ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Το Λειτούργημα της Πνευματικής Πατρότητας


του Πρεσβυτέρου Σταύρου Τρικαλιώτη

Ο πιστός καλείται να επιλέξει έναν πνευματικό οδηγό, που θα τον οδηγήσει στη σωτηρία της ψυχής του. Η επιλογή αυτή δεν πρέπει να γίνει τυχαία και αβασάνιστα. Οι άγιοι πατέρες μας θέτουν πολύ υψηλές προδιαγραφές. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος εφιστά την προσοχή μας ώστε να μην αναθέσουμε την πνευματική μας καθοδήγηση σε διδάσκαλο άπειρο και εμπαθή και μας διδάξει διαβολικό αντί ευαγγελικό τρόπο ζωής. Στη συνέχεια προτρέπει τον πιστό να κάνει έντονη και μετά δακρύων προσευχή, ώστε ο Θεός να του στείλει καθοδηγητή απαθή και άγιο. 
Μάλιστα δεν σταματά εδώ. Προτρέπει τον πιστό να κάνει προσωπική έρευνα των Θείων Γραφών, καθώς και των πρακτικών συμβουλών των αγίων πατέρων, ώστε αυτά που διαβάζει να τα αντιπαραθέτει με τα «διδασκόμενα και πραττόμενα» από τον πνευματικό και αυτά που είναι σύμφωνα με τις Άγιες Γραφές να τα αποδέχεται ανεπιφύλακτα, όσα, όμως, είναι νοθευμένα και ξένα προς την Αγία Γραφή να τα απομακρύνει από τον νου του, για να μην πλανηθεί. Στο τέλος, μάλιστα, αποφθέγγεται: «Πολλοί γαρ, ίσθι, πλάνοι και ψευδοδιδάσκαλοι εν ταις ημέραις ταύταις γεγόνασιν» (Φιλοκαλία, τ. Γ’ , σελ. 242, βλβ’, λγ’, εκδ. Αστέρος).


Πόσα θύματα, αλήθεια, τέτοιων πλάνων και εμπαθών πνευματικών δεν βλέπουμε και σήμερα; Πόσοι δεν ξεφεύγουν από την ευαγγελική και πατερική διδαχή και διδάσκουν τους ανθρώπους ένα αταίριαστο και σχιζοφρενικό μίγμα ευαγγελικών και κοσμικών διδαχών και μπερδεύουν τους ανθρώπους, όντας οι ίδιοι μπερδεμένοι άνθρωποι. Ο γέροντας Πορφύριος, ο άγιος πνευματικός των ημερών μας, τόνιζε: «Να προσέχετε σε τι πνευματικούς πηγαίνετε». Κάπου αλλού δίδασκε πατρικά: «Οι κανόνες δεν έχουν τον χαρακτήρα της εκδικήσεως ή της τιμωρίας, αλλά της διαπαιδαγωγήσεως, και δεν έχουν καμία σχέση με αυτούς, που επιβάλλονται από ορισμένους πνευματικούς κατά την εξομολόγηση, και οι οποίοι, είτε από υπερβάλλοντα ζήλο, είτε από άγνοια, εξαντλούν τα όρια της τιμωρίας, χωρίς να αντιλαμβάνονται, ότι με τον τρόπο αυτό, αντί να κάνουν καλό, διαπράττουν έγκλημα. Εγώ, πάντα τους φωνάζω και τους συμβουλεύω: Όχι μεγάλες τιμωρίες. Αλλά σωστές συμβουλές. Γιατί, οι μεγάλες τιμωρίες τροφοδοτούν τον άλλο (τον διάβολο) με πλούσια πελατεία. Και αυτός, αυτό περιμένει. Αυτό καραδοκεί, και έχει πάντα ανοικτές τις αγκάλες του για να τους δεχτεί! Και τους τάζει, μάλιστα, λαγούς με πετραχήλια. Γι’ αυτό απαιτείται μεγάλη προσοχή στην επιλογή του πνευματικού. Όπως αναζητάμε τον καλύτερο γιατρό, το ίδιο να κάνετε και για τον πνευματικό. Και οι δύο γιατροί είναι. Ο ένας του σώματος κι ο άλλος της ψυχής.»! (Γέροντος Πορφυρίου ιερομονάχου, «Ανθολόγιο Συμβουλών», σελ. 338, εκδόσεις «Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος», Μήλεσι Αττικής, 2002).
Η εναγώνιος προσευχή του οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου προς τον Θεό ήταν: «πέμψον μοι άνθρωπον γινώσκοντά σε». Πολλοί σήμερα, επηρεασμένοι από σύγχρονους προορατικούς πνευματικούς αναζητούν πνευματικούς που να κοσμούνται με το προορατικό χάρισμα, απολυτοποιώντας το έκτακτο αυτό δώρο, που δίνει ο Θεός σε ορισμένους μόνον ανθρώπους. 
Η τακτική αυτή είναι λανθασμένη, όπως μας εξηγεί ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος με τον διαχρονικό του λόγο: «Μη ζητώμεν [εννοείται γέροντες] προγνώστας μηδέ προβλέπτας [=προορατικούς]· αλλά προ πάντων ταπεινόφρονας πάντως, και ταις εν ημίν νόσοις αρμοδίους…» (Κλίμαξ, σελ. 112, βρκγ’, εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου). Ο πνευματικός πατήρ εμπνέεται κι έχει ως πρότυπό του τον Θαυμαστό Σύμβουλο, τον ίδιο τον Θεό. Κι όπως οι προφήτες έλεγαν: τάδε λέγει Κύριος, έτσι κι εκείνος δίδει λόγον και συμβουλή παρά Θεού. Ο απόστολος Παύλος παρότρυνε τους χριστιανούς της Εφέσου να κάνουν πολλή προσευχή, ώστε να του δοθεί λόγος: «Και υπέρ εμού [προσεύχεσθε], ίνα μοι δοθή λόγος εν ανοίξει του στόματός μου, εν παρρησία γνωρίσαι το μυστήριον του Ευαγγελίου» (προς Εφεσίους, στ’ 19).

Ο Μέγας Βασίλειος συνιστά να βρει κάποιος έναν «φίλο του Θεού», για τον οποίο είναι βέβαιος ότι ο Θεός ομιλεί μέσω αυτού. Ο πνευματικός πατήρ καλείται να γίνει όργανο του Αγίου Πνεύματος. Εξ άλλου αυτό σημαίνει πνευματικός: ο εμφορούμενος από το Άγιο Πνεύμα. Να έχει ο ίδιος θεραπευθεί: «Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν» (Λουκ. δ’ 23). Να περάσει από τα στάδια της καθάρσεως και του φωτισμού του νου και της καρδίας του από το Άγιον Πνεύμα. Ή, αν δεν έχει κατορθώσει αυτά τα στάδια, τουλάχιστον να διδάσκει και να μεταφέρει όσα οι άγιοι πατέρες διδάσκουν, χωρίς διαστρεβλώσεις και παρερμηνείες, γιατί έχει να αποδώσει λόγο για κάθε μία ψυχή που του εμπιστεύεται στο πετραχήλι του ο ίδιος ο Θεός. Ο λόγος του προς κάθε πιστό πρέπει να είναι κρυστάλλινος και αληθινός, χωρίς υστεροβουλίες και ανθρώπινους υπολογισμούς. Όπως διδάσκει και ο απόστολος Παύλος: «Ου γαρ εσμεν ως οι λοιποί καπηλεύοντες τον λόγον του Θεού [=που νοθεύουν τον λόγο του Θεού], αλλ’ ως εξ ειλικρινείας [=αλλά ως άνθρωποι ειλικρινείς], αλλ’ ως εκ Θεού κατενώπιον του Θεού εν Χριστώ λαλούμεν [ως απεσταλμένοι από τον Θεό, μιλάμε ενώπιον του Θεού εν Χριστώ]» (Β’ Κορ. β’, 17).


Ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός τονίζει ότι, για να συμβουλεύσει κάποιος, πρέπει κάποιος να ρωτήσει και μάλιστα με τη θέλησή του και χωρίς πίεση ή εξαναγκασμό. Εδώ, πρέπει να υπογραμμίσουμε τον σεβασμό της ελευθερίας του προσώπου από τον πνευματικό. Η Εξομολόγηση πρέπει να γίνεται σε πνεύμα ελευθερίας και ανέσεως. Ο εξομολογούμενος είναι σαν το μικρό ανθάκι, που χρειάζεται χρόνο και πότισμα για να ανοίξει. Οποιαδήποτε μέθοδος καταδυναστεύσεως και επιβολής ή χειρισμού του πνευματικού στο πρόσωπο του εξομολογούμενου είναι εκ των προτέρων καταδικαστέα. Η εξομολόγηση είναι διακονία εν ταπεινώσει [=ταπεινή υπηρεσία (εννοείται του ιερέα προς τον άνθρωπο που πάει να εξομολογηθεί)] και όχι διαδικασία στραγγαλισμού των συνειδήσεων. Όταν, όμως, τον επιλέξει, δεν πρέπει να ανακρίνει τον «καλόν αγωνοθέτη», έστω κι αν δει σε αυτόν, ως άνθρωπος, που είναι, ίσως ορισμένα μικρά σφάλματα. Παρών αοράτως είναι ο ίδιος ο Θεός, που δέχεται την εξαγόρευση των πιστών. Επίσης ο πνευματικός πατήρ, σύμφωνα με τον όσιο Πέτρο τον Δαμασκηνό, για να συμβουλεύσει, θα πρέπει να έχει λάβει από τον Θεό το χάρισμα της διακρίσεως και να έχει αποκτήσει από τη μακροχρόνια άσκηση «διορατικόν νουν». Όταν υπάρχουν αυτές οι προϋποθέσεις, τότε εντυπώνεται «ο λόγος εν τη ψυχή του ακούοντος τον λόγον και θερμαίνηται εκ της πίστεως, ορών τον σύμβουλον αγαθόν» (Φιλοκαλία, τ. Γ’, σελ. 91, β10 – 20, εκδ. Αστέρος). Είναι χρέος – μας λέει ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος – του πιστού να εξετάζει και να ανακρίνει τον κυβερνήτη πριν τον επιλέξει ως πνευματικό πατέρα, μην πέσει σε ναύτη αντί για κυβερνήτη και σε νοσούντα αντί για ιατρό και σε εμπαθή αντί για απαθή. Διαφορετικά δεν υπάρχει ωφέλεια από την υποταγή στον πνευματικό πατέρα (Ιωάννου Σιναΐτου «Κλίμαξ», σελ. 67 – 68, β ζ’, εκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου).

Είπαμε ότι οι πατέρες στη διαδικασία επιλογής πνευματικού πατρός από τον πιστό θέτουν υψηλότατες προδιαγραφές. Οι προδιαγραφές αυτές είναι ενδεικτικές και βοηθούν τον πιστό να ευαισθητοποιηθεί ως προς τα κριτήρια επιλογής. Δεν πρέπει, όμως, να φτάσουμε στο άλλο άκρο και να πούμε: αφού δεν υπάρχουν πνευματικοί, που να πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις, τότε δεν πάμε να εξομολογηθούμε. Την απάντηση μας την δίνει ο θεοφώτιστος γέροντας Παΐσιος ο αγιορείτης: «Αυτά είναι δικαιολογίες. Κάθε πνευματικός έχει θεία εξουσία, εφ’ όσον φοράει πετραχήλι. Τελεί το μυστήριο, έχει την θεία χάρη και όταν διαβάσει την συγχωρητική ευχή, ο Θεός σβήνει όλες τις αμαρτίες, τις οποίες εξομολογηθήκαμε με ειλικρινή μετάνοια. Από μας εξαρτάται πόσο θα βοηθηθούμε από το μυστήριο της εξομολογήσεως» (Γέροντος Παϊσίου αγιορείτου «Λόγοι», τ. Γ’ Πνευματικός αγώνας, σελ. 244, Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης).

Η Γερόντισσα Σοφία, μεγάλη πνευματική διδασκάλισσα στην Καστοριά (όχι εξομολόγος, φυσικά, αλλά αγία πνευματική οδηγός). Δες κι άλλες εδώ.

Ο επίσκοπος, που δίνει την άδεια στον ιερέα να εξομολογεί, έχει τη βασική ευθύνη και πρέπει να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την επιλογή των καταλλήλων προσώπων. Όμως και εμείς δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών. Θα κοιτάξουμε οι πνευματικοί να έχουν την «έξωθεν καλή μαρτυρία» (απόστολος Παύλος, επιστολή Α’ Τιμόθεον γ’, 7), να μην είναι ανήθικοι, να έχουν ορθόδοξο και πατερικό πνεύμα και όχι παπικό ή παπίζον [=δηλ. να μην αντιμετωπίζουν τη θρησκεία σα δικαστήριο, όπως οι παπικοί (καθολικοί) - δες σχετικά εδώ], ο πρότερος βίος τους να είναι ανεπίληπτος, να είναι σοβαροί, συνετοί και εχέμυθοι. Να έχουν μαθητεύσει κοντά σε δοκιμασμένους πνευματικούς, να έχουν σπλάγχνα οικτιρμών κατά το πρότυπο του ουρανίου πατρός, να είναι δηλαδή θεματοφύλακες της θείας φιλανθρωπίας, όπως μας διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Να μην είναι νεόφυτοι στο λειτούργημα της πνευματικής πατρότητος, αλλά να έχουν ψηθεί στο στάδιο της υπακοής σε πνευματικό και οι ίδιοι. Θα προσέξουμε να μην πέσουμε σε αλεξιπτωτιστές, που ανέλαβαν την πνευματική ευθύνη, χωρίς να έχουν ψηθεί από τα προβλήματα της ζωής, που έγιναν κατευθείαν καπετάνιοι και δεν πέρασαν πρώτα από το διακόνημα του μούτσου. Αλλά και η εμπειρία και μαθητεία άλλων εξομολογουμένων, που διακρίνονται για τη σοβαρότητά τους και τον ενάρετο βίο τους, θα αποτελέσει για μας ένα πρόσθετο κριτήριο.

Οι ποιμένες [=οι ιερείς], επίσης, θα πρέπει να εξασκούν με ιδιαίτερο ζήλο και προθυμία το μεγάλο διακόνημα της πνευματικής πατρότητος, που απαιτεί κόπους και θυσίες και καμιά φορά ξεπερνά και τις ανθρώπινες δυνάμεις. Είναι πολύ χαρακτηριστικά και τα όσα λέει σε πνευματικό του τέκνο ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος: «Συνελάβομέν σε δια διδασκαλίας, ωδινήσαμέν σε δια μετανοίας, απετέκομέν σε δια υπομονής πολλής και ωδίνων και πόνων σφοδρών και καθημερινών δακρύων» (Νεοελληνική απόδοση: Σε συλλάβαμε πνευματικά μέσω της διδασκαλίας, πονέσαμε με ωδίνες πνευματικές για σένα μέσω της μετανοίας, σε γεννήσαμε πνευματικά με πολλή υπομονή και κόπους και δυνατούς πόνους και καθημερινά δάκρυα». Επιστολή 3, 1 – 3). Πώς να μην παραδώσεις τον εαυτό σου σ’ ένα τέτοιο πνευματικό, που χύνει πραγματικά αίμα για να σε αναγεννήσει πνευματικά και να σε οδηγήσει στην πραγματική σου ελευθερία, που την προσφέρει ο Χριστός; (Γαλ. ε’, 1) 
Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας μας λέγει ότι με τον Χριστό η σχέση αφέντη – σκλάβου, που υπήρχε, αντικαθιστάται από το μυστήριο του Πατέρα – Υιού. Γι’ αυτό στην ουσία της η πνευματική πατρότητα δεν έχει άλλο λόγο ύπαρξης, παρά να οδηγήσει τον άνθρωπο από το στάδιο του σκλάβου στην ελευθερία των τέκνων του Θεού. Με το άγιο βάπτισμα γινόμαστε κατά χάριν τέκνα του Θεού και δια της Ιεράς Εξομολογήσεως διατηρούμε τη Χάρη της θείας υιοθεσίας.

Πηγή: Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του Πρεσβυτέρου Σταύρου Τρικαλιώτη, εφημερίου Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Αττικής.

Επίλογος του blog μας: Η εξομολόγηση είναι το θεραπευτήριο της Εκκλησίας. Όταν στη δύση χάθηκε η αρχαία χριστιανική παράδοση, πήγαμε στο φρικτό Μεσαίωνα και κατόπιν στο νεότερο αθεϊσμό, η εξομολόγηση αντικαταστάθηκε από την ψυχοθεραπεία (και όχι το αντίθετο). Βέβαια επί της ουσίας η κοσμική ψυχοθεραπεία (δεν την ονομάζω "επιστημονική", γιατί και η πνευματική πατρότητα είναι επιστήμη) ασχολείται με κάπως διαφορετικά ζητήματα ψυχικής υγείας - παρόλο που πολλά ζητήματα ψυχικής υγείας είναι άμεσα συνδεδεμένα και με τα πάθη και τις αμαρτίες...
Διάβασε σχετικά για την εξομολόγηση εδώ και εδώ. Και για την πνευματική καθοδήγηση στο άρθρο Η επιστημονική έρευνα για το Θεό & στο πολύ σημαντικό άρθρο Ο Πνευματικός Πατήρ (που λύνει πολλές απορίες).

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Από το Lockheart World!...


Ένα νεανικό blog που μου αρέσει πολύ είναι ο Lockheart World, το ηλεκτρονικό στέκι του Σπύρου Σκουτή! Ενός νέου που πέρασε μεγάλο πνευματικό λούκι πριν ανακαλύψει τους θησαυρούς της Ορθοδοξίας, την οποία είχε απορρίψει θυμωμένος στα εφηβικά του χρόνια!
Αξίζει λοιπόν μια βολτίτσα στις σελίδες του. Μερικά προτεινόμενα posts θα μπορούσε να είναι τα παρακάτω. Καλή βόλτα!







ΥΓ. Για το βιβλίο που αναφέρει ο αδελφός στο post για την επιστροφή του στην Ορθοδοξία, δες εδώ.

Άμεση ανάγκη για αίμα


Στο blog Tro-ma-ktiko διαβάζουμε την εξής επείγουσα είδηση:
H νεαρή κοπέλα Kατερίνα Ιντζιρή χρειάζεται επειγόντως αίμα σήμερα το πρωί.
Ομάδα Αίματος: 0 Αρνητικό
Νομός Καβάλας, νοσοκομείο Καβάλας, εντατική κλινική, τμήμα αιματολογικό.
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6937495494


Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Όπου κι αν έχεις πέσει, σε περιμένει. Έλα πίσω!


«Πατέρα, συχώρεσέ με!»
Από εδώ

Είχε πέσει στ’ αλήθεια πολύ χαμηλά. Είχε αμαρτήσει βαριά. Είχε προδώσει την εμπιστοσύνη και την αγάπη του Πατέρα. Είχε ξεστρατίσει σε άτακτη ζωή. Να ο γκρεμός,  η τελική καταστροφή έχασκε μπροστά του.
Αλλά πώς να γυρίσει πίσω;
Αυτός με τόση αυτοπεποίθηση, όσο και αυθάδεια, είχε απαιτήσει: «πάτερ, δός μοι τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας »! Πατέρα, δος μου το μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει! Κι όταν ο φιλόστοργος πατέρας του «διεῖλε», μοίρασε σ’ αυτόν και τον αδελφό του «τόν βίον», την περιουσία, αυτός άρπαξε το μερίδιο του και αμέσως «ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν». Ταξίδεψε σε μακρινή χώρα. Με τι πρόσωπο ν’ αντικρίσει τώρα το πατρικό βλέμμα;
Αλλά ήταν και οι φίλοι του, με τους οποίους «διεσκόρπισε τήν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Διασκόρπισε την περιουσία του ζώντας βίο άσωτο. Δε θα τον ειρωνεύονταν, αν τον έβλεπαν ν’ αλλάζει γνώμη;
Ήταν κι εκείνος ο μεγάλος του αδελφός, ο οποίος είχε μείνει στο σπίτι, άψογος, τυπικός απέναντι στον Πατέρα. Τι θα έλεγε, όταν τον έβλεπε να επιστρέφει;
Ποια δικαιολογία άραγε θα μπορούσε να επιστρατεύσει, τι πρόσχημα να βρει, για να γυρίσει πίσω, να ξεφύγει επιτέλους από την αθλιότητα εκείνη, όπου είχε καταντήσει;
Αλλά όχι. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να επιστρέψει. Χωρίς δικαιολογίες και προσχήματα. Τώρα, που ήρθε στα συγκαλά του, πήρε αμετάκλητα και την απόφασή του. Θα επιστρέψει έτσι όπως είναι. Αποτυχημένος, άθλιος, αξιοθρήνητος και ταπεινωμένος. Θα προβάλλει ένα και μόνο επιχείρημα. Τη μετάνοιά του. Θα πει:
«Πάτερ, ἥμαρτον»! Έκανα σφάλμα μεγάλο, που αποστάτησα από σένα! Αμάρτησα βαριά! «Ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν», λύπησα τον ουράνιο κόσμο, που μπροστά του διέπραξα κακό. «Ἥμαρτον… καί ἐνώπιόν σου»! Σε πότισα φαρμάκι, σε πρόσβαλα, σπίλωσα το όνομά σου! «Πάτερ, ἥμαρτον»!
«Οὐκέτι εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου», δεν το αξίζω πια να ονομασθώ γιος σου!
Ούτε ζητώ κάτι τέτοιο. Απλώς, σε παρακαλώ να ευδοκήσεις και να με δεχθείς «ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», σαν έναν από τους μισθωτούς σου. Να βρίσκομαι στη δούλεψή σου και να εξασφαλίζω ένα κομμάτι ψωμί μόνο. Και πάνω απ’ όλα τη γαλήνη, την εμπιστοσύνη, την αγάπη που βασιλεύουν εδώ μέσα…
Το είπε και το έκανε. «Ἀναστάς ἤλθε πρός τόν πατέρα αὐτοῦ». Σηκώθηκε και ήλθε στον πατέρα του.

 
Ασφαλώς στο δρόμο η καρδιά του γοργοκτυπούσε από αγωνία. Ήταν τόσο δύσκολο το εγχείρημά του. Ταπεινωμένος, συντετριμμένος, εξουθενωμένος, βάδιζε βυθισμένος στις σκέψεις του, κρατώντας γερά ως οδηγό του και σωσίβιο τον εξομολογητικό λόγο: «Πάτερ, ἥμαρτον».
Αλλά τι βλέπει; Όνειρο μήπως; Ο πατέρας του τον διέκρινε από μακριά και τρέχει προς το μέρος του για να τον συναντήσει, να τον υποδεχθεί θερμά. Έρχεται, πέφτει γεμάτος πόνο και πόθο και ευσπλαχνία «ἐπί τόν τράχηλον αυτοῦ» και τον «καταφιλεῖ», τον πνίγει με ασπασμούς πατρικής αγάπης!
Ο άσωτος γιος όμως δε χάνει τα λόγια του, ούτε ξεθαρρεύει. Με το κεφάλι σκυμμένο από ντροπή, με δάκρυα καυτά στα μάτια, κράζει σπαραχτικά και ομολογεί: «Πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου»! Είμαι ένοχος, άσωτος, αποστάτης! Είμαι ανάξιος, να λέγομαι γιος σου! Πατέρα μου, συγχώρεσέ με!…
Ο πατέρας δε δίνει απόκριση άλλη από εκείνη, που ήδη έμπρακτα είχε δώσει. Γυρίζει μόνο «πρός τούς δούλους αὐτοῦ» και με φωνή που τη ραγίζει λυγμός χαράς τους παραγγέλνει:
— Φέρετε γρήγορα «τήν στολήν τήν πρώτην καί ἐνδύσατε αὐτόν»! θέλω να πάρει καινούργια όψη το παιδί μου! Ακόμη, «δότε δακτύλιον εἰς τήν χεῖρα αὐτοῦ», να φαίνεται ότι είναι άρχοντας εδώ μέσα! Και «ὑποδήματα εἰς τούς πόδας» να του βάλετε! Και «τόν μόσχον τόν σιτευτόν», το θρεφτάρι μας, που το φυλάγουμε για τις μεγάλες γιορτές, τώρα να το σφάξετε και να στρώσετε τραπέζι, για να «εὐφρανθῶμεν»!
Ποια άλλη μέρα θα βρεθεί πιο γιορτινή απ’ αυτή; Ο γιος μου, «νεκρός ἦν καί ἀνέζησε»! «Ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη»! Ήταν πεθαμένος και ξαναζωντάνεψε και χαμένος και βρέθηκε.
Θα μπορούσε ο άσωτος να βρει πολλές δικαιολογίες, να προσκομίσει πολλά ελαφρυντικά. Θα μπορούσε να πει: «Πατέρα, λάθος έγινε. Ήταν η κακιά ώρα, οι φίλοι που με παρέσυραν, η δύσκολη ηλικία… ήρθαν και αλλεπάλληλες οι αναποδιές… ποιος μπορεί να προβλέψει ένα λιμό; Ατύχησα…»
Αλλά όχι. Ο άσωτος είχε το θάρρος και την τιμιότητα να αναλάβει τις ευθύνες του, να ομολογήσει ξεκάθαρα την ενοχή του, να αντιμετωπίσει κατάματα την πραγματικότητα και τις όποιες συνέπειες των πράξεων του. Είχε τον ηρωισμό να κλάψει, να μετανοήσει, να ταπεινωθεί, να πει το «ήμαρτον».
Κι έτσι σώθηκε. Γιατί είχε διαλέξει το σωστό δρόμο. Το μονό δρόμο του λυτρωμού.

Πηγή: Εικόνες θλίψης & απόγνωσης (όχι τυχαία ασφαλώς!)

Πολλοί νέοι σήμερα μπροστά σε κάποιες πτώσεις τους τα χάνουν. Ή απελπίζονται ή προσπαθούν να ξεφύγουν και να ξεχάσουν ή επιστρατεύουν δικαιολογίες και επεξηγήσεις, για να κατοχυρωθούν. Όμως, όλοι αυτοί οι τρόποι — διέξοδοι φυγής — ψευτοβολεύουν και μπαλώνουν τις καταστάσεις. Δε γιατρεύουν, δεν εξιλεώνουν την ψυχή.
Μία είναι η σωστή αντιμετώπιση της ενοχής. Η τίμια αποδοχή της. Και στη συνέχεια η κατανυκτική μετάνοια, η συντριβή, η Εξομολόγηση, η επανόρθωση, η επιστροφή.
«Πάτερ, ήμαρτον»! Έφταιξα, Θεέ μου! Πέφτω στα γόνατα και Σου ζητώ συγγνώμη! Επικαλούμαι ταπεινά το άπειρο έλεός Σου! «Ήμαρτον»!
Όλη η ευθύνη είναι δική μου. Κανείς άλλος δε φταίει. Εγώ προκάλεσα το τραύμα που με βασανίζει, εγώ δημιούργησα την πληγή. Δική μου η ενοχή.
Δε μου φταίξανε οι συνάνθρωποί μου, οι καταστάσεις, ο διάβολος… Εγώ θέλησα και διέπραξα την αμαρτία. Εγώ φταίω. Και δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. «Πάτερ, ήμαρτον»!…
Ω! Μόλις αρθρώσουμε την ευλογημένη αυτή φράση, όλα μεταμορφώνονται, επανορθώνονται, τακτοποιούνται. Θεία χάρη και έλεος φωτίζει την ψυχή. Μας ανακουφίζει. Ενθουσιασμός ιερός μας συνεπαίρνει, να επανορθώσουμε κάθε παλιά εκτροπή, ζημιά, αδικία… να κερδίσουμε το χαμένο δρόμο, το χαμένο χρόνο…
Κι ο στοργικός Πατέρας μας ακούγεται ν’ απαντά: «Ἐνδύσατε αὐτόν τήν στολήν τήν πρώτην»! «Ὁ υἱός μου οὗτος… ἀνέζησε»! Ξαναβρήκε τη ζωή!

***

Επίλογος του blog μας: το παραπάνω post είναι σχόλιο στην περίφημη Παραβολή του Ασώτου Υιού, που διαβάζεται στη λειτουργία τη δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου (για το Τριώδιο δες αναλυτικά εδώ). Δηλ. την "Κυριακή του Ασώτου".
Την παραβολή αυτή, όπως την είπε ο Χριστός και καταγράφηκε στο ευαγγέλιο, δες την στην πηγή του post. Eίναι από τα πιο επαναστατικά κομμάτια της διδασκαλίας του Χριστού, αληθινό σκάνδαλο για τους πιο πολλούς από μας, τους υποκριτές ηθικολόγους και δήθεν δίκαιους: η απόλυτη συχώρεση του αμαρτωλού, που αποκαθίσταται στη θέση του με τιμές, που δεν τις είχε γνωρίσει ποτέ ο αδελφός του, που ήταν "πάντα ενάρετος".
Μόνο που, όποιος θυμώνει ενάντια στον Πατέρα που τόσο εύκολα συγχώρεσε τον άσωτο υιό του (δηλ. το γιο που είχε φάει τα λεφτά της κληρονομιάς σε γλέντια και πόρνες - ενώ μάλιστα ο Πατέρας ζούσε ακόμα), ξεχνάει δύο πράγματα:
1) Ότι η ανθρώπινη ιδέα της "δικαιοσύνης" και των "δικαιωμάτων", που δήθεν ΠΡΕΠΕΙ να τα διεκδικούμε με κάθε μέσο και κάθε θυσία, είναι πολλές φορές μια ιδέα απάνθρωπης σκληρότητας. Ο Χριστός λέει κάτι άλλο: αγάπη στον αμαρτωλο, αντί για δικαιοσύνη, και παραχώρηση των δικαιωμάτων μου αντί για διεκδίκησή τους (μόνο τα δικαιώματα του αδικημένου συνανθρώπου του διεκδικεί έντονα ο πνευματικά προοδευμένος χριστιανός -π.χ. οι άγιοι- κι όχι τα δικά του). ΔΕ μπορώ να το κάνω αυτό; Εντάξει, αλλά τουλάχιστον να μη μισώ αυτόν που μου στερεί τα δικαιώματά μου (ακόμα κι όταν αγωνίζομαι γι' αυτά) και να μη νομίζω πως "καλά κάνω" και πως είμαι ο σούπερ σωστός - με το κριτήριο του Χριστού φυσικά, γιατί με των ανθρώπων... όσο πιο σαρκοφάγο είμαι τόσο πιο πολύ με ζηλεύουν. Ή όχι;
2) Ότι εγώ, ο απίστευτος εγωιστής, που δε βλέπω το ηθικό μου χάλι και περνιέμαι για αναμαρτητος (ή για αμαρτωλός μεν, αλλά "δικαιολογημένος" αφού "έτσι κάνουν όλοι"), δε μοιάζω με τον "ενάρετο" αδελφό, αλλά ΜΕ ΤΟΝ ΑΣΩΤΟ! ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ΑΣΩΤΟΣ. Κι ευτυχώς, κακόμοιρε εαυτέ μου, που ο Πατέρας δέχεται τόσο εύκολα πίσω τα παραστρατημένα και ηλίθια παιδιά του! Είναι η τελευταία μου ελπίδα να μην ψοφήσω μέσα στις αμαρτίες μου! Μην ακούς το διάβολο, που σου ψιθυρίζει πως είσαι ο ενάρετος - ο άσωτος είσαι, και τρέξε γρήγορα στον Πατέρα (όποιος κι αν είσαι, ό,τι κι αν έχεις κάνει, όπου κι αν έχεις φτάσει), να σωθείς.
Έτσι καταλαβαίνεις, φίλε μου, και γιατί κάποιοι άνθρωποι στο τέλος θα βρεθούνε στην κόλαση: όχι γιατί ο Θεός τους "τιμωρεί", αλλά γιατί δε γουστάρουνε τον αδελφό-συνάνθρωπό τους, που τον απορρίπτουν ως αμαρτωλό, και τώρα τον βλέπουν στον παράδεισο (επειδή μετανόησε) και μουλαρώνουν! [Για το τι είναι η κόλαση κατά τους αγίους Πατέρες θα ήθελα να δεις εδώ].

Ο άγιος Γέροντας Σωφρόνιος (από εδώ). Ρώσος ζωγράφος στο Παρίσι, άθεος κ.τ.λ., μετά μοναχός στο Άγιο Όρος, μαθητής του αγίου Σιλουανού, ταξιδιώτης στην Ευρώπη ως ιερέας και πνευματικός και τελικά ιδρυτής της μονής του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ (Αγγλία) - μικτής μονής, με μοναχούς και μοναχές και υψηλή πνευματική ζωή.

Νιώθοντας άσωτος ο ίδιος, μετά από 8 χρόνια αθεΐας και ενασχόλησης με τον ανατολικό μυστικισμό, ο κατοπινός μέγας και άγιος Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ πήγε να εξομολογηθεί. Και γράφει για τη στιγμή εκείνη στο βιβλίο του Αγώνας Θεογνωσίας:
…Θυμάμαι τι μου συνέβη, όταν για πρώτη φορά με αληθινή συντριβή για τις αμαρτίες μου πήγα για εξομολόγηση. Όλη η ζωή που έζησα ορθώθηκε μπροστά μου ως αδικία από την αρχή ώς το τέλος. Όταν συνάντησα τον ιερέα, δεν μπορούσα να μιλήσω καθόλου από τη θλίψη, τα δάκρυα, τον καρδιακό πόνο, αλλά μόνον έκλαιγα.
Και πιστέψτε με, πριν ακόμη αρχίσω να μιλώ για τις αμαρτίες μου, ο Ίδιος ο Κύριος «εξήλθε προς συνάντησίν μου» και έπεσε στον τράχηλό μου και με καταφίλησε, και ήμουν γι’ Αυτόν αγαπητός, χωρίς να περιμένει από μένα πότε θα πω «συγχώρησον», όπως και στην παραβολή ο άσωτος είπε «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου», όταν ήδη ο Πατέρας τον δέχτηκε στην αγκαλιά Του.
Κατηγορούσα τον εαυτό μου για όλα. Ο Κύριος όμως δεν πρόφερε ούτε ένα λόγο μομφής· μόνο χαιρόταν «ότι ο υιός αυτός απολωλώς ην και ευρέθη, νεκρός ην και ανέστη». Τι νύχτα ήταν εκείνη! Μου είναι αδύνατο να τη διηγηθώ. Πόσο μας αγαπά ο Κύριος!
Ποτέ δεν είναι αργά, αδελφέ. Ποτέ δεν είναι αργά, εαυτέ μου!... Ο Πατέρας περιμένει. Όπου κι αν έφτασες ή όπου κι αν φτάσεις στο μέλλον, ΝΑ ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ ΚΑΙ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙΣ.
Α, μην το ξεχάσω: επειδή είναι ΦΟΒΕΡΑ ΔΥΣΚΟΛΟΣ ο δρόμος της επιστροφής, η Εκκλησία σου έχει χαρίσει ένα βοηθό: τον εξομολόγο ("πνευματικό"). Αυτός είναι ο δρόμος. Για την εξομολόγηση μην ξεχάσεις, σε παρακαλώ, να δεις αυτό και αυτό (του σημαντικού πνευματικού συγγραφέα π. Μωυσή του Αγιορείτη), απ' το οποίο επικολλάω μια παραγραφούλα:
Ο εξομολογούμενος εξομολογείται ειλικρινά και ταπεινά ενώπιον του εξομολόγου, ως εν προσώπω του Χριστού. Κανένας επιστήμονας, ψυχολόγος, ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, θεολόγος δεν μπορεί ν' αντικαταστήσει τον εξομολόγο. Καμία εικόνα, έστω και η πιο θαυματουργή, δεν μπορεί να δώσει αυτό που δίνει το πετραχήλι του εξομολόγου, την άφεση των αμαρτιών. Ο εξομολόγος αναλαμβάνει τον εξομολογούμενο, τον υιοθετεί και τον αναγεννά πνευματικά, γι' αυτό και ονομάζεται πνευματικός πατέρας. Η πνευματική πατρότητα κανονικά είναι ισόβια, ιερή και δυνατή, δυνατότερη και συγγενικού δεσμού. Ο πνευματικός τοκετός είναι οδυνηρός. Ο εξομολόγος με φόβο Θεού «ως λόγον αποδώσων» [=επειδή θα λογοδοτήσει στο Θεό για τους ανθρώπους], με γνώση, ταπείνωση και αγάπη παρακολουθεί τον αγώνα του εξομολογούμενου και τον χειραγωγεί διακριτικά στην ανοδική πορεία της εν Χριστώ ζωής.
Καλές Απόκριες!...

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

H πρόκληση του Διαφωτισμου και οι Κολλυβαδες


π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
Ιστορικός - καθηγητής Παν/μίου Αθηνών


Ίσως θες να δεις πρώτα το (συντομότερο) Το κίνημα των Κολλυβάδων & η προσφορά του

Το 18ο αιώνα συντελείται νέα περιπετειώδης συνάντηση της Ορθόδοξης Ανατολής με τη Δύση, που στα βασικά της σημεία συνιστά επανάληψη της ανάλογης διαδικασίας του 14ου αιώνα. Συνεχιστές, άλλωστε, των Ησυχαστών του φθίνοντος Βυζαντίου ήσαν οι αγιορείτες Κολλυβάδες Πατέρες, ενώ στη θέση του Καλαβρού «Λατινέλληνος» Βαρλαάμ, του φορέα δηλαδή και εκφραστού της «ευρωπαϊκής» συνειδήσεως, κατέλαβαν οι επισημότεροι εκπρόσωποι του Ελληνικού Διαφωτισμού, κληρικοί και μοναχοί στην πλειονότητα τους, όπως και εκείνοι. Πρόκειται για μια νέα φάση του μακραίωνος εθνικού διχασμού μας, του μακρόσυρτου δηλαδή «πνευματικού δυϊσμού», που κατατρώγει μόνιμα την εθνική μας σάρκα.Η πνευματική αυτή κρίση κατανοείται -δίκαια ως ένα σημείο- ως κρίση ταυτότητας του Γένους. Σημασία όμως έχει, ότι και πάλι το Αγιον Όρος, χώρος περισσότερο ευαισθητοποιημένος σε ζητήματα παραδόσεως, γίνεται επίκεντρο και της νέας συγκρούσεως, εφ' όσον έχει γίνει πια παραδεκτό (π.χ. Δημ. Αποστολόπουλος), ότι το Αγιον Όρος, στα πρόσωπα των Κολλυβάδων, όχι μόνο επηρεάζει, αλλά και κατευθύνει τον αγώνα του Εθναρχικού Κέντρου στις κρίσιμες πράγματι εκείνες ιστορικές επιλογές του.

Άγιος Μακάριος Νοταράς, επίσκοπος Κορίνθου

Οι Έλληνες φορείς του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού εξέφραζαν κατά κανόνα μια στάση ζωής, που συνιστούσε ριζοσπαστική ανανοηματοδότηση σύνολης της κοινωνικής πραγματικότητας, στα όρια μιας νέας κοσμοθεωρίας (Weltanschauung), με την αυτούσια μεταφύτευση («μετα-κένωση») ιδεών, αρχών και πρακτικών, που παρήγαγε σε μια μακρά διαλεκτική διαδικασία - άγνωστη στην καθ' ημάς Ανατολή- ο ευρωπαϊκός χώρος. Στους Έλληνες Διαφωτιστές δεν έλειπαν αθεϊστικές, αντιχριστιανικές και προ πάντων αντικληρικαλιστικές τάσεις. Οι ιδέες τους, μάλιστα, προωθούσαν κάτι φοβερότερο για την ορθόδοξη συνείδηση και από την αληθινή ή φαινομενική τους «αθεΐα», τον αδιαφορισμό. Εξ άλλου, στα έργα τους λανθάνουν θέσεις αντιτριαδικές, πανθεϊστικές, αλλά και ευσεβιστικές (Κοραής), που ήταν αδύνατο να μην προκαλέσουν τις παραδοσιακές συνειδήσεις, δεδομένου μάλιστα, ότι όλα αυτά εντάσσονταν σε μια σαφώς εκδηλούμενη πρόθεση για αποδυνάμωση της Ρωμαίικης Εθναρχίας, με απώτερο στόχο τη διάλυσή της (πρβλ. Ελλαδικό αυτοκέφαλο). Ένας νέος, λοιπόν, κόσμος εισέβαλλε στη Ρωμαίικη (Ελληνορθόδοξη) Ανατολή, που δεν ήταν δυνατόν να επικρατήσει χωρίς ανατροπή του κόσμου της ορθοδόξου παραδόσεως.
Παραδοσιακοί κατ' εξοχήν στην Ανατολή ήσαν οι Κολλυβάδες Πατέρες, λόγιοι μοναχοί και κληρικοί, εντεταγμένοι στην ησυχαστική εμπειρία, με ρωμαίικο φρόνημα και γι' αυτό ικανοί να κατανοήσουν τις πνευματικές διαφοροποιήσεις του ευρωπαϊκού κόσμου. Δυτικοί ερευνητές, όπως ο προτεστάντης Ν. Bonwetsch ή ο Ρωμαιοκαθολικός Louis Ρetit, δεν δίσταζαν να χαρακτηρίσουν το «κίνημα των Κολλυβάδων» «δείγμα της αφυπνιζόμενης ζωής του Ελληνικού Έθνους», όταν ένα μέρος της δικής μας Διανοήσεως επέμενε να το βλέπει με έντονη υποτίμηση, εφ' όσον η αξιολόγηση των Κολλυβάδων συμβάδιζε με τη γενικότερη στάση έναντι του Ησυχασμού και του «Βυζαντίου». Η αποτίμησή τους όμως σήμερα είναι ευκολότερη, απ' όσο στο παρελθόν, όσο μάλιστα προχωρεί η αποδέσμευση από τα παλαιότερα - μη ενδογενή εν πολλοίς- καταθλιπτικά κριτήρια.
Κατά τον Καθηγητή κ. Χρ. Γιανναρά, οι Κολλυβάδες συνιστούν «κίνημα αντίδρασης στον εκδυτικισμό και την αλλοτρίωση», που αποκαλύπτει «μιαν απροσδόκητη για την εποχή θεολογική εγρήγορση και επίγνωση των βιωματικών προτεραιοτήτων της Εκκλησίας». Οι Κολλυβάδες εξέφραζαν τη συνείδηση του πλατιού λαϊκού στρώματος της εποχής τους, της λαϊκής βάσης, με τα μέσα και τις δυνατότητες του καιρού τους, αλλά και τις προσωπικές χαρακτηριολογικές καταβολές τους. Ταυτόχρονα όμως επιβεβαιώνουν τη συνέχεια του Αγίου Όρους ως θεματοφύλακα της πατερικότητας. Η αντίδρασή τους στο ρεύμα της εποχής, δηλαδή «στην ευρωπαϊκή κοσμογονία [...] προδίδει μιαν ιστορική διορατικότητα και οξυδέρκεια πραγματικά θαυμαστή» [σημείωση "Νεκρού": δεδομένου ότι από την "ευρωπαϊκή κοσμογονία" καταλήξαμε π.χ. εδώ και εδώ!].
Η σύγκρουση των παραδοσιακών δυνάμεων του Γένους με τις ιδέες του Διαφωτισμού ήταν αναπόφευκτη, διότι, όπως ελέχθη, επρόκειτο για διαμετρικά αντίθετους μεταξύ τους κόσμους και δράματα ασύμπτωτα. Αντίθετα, συμπάθεια στις ιδέες του Διαφωτισμού έδειχναν οι Αγιορείτες Αντικολλυβάδες, επικεντρώνοντας και αυτοί την αντίθεση τους στην ησυχαστική παράδοση, που τους έφερε κοντά στους Διαφωτιστές. Ακριβώς δε η απόρριψη των ησυχαστικών πρακτικών από μοναχούς του Αγίου Όρους ήταν για τους Κολλυβάδες απτή απόδειξη των συνεπειών της ταυτίσεως με τις νέες ιδέες της Ευρώπης και της επερχόμενης αλλοτριώσεως.

Το ρεύμα του Διαφωτισμού ανέπτυξε, έτσι, μια ισχυρή δυναμική στην παραδοσιακή συνείδηση του Γένους, και μάλιστα όχι μόνο αρνητικά αλλά και θετικά. Η πρόκληση δηλαδή δεν οδήγησε μόνο σε αντιθέσεις -εν πολλοίς άγονες και ζημιογόνες-, αλλά και σε δημιουργική δράση (συγγραφική παραγωγή, ποιμαντικές ενέργειες για την αναθέρμανση της πατερικότητας στη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Είναι δε γεγονός, ότι «οι ηγέτες των Κολλυβάδων (Μακάριος Νοταράς, Νικόδημος Αγιορείτης, Αθανάσιος Πάριος) δεν αντιτάσσουν στο νεωτερισμό μιαν αντίπαλη ιδεολογία, αλλά ένα λόγο υπαρκτικής αφυπνίσεως στις ουσιώδεις πρωταρχικές ανάγκες του ανθρώπου, όπως τις φώτισε το ήθος και η εμπειρία των Πατέρων της εκκλησιαστικής παραδόσεως». Αντιρρητική και θεολογική δημιουργία συμπορεύονται στη δράση των Κολλυβάδων, προσφέροντας μαρτυρία πνευματικής και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας, που δεν θα έφθανε στο φως της δημοσιότητας υπό άλλες συνθήκες. Αλλωστε, αυτή είναι ανά τους αιώνες η γενεσιουργός αιτία της θεολογικής δημιουργίας της Εκκλησίας. Πάντα η αιρετική ή αιρετίζουσα απόκλιση προκαλεί δημιουργικά την ορθόδοξη συνείδηση και σκέψη. Αυτό συνέβη και στην παράδοση των Κολλυβάδων. Η αντιδιαφωτιστική μάλιστα στράτευσή τους, παρά τις όποιες αστοχίες και υπερβολές της, απεκάλυψε τη συνέχεια της πατερικής -ορθόδοξης δηλαδή- εμπειρίας σε καιρούς, που η ορθόδοξη θεολογική παρουσία ήταν πολύ ισχνή.
Οι Κολλυβάδες αναπτύσσουν την αντιρρητική τους έναντι των εκπροσώπων του Διαφωτισμού, κινούμενοι σε μια θεματική, τα βασικά σημεία της οποίας είναι τα ακόλουθα: 

Οι άγιοι Κολυβάδες (από αυτό το εξίσου ενδιαφέρον post)

α) Η Ευρώπη: Οι Έλληνες Διαφωτιστές, με πρώτο τον Αδαμάντιο Κοραή, μιλούν με υπερηφάνεια για τη «φωτισμένη Ευρώπη», τα «φώτα» της οποίας αυτοί μεταλαμπαδεύουν στο Γένος. Ο προσανατολισμός τους δε στην Ευρώπη, μόνιμο όραμα των Ενωτικών από αιώνες, θα παραγάγει το «σύνδρομο του εξευρωπαϊσμού» στο Νεώτερο Ελληνισμό, που κατέστησε την Ευρώπη «καθολική μητρόπολή» του. Οι Κολλυβάδες, πιστοί στην παράδοση των Ανθενωτικών, από τους Ησυχαστές του 14ου αιώνα ως τον Πατροκοσμά τον Αιτωλό (18ος αι), δεν πρωτοτυπούν σε τίποτε στη στάση τους έναντι της Ευρώπης. Απορρίπτουν και αυτοί καθολικά τη μετά το σχίσμα Ευρώπη, αρνούμενοι σ' αυτήν κάθε σχέση με την πατερική παράδοση, θεολογικά και κοινωνικά, ως και κάθε δυνατότητα αναγέννησης του Γένους με τα δικά της «φώτα». Ο συχνά χρησιμοποιούμενος από αυτούς όρος «Φραγκιά» (France) εκφράζει ολόκληρη την εκφραγκευμένη Δύση. Σε ειδικά έργα -λιγότερο ο Νικόδημος και συστηματικότερα, λόγω ειδικών αφορμών, ο Πάριος - προτείνουν τη διακοπή κάθε σχέσης με την Ευρώπη, διότι ο τρόπος υπάρξεως, που αυτή δημιουργεί, ανατρέπει το ορθόδοξο ήθος.


β) Η Παιδεία: Οι Έλληνες Διαφωτιστές θεωρούσαν τη νέα Φιλοσοφία ως την πεμπτουσία της ανανεωμένης παιδείας, που προέκριναν για το Γένος και την πρόοδο του. Η συνείδηση των Κολλυβάδων για τη «νέα φιλοσοφία» προσδιορίζει και τη στάση τους απέναντι στην εισαγόμενη ευρωπαϊκή παιδεία. Στα σχετικά έργα τους, ιδιαίτερα ο Πάριος, τάσσονται υπέρ μιας παιδείας, που θεμελιώνεται στην παράδοση του Γένους, όπως αυτοί βέβαια τη νοούν. Η αφετηρία τους (όσο και αν αναζητούνται άλλα κίνητρα) είναι ουσιαστικά και εδώ ησυχαστική-πατερική επανάληψη της ανάλογης στάσης του Πατροκοσμά. Κάνουν διάκριση και αυτοί των δύο γνώσεων-σοφιών (της «άνω» και της «έξω») και διαγράφουν τα όριά τους. Η «άνω» σοφία απαιτεί πατερικά καθολική μετοχή του ανθρώπου. Η πολεμική του Παρίου κατά των Επιστημών δεν σημαίνει και απόρριψή τους καθ' εαυτές, αλλά μόνο της στήριξης της ανθρώπινης ελπίδας σ' αυτές. Αυτή την παράδοση άλλωστε είχε ενσαρκώσει και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, το πνευματικό πρότυπο των Κολλυβάδων. Γι' αυτό και καταφεύγουν στις «επιστήμες» στα έργα τους, αλλά για να προχωρήσουν σε πνευματικότερες τεκμηριώσεις. 

Είναι σαφής η δήλωση του Παρίου: «Η έξω σοφία δεν είναι από την εδικήν της φύσιν ούτε κακή, ούτε καλή, αλλά από την μεταχείρισιν των εχόντων αυτήν γίνεται καλή ή κακή». Όχι συνεπώς η «σοφία», αλλ' οι «σοφοί» είναι το πρόβλημα των παραδοσιακών Κολλυβάδων. Εδώ εντάσσεται και η απόρριψη του Κοπερνίκειου συστήματος από τον Πάριο, αλλά και άλλους. Οι φονταμενταλιστικές θέσεις (απολυτοποίηση της Γραφής λ.χ. η διακηρύξεις του τύπου «τα μαθηματικά πηγή αθεΐας» κατανοούνται σ' αυτό το πλαίσιο και σχετίζονται με την έπαρση (των ευρωπαϊκά σκεπτόμενων επιστημόνων, μόνιμο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας ως τον αιώνα μας). Η δήθεν αντίθεση πίστεως και γνώσεως (επιστήμης), ψευδοπρόβλημα για την Ορθοδοξία, και η αναγνώριση της προτεραιότητας της δικαιούμενης από τον ορθό λόγο επιστήμης, βρίσκεται στο υπόβαθρο της διαφωτιστικής στάσης και της αντιδιαφωτιστικής επιθετικότητας.


Ο άγιος Λουκάς ο Ιατρός, χαρακτηριστική περίπτωση (μία από τις πολλές) συμπόρευσης επιστήμης και αγιότητας στο ίδιο πρόσωπο (blog γι' αυτόν εδώ).

γ) Προβολή προτύπων: Στα προβαλλόμενα πρότυπα των «σοφών» του κόσμου εκ μέρους των Διαφωτιστών, οι πατερικοί Κολλυβάδες αντιπροτάσσουν το σοφό της ρωμαίικης παράδοσης, τον Αγιο, το θεούμενο άνθρωπο και «κατά χάριν» θεάνθρωπο. Υπερβαίνεται, έτσι, η ιδεολογική αντιπαράθεση και το πρόβλημα αντιμετωπίζεται στο επίπεδο της εν Χριστώ αυθεντικής ύπαρξης. Γι' αυτό ρίχνουν όλο το βάρος της θεολογικής και ποιμαντικής προσφοράς τους στη λατρεία, αποδεδειγμένη κιβωτό του Γένους κατά τη δουλεία. Υπογραμμίζουν τη σημασία της λειτουργικής ζωής, μέσα στην οποία διαμορφώνεται το ευχαριστιακό ήθος του εκκλησιαστικού σώματος. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι στο θέμα αυτό αφιερώνεται το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής παραγωγής τους, που περιλαμβάνει: πατερικές εκδόσεις με επικέντρωση στο Γρηγ. Παλαμά και το Συμεών το Νέο θεολόγο, αναγεννητή του Ησυχασμού τον 11ο αιώνα΄ έκδοση γεροντικών κειμένων (η σοφία της ερήμου), λειτουργικών (ομιλιών, ακολουθιών, συναξαριών, εγκωμίων) και προ πάντων της Φιλοκαλίας
Η τελευταία, προσφέροντας τη νηπτικοασκητική εμπειρία της Ορθοδοξίας, απέβη πνευματική τροφή όλων των Ορθοδόξων και των σλαβικών χωρών και κριτήριο της νεώτερης θεολογίας μας, ως «εμπειρική μαρτυρία της εκκλησιαστικής γνησιότητας». Έχει απόλυτα δίκιο ο Χρ. Γιανναράς όταν γράφει, ότι η έκδοση της Φιλοκαλίας συνιστά «πρόκληση αναμέτρησης δύο πολιτισμών». «Από τη μια η φρενίτιδα της «προόδου», που ειδωλοποιεί θριαμβικά την πιο στεγνή και στεγανή ανθρωποκεντρική αυτάρκεια, αυτάρκεια του φυσικού και θνητού [...] και από την άλλη μεριά, η προτεραιότητα της αναζήτησης της αλήθειας και όχι της χρησιμότητας».


δ) Κοινωνία-εθνικό όραμα: Ένα από τα κυριότερα μέσα διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής κοινωνίας απέβησαν οι Χρηστοήθειες, που προσδιόριζαν το ήθος της νέας κοινωνίας, δηλαδή τις «σχέσεις ανάμεσα στα άτομα και ανάμεσα στα φύλα». Είναι «οδηγοί καλής συμπεριφοράς» του πολίτη, «πως θα καθήσει, πως θα φάει, πως θα μιλήσει...». Οι νοοτροπίες αυτές εισβάλλουν στην Ελληνική κοινωνία μέσω διαφόρων διαύλων και κυρίως εκείνων, που, μετά τις σπουδές τους στην Ευρώπη, μεταφέρουν εδώ τα ήθη της. Τις συνέπειες επισημαίνει ο αείμνηστος Κ. Δημαράς: «Όλα δείχνουν ότι μια βαθιά αλλοίωση έχει επέλθει στη συγκρότηση της Ελληνικής κοινωνίας». «Η παραδοσιακή φιλοκαλία περνάει από δοκιμασία, ώσπου να αφομοιωθούν τα καινούρια, ενώ παραμελούνται τα παλαιά». Είναι η πρόκληση της Ευρώπης στο χώρο της κοινωνίας.
Δεν πρέπει στη συνάφεια αυτή να λησμονείται, ότι η διαμόρφωση της μετακαρλομάγνειας Ευρωπαϊκής κοινωνίας έχει υποδομή θεολογική, θεολογικό όμως, δηλαδή εκκλησιολογικό, είναι το υπόβαθρο και της ρωμαίικης κοινωνίας. Οι Κολλυβάδες το βιώνουν αυτό ως εκκλησιαστικά πρόσωπα και θεολόγοι. Γι΄ αυτό συνδυάζουν στην προσπάθειά τους την ανανέωση της θεολογικής παραδόσεως με το αμετακίνητο ορθόδοξο κοινωνικό μοντέλο, που προσφέρει το μοναστικό κοινόβιο και εμπεδώνει στις συνειδήσεις η λατρεία. Η προβολή του ορθοδόξου κοινωνικού ήθους γίνεται, έτσι, μετά από την ίδια την ορθόδοξη πράξη, που διασυνδέει την κοινωνία της λατρείας με τη «λειτουργία μετά τη λειτουργία», κάτι που εκφράζει πληρέστατα η εκκλησιαστική «πανήγυρις» με τη διπλή της όψη, μέσα και έξω από την Εκκλησία. Παρ' όλα αυτά η Χρηστοήθεια του αγίου Νικόδημου έρχεται να καλύψει και θεωρητικά το θέμα. Οι αναφορές του συγγραφέα δεν είναι βέβαια ευσεβιστικές, αλλά πατερικές και αγιογραφικές. Δεν πρόκειται άρα για ηθικές «νόρμες», αλλά για αγιοπνευματική εμπειρία. Ο άγιος, που με το ασκητικό του πνεύμα ενοχλεί τους εκκοσμικευμένους του εκκλησιαστικού χώρου, προτείνει το αυθεντικό ορθόδοξο-πατερικό ήθος, ως τρόπο εκκλησιαστικής υπάρξεως.
Η πολιτική δράση των Κολλυβάδων, κυρίως του Παρίου, σ' αυτό το πλαίσιο πρέπει πρωταρχικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να θεωρηθεί. Είναι η απόλυτη συνέπεια στην απόρριψη της Ευρώπης όχι μόνο στον ιδεολογικό, αλλά και στον κοινωνικό χώρο. Η θεωρητική τους τεκμηρίωση επιβεβαιώνει αυτή τη θέση. Τα περί «κηρύγματος δουλικής υποταγής» στην Οθωμανική κυριαρχία ή περί «θεολογικά τεκμηριωμένα εθελοδουλίας» θα ανταποκρίνονταν στα πράγματα, αν δεν διασκεδασθούν με την προσθήκη του Βασιλείου Μακρίδη: με σκοπό «την προστασία της Ορθοδοξίας από τον κίνδυνο της Δύσης». Ίσως μάλιστα ο λόγος για «αυτοπροστασία» είναι προτιμότερος και ρεαλιστικότερος του όρου «εθελοδουλία». 

Ο «αντιευρωπαϊσμός» των Κολλυβάδων δεν είναι κατ' ανάγκη και «φιλοτουρκισμός», για έναν που γνωρίζει τα ευρωπαϊκά και κυρίως τα γαλλικά σχέδια αυτή την εποχή για τη Ρωμαίικη Εθναρχία. Η σύμπτωση του προκρίματος των Κολλυβάδων με τις άμεσες στοχοθεσίες της Οθωμανικής πολιτικής είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, ταυτίζεται όμως και εδώ απόλυτα με τη στάση του εθνομάρτυρα αγίου Κοσμά του Αιτωλού, που θεωρεί τον Οθωμανικό ζυγό θεϊκή εύνοια για το Γένος, με κριτήριο όμως τη στάση της Ευρώπης απέναντι στην Ορθοδοξία. Η αναζήτηση ερμηνείας πρέπει να αποδεχθεί αυτή την αδιατάρακτη πιστότητα στην παράδοση του Γένους. Η παραθεώρησή της όμως μεταβάλλει αυτόχρημα την επιστήμη σε πολιτική. Και μόνη η πρόταση του Παρίου να τιμώνται τα θύματα του ισλαμισμού, όπως οι αρχαίοι μάρτυρες της Εκκλησίας ή να τιμώνται ως άγιοι οι Νεομάρτυρες χωρίς την έγκριση της Μεγάλης Εκκλησίας, πρέπει να θεωρηθούν ως έμπρακτη «αντίσταση» στην εξουσία του «αντίχριστου», κατά τον Πατροκοσμά, Σουλτάνου.

Συμπερασματικά:


1. Η αντιπαράθεση Κολλυβάδων-Διαφωτιστών είναι αντίθεση δυο διαφορετικών κόσμων και «πολιτικών οραμάτων», ως δύο αλληλοαποκλειομένων εκδοχών της ελληνικότητας. Η επιλογή των μέσων σ' αυτή τη διαπάλη δεν έχει πρωτεύουσα σημασία, όσο η ίδια η διαπάλη, που υποστασιώνει τις συνειδήσεις.

2. Η αποτίμηση της στάσης των Κολλυβάδων προϋποθέτει δυνατότητα κατανοήσεως της σημασίας γι' αυτούς της Ορθοδοξίας, όχι ως θρησκευτικής ιδεολογίας ή μεταφυσικού στοχασμού, αλλ' ως τρόπου υπάρξεως, που οδηγεί στη θέωση, τον μοναδικό για την Ορθοδοξία προορισμό του ανθρώπου, ενδοϊστορικά και μεταϊστορικά. Είναι, επίσης, αναγκαία η γνώση της γλώσσας τους, που δεν είναι απλά ελληνική, αλλ' εκκλησιαστικά ελληνική, για την αποφυγή περαιτέρω παρανοήσεων.

3. Έτσι κατανοείται η εμμονή των Κολλυβάδων στην παράδοση του Γένους, εκφραζόμενη με το γραφικό αξίωμα: «μη μέταιρε όρια αιώνια, α έθεντο οι πατέρες σου» (Παρ. 22, 28).
4. Οι παρεξηγήσεις -τέλος- στην ερμηνευτική προσέγγιση των Κολλυβάδων πρέπει να αποδοθούν στην εφαρμογή δυτικών κριτηρίων (πολιτικών-οικονομικών, υλιστικών δηλαδή) και όχι των δικών τους (πνευματικών). Είναι ένα λάθος, που προσπαθεί να διορθώσει η σημερινή επιστημονική έρευνα, όταν βέβαια ελευθερώνεται από το καταθλιπτικό βάρος του παρελθόντος.



(Περιοδικό «Πειραϊκή Εκκλησία», Ιούνιος 2009) 
 
Δες και: Διαφωτισμός & ορθόδοξη παράδοση
Ο Βολταίρος και οι μαύροι (κριτκά σχόλια στην ηθική των Διαφωτιστών)

Δύο άγιοι νεομάρτυρες, Βαλέριος & Φιλοθέη


Άγιος Βαλέριος Γκαφένκου
(18 Φεβρ.)


Ο άγιος Βαλέριος Γκαφένκου φυλακίστηκε σε ηλικία 20 ετών από το αθεϊστικό καθεστώς της Ρουμανίας και πέθανε για τη χριστιανική του πίστη στις 18 Φεβρουαρίου 1952, αφού είχε αξιωθεί να δει την Παναγία και να φτάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο πνευματικής ζωής. 
Με τη στάση ζωής του έγινε όχι μόνο άγιος και μάρτυρας, αλλά και ένας δάσκαλος της ορθόδοξης αγάπης, πραότητας και αγιότητας σε καιρούς φοβερά δύσκολους και θανατηφόρα επικίνδυνους! Η μελέτη της ζωής και των λόγων του είναι απόλυτα απαραίτητη για την εποχή μας, που τόσο βασανίζεται από τις αδυναμίες μας.
To συγκλονιστικό βιογραφικό του δες εδώ, καθώς και μετά τη μέση αυτού του post.



Η αγία Φιλοθέη η Αθηναία
(19 Φεβρ.)



Είναι η Γυναίκα που έκανε μόνη της μια επανάσταση ενάντια στον κατακτητή, την εποχή της Τουρκοκρατίας, στην Αθήνα του 16ου αιώνα.
Μια επανάσταση όχι με τη βία, αλλά με πνευματική καλλιέργεια και έργα υποδομής (π.χ. πηγάδια), προσφορά μόρφωσης στο λαό (ιδίως στις κοπέλες και γυναίκες) και στέγης και περίθαλψης σε κακοποιημένες γυναίκες και σκλάβες. Το τελευταίο έκανε τους Τούρκους να εισβάλουν δύο φορές στο μοναστήρι της (κέντρο ανθρωπιστικής προσφοράς), και τη δεύτερη φορά την ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου.
Λίγα χρόνια αργότερα το σώμα της βρέθηκε άφθαρτο και φυλάσσεται σε μαρμάρινη λάρνακα μέσα στο μητροπολιτικό ναό Αθηνών (όπως και το άφθαρτο σώμα του αγίου Γρηγορίου Ε΄, πατριάρχη ΚΠόλεως, που κρέμασαν οι Τούρκοι το Πάσχα του 1821 [αξίζει να δεις γι' αυτόν εδώ]).
Προς τιμήν της αγίας ή με αφορμή διάφορα ανθρωπιστικά έργα της, έχουν πάρει το όνομά τους συνοικίες της Αθήνας όπως η Φιλοθέη, η Καλογρέζα και το Ψυχικό.
Έτσι, η αγία Φιλοθέη συναντά όλες τις μεγάλες αγίες της φιλανθρωπίας (και τις σύγχρονες γυναίκες με παρόμοιες ανησυχίες), όπως οι νεότερες αγίες Ελισάβετ Θεοδώροβνα και Μαρία Σκόμπτσοβα, η Γερόντισσα Γαβριηλία κ.ά.
Δες τη βιογραφία της εδώ.
Οι ευχές των αγίων να σας συνοδεύουν, καθώς & όλο τον κόσμο, αδελφοί.
Για τη θέση της Γυναίκας στο χριστιανισμό δες το άρθρο Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα.

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

SONGS OF FREEDOM: The Rastafari Road to Orthodoxy

Part 1

This interview was published in the Road To Emmaus, and is reprinted here with permission of Michael and Teresa Wilson. This is the first of seven installments on their journey to the Orthodox faith.


In an engagingly open interview, Michael and Teresa Wilson of St. Mary of Egypt Serbian Orthodox Church in Kansas City, Missouri, talk about their decades as Rastafarians in America and Jamaica, their path to Orthodoxy, and the lessons they’ve learned along the way.

RTE: Michael, what was your background? Did you grow up Christian?

MICHAEL: In my family, we didn’t usually go to church, except perhaps on Easter. My mother and I prayed some and sang songs, but religion wasn’t a guiding force. She tells me now, though, that she knew I wanted a spiritual life, and where I ended up didn’t surprise her. Teresa grew up in a Catholic family, with seven brothers and sisters.

RTE: How did you become involved with Rastafari?

MICHAEL: For both Teresa and me, it began with Bob Marley and his music in the late ‘70’s. We were 18, 19 years old, and just married. One of the things that really attracted us was that Bob had this wild hair and dressed like a simple man, but in his lyrics he referred to the Bible, which blew our minds. I was from Manhattan, Kansas, and at the time I thought that people who read the Bible and went to church had to wear a suit and tie, had to look and act a certain way. I was even anti-church because of those images. It was a new awakening for me to realize that the Bible was for everyone, everyone in the world, not just the stuffy suit-and-tie people I’d known.
So here comes Bob Marley, with his guitar, his dreadlocks, and smoking herb (marijuana), and it all attracted me. He was a person who was there for the poor, the elderly, the kids, and most of all, he was talking about God.
At the time it seemed that he was actually reaching us middle and upperclass white Americans more than black Americans. The people he tried to sing for shunned him.

RTE: Why?

MICHAEL: Because he looked poor and low class. Some black Americans were looking towards education as a way to improve things, but in our neighborhood most black people were reaching for the gold chains and fancy cars as a way to feel they’d made it. Then came Bob out of the Jamaican ghetto saying,
“You don’t need all that. Love your brother, give yourself to God, live simple.”
That wasn’t something they wanted to hear. At the time, Teresa and I were trying to break the cycle we’d grown up in – “me first, out of my way.” So, he gave us an image to look up to, and little sayings and words of songs that I later figured out were from the Bible.
We knew some of the first reggae artists that came after Bob Marley. You’d go to their hotel room – they’d have been put up in some fancy hotel by the concert promoters – but the TV would be shoved off into the closet and the Bible out on the table. You wouldn’t see any beer cans, but you’d see food spread out for everyone that came: greens, potatoes, tonic health drinks the Rastas make from roots… The essential part of their group was the cook, not a guy to go find the girls or the drugs after the concert.

RTE: Why a cook?

MICHAEL: They were pure vegetarians with a little fish and they relied on their diet. Coming from Jamaica to America they didn’t want anything to do with our fancy fast foods. They came with big boxes of food from home to cook their own.



RTE: Did you know Bob Marley?

MICHAEL: No, we didn’t know him, but we saw him once when he played in Lawrence, Kansas. It was one of the most amazing nights of my life. There was a time during the show when he was a definite rock star, but there was also a time when something higher came over him. He talked about those times and said that he himself didn’t know what it was. At the time I said,
“God came on him.”
So, we started copying our lifestyle from his… things we’d read in Rolling Stone magazine, stories we’d hear about him. At the time it was what we longed for, something to hang on to.

RTE: How did it affect your lifestyle?

MICHAEL: It changed it immensely.
The next big reggae artist we met was Peter Tosh. He was part of the original Wailers: Bob Marley, Peter Tosh and Bunny Wailer, who afterwards went on to separate careers. One year Peter Tosh stayed at the same hotel my wife and I were at. He was the first Rasta I actually reasoned with. After the show, we sat into the night talking about spiritual things. Peter showed me parts of the Bible that explained the things that were happening – “wars and rumors of wars.” He was the first Rasta we’d met where we could see the practice going on. To me, it was about simplifying the world. We Americans were raised to be the best at everything, but Bob and Peter showed us that you didn’t always have to be the best, that sometimes being the least was actually the best.

St. Elesbaan, King of Ethiopia (orthodox icon from here)

In fact, that night it was crazy because lots of people came to see Peter. I remember being in his room, and everything getting real confused, people milling around, when all of a sudden he jumps out of his chair and says real loud, “Everybody out!” He was a big guy, so everybody heads for the door, me included, but he grabs me by the shoulder and says, “Except you!” So, everyone else left, he sat me down, and we reasoned for hours. After that night I quit smoking cigarettes, I quit doing drugs, I quit lusting. It was the first time I’d met someone who cared about me for just being me.

RTE: The impression of an outsider is that Rastas are rather relaxed about life: they sing about peace, smoke marijuana, and have a few girlfriends. But you are saying that there was an attempt at a purer practice among those who were serious.

MICHAEL: Among the serious, yes. As with any movement, at first it was a vehicle for good, but later it became a vehicle for anyone from Jamaica who grew their dreads and played music… Not to take anything away from the later reggae artists, but we came to find out that Bob, Peter, and the early Rastas were some of the last from whom you could learn about real Rasta.
The others were rude boys…. hustlers, music-type people like anywhere. To find the real Rasta, even in Jamaica, you went to the hills, to the mountains. You’d meet ten people to get to the one real guy who worked all day in the fields, took care of his kids, didn’t go to town, didn’t go to reggae shows – he was just living. So when you met some of the elders of Rastafari, they’d tell you that Rastafari wasn’t a religion, but a way of life. That was what we were looking for, a way of life. Religion seemed like a corporation.
Of course, the bigger the Rasta movement got, the more temptation there was to get away from the principles. The people who lived in the mountains were the ones really following the simple lifestyle, but this was also because they were really poor. When Jamaican Rastas get out into the world, they are like the rest of us. Unless you watch yourself, it’s easy to get trapped into wanting this and that.


Teresa’s Story


RTE: Teresa, how did the Rasta movement fit for you?

TERESA: I wasn’t as into the music. What I liked was that they lived a simple life, that they lived “Ital”1 – no white flour, no white sugar, no pop, nothing processed, no meat. That was something I wanted also; I didn’t want to eat anything that wasn’t directly from the land (although I must admit that I had a sweet-tooth). Also, to be honest, we were both heavy herb smokers, and with the Rastas we could smoke as much as we wanted. I also liked the idea that we are all created equal. Mike and I both had black and Mexican friends at school and we didn’t fit with the white-only crowds. We didn’t want to go to college and do the career thing, and I didn’t want to contribute to the image of a successful young white American woman. I wasfine with being a service worker.
Mike was the one that was into the music. I just loved Mike. My feeling was,
“Whatever you want to do, let’s do that – just let me have my garden.”
I was happy having a job and friends. I never wanted to be anything. I just wanted to be nice to people, to grow our food, and to praise God in my own inner way.
Whatever Mike is into he researches to the nth degree, but I’m not like that. I wait for things to come to me. While he was reading Rasta, I was reading other things like the Baghavad Gita, the writings of the Catholic priest Henri Nouwen, books on Zen Buddhism, whatever came my way. I was having a very hard time with the concepts of war, suffering, racism, class distinctions, and these books helped me. At the time I thought,
“Maybe I’m Rasta, maybe I’m not.”
Rasta did give me a sense of womanhood though. On our first trip to Jamaica, I saw a woman with a long dress and with her hair covered, and I thought,
“Now that’s beautiful. That’s me. That’s the image I want to have. I want to be seen as a roots woman: natural, loving, kind, compassionate, spiritual.”
So, although we were married, lived together, and loved each other, we also had our own spiritual identities. Michael is loving and our relationship has always allowed for individuality.

RTE: How did you maintain your lifestyle?

TERESA: We’ve tried to keep things simple by eating healthy, buying our clothes and things second-hand, growing as much of our own food as possible, learning how to self-medicate with herbs instead of prescription drugs, not having anything we can’t buy with cash…nothing on credit cards. Besides the garden and raising our son, I’ve had general service jobs like being a produce stocker at the local grocery store, a field worker picking vegetables and flowers, and at one time I produced tofu, a staple food for vegetarians. Now, I’m a home health aide.

RTE: And you Michael?

MICHAEL: I work at an old theatre called Liberty Hall in Lawrence, Kansas. When it was built, it was one of only two theatres in a four-state area, and played W.C. Fields, Buster Keaton, Laurel and Hardy. We still do movies, but now we also have live shows. We have a little theatre with 300 seats, and a big theatre with 700, and feature everything from classical music to Bob Marley’s kids. I’ve worked there for seventeen years as the janitor. I take care of the building.

RTE: When you began, how did the Rasta movement break down ethnically?

MICHAEL: It was very small and, here in the U.S., about 90 percent white. In Jamaica it was almost all black, with only a few whites. Rasta wasn’t organized, although there were some independent elders and a few different factions: “The Twelve Tribes of Israel,” who were mostly professionals (doctors, lawyers, teachers, and their children); the “Ethiopian World Federation,” which includes some of the older people from the Garvey era who were still in communication with Ethiopia; and the “Nyabinghi” Rasta, who were more militant. They had ceremonies that lasted up to a week, revolving around certain Ethiopian holidays, or His Majesty Haile Selassie’s life.
They would drum and sing what I’ve come to understand were old Christian spirituals, songs that they’d learned in church when they were young. They would take the word “God” out, and replace it with “Rastafari” or “Jah,” from Jehovah. But we weren’t aware of those origins in the early days; to us they wrote those songs.


The Rastafari Movement

 

RTE: So, what is Rastafari, and how did it begin?

MICHAEL: In my understanding, Rastafari is an Ethiopian word – Ras means “head, chief, or king”; tafari means “Creator” or “the One to be feared.” Ras Tafari was His Majesty Haile Selassie’s name before he became the emperor of Ethiopia. The word “dread” means “God-fearer,” so people who were serious about the practice grew their hair into dreadlocks (letting long locks of hair just naturally grow together) as a sign of reverence for God. Later, it became more of a fashion, like a badge. The movement began in 1928, when the British were still in Jamaica.
Some people say it was sparked by Marcus Garvey, others say by Leonard Howell. Both were Jamaican preachers: Garvey preached a “Back to Africa” movement, and Howell was the first to proclaim His Majesty as the Messiah. They were revivalists, and encouraged people to reclaim their African roots.
In 1930, when Haile Selassie was crowned the
“Emperor of Ethiopia, King of Kings, Conquering Lion of the Tribe of Judah,”
it was flashed around the world. Diplomats and leaders from many nations came to his coronation.
Finally, there was a great African king. So, you can imagine that for a simple Jamaican whose ancestors were slaves, seeing pictures of this
African man being crowned and the European powers going there to acknowledge him was a huge thing. Marcus Garvey had said that the day of redemption, the day when black people would begin to regain their humanity, would be at hand when you saw a black man crowned. So, the black Jamaicans were ready.
The coronation was on the front page of all the Jamaican papers. I’ve seen a copy of it, and this was when the movement really began. A lot of people took on “Ethiopianism,” – wearing the red, gold, and green of Ethiopia’s national colors. Interestingly, the dreadlocks really had nothing to do with His Majesty.
Dreadlocks were first introduced to Jamaica from a National Geographic photo of an Ethiopian Coptic monk with dreads who had come from his monastery down to the city to preach the Gospel. So, in 1930’s Jamaica, when people saw this picture of a monk with his Bible, his staff, and his dreadlocks, they began doing the same things that we came to as Rastas in the ‘70’s – growing their dreads, reading their Bibles. They could see there was something real in these pictures and they tried to reach it by copying what they saw, just as I did fifty years later.
Another thing about the coronation of His Majesty was that National Geographic covered it2, and these were the first color pictures that were ever used in the magazine. In Jamaica, almost every Rasta family I met had that issue of the National Geographic somewhere in their house.
These first Rastas became their own entity in the midst of a British colony, just as we American youth, years later, looked for something more in our own society. It was wild how that happened. Once my wife and I became Rasta, we went on like that for years, just trying to live a really simple life in America, me as a janitor and Teresa as a maid, agricultural worker, and later as a nurse’s aide.

RTE: And you did this out of choice.

MICHAEL: Yes, it was our choice. More money was the last thing we wanted. We were trying to get closer to God, so we dreaded our hair and took on the images we saw of Rastas, even though we’d hear things like,
“You’re white, you can’t be Rasta,” or “You’re Americans, you shouldn’t do this.”
The Jim Jones tragedy had already happened in Guyana, so the cult thing and the marijuana were always held over our head. We didn’t hide anything, even the smoking, because we felt so real about it. For Rastas, smoking was a kind of ceremony, and they sometimes even called it a “sacrament.” Serious Rastas didn’t just smoke for recreation; it was something more. They would say that when you smoked you all came to the same level, the social differences were broken down. And, of course, it represented the opposite of alcohol.

RTE: How was that? To most of us, the two seem to go together.

MICHAEL: The way we saw it, alcohol was Babylon, the world. Alcohol paid taxes to the government, the government ran the whole thing. But the marijuana, we ran. No taxes, it was our thing. “They” didn’t have anything to do with it, and in fact “they” said it was wrong, that you could go to jail for it, and that you’d have deformed babies. But there weren’t deformed babies from marijuana, so we saw them lying. Then, when we looked to the Bible, it said,
“Every herb-bearing seed is good for the use of man.”
So, we believed we had the Bible to back us up. It was against Babylon, it fit the whole life-style.

RTE: Were most of the people you knew in Jamaica Rastas?

MICHAEL: Not really. Perhaps only in the way that you would say that most people here are Christian. If you ask eight out of ten people here in Kansas City, they will probably say,
“Yes, I’m Christian.”
But do they practice being Christian, do they think about what it means to be Christian? In Jamaica, maybe somewhere around 80 percent would say that they are Rasta. It was a youth movement. Among the older Jamaicans, there was more of the Christianity that we knew growing up, the British style of dressing and attending established churches. If their son became Rasta their reaction was often like it was here, that it was a bad thing. They were afraid that he’d become a bum.


Encountering Orthodoxy

 

RTE: What finally brought you to Orthodoxy?

MICHAEL: All through my Rasta years, my reason for being there was to get closer to God. I think it was just God working with me through the Rasta movement. As I said earlier, in everything you read about His Majesty, in every speech, every proclamation, he talked about the Church, the Gospels, the saints, and especially about Jesus Christ, but I didn’t focus on those things.
The first Orthodox encounter I had was at the reggae fest here in Kansas City ten years ago. I always had a booth at the festival, and one year there was a man walking around in a long black robe. He was handing out a pamphlet that simply asked,
“Do you know what His Imperial Majesty’s faith was?”
There were a few lines underneath, and an Ethiopian monk on the front with a cross. The man in the black robe turned out to be Fr. Paisius, who was Orthodox and doing outreach at the festival. He was interested in Rastafari, and we began talking about books. We both knew about a rare set of books in four volumes called, “The Lives of the Ethiopian Saints.” I’d been keeping an eye out for them for years, and had managed to get Volumes I and III. Fr. Paisius, as it turned out, had Volumes II and IV! So, we got together to swap books. I actually walked through these very doors ten years ago. I was floored.

RTE: How so?

MICHAEL: To be honest, that first day all I wanted to do was get the hell out of here. I felt I had found what I needed, and I wasn’t ready for it. It was like,
“Oh my gosh, this is what you’ve always wanted, and it’s too real.”
Fr. Paisius and I got together a couple of times to swap books, and talk briefly. The next year he came back to the reggae fest, we talked some more, and he invited me to church. Usually, that was the last thing I would have done, but I came that Sunday because I always stayed the festival weekend in Kansas City. I came in the middle of the service, and felt like I was home. I didn’t know what I was feeling, I just knew that it was right and that it was what I’d been looking for my whole life. I still remember that day.
Then it became a thing of books – I’d read one, and Fr. Paisius would hand me the next. I had the radio show at the time, so I was up here a lot, and two of the women at St. Mary’s who had become Orthodox, Mari and Magdalena, were taking care of the bookstore. I’d come every day and we’d hang out pretty tough. We spent a lot of time together. Mari (now Mother Pachomia) became an Orthodox nun. I’m really grateful to all the Orthodox folks in Kansas City who helped me get there: the parishioners of St. Mary’s, especially Magdalena, and the nuns, Mother Pachomia and Mother Brigid, who gave me somewhere to be.
In the beginning, Fr. Paisius gave me Not of This World, the biography of Fr. Seraphim Rose, but after a few chapters I brought it back and said,
“No, this isn’t for me. It’s not clicking.”
So, he gave me The Way of a Pilgrim, and it lit something inside of me. I began doing the Jesus Prayer.
After The Way of a Pilgrim, I totally got into St. Theophan the Recluse  [click here]Path to Salvation, Unseen Warfare. The book that really touched me was the letters he wrote to nuns, Kindling the Divine Spark.

St. Theophan the Recluse (from here)

I’ve read it so many times that it’s really the way my Bible should look, completely worn out.
Later, I got back to Not of This World, and liked it. Other Orthodox writings have also really helped: St. John Chrysostom’s writings on marriage, writings of St. Nikolai Velimirovich, the Optina Elders series, some things from the African and Ethiopian traditions such as Matthew the Poor, and Fr. Bishoy Kamel on the Lord’s Cross. This past year St. Isaac the Syrian’s Ascetical Homilies came to me. I’m grateful for all of these.

RTE: How was this time for you, Teresa?

TERESA: Before Michael met Orthodoxy, we’d had a real happy life, but after he started reading, he just didn’t seem happy. He wasn’t sure of himself anymore. I reminded him,
“This is what I left fifteen years ago.”
That is, I’d more or less stopped going to church, but in my heart of hearts I knew who Christ was, while Mike had never really been Christian. But now I was irritated that he was being taken from me. I’d had Jesus from childhood, we had gone to premarital classes and been married in the Catholic Church, but
now he was being led to Jesus Christ through what I saw as these freaky Orthodox nuts and I didn’t appreciate that at all. Who did they think they were, intruding on our happy marriage, our beautiful little family, our “simple” lifestyle?
For a long time our marriage had been very solid and we were very proud of it, but when he began going to church and learning about Orthodoxy, it was shaken to the core. The first time Fr. Paisius came up to us at the reggae fest, I took one look at him and understood that everything was up. I felt like screaming, and I prayed to the universe,
“Keep that man away from my husband!”
Fr. Paisius still remembers the meeting. He came strolling across the lawn because we had a book table and Michael was burning Ethiopian church incense.
When Mike started becoming Orthodox, I said,
“That’s it. I’m not doing what you do for my whole life. We can still be married, but I’m doing something else.”
He said,
“That’s fine. As long as you love me, it’s alright.”
But inside I was scared, seriously scared. I was afraid I was losing the man I’d loved, borne a child with, and built my life around for the past fifteen years. I was right, too. I did lose that man, and now I have a new man. He’s the same, but different. Not better, just different.


More On Orthodoxy

 

RTE: Probably every married woman reading this can feel what you went through, Teresa. When were you finally baptized, Michael?

MICHAEL: About six years after I met Fr. Paisius. I was working towards baptism, going to classes along with our son Nesta, who was to be baptized with me. As I said earlier, we’d been doing this Rasta Revival Campout, with people attending from all over America. One year we had twelve different countries represented at the revival, topping off at 130 people. It was mostly Rasta, and even some pagan people who were sympathetic to Rasta, or thought Rasta was something it wasn’t. We sent fliers out, and after that people came by word of mouth.
As I became more attracted to Orthodoxy and it came time for my baptism, Fr. Paisius and I decided to have the baptism at the Rasta Revival Campout. There was a lake there and it was a good setting. I hate to say it, but some saw me as a leader in the Rasta movement in this area, and I thought that a public baptism would be a good way to show the group where I was going and how much this meant to me; to share it with them.

RTE: Your reasoning wasn’t so different from Orthodox missions centuries ago in Europe, Siberia, China, where, if the headman was baptized, everyone else followed. You were the head of your own little community.

MICHAEL: Yes, maybe to some, but about a week before the campout, something happened that meant we had to delay it for awhile. I was totally psyched, I really wanted to be baptized and was ready, but it just couldn’t happen. Now I believe this was God’s will. I went through a long period of reflection, and thoughts came up like,
“Maybe God doesn’t want me baptized …maybe this, maybe that. What do I tell these people who I primed up for the baptism, and who now want to know what happened?”
But, over that year I became so strong and so ready, that in the end it was even more powerful.
The only thing I worried about was our son. He was fourteen, and didn’t understand why we’d had to put it off. We’ve raised him pretty free, not telling him what to do. Of course, we made suggestions in a parental way, about what we felt was right, and tried to teach by our example.
We home-schooled him, and, in a way, let him direct his little life under our protection. Although I had my own questions during that time, I kind of let him be. Finally, when the baptism could happen again, we decided to do it on Theophany.
Before Christmas, I took Nesta aside and said,
“I’m going to get baptized on Theophany, and it’s up to you if you want to.”
He instantly said,
“On one condition.”
I said,
“What, Nesta? What’s your condition?”
He said,
“Only if Fr. Paisius is doing it.”
So, I called Fr. Paisius and he said,
“Of course.”
When it happened, it was a very powerful thing. My next-door neighbor came, Teresa’s sister came, and Teresa’s favorite aunt, who came to witness Nesta’s baptism because she had promised Teresa’s mother that she would see that the grandchildren were baptized. Teresa, of course, had been baptized as a baby. When we were baptized Orthodox she came with us to church from time to time but wasn’t ready to come in herself. It was a huge change for her because I had been so deeply Rasta. Our whole married life had been built around Rastafari, and now I was changing.

Orthodox saints from Africa (click here)

RTE: Teresa, how did you feel about Nesta coming to Orthodoxy?

TERESA: I was really glad to see him baptized. It was something I’d wanted for him, and it happened when he was fourteen. It was his own decision, and marked the boundaries between childhood and adulthood. He’s a good boy, really beautiful. It didn’t change our relationship. My mother, who had already died, wanted all of her grandchildren baptized, and this fulfilled her dream.
As Michael said, we home-schooled Nesta, structuring his schooling around what he was interested in. When it was dinosaurs, we’d do math and reading around dinosaurs, we’d do everything around dinosaurs. We raised him with the idea that children are born knowing what they need to learn. Our job as parents is to give them the tools they already sense they will need as adults. We would say,
“Nesta, you know what you need. We’re trusting you. You need us to be your guides, but you know what you’ll need as an adult.”
I was trusting the universe to lead us both. Every year I’d ask,
“Are you ready to go to school this year?”
Finally, he did go in the sixth grade and then on through high school. He didn’t do very well grade-wise, but I didn’t care about that. He knows how to work, and he’s got confidence and family warmth behind him. He can do anything he wants.

MICHAEL: Teresa was finally chrismated Orthodox on Palm Sunday in 2005, and in August, on our 25th wedding anniversary, we had our marriage blessed in the Orthodox Church. The day our marriage was blessed was beautiful. Besides the service, which was very powerful for both of us, it meant a lot that my parents and most of Teresa’s large family were there. They stayed through the marriage service and the liturgy, a long haul for non-Orthodox folks. Friends from the church made the food.

RTE: Wonderful. Teresa, has your outlook changed since you’ve become Orthodox?

TERESA: One thing that I felt from all of my reading was that every religion has the same basic principles of loving God, of being kind to others, living simply, being at peace. I was looking for a way to apply these principles, and I thought,
“Well, you know, here I am in this marriage forever and ever, I’m not going to leave, so let’s apply it here. Let’s apply what I’ve learned in this church.”
Some of the things I’d been reading said that sin is an illusion, and many Orthodox elders express that same principle – not that it doesn’t happen, but that it isn’t what’s eternal. The thing that changed for me when
I became Orthodox was that Jesus Christ as God became real. Zen Buddhism didn’t have that, nor did Rasta, Bahai, or Hare Krishna. I also liked the structure of Orthodoxy. I’d always wanted to fast, and I’d always wanted to have a rule of prayer, but I didn’t have the discipline.
Now, I have help. Michael encourages me to pray with him every morning and before sleep, and fasting isn’t difficult. I actually like being hungry and the feeling of being empty. I guess I needed a solid reason to do it. But I have to say that even after I was chrismated, being Orthodox was uncomfortable for a long time. I’d quit every other day, and then decide to try again.

RTE: What didn’t sit right?

TERESA: I realized that I had been chrismated not because I really wanted to be Orthodox, but because I loved Michael. Now, I was struggling with my own identity, and was tired of arguing with Michael over ideas about faith, such as my reading A Course in Miracles, which I had loved. I was feeling a void. One day, another home health-care giver, a born-again Christian, stuck her head around the corner of the room I was working in. With tears in her eyes (she had recently reluctantly divorced), she looked at me in the mirror and said,
“If you love your husband as much as you say you do, I’d join his church. You have a good marriage, a good husband. Don’t disrespect this gift that God has given you.”
Well, that statement sank deep into my heart, into my bones, into my blood, and I cried a steady stream of tears. I realized then that I was fighting against God, and that I was losing the battle, the battle of my will, my way.
I don’t like to lose, I don’t like learning to be humble, I don’t like admitting my sinfulness. I had this grand idea that “I am a good person, I am not a sinner!”
But in Orthodoxy, losing is gaining. Losing my way, losing my will, admitting my sinfulness is gaining His good grace, gaining “unexpected joy.” It’s not about winning anything.

RTE: I think you’ve just expressed the whole essence of spiritual life. Was there anything you read that helped you along the way?

TERESA: Yes. The first was Touching Heaven, about a young man’s pilgrimage to Valaam, then: The Royal Way of the Cross Leading to Eternal Life; Orthodox Prayer Life; Communion of Love; St. Basil, The Wonderworker of Ostrog; St. Silouan the Athonite, Shepherd of Souls… also, many of the non-Orthodox spiritual books I read contributed to the way I perceive Orthodoxy. I bring all of that experience with me to what I am today. Most recently I read The Joy of Full Surrender. I happened on it in a used bookstore and it’s been very uplifting, especially during Lent.
What I see now is that in Orthodoxy you can be who you are. You can pray morning, noon, and night or you can lead a life in the world and come to church as you can. It’s not even about what you want – it’s about what Christ wants for you. You just need to let that happen. You don’t have to change yourself, you let God change you. This is what’s freeing about Orthodoxy. I don’t have to change, I just have to be. God will change me if and when He wants to, the way He wants to. Now, I’m at peace with that.


St. Basil of Ostrog

 

RTE: I understand that both of you have a strong tie to St. Basil of Ostrog. He isn’t well- known in the West, so how did that come about?
MICHAEL: A couple of years ago I received a flyer about a book about him called, The Mystery of the Wonder-worker of Ostrog. The picture on the flyer drew me to him, and although we didn’t get the book at the time, the picture kept surfacing, and I found myself saying,
“Holy St. Basil, Wonder-Worker of Ostrog, pray to God for us!”
A year later I saw the book at St. Mary’s, and I thought,
“This is my guy!”
He was looking so holy and kind, blessing us from the picture, that I picked up the book and looked through it. A few weeks later Teresa and I stayed overnight at the church and I brought it to our room to read. Shortly into it, the first story mentioned Bob Marley, and I thought,
“Now this is amazing – all the way in Serbia, Ol’ Bob is moving people!”
I took the book home to read, and came home the next day to find Teresa so into it that she couldn’t put it down. She read it nonstop for a few days, and I tiptoed around to let her be. I felt St. Basil reaching out to her like he’d already reached to me. Not long after we’d read the book, I dreamt that St. Basil was with us. I felt so light and blessed that I woke Teresa up to tell her,
“St. Basil was here!”
In my dream he was in our yard, blessing different parts of the garden. I was so excited and felt so good, and so did Teresa. A few days later, we were amazed to see red tulips growing up in each of the spots that I’d told her he had blessed. There were no other tulips near them, and no red ones anywhere else. To this day, we’ve never had another red tulip.
So, we felt strongly that he was there with us. After our son Nesta moved out we turned his room into a chapel, dedicated to St. Basil. Fr. Paisius and some of our parishioners came over this year on his feast day and served the Divine Liturgy there. The chapel hasn’t been the same since. Since then, I carry St. Basil’s picture with me, and I’ve read everything I can find on him. God willing, next year at this time we will be in Montenegro, climbing his Holy Mountain to venerate his relics5.


Rastas and Orthodoxy

 

RTE: I hope you both get there. Looking back, after this wonderful journey, what do you feel that you’ve brought to Orthodoxy from your Rasta experience that could help other Orthodox converts, especially those from a more middle-class background?

MICHAEL: Living simple. Seeing your brother as yourself. Seeing people not just as a part of you, but as a part of God because He created them. The real Rasta people saw that, and these were the things that first attracted us.
I think that Orthodox people as a whole need to do a lot of work on their diet, nutrition, a simple lifestyle. I’ve attended churches where folks are friendly, but sometimes Orthodox people can look pretty worldly too. Rastafari was such a part of our spiritual journey that I know I’ll be connected to Rastas for the rest of my life. In fact, not long ago, I met a man from a Jamaican Rasta group called the Bobo Dreads. Their founder, Prince Emmanuel, passed on years ago, and if you’d met them in Jamaica you’d have thought they were a black supremacist group, but they were really a Bible-based commune. In the first years of being Rasta, I wrote back and forth to Prince Emmanuel and he prayed for us.
When I met this man from the commune, I told him about how years ago I’d written to Prince Emmanuel, and when I said something about my son, Nesta, he looked at me, raised his hands to heaven, prayed aloud, and said, “That’s who Nesta is!” For years, there had been a picture of this white baby on their prayer board. No one knew who it was except that his name was Nesta, but because Prince Emmanuel had put it there, they always prayed for him. I felt so blessed by that. They’ve prayed for him for over twenty years.

RTE: They carried him along. Do you think that Orthodoxy could spread in Jamaica?

MICHAEL: It has, in the form of the Ethiopian tradition. Thousands of Rasta people have been baptized in the last ten years into the Ethiopian Church. Rita Marley built a huge Ethiopian Orthodox church in Kingston and besides the first abba that His Majesty sent, there are now many other priests from Ethiopia. I would guess that the Ethiopian Church is probably the second largest church in Jamaica, after the Anglican. Rastas are becoming aware of Orthodoxy. For example, a well-known Rasta from the group Boom Shaka has been to the St. Herman of Alaska Monastery in Platina. I`ve heard since that his whole group was baptized, but I don’t know the details.

RTE: What do you see in our Chalcedonian Orthodoxy that could appeal to Rastas? How can our middle-class convert and ethnic parishes make them feel welcome?

MICHAEL: Well, be more like St. Mary’s – non-judging. The biggest thing with the Rasta people is their dreads and the way they dress. The reason we wore our hair and clothes like that is that we were making a statement,
“I’m not of this world”,
which is what Christianity is really all about. We called this the “Nazarite Vow,” to not cut our hair or beard. I know that I’ve walked into certain Orthodox churches and felt unwelcome because of my appearance.
  
St. Zosimas & st. Mary of Egypt

Also, the idea of “dogma” would be hard at first for most Rastas – it leaves a bad taste in the mouth – but the cycle of Church services, the teachings, the desert fathers and mothers – all of this I can talk to a Rasta about at a first meeting. There’s also self-image to get through. We’ve conditioned ourselves to be our own entities,
“They can’t tell us how to think, they can’t tell us what to eat.”
Then, all of a sudden, when you meet Orthodoxy and get closer to God, you find that there are all these rules, traditions, fasts… of course, it’s natural that you rebel against it at first. Even though it’s what you’re seeking, your psyche kicks in and says,
“Wait a minute, what’s this about?”
For me, it was the initial contact with an Orthodox priest, and then the Ethiopian icons, the multicultural background that made this church special. It was like home. Teresa and I have always been about helping other people, the have-nots, and have lived on the fringe of being have-nots ourselves. We are all God’s children and that’s what drew us to God. I volunteer here in the bookstore and I end up handing out bags of food. This is what I love, taking care of people.
In the six years before I was baptized, I would come for a while, and then leave. Once, when I came back after a long absence, Fr. Paisius told me that he likes to think of his church as having a revolving door – you can come, you can go, and you can come back again when you’re ready. At St. Mary’s it’s not about how much you can tithe each week. Here I feel that we are working on our salvation, on getting closer to God. We actually work on our weaknesses. If someone is crying in church, it’s not like, “Wow, what was the matter with her today?” We’ve all been there, we’re a family, and we’re working out our salvation together. This is what our lives and Rasta were all about. Teresa and I had always hoped for a spiritual family that wanted to get closer to God, that wanted to pray together, to help people in God’s name, and that’s why we’re here.
That’s St. Mary’s, and this is what would appeal to most serious Rastas.
The biggest connection for a Rasta to Orthodoxy, though, is through Haile Selassie. There are lots of Rasta people who have His Majesty’s picture on their wall, but don’t have a clue as to who he was and what he believed. If you study his life, you’ll become Orthodox. That’s what he talked about, and that’s what he tells you. Some Rasta people walk with a veil over their face, and when they take that off and see Orthodoxy and His Majesty as he was – that he was a man like us all, a sinner, but a great leader and deeply religious – when they see that, they will become Orthodox themselves.

RTE: If you could say anything to Rastas and non-Rastas about Orthodoxy, what would it be?

MICHAEL: It’s home. It’s love. It’s Christ’s love. It’s everything.+

Another Rastafarian Becomes Orthodox



 

From early childhood, I was taught to appreciate the Bible. Consequently, I grew with a strong love for our Saviour. So much so that sitting alone one evening after Easter, watching the sky and contemplating “The Robe“, a film I had seen then, I imagined Christ’s face in the clouds. I wept as gruesome scenes from the film of His passion and crucifixion flooded my mind. I was no more than ten years old at the time.
At fifteen, I embraced the Rastafarian Faith, convinced that Emperor Haile Selassie I of Ethiopia was Christ returned. In 1986, I became a member of the Twelve Tribes of Israel organisation. The teaching was different however—Christ was revealed in the personality—not the person of the Emperor. Further study of the scripture eventually reconciled me to this teaching.
Later, the Crown Prince of Ethiopia, himself an Orthodox Christian, became a member of the organization. Exiled in the West, he was studying the Rastafarian religion, but in the light of his own beliefs, he planned to establish a church on his return to Ethiopia. He encouraged us to participate in the true Church of God and so began my own research into Church history and the sacraments.
My research led me to many Orthodox websites and ultimately to that of St. Aidan’s, hosted by Fr. Gregory. I had met and spoken briefly with him a few years before while working near the church. When I contacted him, Father Gregory recalled me immediately and accepted my request to attend the upcoming Pascha celebrations. After that, I began to attend services regularly and on the Feast of Pentecost, June 11, 2006, I was received into the Holy Orthodox Church.
I believe I am now better able to help Prince Yacob in his efforts to guide the Rastafari brethren into the true spiritual homeland of the Orthodox Faith.

 
More for Orthodox Life & Spirituality here & here.
African-American Orthodoxy (here).
Moses the Black Saint & Teacher
Brotherhood of St. Moses the Black Website.
Icons and the Black Church: The Time Has Come (& Black Orthodoxy)