ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Πρωτοχρονιάτικες σκέψεις του Φώτη Κόντογλου, εξαιρετικά επίκαιρες...

 Καρδία συντετριμμένη
Αληθινή χαρά, η πονεμένη

Φωτο από το Διαδίκτυο

Του αειμνήστου ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ † 1965
Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

...Χρυσά χέρια και πολλά χαρίσματα μου έδωσε ο Κύριος. Δεν τα μεταχειρίσθηκα για να αποχτήσω υλικά αγαθά, μήτε χρήματα, μήτε δόξα, μήτε κανενός είδους καλοπέραση. Τα μεταχειρίσθηκα προς δόξαν του Κυρίου και της Ορθοδοξίας του.
Όχι μόνο τον εαυτό μου παράβλεψα, μα και τους δικούς μου, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου τα αδίκησα, κατά το πνεύμα του κόσμου. Κανένας άνθρωπος δεν στάθηκε τόσο ανίκανος να βοηθήσει τους συγγενείς του, όσο εγώ. Μ' όλο που είχα ένα όνομα και πολλούς θαυμαστές, ποτέ δεν τα μεταχειρίσθηκα για ωφέλειά μου, τόσο, ώστε ν' απορούν οι γνωστοί μου κι οι ξένοι. Ήμουνα προσηλωμένος στο έργο που έβαλα για σκοπό μου, και στον σκληρόν αγώνα για την Ορθόδοξη πίστη μας. Για τούτο τυραννιστήκαμε και τυραννιόμαστε στη ζωή μας. Φτωχός εγώ, φτωχά και τα παιδιά μας. Βιοπάλη σκληρή.
Μα, με την ελπίδα του Θεού, όλα γαληνεύουν. Όλα τα θλιβερά τα περνούμε με ευχαριστία. Ξέρω πως όσα βάσανα μας έρχονται, μας έρχονται γιατί δεν πέσαμε να προσκυνήσουμε τον διάβολο, να καλοπεράσουμε, παρά ακολουθούμε Εκείνον που μας δείχνει «την στενήν και τεθλιμμένην οδόν», και σ' αυτόν τον δρόμο τον ακολουθούμε πρόθυμα...

*********

Η Γλυκοφιλούσα (από εδώ)
Εχθές, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ήμουνα ξαπλωμένος στο κουβούκλι μας περασμένα τα μεσάνυχτα, και συλλογιζόμουνα. Είχα δουλέψει νυχτέρι για να τελειώσω μια Παναγία Γλυκοφιλούσα, και δίπλα μου καθότανε η γυναίκα μου κι έπλεκε. Όποτε δουλεύω, βρίσκουμαι σε μεγάλη κατάνυξη, και ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα λοιπόν εκεί που ζωγράφιζα την Παναγία, κι η Μαρία έψελνε και κείνη μαζί μου με τη γλυκειά φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μου έδωσε ο Θεός, ας είναι δοξασμένο τ' όνομά του για όλα τα μυστήρια της οικονομίας του.
Τον ευχαριστώ για όσα μου έδωσε, και πρώτο απ' όλα για την απλή τη Μαρία, που μου τη δώρισε συντροφιά στη ζωή μου, ψυχή θρησκευτική, ένα δροσερό ποταμάκι που γλυκομουρμουρίζει μέρα νύχτα δίπλα σ' έναν παλιόν καστρότοιχο...
Κοντά μου κάθεται και με συντροφεύει, ήμερος άνθρωπος, Μαρία η Απλή. Εκείνη πλέκει είτε ράβει, κι εγώ δουλεύω την αγιασμένη τέχνη μου και φιλοτεχνώ εικονίσματα που τα προσκυνά ο κόσμος.
Τί χάρη μας έδωσε ο Παντοδύναμος, που την έχουνε λιγοστοί άνθρωποι: «Ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν των δούλων αυτού». Το καλύβι μας είναι φτωχό στα μάτια του κόσμου, και μολαταύτα στ' αληθινά είναι χρυσοπλοκώτατος πύργος κι ηλιοστάλαχτος θρόνος, γιατί μέσα του σκήνωσε η πίστη κι η ευλάβεια. Κι εμείς που καθόμαστε μέσα, ήμαστε οι πιο φτωχοί από τους φτωχούς, πλην μας πλουτίζει με τα πλούτη του Εκείνος που είπε: «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού».
Αφού λοιπόν τελείωσα τη δουλειά μου κατά τα μεσάνυχτα, ξάπλωσα στο μεντέρι μου, κι η Μαρία ξάπλωσε και κείνη κοντά μου και σκεπάσθηκε και την πήρε ο ύπνος. Έπιασα να συλλογίζουμαι τον κόσμο. Συλλογίσθηκα πρώτα τον εαυτό μου και τους δικούς μου, τη γυναίκα μου και το παιδί μου. Γύρισα και κοίταξα τη Μαρία που ήτανε κουκουλωμένη και δεν φαι­νότανε αν είναι άνθρωπος αποκάτω από το σκέπασμα. Κι είπα: Ποιος μας συλλογίζεται; Οι άνθρωποι λένε λόγια πολλά, μα δεν πιστεύουνε σε τίποτα, γι' αυτό είπε ο Δαυίδ: «Πας άνθρωπος ψεύστης». Γύρισα και κοίταξα το φτωχικό μας, πούνε σαν ξωκλήσι, στολισμένο με εικονίσματα και με αγιωτικά βιβλία, χωμένο ανάμεσα στ' αρχοντόσπιτα της Βαβυλώνας, κρυμένο, σαν τον φτωχό που ντρέπεται μη τον δει ο κόσμος. 


Ο Φώτης Κόντογλου & η οικογένειά του (από εδώ)
 
Η καρδιά μου ζεστάθηκε, κρυμένη και κείνη μέσα μου. Ένοιωσα πως ήμουνα χωρισμένος από τον κόσμο, κι οι λογισμοί μου πως ήτανε και κείνοι κρυμένοι πίσω από το καταπέτασμα που χώριζε τον κόσμο από μένα, και πως άλλος ήλιος κι άλλο φεγγάρι φωτίζανε τον δικό μας τον κόσμο. Κι αντί να πικραθώ, ευφράνθηκε η ψυχή μου πως μ' έχουνε ξεχασμένο, κι η χαρά η μυστική, που τη νοιώθουνε όσοι είναι παραπεταμένοι, άναψε μέσα μου ήσυχα κι ειρηνικά, κι η παρηγοριά με γλύκανε σαν μπάλσαμο, ανακατεμένη με το παράπονο. Και φχαρίστησα Εκείνον που φανερώνει τέτοια μυστήρια στον άνθρωπο, και που κάνει πλούσιους τους φτωχούς, τους χαρούμενους, τους θλιμμένους, που δίνει μυστική συντροφιά στους ξεμοναχιασμένους, και που μεθά με το κρασί της τράπεζάς του όσους κρεμάσανε την ελπίδα τους σε Κείνον. 
Αν δεν ήμουνα φτωχός και ξευτελισμένος, δεν θα μπορούσα να αξιωθώ τούτη την πονεμένη χαρά, γιατί δεν ξαγοράζεται με τίποτα άλλο, παρεκτός με την συντριβή της καρδιάς, κατά τον Δαυίδ που λέγει: «Κύριε, εν θλίψει επλάτυνάς με». Επειδή όποιος δεν πόνεσε και δεν ταπεινώθηκε, δεν παίρνει έλεος. Έτσι τα θέλησε η ανεξιχνίαστη σοφία. Μα οι άνθρωποι δεν τα νοιώ­θουνε αυτά, γιατί δεν θέλουνε να πονέσουνε και να ταπεινωθούνε, ώστε να νοιώσουνε κάποιο πράγμα που είναι παραπέρα από την καλοπέραση του κορμιού κι από τα μάταια πάθη τους.
Ολοένα, χωρίς να το καταλάβω, ανεβαίνανε τα δάκρυα στα μάτια μου, δάκρυα για τον κόσμο και δάκρυα για μένα. Δάκρυα για τον κόσμο γιατί γυρεύει να βρει τη χαρά εκεί που δεν βρίσκεται, και δάκρυα για μένα γιατί πολλές φορές δείλιασα μπροστά στη φτώχια και στους άλλους πειρασμούς, και δικαίωσα τους ανθρώπους, ενώ τώρα ένοιωσα πως δεν παίρνει ο άνθρωπος μεγάλο χάρισμα χωρίς να περάσει μεγάλον πειρασμό. Κι αντρειεύθηκα κατά το πνεύμα, κι ένοιωσα πως δεν φοβάμαι τη φτώχια, παρά πως την αγαπώ. Και κατάλαβα καλά πως δεν πρέπει ο άνθρωπος να αγαπήσει άλλο τίποτα από τον πόνο του, γιατί από τον πόνο αναβρύζει η αληθινή χαρά κι η παρηγοριά, κι εκεί βρίσκουνται οι πηγές της αληθινής ζωής.

Αληθινά, η φτώχια είναι φοβερό θηρίο. Όποιος το νικήσει όμως και φτάξει να μην το φοβάται, θα βρει μεγάλα πλούτη μέσα του. Τούτη την αφοβία τη δίνει ο Κύριος, άμα ταπεινωθεί ο άνθρωπος. Σ' αυτόν τον πόλεμο που η αντρία λέγεται ταπείνωση, και τα βραβεία είναι καταφρόνεση και εξευτελισμός, δεν βα­στάνε οι αντρείοι του κόσμου. Όποιος δεν περάσει από τη φωτιά της δοκιμής, δεν ένοιωσε αληθινά τί είναι η ζωή, και γιατί ο Χριστός είπε: «Εγώ είμαι η ζωή», και γιατί είπε πάλι: «Μακάριοι οι πικραμένοι, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούνε». Όποιος δεν απελπί­σθηκε από όλα, δεν τρέχει κοντά στον Θεό, γιατί λογαριάζει πως υπάρχουνε κι άλλοι προστάτες γι' αυτόν, παρεκτός του Θεού.
Κι εκεί που τα συλλογιζόμουνα αυτά, ένοιωσα μέσα μου ένα θάρρος και μια αφοβιά ακόμα πιο μεγάλη, κι ειρήνη με περισκέπασε, κι είπα τα λόγια που είπε ο Ιωνάς μέσα από το θεριόψαρο: «Εβόησα εν θλίψει μου προς Κύριον τον Θεόν μου και εισήκουσέ μου. Από την κοιλιά του Άδη άκουσες την κραυγή μου, άκουσες τη φωνή μου. Άβυσσο άπατη με έζωσε. Το κεφάλι μου χώνεψε μέσα στις σκισμάδες των βουνών, κατέβηκα στη γης, που την κρατάνε αμπάρες ακατάλυτες. Ας ανεβεί η ζωή μου από τη φθορά προς εσένα, Κύριε ο Θεός μου. Την ώρα που χάνεται η ζωή μου, θυμήθηκα τον Κύριο. Ας έρθει η προσευχή μου στην αγιασμένη εκκλησιά σου. Όσοι φυλάγουνε μάταια και ψεύτικα θα παρατηθούνε χωρίς έλεος. Μα εγώ θα σε φχαριστήσω και με φωνή αινέσεως θα σε δοξολογήσω». Και πάλι δόξασα τον Θεό και τον φχαρίστησα γιατί μ' έκανε αναίσθητο για τις ηδονές του κόσμου, τόσο που να συχαίνουμαι όσα είναι ποθητά για τους άλλους, και να νοιώσω πως είμαι κερδισμένος όποτε οι άλλοι λογαριάζουνε πως είμαι ζημιωμένος. Και γιατί πήρα δύναμη από Κείνον να καταφρονήσω τον σατανά, που παραφυλάγει πότε θα λιγοψυχήσω, κι έρχεται και μου λέγει: «Πέσε προσκύνησέ με, γιατί θα γίνουνε ψωμιά αυτές οι πέτρες που βλέπεις». 
Και πάλι ξανάρχεται και μου λέγει: «Ε, πως χαίρεται ο κόσμος! Ακούς τον αλαλαγμό, τις φωνές που βγαίνουνε από τα παλάτια όπου διασκεδάζουνε οι φτυχισμένοι υποταχτικοί μου, άντρες και γυναίκες; Πέσε προσκύνησέ με και σαν απλώσεις μοναχά το χέρι σου να τα πάρεις όλα. Εσύ είσαι άνθρωπος τιμημένος για την τέχνη σου. Γιατί να υποφέρνεις, σε καιρό που αυτοί χαίρουνται όλα τα καλά και τ' αγαθά, μ' όλο που δεν έχουνε τη δική σου την αξιοσύνη; Κοίταξε τη φτώχια σου, κι αν δεν λυπάσαι τον εαυτό σου, λυπήσου την καϋμένη τη γυναίκα σου και το φτωχό το παιδί σου, που υποφέρνουνε από σένα!». 


Φωτο από το Διαδίκτυο
 
Άλλη φορά τον άκουγα, μ' όλο που δεν έκανα ότι μούλεγε, μα τώρα τον άφησα να λέγει χωρίς να τον ακούσω ολότελα. Έμενα ο νους μου ήτανε σε κείνους τους θλιμμένους και τους βασανισμένους που δεν έχουνε ελπίδα, και σε κείνους που τρώγανε και πίνανε κείνη τη νύχτα και που χορεύανε με τις γυναίκες που δεν έχουνε ντροπή, και σε κείνους που μαζεύουνε πλούτη κι αδιαφόρετα πράματα που δεν μπορούνε να τ' αποχωριστούνε σαν σιμώσει ο θάνατος, και που καταγίνουνται να δέσουνε τον εαυτό τους με πιο πολλά σκοινιά, αντίς να τα λιγοστέψουνε. Επειδής οι δύστυχοι είναι φτωχοί από μέσα τους κι αδειανοί και τρεμάμενοι, και θέλουνε να ζεσταθούνε και γι' αυτό ρίχνουνε από πάνω τους όλα αυτά τα πράματα, σαν τον θερμιασμένον που ρίχνει απάνω του παπλώματα και ρούχα, δίχως να ζεσταθεί. Λογαριάζω πως οι σημερινοί οι άνθρωποι είναι πιο φτωχοί στο απομέσα πλούτος και γι' αυτό έ­χουνε ανάγκη από τόσα πολλά μάταια πράματα. Αυτά που λένε χαρές και ηδονές, τα δοκίμασα κι εγώ σαν άνθρωπος, και πίστευα κι εγώ πως ήτανε στ' αληθινά χαρά κι ευτυχία. Μα γλήγορα κατάλαβα πως ήτανε ψευτιές και φαντασίες ασύστατες, και πως χοντραίνουνε την ψυχή και στραβώνουνε τα πνευματικά της μάτια, και τότε δε μπορεί να δει, και γίνεται κακιά κι αλύπητη στον πόνο τ' αδερφού της, αδιάντροπη, ακατάδεκτη, άθεη, θυμώτρα, αιμοβόρα.
Όσοι είναι σκλάβοι στην καλοπέραση του κορμιού τους δεν έχουνε αληθινή χαρά, γιατί δεν έχουνε ειρήνη. Για τούτο θέλουνε να βρίσκουνται μέσα σε φουρτούνα και να ζαλίζουνται, ώστε να θαρούνε πως είναι φτυχισμένοι. Η χαρά η αληθινή είναι μια θέρμη της διάνοιας και μιαν ελπίδα της καρδιάς που τις αξώνουνται όσοι θέλουνε να μην τους ξέρουνε οι άνθρωποι, για να τους ξέρει ο Θεός. Γι' αυτό, Κύριε και Θεέ και πατέρα μου, καλότυχος όποιος έκανε σκαλούνια από τη φτώχια κι από τα βάσανα κι από την καταφρό­νεση του κόσμου, για ν' ανεβεί σε Σένα. Καλότυχος ο άνθρωπος που ένοιωσε την αδυναμία του αληθινά. Όσο πιο γλήγορα το κατάλαβε, τόσο πιο γλήγορα θα απογευτεί από το ψωμί που θρέφει κι από το κρασί που δυναμώνει, αν έχει την πίστη του σε Σένα. Αλλοιώς θα γκρεμνιστεί στο βάραθρο της απελπισίας.
Με τί λόγια να φχαριστήσω τον Κύριό μου, που ήμουνα χαμένος και με χεροκράτησε, στραβός και μ' έκανε να βλέπω; Εκείνος έστρεψε την λύπη μου σε χαρά. «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγεν ημάς εις αναψυχήν. Μακάριος άνθρωπος ο ελπίζων επ' Αυτόν».

Αδέλφια μου, δώστε προσοχή στα λόγια μου! Έτσι που βλέπετε, έβλεπα κι εγώ, και θαρρούσα πως έβλεπα - μα τώρα κατάλαβα πως ήμουνα στραβός και κουφός και ποδαγρός. Μετά χαράς δέχουμαι κάθε κακοπάθηση, γιατί αλλοιώς δεν ανοίγουνε τα μάτια στο αληθινό το φως, μήτε τ' αυτιά ακούνε τα καλά μηνύματα, μήτε τα πόδια περπατάνε στον δρόμο που πάγει εκεί όπου είναι η αιώνια πολιτεία του Χριστού, εκεί που βρίσκουνε ειρήνη κι ανάπαψη οι αγαπημένοι του. Όποιος δεν καταλάβει πως είναι απροστάτευτος από τους ανθρώπους κι έρημος στον κόσμον τούτον, δεν θα ταπεινωθεί. Κι όποιος δεν ταπεινωθεί δεν θα ελεηθεί. Η λύπη της διάνοιας μας σιμώνει στον Θεό. Γι' αυτό δεν θέλω καμιά καλοπέραση, αλλά καρδιά συντριμμένη.
Αυτά κι άλλα πολλά αναβρύζανε από μέσα μου κείνη τη νύχτα, και τα μάτια μου τρέχανε. Δεν ήξερε τι συλλογίζουμαι κανένας άνθρωπος, εκεί που ήμουνα τρυπωμένος, στο κουβούκλι μου, ούτε καν η Μαρία που κοιμότανε δίπλα μου κουκουλωμένη. Ο βοριάς έκανε μεγάλη ταραχή απ' όξω. Τα δέντρα αναστενάζανε, θαρρούσες πως κλαίγανε και πως παρακαλούσανε ν' ανοίξω να μπούνε μέσα να προστατευτούνε. Το καντήλι έριχνε το χρυσοκέρινο φέγγος του απάνου στα κονίσματα και στ' ασημωμένο Ευαγγέλιο.
Δόξα σοι ο Θεός, καλά ήμαστε! Μακάριος είναι όποιος είναι ξεχασμένος. Ο κόσμος παραπέρα γλεντά, χορεύει, κάνει αμαρτίες με τις γυναίκες, παίζει χαρτιά. Ο δυστυχής γιορτάζει τον θάνατο του κορμιού του, που κάνει τόσα για να το φχαριστήσει. Λες πως κερδίσανε την αθανασία, τώρα που ήρθε ο καινούργιος χρόνος, αντίς να κλάψουνε πως σιμώνουνε ολοένα στο τέλος αυτής της πονηρής ζωής. «Πάτερ άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τί ποιούσι». Τί κάνουνε; Πού πάνε; Σε λίγο θα καταντήσουνε τα κόκκαλά τους σαν λιθάρια άψυχα, θα γκρεμνιστούνε τα παλάτια τους, θα σβύσει όλη τούτη η οχλοβοή κι η φωτοχυσία, σαν κάποιο πράγμα που δεν γίνηκε ποτές. Ω κατάδικοι, τί ξεγελοιώσαστε; «Ίνα τί αγαπάτε ματαιότητα και ζητήτε ψεύδος;».
 
Ξημέρωμα 1ης Ιανουαρίου 1950
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Θεσσαλονίκη 
 
Δείτε επίσης:
Αφιέρωμα στο Φώτη Κόντογλου και έργα του 
Αφιέρωμα στον άγιο Βασίλη 
Ναι! Υπάρχει άη Βασίλης!!
«Οι 52 δαίμονες της χαρτοπαιξίας»

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Remembering the 14,000 Holy Infants (Holy Innocents) slain by Herod in Bethlehem and… the many innocents killed by the herods of our days


The Holy Innocents who slain by Herod at Bethlehem, the first martyrs for Christ!...

Orthodox Church in America
Icons from here (there you can see the original sources of the images.)

 


14,000 Holy Infants were killed by King Herod in Bethlehem. When the time came for the Incarnation of the Son of God and His Birth of the Most Holy Virgin Mary, Magi in the East beheld a new star in the heavens, foretelling the Nativity of the King of the Jews. They journeyed immediately to Jerusalem to worship the Child, and the star showed them the way. Having worshipped the divine Infant, they did not return to Jerusalem to Herod, as he had ordered them, but being warned by God in a dream, they went back to their country by another way. Herod finally realized that his scheme to find the Child would not be successful, and he ordered that all the male children two years old and younger at Bethlehem and its surroundings be killed. He thought that the divine Infant, Whom he considered a rival, would be among the dead children.
The Church remembers this on December 29.

The murdered infants thus became the first martyrs for Christ. The rage of Herod fell also on Simeon the God-Receiver (February 3), who declared before everyone in the Temple that the Messiah had been born. When the holy Elder died, Herod would not give permission for him to be properly buried. On the orders of King Herod, the holy prophet and priest Zachariah was also killed. He was murdered in Jerusalem between the Temple and the altar (Mt. 23:35) because he would not tell the whereabouts of his son John, the future Baptist of the Lord Jesus Christ.

The wrath of God soon fell upon Herod himself: a horrid condition struck him down and he died, eaten by worms while still alive. Before his death, the impious king murdered the chief priests and scribes of the Jews, and also his brother, and his sister and her husband, and also his own wife Mariam, and three of his sons, and seventy men of wisdom who were members of the Sanhedrin. He initiated this bloodbath so that the day of his death would not be one of rejoicing, but one of mourning.

Troparion — Tone 1


As acceptable victims and freshly plucked flowers, / as divine first-fruits and newborn lambs, / you were offered to Christ who was born as a child, holy innocents. / You mocked Herod’s wickedness; / now we beseech you: / “Unceasingly pray for our souls.” 


Kontakion — Tone 6

When the King was born in Bethlehem, the Magi came from the east. / Having been guided by the star on high, they brought Him gifts. / But in his exceeding wrath, Herod mowed down the infants as wheat; / lamenting that the rule of his kingdom had come to an end.

The Slaughter of the Innocents by Herod and the Symbolism of the 14,000 Infants

By George P. Patronos

MYSTAGOGY

The feast in honor of the "14,000 slaughtered children" is for many non-believers a scandal, as the number of infants killed by Herod in his hunt for Jesus was much smaller. But these people not only ignore the deeper significance of Herod's massacre, but also the symbolic dimension of the number.

What does history tell us?

Under the strict conditions of scientific historical accuracy, the number of 14,000 slaughtered infants, according to tradition, creates, even for the atrocities committed by Herod, insurmountable problems. According to the information provided by our sources, especially the Jewish historian Flavius Josephus, a contemporary of the Evangelists Luke and John, who is a very knowledgeable source of the era of the events described in the Gospels, the ancient town of Bethlehem and its surroundings should then have had a population of perhaps little more than a thousand inhabitants. The slaughter of male infants "from two years and under" would not, therefore, in fact be for more than 30 or 40 maximum, based on statistical data obtained from the population distribution in this region.


Such a figure would be much more likely according to historians, for Herod to venture in an albeit still tragic attempt to ensure his authority from an inside and local threat of a pretender to the throne. The slaughtering of some dozens of infants from rural families in a remote and neglected region, would be but "only a small and insignificant episode" in his life and works, as a modern researcher aptly observes; a fault in comparison with his other crimes which does not substantially burden the already long list of victims he is suspected of, and is not particularly differentiated from the otherwise degraded local situation that would cause the intervention of Rome in this specific issue.

With this being the case, it is a fact that nowhere in the sacred texts of the Gospels does it record a specific number of "slaughtered infants". The reference to the slaughter of "fourteen thousand" male children instead comes from the sacred tradition of the Church in the Synaxarion for the feast, and the note that these infants are among the Martyrs of the Church and are considered the first anonymous and "countless" martyrs of the Christian faith. It is this factor that gives the whole issue a parallel to history, and a particular "symbolic" parameter which requires a theological hermeneutic approach. 


 

The theological significance of the number of the "slaughtered infants"

As already pointed out, the Gospels do not take a stance on "chronology" or the simple "journalistic reporting" of historical events. Their aim is not simply to inform some readers, but they spiritually guide and theologically educate the faithful under the catechetical and pastoral role of the Church. In this light, the Massacre of the Innocents is of particular theological meaning for the sacred texts, and of particular interest to the interpretive approach and understanding of the semantics of the events in the Gospel narrative.

In the tradition of the Jewish people and the theology of the Old Testament there was a "historical" past persecution and even a "massacre". Specifically, the narrative in the Book of Exodus speaks of the foreign Pharaoh who belonged to another religion who had ordered the killing of male Israelites by drowning them in the Nile River, a real genocide which aimed to reduce the number of Jewish slaves who were increasing at an alarming rate in the country.

This factor was considered by the sacred writers of the New Testament as a theological precedent, or in the language of hermeneutics a "foreshadowing", for a parallel theological approach and interpretation of the corresponding event of the massacre of infants from a "new pharaoh", the hated Herod of another religion who was king of Judea. Just as the old Pharaoh expressed the opposing forces of darkness and oppression in reaction to the signs implemented for the planned and God-ordained salvation and historical recognition of Israel, and just as he killed the children so that Moses the first prophet of Exodus would not be born, so also did Herod as the "new Pharaoh" embody the actions of the same demonic powers. He attempts to impede the coming of the Savior of the world and the historical recognition of the new Israel, the Church.

In the Gospel of Matthew, Jesus is revealed from infancy already as Christ the Lord, who was sent by God for the salvation of the world. And Herod, who in a manic and insane way "seeks the soul of the child", manifested through his actions to be a representative of the evil one and is presented in the form of the Antichrist (see Rev. 12:l). The powerful present ruler, however, is essentially weak and vulnerable to the Infant who will become the final victor. The event of the massacre of the infants thus acquires a soteriological and eschatological perspective, where parallel it forms part of the "signs of the end" that predispose and prepare for the final defeat of evil and the victory of good.

In this line of theological semantics, the Massacre of the Innocents also conjures the prophecy of Jeremiah, who seven centuries prior announced prophetically and poetically described the following apocalyptic scene: "A voice is heard in Ramah, mourning and great weeping, Rachel weeping for her children and refusing to be comforted, because they are no more" (Jer. 31:15). The historical evangelist Matthew makes use of the prophetic saying and theologically interprets it according to the contemporary event of the "lamentation of the weeping and wailing" of Bethlehem (Matt. 2:18). 


 
"Rachel weeping for her children"
 
The ancient prophecy referred to the sacrifices during the exodus of the old Israel from Egypt. And just as Moses at that time together with Joshua the son of Nun led the people of God from Egypt and "Egyptian bondage", from Pharaoh and pharaonic slavery, to the promised land and freedom, so now a "new Moses" and "new Joshua" will lead His people to a new exodus, to a new promised land, towards the eschatological country of freedom and dignity. Therefore the evangelist Matthew, being inspired, underlines in this theological symbolism and "foreshadowing" events, that "out of Egypt" again God called a leader for His people and for the great "exodus" of modern times (Matt. 2:15).

The apostle Paul and many interpreting Fathers of the Church make extensive use of the theological terms "Egypt" and "Pharaoh" in a typological interpretation of a purely theological character. The flight of the Infant Jesus to Egypt in the wake of the massacre of the infants of Bethlehem acquires, beyond its historical importance, also eschatological implications as if it is another "descent of the Son of God in Hades." There, in the "Hades of Egypt", Jesus Christ as the "new Moses" will meet His people and will invite them to a new eschatological "exodus" towards the new promised land, the Kingdom of God. (See Deut. 18:15, where Moses says: "The Lord your God will raise up for you a prophet like me from among you, from your fellow Israelites. You must listen to him.")

The number 14,000

As regards, finally, the number 14,000 that sacred tradition has preserved for the slaughtered infants, this is not due to an accounting error, but comes from the influence of Jewish apocalyptic numerology. It is in fact a multiple of the sacred number of seven to the Jews, that symbolizes totality and universality. Similarly in the Apocalypse of John is found semantic reference to the other sacred number of twelve in multiples, with the observation that in the end times Jesus Christ comes again with the martyrs, who in their wholeness and perfection symbolically amount to 144,000 (Rev. 14:1 and 7:4). And certainly in this case it is not a real number, but for theological symbolism it expresses the universality of the Church, which is constituted and represented in the history of the Martyrs. The sacrificed and martyred saints over the centuries express the historical and eschatological unity of the Church. Those who are associated with power and strength, align with the respective "Pharaohs" and "Herods" of history. 


 
Holy Relics of the Saints Infant
 
The reporting of the evangelist of the event of the slaughter and sacrifice expresses in the most vivid way that Jesus and his followers do not realize their historical course in a romantic and idyllic world, but they are dominated by the realism of violence, bondage, oppressions and persecutions. The strong "Pharaohs" and "Herods" who usually dominate the destinies of peoples, representing opposite and demonic forces, perpetuate and augment the evils and injustices against the weak. The Holy Child, who from His first moments tasted of threats and violence, questionings and rejections, set the standard of the life of martyrdom of those who faithfully follow in His footsteps, to the end of historical time.

The history of the Church with its numerous martyrs continuously verifies the tragic reality that there can be no change in the world without the confessors of truth and the martyrs of freedom. Through the narration of the incident of the massacre of the infants it is stressed once again the permanent historical question: with what side will you finally align, with the powerful "Herods" or the innocent and weak who are as children of the "slain Lamb" and innocent infants, becoming martyrs of the truth "from the foundation of the world" (Rev. 13:8)? This is one of the key questions that Christianity attempts to answer through the sacred text.

Almost all of the above is taken from the article by Professor Emeritus of Theology of the University of Athens, George P. Patronos, titled "The Massacre of the Innocents in the New Testament" ("Η σφαγή τών νηπίων κατά την Καινή Διαθήκη"), published in the magazine Ιστορικά (No. 216), in Eleftherotypia December 18, 2003 pp. 34-41.

Note: For a more detailed historical and theological hermeneutic approach to the event of the massacre of the infants, see George P. Patronos' The History of Jesus: From the Manger to the Empty Tomb (Η ιστορική πορεία τού Ιησού: από τη φάτνη ως τον κενό τάφο) published by Domos, Athens 1991, p. 580.

Source: Translated by John Sanidopoulos. 


 
Christ is Born, Glorify Him!

  In the festive atmosphere that embraced heaven and earth, just few days from the Nativity feast of our Lord and Savior Jesus Christ, the Church coats herself in much sorrow for the innocent babies slain by king Herod’s cruelty. Back than Jesus was saved from the wrath of Herod. Still today, He suffers the torment of death with each of the babies slain by modern tools of medicine, by the will of a society that had lost its balance and sense of life and raised to the rank of the law, the grivial sin of murdering babies.
  Truly the commandment of the Gospel “Thy shall not kill!” no longer holds true in a world that calls the good evil and the evil good.  

Life starts at conception

Most people do not know what happens during an abortion. Perhaps many women who committed abortion did not know that actually they killed a child. Why? Because they  are told that by the third month in the womb they bear only “a ball of cells” and not a true man.
  British Professor Stuart Campbell, a researcher at “Create Health Clinic” in London, managed to obtain, through a new type of ultrasound scan, three-dimensional images that allow viewing of fetal movements in real time. The study demonstrates for the first time that life begins with fertilization and not at birth. At the moment of conception, 46 chromosomes with 30,000 genes combine and determine all our physical characteristics: gender, facial and bodily features, eye color, hair and skin. Then, in just a few weeks, from one cell a tiny man is formed, having all the organs already present and able to work.
  What happens following the 3 months – in which some argue that the fetus is merely “a ball of cells”? 
The heart starts beating 18 days post conception, fetal blood passes through the umbilical cord, the placenta where the metabolic exchanges take place between the mother and the child: the child passes to the mother the remnants of carbon dioxide and the mother provides oxygen and nutrients. In about 3 weeks the hands start to  form and at 8 weeks, the fingers. The fetus can move the fingers and open his/her mouth.
At 40 days, the brain function is measured by EEG waves. This wonderful control center – the brain – sends messages to both mother and child.
At 2 months, the baby fingerprints are already imprinted in the skin.
At about 7 weeks, the first spontaneous movements are noticed, although the mother usually doesn’t feel the baby moving until about 16 weeks.
At 18 weeks, the fetus is active and energetic and makes numerous muscle flexes and can give sufficiently strong punches and kicks :)
At 26 weeks, the fetus can do a wide range of child specific gestures – to scratch, to smile, to hiccup and suck his/her fingers …

Hristos binecuvantand copiii 2 
“Let children come to me …”
(the choice is made by God not by the pregnant women)
by Fr. Alexander Stanciu

Before enjoying the light of this life, God had ordained that the child will dwell and develop for 9 months in the safest shelter of the world: his mother’s womb. Today, however, man has transformed this possible safest shelter in the most dangerous place for that, although the child can do nothing to defend himself, his life can be taken even by the dearest person, his MOTHER .
 The conceived fetus becomes a human being at the time of fecundation, when God created immortal soul of man. The sin of abortion is a form of murdering baby Christ, Who in a certain way, is born with every baby. From the moment of conception, the child bears the image of God, and through Baptism will carry the image of Christ within. If this image is destroyed, in the women womb Christ is been crucified once more. Saint Nicodemus of the Holy Mountain goes so far as saying that a mother who commits abortion, does not kill one human being, but in  so much she is killing as many survivors as would have resulted if  her child had lived.

15-weeks.jpg 
Can abortion ever be recommended?

Lets follow these three examples:

1. The father is an alcoholic, the mother has tuberculosis. They have four children. The first one is blind. The second one died. The third child is deaf, and the fourth has tuberculosis. She becomes pregnant again. Given this extreme situation, would you take into account the recommendation of abortion?

2. A little black girl, aged 13, was raped by a white man, the little girl became pregnant. If you were her parents, would you recommend abortion?

3. A teenager girl is pregnant. She is not married. Her fiancé is not the father of the child. He is very upset and plans to leave her. In this case, would you consider abortion appropriate?

If you said “yes” to the 1st question: You have killed Beethoven.
If you said “yes” to the 2nd question: You have killed a great black singer of religious music, Ethel Wathers.
If you said “yes” to the 3rd question: You just decided to kill Jesus Christ.



“The Gestating Virgin Mother” - an icon by hagiographer Sophia Papazoglou, in the church of Saint Eleftherios on Acharnon Street in Athens, Greece  (from here)

See also

When the Orthodox Church celebrates pregnancy...
What does an abortion cost? A human life!  
The horror of abortion

A Romanian mom's miracle pregnancy
Shooting pregnant women as targets

Pan-Hellenic Society of Friends of Large Families (from here the icon - here)


ΕΛΛΗΝΙΚΑ για το θέμα:
 
Τα άγια Νήπια και οι σύγχρονοι Ηρώδες  
Παρακλητικός Κανόνας στα Άγια Νήπια της Βηθλεέμ (29 Δεκεμβρίου)
Έκτρωση (ενότητα)
 
 

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Παρακλητικός Κανόνας στα Άγια Νήπια της Βηθλεέμ (29 Δεκεμβρίου)


Μικρή εισαγωγή του ιστολογίου μας

Σύμφωνα με το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, όταν ο Ηρώδης διαπίστωσε ότι οι τρεις Μάγοι από την ανατολή δεν επέστρεψαν να του ανακοινώσουν τον τόπο της γέννησης του Ιησού, έστειλε στρατιώτες στη Βηθλεέμ και έσφαξαν όλα τα αγόρια από δύο ετών και κάτω˙ έλπιζε έτσι να εξοντώσει το παράξενο μικρό, για το οποίο οι προφητείες έλεγαν ότι θα γίνει βασιλιάς και επομένως θα του έπαιρνε, όπως νόμιζε, την εξουσία.
Ο μικρός Ιησούς δεν σκοτώθηκε, γιατί ένας άγγελος ειδοποίησε τον άγιο Ιωσήφ, τον κατά το νόμο σύζυγο της Παναγίας, να φύγει αμέσως για την Αίγυπτο, όπου και παρέμεινε ώς το θάνατο του Ηρώδη και κατόπιν επέστρεψε στην Παλαιστίνη και εγκαταστάθηκε στη Ναζαρέτ. Ωστόσο όμως είχαν σκοτωθεί πολλά παιδιά. Αρχαία χριστιανική παράδοση υπολογίζει τον αριθμό τους σε 14 χιλιάδες˙ σημερινοί μελετητές όμως θεωρούν αυτό το πλήθος υπερβολικό για μια πόλη όπως η Βηθλεέμ και τα περίχωρά της, και πιστεύουν ότι τα σφαγμένα μωρά πρέπει να ήταν γύρω στα 40 ή 50. Σχετικό άρθρο εδώ.

Εικ. από εδώ

Γιατί ο Θεός επέτρεψε τέτοια σφαγή; Το ερώτημα είναι ανάλογο με το γιατί ο Θεός, ο πανάγαθος και παντοδύναμος, επέτρεψε το Μεσαίωνα, την αποικιοκρατία ή τους παγκόσμιους πολέμους και επιτρέπει και σήμερα την εξαθλίωση των φτωχών λαών, που οφείλεται τόσο στις κυβερνήσεις τους όσο και στα συμφέροντα και την ολιγωρία ημών των πλουσίων˙ αλλά και γιατί να επιτρέπει το κατρακύλισμα κάθε ανθρώπου στην καταστροφή, αντί να επεμβαίνει προσωπικά ή μέσω των φυλάκων αγγέλων και να μας σώζει.
Ας προσπαθήσουμε να ερευνήσουμε τη χριστιανική άποψη για το ερώτημα.
Ο Θεός (δηλαδή η Αγία Τριάδα, τα Τρία προαιώνια Όντα, που λατρεύονται ως Ένας Θεός, γιατί Τα ενώνει η κοινή θεία ουσία και το 100% της αγάπης που μπορεί να υπάρξει στο σύμπαν, και πέρα απ’ το σύμπαν) γενικά δεν επεμβαίνει άμεσα στην ιστορία σε μεγάλη κλίμακα. Επενέβη μία φορά, και καλή: το Ένα από τα Τρία Πρόσωπα έγινε άνθρωπος, νέος Αδάμ, και κάλεσε τους ανθρώπους να απαρνηθούν τον εγωισμό τους και να ντυθούν το χιτώνα της παιδικής αθωότητας, ή, για να μιλήσω λιγότερο ρομαντικά, της αγάπης. Από κει και πέρα, δική μας είναι η ευθύνη για τη δικαιοσύνη στη Γη - δεν έχει νόημα εμείς, τα νοήμονα όντα, οι εικόνες του Θεού, οι «επίγειοι άγγελοι» (όπως θεωρούν τους ανθρώπους οι χριστιανοί άγιοι), να ζητάμε κάθε φορά την επέμβαση του Θεού για το κακό που εμείς οι ίδιοι, ή κάποιοι από μας, προκαλούν.
Ο καθένας έχει αυτεξούσιο, επομένως ευθύνη για την καταστροφή ή τη σωτηρία του× αλλά προσοχή, ευθύνη για την καταστροφή κάποιου έχουμε και όλοι εμείς, που μπορούσαμε κάποτε να τον βοηθήσουμε και δεν το κάναμε, ή έστω δεν προσευχηθήκαμε γι’ αυτόν, γιατί δεν τον αγαπούσαμε σαν αδελφό μας. Μπορεί κάποιος, που τον θεωρούμε κατεστραμμένο ή αμαρτωλό (επειδή τον κατέστρεψαν καταστάσεις που δε μπορούσε να τις ξεπεράσει), να γίνει δεκτός από το Θεό ως φίλος, και άλλοι, που φαινόμαστε πιστοί και ενάρετοι, να απορριφθούμε ως εγωιστές και ατομιστές. Η αγάπη είναι η δοκιμασία των ανθρώπων πάνω στη Γη. Στο Τέλος του Κόσμου, σε μια καινούργια Γη, ανακαινισμένη, οι άνθρωποι θα ζήσουν κοντά ή μακριά στο Θεό και μεταξύ τους, ανάλογα με την αγάπη που έχουν μαζέψει μέσα τους. Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών… 
Αυτό σημαίνει κάτι άλλο, το σημαντικότερο: για το Θεό ο θάνατος δεν είναι κακός, γιατί ο Χριστός αναστήθηκε και, με την ανάστασή Του, άνοιξε το δρόμο για ν’ αναστηθούμε όλοι στο Τέλος, δηλαδή στην Καινούργια Αρχή. Κακός, για να είμαι ακριβέστερος, είναι ο θάνατος του κακού, που έχει φυλακίσει την ψυχή του στην αιώνια μοναξιά της κακίας (και αυτό είναι η κόλαση), ενώ ο θάνατος του καλού σημαίνει πέρασμα σε μια φωτεινή κατάσταση αναμονής της αιώνιας συντροφιάς, δηλαδή του παραδείσου –ποιος βέβαια είναι καλός και ποιος κακός είναι αδύνατον για μας τους ανθρώπους να κρίνουμε με βεβαιότητα, γιατί δεν ξέρουμε τα βάθη της ψυχής και δεν αναγνωρίζουμε τις ευθύνες του καθενός για τον άλλον, ή για τους άλλους.
Αυτές οι απόψεις, που φαίνονται σκανδαλώδεις και ουτοπικές για τον ορθολογιστή άνθρωπο της εποχής μας (που θέλει δικαιοσύνη εδώ και τώρα, που απαιτεί την τιμωρία του κακού –ενώ ο χριστιανός, ακόμα κι όταν δικάζει, προσεύχεται να μετανοήσει ο κακός και να σωθεί– και που, κατά βάθος, πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι μια μάζα κυττάρων που τελειώνει στον τάφο), θεμελιώνουν την αξία της αγάπης που οδήγησε τους χριστιανούς μάρτυρες να προτιμήσουν τα βασανιστήρια και το θάνατο από την προδοσία του φίλου τους, του Χριστού. Αυτοί οι μάρτυρες, κατά τη γνώμη μας, είναι άγιοι –και τέτοιους θεωρούμε, έστω και άθελά τους, τα σφαγμένα νήπια.

Λείψανα των αγίων Νηπίων, φωτο από εδώ

Τα νήπια της Βηθλεέμ είναι η πρώτη αντίδραση του διαβόλου, στην προσπάθειά του να εμποδίσει το έργο του Χριστού˙ η τελευταία του αντίδραση ήταν η σταύρωσή Του, που έγινε όμως η πόρτα για την ανάσταση. Είναι επίσης η φρικιαστική υποδοχή που κάνει στο μικρό Χριστό ο αμαρτωλός, γεμάτος πάθη και μίσος, κόσμος –ενώ ο απλός και αθώος κόσμος τον υποδέχεται όπως οι βοσκοί και οι σοφοί Μάγοι.
Πιστεύουμε ότι οι άγγελοι παρέλαβαν με στοργή τις ψυχές των αγνών νηπίων και τις μετέφεραν στον παράδεισο. Από κει, ως μάρτυρες πλέον, δηλαδή άγιοι, βρίσκονται στην ιδιαίτερη σχέση με το Θεό που έχουν όλοι οι φίλοι Του. Γι’ αυτό οι πολύτιμες εκείνες ψυχές γιορτάζονται στην Εκκλησία ως άγιοι στις 29 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο και υπάρχει ειδική ακολουθία προς τιμήν τους.
Παιδομάρτυρες υπάρχουν κι άλλοι˙ είναι παιδιά άγιοι που θανατώθηκαν για τη χριστιανική τους πίστη. Ο άγιος Κήρυκος π.χ., που σκοτώθηκε μαζί με τη μητέρα του, την αγία Ιουλίτα˙ οι μικρές αγίες Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη, που θυσιάστηκαν μαζί με τη μητέρα τους, την αγία Σοφία˙ ο 7χρονος κινέζος άγιος Ιβάν Τσι Τσουνγκ και τα άλλα ορθόδοξα κινεζάκια που μαρτύρησαν το 1900, τα παιδιά από τη Μικρά Ασία και τη Σερβία που σφαγιάστηκαν στο 1922 και το 1941-45 αντίστοιχα και τιμώνται, όπως τους αξίζει, ως άγιοι…

Η Ιερά Παράκλησις προς τους αγίους πρωτομάρτυρες της Βηθλεέμ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΩΝ ΝΗΠΙΩΝ ΔΕΡΒΕΝΟΧΩΡΙΩΝ
ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΧΟΡΟΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΝΗΠΙΩΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΩΝ ΥΠΟ ΗΡΩΔΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΤΗΣ ΙΟΥΔΑΙΑΣ 



Θησαυρός γνώσεων και ευσεβείας
Προσκυνητής
Έκτακτο Παράρτημα

Σχόλιο Γ.Θ : Οι πρώτοι Μάρτυρες του Χριστού περιμένουν τα αιτήματά μας.

Ο Ιερεύς- Ευλογητός 


Ψαλμός ρμβ’ 142
Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου˙
Και μη εισέλθεις εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων.
Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου, εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου, εκάθισέ με εν σκοτεινοίς, ως νεκρούς αιώνος˙
Και ηκηδίασεν επ΄εμέ το πνεύμα μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου.
Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων.
Διεπέτασα προς σε τας χείρας μου, η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι.
Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμα μου˙ μη αποστρέψεις το πρόσωπόν σου απ΄εμού, και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον.
Ακουστόν ποίησόν μοι το πρωί το έλεός σου, ότι επί σοι ήλπισα˙ γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου.
Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, προς σε κατέφυγον.
Δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει ο Θεός μου˙ το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία.
Ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, ζήσεις με, εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου.
Και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλος σου ειμί. 


Ευθύς ψάλλομεν. Ήχος δ΄.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν˙ ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
Στίχος α΄. Εξομολογείσθε τω Κυρίω κα επικαλείσθε το όνομα το άγιον αυτού.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν…
Στίχος β΄. Πάντα τα έθνη εκύκλωσάν με, και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν…
Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου εγένετο αύτη και εστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν…
 

Ήχος δ΄. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ταις των αγίων σου Νηπίων πρεσβείαις, των ως θυσίαν λογικήν προσαχθέντων, τω εκ Παρθένου τόκω σου φιλάνθρωπε, λύτρωσαι τους δούλους σου, πολυτρόπων κινδύνων, δίδου δε Σωτήρ ημών, οφλημάτων την λύσιν, και βασιλείας της των ουρανών, ημάς αξίωσον, Δέσποτα Κύριε.
 

Θεοτόκιον.
Ου σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε, τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι. Ει μη γαρ συ προΐστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων, τις δε διεφύλαξεν έως νυν ελευθέρους; Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σου˙ σους γαρ δούλους σώζεις αεί εκ παντοίων δεινών.
Εικ. από εδώ
ΨΑΛΜΟΣ Ν΄ (50)
Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου˙ Επί πλείον πλύνον με από της ανομίας μου και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με.
Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί δια παντός.
Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα, όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε.
Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου.
Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας, τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι.
Ραντιείς με υσσώπω, και καθαρισθήσομαι˙ πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι.
Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην, αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα.
Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον.
Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ,ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου.
Μη απορρίψης με από του προσώπου σου και το πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης απ΄εμού.
Απόδος μοι την αγαλλίασην του σωτηρίου σου και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με.
Διδάξω ανόμους τας οδούς σου, και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι.
Ρύσαι με εξ αιμάτων, ο Θεός ο Θεός της σωτηρίας μου˙ αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου.
Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου.
Ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις.
Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει.
Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ˙
Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα˙
Τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους.
 
Εικ. από εδώ

Ωδή α΄. Ήχος πλ. δ΄. Υγράν διοδεύσας. 

Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 

Ισχύϊ νευρούμενοι θεϊκή, οι άκακοι Παίδες, του Ηρώδου την χαλεπήν, ήσχυναν κακίαν και αιτούνται, παρά Κυρίου ημίν θείον έλεος.
 

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι.
 

Την άκακον φύσιν των νεογνών, εδέξω Οικτίρμον, ώσπερ άμωμον προσφοράν, αδίκως σφαγέντων παρ΄Ηρώδου, δι΄ων γενού και ημίν Σώτερ ίλεως.
 

Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
 

Αγία Παρθένε Μήτερ Θεού, Αγγέλων η δόξα, και ανθρώπων καταφυγή, δίδου μετανοίας αφορμάς μοι, ίνα ρυσθώ των παγίδων του όφεως.
 

Ωδή γ΄. Ουρανίας αψίδος.
 

Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 

Ιερώτατος δήμος, νεοσφαγή θύματα, οία νεομάρτυρες θείοι, σοι προσηνέχθησαν, Σώτερ φιλάνθρωπε, ων ταις λιταίς ημίν πάσι, δίδου τα ελέη σου, τοις σοι λατρεύουσι.
Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 

Συντριβείς τη απάτη, του δυσμενούς δράκοντος, Νήπια αγνά καταφεύγω υμών τη χάριτι, ως αν ρυσθώ της φθοράς, υμών θερμαίς ικεσίαις, προς τον προσδεξάμενον, υμών τα αίματα.
 

Δόξα Πατρί…
Νηπιόφρονα γνώμην, νοΐ σαθρώ έσχηκα, και απεμακρύνθην Κυρίου, πράττων τα άτοπα˙ Νήπια άμωμα, δότε μοι φρόνησιν θείαν, ως αν τω θελήματι, Θεού πορεύσωμαι.
 

Θεοτόκιον. Και νυν και αεί…
Η Θεόν τετοκυία, δίχα φθοράς Άχραντε, και μετά τον άσπορον τόκον, παρθένος μείνασα, ρύσαι με Δέσποινα, φθοροποιών νοημάτων, και τον νουν μου πλήρωσον, θείας φρονήσεως.
 

Διάσωσον ταις των ακάκων Νηπίων λιταίς Οικτίρμον, της κακίας του παλαιού πολεμήτορος, τους εκζητούντας, το άμετρον έλεός σου.
 

Επίβλεψον εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.
 
Εικ. από εδώ

Αίτησις και το Κάθισμα.
Ήχος β΄. Πρεσβεία θερμή.

Νηπίων πληθύς, αγίων πολυάριθμε, Χριστόν τον Θεόν, τον εν ελέει πλούσιον, δια παντός πρεσβεύετε, διδόναι ημίν παθών λύτρωσιν, και βασιλείας της των ουρανών, τυχείν τους υμάς θερμώς γεραίροντας.
 

Ωδή δ΄. Εισακήκοα Κύριε.
Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 

Πληθύς θεία, προσήχθη σοι, των απειροκάκων Νηπίων Κύριε, ων τα αίματα δεξάμενος, κάθαρον ημάς πάσης μολύνσεως.
 

Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 

Ισχύν θείαν λαμβάνομεν μέλποντες εν πίστει υμών την άθλησιν, ηλικία νηπιάζουσα, ην υπέρ Κυρίου υπεμείνατε.
 

Δόξα Πατρί…
Ώσπερ ρόδα νεόδρεπτα, Νήπια αγνά ημίν διαπνέετε, την οσμήν της θείας χάριτος, δυσωδίαν πάσαν απελαύνουσαν.
 

Θεοτόκιον. Και νυν και αεί…
Νεκρωθέντα με πάθεσιν, έγειρον Παρθένε τη ση χρηστότητι, και μετάνοιαν μοι δώρησαι, καν εν γήρα Δέσποινα και σώσον με.
 

Ωδή ε΄. Φώτισον ημάς.
 

Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 

Σθένωσον ημών, την διάνοιαν Φιλάνθρωπε, των αγίων σου Νηπίων ταις λιταίς, των σφαγέντων παρ΄Ηρώδου του παράφρονος.
 

Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 

Ώσπερ προσφοραί, τω τεχθέντι οία νήπιον, προσηνέχθητε ω Νήπια αγνά, εξαιτούνται ημίν πάσι τα σωτήρια.
 

Δόξα Πατρί…
Τίμιος υμών, αληθώς ώφθη ο θάνατος, εναντίον του Παντάνακτος Χριστού, απειρόκακε χορεία νηπιάζουσα.
 

Θεοτόκιον. Και νυν και αεί…
Ηύγασας ημίν, φως ανέσπερον τω τόκω σου, Θεοτόκε ˙ διο σκέδασον καμού, την ομίχλην των παθών τη φωταυγεία σου.
 

Ωδή ς΄. Την δέησιν.
 

Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 

Ρευμάτων, υμών αιμάτων τοις ρείθροις, απειρόκακοι και άγιοι Παίδες, η του πανώλους Ηρώδου μανία, κατεποντίσθη εις τέλος και ώφθησαν, τη Εκκλησία του Χριστού, δροσισμός αφθαρσίας και χάριτος.
 

Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 

Μαρτύρων, ως συνημμένοι τοις δήμοις, απειρόκακοι και άγιοι Παίδες, δια παντός συν αυτοίς δυσωπείτε, υπέρ ημών τον φιλάνθρωπον Κύριον, ως αν πταισμάτων ιλασμόν, και παθών απολύτρωσιν εύρωμεν.
 

Δόξα Πατρί…
Εν κόλποις, του Αβραάμ αιωνίως, αγαλλόμενοι μακάριοι Παίδες, και φωτισμού εντρυφώντες αΰλου, εκ σκοτασμού παθημάτων λυτρώσασθε, τους μακαρίζοντας υμάς, ως Κυρίου νεόθυτα θύματα.
 

Θεοτόκιον. Και νυν και αεί…
Σωτήρα, και λυτρωτήν τετοκυΐα, των ανθρώπων Αειπάρθενε Κόρη, τον Ποιητήν των απάντων και κτίστην, της κακουργίας του όφεως ρύσαι με, και σώσον με ως συμπαθής, της δεινώς τυραννούσης με έξεως.
 

Διάσωσον ταις των ακάκων Νηπίων λιταίς Οικτίρμον, της κακίας του παλαιού πολεμήτορος, τους εκζητούντας το άμετρον έλεός σου.
 

Εικ. από εδώ
Άχραντε η δια λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως επ΄εσχάτων των ημερών τεκούσα, δυσώπησον, ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.
Αίτησις και το Κοντάκιον.
Ήχος β΄. Ταις των αιμάτων σου.

Ώσπερ νεόθυτοι άρνες ετύθητε, τω εκ Παρθένου τεχθέντι νεάνιδες, κτανθέντες αδίκως μακάριοι, και τοις Αγγέλοις ως Παίδες συνήφθητε, ημίν τον Χριστόν ιλεούμενοι.
 

Προκείμενον.
Δικαίων ψυχαί εν χειρί Θεού και ου μη άψηται αυτών βάσανος.
Στιχ. : Ευφρανθήσονται δίκαιοι εν Κυρίω.
 

Ευαγγέλιον εκ του κατά Ματθαίον β΄13-23.
Αναχωρησάντων των μάγων, ιδού άγγελος Κυρίου φαίνεται κατ΄όναρ τω Ιωσήφ λέγων˙ Εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και φεύγε εις Αίγυπτον, και ίσθι εκεί έως αν είπω σοι˙ μέλλει γαρ Ηρώδης ζητείν το παιδίον του απολέσαι αυτό. Ο δε εγερθείς παρέλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού νυκτός και ανεχώρησεν εις Αίγυπτον, και ην εκεί έως της τελευτής Ηρώδου, ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος˙ Εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον υιόν μου. Τότε Ηρώδης ιδών ότι ενεπαίχθη υπο των μάγων, εθυμώθη λίαν, και αποστείλας ανείλε πάντας τους παίδας τους εν Βηθλεέμ και εν πάσι τοις ορίοις αυτής από διετούς και κατωτέρω, κατά τον χρόνον ον ηκρίβωσε παρά των μάγων. Τότε επληρώθη το ρηθέν υπό Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος˙ Φωνή εν Ραμά ηκούσθη, θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς˙ «Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής, και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν. Τελευτήσαντος δε του Ηρώδου ιδού άγγελος Κυρίου κατ΄όναρ φαίνεται τω Ιωσήφ εν Αιγύπτω λέγων˙ Εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και πορεύου εις γην Ισραήλ˙ τεθνήκασι γαρ οι ζητούντες την ψυχήν του παιδίου. Ο δε εγερθείς παρέλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και ήλθεν εις γην Ισραήλ. Ακούσας δε ότι Αρχέλαος βασιλεύει επι της Ιουδαίας αντί Ηρώδου του πατρός αυτού, εφοβήθη εκεί απελθείν˙ χρηματισθείς δε κατ΄όναρ ανεχώρησεν εις τα μέρη της Γαλιλαίας, και ελθών κατώκησεν εις πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, όπως πληρωθή το ρηθέν δια των προφητών ότι Ναζωραίος κληθήσεται. 


Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.
 

Ήχος β΄.
Ταις των σων Νηπίων πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.
Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ταις της Θεοτόκου πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.
 

Στιχ.: Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου.
 

Ήχος πλ. β΄. Όλην αποθέμενοι.
 

Σφάγια ως άμωμα, τω εκ Παρθένου τεχθέντι, αληθώς προσήχθητε, των Νηπίων όμιλος ο μακάριος, και ζωής κρείττονος, και υπερκοσμίου, συν Αγγέλοις ηξιώθητε, μεθ΄ων πρεσβεύσατε, τω παμβασιλεί και Θεώ ημών, πταισμάτων δούναι άφεσιν, και των πειρασμών απολύτρωσιν, τοις υμνολογούσιν, την άθλησιν υμών την ιεράν, δι΄ης Ηρώδου καθείλετε, μένος το ολέθριον.
 

Ο Ιερεύς: Σώσον ο Θεός…
 

Ωδή ζ΄. Οι εκ της Ιουδαίας.
 

Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 

Ώσπερ θήρ ο Ηρώδης, εφορμήσας τους Παίδας πικρώς εθέρισεν, αλλ΄ούτοι εν τοις κόλποις του Αβραάμ σκιρτώσι, και χορεύουσι ψάλλοντες ˙ Ο των πατέρων ημών, Θεός ευλογητός ει.
 

Δόξα Πατρί…
Ο μακάριος δήμος, ο των αγίων Νηπίων πικρώς σφαττόμενος, συνήφθη τοις Αγγέλοις, και ιλασμόν αιτείται, τοις βοώσιν εκάστοτε ˙ Ο των πατέρων ημών, Θεός ευλογητός ει.
 

Θεοτόκιον. Και νυν και αεί…
Νεκρωθείς τη κακία, αμαρτίας τη κλίνη ήδη κατάκειμαι ˙ αλλ΄ω Θεογεννήτορ, ως την ζωήν τεκούσα, εξανάστησον ψάλλοντα ˙ ο των Πατέρων ημών, Θεός ευλογητός ει.
 

Ωδή η΄. Τον Βασιλέα.
 

Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 
Λειψανοθήκη των αγίων Νηπίων, από εδώ

Εν τοις υψίστοις, ω απειρόκακοι Παίδες, αγαλλόμενοι αεί συν τοις Αγίοις, άπασιν αιτείσθε, ημίν πταισμάτων λύσιν.
 

Δόξα Πατρί…
Ρείθροις αιμάτων, την του Ηρώδου μανίαν, απεπνίξατε Νηπίων η χορεία, ημάς δε τη θεία, ευφραίνετε νυν δρόσω.
 

Θεοτόκιον. Και νυν και αεί…
Αγνή Παρθένε, την άναγνόν μου καρδίαν, αποκάθαρον ελέους σου, τοις ρείθροις, και της ψυχοφθόρου, ρύσαι με αθυμίας.
 

Ωδή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
 

Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 

Συνόντες τοις Αγγέλοις, και Αγίων δήμοις, η των αγίων Νηπίων ομήγυρις, υπέρ ημών δυσωπείτε Χριστόν τον Κύριον.
 

Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 

Ισχύν ημίν αιτείσθε, κατά των δαιμόνων, ω καθαρώτατα άγια Νήπια, ως αν οσίως Κυρίω ευαρεστήσωμεν.
 

Άγια Νήπια πρεσβεύσατε υπέρ ημών.
 

Μεθέξει Τρισηλίω, ω άγιοι Παίδες, αγαλλιώμενοι ήδη και χαίροντες, εκ χαλεπής αθυμίας ημάς λυτρώσασθε.
 

Δόξα Πατρί…
Οι πάσαν του Ηρώδου, λύσαντες κακίαν, ως του Σωτήρος νεόστεπτοι μάρτυρες, υπέρ ημών δυσωπείτε άγια Νήπια.
 

Θεοτόκιον. Και νυν και αεί…
Υψίστου χαίρε Μήτερ, Κεχαριτωμένη˙ χαίρε Παρθένε του κόσμου βοήθεια˙ χαίρε ημών σωτηρία και καταφύγιον.


Ο Θρήνος της Ραχήλ, κατά την προφητεία που αναφέρει το κατά Ματθαίον Ευγγέλιο. Δείτε εδώ.

Άξιον εστί ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών. Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν˙ την όντως Θεοτόκον σε μεγαλύνομεν. 

Μεγαλυνάρια.
 

Δήμος απειρόκακος και σεπτός, αγίων Νηπίων, προσηνέχθη μαρτυρικώς, τη μετά σαρκός σου, γεννήσει Ζωοδότα˙ ων ταις λιταίς παράσχου, ημίν την χάριν. 

Ηρώδης λυττήσας ο δυσμενής, κατά σου Οικτίρμον, χείρα ώπλισε φονικήν, και χορόν Νηπίων, απέκτεινεν ακάκων˙ ους δόξης ουρανίου, Σώτερ ηξίωσας. 


Εκ χειρών μητρώων και αγκαλών, ως θηρ αφαρπάσας, ο παράνομος βασιλεύς, ανεύθυνα βρέφη, απέκτεινε τω ξίφει, αλλ΄ο Δεσπότης πάντων, ταύτα εδόξασε. 


Αίμασι Νηπίων η Βηθλεέμ, ακάκων εβάφη, Εκκλησία δε του Χριστού, ως μάρτυρας τούτους, νεοσφαγείς γεραίρει, τον αθλοθέτην πάντων, Χριστόν δοξάζουσα. 


Χαίροις των Νηπίων θείος χορός, άμωμοι θυσίαι, και καρπώματα λογικά, οι τω Ζωοδότη, Χριστώ προσενεχθέντες, και πάσιν εξαιτούντες, το θείον έλεος. 


Δέξαι επουράνιε βασιλεύ, των αγνών Νηπίων, τας δεήσεις υπέρ ημών, και παράσχου πάσι, τους οικτισμούς σου Σώτερ, και της αλήκτου δόξης, ημάς αξίωσον. 


Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι πάντες μετά της Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς. 


Τρισάγιον.
Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς. (τρεις φορές).
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι ˙ και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Παναγία Τριάς ελέησον ημάς. Κύριε, ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών. Δέσποτα συγχώρησον τας ανομίας ημίν. Άγιε, επίσκεψαι και ίασαι τας ασθενείας ημών, ένεκεν του ονόματός σου. Κύριε, ελέησον. Κύριε ελέησον. Κύριε ελέησον.
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι˙ και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω τω όνομά σου. Ελθέτω η βασιλεία σου. Γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον˙ και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών. Και μη εισενέγκεις ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού. 


Ο Ιερεύς: Ότι σου εστίν… 


Απολυτίκιον.
Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον.
 

Των αγίων Νηπίων τον θείον όμιλον, ων ο Ηρώδης φονία χειρί απέκτεινεν, ανυμνήσωμεν πιστοί ως θείους Μάρτυρας˙ ότι προσήχθησαν Χριστώ, Νηπιάσαντι σαρκί, ως άμωμα ιερεία, εκδυσωπούντα απαύστως, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.
 

Εκτενής και Απόλυσις μεθ΄ην ψάλλομεν το εξής:
 

Ήχος β΄. Ότε εκ του ξύλου. 
Σώτερ ο τεχθείς εκ της Αγνής, και Αειπαρθένου Μαρίας, δι΄αγαθότητα, και ημάς ρυσάμενος, εκ της αρχαίας αράς, των αγίων Νηπίων σου δέχου τας δεήσεις, ας σοι αναφέρουσιν, υπέρ ημών συμπαθώς˙ συ γαρ εμεγάλυνας ταύτα και τοις τούτων αίμασι Λόγε, την σην Εκκλησίαν επορφύρωσας. 

Κοντάκιον.
Ήχος θ΄. Επεφάνης σήμερον.
Αστήρ Μάγους έπεμψε, προς τον τεχθέντα˙ και Ηρώδης άδικον, στρατόν απέστειλε κενώς, φονοκτονήσαι οιόμενος, τον εν τη φάτνη, ως Νήπιον κείμενον.
 

Συναξάριον.
Τη ΚΘ΄του μηνός Δεκεμβρίου, Μνήμη των Αγίων Νηπίων, των υπό Ηρώδου αναιρεθέντων, χιλιάδων δεκατεσσάρων.
 

Ταις αυτών αγίαις πρεσβείαις, ο Θεός ελέησον ημάς. Αμήν.
Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη. 


Δείτε επίσης:

Τα άγια Νήπια και οι σύγχρονοι Ηρώδες