ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Ο πρώτος παιδικός σταθμός!...




ΓΙΑ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΟ, ΕΔΩ 
 
Ὁ Ὅσιος Στυλιανός. γιὸς πλουσίων γονέων (ποὺ γεννήθηκε στὴν Ἀδριανούπολη τὸν 7ο αἰῶνα, καὶ ὀνομάστηκε Παφλαγόνας γιατὶ εκεῖ φυλασσόταν τὸ τίμιο λείψανό του), διδάχτηκε νωρὶς ἀπ’ αὐτοὺς νὰ εἶναι ἐγκρατὴς καὶ νὰ θεωρεῖ τὸ χρῆμα μέσο γιὰ τὴν ἀνακούφιση καὶ περίθαλψη τῶν φτωχῶν καὶ τῶν ἀρρώστων.
Ἀφοῦ ἔτσι ἀνατράφηκε, καὶ οἱ γονεῖς του πέθαναν, διαμοίρασε ὅλη τὴν κληρονομιά του καὶ πῆγε σὰν ἀσκητὴς στὴν ἔρημο, χωρὶς νὰ ἀποκόψει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸν κόσμο. Εἰσερχόταν στὴν κοινωνία γιὰ νὰ βοηθήσει ὄποτε καὶ ὅπως μποροῦσε καὶ κατέφευγε στὴν σπηλιά του γιὰ νὰ ἀνανεωθεῖ Πνευματικά. Ἐκεῖ γνωρίστηκε μὲ ἄλλους ἀσκητές, ποὺ ζοῦσε μαζί τους μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη, χριστιανικὴ συγκατάβαση καὶ ἐπιείκεια. Δὲν λύπησε ποτὲ κανένα, μεγάλη του χαρὰ μάλιστα, ἦταν νὰ ἐπαναφέρει τὴν γαλήνη στὶς ταραγμένες ψυχές. Σύνθημά του τὰ ὄμορφα λόγια τοῦ Ἰησοῦ «ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ιθ’ 14). Τοῦ ἐμπιστεύτηκαν τόσες οἰκογένειες τὴν καθοδήγηση τῶν παιδιῶν τους, ποὺ πραγματοποιοῦσε μαζὶ μὲ τοὺς συνασκητές του, δημιουργῶντας αὐτὸ ποὺ ὀνομάσθηκε «ὁ πρῶτος παιδικὸς σταθμὸς στὸν κόσμο» (Ὀρθόδοξοι Ἅγιοι, Γ. Πούλου). Κάθε φορὰ ποὺ οἱ γονεῖς ἔφεραν πρὸς αὐτὸν τὰ παιδιά τους, ἡ ἀγαλλίαση τοῦ Ὁσίου ἦταν πολὺ μεγάλη.
Ἡ φήμη τῆς θαυμαστὴς ἀσκητικῆς του ζωῆς ἔφθασε μέχρι τὶς πόλεις, καὶ πολλοὶ ἔτρεχαν νὰ τὸν βροῦν γιὰ νὰ ζητήσουν ἀπ’ αὐτὸν τὶς πνευματικές του ὁδηγίες.
Ὁ Ὅσιος Στυλιανός, παρὰ τὴν ἐρημικὴ ζωή του, ἔτρεφε στοργὴ καὶ συμπάθεια πρὸς τὰ παιδιά, ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ ὁ Κύριος. Ἄν, ἔλεγε, ἡ ταπεινοφροσύνη ἀποτελεῖ θεμέλιο τῶν ἀρετῶν, ἡ παιδικὴ ἡλικία ἀπὸ τὴ φύση της εἶναι περισσότερο ἐνάρετη, ἀπ’ ὅτι οἱ μεγαλύτεροι τῶν φιλοσόφων. Ὁ Θεὸς βραβεύοντας τὸ ἱερὸ αὐτὸ αἴσθημά του, προίκισε τὸν Ὅσιο μὲ τὸ χάρισμα νὰ θεραπεύει τὰ ἄρρωστα παιδιὰ καὶ νὰ καθίστα εὔτεκνους, ἄτεκνες γυναῖκες. Ὑπῆρχε πλῆθος ἀνθρώπων γύρω του ποὺ προσπάθησαν νὰ «ἐμπορευθοῦν» τὸ χάρισμά του, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀνρεῖτο κάθε ἀπόπειρα νὰ κερδίσει χρήματα, λέγοντας ἁπλὰ, πὼς εἶχε ἤδη πληρωθεῖ προκαταβολικὰ μὲ τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Πέθανε πλήρης ἡμερῶν ἀλλὰ καὶ ἀρετῶν. Δὲν τοῦ ἔλειπε ποτὲ τὸ χαμόγελο καί, ὅταν πέθανε, λέγεται πὼς τὸ πρόσωπό του ἔφερε ἀκόμα ἕνα ἀχνὸ χαμόγελο καθὼς τὸν ἔθαβαν. Ἕνας στοργικὸς καὶ ἀγαπημένος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ Στυλιανός, εἶναι φυσικά, ἰδιαίτερος προστάτης τῶν παιδιῶν.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Στήλη ἔμψυχος, τῆς ἐγκρατείας, στῦλος ἄσειστος, τῆς Ἐκκλησίας, Στυλιανὲ ἀνεδείχθης μακάριε· ἀνατεθεῖς γὰρ Θεῷ ἐκ νεότητος, κατοικητήριον ὤφθης τοῦ Πνεύματος. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἁγιασθεὶς ἀπὸ μητρῴας νηδύος, ὥσπερ ὁ θεῖος Σαμουὴλ θεοφόρε, ἀσκητικῶς ἐδόξασας Χριστὸν τὸν Θεόν· ὅθεν τῶν ἰἀσεων, ἀνεδείχθης ταμεῖον, καὶ προστάτης ἔνθεος, νεογνῶν καὶ νηπίων· ὁ γὰρ Χριστὸς δεξάζει σε λαμπρῶς, ὃν ἀπὸ βρέφους, Στυλιανὲ ἐδόξασας.

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010

In Peace Let Us Pray to the Lord


An Orthodox Interpertation of the Gifts of the Spirit, An Orthodox answer to the pentecostalism and charismatic movement!
From here
ΤΟ ΙΔΙΟ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

reginaorthodoxpress_2026_6797935
 
I have always had trouble dealing with the question of “tongues” and other gifts of the Spirit. Now, thanks to Fr. Alexis’ marvelous new book, In Peace Let Us Pray to the Lord, I have a truly Orthodox answer!
 
What makes Fr. Alexis’ book so powerful is the fact that he is a monk on Mt. Athos. Athos is for the Orthodox world, the very center of our spiritual practice and experience. Fr. Alexis draws on the one thousand-year history of the Holy Mountain and its Saints to provide the definitive Orthodox interpretation of the Gifts of the Spirit.
–Clark Carlton, author of The Faith
308 Pages Published 2001 Regina Orthodox Press
About the Author
Prologue
Introduction
 

The Orthodox Church and the Gift of Tongues
Intuitions and Convictions

PART I
The Church of Pentecost:  the Holy Orthodox Church
Quotations on “Tongues”  αnd the Prayer of the Heart

Chapter 1. Interpretive Choices in Acts and First Corinthians:
Tongues and Spiritual Gifts

Inspiration, Revelation, and Interpretation
Patristic Interpretations: Boldness, Truth, and Pastoral Needs.
Patristic Interpretations: the Spirit and the Letter.
The Sure and the Uncertain: A Choice of Interpretations
Spiritual Gifts, Prophecy, and Foreign Languages
A Preliminary Answer: Kinds of Tongues as the Prayer of the Heart

Chapter 2. A Patristic Reading of Pentecost
 

Preparation: the Proper Time, the Proper Place, the Appropriate People
The Meaning of “As”
Prayer, Prophecy, and Comprehensibility: Purposeful and Timely Gifts.
What was heard?
The Sobriety of the Spirit
Holy Pentecost: A Unique Fulfillment of Prophecy and Figure.
The Characteristics of Holy Pentecost

Chapter 3. A Patristic Reading of Saint Paul’s Discourse on Spiritual Gifts in His First Epistle to the Corinthians
 

The Aim of the Incarnation and Gifts of the Spirit
The “Traditional” English Text: Its Translation and Interpretation
Kinds of Tongues in Corinthians and other Pauline Epistles.
The Illumined and the Perfected: Spiritual Gifts and Ministries
Illumination and Glorification: Unceasing Prayer and The Vision of Christ
Pentecost and Corinth

Chapter 4. A Matter of Experience
 
Discerning the Spirits: the Safe Experiences of the Church
Discerning the Spirits: Experiences of Deception
Discerning the Spirits: Experiences of Grace
Which Comes First: Faith or Experience?

PART II
The Pentecostal Churches
Quotations on “Tongues” as Supernatural and Unintelligible Prayer
 
Chapter 5. A Tale of Sound and Fury

The Enthronement of Experience in American Protestantism
Touch and Tongues: the Discovery of the First American Pentecostals.
The First Pentecostal Communities: A Diversity of Tongues; A Diversity of Churches
New Wine in Old Wine Skins: the Charismatic Movement.
The TV Church: Christians of the Third Wave.
The Pentecostal Answer

Chapter 6. The Dogmas of the Non-dogmatic
 
Dogma, Heresy, and the Church.
Salvation and the Start of the Christian Life: Belief, Baptism, and Spiritual Gifts.
Dogmas of Denial: a. Holy Communion b. The Priesthood. c. Holy Confession. d. The Saints and the Holy Icons
Christianity without the Cross: the Pentecostal “Church” of the End-Times
The Spiritual Vacuum of the Unscriptural and Nonsacramental Life

Chapter 7. The Ecstatic
 
Religious Ecstasy in the Non-Christian World.
Pentecostal Worship and Religious Experience.
“This is an hard saying; who can hear it?”
Epilogue
Yet I show I unto you a more excellent way
No Man can Serve Two Masters
A Higher Goal, a Safer Way
“Sing unto the Lord a new song”
Appendix
Every Man Heard Them Speak In His Own Language: God is Wonderful in His Saints
The Holy and Glorious Greatmartyr Christopher (†249-251)
Our Venerable and God-bearing Father Paisius the Great (b. 300).
Our Father Among the Saints Basil the Great (329-364)
The Venerable Monk Martyr James the New (†1520)
The Holy Elder Porphyrios (†1991)

Bibliography

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Πρόσκληση στους πεντηκοστιανούς



Σας παρουσιάζουμε (στα ελληνικά και στα αγγλικά) το περιεχόμενο του καταπληκτικού βιβλίου «Εν ειρήνη  του  Κυρίου  δεηθώμεν:  Πρόσκληση  στους  Πεντηκοστιανούς  με  ερμηνεία  των πνευματικών χαρισμάτων», το οποίο έγραψε ο αμερικανικής καταγωγής Ορθόδοξος Αγιορείτης ιερομόναχος π. Αλέξιος (Trader) Καρακαλλινός [δηλ. μοναχός της μονής Καρακάλλου].

scannedimage-38

Το βιβλίο αποτελεί εμπεριστατωμένη Ορθόδοξη Θεολογική απάντηση στο αιρετικό κίνημα τών Πεντηκοστιανών και γενικότερα τών λεγομένων «Χαρισματικών». 

Ο συγγραφέας μεταστράφηκε στην Ορθοδοξία, από τούς Μεθοδιστές.
Προλογίζει το βιβλίο, ο πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός. Μετάφραση π. Αυγουστίνος Μύρου.

scannedimage-39

Αποσπάσματα του βιβλίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Περιεχόμενα τού βιβλίου :

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ 9
ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ 13
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ 15
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ 17
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 19
1. Η Ορθόδοξη Εκκλησία και το χάρισμα της γλωσσολαλίας 19
2. Διαισθήσεις και πεποιθήσεις 23

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΓΙΑΤΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 
Παραπομπές για τις «γλώσσες» και την καρδιακή προσευχή 35
Κεφάλαιο Α’. Ερμηνευτικές επιλογές στις Πράξεις και στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή σχετικά με τις γλώσσες και τα πνευματικά χαρίσματα 37
1. Θεοπνευστία, Αποκάλυψη και Ερμηνεία 37
2. Πατερικές ερμηνείες: τόλμη, αλήθεια και ποιμαντικές ανάγκες 43
3. Πατερικές ερμηνείες: Το πνεύμα και το γράμμα 48
4. Το βέβαιο και η αβεβαιότητα: επιλογή των ερμηνειών 50
5. Πνευματικά χαρίσματα, προφητεία και ξένες γλώσσες 54
6. Μία προκαταρκτική απάντηση: Τα είδη των γλωσσών ως καρδιακή προσευχή 52

Κεφάλαιο Β’. Η πατερική άποψη για την Πεντηκοστή 67
 
1. Προετοιμασία: ο κατάλληλος καιρός, ο κατάλληλος τόπος και τα κατάλληλα πρόσωπα 58
2. Η σημασία του «ώσπερ» 75
3. Προσευχή, προφητεία και ερμηνεία: χαρίσματα με ειδικό σκοπό και για συγκεκριμένη εποχή 79
4. Τι ακουγόταν; 83
5. Η νηφαλιότητα του Αγίου Πνεύματος 90
6. Αγία Πεντηκοστή: Μία μοναδική προφητική εκπλήρωση και πραγματικότητα 92
7. Τα χαρακτηριστικά της Αγίας Πεντηκοστής 101

Κεφάλαιο Γ’. Μία πατερική αντίληψη του κηρύγματος του αποστόλου Παύλου για τα πνευματικά χαρίσματα που αναφέρονται στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή 106
 
1. Ο σκοπός της Ενανθρώπησης και τα χαρίσματα Αγίου Πνεύματος 106
2. Το «παραδοσιακό» αγγλικό κείμενο: Η μετάφραση και η ερμηνεία του 111
3. Είδη γλωσσών στις Προς Κορινθίους και σε άλλες Επιστολές του αποστόλου Παύλου 116
4. Οι φωτισμένοι και οι τέλειοι: Πνευματικά χαρίσματα και διακονίες 122
5. Φωτισμός και θέωση: Αδιάλειπτη προσευχή και όραση του Χριστού 129
6. Η Πεντηκοστή και η Κόρινθος 142

Κεφάλαιο Δ’. Εμπειρία χάριτος και πλάνης 148
 
1. Διακρίνοντας τα πνεύματα: Οι ασφαλείς εμπειρίες της Εκκλησίας 148
2. Διακρίνοντας τα πνεύματα: Εμπειρίες απάτης 153
3. Διακρίνοντας τα πνεύματα: Εμπειρίες της χάριτος 161
4. Τι προηγείται: η Πίστις ή η εμπειρία; 165


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
 

ΟΙ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΙΑΝΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ
Αποσπάσματα αναφερόμενα στη «Γλωσσολαλία» ως υπερφυσική ακατανόητη προσευχή 175

Κεφάλαιο Α’. Μία ιστορία γεμάτη θόρυβο και πάθος 176
 
1. Η εδραίωση της εμπειρίας στον Αμερικανικό Προτεσταντισμό 176
2. Η ανακάλυψη των πρώτων αμερικανών Πεντηκοστιανών 186
3. ΟΙ πρώτες Πεντηκοστιανές Κοινωνίες: Ποικιλία γλωσσών, ποικιλία «εκκλησιών» 195
4. Οίνος νέος εις ασκούς παλαιούς: Το Χαρισματικό Κίνημα 201
5. Η Τηλεοπτική εκκλησία: Χριστιανοί του Τρίτου Κύματος 207
6. Η πεντηκοστιανή απάντηση 209

Κεφάλαιο Β’. Τα δόγματα των μη δογματικών 212
 
1. Η Εκκλησία, το δόγμα και η αίρεση 212
2. Η σωτηρία και το ξεκίνημα της χριστιανικής ζωής: Πίστη, Βάπτισμα και πνευματικά
χαρίσματα 221
3. Δόγματα πού αρνούνται: 231
α. Θεία Κοινωνία 231
β. Η Ιερωσύνη 234
γ. Η Εξομολόγηση 237
δ. Οι άγιοι και οι άγιες εικόνες 242
4. Χριστιανισμός χωρίς Σταυρό: Η Πεντηκοστιανή «Εκκλησία» των εσχάτων Χρόνων 248
5. Το πνευματικό κενό της αντίθετης από την Αγία Γραφή και χωρίς Μυστήρια ζωής 252

Κεφάλαιο Γ’. Οι εκστατικοί 255
 
1. Η θρησκευτική έκσταση στον μη χριστιανικό χώρο 255
2. Πεντηκοστιανή λατρεία και θρησκευτική εμπειρία 261
3. «Σκληρός εστίν ο λόγος. Τις δύναται αυτού ακούειν;» (Ιω. 6,60) 267
ΕΠΙΛΟΓΟΣ:
«Και έτι καθ’ υπερβολήν οδόν υμίν δείκνυμι» 281
1. «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» 281
2. Ένας υψηλότερος στόχος, ένας ασφαλέστερος δρόμος 284
3. «Ασατε τω Κυρίω άσμα καινόν» 289

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: «Ημείς ακούομεν έκαστος… ταις ημετέραις γλώσσαις τα μεγαλεία του Θεού» (Πραξ. 2,8-11) 297
 
1. Ο άγιος και ένδοξος μεγαλομάρτυς Χριστοφόρος (249-251) 299
2. Ο όσιος και Θεοφόρος πατήρ ημών Παΐσιος ο Μέγας 301
3. Ο εν αγίοις πατήρ ημών Βασίλειος ο Μέγας 303
4. Ο όσιος μοναχός και νεομάρτυς Ιάκωβος 306
5. Ο άγιος Γέροντας Πορφύριος 307

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 311

Εκδόσεις «Μακρυγιάννης», Ιπποκράτους 16,  Κοζάνη, 2006. Τηλέφωνο 2461025094
Διατίθεται και από τις εκδόσεις Σταμούλης, Αθήνα και από όλα τα ορθόδοξα χριστιανικά βιβλιοπωλεία αλλά και από το διαδίκτυο:

Από σχόλιο αναγνώστη του αρχικού blog:
Ίσως ενδιαφέρει μία πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του π. Αλεξίου Καρακαληνού με θέμα: “Επιστροφές ετεροδόξων στην Ορθοδοξία” (απομαγνητοφωνημένο κείμενο εδώ).
Για τους πεντηκοστιανούς εκτενή αρθρογραφία δες και εδώ. Επίσης, για τα φαινόμενα πλάνης (δαιμονικές εμπειρίες, δήθεν θεϊκές), όπως καταγράφονται στην Ορθοδοξία, εδώ & εδώ.

We and the spirits of the departed


From here


ΤΟ ΙΔΙΟ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Christians have a very serious relationship with our dead ones. We often speak to them and we continuously talk to God about them.
To be more precise, for us, these who have left their body are not dead but alive (metaphorically we call them “sleeping” and this is the way we regard them, as living, who have simply left and live in another place. The place were we bury their bodies is called “cemetery” (from the greek word “κοιμητήριο” = sleeping place).
On the contrary, we consider dead those people who have taken God, His love and His grace out of their heart, no matter if they live among us or have moved to the place of the souls. This is the real death, the eviction of God from our heart, whereas when we allow Him to enter our heart we are fully alive, either here, or at the place of the souls.
When we say that God enters our heart, we do not mean that he takes control of us and removes our spirit and abolishes our freedom (God never does that, only devious spirits do that). We mean that God’s grace comes into us (His life-giving, uncreated, eternal and luminous energy) and transforms us bringing us closer to Him. This transformation is closely related to the sacraments of Christian Church, as we will see shortly. God willing, we will now see what we know about the dead, or “departed”.

Jesus and the dead

Descent to Hades (from here)

When Jesus died on the cross, His human soul transferred to the place of the dead (”Hades” in Greek), where it talked to the dead, as it had done to the living (one might want to see the relevant orthodox icon “Descent to Hades”, as well as the testimony of great and saint apostle Peter, Jesus’ disciple, in his first epistle (letter), found in the Holy Bible, chapter 3, verse 19-20). He then took the souls of the dead from Hades and brought them to the place where souls go now, a place called “heaven”. There, the souls of those dead before Christ together with the souls of the people who lived after Christ, wait the resurrection, so that they will live in God’s kingdom assuming their bodies again, but this time as immortal and luminous bodies.
The people who lived in this world having advanced towards God with pure heart, foretaste in heaven – the place of the souls – the indescribable happiness generated by the relationship with Christ, by the sight of His heavenly beauty and His uncreated Light. This happiness is proportional to their kindness and will reach its full extent after the resurrection of all people. We call this happiness “paradise”.
On the contrary, those who lived in this world confining their love to their egoistic self, foretaste in heaven the grief generated by the relationship with Christ (whom they do not love), by the sight of His heavenly beauty and His uncreated Light. This grief is proportional to the distortion caused by their egoism and will reach its full extent after the resurrection of all people. We call it “hell”.
A reference to the resurrection and to the final state, in which all people (of all races and ages, as well as of all religions) will live, is found in the words of Christ himself, in the Gospel of Mathew, chapter 25, 31-46. This description must be considered in the context of God’s love for all people and for all creatures. God does not “send to hell” the impenitent sinners, but the state of their own soul is itself the hell. The state that does not allow them to taste the indescribable happiness of paradise.

The departed Saints

Elder Joseph of Vatopedi (in Holy Mount Athos), smile after death (here).

By becoming human, Christ united with the human nature and offered to every person the ability to unite with Him. But because Christ is also God, the person who unites with Him at the same time unites with God. Thus, the union with Christ makes a person “holy creature”, in other words, Saint. We know from the experience of all generations of Christianity, and especially from the experience of our Holy Teachers, that to unite with Christ just being “good people” is not enough, but holy grace is required, this is why the holy sacraments were delivered to us (baptism, confession, holy Communion, e.t.c.), with which a person properly prepares oneself and calls God to send him His grace.
Every simple person, accepting God’s grace inside him and responding to it by loving God and his fellow people and forgiving those who want to harm him, or have already done so, approaches God so much, as much as he has progressed on that road. He becomes, that is, “little saint” (=he receives a little holiness). Whereas, those who have progressed farther in that road and reach to the point to love God and the others, even their enemies, much more than they love themselves, are the real Saints, those who are often granted from God the gift to perform even miracles.
The fervent, sincere, and persistent prayers of people to the true God are accepted at the time and in the way that He wants. The prayers of the Saints are more accepted, not only while they live here, among us, but also when their souls have departed to heaven and are foretasting paradise. This is why, when God reveals that a departed christian is Saint, we speak to him (through our prayer but also with the church ceremonies performed at the day of his remembrance) and ask from him to pray to God for us and for all the world. Also, we apply to him by painting his icon or dedicating a church to his name. There are innumerable cases, that reveal that the saints respond from heaven and answer our prayers. This is what I meant above, saying that we often speak with our dead.
God has many ways to reveal that a person is Saint: for example, his bones may release scent or even sweet oil (holy scented oil) or people may be cured from illnesses, or other miracles may be performed through his bones. The Saint may appear in dreams or visions to people with clear heart, e.t.c.. Of course, in all such cases we must be alert to make sure that these revelations are true, because it could be a hoax or an enemy trap, meaning a trap from devious spirits, who want to mislead people and make them their followers. When it is certain that this is a true revelation of a Saint, the Church includes the Saint officially in the calendar and assigns a day dedicated to his memory. Usually it is the day the Saint passed away and is called “birth day”, as if that day the Saint was born in heaven.
The existence of Saints and their interventions in our life from heaven prove that there is no reincarnation, and that the souls will never “perish”, but the souls of people are eternal and remain always the souls of the specific persons, with the specific name, personality, memories, feelings, e.t.c. And will remain so until they are resurrected, assuming again their body, incorruptible and eternal, to live eternally as psychosomatic beings, without dying never again.
Even someone who is not an important and miraculous Saint, but whose soul is clean and foretastes paradise, can help living people by praying to God about them. One such case is recorded in Evergetinos, an ancient orthodox book, where an unknown dead person (obviously having a foretaste of paradise) appeared and cured the injured leg of a traveler, who had found his body lying on the road, and had buried it. The people who foretaste paradise see our own world, because paradise is the strongest relation with all beings. But people who foretaste hell do not see our own world, because hell is a state of solitude, since the egoism of those people essentially isolated them eternally to their own self.

We and the souls

We do not worship the souls of the dead, because we know that only Triadic God we must worship. The souls of people, as we are taught by the Holy Bible and by all the holy christian teachers, are not from the same substance with God, but are God’s creations, created from nothing, like our bodies and all the material and the spiritual world are. Only the Holy Trinity is uncreated. The Father bears the Son before all ages, and proceeds (=sends out) the Holy Spirit – He brings Them into existence through His substance, He does not create Them. On the contrary, He creates the souls when a person is conceived inside his mother’s womb.
So, the souls are not divine. They are what we, living people, are: God’s creations who worship God and only God. We love people, regardless if they are here or in heavens, we pray to God for them or address them, if God has revealed that they are Saints, but we do not worship them. We do not worship Saints either. Only God we worship.
So, when a person departs from this world to go to heaven, we immediately start to talk to God about him. In this way we try to help the state of his soul, so if it was not good enough to foretaste paradise, we may comfort it with our prayers. Since hell is associated with total loneliness, it is not strange that living people’s interest for the souls, if fervent, sincere, and persistent, has the power to alleviate this loneliness and bring relief to the state of those souls.


The vision experienced by St. Macarios of Egypt (photo), written in the Gerontiko (an ancient book narrating the stories of holy hermits of the desert), proves that. St. Macarios, while walking in the desert, unearthed, by mistake, a scull with his walking stick. He then bent down, buried the scull with respect and prayed for the person to whom the scull belonged. Then, the soul appeared to him and informed him that, while living, he was a demon worshipper (a priest of Isis) and now he was in hell. “And how is it there?” asked the Saint. “Everything is in the fire”, replied the soul. “And we are all tied up back to back. But, when you pray for us, we see a little of each other, for as long as the prayer lasts.”
We know from holy christian teachers that the fire mentioned by the soul, is the Light of God, which illuminates everything in the other world. The sensation experienced by those who see This Light through the distortion of their egoism is described as “fire of hell”.
St. Macarios of Egypt was so good that when a young woman, who was pregnant by some secret lover, falsely accused him that the child was his, he accepted the accusation, suffered all kinds of insults from the local people and started to work double, in order to support the woman and her child. And when later the truth was revealed, he left secretly and never tried to clear his name.
Also, the case of Saint Gregorios the Dialog (as well as other cases) prove that the fervent, sincere, and persistent prayer of living people for the dead has the ability to even convert the state of a soul from hell to paradise, at least when that particular soul has the required preconditions for this conversion (that is, if the soul is not totally corrupted). The Saint prayed fervently, “shedding rivers of tears”, for the salvation of the soul of the Roman emperor Traianos, when informed of an action of charity that he had performed. And later, he was informed by God that his prayers were accepted. 

Talking to God about souls

Foto from here

Of course, all of us hope that the souls of our beloved are in the state of foretasting paradise, but only for the Saints can we be sure. So, as already mentioned, when a person’s soul departs from this world, we immediately start to talk to God about that person. In other words, we immediately start to pray.
For us, all people are equal, therefore the following apply to everybody: men, women, or children, irrespective of their social status.
If that person is not an orthodox christian, the only thing to be done is our personal or team prayer for him, which may be accompanied by fasting or some other small or big sacrifice, which will make our heart cleaner and in this way more appropriate to send our prayers to God. We do not perform for him any “official” ceremonies in our churches, because the first step and the necessary condition for these ceremonies to be effective, is the holy baptism in the name of the Holy Trinity. The holy baptism “transforms” the person to the “good olive tree”, to the “real grapevine”, to Christ. Therefore, in the absence of baptism, we can offer the prayer, with all the warmth and strength of our souls, the fasting probably, or some other sacrifice, but there are no church ceremonies. They have no effect.
If the person departing for heaven is an orthodox christian, the first thing we do after his departure is a church ceremony, in which all of us participate, called “care” of the body of that person. During this ceremony we ask God for the first time (all of us together, as a Church (in other words, as a single body) to rest the soul of our brother “in the Light of His face”.
Next, we bury the body into the ground and place a cross at the burial point, the symbol of the victory of Christ against death. We do not burn the body, because for us, although it is not holy so as to worship it, it is however worthy of respect. It is worth our respect because: a) Christ, the age-old God, Son of the Father-God, assumed exactly the same body as ours (we call it “homoousian” = consubstantial, from the greek words “όμο”=same + “ουσία” = substance, meaning from the same substance) and because he was the New Adam, the grace His own human body received was conveyed to all mankind, b) every christian has received personally on his own body the grace of God, since he was baptized in the name of the Holy Trinity, was chrismated with sweet oil (holy scented oil) and received the holy body and blood of Jesus, during the sacrament of the holy Communion, c) if that person has come very close to God, the holy grace is intensely present in his relics (=bones), which become “holy relics” – if we burn the body, we will deprive ourselves, the society, the whole world, from a source of holy grace, and it is possible that we will never realize that the person reached a state of Sainthood, as Sainthood is often revealed through the holy relics (which release scent, holy oil, and perform miracles).
After the burial, a series of church ceremonies begins, called “commemorations” (=remembrances”) and in these also we ask God for the repose of our brother. During “commemorations”, a very small portion from the holy bread of the holy Communion is dedicated by name to the departed brother, who, in this way is commemorated in the “inside” of the holy sacrament. Commemorations are performed at the third day a person died, then at the eighth day, then at the fortieth day, then at the end of the third month, and then every three months until the completion of the first year, and then every year on the date the person died.
Except from the commemorations, christians are in the habit of presenting to the priest the names of our departed ancestors and brothers, so that he can commemorate them during the holy Communion during the divine liturgy that he will celebrate on Sunday. Messages sent (with God’s permission) by departed people to living people through their dreams, reveal that this commemoration offers significant benefit to the state of the soul. Especially, when this commemoration is done during forty consecutive divine liturgies, which is called “sarantaleitourgo” (=forty liturgies, from the greek word “σαράντα” = forty).
One of the innumerable testimonies that reveal how much benefit to the souls the commemoration during the divine liturgy has, is the case of St. Theodosius Chernigoff (of Russia). The Saint appeared to monk Alexios, who had lovingly performed the exhumation of his relics, and told him: “I thank you for getting tired for me, but I ask you to mention my parents’ names, Nikitas and Maria, during the divine liturgy.” Fr. Alexios was surprised and asked him: “You, being saint and praying directly to God for everybody, you ask from me to commemorate your parents?” And the Saint answered him: “You are right, but the benefit they will have by commemorating their names inside the divine liturgy is much greater than the benefit that my prayers will offer.” When later the monastery’s book of commemorations was found, where Saint Theodosius was abbot, it was proved that his parents’ names were exactly those he had told fr. Alexios (and were previously unknown)... [from fr. Serapheim Rose The soul after death].


The church, except from the prayers for the departed sent to God in every christian ceremony, has assigned one day of the week to be specially dedicated to the commemoration of the departed (meaning the prayer for the repose of their souls) and this day is Saturday. The church has also assigned some special Saturdays to be dedicated to the commemoration of all the departed, from the beginning of the existence of the mankind on Earth until the present day. These Saturdays are named “Saturdays of the souls”. Also, a special prayer for the departed is read during the important church ceremony of the Vespers of Kneeling during the Sunday of Pentecost.
Apart from the above, Christians are on the habit of privately lighting a small oil lamp as a symbol of our prayer to God, so that our departed ancestors and brothers will experience His Light with contentment. Also, we burn incense, as a symbol of our prayer, which rises to heaven like the smoke of the incense and which must smell pleasantly (meaning that the prayer must be done with pure heart, devoid of evilness, hatred, egoism, and without desire of exploitation of other people), as the smoke of the incense smells pleasantly. We dedicate cresset and incense to our beloved departed not only at home (near their pictures) but at their graves as well, which we visit whenever we want. Some times we call the priest to the grave to perform a small ritual (”trisagion”) for the repose of the departed.

Are we afraid of the evil souls? Do ghosts exist?

As mentioned above, the souls that foretaste paradise, in other words they have the holy grace inside them and possess some holiness (to a bigger or lesser extent), can pray to God for the protection of the living people. But the vision of St. Macarios reveals that souls foretasting hell feel completely isolated. Therefore, it is not possible in any way to return to earth and affect the lives of the living. For this reason, the christians do not believe that “bad” souls are in any way threatening to us. We are not afraid of them, we simply regret for their grief and suffering and pray to God for them.
However, certain places seem to exist that evil spiritual powers have “engulfed” them with their dark and threatening energy. Such places are mainly those where magic rituals are, or where, performed, by invocation of demonic spirits. These spirits (ghosts) are not souls of departed people, even though sometimes they appear to be such.
Similarly, the spirits appearing during “spiritual” ceremonies, during invocation of spirits by sorcerers, mediums or “spiritualists” of any kind, are not souls of dead people, either good or bad. Only with prayer, inside the life of the Church, the living address the deceased – and always address Holy people. All other cases of “communication” between dead and living, that happened and still happen for thousands of years in many civilizations and religions, are at least suspicious. We know from the experience of our holy teachers that the spirits appearing in these cases are not the souls of the dead and that generally they are not what they appear to be, but evil beings seeking to deceive by lying.
A proof of the above is the fact that these spirits can become dangerous to those invoking them. And also, that in places where such invocations are repeatedly performed, evil energy is accumulated that sooner or later discharges to the lives of people.
For these cases, the teaching of the Church and the experience of Christians tell us that:
a) When a person incorporates himself and his life to the global “Body of Christ”, the Church, and receives God’s grace through the sacrament of the holy baptism, the other holy sacraments and the christian life (a life that does not include only participation to the religious ceremonies, but also includes love to our fellowmen and especially the forgiveness of our enemies), then with the help of God he can overpower the evil spiritual forces and expel their influence from his life and the life of his beloved.
b) the church has special spiritual defenses to offer for this cause, like the fervent prayer invoking Jesus Christ, the placement of the Cross (through which Jesus defeated death) to the place having bad energy, the performing of special ceremonies, like exorcism, the sanctification (blessing of water, and then spraying with it), the Holy Oil (blessed oil), e.t.c. However, all these are not “magic”, to perform them and have an automatic effect. We must incorporate them to the true relation with God: they are petitions to God to come in person and help, and He will do that when we will be spiritually ready to accept His therapeutic and saving uncreated Grace. For this reason we must have patience, insistence, trust to God and, even more, repentance for the shortcomings and weaknesses that we surely possess, and ask Him to not only help us, but forgive us for whatever we do, feel, or think against His philanthropist will.
The aim of the church, of the christian priests and of the christian ceremonies is not to serve earthly human needs (like exorcising evil spiritual powers from our lives). Their aim is to help us find and get to know God and help lead us to the eternal life next to Him, which is the paradise. However, within this scope, all the above provide help to our earthly problems, since these problems often impede our salvation.
I conclude this talk, reminding that all spirits are less powerful than Christ (since He created them, and they chose if they want to be good [holy angels] or evil) and more powerful than people. So, the union with Christ is the proper alliance for the protection of people from all maleficient spiritual forces.

Translate: Georgios Stayropoulos
Magazine "Death to the World", Punk & Orthodoxy in USA
A Deer Lost in Paradise
Priest-Monk Nestor the New Martyr of Zharky (+1993)

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Η ΑΣΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

 Του μακαριστού Γέροντος και κτήτορος της Μονής του Τιμίου Προδρόμου Essex Σωφρονίου Σαχάρωφ από το βιβλίο ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Essex.
 
Από εδώ
 
Εις το παρόν κεφάλαιον θα αποπειραθώ να εκθέσω κατά το δυνατόν συντομώτερον τας πλέον ουσιώδεις απόψεις περί της προσευχής του Ιησού, της μεγάλης αυτής ασκήσεως της καρδίας, ως και την πλέον υγιαίνουσαν περί της ασκήσεως ταύτης διδασκαλίαν την οποία συνήντησα εν Αγίω Όρει.
   Επί πολλά έτη οι μοναχοί προφέρουν την προσευχήν αυτήν δια του στόματος, μη αναζητούντες τεχνητούς τρόπους ενώσεως του νου μετά της καρδίας. Η προσοχή αυτών συγκεντρούται εις την συμμόρφωσιν της καθ' ημέραν ζωής αυτών προς τας εντολάς του Χριστού. Η αιωνόβιος πείρα της ασκήσεως ταύτης έδειξεν ότι ο νους ενούται μετά της καρδίας δια της ενεργείας του Θεού, όταν ο μοναχός διέλθη την σταθεράν πείραν της υπακοής και της εγκρατείας, όταν ο νους αυτού, η καρδία και αυτό το σώμα του «παλαιού ανθρώπου» ελευθερωθούν επαρκώς εκ της εξουσίας της αμαρτίας. 
Εν τούτοις και κατά το παρελθόν και κατά τον παρόντα καιρόν οι Πατέρες ενίοτε επιτρέπουν να προσφεύγωμεν εις την τεχνητήν μέθοδον εισαγωγής του νου εις την καρδίαν. Προς τούτο ο μοναχός, δίδων κατάλληλον θέσιν εις το σώμα και κλίνων την κεφαλήν προς το στήθος, νοερώς προφέρει την προσευχήν εισπνέων ησύχως τον αέρα μετά των λέξεων: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, (Υιέ του Θεού)» και έπειτα εκπνέων τελειώνει την προσευχήν: «ελέησον με (τον αμαρτωλόν)». Κατά τον χρόνον της εισπνοής η προσευχή του νου κατ' αρχάς ακολουθεί την κίνησιν του εισπνεομένου αέρος και συγκεντρούται εις το άνω μέρος της καρδίας. Κατά την εργασίαν ταύτην επί τι χρονικόν διάστημα η προσοχή δύναται να διαφυλαχθή αδιάχυτος και ο νους να παραμείνη πλησίον της καρδίας, έτι δε και να εισέλθη εντός αυτής. Η πείρα θα δείξη ότι ο τρόπος ούτος θα δώση εις τον νουν την δυνατότητα να ίδη ουχί αυτήν την φυσικήν καρδίαν, αλλά εκείνο όπερ τελείται εν αυτή: Οποία αισθήματα εισδύουν εν αυτή· οποίαι νοεραί εικόνες προσεγγίζουν αυτήν εκ των έξω. Η τοιαύτη άσκησις θα οδηγήση τον μοναχόν να αισθάνηται την καρδίαν αυτού και να διαμένη εν αυτή δια της προσοχής του νοός μη προσφεύγων πλέον εις οιανδήποτε «ψυχοσωματικήν τεχνικήν».
Η τεχνητή μέθοδος δύναται να βοηθήση τον αρχάριον να ανεύρη τον τόπον, όπου οφείλει να σταθή η προσοχή του νοός κατά την προσευχήν και εν γένει εν παντί καιρώ. Εν τούτοις η πραγματική προσευχή δεν επιτυγχάνεται δια του τρόπου αυτού. Αύτη έρχεται ουχί άλλως, ει μη δια της πίστεως και της μετανοίας, αίτινες είναι η μόνη βάσις δι' αυτήν. 
Ο κίνδυνος της ψυχοτεχνικής, ως κατέδειξεν η μακρά πείρα, έγκειται εις το ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, οίτινες αποδίδουν καθ' υπερβολήν μεγάλην σημασίαν εις την μέθοδον καθ' εαυτήν. Προς αποφυγήν της επιβλαβούς παραμορφώσεως της πνευματικής ζωής του προσευχομένου συνιστάται από παλαιών χρόνων εις τους αρχαρίους ασκητάς  άλλος τρόπος, κατά πολύ βραδύτερος, αλλ' ασυγκρίτως ορθότερος και ωφελιμώτερος και δη: να συγκεντρούται η προσοχή εις το Όνομα του Ιησού Χριστού και εις τους λόγους της ευχής. Όταν η συντριβή δια τας αμαρτίας φθάση εις ωρισμένον βαθμόν, τότε ο νους φυσικώ τω τρόπω ενούται μετά της καρδίας.
 
Ο πλήρης τύπος της προσευχής είναι: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Εις τους αρχαρίους ακριβώς αυτός ο τύπος προτείνεται. Εις το πρώτον μέρος της προσευχής ομολογούμεν τον Χριστόν-Θεόν, τον σαρκωθέντα δια την ημών σωτηρίαν. Εις το δεύτερον μέρος εν μετανοία αναγνωρίζομεν την πτώσιν ημών, την αμαρτωλότητα και την λύτρωσιν ημών. Ο συνδυασμός της δογματικής ομολογίας μετά της μετανοίας απεργάζεται την προσευχήν πληρεστέραν κατά το θετικόν αυτής περιεχόμενον. 


Είναι δυνατόν να καθορίσωμεν στάδια τινα εν τη αναπτύξει της προσευχής ταύτης:
   Πρώτον, είναι η προφορική. Λέγομεν την προσευχήν δια των χειλέων, ενώ προσπαθούμεν να  συγκεκντρώσωμεν την προσοχήν ημών εις το Όνομα και τας λέξεις.
   Δεύτερον, νοερά. Δεν κινούμεν πλέον τα χείλη, αλλά προφέρομεν το όνομα του Ιησού Χριστού και το λοιπόν περιεχόμενον της προσευχής νοερώς.
   Τρίτον, νοερά-καρδιακή. Ο νους και η καρδία ενούνται κατά την ενέργεια αυτών· η προσοχή περικλείεται εντός της καρδίας και εκεί προφέρεται η ευχή.
   Τέταρτον, αυτενεργουμένη. Η προσευχή στερεούται εν τη καρδία, και άνευ ιδιαιτέρας προσπαθείας της θελήσεως προφέρεται αφ' εαυτής εντός της καρδίας, ελκύουσα προς τα εκεί την προσοχήν του νοός.
   Πέμπτον, χαρισματική. Η προσευχή ενεργεί ως τρυφερά φλοξ [φλόγα] εντός ημών, ως έμπνευσις άνωθεν, γλυκαίνουσα την καρδίαν διά της αισθήσεως της αγάπης του Θεού και αρπάζουσα τον νου εις πνευματικάς θεωρίας. Ενίοτε συνοδεύεται μετά της οράσεως του Φωτός.

   Η βαθμιαία ανάβασις εν τη προσευχή είναι η πλέον αξιόπιστος. Εις τον εισερχόμενον εις το στάδιον του αγώνος δια την προσευχήν επιμόνως προτείνεται να αρχίζη διά της προφορικής προσευχής, έως ότου αύτη αφομοιωθή υπό του σώματος, της γλώσσης, της καρδίας και της διανοίας αυτού. Η διάρκεια της περιόδου ταύτης διαφέρει εις έκαστον. Όσον βαθυτέρα είναι η μετάνοια, τοσούτον συντομωτέρα η οδός.
    Η άσκησις της νοεράς προσευχής δύναται προς καιρόν να συνδέηται μετά της ψυχοσωματικής μεθόδου, τουτέστι να φέρη χαρακτήρα ρυθμικής ή αρρύθμου προφοράς της ευχής δια του νοερού μέσου της εισπνοής κατά το πρώτον μέρος και της εκπνοής κατά το δεύτερον, καθώς περιεγράφη ανωτέρω. Η τοιαύτη εργασία δύναται να είναι ωφέλιμος, εάν έχωμεν πάντοτε κατά νουν ότι εκάστη επίκλησις του Ονόματος του Χριστού πρέπει να συνδέηται αδιαστάτως μετ' Αυτού, του Προσώπου του Χριστού-Θεού. Αλλέως η προσευχή μετατρέπεται εις τεχνητόν γύμνασμα και καταλήγει εις αμαρτίαν εναντίον της εντολής: «Ου λήψει το Όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω» (Έξοδος 20, 7 και Δευτερονόμιον 5, 11).
   Όταν η προσοχή του νοός στερεούται εν τη καρδία, τότε είναι δυνατός ο πλήρης έλεγχος των τελουμένων εντός της καρδίας, η δε πάλη προς τα πάθη διεξάγεται μετά συνέσεως. Ο ευχόμενος βλέπει τους εχθρούς [=ενν. δαίμονες ή λογισμούς] προσεγγίζοντας εκ των έξω και δύναται να εκδιώξη αυτούς δια της δυνάμεως του Ονόματος του Χριστού. Δια της ασκήσεως ταύτης η καρδία λεπτύνεται και γίνεται διορατική: Διαισθάνεται την κατάστασιν του προσώπου εκείνου, περί του οποίου προσφέρεται δέησις. Κατ' αυτόν τον τρόπον τελείται η μετάβασις εκ της νοεράς προσευχής εις την νοεράν-καρδιακήν, μετά την οποίαν δίδεται η αυτενεργούμενη προσευχή. 
   Αγωνιζόμεθα να παρασταθώμεν ενώπιον του Θεού εν τη ενότητι και ολότητι της υπάρξεως ημών. Η εν φόβω Θεού επίκλησις του Ονόματος του Σωτήρος συνδεομένη μετά της ακαταπαύστου προσπαθείας τηρήσεως των εντολών, οδηγεί βαθμηδόν εις την μακαρίαν ενότητα όλων των δυνάμεων ημών, των πρότερον εξησθενημένων εκ της Πτώσεως. Κατά τον θαυμαστόν, αλλά δύσκολον και οδυνηρόν αυτόν αγώνα ουδέποτε πρέπει να βιαζώμεθα. Είναι σημαντικόν να αποβάλωμεν τον λογισμόν, όστις εισηγείται εις ημάς την επιτυχίαν του μεγίστου εις τον βραχύτερον δυνατόν χρόνον. Ο Θεός  δεν βιάζεται την θέλησιν ημών, αλλ' ούτε εις Αυτόν είναι δυνατόν να επιβάλωμεν δια της βίας να πράξη οτιδήποτε. Τα επιτυγχανόμενα δια της βίας της θελήσεως μέσω της ψυχοσωματικής μεθόδου δεν διατηρούνται επί μακρόν, και το κυριώτερον, δεν οδηγούν εις την ένωσιν του πνεύματος ημών μετά του Πνεύματος του Ζώντος Θεού.



   Εν ταις συνθήκαις του συγχρόνου κόσμου η προσευχή απαιτεί υπεράθρωπον ανδρείαν, διότι εις αυτήν ανθίσταται το σύνολον των κοσμικών ενεργειών. Διαμονή εν απερισπάστω προσευχή  σημαίνει νίκην εφ' όλων των επιπέδων της φυσικής υπάρξεως. Η οδός αύτη είναι μακρά και ακανθώδης, αλλ' έρχεται στιγμή κατά την οποίαν ακτίς του Θείου Φωτός διαπερά το πυκνόν σκότος και δημιουργεί ενώπιον ημών ρωγμήν, δια μέσου της οποίας βλέπομεν την Πηγήν του Φωτός τούτου. Τότε η προσευχή του Ιησού λαμβάνει κοσμικάς και υπερκοσμίους διαστάσεις.
   «Γύμναζε δε σεαυτόν προς ευσέβειαν· η γαρ σωματική γυμνασία προς ολίγον εστίν ωφέλιμος, η δε ευσεβεία προς πάντα ωφέλιμος εστίν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης. Πιστός ο λόγος και πάσης αποδοχής άξιος· εις τούτο γαρ και κοπιώμεν... ότι ηλπίκαμεν επί Θεώ ζώντι, Ος εστί Σωτήρ πάντων ανθρώπων... Παράγγελλε ταύτα και δίδασκε» (Α΄ Τιμόθεον 4, 7-11). Η τήρησις της διδαχής ταύτης του Αποστόλου αποτελεί την πιστοτέραν οδόν προς τον Αναζητούμενον. Είναι αδύνατον να διανοηθώμεν ότι διά τεχνητών μέσων αποκτάται η θέωσις. Πιστεύομεν ότι ο Θεός ήλθεν εις την γην, απεκάλυψε το μυστήριον της αμαρτίας και έδωκεν εις ημάς την χάριν της μετανοίας, ημείς δε προσευχόμεθα: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», επ' ελπίδι της συγχωρήσεως και της καταλλαγής εν τω Ονόματι Αυτού. Τους λόγους «ελέησόν με τον αμαρτωλόν» δεν εγκαταλείπομεν καθ' όλην την ζωήν ημών. Η τελεία νίκη επί της αμαρτίας είναι δυνατή ουχί άλλως, ει μη δια της ενοικήσεως εν ημίν του Ιδίου του Θεού. Τούτο αποτελεί την θέωσιν ημών, ένεκα της οποίας καθίσταται δυνατή η άμεσος θεωρία [=όραση] του Θεού «καθώς εστί» [=όπως είναι]. Το πλήρωμα της χριστιανικής τελειότητος είναι ακατόρθωτον εν τοις ορίοις της γης. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει: «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε· ο Μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός Εκείνος εξηγήσατο» (Ιωαν. 1,18). Ο ίδιος δε διαβεβαιοί ημάς ότι εν τω μέλλοντι αιώνι θα συντελεσθή η θέωσις ημών, διότι «οψόμεθα Αυτόν καθώς εστί» (Α΄ Ιωαν. 3,2). «Πας ο έχων την ελπίδα ταύτην... αγνίζει εαυτόν, καθώς Εκείνος αγνός εστί... πας ο εν Αυτώ μένων ουχ αμαρτάνει· πας ο αμαρτάνων ουχ εώρακεν Αυτόν ουδέ έγνωκεν Αυτόν» (Α'  Ιωαν. 3,3 και 6). Είναι ωφέλιμον να διαποτισθώμεν υπό του περιεχομένου αυτής της Επιστολής, ίνα η επίκλησης του Ονόματος του Ιησού γένηται ενεργός, σωτήριος, ίνα «μεταβώμεν» εκ του θανάτου εις την ζωήν» (πρβλ. Α΄ Ιωαν. 3,14) και λάβωμεν «δύναμιν εξ ύψους» (Λουκ. 24,49).

   Εν εκ των πλέον θαυμασίων βιβλίων των ασκητών Πατέρων είναι η «Κλίμαξ» του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου. Αναγινώσκεται υπό των αρχαρίων μοναχών, αλλά χρησιμεύει και ως αυθεντικόν κριτήριον δια τους τελείους. (Είναι ίσως περιττόν να είπωμεν ότι η τελειότης επί της γης ουδέποτε είναι πλήρης). Παρόμοιόν τι δυνάμεθα να διαπιστώσωμεν και εις ό,τι αφορά εις την προσευχήν του Ιησού. Δι' αυτής προσεύχονται κατά την διάρκειαν πάσης εργασίας απλοί και ευσεβείς άνθρωποι· δι' αυτής αντικαθίστανται αι εκκλησιαστικαί ακολουθίαι· αυτήν «νοερώς» προφέρουν οι μοναχοί, ευρισκόμενοι εν τω ναώ κατά τον χρόνον των ακολουθιών· αύτη συνιστά ωσαύτως το κατ' εξοχήν έργον των μοναχών εν τοις κελλίοις και των ερημιτών-ησυχαστών.
Η εργασία της προσευχής ταύτης συνδέεται στενώτατα μετά της θεολογίας του Θείου Ονόματος. Έχει αύτη βαθείας δογματικάς ρίζας, ως και όλη η ασκητική ζωή των ορθοδόξων: Συμβαδίζει αρμονικώς μετά της δογματικής συνειδήσεως. Η προσευχή εις τινας των μορφών αυτής γίνεται αληθώς πυρ καταναλίσκον τα πάθη (βλ. Εβρ. 12,29). Εν αυτή περικλείεται Θεία δύναμις, ήτις ανιστά τους νεκρωθέντας εκ της αμαρτίας. Είναι φως, όπερ λαμπρύνει τον νουν και μεταδίδει εις αυτόν την ικανότητα της διακρίσεως δυνάμεων αίτινες ενεργούν «εν τω κόσμω»· παρέχει ωσαύτως την δυνατότητα της θεωρίας των τελουμένων εντός του νου και της καρδίας ημών: «Διικνουμένη (αύτη) άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών και κριτική ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας» (πρβλ. Εβρ. 4,12).
   Η ευλαβής άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί τον άνθρωπον εις συνάντησιν μετά πολλών εναντιουμένων ενεργειών κεκρυμένων εν τη ατμοσφαίρα. Προσφερομένη εν τη καταστάσει βαθείας μετανοίας διεισδύει εις τον χώρον, όστις κείται πέραν των ορίων «της σοφίας των σοφών και της συνέσεως των συνετών» (Α΄ Κορινθ. 1,19). Εις τας πλέον εντατικάς εκδηλώσεις αυτής απαιτεί αύτη ή μεγάλην πείραν ή καθοδηγητήν. Είναι απαραίτητος εις όλους ανεξαιρέτως τους ασκούντας αυτήν η νηπτική περίσκεψις, το πνεύμα της συντριβής και του φόβου του Θεού, η υπομονή εις παν επερχόμενον επ' αυτούς. Τότε γίνεται αύτη δύναμις, ήτις συνάπτει το πνεύμα ημών προς το Πνεύμα του Θεού, παρέχουσα την αίσθησιν της ζώσης παρουσίας της αιωνιότητος εντός ημών, έχουσα ήδη οδηγήσει ημάς δια μέσου αβύσσων σκότους εν ημίν κεκρυμένων.
   Η προσευχή αύτη είναι μέγα δώρον του ουρανού προς τον άνθρωπον και την ανθρωπότητα. 

   Πόσο σημαντική είναι η διαμονή (ίνα μη είπω η άσκησις) εν τη προσευχή, μαρτυρεί και αυτή η πείρα. Θεωρώ επιτρεπτόν να παραβάλω ταύτην προς την φυσικήν ζωήν του κόσμου ημών και να φέρω παραδείγματα  εκ των γνωστών εις ημάς γεγονότων της συγχρόνου επικαιρότητος. Οι αθληταί, προετοιμαζόμενοι δια τους προκειμένους εις αυτούς αγώνας, επαναλαμβάνουν επί μακρόν τας αυτάς [τις ίδιες] ασκήσεις, ώστε να εκτελέσουν κατά την στιγμήν της διεξαγωγής αυτών ταχέως και μετά βεβαιότητος, και τρόπον τινά μηχανικώς, πάσας τας κινήσεις, τας οποίας ήδη καλώς αφωμοίωσαν. Εκ του αριθμού των ασκήσεων εξαρτάται και η ποιότης της αποδόσεως. 
Ιδού, θα διηγηθώ εισέτι γεγονός, όπερ συνέβη εις κύκλον γνωστών εις εμέ προσώπων. Βεβαίως επαναλαμβάνω επί του προκειμένου εκείνα, άτινα ήκουσα εξ ενός εκ των πλησιεστέρων ανθρώπων προς τα πρόσωπα εις τα οποία αναφέρονται.
   Εις ευρωπαικήν τινα πόλιν δύο αδελφοί ενυμφεύθησαν σχεδόν συγχρόνως δύο νέας. Η μία εξ αυτών ήτο ιατρός, άνθρωπος οξείας αντιλήψεως και ισχυρού χαρακτήρος. Η άλλη ήτο ωραιοτέρα, δραστήριος, ευγενής αλλ' ουχί καθ' υπερβολήν ευφυής. Ότε επλησίαζεν ο καιρός του τοκετού δι' αμφοτέρας, απεφάσισαν να αποκτήσουν την πρώτην εμπειρίαν ακολουθούσαι την πρότινος εμφανισθείσαν μέθοδον του «ανωδύνου τοκετού». Η πρώτη, η ιατρός, ταχέως κατενόησεν όλον τον μηχανισμόν της πράξεως ταύτης και μετά δύο ή τρία μαθήματα της καθωρισμένης γυμναστικής εγκατέλειψε τας ασκήσεις, πεπεισμένη ότι κατενόησε τα πάντα και ότι κατά την στιγμήν της ανάγκης θα εφήρμοζε τας γνώσεις αυτής. Η άλλη δεν εγνώριζε πολλά περί της ανατομίας του σώματος ούτε διετίθετο να ασχοληθή μετά της θεωρητικής πλευράς της μεθόδου ταύτης, αλλά παρεδόθη απλώς μετά ζήλου εις την επανάληψιν του προδιαγεγραμμένου συμπλέγματος κινήσεων του σώματος. Αφομοιώσασα δε ταύτας επαρκώς, ότε έφθασεν η στιγμή, απήλθε δια το προκείμενον εγχείρημα. Και τί νομίζετε ότι συνέβη; Η μεν πρώτη κατά την στιγμήν του τοκετού εκ των πρώτων ήδη ωδινών δεν ενεθυμήθη τας θεωρίας και έτεκε μετά μεγάλης δυσκολίας, «εν λύπαις» (Γένεσις 3,16)· η δε άλλη έτεκεν άνευ πόνων και σχεδόν άνευ δυσκολίας. 
   Ούτω θα συμβή και εις ημάς. Ο σύγχρονος και πεπαιδευμένος άνθρωπος είναι εις θέσιν να εννοήση τον «μηχανισμόν» της νοεράς προσευχής. Αρκεί να προσευχηθή δύο ή τρεις  εβδομάδας μετά τινός ζήλου, να αναγνώση ολίγα βιβλία, και ιδού, ο ίδιος δύναται ήδη εις τα γεγραμμένα βιβλία να προσθέση και το ίδιον αυτού. Κατά την ώραν όμως του θανάτου, όταν η όλη σύστασις ημών υποβάλληται εις βιαίαν διάσπασιν, όταν ο νους θολούται και η καρδία αισθάνηται ισχυρούς πόνους ή εξασθένησιν, τότε πάσαι αι θεωρητικαί ημών γνώσεις εκλείπουν και η προσευχή δύναται να απολεσθή.

   Είναι αναγκαίον να προσευχώμεθα επί έτη. Να αναγινώσκωμεν ολίγον, και μόνον ό,τι κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον άπτεται της προσευχής και συνεργεί, κατά το περιεχόμενον αυτού, εις την ενίσχυσιν της έλξεως προς προσευχήν μετανοίας δια της εσωτερικής φυλακής του νοός. Εκ της μακροχρονίου επαναλήψεως η προσευχή γίνεται φύσις της υπάρξεως ημών, φυσική αντίδρασις εις παν φαινόμενον εν τη πνευματική σφαίρα, είτε τούτο είναι φως, είτε σκότος, είτε εμφάνισις αγίων αγγέλων ή δαιμονικών δυνάμεων, χαρά ή λύπη, εν ενί λόγω, εν παντί καιρώ και πάση περιστάσει.
   Μετά τοιαύτης προσευχής η γέννησις ημών δια την ουράνιον ζωήν δύναται όντως να αποβή ανώδυνος.
   Η βίβλος της Καινής Διαθήκης, ήτις αποκαλύπτει εις ημάς τα έσχατα βάθη του ανάρχου Όντος, είναι σύντομος, αλλά και η θεωρία της προσευχής του Ιησού δεν απαιτεί ανάπτυξιν εις πλάτος. Η δια του Χριστού φανερωθείσα τελειότης είναι ανέφικτος εν τοις ορίοις της γης· το πλήθος των πειρασμών, τους οποίους διέρχεται ο ασκών την προσευχήν ταύτην, είναι απερίγραπτον. Η άσκησις της προσευχής ταύτης οδηγεί κατά παράδοξον τρόπον το πνεύμα του ανθρώπου εις συνάντησιν μετά των κεκρυμμένων εν τω «Κόσμω» δυνάμεων. Η δια του Ονόματος του Ιησού προσευχή προκαλεί εναντίον αυτής επίθεσιν εκ μέρους των κοσμικών δυνάμεων, κάλλιον δ' ειπείν, την πάλην μετά «των κοσμοκρατόρων του σκότους του αιώνος τούτου, των πνευματικών της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (πρβλ. Εφεσ.  6,12). Αύτη, ανυψούσα τον άνθρωπων εις σφαίρας κειμένας πέραν των ορίων της γηίνης σοφίας, εις τα υψίστας μορφάς αυτής, απαιτεί «άγγελον πιστόν οδηγόν».

Μοναχός με κομποσχοίνι (από εδώ)
   Η προσευχή του Ιησού κατά την ουσίαν αυτής υπέρκειται παντός εξωτερικού σχήματος, εν τη πράξει όμως οι πιστοί ένεκα της ανικανότητος αυτών να σταθούν εν αυτή «καθαρώ νοΐ» επί μακρόν χρόνον, χρησιμοποιούν το κομβοσχοίνιον χάριν πειθαρχίας. Εν τω Αγίω Όρει του Άθω το πλέον διαδεδομένον κομβοσχοίνιον φέρει εκατό κόμβους διηρημένους εις τέσσαρα μέρη των είκοσι πέντε κόμβων. Ο αριθμός των προσευχών και των μετανοιών καθ' ημέραν και νύκτα ορίζεται αναλόγως της δυνάμεως εκάστου και των πραγματικών συνθηκών της ζωής αυτού.
 
Βιογραφικό του Γέροντα Σωφρόνιου δες εδώ.
Για τις πνευματικές εμπειρίες του (θετικές και αρνητικές, από την προσευχή και από τον υπερβατικό διαλογισμό, που άσκησε προηγουμένως γύρω στα 8 χρόνια) δες συνοπτικά εδώ.

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

Επείγον: ψηφίστε για τη ζωή ενός μωρού!!

Ζευγάρι βάζει σε γκάλοπ στο διαδίκτυο το αν θα πρέπει να κρατήσουν ή να ρίξουν το μωρό τους! 

 


Οργή έχει προκαλέσει ένα ζευγάρι από την Minneapolis των ΗΠΑ, που αποφάσισε να διεξάγει δημοψήφισμα στο διαδίκτυο για το εάν πρέπει να προχωρήσουν σε άμβλωση ή όχι.
Οι 30χρονοι Pete και Alisha Arnold, ρωτούν τους χρήστες του διαδικτύου στην ιστοσελίδα www.birthornot.com εάν τους συμβουλεύουν να κρατήσουν το παιδί τους ή όχι καθώς δεν είναι και τόσο σίγουροι ότι θέλουν να γίνουν γονείς!
Μάλιστα το ζευγάρι έχει ανεβάσει και φωτογραφίες από το αγέννητο αγοράκι τους που του έχουν δώσει το παρατσούκλι 'Wiggles'.

 
Η ιστοσελίδα είναι τόσο προκλητική που μερικοί αναρωτιούνται εάν δημιουργήθηκε επίτηδες για να ταράξει όσους είναι κατά των αμβλώσεων, αν και το ζευγάρι το αρνείται.
Η Αλίσα είναι τώρα 17 εβδομάδων και το κοινό έχει προθεσμία μέχρι τις 7 Δεκεμβρίου να ψηφίσει, δύο ημέρες δηλαδή πριν συμπληρώσει τις 20 εβδομάδες όπου είναι νόμιμη η άμβλωση στην πολιτεία της.

 
Η Mary Spaulding Balch, διευθύντρια του ‘National Right to Life’, λέει : «Είναι σοκαριστικό. Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν το άκουσα, ήταν το Κολοσσαίο στη Ρώμη, όπου ο όχλος επέλεγε ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει».
"Μιλάνε για ένα μωρό 17 εβδομάδων, που χτυπάει η καρδιά του, και έχει αρχίσει να αναπτύσσεται" είπε σοκαρισμένη.
«Όταν θα φτάσει στις 20 εβδομάδες, σύμφωνα με την ψηφοφορία, θα έχει αναπτυχθεί αρκετά για να αισθανθεί βασανιστικό πόνο. Αυτό που κάνουν είναι πέρα από κάθε λογική».
Ο Eric Scheidler, υπεύθυνος μίας ομάδας με έδρα το Σικάγο που υπερασπίζεται τη ζωή, είπε: «Είμαι τρομοκρατημένος στο πόσο χαμηλά έχουν βυθιστεί στο να μην μπορούν να κατανοήσουν την αξιοπρέπεια και την αξία της ανθρώπινης ζωής.
«Δεν καταλαβαίνω πώς μπορεί κάποιος να είναι τόσο παγωμένος και τόσο επιπόλαιος για την τύχη του αγέννητου παιδιού του. Βλέποντας τις εικόνες του μωρού καθώς αναπτύσσεται κάνει τα πράγματα χειρότερα.
«Τι θα πουν στο παιδί τους αν γεννηθεί; Πώς μπορούν να είναι καλοί γονείς του μωρού τους όταν είναι τόσο άνετοι να αναθέτουν τη μοίρα του σε άγνωστους;»'
Τα τελευταία αποτελέσματα δείχνουν το κοινό να είναι διχασμένο με 46,27% να ψηφίζουν για να κρατήσουν το μωρό και 53,73% που θέλουν το ζευγάρι να κάνει άμβλωση.
Οι Arnolds ξεκίνησαν το blog τους στις 28 Σεπτεμβρίου με την είδηση ότι η κ. Arnold ήταν έγκυος. Οι εξετάσεις έδειξαν ότι το έμβρυο είναι αγόρι.


Στη σελίδα του στο Facebook η κυρία Arnold, δηλώνει Μεθοδίστρια και οπαδός του δεξιού τηλεοπτικού σχολιαστή Glenn Beck.
Ο κ. Arnold, δηλώνει μη ενεργός Καθολικός, και είχε κάνει σχόλια κατά το παρελθόν υποστηρίζοντας τον πρώην Πρόεδρο των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους, ο οποίος είναι κατά των αμβλώσεων.
Γράφοντας στο blog της η κ. Arnold είπε ότι φοβάται ότι η πίεση από την μητρότητα και την καριέρα της, θα μπορούσε να της προκαλέσει νευρικό κλονισμό.
Έγραψε: «Δεν έχω πειστεί ότι θέλω να αλλάξει ο τρόπος ζωής μου. Αισθάνομαι ότι με νοιάζει περισσότερο ο εαυτός μου.
«Φοβάμαι ότι τελικά θα λυπηθώ με τη δημιουργία της οικογένειας», λέει.
«Φοβάμαι ότι η συνεχής πίεση να είμαι η τέλεια σύζυγος και μητέρα, διατηρώντας παράλληλα μια θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης θα κάνουν τελικά το μυαλό μου να εκραγεί και θα με οδηγήσει σε νευρικό κλονισμό».

 
Η δημόσια ψηφοφορία είναι η καλύτερη λύση, κατά το ζευγάρι, γιατί ταιριάζει στις παραδόσεις της αμερικανικής δημοκρατίας!
Ο David Davidson, ο οποίος αρχικά ψήφισε στο δημοψήφισμα χωρίς να δώσει το όνομά του, ένιωσε να αλλάζει όταν είδε το υπερηχογράφημα του μωρού - και παρακάλεσε το ζευγάρι να σκεφτεί τι πάει να κάνει.
Είπε: «Ακριβώς επειδή ενήργησα σαν ένα ανώριμο μικρό παιδί που δεν ζυγίζει το κόστος του χειρισμού αυτής της δημοσκόπησης, επειδή σκέφτηκα ότι θα ήταν "αστείο" αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να θυσιάσετε το παιδί σας στην διαδικτυακή θεότητα που είναι ο ‘Ανώνυμος’."
Ένας άλλος ανώνυμος χρήστης πρόσθεσε: «Αν είσαι ηλίθιος ώστε να αφήσετε σε τυχαίους αγνώστους στο διαδίκτυο να αποφασίσουν για την τύχη της οικογένειάς σας, τότε σίγουρα δεν είστε αρκετά ώριμοι για να είσαστε γονείς. Χρειάζεστε βοήθεια από επαγγελματίες. "
Ο Mike Judge, επικεφαλής του ‘Communications for The Christian Institute’, λέει:
«Η έκτρωση είναι ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα. Δεν έχω δει ποτέ κάτι παρόμοιο, δεν μπορώ να φανταστώ κάτι τόσο ανώριμο.
«Ασχολούμαστε με πολλά διαφορετικά θέματα. Θα έβαζε κάποιος τον πατέρα του ή την μητέρα του που πάσχει από Αλτσχάιμερ σε δημόσια ψηφοφορία για να αποφασίσει αν πρέπει να βάλει μαξιλάρι πάνω από το πρόσωπό του/της;»