Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

"Άγιε Λευτεράκη, το νου σου..."



Τι και πώς (εικ. από εδώ)

Αυτό είναι ένα πολύ παλιό, μικρό προσκυνητάρι στο πεζοδρόμιο του δημαρχείου της πόλης μας, τόσο μικρό μάλιστα που -σχεδόν- δεν το προσέχεις.
Φτιαγμένο από κουρασμένο πια (από βροχές, χιόνια, ήλιους και αναμνήσεις) μάρμαρο, μαυρισμένο από το καυσαέριο της λεωφόρου, τιμάται στο όνομα του Αγίου Ελευθερίου που μια χάρτινη εικόνα του ακόμη αντέχει -πίσω από ένα τζάμι- να βλέπει τους ανθρώπους της πόλης να αδιαφορούν.
Από την εποχή που εκεί ήταν οι φυλακές, έχει απομείνει, στη μέση της συνεχούς κίνησης, ο Άγιος.
Όταν πεζοπορώ και περνώ δίπλα του, τον χαιρετώ, του λέω αυτό που είπε κάποτε η φιλενάδα μου "Άγιε Ελευθέριε λευτέρωσέ μας από τα πάθη μας" και θυμάμαι μια πικρή ιστορία που έλεγε η γιαγιά για μια γειτόνισσα -χρόνια πια πεθαμένη-.
"Την βλέπεις αυτή;" έλεγε. "Ήταν χρόνια στις φυλακές, στον Άγιο Ελευθέριο. Είχε σφάξει τον άντρα της. Και μετά έμεινε και σαν καθαρίστρια εκεί."
Εγώ πάλι δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ήταν δυνατόν να είναι κακούργα μια γερόντισσα που χαμογελούσε και μου έλεγε "Λενάκι, τι κάνεις;" 


 
"Ν": Αυτό το όμορφο εικονοστάσι (που κάθε άλλο παρά μέσα στο τσιμέντο είναι) δεν έχει σχέση με το άρθρο. Το ψάρεψα από εδώ.

Ας είναι... Θεού κατανοήσεις αυτές και είθε Εκείνος να συγχώρησε τα κρίματά της και να την αναπαύει με τις πρεσβείες του Αγίου, που την έβλεπε να στίβει το σφουγγαρόπανο -σίγουρα- με δακρύοντες στεναγμούς και οφθαλμούς...
Του λέω και για τούτη του Αγίου, του λέω και για την κόρη και την εγγονή της που βασανίζονται στο παλιό, μικρό σπιτάκι που λίγο μεγάλωσε πια, λες, ανάλογα με τα μεγάλα βάσανα που περνούν οι ένοικοι.
Καμιά φορά του μιλάω για το παλιό παζάρι, την εμποροπανήγυρη, που γινόταν στον χώρο όταν πήραν από κει τις φυλακές, του λέω για τις φαλακρές κούκλες που μου αγόραζαν, για τα αυτοκινητάκια του αδελφού μου, για τον φαρσαλινό χαλβά και για την αθωότητα που ξεπουλήσαμε όταν έσπασαν οι κούκλες, όταν μετακόμισε το παζάρι, όταν μεγαλώσαμε και μίκρυνε η καρδιά μας και μαζί της και ο κόσμος του ενθέου μας.
Με το θράσος που με διακρίνει, τον προσφωνώ "Άγιε Λευτεράκη μου", τον βάζω να φυλάει -από τα κρύα και τις βροχές- τους ανθρώπους που περιμένουν στη στάση των αστικών λεωφορείων που είναι δίπλα του, τον ρωτάω για τον κυρ Ηλία που είχε γαλατάδικο εκεί πιο πέρα, για τον πατέρα μου που μας έφερνε τα γιαούρτια και την φέτα του κυρ Ηλία, για το πού πάνε όταν πεθαίνουν οι γαλατάδες με τα μεγάλα μουστάκια και τα πλατιά χαμόγελα και αν πονάνε οι πέτρες των κατεδαφισμένων γαλακτοπωλείων.

Κάποιες φορές νιώθω και για τον ίδιο τον Άγιο ένα παράπονο, έτσι που βλέπω το μικρό του σπιτάκι κατάμονο ανάμεσα σε κόρνες αυτοκινήτων, βραδυνές ιστορίες ναρκωτικών και "πιάτσας" στο παρακείμενο πάρκο και βιασύνες περαστικών.
Σαν να έχουν ξεμείνει μαζί του, μικρά κουρελάκια αιμάσουσας ευαισθησίας από την εποχή της τρυφεράδας, της πατρίδας, της πολιτείας που ζεσταινόταν σε ξυλόσομπες, των παραμυθιών που δικαίωναν τους χειμώνες, των νυχτεριών που ξελιγώνονταν από γλύκα, απλωμένη πάνω σε βελόνες πλεξίματος.
"Άντε Άγιε Λευτεράκη μου" λέω μετά "σ' αφήνω τώρα. Το νου σου εσύ, σε ό,τι σου είπα".
Και προχωρώ πολύ μόνη, αν και πολλοί είναι οι άνθρωποι που με σπρώχνουν για να περάσουν. 


*****
Για τη ζωή και το μαρτύριο του αγίου Ελευθερίου: 20χρονος δεσπότης σε πυρακτωμένο κρεβάτι!...

Δείτε επίσης, από την ίδια πόλη (Βόλο):
Και:
 
Η φυλακισμένη Τσιγγάνα (αφιερωμένο στην πρώην κατάδικο - ο Θεός ας τις αναπαύσει όλες - που αναφέρεται στο post)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου