevo.
 
Singel John Rapaich was born in 1910. He finished seminary in 1931 and then taught at the Theological Faculty in Belgrade. He was active in helping St Nicolas (Velimirovich). In May 1945 he was captured by partisans together with Hieromonk Michael (Dzhusich). Both were imprisoned, starved and beaten. They were released for a few days, but then on 28 May 1945 they were sent to Sarajevo. They were shot in the village of Blazhuje. According to eyewitnesses they had both been forced to dig their own graves.
 
Priest Jovan Zechevich was born in 1895 in Bosnisky Novy. He finished seminary in Sarajevo and was ordained deacon and priest in 1922. In June 1941 he was abducted by the Ustashi with a group of Serbs, taken to Koprovinc, tortured and then murdered.
 
Priest Bozhidar Iovich was born in Busovach in 1912. He finished seminary in Sarajevo and was ordained deacon and then priest in 1937. After the Second World War he was sentenced to prison for eight years. He died on 9 May 1951 in a penal institution in Zenica.
 
Archpriest Bogdan Lalich was born in Sarajevo in 1889. He finished seminary in Prizren in 1912 and was ordained deacon and priest in 1914. In July 1941 he was captured by the Ustashi and imprisoned in the seminary building in Sarajevo. He was then sent to the concentration camp in Gospich, where he died.
 
Priest Tifun Maximovich was born in Zenika near Sarajevo in 1873. He finished seminary in Relievo and was ordained deacon and priest in 1899. He was persecuted by the Austrian authorities for his missionary activities among Serbs. They arrested him at the outbreak of the First World War and he was shot in Semizovec in September 1914 and buried there.
 
Priest Velimir Miyatovich was born in Sokoc in 1901 and finished seminary in Sarajevo. He was ordained priest in 1923. When the Second World War broke out, he was expelled to Serbia by the Ustashi. He was shot by partisans in March 1945.
 
Priest Bozhidar (Bozhina) Minich was born in Kolashino in 1901. He finished seminary in Sarajevo and was ordained deacon in 1926 and priest in 1927. He was shot by partisans in 1945.
 
Priest Miladin Minich was born in Plevlia in 1913. He finished seminary in Sarajevo and was ordained priest in 1937. Immediately after the proclamation of an independent Croatian State in 1941, he was murdered by the Ustashi in the parish house in Bileshevo.
 
Bishop Barnabas (Nastich) was born in Gary near Chicago on 31 December 1914. He lived in the USA with his parents until the age of eight, when his family returned to their native land and lived in Sarajevo. After high school he entered the Theological Faculty in Belgrade with the blessing of St Nicholas (Velimirovich). He graduated in 1937 and was appointed catechist at the National Teachers’ College and High School in Sarajevo.
He took his monastic vows in the Monastery of Mileshevo in 1940, taking the name Barnabas. He was ordained hierodeacon by Hieromartyr Peter (Zimonich), Metropolitan of Dabro-Bosnia. The Second World War found Fr Barnabas in Sarajevo, where he remained during the whole sorry period of the independent Croatian State, sharing the fate of his people. The leader of the Croat Ustashi, Ante Pavelich, invited him to Zagreb and offered him the position of Bishop in the Croatian Orthodox Church, which had been set up at that time. Fr Barnabas categorically refused.
In 1947 he was chosen Vicar-Bishop of Khvostan. In 1948 he was sentenced by a Communist tribunal in Sarajevo to ten years of strict incarceration for ‘treachery, weakening the economic and military power of the nation, aiding terrorist groups, making enemy propaganda and spying for the Anglo-Americans’, as is noted in the records of the Sarajevo District Tribunal on 1 March 1948.
He began his sentence in Zenica in solitary confinement and was subject to humiliations and mockings. In 1949 he was transferred to prison in Sremska Mitrovica. During his transfer, Bishop Barnabas and other prisoners were involved in a railway accident, as a result of which both his legs and one arm were broken. The police stopped any witnesses from giving the injured first aid. Moreover, in the operation theatre at hospital, secret police officers prevented the doctors from giving medical assistance. After several months in hospital, Bishop Barnabas was sent to Belgrade. Here he was confined in the Monastery of the Presentation, where he spent about a year, lying down.
In view of the fact that Orthodox faithful began to make frequent visits to the Bishop, the secret police transferred him to the Monastery of Gomionica near Sarajevo, where he remained under house arrest until 1960. After serving his term, the Bishop was forbidden to return to his Diocese and he moved to the Monastery of Krushedol on Mt Frushka and then to the Monastery of Beochin, where he passed away on 12 November 1964 in unexplained circumstances. According to one account he was poisoned.
 
Archpriest Marko Popovich was born in Kupres in 1876. He finished seminary in Relievo and was ordained deacon and then priest in 1901. During the First World War he was arrested by the Austrian authorities. On 6 June 1941 he was arrested by the Ustashi and on the night of 23/24 June he was brutally murdered. In 1952 his remains were exhumed and reburied in the cemetery in Bugojno.
 
Archpriest Dimitri Rayanovich was born in Novy Varosh in 1909. In 1931 he finished seminary in Prizren and was ordained deacon and priest in 1932. He was captured by the Ustashi in 1941 and murdered near Iliyasha.
 
Priest Budimir Sokolovich was born in Tegara in 1910. He finished seminary in Cetinje in 1931 and was ordained deacon and priest in the following year. In 1942 he served in Zlatibor. In 1945 he was shot by partisans in Milyevin.
 
Priest Relia Spakhich was born in Rogatica in 1906. He finished seminary in Sarajevo and was ordained deacon and priest in 1927. On 10 August 1941 he was shot by the Ustashi together with 27 parishioners in woods near Butmir.
 
Priest Laza Chulibrk was born in Voyevc in 1847. Later he became a deacon and priest. During the First World War he was interned in Arad, where he passed away on 12 March 1915.
 
Priest Savo Shkaliak was born in Lachani near Pleval in 1909. He finished seminary in Prizren in 1931 and was ordained deacon and priest in 1932. During the Second World War he served in the Diocese of Zhicha. He was murdered in Slovenia in 1945.
 
Priest Savo Shkaliak was born in Stupen. After finishing seminary in Relievo he was ordained deacon and then in 1907 priest. At the outbreak of the First World War he was held hostage by occupying forces. Fr Savo was tortured and taken out to be shot on several occasions. He passed away in hospital in Sarajevo on 9 April 1918.
 
Priest Milorad Vukoiichich was born in Pleval in 1917. He finished seminary in Sarajevo and was ordained deacon and priest in 1940. He was sentenced to death by a partisan military tribunal as a ‘chetnik’. The sentence was carried out in 1945.
 
Priest Ratomir Yankovich was born in Pleval in 1915. He finished seminary in Sarajevo in 1937 and was ordained deacon and priest in 1938. He was shot by Italian occupying forces on 4 December 1941.
 
Archpriest Mikhailo Yevchevich was born in the village of Zhirch in 1891 and was ordained priest in 1913. He was shot by partisans in Novy Pazar in 1945.
 
Priest Dushan Priovich was born in Pleval in 1906. He finished seminary in Prizren in 1928 and was ordained priest in 1929. He was shot by partisans in Pleval in spring 1946.
 
Priest Dobrosav Sokovich was born in Mokroni near Vishegrad in 1915. After finishing seminary in Sarajevo he was ordained priest in 1939. He was arrested by the Ustashi on 25 July 1941 and later sent to Sarajevo, where he was murdered.
 
Abbot Nestor (Trkulia) was born in Tsrny Lug in 1899. He finished the school in the Monastery of Rakovica and took his vows in the same Monastery in 1924. He was ordained hieromonk in the same year. He became Abbot of the Monastery of Mileshevo before the outbreak of the War. He was shot by partisans in 1941 and buried in his Monastery.
 
Archimandrite Seraphim (Dzarich) was born in Ochevino near Pleval in 1875. He finished the two-year priests’ courses in the seminary in Prizren. He took his monastic vows in Holy Trinity Monastery near Pleval in 1897. He was ordained hierodeacon in 1898 and hieromonk in 1900. He was a brother and then main priest of Holy Trinity Monastery. He was awarded the order of St Savva (4th and 5th degrees) in 1924 and 1925. He was shot by partisans in Pleval on 1 December 1941.
 
Priest Andriya (Shilyak) was born in Pleval in 1898. He finished the theological school in Prizren in 1921 and was ordained deacon and then priest in 1922. He particularly proved his missionary abilities in his work with the Red Cross, for which he was awarded silver and gold medals. He was shot by Italian occupying forces in 1941.
 
Archpriest Slobodan (Shilyak) was born in 1881 at Ilina Gora near Pleval. He finished seminary in Prizren and was ordained deacon and priest in 1903. During the Balkan Wars he served as a military chaplain. During the First World War he was arrested and sent together with a group of well-known Serbs from Pleval to a camp in Boldogason in Hungary. He was shot by partisans in Kosanice on 5 December 1943.
 
Protopresbyter Simo Baniac was born in 1871 in Gorny Rybnik. He finished seminary in Relievo in 1893 and was ordained priest in 1897. He was butchered by the Ustashi in 1941.
 
Protopresbyter Mirko Stoisavlevich was born in Otishiche in 1885. He finished seminary in Zadar in 1908 and was ordained deacon and priest in 1909. He was captured by the Ustashi on 30 June 1941, tortured and murdered.
 
Protopresbyter Milan Baniac was born in Drvar in 1886. After finishing seminary in Prizren in 1910 he was ordained deacon and priest. He served in Banja Luka. He was captured by the Ustashi on 14 June 1941 and murdered after being brutally tortured. Priest Milan Golubovich suffered with him.
 
Protopresbyter Vukosav Milanovich was born in the village of Savai near Bosnisky Petrovec. He finished seminary in Relievo and was ordained priest in 1892. Fr Vukosav was captured by the Ustashi, who murdered his children and savagely tortured him. He died from his injuries after torture in Lica.
 
Protopresbyter Milan Popovich was born in Bosniska Gradishka in 1874. He finished seminary in Relievo in 1899 and was ordained deacon and priest in the same year. He was captured by the Ustashi in July 1941 and imprisoned in Kulen Vakuf. He was brutally tortured, then had his throat was slit and his body was thrown into a pit.
 
Priest Rodoliub Samardzhich was born in Rogatice in 1907. He finished seminary in Sarajevo and was ordained deacon and then priest in 1931. He was murdered by the Ustashi in June 1941.
 
Priest Damian Shtrbac was born in Plaven near Knin in 1912. He finished seminary in Cetinje in 1932. Two years later he was ordained deacon and then priest. At the outbreak of the First World War he was in Bosanky Grakhov. He was captured by the Ustashi in June 1941 and tortured. He was sent to Klin and then to the camp in Gospich. Before his murder his skin was flayed from his body. His body was thrown into a chasm at Yadovna. 

Hierodeacon Ignaty (Shestakov)
Translated by Priest Andrew Phillips

See:
New Martyrs Avakum the Deacon from Bosnia & Paisius the Abbot of Serbia

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Τρία βιβλία: Αηδονόπιτα - Αντίδωρο - Η αγάπη είναι απλή, μα θέλει κόπο...


Η αηδονόπιτα

Ισίδωρος Ζουργός
Εκδόσεις Πατάκη, 2008
597 σελ., ISBN 978-960-16-2752-6


Η περιήγηση ενός Αμερικανού φιλέλληνα στον κόσμο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και η μανική του προσήλωση στον αγώνα των λαών ενάντια στην απολυταρχία δίνουν αφορμή να ξεδιπλωθούν πέντε χρόνια πολέμου και ονείρων, από τον ξεσηκωμό της Μακεδονίας ως τα βουνά του Ασπροπόταμου, της Ρούμελης κι από κει στο έγκλειστο Μεσολόγγι.
Η "Αηδονόπιτα" είναι ένα μυθιστόρημα μιας μεγάλης περιπέτειας, που στις σελίδες του συναντάμε τον Νικόλαο Παπάφη, τον Κασομούλη, οπλαρχηγούς της Ρούμελης και του Ολύμπου, τον Μπάιρον, ακόμα και τον Ανώνυμο, τον συγγραφέα της "Ελληνικής Νομαρχίας".
Είναι ένα βιβλίο στραμμένο στον αγώνα του ανθρώπου για ελευθερία και αυτοδιάθεση, μα πιο πολύ στο ζεστό κουκούλι του έρωτα, που είναι ο δρόμος και ο βατήρας της άλλης ελευθερίας, της υπαρκτικής. Όλα αυτά συμβαίνουν στις ατραπούς μεγάλων ταξιδιών, καθώς η ανθρώπινη μοίρα, δεμένη πισθάγκωνα στο μεσιανό κατάρτι, χαρτογραφεί με το βλέμμα της τα έσχατα του ωκεανού.


Δείτε αρκετές παρουσιάσεις εδώ, απ' όπου και το παρόν σημείωμα.

Αντίδωρο 


Μαρία Μουρζά
Εκδόσεις Άθως 2011 (μπείτε εδώ).
ISBN: 9789604950270 

Ο πόνος, η μοναξιά, η αβεβαιότητα, έχουν γίνει γνωρίσματα του απομακρυσμένου από τον Θεό και τον πλησίον ανθρώπου της σύγχρονης εποχής, αφήνοντας ουλές ανεξίτηλες στη ψυχή του. Σ'αυτόν τον πονεμένο άνθρωπο απευθύνονται τα κείμενα του πονήματος αυτού. Κείμενα Ορθόδοξης βιωματικότητας και αυτογνωσίας. Κείμενα μέσα από τα οποία η συγγραφέας καταθέτει λόγο όχι κατηχητικό, αλλά βαθειά βιωματικό, λόγο που είναι κόπος από κόπο και πόνος από πόνο. Και γι αυτό, στην καρδιά του πάσχοντος ανθρώπου των χαλεπών καιρών μας, μπορεί να γίνει βάλσαμο παρηγορητικό, σαν ένα απλό δώρο από τα βάθη της καρδιάς.

Περιεχόμενα

Πρόλογος
Εκκλησία, η μάνα μας 

Της ακαρπίας το όνειδος
Ετέχθη ημίν 

Εν μέσω χειμώνος
Η δωρεά της επόμενης ημέρας
Η Παναγία του πόνου 

Αν γίνετε άγιοι, θα σώσετε τα παιδιά σας
Ιδού η Μήτηρ σου... 

Μετανοίας ο καιρός
Δεύτε λάβετε Φως!
Έρχου, Κύριε Ιησού...

 
Η αγάπη είναι απλή μα θέλει κόπο
Δρόμοι για την σύγχρονη οικογένεια


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δομή - Αρχονταρίκι, 2012
288 σελ.
ISBN 978-960-9794-02-2


Η οικογένεια είναι ευλογία. Πως όμως γίνεται ταυτόχρονα σταυρός και φορτίο;
Στο βιβλίο αυτό, ο γνωστός για τις εποικοδομητικές του προσεγγίσεις στο χώρο των ανθρωπίνων σχέσεων και της οικογένειας, ο π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός, αναλύει με γλαφυρότητα τους δρόμους για μια ευλογημένη σύγχρονη οικογένεια.


"Η αγάπη είναι απλή μα θέλει κόπο"!
Μία αλήθεια η οποία περιγράφει τι είναι αληθινά η οικογένεια. Μία κοινωνία ανθρώπων που θέλουν να δίνουν και να παίρνουν αγάπη, με απλούς τρόπους και αυτονόητη απλότητα, μα που δυσκολεύονται πολύ, γιατί όλα θέλουν κόπο. Και ζούμε σε μία εποχή η οποία έχει μάθει τον κόπο να τον αφήνει στην άκρη και είναι δύσκολο να πείσουμε τους εαυτούς μας και, κυρίως, τα παιδιά μας, ότι δεν είναι μόνο δικαίωμα η αγάπη, αλλά επιλογή και κόπος που ομορφαίνει και νοηματοδοτεί τη ζωή μας...


Απόσπασμα (από εδώ):

Μία συζήτηση με μαθητές... για την Εκκλησία... 


Σε μία συζήτηση με μαθητές άκουσα για μία ακόμη φορά τις γνωστές επιφυλάξεις –κατηγορίες- προβληματισμούς για την Εκκλησία. Τα οικονομικά σκάνδαλα, η περιουσία, τα χρυσά στα άμφια και τα στολίδια των επισκόπων, η γλώσσα. Αναπαραγωγές στερεοτύπων των μεγάλων, της τηλεόρασης και των Μ.Μ.Ε, όλα ως δικαιολογίες γιατί η Εκκλησία δεν μπορεί να αγγίξει τη νέα γενιά. Ατολμία και αδιαφορία για να ψάξουν τα παιδιά ποια είναι η Εκκλησία και τί εκφράζει, ποιος είναι ο λόγος του Χριστού και γιατί αυτός ο λόγος ήταν, είναι και θα είναι επίκαιρος.

Η πρώτη μου αντίδραση αυθόρμητα με κάνει να θέλω να πω ότι δεν φταίνε τα παιδιά. Φταίμε εμείς οι παπάδες που δεν είμαστε αυτό που θα έπρεπε, φταίνε οι γονείς που μεταφέρουν τις προκαταλήψεις τους, την αδιαφορία τους για τις αξίες με τις οποίες θα έπρεπε να μεγαλώνουν τα παιδιά τους, ακόμη και για την απουσία τους από την ζωή τους, που κάνει τα παιδιά να μην συζητούν στα σπίτια τους για το τί είναι σωστό και τί λάθος. Φταίει η τηλεόραση που παίζει τα παιχνίδια της κάνοντας τα παιδιά να μην έχουν προσωπική άποψη, αλλά όντας ευκολόπιστα, να σαρώνουν τα πάντα για να δικαιολογήσουν την αδιαφορία τους. Φταίει το σχολείο, οι θεολόγοι που δίνουν γνώσεις, αλλά όχι ζεστασιά, που δεν ζούνε οι ίδιοι τη ζωή της Εκκλησίας με χαρά, για να βγάλουν αυτή την χαρά στη ζωή των μαθητών τους. Όλοι φταίνε, εκτός από τα παιδιά.
Καθώς προχωρούσε η συζήτηση, μία σκέψη τριβέλιζε το μυαλό μου. Ως πότε θα αθωώνουμε, θα λειτουργούμε προστατευτικά έναντι των παιδιών, θα δικαιολογούμε, θα ωθούμε τα παιδιά να συνεχίζουν να παραμένουν στην μακαριότητά τους; Γιατί όλο αυτό το «κατηγορώ», σε πολλές περιπτώσεις δικαιολογημένο, δεν επαρκεί, για να ερμηνεύσουμε ένα φαινόμενο, το οποίο σημαδεύει πλέον την εποχή μας. Έχουμε εκχωρήσει τις ευθύνες μας στους άλλους και συνεχίζουμε αμέριμνοι τα προγράμματά μας, τις ζωές μας, δικαιολογούμε τον εαυτό μας για τα λάθη, τις αποτυχίες, τις αμαρτίες μας, ακόμη και έναντι του Θεού είμαστε «εντάξει», δε φταίμε σε τίποτα. Κι Εκείνος είναι «υποχρεωμένος» να αποδεχθεί τις δικαιολογίες μας, γιατί ο Θεός είναι αγάπη!
Ο Αββάς Αλώνιος στο Γεροντικό λέει: «Αν δεν πη ο άνθρωπος στην καρδιά του, εγώ μονάχος και ο Θεός είμαστε στον κόσμο, δεν θα βρη ανάπαυση». Δεν θα κρατήσω την ερμηνεία του θείου έρωτα. Θα το δω στην προοπτική τη δική μας. Αν δεν αναλάβουμε ευθύνη να πάρουμε απόφαση τί είναι για μας ο Θεός, τι ο εαυτός μας, τί ο κόσμος, δεν θα βρούμε ανάπαυση. Αν για όλα πάντα θα φταίνε οι άλλοι (και όντως φταίνε σε πολλά ), τότε θα παραμείνουμε «δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα», αποχαυνωμένοι και ευχαριστημένοι που έχουμε δικαιολογία για να συνεχίζουμε να ζούμε όπως ζούμε και να ονειρευόμαστε ότι θα επανέλθει το υπό κατάρρευσιν υπερκαταναλωτικό όνειρό μας. 


Είπα στα παιδιά, όταν με ρώτησαν, γιατί είμαι στην Εκκλησία, γιατί είμαι Ορθόδοξος σήμερα, ότι στην Εκκλησία βρήκα τον μοναδικό εκείνο χώρο και τρόπο στον οποίο η αγάπη, όχι για έναν αλλά για όλους, για το Θεό και τον άνθρωπο, δεν είναι αδυναμία. Μόνο στην Εκκλησία σου αναγνωρίζεται το δικαίωμα και η χαρά να αγαπάς. Με τα λάθη και τις αδυναμίες σου, τις πτώσεις και τις αντιστάσεις σου. Σε κανέναν χώρο εγώ, τουλάχιστον, δεν συνάντησα την αντίληψη ότι να αγαπάς δεν είναι ντροπή, ότι ο δρόμος σου είναι «με το σταυρό στο χέρι» και επιτέλους αυτό δεν είναι κακό.
Δεν ξέρω αν κάποιοι από τους μαθητές προβληματίστηκαν. Μάλλον ξέρω ότι σε κάποιον νέο διάλογο πάλι για τις περιουσίες και τα σκάνδαλα θα μιλάμε. Πόσες μερίδες φαγητό δίνει η Εκκλησία, πόσα ιδρύματα λειτουργεί, πόσα κουδούνια ηχούν στις στολές των δεσποτάδων και πόσο αξίζουν τα δεσποτικά εγκόλπια, ότι η γλώσσα δεν επιτρέπει στον νέο να λειτουργηθεί, να συναντήσει δηλαδή τον συνάνθρωπό του στο σώμα του Χριστού και να τον αγαπήσει, ανταποκρινόμενος στην αγάπη του Χριστού. Ωστόσο, έκλεισα την συζήτηση με τους μαθητές λέγοντάς τους ότι αξίζει να αναλάβουν οι ίδιοι την ευθύνη της ζωής τους, να έχουν οι ίδιοι εικόνα για ό,τι απορρίπτουν και ότι μέσα στην ζωή της Εκκλησίας, αν τολμήσουν, θα βρουν ανθρώπους για να μοιραστούν μαζί τους τον προβληματισμό τους. Και σε κάποιον δεκαπεντάχρονο που επανέλαβε ότι έχουμε αποτύχει όλοι οι μεγάλοι και ότι ήθελε να του πω έναν λόγο για να τον πείσω να έρθει στην Εκκλησία απάντησα ότι εγώ δεν βρίσκω για λογαριασμό του κανέναν λόγο. Αν όμως εκείνος βρει, η χαρά μου θα ήταν πολύ μεγάλη και η πόρτα της Εκκλησίας ανοιχτή για εκείνον.
Η Ορθοδοξία. Δόγματα, εικόνες, αιρετικοί, αναθέματα, συνοδικά, περηφάνια που είμαστε Ορθόδοξοι, επιθέσεις σε όλους τους άλλους, η Ορθοδοξία κινδυνεύει… Σ’ αυτήν την καταιγίδα ο λόγος του Αββά ηχεί στην ψυχή μου: «Αν δεν πη ο άνθρωπος στην καρδιά του, εγώ μονάχος και ο Θεός είμαστε στον κόσμο, δεν θα βρη ανάπαυση».
Εύχου, Αββά, να τον πω, να τον ζήσω τον λόγο σου, να μετρήσω την Ορθοδοξία μου στο πρίσμα αυτού του λόγου, να βρω ανάπαυση και μετά να συναντώ τους όποιους άλλους. Με ευθύνη για την ζωή μου. Αγαπώντας, αλλά όχι υπερ-προστατεύοντας και «αθωώνοντας». Και πρωτίστως, κοινωνώντας τον Χριστό, στην συνάντηση του σώματος, στην λειτουργία και την προσευχή, στο μοίρασμα, στον κόκκο της μετάνοιας που θα ήθελα να κάνει την καρδιά μου να καρπίσει. 


Κριτικές του βιβλίου εδώ

Δείτε και το ιστολόγιο του π. Θ. Μουρτζανού, Βήματα.