Σάββατο 8 Ιουλίου 2023

Η ταξινόμηση των αγίων σε ιδιαίτερες ομάδες


Αέναη επΑνάσταση / Ευχή

Πολλοί άγιοι εντάσσονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες (δηλαδή ομάδες, είδη), ανάλογα με τη ζωή και την ιστορία τους, γι’ αυτό και δίπλα στον χαρακτηρισμό «άγιοι» λαμβάνουν και κάποιον ιδιαίτερο τίτλο. Έτσι, μπορεί να τους διακρίνουμε σε ομάδες όπως οι παρακάτω:

Δίκαιοι: έτσι χαρακτηρίζονται οι άγιοι που έζησαν στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης, δηλαδή μέχρι τη σταύρωση και την ανάσταση του Ιησού Χριστού. Πολλές φορές χαρακτηρίζονται «άγιοι και δίκαιοι». Λέγονται έτσι, επειδή θεωρούμε ότι οι άνθρωποι έχουμε τη δυνατότητα να ενωθούμε με τον Θεό (δηλ. να γίνουμε άγιοι) μόνο από τη στιγμή που ο Θεός έγινε άνθρωπος, δηλ. μετά την ενανθρώπηση του Ιησού Χριστού· μπορούμε να ενωθούμε με τον Θεό μέσω της ένωσής μας με τον Χριστό, με τη βάπτισή μας και την ένταξή μας στο διαχρονικό «σώμα του Χριστού», την Εκκλησία, που έχει κεφαλή τον Χριστό και μέλη όλους εμάς – αυτό φυσικά είναι το πρώτο βήμα, που ακολουθείται από τον προσωπικό και συλλογικό αγώνα μας για να ζήσουμε σύμφωνα με την εντολή του Χριστού, την εντολή της αγάπης (Ματθ. 22, 35-40). Οι ενάρετοι και πιστοί άνθρωποι της Παλαιάς Διαθήκης, όσο ζούσαν σε αυτό τον κόσμο, δεν έγιναν χριστιανοί, συνεπώς τότε δεν ενώθηκαν με τον Χριστό.

Πιστεύουμε βέβαια ότι Τον γνώρισαν, πίστεψαν σ’ αυτόν και ενώθηκαν μαζί του (όπως και πολλοί άλλοι – αν όχι όλοι – από τους προ Χριστού νεκρούς όλων των λαών), όταν κι εκείνος προσήλθε στον «κόσμο των ψυχών», μετά τον σταυρικό του θάνατο – αναφορές γίνονται στην Α΄ επιστολή του αποστόλου Πέτρου, μέσα στην Καινή Διαθήκη: «ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν», «εἰς τοῦτο γὰρ καὶ νεκροῖς εὐηγγελίσθη, ἵνα κριθῶσι μὲν κατὰ ἀνθρώπους σαρκὶ, ζῶσι δὲ κατὰ Θεὸν πνεύματι» (Α΄ Πέτρου, κεφ. 3, στίχ. 19, και κεφ. 4, στ. 6). Γι’ αυτό, κι εκείνοι είναι άγιοι· όμως χαρακτηρίζονται «δίκαιοι», ώστε να διαφοροποιούνται από τους αγίους της μετά Χριστόν εποχής, για να δηλώνεται αυτή η διαφορά. Έτσι λέμε «ο δίκαιος Ιώβ», μνημονεύουμε «των αγίων και δικαίων θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννας» (των γονιών της Θεοτόκου), «του δικαίου Συμεών» (που πήρε στην αγκαλιά του τον Ιησού ως βρέφος, σαράντα ημέρες μετά τη γέννησή του) κ.τ.λ.

Ο χαρακτηρισμός αυτός προέρχεται από την Αγία Γραφή, όπου διαβάζουμε π.χ.: «μνήμη δικαίων μετ᾿ ἐγκωμίων» (η ανάμνηση των δικαίων επαινείται), «ἔργα δικαίων ζωὴν ποιεῖ» (Παλαιά Διαθήκη, βιβλίο Παροιμίαι, 10, στίχοι 7 και 16), «Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν» (Ματθ. 1, 19), «πᾶν αἷμα δίκαιον ἐκχυνόμενον ἐπὶ τῆς γῆς ἀπὸ τοῦ αἵματος Ἄβελ τοῦ δικαίου…» (Ματθ. 23, 35), «Καὶ ἰδοὺ ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἰερουσολύμοις ᾧ ὄνομα Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ εὐλαβής» (Λουκ. 2, 25) κ.λ.π.

Συγκεκριμένα οι άγιοι που προέρχονται από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης ταξινομούνται και σε μερικές επιμέρους κατηγορίες:

Πρωτόπλαστοι χαρακτηρίζονται ο Αδάμ και η Εύα, δηλαδή οι πρώτοι άνθρωποι σύμφωνα με τη διήγηση της Γενέσεως. Οι δύο αυτοί, μαζί με τους απογόνους τους των πρώτων γενεών (μέχρι τον Νώε), που κατονομάζονται στο κεφάλαιο 5 της Γένεσης και από τη γενιά τους αργότερα γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός, χαρακτηρίζονται «προπάτορες», οι δε γυναίκες «προμήτορες» (ο προπάτωρ Αδάμ και η προμήτωρ Εύα).

Προχωρώντας στο βιβλίο της Γένεσης, από το κεφ. 12 και μετά, οι γενάρχες του εβραϊκού έθνους χαρακτηρίζονται «πατριάρχες», δηλαδή αρχηγοί μιας πατριάς (μεγάλης οικογένειας με ηγετική φιγούρα τον πατέρα και παππού). Είναι ο πατριάρχης Αβραάμ, ο γιος του ο Ισαάκ, ο γιος εκείνου, ο Ιακώβ, και οι 12 γιοι του Ιακώβ, από τους οποίους κατάγονται οι 12 φυλές του Ισραήλ. Στην περίπτωση αυτή, ο χαρακτηρισμός «πατριάρχης» δεν έχει την ίδια έννοια με αυτήν που έχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όπου πατριάρχης τιτλοφορείται ο αρχιεπίσκοπος που προΐσταται ως πνευματικός πατέρας των χριστιανών ενός έθνους ή μιας μεγάλης βυζαντινής πόλης, με δικαιοδοσία σε μια ευρεία γεωγραφική περιοχή (π.χ. ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας, ο πατριάρχης Σερβίας κ.λ.π.).

Στην Παλαιά Διαθήκη συναντούμε επίσης τους προφήτες, οι οποίοι καλούνταν από τον Θεό σε μια συγκεκριμένη αποστολή για την αποκάλυψη του λόγου Του στον ιουδαϊκό λαό, που περιελάμβανε και προφητείες για μελλοντικά γεγονότα, αλλά και διδασκαλία του λαού, καθώς και αυστηρό έλεγχο της αδικίας και της ανηθικότητας. Τελευταίος προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης θεωρείται ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, παρόλο που η ζωή του εξιστορείται στο βιβλίο που ονομάζουμε Καινή Διαθήκη.

Προχωρώντας στα χρόνια της Καινής Διαθήκης, βλέπουμε εκεί τους αποστόλους, δηλαδή τους μαθητές του Χριστού – όχι μόνο τους 12, αλλά και μία ομάδα εβδομήντα αποστόλων, καθώς και τον απόστολο Παύλο, που κλήθηκε από τον Ιησού Χριστό στην αποστολή του μετά την ανάληψή Του. Χαρακτηρίζονται «απόστολοι», επειδή ο Χριστός τους απέστειλε να διαδώσουν το μήνυμά του σε όλα τα έθνη, βαπτίζοντας τους ανθρώπους που θα το αποδέχονταν. Τον τίτλο αυτόν επίσης τον συναντούμε στην Καινή Διαθήκη: «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων» (Ματθ. 10, 16) «καὶ ὅτε ἐγένετο ἡμέρα, προσεφώνησε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ, καὶ ἐκλεξάμενος ἀπ' αὐτῶν δώδεκα, οὓς καὶ ἀποστόλους ὠνόμασε» (Λουκ. 6, 13), «ἀποστελῶ εἰς αὐτοὺς προφήτας καὶ ἀποστόλους, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενοῦσι καὶ ἐκδιώξουσιν» (δηλ. πολλούς από αυτούς θα θανατώσουν και θα καταδιώξουν, Λουκ. 11, 49).

Εκτός από τους αποστόλους, έχουμε τους λεγόμενους «ισαποστόλους», δηλ. αγίους, που δεν ανήκουν στις δύο αυτές ομάδες των μαθητών του Χριστού (τους 12 και τους 70), αλλά επιτέλεσαν έργο ισοδύναμο με τους αποστόλους, είναι δηλαδή ισάξιοί τους. Έτσι, ισαπόστολοι χαρακτηρίζονται π.χ. τρεις μαθήτριες του Κυρίου, οι αγίες Μαρία η Μαγδαληνή, Φωτεινή η Σαμαρείτισσα και Μαριάμνη, ενώ από τους επόμενους αιώνες χαρακτηρίζονται έτσι άγιοι όπως ο άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας και η μητέρα του, η αγία Ελένη, η αγία Νίνα, που έφερε τον χριστιανισμό στη χώρα της Γεωργίας, οι άγιοι του 9ου αιώνα Κύριλλος και Μεθόδιος (που έφεραν τον χριστιανισμό στα σλαβικά έθνη δημιουργώντας και το πρώτο σλαβικό αλφάβητο, το γλαγολιτικό, που αργότερα το διαδέχτηκε το κυριλλικό αλφάβητο) κ.ά.

Τέλος, οι τέσσερις συγγραφείς του Ευαγγελίου, οι οποίοι προέρχονται από τους αποστόλους, χαρακτηρίζονται «ευαγγελιστές»: ο ευαγγελιστής Ματθαίος, ο ευαγγελιστής Μάρκος, ο ευαγγελιστής Λουκάς και ο ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος. Ο τελευταίος χαρακτηρίζεται «θεολόγος» λόγω της ιδιαίτερης θεολογικής ποιότητας του ευαγγελίου που συνέγραψε, το οποίο έρχεται σε διάλογο με τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του, και όχι μόνον. Ο χαρακτηρισμός ευαγγελιστής σημαίνει εκείνον που «ευαγγελίζεται», δηλαδή φέρνει στους ανθρώπους ένα «ευαγγέλιο», λέξη που σημαίνει το ευχάριστο, αισιόδοξο και θετικό μήνυμα, τα καλά νέα.

***

Έχοντας προχωρήσει πλέον μετά από την εποχή της Καινής Διαθήκης, στον ιστορικό χρόνο του χριστιανισμού (της Εκκλησίας), από την ίδρυσή του μέχρι τις μέρες μας, βλέπουμε αγίους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται:

Όσιοι και οσίες: είναι εκείνοι που, κατά την επίγεια ζωή τους, ήταν μοναχοί ή μοναχές, π.χ. ο όσιος Αντώνιος ο Μέγας, η οσία Μαρία η Αιγυπτία, η οσία Φιλοθέη η Αθηναία, ο όσιος Ποιμήν κ.λ.π. Ο όρος αυτός επίσης υπάρχει στην Αγία Γραφή, για να χαρακτηρίσει είτε τον Θεό (ή τον Ιησού Χριστό) είτε τους ειλικρινείς πιστούς του Θεού – π.χ. ο άγιος προφήτης Ζαχαρίας, πατέρας του αγ. Ιωάννη του Προδρόμου, λέει ότι οι πιστοί πρόγονοί τους λάτρευαν τον Θεό «ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ» (κατά Λουκάν, 1, 75), ενώ ο απόστολος Παύλος θέλει τον κάθε επίσκοπο της Εκκλησίας «φιλόξενον, φιλάγαθον, σώφρονα, δίκαιον, ὅσιον, ἐγκρατῆ» κ.λ.π. (επιστολή προς Τίτον, 1, 8).

Μάρτυρες: εκείνοι που θανατώθηκαν για την πίστη τους στον Χριστό ή για την προσήλωσή τους στις αξίες που εκφράζει η διδασκαλία Του. Με αυτόν τον τρόπο έδωσαν «μαρτυρία» για την αλήθεια της πίστης τους, γι’ αυτό χαρακτηρίζονται μάρτυρες: «καὶ ἐπὶ ἡγεμόνας δὲ καὶ βασιλεῖς ἀχθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ εἰς μαρτύριον αὐτοῖς καὶ τοῖς ἔθνεσιν» (δηλ. «θα σας οδηγήσουν μπροστά σε ηγεμόνες και βασιλείς εξαιτίας μου, ως μαρτυρία γι’ αυτούς και για τα έθνη», λόγος του Ιησού στο Ματθ. 10, 18).

Ο όρος από την Καινή Διαθήκη: «καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξεις 1, 8), «Ἀντίπας ὁ μάρτυς μου ὁ πιστός, ὃς ἀπεκτάνθη παρ' ὑμῖν» (ἀπεκτάνθη = θανατώθηκε· αναφορά στον άγιο Αντίπα, επίσκοπο Περγάμου, Αποκάλυψη 2, 13).

Πολλοί από τους αγίους μάρτυρες κατατάσσονται επίσης σε ιδιαίτερες ομάδες:

Μεγαλομάρτυρες: εκείνοι που όχι απλώς θανατώθηκαν, αλλά υπέστησαν πολλά και φρικτά βασανιστήρια χωρίς να αρνηθούν τον Χριστό ή τη διδασκαλία του, π.χ. ο άγιος Γεώργιος, ο άγιος Δημήτριος, η αγία Βαρβάρα, η αγία Αικατερίνα κ.π.ά.

Ιερομάρτυρες: οι άγιοι μάρτυρες που, κατά την επίγεια ζωή τους, ήταν ιερείς ή επίσκοποι, π.χ. ο άγιος Αντίπας Περγάμου, ο άγιος Ελευθέριος, ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ο άγιος Φίλιππος Μόσχας (ο οποίος θανατώθηκε από τον τσάρο Ιβάν τον Τρομερό, επειδή επέκρινε δημόσια τα πολλά εγκλήματά του) κ.π.ά.

Οσιομάρτυρες: οι άγιοι μάρτυρες που, κατά την επίγεια ζωή τους, ήταν μοναχοί ή μοναχές, όπως π.χ. οι άγιοι οσιομάρτυρες της ιεράς μονής Καντάρας της Κύπρου κ.π.ά.

Παρθενομάρτυρες: οι αγίες μάρτυρες, που ήταν άγαμες γυναίκες, κατά κανόνα νεαρής ή εφηβικής ηλικίας, όπως οι αγίες Παρασκευή, Κυριακή, Μαρίνα, Χριστίνα κ.π.ά. Οι αγίες αυτές, ως άγαμες, είναι αυτονόητο ότι ήταν και παρθένες, δηλαδή σωματικά αγνές, γι’ αυτό και εδώ ο χαρακτηρισμός «παρθένος» ισοδυναμεί με τους σύγχρονους χαρακτηρισμούς «κορίτσι» ή «κοπέλα».

Παιδομάρτυρες: οι άγιοι μάρτυρες που θανατώθηκαν σε παιδική ηλικία, όπως οι αγίες Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη (θυγατέρες της αγίας Σοφίας), ο άγιος Κήρυκος, ο άγιος Ταρσίζιος κ.ά.

Νεομάρτυρες: έτσι χαρακτηρίζονται οι άγιοι μάρτυρες που έδωσαν τη ζωή τους κατά τα νεώτερα χρόνια, ιδίως από την εποχή της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης (1453), σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και στον 20ό αιώνα, μέχρι και σήμερα, όπως οι άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη της Λέσβου, οι άγιοι 222 ορθόδοξοι μάρτυρες του Πεκίνου, που θανατώθηκαν λόγω της χριστιανικής πίστης τους το 1900 κ.π.ά., μέχρι και τους σύγχρονους μάρτυρες Ευγένιο Ροντιόνωφ (19χρονο στρατιώτη που βασανίστηκε και θανατώθηκε για την πίστη του το 1996), π. Δανιήλ Συσόεφ (ιεραπόστολο που δολοφονήθηκε στη Μόσχα το 2009) κ.ά., ενώ η λίστα συνεχίζεται.

Μια ιδιαίτερη ομάδα μαρτύρων αποτελούν οι λεγόμενοι εθνομάρτυρες: είναι οι άνθρωποι που θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία της πατρίδας τους. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι εκκλησιαστικός, αλλά «κοσμικός» (μη θρησκευτικός), και οι εθνομάρτυρες δεν είναι πάντα μάρτυρες της πίστης (ή, ορθότερα, μάρτυρες του Χριστού)· γι’ αυτό και, ενώ είναι πάντοτε σεβαστοί και αγαπητοί ως ήρωες, δεν θεωρούνται οπωσδήποτε άγιοι, γιατί δεν είμαστε βέβαιοι για την κατάσταση της ψυχής τους. Έτσι π.χ. εθνομάρτυρες όπως ο Ρήγας Φεραίος, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Δασκαλογιάννης από τα Σφακιά της Κρήτης κ.π.ά. μνημονεύονται φυσικά ως χριστιανοί και ήρωες, αλλά δεν τιμώνται ως άγιοι. Αρκετοί εθνομάρτυρες όμως είναι και μάρτυρες της πίστης, συνεπώς άγιοι, όπως ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο άγιος Γρηγόριος Ε΄, ο άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης κ.ά.

***

Εκτός από τους μάρτυρες, βλέπουμε αγίους που ταξινομούνται σε ομάδες όπως οι παρακάτω:

Ομολογητές: Έτσι χαρακτηρίζονται οι άγιοι που φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και γενικά ταλαιπωρήθηκαν λόγω της χριστιανικής πίστης τους, χωρίς όμως να φτάσουν μέχρι τον θάνατο. Παραδείγματα, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, οι άγιοι Θεοφάνης και Θεόδωρος οι «Γραπτοί» (τους συνέλαβαν οι εικονομάχοι και έγραψαν στίχους στο πρόσωπό τους με πυρακτωμένο σίδερο!) κ.π.ά. Οι άγιοι δηλαδή αυτοί «ομολόγησαν» (παραδέχτηκαν δημόσια) την πίστη τους, εκπληρώνοντας μάλιστα το αίτημα του Ιησού Χριστού προς τους ανθρώπους που πιστεύουν σ’ Αυτόν, να τον «ομολογούν» και να μην τον αρνούνται, γιατί η στάση τους αυτή θα έχει σοβαρό αντίκτυπο στην αιωνιότητα (θα τους «ομολογήσει» ή θα τους «αρνηθεί» και εκείνος – αυτή είναι μια «ανθρωποπαθής» έκφραση, γιατί ο Κύριος δεν αρνείται κυριολεκτικά κανέναν, ούτε καν τους σταυρωτές του – η αναφορά βρίσκεται στο Ματθ. 10, 32-33 και Λουκ. 12, 8). Το να «ομολογήσει Χριστόν» κάποιος, ως αιτία δίωξής του, αναφέρεται και στο Ιωάνν. 9, 22, για έναν τυφλό που θεράπευσε ο Ιησούς Χριστός.

Ανάργυροι: Είναι άγιοι γιατροί, που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στους ανθρώπους χωρίς αμοιβή, δηλαδή χωρίς «αργύρια» (χρήματα). Οι γνωστότεροι είναι οι άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός (1 Ιουλίου και 1 Νοεμβρίου – δύο ζεύγη αγίων αδελφών γιατρών), ο άγιος Παντελεήμων (27 Ιουλίου) κ.π.ά., αλλά και ο σύγχρονος άγιος Λουκάς ο Ιατρός στην Κριμαία της Ουκρανίας († 1961, 11 Ιουνίου), ενώ υπάρχουν και γυναίκες αγίες ανάργυροι, όπως η αγία Ερμιόνη (4 Σεπτεμβρίου), οι αγίες Ζηναΐδα και Φιλονίλλα (11 Οκτωβρίου) και η αγία Σοφία η Ιατρός (22 Μαΐου).

Πατέρες της Εκκλησίας: Πρόκειται για τους αγίους διδασκάλους των χριστιανών, που (είτε γράφοντας βιβλία, είτε με την προφορική διδασκαλία τους) απευθύνθηκαν στους ανθρώπους της εποχής τους, ερμηνεύοντας και παρουσιάζοντας σ’ αυτούς το βαθύτερο νόημα του χριστιανικού μηνύματος. Η αξία της διδασκαλίας τους είναι διαχρονική και πολλοί από αυτούς συγκρούστηκαν με την εξουσία της εποχής τους («ομολόγησαν Χριστόν» δηλαδή) και έπαθαν πολλά, για να υπερασπιστούν την αλήθεια ή τους φτωχούς και κατατρεγμένους. Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας είναι, μεταξύ άλλων, ο Μέγας Αθανάσιος, οι Τρεις Ιεράρχες (Μ. Βασίλειος, άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος και άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος), ο άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς κ.ά.

Οι αντίστοιχες αγίες διδασκάλισσες του χριστιανισμού χαρακτηρίζονται Μητέρες της Εκκλησίας – ας αναφέρουμε, μεταξύ αυτών, την οσία Συγκλητική (τη μητέρα του γυναικείου χριστιανικού μοναχισμού στην Αίγυπτο του 4ου αιώνα μ.Χ.), την οσία Μακρίνα (αδελφή και δασκάλα του Μ. Βασιλείου και των άλλων αδελφών της, και όχι μόνον), την οσία Ειρήνη τη Χρυσοβαλάντου, τη σύγχρονη οσία Μαρία Σκόμπτσοβα (που θανατώθηκε από τους ναζί) κ.ά.

Διά Χριστόν σαλοί: Πρόκειται για ασκητές, που έζησαν είτε κοντά σε μοναστήρια είτε μέσα στις πόλεις, παριστάνοντας ότι πάσχουν από ψυχικές νόσους – υποδύονταν τους «τρελούς» δηλαδή, γι’ αυτό ονομάζονται «διά Χριστόν σαλοί»: σαλοί (τρελοί) για χάρη του Χριστού. Με αυτόν τον τρόπο (που είναι ριψοκίνδυνος και αποτελεί εξαίρεση στον χριστιανικό μοναχισμό), οι πνευματικά προοδευμένοι αυτοί άνθρωποι έθεσαν τον εαυτό τους στο περιθώριο της κοινωνίας, πολέμησαν μέσα τους κάθε ίχνος εγωισμού, συμμερίστηκαν τη ζωή των άστεγων, περιπλανώμενων, περιφρονημένων και θυματοποιημένων ανθρώπων, αλλά και, κάνοντας φαινομενικές παλαβομάρες, συχνά περνούσαν με έμμεσο τρόπο σοφά μηνύματα στους ανθρώπους της εποχής τους. Οι πιο γνωστοί «σαλοί» άγιοι είναι οι άγιοι Ανδρέας, Συμεών και Ισιδώρα οι διά Χριστόν σαλοί. Υπάρχουν όμως αρκετοί ακόμη, τόσο στη βυζαντινή περίοδο, όσο και μεταγενέστεροι, κυρίως στην ορθόδοξη Ρωσία, αλλά και στο Άγιο Όρος, ενώ ορισμένοι ασκητές συνεχίζουν τη δύσκολη αυτή πνευματική παράδοση ακόμη και σήμερα.

Γέροντες και γερόντισσες: Έτσι χαρακτηρίζονται οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού, που δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί επίσημα ως άγιοι της Εκκλησίας μας, δηλαδή δεν έχει ακόμη «διακηρυχθεί η αγιότητά τους» με επίσημη απόφαση της Εκκλησίας. Και οι πασίγνωστοι σύγχρονοι άγιοι Πορφύριος και Παΐσιος, μέχρι πρότινος χαρακτηρίζονταν «γέροντας Πορφύριος» και «γέροντας Παΐσιος», ενώ μιλάμε ακόμη για τον γέροντα Εφραίμ της Αριζόνας († 2019), τον γέροντα Αιμιλιανό τον Σιμωνοπετρίτη († 2019), τη γερόντισσα Γαβριηλία († 1992), τη γερόντισσα Μακρίνα από τον Βόλο († 1995), τον γέροντα Ιουστίνο Πίρβου της Ρουμανίας († 2013), τον γέροντα Ιωνά της Οδησσού († 2012) κ.π.ά.

Πολλοί άγιοι συγκεντρώνουν περισσότερες από μία ιδιότητες. Για παράδειγμα, η αγία Παρασκευή (26 Ιουλίου, † περ. 170 μ.Χ.) είναι και μεγαλομάρτυρας και οσιομάρτυρας, αλλά και παρθενομάρτυρας· ο άγιος Λουκάς ο Ιατρός είναι και Πατέρας της Εκκλησίας και ομολογητής και ανάργυρος – κ.λ.π.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου