Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

"Γιατί δεν είμαι χριστιανός;"



Το φυλλάδιο του Μπέρτραντ Ράσσελ "Γιατί Δεν Είμαι Χριστιανός", βασισμένο σε μια ομιλία του που εκφωνήθηκε το 1927, θεωρείται μια κλασική δήλωση αγνωστικής πεποίθησης. Το δοκίμιο συνοψίζει τις αντιρρήσεις του Μπέρτραντ Ράσσελ σε μερικά από τα επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης του Θεού προτού εισέλθει σε συζητήσεις σχετικά με τις ηθικές αντιρρήσεις του προς τα διδάγματα του Χριστιανισμού. Παράλληλα όμως, αποτελεί και ένα μνημείο παραλογισμού και αντιφατικότητας που διαπιστώνεται ευκολότατα από κάθε πραγματικά ορθολογική σκέψη.

 
Οι Αθεϊστές και οι Αγνωστικιστές, κυρίως στην αιρετική Δύση, δεν γνωρίζουν και δεν αντιλαμβάνονται ποιο ακριβώς είναι το νόημα και η ουσία της Διδασκαλίας του Ιησού, τι σημαίνει Θεία αποκάλυψη, Ενανθρώπηση, Σωτηρία και Παγκοσμιότητα του Χριστιανισμού. Πόσο αξιόπιστη είναι σήμερα η αμφισβήτηση της Χριστιανικής πίστης λόγω προσωπικών αποτυχιών, όταν για παράδειγμα οι απαιτήσεις καθαρότητας για την Πολιτική, την Δημόσια Διοίκηση και τις διαπροσωπικές σχέσεις δείχνουν υποκριτικά διαμορφωμένες, όπου λάθος είναι μόνο αυτό που κάνουν «οι άλλοι», ενώ σε κάθε στιγμή το ίδιον συμφέρον παρουσιάζεται να κυριαρχεί στην Πολιτική και στην Δημόσια Διοίκηση και στις διαπροσωπικές σχέσεις;
Είναι λοιπόν άξια αυτή η κοινωνία να απαξιώνει τελεσίδικα, ή αντίθετα, το μόνο που θα έπρεπε να κάνει είναι να κρίνει καλοπροαίρετα συναισθανόμενη την υποκρισία της;
Δεν είναι απορίας άξιο, που με τα ίδια μέτρα και σταθμά, ο Ράσσελ δεν παραιτείται από την ίδια τη ζωή αφού πραγματικά η Πολιτική ως έννοια έχει διαμορφώσει εγκλήματα, αφού στο όνομα της Δημοκρατίας έχουν διαπραχθεί εγκλήματα, αφού στο όνομα των συμφερόντων υπάρχει στρατευμένη φιλοσοφία, επιστήμη κ.λπ.; Γιατί ο Ράσσελ, πιστός όπως λέει στην απόρριψη του όποιου τομέα παρουσιάζει προβλήματα υποκρισίας, δεν παραιτείται από την σύνδεσή του με εκδοτικούς οίκους, δεν παραιτείται από το δικαίωμα της ψήφου, από την στήριξη της Δημοκρατίας, από τις διαπροσωπικές σχέσεις, όπως παραιτείται από το να είναι χριστιανός, και κατά πάσα πιθανότητα γιατί δεν αυτοκτονεί (σοβαρά μιλώντας), αφού δεν υφίσταται τομέας της ανθρώπινης ζωής στον οποίο να υπάρχει καθαρότητα, ειλικρίνεια και καθολικότητα αψεγάδιαστης συμπεριφοράς, άρα η καθολική παραίτηση επιβάλλεται;
Τα λογικά σφάλματα του Ράσσελ, κρύβουν ακριβώς μια υποκριτική διάθεση και γι’ αυτό μονομέρεια. «Τι κατάντια» να είναι ενταγμένος κάποιος στον «υποκριτικό χριστιανισμό», ενώ εκείνος που είναι ενταγμένος και διαβιώνει μέσα στο πλαίσιο τόσων άλλων υποκριτικών συστημάτων και μηχανισμών, μπορεί άνετα να κρίνει και να καταδικάζει στη συνείδησή του όποιον θέλει χωρίς πρόβλημα. Εδώ ακριβώς είναι και η μεροληπτική κριτική του Ράσσελ που θεωρείται ότι από καθέδρας μπορεί να κρίνει αντλώντας το δικαίωμα από μια επιλεκτική και κατά βούληση θεώρηση των πραγμάτων και μια επιλεκτική και κατά βούληση επιλογή πραγμάτων προς απόρριψη.
Ο Ράσσελ λοιπόν και ο κάθε Ράσσελ, με τις στρεβλές και υποκριτικές αυτές αξιώσεις, υιοθετεί φαινομενικά μια πορεία μηδενισμού αφού είναι υποχρεωμένος να απαξιώσει τα πάντα σύμφωνα με το κείμενό του, στην οποία όμως πορεία μηδενισμού υποτάσσεται επιλεκτικά και υποκριτικά αφού δεν παραιτείται και από το ίδιο το δικαίωμα της ζωής τη στιγμή που και αυτή είναι εμπορευματοποιημένη σε μέγιστο βαθμό ως άθροισμα εμπορευματοποιημένων και υποκριτικών σχέσεων και συστημάτων είτε μερικώς είτε κατά πλειοψηφία.
Αν πιστεύει λοιπόν σε απόλυτο βαθμό στην απαξίωση κάθε τομέα που δεν παρουσιάζει πλήρη καθαρότητα, θα έπρεπε να διακηρύσσει και με λόγο αλλά και με έργο «Γιατί δεν είμαι Χριστιανός», «Γιατί δεν είμαι Δημοκράτης», «Γιατί δεν είμαι φιλόσοφος», «Γιατί δεν είμαι εργαζόμενος», «Γιατί δεν είμαι άνθρωπος».
Γιατί, έτσι, εφόσον δεν αποδέχεται πως σε ένα πλαίσιο όπως ο Χριστιανισμός, καμία ουσία δεν έχει η προσωπική συνεισφορά του κάθε τίμιου ανθρώπου μέσα σε ένα σώμα αντιλήψεων, και ακόμα και ο τίμιος αυτός υποβαθμίζεται, τότε στην πραγματικότητα εξαρτάται η επιβίωση των συστημάτων από την εντύπωση που του δημιουργεί κάποια αυθαίρετα ορισμένη πλειοψηφία των συμμετεχόντων. Και αυτό είναι κατάφορα άδικο για την κάθε μία ξεχωριστή προσωπικότητα των ανθρώπων.
Δεν είναι δυνατόν επίσης να κρυφτεί πίσω από την πίστη στην μοναδικότητα της αλήθειας του Ιησού, αφού ο Χριστιανισμός κηρύττει την ύπαρξη αυτής της αλήθειας όχι αυτόνομα αλλά σε άρρηκτη σχέση με το πρόσωπο του Ιησού, πράγμα που δεν εξαιρεί καθόλου την ύπαρξη ανθρωπίνων σφαλμάτων και υποκρισιών, όπως φάνηκε ήδη από την πρώτη Εκκλησία των Δώδεκα αποστόλων, ανάμεσα στους οποίους υπήρξε ο Ιούδας.
Έτσι, κοιτώντας απέξω, είναι προφανές ότι το κάθε σύστημα διακηρύσσει την αλήθεια του αφού η αυτοαναίρεση των συστημάτων με δήλωση συνειδητής υποκρισίας δεν υφίσταται. Και η Πολιτική ως αλήθεια είναι μία, και κηρύττει την μόνη αλήθεια της στα πράγματα της πολιτείας σε αντίθεση με τον νόμο της ζούγκλας τον οποίο αμφισβητεί.
Δεν είναι το πρόβλημα δηλ. ότι ο Ιησούς κηρύττει την μόνη αλήθεια στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της φθοράς, του κακού και του θανάτου αλλά υπάρχουν άλλοι λόγοι πιο βαθείς.

 Papyrus 52

Αναλυτικό σχολιασμό του συγκεκριμένου έργου του Μπ. Ράσσελ δες εδώ.

1 σχόλιο: