Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Έχει η Καινή Διαθήκη επηρεαστεί από τις ειδωλολατρικές θρησκείες;

του Ronald Nash 
 
Σύνοψη

Πολλοί χριστιανοί σπουδαστές κολεγίων έχουν αντιμετωπίσει κριτικές του Χριστιανισμού βασισμένες στους ισχυρισμούς ότι ο πρώιμος χριστιανισμός και η Καινή Διαθήκη δανείστηκαν σημαντικές πεποιθήσεις και πρακτικές από διάφορες ειδωλολατρικές Μυστηριακές Θρησκείες. Δεδομένου ότι αυτοί οι ισχυρισμοί υπονομεύουν θεμελιώδη χριστιανικά δόγματα όπως τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, οι συνέπειες είναι σοβαρές. Αλλά τα στοιχεία για τέτοιους ισχυρισμούς, ακόμη και όταν υπάρχουν, βρίσκονται συχνά σε πηγές που είναι αρκετούς αιώνες μεταγενέστερες της Καινής Διαθήκης. Επιπλέον, οι υποτιθέμενοι παραλληλισμοί προκύπτουν συχνά από φιλελεύθερους μελετητές που απερίσκεπτα περιγράφουν τις ειδωλολατρικές πεποιθήσεις και πρακτικές με χριστιανική γλώσσα, και έπειτα απορούν με τους εντυπωσιακούς παραλληλισμούς που νομίζουν ότι έχουν ανακαλύψει.
Κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, διάφοροι φιλελεύθεροι ["Ν": κίνημα ερμηνείας της Βίβλου στον προτεσταντικό χώρο] συγγραφείς και καθηγητές υποστήριξαν ότι οι διδασκαλίες της Καινής Διαθήκης (Κ.Δ.) για το θάνατο και την ανάσταση του Ιησού, η Νέα Γέννηση, και οι χριστιανικές πρακτικές του Βαπτίσματος και του Δείπνου του Κυρίου (Θείας Ευχαριστίας), προήλθαν από τις ειδωλολατρικές Μυστηριακές Θρησκείες. Πιο σημαντικού ενδιαφέροντος από όλα αυτά είναι η κατηγορία ότι το δόγμα περί σωτηρίας της Κ.Δ. παραλληλίζει θέματα που βρίσκονται συνήθως στις Μυστηριακές Θρησκείες: ένας σωτήρας-θεός πεθαίνει βίαια για εκείνους που τελικά θα λυτρώσει, και μετά εκείνος ο θεός επανέρχεται στη ζωή.
Έχει η Καινή Διαθήκη επηρεαστεί από τις ειδωλολατρικές θρησκείες του πρώτου αιώνα μ.Χ.; Αν και ανέλυσα αυτό το θέμα σε ένα βιβλίο του 1992, [1] τα ζητήματα είναι τόσο σημαντικά — ειδικά για τους χριστιανούς σπουδαστές κολεγίων που συχνά δεν ξέρουν πού να ψάξουν για απαντήσεις — ώστε υπάρχει ιδιαίτερη αξία στην εξέταση αυτού του ζητήματος με έναν τρόπο όμως λιγότερο ακαδημαϊκό, πιο εκλαϊκευμένο.

ΠΟΙΕΣ ΗΤΑΝ ΟΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ;

Εκτός από τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, οι Μυστηριακές Θρησκείες ήταν οι θρησκείες με τη μεγαλύτερη επιρροή κατά τους πρώτους αιώνες μετά Χριστόν. Ο λόγος που αυτές οι λατρείες αποκλήθηκαν «Μυστηριακές Θρησκείες» είναι ότι περιλάμβαναν μυστικές τελετές που ήταν γνωστές μόνο στους μυημένους αυτών των θρησκειών. Το σημαντικότερο όφελος αυτών των πρακτικών θεωρούνταν ότι ήταν κάποιο είδος σωτηρίας.
Οι Μυστηριακές Θρησκείες δεν ήταν, φυσικά, οι μόνες εκδηλώσεις του θρησκευτικού πνεύματος στην ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κάποιος θα μπορούσε επίσης να βρεί δημόσιες λατρείες που δεν απαιτούσαν κάποια τελετή μύησης στις μυστικές πεποιθήσεις και πρακτικές. Η Ελληνική θρησκεία των Ολύμπιων Θεών και το Ρωμαϊκό αντίστοιχό της είναι παραδείγματα αυτού του τύπου θρησκείας.
Κάθε περιοχή της Μεσογείου παρήγαγε τη δική της μυστηριακή θρησκεία. Από την Ελλάδα ήρθαν οι λατρείες της Δήμητρας και του Διόνυσου, καθώς επίσης και οι Θρησκείες των Ελευσίνιων και Ορφικών Μυστηρίων, οι οποίες αναπτύχθηκαν αργότερα. [2] Η Μικρά Ασία γέννησε τη λατρεία της Κυβέλης, της Μεγάλης Μητέρας, και του εραστή της, ενός βοσκού, που ονομαζόταν Άττις. Η λατρεία της Ισιδας και του Όσιρη (που αλλάζει αργότερα σε Σέραπη) δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο, ενώ η Συρία και η Παλαιστίνη γέννησαν τη λατρεία του Άδωνη. Τέλος, η Περσία (Ιράν) ήταν ένας από τους ηγετικούς τόπους λατρείας του Μίθρα, η οποία — λόγω της συχνής χρήσης εικόνων πολέμου – είχε μία ιδιαίτερη απήχηση στους Ρωμαίους στρατιώτες. Οι αρχαιότερες Ελληνικές Μυστηριακές Θρησκείες ήταν κρατικές θρησκείες, υπό την έννοια ότι είχαν τη θέση μιας δημόσιας ή αστικής λατρείας και εξυπηρετούσαν εθνικούς ή δημόσιους σκοπούς. Οι μεταγενέστερες μη-Ελληνικές μυστηριακές θρησκείες είχαν χαρακτήρα προσωπικό, ιδιωτικό, και ατομικιστικό.

ΒΑΣΙΚΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ

Θα πρέπει να αποφύγουμε οποιαδήποτε πρόταση ότι υπήρχε μια κοινή μυστηριακή θρησκεία. Ενώ μια τάση προς εκλεκτικισμό ή σύνθεση αναπτύχθηκε μετά το 300 μ.Χ. κάθε μια από τις μυστηριακές θρησκείες ήταν ξεχωριστή και διακριτή θρησκεία κατά τη διάρκεια του αιώνα που είδε τη γέννηση της Χριστιανικής Εκκλησίας. Επιπλέον, κάθε μυστηριακή λατρεία υιοθετούσε διαφορετικές μορφές σε διαφορετικές πολιτιστικές συνθήκες, και υποβάλλονταν σε σημαντικές αλλαγές, ειδικά μετά το 100 μ.Χ. Εντούτοις, οι Μυστηριακές Θρησκείες παρουσίαζαν πέντε κοινά χαρακτηριστικά.
(1) Κεντρικός σε κάθε μυστήριο ήταν η χρήση του ετήσιου κύκλου βλάστησης, στον οποίο η ζωή ανανεώνεται κάθε άνοιξη και πεθαίνει κάθε φθινόπωρο. Οι οπαδοί των μυστηριακών λατρειών έδιναν βαθιά συμβολική σημασία στις φυσικές διαδικασίες της αύξησης, του θανάτου, της αποσύνθεσης, και της αναγέννησης.
(2) Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κάθε λατρεία έκανε σημαντική χρήση μυστικών τελετών ή μυστηρίων, συνδέοντάς τις συχνά με μια ιεροτελεστία μύησης. Κάθε Μυστηριακή Θρησκεία επίσης μετέδιδε ένα «μυστικό» στον μυούμενο που περιλάμβανε πληροφορίες για τη ζωή του θεού ή της θεάς της θρησκείας και πώς ο άνθρωπος μπορούσε να επιτύχει την ενότητα με εκείνη την θεότητα. Αυτή η «γνώση» ήταν πάντα μια μυστική ή εσωτερική γνώση, ανέφικτη από οποιονδήποτε βρισκόταν έξω από τον κύκλο της συγκεκριμένης θρησκείας.
(3) Κάθε μυστήριο επίσης εστιαζόταν σε έναν μύθο στον οποίο η θεότητα είτε επέστρεφε στη ζωή μετά από το θάνατο, είτε θριάμβευε πάνω στους εχθρούς της. Απαραίτητο συστατικό του μύθου ήταν το θέμα της απολύτρωσης από κάθε τι γήινο και εφήμερο. Το μυστικό νόημα της λατρείας και του μύθου που την συνόδευε, εκφραζόταν σε ένα «μυσταγωγικό δράμα» που απευθυνόταν κατά ένα μεγάλο μέρος στα συναισθήματα και τις συγκινησιακές καταστάσεις των μυούμενων. Αυτή η θρησκευτική έκσταση υποτίθεται ότι τους οδηγούσε να νομίζουν ότι βίωναν την αρχή μιας νέας ζωής.
(4) Τα μυστήρια έκαναν ελάχιστη ή καθόλου χρήση διδασκαλιών και ορθών πεποιθήσεων. Ενδιαφέρονταν πρώτιστα για τη συναισθηματική ζωή των οπαδών τους. Οι θρησκείες χρησιμοποιούσαν πολλά διαφορετικά μέσα για να επηρεάσουν τα συναισθήματα και να προκαλέσουν φαντασιώσεις στους μυημένους, και να επιφέρουν έτσι την «ένωση με τον Θεό»: ιερές πομπές, νηστεία, θεατρικό δράμα, πράξεις εξαγνισμού, αστράπτοντα φώτα, και εσωτεριστικές τελετουργίες. Αυτή η έλλειψη οποιασδήποτε έμφασης για ορθή πίστη δείχνει μια σημαντική διαφορά μεταξύ των ειδωλολατρικών μυστηρίων και του Χριστιανισμού. Η Χριστιανική πίστη ήταν αποκλειστική υπό την έννοια ότι αναγνώριζε μόνο μια νόμιμη οδό προς τον Θεό και τη σωτηρία, τον Ιησού Χριστό. Οι μυστηριακές θρησκείες ήταν περιεκτικές υπό την έννοια ότι τίποτα δεν απέτρεπε έναν οπαδό μιας μυστηριακής λατρείας από του να συμμετέχει παράλληλα και σε άλλα μυστήρια.
(5) Ο άμεσος στόχος των μυημένων ήταν η μυστική εμπειρία που θα τους οδηγούσε να αισθανθούν ότι είχαν επιτύχει την ένωση με τον θεό τους. Πέρα από αυτήν την αναζήτηση για τη μυστική ένωση υπήρχαν δύο ακόμη στόχοι: κάποιο είδος απολύτρωσης ή σωτηρίας, και η απόκτηση αθανασίας.

ΕΞΕΛΙΞΗ

Πριν το 100 μ.Χ., οι Μυστηριακές Θρησκείες κατά ένα μεγάλο μέρος περιορίζονταν σε συγκεκριμένες τοποθεσίες και ήταν ένα σχετικά νέο φαινόμενο. Μετά το 100 μ.Χ., άρχισαν βαθμιαία να γίνονται δημοφιλείς και να αποκτούν επιρροή σε όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ωστόσο, υποβλήθηκαν σε σημαντικές αλλοιώσεις που προέκυπταν συχνά από απορρόφηση στοιχείων άλλων θρησκειών. Δεδομένου ότι οι θιασώτες των μυστηρίων γίνονταν όλο και πιο εκλεκτικοί στις πεποιθήσεις και τις πρακτικές τους, νέοι και περίεργοι συνδυασμοί των παλαιότερων μυστηρίων άρχισαν να προκύπτουν. Και δεδομένου ότι οι λατρείες συνέχισαν να μετριάζουν τα πιο απαράδεκτα χαρακτηριστικά των παλαιότερων πρακτικών τους, άρχισαν να προσελκύουν μεγαλύτερους αριθμούς οπαδών.

ΑΝΑΔΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ

Μόνον όταν φτάνουμε στον 3ο αιώνα μ.Χ. βρίσκουμε ικανοποιητικό πληροφοριακό υλικό για τις Μυστηριακές Θρησκείες (από τα γραπτά της εποχής) για να μπορέσουμε να κάνουμε μια σχετικά πλήρη αναδόμηση του περιεχομένου τους. Πάρα πολλοί συγγραφείς χρησιμοποιούν αυτό το πρόσφατο υλικό (μετά το 200 μ.Χ.) για να αναδομήσουν τη μυστηριακή εμπειρία του 3ου αιώνα και έπειτα απερίσκεπτα τη μεταφέρουν πίσω, θεωρώντας ότι και η αρχική θρησκεία πρέπει να είχε την ίδια φύση. Αυτή η πρακτική είναι εξαιρετικά κακή από επιστημονική άποψη και δεν θα πρέπει να περάσει απρόκλητα. Πληροφορίες για μια λατρεία που έρχεται αρκετές εκατοντάδες χρόνια μετά το κλείσιμο του Κανόνα της Καινής Διαθήκης δεν θα πρέπει να μεταφερθούν πίσω σε αυτό που θεωρείται ως θέση της λατρείας αυτής κατά τη διάρκεια του 1ου αιώνα μ.Χ. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποια πιθανή επιρροή τα μυστήρια μπορεί να είχαν σε τμήματα της Χριστιανοσύνης μετά το 400 μ.Χ., αλλά ποια επίδραση τα αναδυόμενα μυστήρια μπορεί να είχαν στην Καινή Διαθήκη τον 1ο αιώνα.

Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΙΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΣΙΡΗ

Η λατρεία της Ίσιδας δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο και πέρασε από δύο σημαντικά στάδια. Στην παλαιότερη αιγυπτιακή εκδοχή της, που δεν ήταν Μυστηριακή Θρησκεία, η Ίσιδα θεωρούνταν θεά του ουρανού, της γης, της θάλασσας, και του αθέατου κάτω κόσμου. Σε αυτό το πιο αρχικό στάδιο, η Ίσιδα ονόμασε έναν σύζυγο Όσιρη. Η λατρεία της Ίσιδας έγινε Μυστηριακή μόνον αφότου ο Πτολεμαίος ο Α΄ εισήγαγε σημαντικές αλλαγές, μετά το 300 π.Χ. Στο μεταγενέστερο στάδιο, ένας νέος θεός που ονομάστηκε Σέραπις έγινε σύζυγος της Ίσιδας. Ο Πτολεμαίος εισήγαγε αυτές τις αλλαγές προκειμένου να συντεθούν τα αιγυπτιακά και ελληνικά ενδιαφέροντα στο βασίλειό του, επιταχύνοντας έτσι τον εξελληνισμό της Αιγύπτου.
Ίσις, Όσιρις και Ώρος (από εδώ)
Από την Αίγυπτο, η λατρεία της Ίσιδας διείσδυσε βαθμιαία στη Ρώμη. Ενώ η Ρώμη απέρριψε αρχικά τη λατρεία της, η θρησκεία μπήκε τελικά στην πόλη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Καλιγούλα (37-41 μ.Χ.). Η επιρροή της διαδόθηκε βαθμιαία κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο αιώνων, και σε μερικές περιοχές έγινε ένας σημαντικός ανταγωνιστής του Χριστιανισμού. Η επιτυχία της λατρείας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία φαίνεται να προκύπτει από το εντυπωσιακό τελετουργικό της και την ελπίδα της αθανασίας που πρόσφερε στους οπαδούς της.
Ο βασικός μύθος της λατρείας της Ίσιδας αφορούσε τον Όσιρη, τον σύζυγό της κατά τη διάρκεια του πρώτου Αιγυπτιακού και μη-μυστηριακού στάδιου της θρησκείας. Σύμφωνα με την πιο κοινή έκδοση του μύθου, ο Όσιρις δολοφονήθηκε από τον αδελφό του, που βύθισε έπειτα το φέρετρο που περιείχε το σώμα του Όσιρη στον ποταμό Νείλο. Η Ίσιδα ανακάλυψε το σώμα και το επέστρεψε στην Αίγυπτο. Αλλά ο γαμπρός της άλλη μια φορά απόκτησε πρόσβαση στο σώμα, διαμελίζοντάς το αυτήν τη φορά σε δεκατέσσερα κομμάτια τα οποία διασκόρπισε παντού. Μετά από μια μακροχρόνια αναζήτηση, η Ίσιδα ανάκτησε κάθε μέρος του σώματος. Είναι σε αυτό το σημείο που είναι κρίσιμη η ορολογία που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το τι ακολούθησε. Μερικές φορές εκείνοι που λένε την ιστορία ικανοποιούνται να πουν ότι ο Όσιρις επέστρεψε στη ζωή, ακόμα κι αν μια τέτοια ορολογία απαιτεί πολύ περισσότερο απ’ ότι ο μύθος επιτρέπει. Μερικοί συγγραφείς πηγαίνουν ακόμα πιο πέρα και αναφέρονται στην υποτιθέμενη «ανάσταση» του Όσιρη. Ένας φιλελεύθερος μελετητής επεξηγεί πόσο προκατειλημμένοι είναι μερικοί συγγραφείς που περιγράφουν τον ειδωλολατρικό μύθο με χριστιανική γλώσσα: «Το νεκρό σώμα του Όσιρη επέπλευσε στο Νείλο και επέστρεψε στη ζωή, και αυτό επιτεύχθηκε με ένα βάπτισμα στα ύδατα του Νείλου.» [3]
Αυτή η προκατειλημμένη και απρόσεκτη χρήση της γλώσσας προτείνει τρεις παραπλανητικές αναλογίες μεταξύ Όσιρη και Χριστού: (1) ένας Θεός σωτήρας πεθαίνει και (2) έπειτα δοκιμάζει μια ανάσταση που συνοδεύεται από (3) το βάπτισμα στο νερό. Αλλά οι υποτιθέμενες ομοιότητες, καθώς επίσης και η ορολογία που χρησιμοποιείται για να τους περιγράψει, αποδεικνύονται επινοήσεις του σύγχρονου μελετητή και δεν αποτελούν μέρος του αρχικού μύθου. Οι συγκρίσεις μεταξύ της ανάστασης του Ιησού και της νεκρανάστασης του Όσιρη είναι πολύ υπερβολικές και διογκωμένες.[4] Δεν παρουσιάζουν όλες οι εκδοχές του μύθου τον Όσιρη να επιστρέφει στη ζωή, σε μερικές γίνεται απλά βασιλιάς του κάτω κόσμου. Εξίσου εξεζητημένες είναι οι προσπάθειες να βρεθεί ένα ανάλογο του Χριστιανικού βαπτίσματος στο μύθο του Όσιρη.[5] Η μοίρα του φέρετρου του Όσιρη στο Νείλο είναι τόσο σχετική με το βάπτισμα όσο και η βύθιση της Ατλαντίδας.
Όπως προηγουμένως αναφέρεται, κατά τη διάρκεια του μεταγενέστερου σταδίου της, η αρσενική θεότητα στη θρησκεία της Ίσιδας δεν είναι πλέον ο θνήσκων Όσιρις, αλλά ο Σέραπις. Ο Σέραπις απεικονίζεται συχνά ως Θεός ήλιος, και είναι σαφές ότι δεν ήταν θνήσκων Θεός. Προφανώς έπειτα, δεν θα μπορούσε να είναι ένας αναστημένος Θεός. Κατά συνέπεια, αξίζει να θυμόμαστε ότι η εκδοχή της μετά τον Πτολεμαίο θρησκείας της Ίσιδας που κυκλοφορούσε περίπου από το 300 π.Χ. μέχρι τους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εποχής δεν είχε απολύτως τίποτα που θα μπορούσε να μοιάσει με έναν σωτήρα-Θεό που πεθαίνει και ανασταίνεται.

Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΤΤΗ
Ιερέας της Κυβέλης. Μουσείο της Τσερτσέλ, 2ος-3ος αιώνας.
 
Η Κυβέλη, επίσης γνωστή ως Μεγάλη Μητέρα, λατρευόταν σε μεγάλο μέρος του Ελληνιστικού κόσμου. Άρχισε αναμφισβήτητα ως θεά της φύσης. Η πρώιμη λατρεία της περιλάμβανε οργιαστικές τελετές στις οποίες οι φρενιτιώδεις αρσενικοί λατρευτές οδηγούνταν να ευνουχιστούν, και έτσι γίνονταν «Γκάλλι» [ελληνικά: "Γάλλοι"] ή ευνούχοι-ιερείς της θεάς. Η Κυβέλη τελικά έφτασε να θεωρηθεί η Μητέρα όλων των Θεών και Κυρία όλης της ζωής.
Το μεγαλύτερο μέρος των πληροφοριών μας για τη λατρεία αυτή περιγράφει τις πρακτικές της κατά τη διάρκεια της μεταγενέστερης περιόδου της, της ρωμαϊκής. Αλλά οι λεπτομέρειες είναι λιγοστές και σχεδόν όλο το υλικό είναι σχετικά μεταγενέστερο, χρονολογούμενο πολύ μετά το κλείσιμο του Κανόνα της Κ. Διαθήκης.
Σύμφωνα με τον μύθο, η Κυβέλη αγάπησε έναν βοσκό που ονομαζόταν Άττις. Επειδή ο Άττις ήταν άπιστος, η Κυβέλη τον έκανε παράφρονα. Κυριευμένος από την τρέλα, ο Άττις ευνουχίστηκε και πέθανε. Αυτό οδήγησε την Κυβέλη σε μεγάλο πένθος, και εισήγαγε τον θάνατο στο φυσικό κόσμο. Αλλά έπειτα η Κυβέλη αποκατέστησε τον Άττη στη ζωή, γεγονός που έφερε επίσης τον κόσμο της φύσης πίσω στη ζωή.
Οι εκ των προτέρων υποθέσεις του ερμηνευτή τείνουν να καθορίσουν τη γλώσσα που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το τι ακολούθησε το θάνατο του Άττη. Πολλοί συγγραφείς αναφέρονται απρόσεκτα στην «ανάσταση του Άττη.» Αλλά σίγουρα αυτό είναι μια υπερβολή. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στο μύθο που να μοιάζει με ανάσταση, ενώ αυτό που λέει είναι ότι η Κυβέλη μπορούσε μόνο να συντηρήσει το νεκρό σώμα του Άττη. Πέρα από αυτό, υπάρχει αναφορά στο τρίχωμα του σώματος που συνεχίζει να αυξάνεται, μαζί με κάποια μετακίνηση του μικρού δάχτυλού του. Σε μερικές εκδοχές του μύθου, όταν ο Άττις επέστρεψε στη ζωή πήρε τη μορφή ενός αειθαλούς δέντρου. Δεδομένου ότι η βασική ιδέα που κρύβεται κάτω από τον μύθο είναι ο ετήσιος κύκλος βλάστησης, οποιαδήποτε ομοιότητα με τη σωματική ανάσταση του Χριστού είναι πολύ παρατραβηγμένη.
Τελικά μια δημόσια επανεμφάνιση του μύθου του Άττη έγινε ετήσιο γεγονός στο οποίο οι προσκυνητές μοιράζονταν την «αθανασία» του Άττη. Κάθε άνοιξη οι οπαδοί της Κυβέλης πενθούσαν για τον νεκρό Άττη με πράξεις νηστείας και αυτο-μαστίγωσης.
Ήταν μόνο κατά τη διάρκεια των μεταγενέστερων Ρωμαϊκών εορτασμών (μετά το 300 μ.Χ.) της γιορτής της άνοιξης που εμφανίζεται μια μακρινή σύνδεση με την «ανάσταση». Το πευκόδεντρο που συμβόλιζε τον Άττη κοβόταν και έπειτα μεταφερόταν σαν πτώμα στο ιερό. Αργότερα στην παρατεταμένη γιορτή, το δέντρο θαβόταν ενώ οι μυημένοι συμμετείχαν σε μία φρενίτιδα που περιλάμβανε την εντομή των σωμάτων τους (τελετουργικό κόψιμο) με μαχαίρια. Την επόμενη νύχτα, ο «τάφος» του δέντρου άνοιγε και η «ανάσταση του Άττη» γιορταζόταν. Αλλά η γλώσσα αυτών των μεταγενέστερων πηγών είναι ιδιαίτερα διφορούμενη. Στην πραγματικότητα, καμία ευδιάκριτη, σαφής αναφορά στην υποτιθέμενη «ανάσταση» του Άττη δεν εμφανίζεται, ακόμη και στην πολύ κατοπινή λογοτεχνία του 4ου αιώνα μ.Χ.

ΤΟ ΤΑΥΡΟΒΟΛΙΟ

Η πιο γνωστή ιεροτελεστία της λατρείας της Μεγάλης Μητέρας ήταν το ταυροβόλιο. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ωστόσο, ότι αυτό το τελετουργικό δεν ήταν μέρος της λατρείας στα πιο αρχικά στάδιά της. Εισήχθηκε στη θρησκεία κάπου μετά τα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ.
Κατά τη διάρκεια της τελετής, οι μυούμενοι στέκονταν όρθιοι ή ξαπλωμένοι σε ένα κοίλωμα καθώς ένας ταύρος θανατωνόταν σε μια πλατφόρμα από πάνω τους. [6] Ο μυούμενος θα λουζόταν έπειτα στο ζεστό αίμα του θνήσκοντος ζώου. Έχει υποστηριχτεί ότι το ταυροβόλιο αποτέλεσε μια πηγή για τη χριστιανική ορολογία σχετικά με το λούσιμο στο αίμα του Αρνίου (Αποκάλ. 7:14) ή τον ραντισμό με το αίμα του Ιησού (Α΄ Πετρ. 1:2) [Για την Κ. Διαθήκη μπαίνετε εδώ]. Έχει αναφερθεί επίσης ως πηγή για αυτό που δίδαξε ο Παύλος στο Ρωμαίους 6:14, όπου σχετίζει το χριστιανικό βάπτισμα με την ταύτιση του Χριστιανού με τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού.
Καμία έννοια θανάτου και ανάστασης δεν ήταν ποτέ μέρος του ταυροβόλιου, ωστόσο. Τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία απαιτούν από εμάς σήμερα να χρονολογήσουμε το τελετουργικό περίπου 100 χρόνια μετά τη συγγραφή από τον Παύλο του εδαφίου Ρωμ. 6:14. Κανένα υπάρχον κείμενο δεν υποστηρίζει ότι το ταυροβόλιο συμβόλιζε το θάνατο και την «ανάσταση» του Άττη. Η ειδωλολατρική ιεροτελεστία δεν θα μπορούσε να είναι η πηγή για τη διδασκαλία του Παύλου στο Ρωμαίους 6. Μόνο κοντά στο τέλος του 4ου αιώνα προστέθηκε στο τελετουργικό η έννοια της αναγέννησης. Διάφοροι σημαντικοί μελετητές βλέπουν μια χριστιανική επιρροή σε αυτήν την εξέλιξη.[7] Είναι σαφές, λοιπόν, ότι η χρονολογική εξέλιξη της ιεροτελεστίας καθιστά αδύνατο να έχει επηρεάσει τον Χριστιανισμό του 1ου αιώνα. Η διδασκαλία της Καινής Διαθήκης για τον ραντισμό του αίματος του Χριστού πρέπει να ειδωθεί στα πλαίσια του υποβάθρου της που είναι η Παλαιά Διαθήκη: του Πάσχα και της θυσίας στο Ναό.

ΜΙΘΡΑΪΣΜΟΣ

Οι προσπάθειες να αναδημιουργηθούν οι πεποιθήσεις και οι πρακτικές του Μιθραϊσμού αντιμετωπίζουν τεράστιες προκλήσεις λόγω των διασκορπισμένων πληροφοριών που έχουν επιζήσει. Οι υπερασπιστές της λατρείας εξηγούσαν τον κόσμο με βάση δύο έσχατες και αντιτιθέμενες αρχές, μια καλή (απεικονισμένη ως φως) και μία κακή (σκότος). Τα ανθρώπινα όντα πρέπει να επιλέξουν με ποια πλευρά θα παλέψουν, όντας παγιδευμένοι στη σύγκρουση μεταξύ φωτός και σκότους. Ο Μίθρας έφτασε να θεωρηθεί ως ο ισχυρότερος μεσίτης που θα μπορούσε να βοηθήσει τους ανθρώπους να αποκρούσουν τις επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις. [8]
Ο Μίθρας σκοτώνει τον Ταύρο
Ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο δεν είναι δυνατή καμία Μιθραϊκή επιρροή στον Χριστιανισμό του 1ου αιώνα είναι η χρονολόγηση: είναι όλα λανθασμένα ["N": δηλ. δεν ταιριάζουν] ! Η άνθηση του Μιθραϊσμού εμφανίστηκε μετά το κλείσιμο του κανόνα της Καινής Διαθήκης, πολύ πιο αργά από του να έχει επηρεάσει οτιδήποτε υπάρχει στην Καινή Διαθήκη.[9] Επιπλέον, κανένα μνημείο σχετικά με αυτή τη θρησκεία δεν μπορεί να χρονολογηθεί νωρίτερα από το 90-100 μ.Χ., και ακόμη και αυτή η χρονολόγηση απαιτεί από εμάς να κάνουμε μερικές υπερβολικές υποθέσεις. Οι χρονολογικές δυσκολίες, έπειτα, καθιστούν τη δυνατότητα μιας Μιθραϊκής επιρροής στον πρώιμο Χριστιανισμό εξαιρετικά απίθανη. Βεβαίως, δεν απομένει κανένα αξιόπιστο στοιχείο για μια τέτοια επιρροή.

ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ;

Αρκετά έχουν ειπωθεί ως εδώ για να μας επιτρέψουν να σχολιάσουμε ένα από τα σημαντικότερα ελαττώματα των προαναφερθέντων φιλελεύθερων μελετητών. Αναφέρομαι στη συχνότητα με την οποία τα γραπτά τους παρουσιάζουν μια απρόσεκτη, ή και επιπόλαιη χρήση της ορολογίας. Συχνά αντιμετωπίζουμε μελετητές που πρώτα χρησιμοποιούν χριστιανική ορολογία για να περιγράψουν τις ειδωλολατρικές πεποιθήσεις και πρακτικές, και έπειτα θαυμάζουν για τους εντυπωσιακούς παραλληλισμούς που νομίζουν ότι έχουν ανακαλύψει. Κάποιος μπορεί να προχωρήσει ακόμα παραπέρα «αποδεικνύοντας» την πρώιμη χριστιανική εξάρτηση από τα Μυστήρια, περιγράφοντας κάποια μυστηριακή πεποίθηση ή πρακτική με Χριστιανική ορολογία. Ο J. Godwin κάνει κάτι τέτοιο στο βιβλίο του, Μυστηριακές Θρησκείες στον Αρχαίο Κόσμο, όπου περιγράφει το κριοβόλιο (δείτε την υποσημείωση 6) ως «βάπτισμα αίματος» στο οποίο ο μυούμενος «πλένεται στο αίμα του αρνιού ».[10] 
Ενώ οι απληροφόρητοι αναγνώστες θαμπώνονται από αυτήν την αξιοπρόσεκτη ομοιότητα με τον Χριστιανισμό (δείτε Αποκ. 7:14), οι έμπειροι αναγνώστες θα δουν μια τέτοια αξίωση ως αντανάκλαση μιας ισχυρής, αρνητικής προκατάληψης ενάντια στον Χριστιανισμό.
Οι υπερβολές και οι υπεραπλουστεύσεις αφθονούν σε αυτό το είδος φιλολογίας. Αντιμετωπίζουμε παρατραβηγμένους ισχυρισμούς για τις υποτιθέμενες ομοιότητες μεταξύ Βαπτίσματος και Δείπνου του Κυρίου (Θείας Ευχαριστίας) με τα παρόμοια «μυστήρια» σε ορισμένες μυστηριακές λατρείες. Οι προσπάθειες να βρεθούν αναλογίες μεταξύ της ανάστασης του Χριστού και των υποτιθέμενων «αναστάσεων» των μυστηριακών θεοτήτων περιλαμβάνουν μεγάλες δόσεις υπεραπλούστευσης και απροσεξίας σε λεπτομέρειες.

ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Και μόνο το γεγονός ότι ο Χριστιανισμός έχει ένα ιερό γεύμα και ένα βάπτισμα του σώματος θεωρείται αρκετή απόδειξη ότι δανείστηκε αυτές τις τελετές από τα παρόμοια γεύματα και τα λουσίματα στις ειδωλολατρικές λατρείες. Από μόνες τους, φυσικά, τέτοιες εξωτερικές ομοιότητες δεν αποδεικνύουν τίποτα. Σε τελική ανάλυση, οι θρησκευτικές τελετές μπορούν να πάρουν μόνον έναν περιορισμένο αριθμό μορφών, και αφορούν φυσικά τις σημαντικές ή κοινές πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Το σημαντικότερο ζήτημα είναι η έννοια των ειδωλολατρικών πρακτικών. Τελετουργικά βαπτίσματα που χρονολογούνται πριν την Κ. Διαθήκη έχουν μια διαφορετική έννοια από το Χριστιανικό βάπτισμα, ενώ τα ειδωλολατρικά βαπτίσματα μετά το 100 μ.Χ. πρέπει να θεωρηθούν ως πολύ μεταγενέστερα ώστε να επηρεάσουν την Καινή Διαθήκη, ενώ στην πραγματικότητα είναι αυτά που έχουν επηρεαστεί από τον Χριστιανισμό.[11] Τα ιερά γεύματα στα προ-χριστιανικά ελληνικά μυστήρια δεν μπορούν να αποδείξουν τίποτα, δεδομένου ότι η χρονολογία είναι όλη λανθασμένη. Οι ελληνικές τελετές που υποτίθεται ότι έχουν επηρεάσει τους Χριστιανούς του 1ου αιώνα είχαν εξαφανιστεί πολύ καιρό πριν φτάσουμε στον Ιησού και τον Παύλο, ενώ τα ιερά γεύματα σε μετα-χριστιανικά μυστήρια όπως τον Μιθραϊσμό έρχονται πάρα πολύ μετά.
Αντίθετα από τις ιεροτελεστίες μύησης των μυστηριακών θρησκειών, το χριστιανικό βάπτισμα βλέπει από πίσω, αυτό που ένα πραγματικό, ιστορικό πρόσωπο – ο Ιησούς Χριστός – έκανε στην ιστορία. Οι ακόλουθοι των μυστηριακών θρησκειών θεωρούσαν ότι «τα μυστήριά τους» είχαν τη δύναμη να δώσουν στο άτομο τα οφέλη της αθανασίας με έναν μηχανικό ή μαγικό τρόπο, χωρίς να υποβληθούν σε οποιοδήποτε ηθικό ή πνευματικό μετασχηματισμό. Αυτό δεν ήταν βεβαίως η άποψη του Παύλου, είτε για τη σωτηρία είτε για τη λειτουργία των χριστιανικών μυστηρίων. Σε αντίθεση με τις ειδωλολατρικές τελετές μύησης, το χριστιανικό βάπτισμα δεν είναι μια μηχανική ή μαγική τελετή. Είναι σαφές ότι η προέλευση του χριστιανικού βαπτίσματος δεν μπορεί να αναζητηθεί ούτε στο ταυροβόλιο (που είναι οπωσδήποτε μετά τον 1ο αιώνα) ούτε στα λουσίματα των ειδωλολατρικών μυστηρίων, αλλά στα λουσίματα εξαγνισμού που βρίσκονται στην Παλαιά Διαθήκη και επίσης στην Εβραϊκή πρακτική της βάπτισης των προσηλύτων – η τελευταία είναι η πλέον πιθανή πηγή για τις βαπτιστικές πρακτικές του Ιωάννη του Βαπτιστή.
Από όλες τις μυστηριακές λατρείες, μόνον ο Μιθραϊσμός είχε κάποια ομοιότητα με το Δείπνο του Κυρίου (Θεία Ευχαριστία). Ένα κομμάτι ψωμιού και ένα κύπελλο νερού τοποθετούνταν μπροστά στους μυούμενους, ενώ ο ιερέας του Μίθρα έλεγε ορισμένες τελετουργικές λέξεις. Αλλά η μεταγενέστερη εισαγωγή του τελετουργικού αποκλείει οποιαδήποτε επιρροή πάνω στο χριστιανισμό του 1ου αιώνα.
Ισχυρισμοί ότι το Δείπνο του Κυρίου (Θεία Ευχαριστία) προήλθε από τα ειδωλολατρικά ιερά γεύματα στηρίζονται σε υπερβολές και υπεραπλουστεύσεις. Οι υποτιθέμενοι παραλληλισμοί και αναλογίες καταρρέουν παντελώς.[12] Οποιαδήποτε αναζήτηση για ιστορικά προηγούμενα του Δείπνου του Κυρίου είναι πιθανότερο να πετύχει εάν μένει πιό κοντά στα Εβραϊκά θεμέλια της Χριστιανικής πίστης από του να περιπλανιέται μακριά στις πρακτικές των ειδωλολατρικών λατρειών. Το Δείπνο του Κυρίου έβλεπε πίσω σε ένα πραγματικό, ιστορικό πρόσωπο και στη θυσία του Γολγοθά που έγινε σε ιστορικό τόπο και χρόνο, όχι σε μυθολογικές περιστάσεις. Η αφορμή για την εισαγωγή απ’ τον Ιησού, του Δείπνου του Κυρίου (της Θείας Ευχαριστίας) ήταν η Εβραϊκή γιορτή του Πάσχα. Οι προσπάθειες να βρεθούν ειδωλολατρικές προελεύσεις για το βάπτισμα και το Δείπνο του Κυρίου είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΘΕΩΝ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Ο καλύτερος τρόπος για να αξιολογηθεί η υποτιθέμενη εξάρτηση των πρώιμων χριστιανικών πεποιθήσεων για τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού από τους ειδωλολατρικούς μύθους ενός θεού που πεθαίνει και ανασταίνεται, είναι να εξεταστούν προσεκτικά οι υποτιθέμενοι παραλληλισμοί. Ο θάνατος του Ιησού διαφέρει από τους θανάτους των ειδωλολατρικών θεών σε τουλάχιστον έξι σημεία:
(1) κανένας από τους αποκαλούμενους σωτήρες-θεούς δεν πέθανε υπέρ κάποιου άλλου. Η έννοια του Υιού του Θεού που πεθαίνει υπέρ των πλασμάτων του είναι μοναδική στον Χριστιανισμό. [13]
(2) μόνον ο Ιησούς πέθανε για την αμαρτία. Όπως ο Gunter Wagner παρατηρεί, σε κανέναν από τους ειδωλολατρικούς θεούς «δεν έχει αποδοθεί η πρόθεση να βοηθήσουν τους ανθρώπους με το θάνατό τους. Το είδος του θανάτου που υπέστησαν είναι πολύ διαφορετικό (ατύχημα κυνηγιού, αυτο-ευνουχισμός, κ.λπ.)». [14]
(3) ο Ιησούς πέθανε μια για πάντα (Εβρ. 7:27 9:25-28 10:10-14). Αντίθετα, οι μυστηριακοί θεοί ήταν θεότητες της φύσης των οποίων οι επαναλαμβανόμενοι θάνατοι και νεκραναστάσεις απεικονίζουν τον ετήσιο κύκλο της φύσης.
(4) ο θάνατος του Ιησού ήταν ένα πραγματικό γεγονός στην ιστορία. Ο θάνατος του μυστηριακού Θεού εμφανίζεται σε ένα μυθικό δράμα χωρίς ιστορικούς δεσμούς, η επανάληψη του οποίου γιορτάζει τον επαναλαμβανόμενο θάνατο και αναγέννηση της φύσης. Το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η πρώιμη Εκκλησία θεώρησε ότι η διακήρυξή του θανάτου και της ανάστασης του Ιησού στηρίχτηκε σε ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός, καθιστά παράλογη οποιαδήποτε προσπάθεια να αντλήσει αυτήν την πεποίθηση από τις μυθολογικές, μη-ιστορικές δοξασίες των ειδωλολατρικών θρησκειών. [15]
(5) αντίθετα από τους μυστηριακούς Θεούς, ο Ιησούς πέθανε εκούσια. Τίποτα παρόμοιο με την εκούσια θυσία του Ιησού δεν εμφανίζεται ακόμα και σιωπηρά στα μυστήρια.
(6) και τελικά, ο θάνατος του Ιησού δεν ήταν μια ήττα, αλλά ένας θρίαμβος. Ο Χριστιανισμός στέκεται ολοκληρωτικά έξω από τα ειδωλολατρικά μυστήρια δεδομένου ότι η διακήρυξη του θανάτου του Ιησού είναι ένα μήνυμα θριάμβου. Ακόμη και το ότι ο Ιησούς δοκίμασε τον πόνο και την ταπείνωση του σταυρού, αποτέλεσε τη νίκη. Η διάθεση της Καινής Διαθήκης για θρίαμβο αντιπαρατίθεται αισθητά με εκείνη των μυστηριακών θρησκειών, των οποίων οι οπαδοί έκλαιγαν και πενθούσαν για τη φοβερή μοίρα που πήρε από τη ζωή τους Θεούς τους. [16]

Ο ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΙ ΣΩΤΗΡΕΣ-ΘΕΟΙ»

Ο Χριστός στον Άδη
Ποιοι μυστηριακοί θεοί βίωσαν πραγματικά μια ανάσταση από τους νεκρούς; Βεβαίως κανένα πρώιμο κείμενο δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε ανάσταση του Άττη. Ούτε και η περίπτωση του Όσιρη να αναστήθηκε είναι σαφέστερη. Κάποιος μπορεί να κάνει λόγο για «ανάσταση» στις ιστορίες του Όσιρη, του Άττη, και του Άδωνη μόνο αν επεκτείνει πολύ αυτή την έννοια.[17] Για παράδειγμα, αφού η Ίσιδα συνέλεξε τα κομμάτια του διαμελισμένου σώματος του Όσιρη, ο Όσιρης έγινε «Κύριος του κάτω κόσμου.» Αυτό είναι φτωχό υποκατάστατο μιας ανάστασης όπως αυτής του Ιησού Χριστού. Και κανένας ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει για ότι ο Μίθρας ήταν ένας Θεός που πέθανε και αναστήθηκε. Το ρεύμα της άποψης των ακαδημαϊκών έχει στραφεί εντυπωσιακά εναντίον των προσπαθειών που θέλουν να παρουσιάσουν τον αρχικό Χριστιανισμό πως εξαρτιόταν από τους αποκαλούμενους θνήσκοντες και αναστηνόμενους θεούς της ελληνιστικής ειδωλολατρείας.[18] Οποιαδήποτε αμερόληπτη εξέταση των στοιχείων δείχνει ότι τέτοιες αξιώσεις πρέπει να απορριφθούν.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ ΜΥΗΣΗΣ

Τα φιλελεύθερα κείμενα πάνω στο θέμα αυτό είναι γεμάτα από σαρωτικές γενικεύσεις με σκοπό να δείξουν ότι ο αρχικός Χριστιανισμός δανείστηκε την έννοιά του της αναγέννησης από τα ειδωλολατρικά μυστήρια.[19] Αλλά τα στοιχεία καθιστούν σαφές ότι δεν υπήρξε κανένα προ-χριστιανικό δόγμα για αναγέννηση από το οποίο οι Χριστιανοί θα μπορούσαν να είχαν δανειστεί. Υπάρχουν πραγματικά πολύ λίγες αναφορές στην έννοια της αναγέννησης σε στοιχεία που έχουν επιβιώσει, και ακόμη κι αυτές είναι είτε πολύ μεταγενέστερες είτε πολύ διφορούμενες. Δεν παρέχουν καμία βοήθεια στο ζήτημα της προέλευσης της έννοιας αυτής στην Κ. Διαθήκη. Η αξίωση ότι τα προ-χριστιανικά μυστήρια θεωρούσαν τις μυητικές ιεροτελεστίες τους ως ένα είδος αναγέννησης, δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε στοιχείο σύγχρονο με αυτές τις πρακτικές. Αντ’ αυτού, μια άποψη που βρίσκεται σε πολύ πιο πρόσφατα κείμενα μεταφέρεται από τους σημερινούς μελετητές πίσω στις πρωταρχικές μυητικές ιεροτελεστίες, και έτσι ερμηνεύουν υποθετικά ότι πρόκειται για δραματικές απεικονίσεις της «αναγέννησης» του μυούμενου. Η πεποίθηση ότι τα προ-χριστιανικά μυστήρια χρησιμοποίησαν «την αναγέννηση» ως τεχνικό όρο δεν έχει υποστηριξη ούτε έστω και από ένα αρχαίο κείμενο.
Οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές υποστηρίζουν ότι η μυστηριακή χρήση της έννοιας της αναγέννησης (που πιστοποιείται μόνο σε στοιχεία που χρονολογούνται μετά το 300 μ.Χ.) διαφέρει τόσο σημαντικά από τη χρήση στη Κ. Διαθήκη ώστε αποκλείεται οποιαδήποτε δυνατότητα για σύνδεση μεταξύ τους. Το περισσότερο που τέτοιοι μελετητές είναι πρόθυμοι να αποδεχτούν, είναι η πιθανότητα μερικοί Χριστιανοί να δανείστηκαν τη μεταφορά ή την εικόνα από την κοινή ορολογία του εποχής και να την ανασχημάτισαν ώστε να ταιριάξει με τις τελείως διαφορετικές όμως θεολογικές πεποιθήσεις τους. Έτσι ακόμα κι αν η μεταφορά της αναγέννησης ήταν ελληνιστικής προέλευσης, το περιεχόμενό της μέσα στον Χριστιανισμό ήταν μοναδικό.[20]
[Σημ. του blog μας: Στο χριστιανισμό, η αναγέννηση είναι η αγιότητα, δηλ. η θέωση - μια πραγματική κατάσταση, που έχει συμβεί σε αμέτρητους ανθρώπους και συμβαίνει ακόμη και σήμερα. Σχετικά άρθρα δείτε εδώ.]

ΕΠΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ
ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Ολοκληρώνω με την υπογράμμιση επτά σημείων που καταρρίπτουν τις φιλελεύθερες προσπάθειες να αποδειχτεί ότι ο Χριστιανισμός του 1ουαιώνα δανείστηκε τις ουσιαστικές πεποιθήσεις και πρακτικές του από τις ειδωλολατρικές Μυστηριακές Θρησκείες.
(1) Τα επιχειρήματα που προσφέρονται για «να αποδείξουν» μια χριστιανική εξάρτηση από τα μυστήρια φανερώνουν το λογικό σφάλμα της ψεύτικης αιτίας. Αυτό το σφάλμα διαπράττεται όποτε κάποιος διαλογίζεται ότι ακριβώς επειδή δύο πράγματα υπάρχουν δίπλα-δίπλα, το ένα από τα δύο θα πρέπει να έχει προκαλέσει την ύπαρξη του άλλου. Όπως όλοι πρέπει να ξέρουμε, από μόνη της μία σύμπτωση δεν αποδεικνύει την αιτιώδη σύνδεση. Ούτε η ομοιότητα αποδεικνύει την εξάρτηση.
(2) Πολλές υποτιθέμενες ομοιότητες μεταξύ του Χριστιανισμού και των μυστηρίων είναι είτε πολύ υπερβολικές είτε κατασκευασμένες. Οι μελετητές περιγράφουν συχνά τα ειδωλολατρικά τελετουργικά με ορολογία που δανείζονται από τον Χριστιανισμό. Η απρόσεκτη χρήση της ορολογίας θα μπορούσε να μας οδηγήσει να μιλήσουμε για «Μυστικό Δείπνο» στον Μιθραϊσμό ή για «βάπτισμα» στη λατρεία της Ίσιδας. Είναι ανεπίτρεπτη ανοησία να πάρουμε τη λέξη «σωτήρας» με ό,τι αυτή υποδηλώνει στην Κ. Διαθήκη και να την εφαρμόσουμε στον Όσιρη ή τον Άττη σαν ήταν σωτήρες-θεοί υπό οποιαδήποτε παρόμοια έννοια.
(3) Η χρονολόγηση είναι τελείως λανθασμένη. Σχεδόν όλες οι πηγές πληροφοριών μας για τις ειδωλολατρικές θρησκείες που θεωρούνται ότι έχουν επηρεάσει τον αρχικό Χριστιανισμό χρονολογούνται πολύ μεταγενέστερα. Βρίσκουμε συχνά συγγραφείς να χρησιμοποιούν κείμενα 300 χρόνια μετά τον Παύλο προσπαθώντας να υποστηρίξουν ότι από αυτά επηρεάστηκαν οι διδασκαλίες του Παύλου. Πρέπει να απορρίψουμε την υπόθεση ότι ακριβώς επειδή μια ειδωλολατρική θρησκεία είχε μια ορισμένη πίστη ή πρακτική τον 3ο ή 4ο αιώνα μ.Χ., θα είχε την ίδια πίστη ή πρακτική τον 1ο αιώνα.
(4) Ο Παύλος ποτέ δεν θα είχε δανειστεί συνειδητά από τις ειδωλολατρικές θρησκείες. Όλες μας οι πληροφορίες μας για αυτόν καθιστούν ιδιαίτερα απίθανο ότι υπό οποιαδήποτε έννοια επηρεάστηκε από τις ειδωλολατρικές πηγές. Ο Παύλος έδωσε μεγάλη έμφαση στην αρχική κατάρτισή του σε μια ακριβή μορφή Ιουδαϊσμού (Φιλιπ. 3:5). Προειδοποίησε τους Κολασσαείς ενάντια στο ίδιο το είδος της επιρροής που οι συνήγοροι του Χριστιανικού συγκρητισμού έχουν αποδώσει σε αυτόν, δηλαδή, να μην επιτρέψουν η πίστη τους να αλωθεί από άλλες φιλοσοφίες (κεφ. 2:8).
(5) Ο αρχικός Χριστιανισμός ήταν μια αποκλειστική πίστη. Όπως ο J. Machen εξηγεί, οι μυστηριακές λατρείες ήταν μη αποκλειστικές. «Ένα άτομο θα μπορούσε να μυηθεί στα μυστήρια της Ίσιδας ή του Μίθρα χωρίς καθόλου να αφήσει τις προηγούμενες πεποιθήσεις του, αλλά εάν επρόκειτο να γίνει δεκτός στην εκκλησία, σύμφωνα με το κήρυγμα του Παύλου, έπρεπε να εγκαταλείψει όλους τους άλλους Σωτήρες χάριν του Κυρίου Ιησού Χριστού. Ανάμεσα στον επικρατούντα συγκρητισμό του Ελληνο-Ρωμαϊκού κόσμου, η θρησκεία του Παύλου, μαζί με τη θρησκεία του Ισραήλ, στέκονται απολύτως μόνες.»[21] Αυτή η χριστιανική αποκλειστικότητα πρέπει να αποτελεί αφετηρία για όλη την έρευνα σχετικά με τις πιθανές σχέσεις μεταξύ του Χριστιανισμού και των Ειδωλολατρικών ανταγωνιστών του. Οποιοσδήποτε υπαινιγμός συγκρητισμού στην Καινή Διαθήκη θα είχε προκαλέσει την άμεση διαμάχη.
(6) Αντίθετα από τα μυστήρια, η θρησκεία του Παύλου στηρίχτηκε σε γεγονότα που συνέβησαν πραγματικά στην ιστορία. Ο μυστικισμός των μυστηριακών θρησκειών ήταν ουσιαστικά μη-ιστορικός. Οι μύθοι τους ήταν δράματα, ή εικόνες, αυτού που ο μυούμενος περνούσε, μη πραγματικά ιστορικά γεγονότα, όπως αντίθετα ο Παύλος θεωρούσε τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Η χριστιανική πεποίθηση ότι ο θάνατος και η ανάσταση του Χριστού συνέβησαν σε ένα ιστορικό πρόσωπο σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, δεν έχει απολύτως κανένα παράλληλο με οποιαδήποτε ειδωλολατρική Μυστηριακή Θρησκεία.
(7) Οι λίγοι παραλληλισμοί που μπορούν ακόμα να παραμείνουν μπορεί να απεικονίζουν μια χριστιανική επιρροή στα ειδωλολατρικά συστήματα. Όπως ο Bruce Metzger έχει υποστηρίξει, «δεν πρέπει απερίσκεπτα να υποθέτει κανείς ότι τα ειδωλολατρικά μυστήρια επηρέασαν πάντα τον Χριστιανισμό, επειδή είναι όχι μόνο δυνατό αλλά και πιθανό το ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιρροή κινήθηκε στην αντίθετη κατεύθυνση.»[22] Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το ότι οι ηγέτες των μυστηριακών λατρειών που επιτυχώς προκαλούνταν από τον Χριστιανισμό, έπρεπε να κάνουν κάτι για να αντιμετωπίσουν την πρόκληση. Ποιος καλύτερος τρόπος υπήρχε από το να προσφέρουν ένα ειδωλολατρικό υποκατάστατο; Οι ειδωλολατρικές προσπάθειες να αντιμετωπιστεί η αυξανόμενη επιρροή του Χριστιανισμού με τη μίμησή του, είναι ξεκάθαρα προφανείς στα μέτρα που καθιερώθηκαν από τον Ιουλιανό τον Αποστάτη, ο οποίος ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 361 έως το 363 μ.Χ.

ΕΝΑΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Οι προσπάθειες κάποιων σύγχρονων λόγιων να υπονομεύσουν τη μοναδικότητα της Χριστιανικής αποκάλυψης μέσω των ισχυρισμών μιας ειδωλολατρικής θρησκευτικής επιρροής καταρρέουν γρήγορα από τη στιγμή που μία πλήρης παροχή πληροφοριών μας είναι διαθέσιμη. Είναι σαφές ότι τα φιλελεύθερα επιχειρήματα δείχνουν μία εκπληκτικά κακή επιστημονική μέθοδο. Πράγματι, αυτό το συμπέρασμα μπορεί να είναι πάρα πολύ γενναιόδωρο. Σύμφωνα με έναν συγγραφέα, μία ακριβέστερη έκθεση αυτών των κακών επιχειρημάτων θα τα περιέγραφε ως «προκατειλημμένη ανευθυνότητα».[23] Αλλά οι συνετοί αναγνώστες προκειμένου να είναι πλήρως ενημερωμένοι για αυτά τα θέματα, θα πρέπει να εξετάσουν το υλικό που αναφέρεται στη συνοπτική βιβλιογραφία.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. [=βλέπε, δηλ. "δες"] Ronald Nash, The Gospel and the Greeks (Richardson, TX: Probe Books, 1992). Το βιβλίο δημοσιεύθηκε αρχικά το 1984 με τον τίτλο, ChristianityandtheHellenistWorld.
2. Πρέπει να προσπεράσω αυτές τις ελληνικές εκδοχές των μυστηριακών λατρειών. Βλ. Nash, 131-36.
3. Joseph Klausner, From Jesus to Paul (New York: Macmillan, 1943), 104.
4. Βλ. Edwin Yamauchi, “Easter — Myth, Hallucination, or History?” Christianity Today, 29 March 1974, 660-63.
5. Βλ. Gunter Wagner, Pauline Baptism and the Pagan Mysteries (Edinburgh: Oliver and Boyd, 1967), 260ff.
6. Όταν η τελετή χρησιμοποιούσε αρνί, ονομαζόταν «κριοβόλιο». Δεδομένου ότι τα αρνιά κόστιζαν πολύ λιγότερο από τους ταύρους, αυτή η τροποποίηση ήταν μάλλον συνηθισμένη.
7. Βλ. Nash, κεφάλαιο 9.
8. Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. Nash, 143-48.
9. Βλ. Franz Cumont, The Mysteries of Mithra (Chicago: Open Court, 1903), 87ff.
10. Joscelyn Godwin, Mystery Religions in the Ancient World (New York: Harper and Row, 1981), 111.
11. Βλ. Nash, κεφάλαιο 9.
12. Βλ. Herman Ridderbos, Paul: Paul: An Outline of His Theology (Grand Rapids: Eerdmans, 1975), 24.
13. Βλ. Martin Hengel, The Son of God (Philadelphia: Fortress Press, 1976), 26.
14. Wagner, 284.
15. Βλ. W. Κ. Γ. Guthrie, The Son of God (Philadelphia: Fortress Press, 1976), 26.
16. Βλ.Μ.Χ. Nock, “Early Gentile Christianity and Its Hellenistic Background,” in Essays on the Trinity and the Incarnation, ed. A. E. J. Rawlinson (London: Longmans, Green, 1928), 106.
17. Βλ. J. Gresham Machen, The Origin of Paul’s Religion (New York: Macmillan, 1925), 234-35.
18. Βλ. Nash, 161-99.
19. Βλ. Nash, 173-78.
20. Βλ. W. Φ. Flemington, The New Testament Doctrine of Baptism (London: SPCK, 1948), 76-81.
21. Machen, 9.
22. Bruce M. Metzger, Historical and Literary Studies: Pagan, Jewish, and Christian (Grand Rapids: Eerdmans, 1968), 11. Οι πιθανοί παραλληλισμοί εδώ θα χρονολογούνταν φυσιολογικά αργότερα, μετά από το 200 μ.Χ. στο μεγαλύτερο μέρος τους.
23. Gordon Χ. Clark, Thales to Dewey (Boston: Houghton Mifflin, 1957), 195.

Προτεινόμενη ανάγνωση
  • Seyoon Kim, The Origin of Paul’s Gospel (Grand Rapids: Eerdmans, 1982).
  • J. Gresham Machen, The Origin of Paul’s Religion (New York: Macmillan, 1925).
  • Ronald Nash, The Gospel and the Greeks (Richardson, TX: Probe Books, 1992).
  • Gunter Wagner, Pauline Baptism and the Pagan Mysteries (Edinburgh: Oliver and Boyd, 1967).
Zeitgeist: το ντοκιμαντέρ-απάτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου