ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Οι Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. 25-28 (τελευταίο)


Το αρχαίο κείμενο των Πράξεων μπορείτε να το δείτε εδώ & εδώ. Τη μετάφραση την αναδημοσιεύουμε από εδώ. Το προηγούμενο τμήμα είναι εδώ & το 1ο μέρος - με εισαγωγικά στοιχεία - εδώ.

Η τρίτη περιοδεία του αποστόλου Παύλου και το ταξίδι του προς τη Ρώμη (από εδώ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25

Ο Παύλος δικάζεται από τον Φήστον

1 Ο Φήστος, τρεις ημέρας μετά τον ερχομόν του εις την επαρχίαν, ανέβηκε εις τα Ιεροσόλυμα από την Καισάρειαν.
2 Ο αρχιερεύς δε και οι προύχοντες των Ιουδαίων διετύπωσαν εις αυτόν κατηγορίας κατά του Παύλου,
3 και τον παρακαλούσαν, ζητούντες ως χάριν από αυτόν, να τον καλέση εις την Ιερουσαλήμ, διότι εσχεδίαζαν ενέδραν δια να τον σκοτώσουν εις τον δρόμον.
4 Ο Φήστος απεκρίθη ότι ο Παύλος είναι υπό επιτήρησιν εις την Καισάρειαν, και ότι επρόκειτο και αυτός να αναχωρήση γρήγορα από την Ιερουσαλήμ.
5 «Οι πρόκριτοι λοιπόν μεταξύ σας», είπε, «ας κατεβούν μαζί μου και αν υπάρχη τίποτε αξιόποινον εις τον άνθρωπον αυτόν, ας τον κατηγορήσουν».
6 Αφού παρέμεινε μεταξύ τους περισσότερον από δέκα ημέρες, κατέβηκε εις την Καισάρειαν και την άλλην ημέραν, αφού εκάθησε εις την δικαστικήν έδραν, διέταξε να φέρουν τον Παύλον.
7 Όταν αυτός έφθασε, τον περιεκύκλωσαν οι Ιουδαίοι που είχαν κατεβή από τα Ιεροσόλυμα, διατυπώνοντας πολλάς και βαρείας κατηγορίας κατά του Παύλου, τας οποίας δεν μπορούσαν να αποδείξουν, διότι ο Παύλος απολογούμενος έλεγε,
8 «Ούτε κατά του νόμου των Ιουδαίων, ούτε κατά του ναού, ούτε κατά του Καίσαρος έκανα κανένα αμάρτημα».
9 Επειδή ο Φήστος ήθελε να κάνη χάριν εις τους Ιουδαίους, απεκρίθη εις τον Παύλον, «Θέλεις να ανεβής εις την Ιερουσαλήμ, και να δικασθής εκεί δια τας κατηγορίας αυτάς ενώπιόν μου;».
10 Αλλ’ ο Παύλος είπε, «Βρίσκομαι ενώπιον δικαστηρίου του Καίσαρος, όπου πρέπει να δικασθώ. Εις τους Ιουδαίους δεν έκανα κανένα κακόν, όπως πολύ καλά ξέρεις.
11 Εάν έχω άδικον και έπραξα κάτι άξιον θανάτου, δεν ζητώ να αποφύγω τον θάνατον, εάν όμως δεν στέκη καμμία κατηγορία από εκείνας που αυτοί με κατηγορούν, κανείς δεν μπορεί να με παραδώση σ’ αυτούς. Επικαλούμαι τον Καίσαρα».
12 Τότε ο Φήστος, αφού συνωμίλησε με τους συμβούλους του, απεκρίθη, «Τον Καίσαρα έχεις επικαλεσθή, εις τον Καίσαρα θα μεταβής».

Αγρίππας και Βερνίκη

13 Αφού επέρασαν μερικές ημέρες, ο Αγρίππας ο βασιλεύς και η Βερνίκη έφθασαν εις την Καισάρειαν, δια να χαιρετήσουν τον Φήστον.
14 Επειδή δε έμειναν εκεί πολλές ημέρες, ο Φήστος ανέφερε εις τον βασιλέαν την υπόθεσιν του Παύλου. «Υπάρχει κάποιος», είπε, «που έχει αφεθή φυλακισμένος από τον Φήλικα,
15 και όταν ήμουν εις τα Ιεροσόλυμα οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων διετύπωσαν κατηγορίας εναντίον του και εζητούσαν την καταδίκην του.
16 Τους απεκρίθην ότι δεν είναι συνήθεια των Ρωμαίων να παραδίδουν ένα άνθρωπον εις θάνατον προτού ο κατηγορούμενος έχη ενώπιόν του τους κατηγόρους και λάβη ευκαιρίαν να απολογηθή δια την κατηγορίαν.
17 Όταν λοιπόν αυτοί ήλθαν μαζί μου εδώ, χωρίς καμμίαν αναβολήν, την επομένην ημέραν, αφού εκάθησα εις την δικαστικήν έδραν, διέταξα να φέρουν τον άνθρωπον.
18 Όταν παρουσιάσθηκαν οι κατήγοροι, δεν έφεραν καμμίαν κατηγορίαν από εκείνας που εγώ επερίμενα,
19 αλλ’ είχαν διαφοράς μαζί του δια ζητήματα σχετικά με την δικήν τους θρησκείαν και για κάποιον Ιησούν, που είχε πεθάνει, αλλ’ ο Παύλος έλεγε ότι ζη.
20 Επειδή δεν ήξερα πως να εξετάσω τέτοια ζητήματα, ερώτησα εάν ήθελε να μεταβή εις τα Ιεροσόλυμα και να δικασθή εκεί.
21 Επειδή όμως ο Παύλος επεκαλέσθη να αφεθή εις την κρίσιν του Σεβαστού, διέταξα να τον φυλάττουν, έως ότου τον στείλω εις τον Καίσαρα».
22 Τότε ο Αγρίππας είπε εις τον Φήστον, «Θα ήθελα να ακούσω και εγώ τον άνθρωπον». Αυτός δε είπε, «Αύριον θα τον ακούσης».
23 Την επομένην ημέραν ήλθε ο Αγρίππας και η Βερνίκη με μεγάλην πομπήν και εμπήκαν εις την αίθουσαν των ακροάσεων μαζί με τους χιλιάρχους και τους προύχοντας της πόλεως, και κατά διαταγήν του Φήστου έφεραν τον Παύλον.
24 Τότε είπε ο Φήστος, «Βασιλεύ Αγρίππα και όσοι είσθε εδώ παρόντες μαζί μας, βλέπετε τούτον, δια τον οποίον όλος ο Ιουδαϊκός λαός παρουσιάσθηκε σ’ εμέ εις τα Ιεροσόλυμα και εδώ, φωνάζοντες ότι δεν πρέπει πλέον αυτός να ζη.
25 Αλλ’ εγώ δεν ευρήκα να έχη κάνει τίποτε άξιον θανάτου και επειδή αυτός ο ίδιος έκανε έκκλησιν εις τον Σεβαστόν, απεφάσισα να του τον στείλω.
26 Αλλά δεν έχω τίποτε το βέβαιον να γράψω εις τον κύριόν μου. Δια τούτο σάς τον παρουσίασα, και μάλιστα σ’ εσέ, βασιλεύ Αγρίππα, δια να έχω κάτι να γράψω, αφού γίνη η ανάκρισις.
27 Διότι μου φαίνεται παράλογον να στείλω κάποιον δέσμιον, χωρίς να δηλώσω και κατηγορίας εναντίον του».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26

Η ομιλία του Παύλου ενώπιον του Αγρίππα

1 Τότε ο Αγρίππας είπε εις τον Παύλον, «Έχεις την άδειαν να μιλήσης δια τον εαυτόν σου». Και ο Παύλος, αφού άπλωσε το χέρι του, άρχισε να απολογήται.
2 «Θεωρώ τον εαυτόν μου ευτυχή, βασιλεύ Αγρίππα, διότι ενώπιόν σου θα απολογηθώ σήμερα δι’ όλα όσα κατηγορούμαι από τους Ιουδαίους,
3 ιδίως διότι είσαι γνώστης όλων των Ιουδαϊκών εθίμων και ζητημάτων· δια τούτο σε παρακαλώ να με ακούσης με υπομονήν.
4 Τον τρόπον της ζωής μου από την νεότητά μου, που επέρασα από την αρχήν μεταξύ του έθνους μου εις τα Ιεροσόλυμα, ξέρουν όλοι οι Ιουδαίοι.
5 Ξέρουν από πολύν καιρόν, και αν θέλουν μπορούν να το βεβαιώσουν, ότι εγώ έζησα σύμφωνα προς την πιο αυστηρήν αίρεσιν της θρησκείας μας, δηλαδή ως Φαρισαίος.
6 Και τώρα στέκομαι εδώ και δικάζομαι δια την ελπίδα μου εις την υπόσχεσιν που έγινε από τον Θεόν εις τους πατέρας μας,
7 εις την οποίαν αι δώδεκα φυλαί μας ελπίζουν να καταλήξουν με την αδιάκοπον λατρείαν τους ημέραν και νύχτα. Γι’ αυτήν την ελπίδα κατηγορούμαι, βασιλεύ Αγρίππα, από τους Ιουδαίους.
8 Γιατί θεωρείται από σάς απίστευτον, ότι ο Θεός ανασταίνει νεκρούς;
9 Και εγώ ο ίδιος ενόμισα ότι έπρεπε να κάνω πολλά εναντίον του ονόματος του Ιησού του Ναζωραίου.
10 Αυτό και εκανα εις τα Ιεροσόλυμα και πολλούς από τους πιστούς έκλεισα εις τας φυλακάς, λαβών την εξουσίαν από τους αρχιερείς, και όταν επρόκειτο να σκοτωθούν, έδωκα καταδικαστικήν ψήφον,
11 και εις όλας τας συναγωγάς συχνά δια τιμωριών τους ηνάγκαζα να βλασφημούν και με υπερβολικήν μανίαν τους κατεδίωκα μέχρι και των πόλεων πέραν της Ιουδαίας.
12 Με τέτοιες προθέσεις επήγαινα εις την Δαμασκόν με εξουσίαν και εντολήν από τους αρχιερείς,
Το βάπτισμα του απ. Παύλου (εδώ)
13 και ενώ προχωρούσα στον δρόμον μου, βασιλεύ, το μεσημέρι είδα φως από τον ουρανόν λαμπρότερον από τον ήλιον, να λάμπη γύρω μου και γύρω από εκείνους που εβάδιζαν μαζί μου.
14 Επέσαμεν όλοι κάτω εις την γην και τότε άκουσα φωνήν να μου λέγη εις την εβραϊκήν γλώσσαν, «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις; Είναι σκληρόν για σε να κλωτσάς το βούκεντρον».
15 Εγώ δε είπα, «Ποιος είσαι, Κύριε;», και ο Κύριος είπε, «Εγώ είμαι ο Ιησούς, τον οποίον συ καταδιώκεις.
16 Αλλά σήκω και στάσου στα πόδια σου, διότι γι’ αυτόν τον σκοπόν εμφανίσθηκα σ’ εσέ: δια να σε καταστήσω υπηρέτην και μάρτυρα και για όσα είδες τώρα και για όσα θα ιδής από εμέ.
17 Θα σε ελευθερώνω από τον λαόν αυτόν και από τους εθνικούς,
18 εις τους οποίους εγώ σε στέλλω δια να ανοίξης τα μάτια τους ώστε να επιστραφούν από το σκοτάδι εις το φως και από την εξουσίαν του Σατανά εις τον Θεόν, δια να λάβουν δια της πίστεως σ’ εμέ άφεσιν αμαρτιών και μερίδα μεταξύ εκείνων που ο Θεός έκανε δικούς του».
19 Κατόπιν τούτου, βασιλεύ Αγρίππα, δεν έγινα απειθής εις την ουράνιον οπτασίαν,
20 αλλ’ εκήρυττα πρώτα εις τους κατοίκους της Δαμασκού και ύστερα εις τα Ιεροσόλυμα και εις όλην την χώραν της Ιουδαίας και εις τους εθνικούς να μετανοήσουν και να επιστρέψουν εις τον Θεόν, αποδεικνύοντες την μετάνοιάν τους με έργα.
21 Αυτός είναι ο λόγος δια τον οποίον οι Ιουδαίοι με συνέλαβαν εις τον ναόν και προσπαθούσαν να με σκοτώσουν.
22 Αλλ’ είχα την βοήθειαν του Θεού και έτσι έως την ημέραν αυτήν στέκομαι και δίνω μαρτυρίαν σε μικρούς και μεγάλους, χωρίς να λέγω τίποτε περισσότερον από εκείνα που οι προφήται και ο Μωϋσής είπαν ότι μέλλουν να γίνουν.
23 Δηλαδή, ότι ο Χριστός πρέπει να πάθη, και ότι, επειδή θα είναι ο πρώτος που θα αναστηθή εκ νεκρών, θα εξαγγείλη το φως εις τον Ιουδαϊκόν λαόν και εις τους εθνικούς».
24 Ενώ έλεγε αυτά ο Παύλος απολογούμενος, ο Φήστος είπε με μεγάλην φωνήν, «Είσαι τρελλός, Παύλε· τα πολλά γράμματα σε φέρουν στην τρέλλα».
25 «Δεν είμαι τρελλός, εξοχώτατε Φήστε», είπε ο Παύλος, «αλλά λέγω λόγια αληθινά και συνετά.
26 Ξέρει καλά τα ζητήματα αυτά ο βασιλεύς, προς τον οποίον και μιλώ με θάρρος. Δεν πιστεύω ότι του διαφεύγει κανένα από αυτά τα γεγονότα, διότι δεν έχουν γίνει στα κρυφά.
27 Πιστεύεις, βασιλεύ Αγρίππα, εις τους προφήτας; Γνωρίζω ότι πιστεύεις».
28 Ο Αγρίππας είπε εις τον Παύλον, «Κοντεύεις να με πείσης να γίνω χριστιανός».
29 Ο δε Παύλος είπε, «Θα ευχόμουν εις τον Θεόν, είτε εις ολίγον, είτε εις μακρόν χρόνον, όχι μόνον εσύ, αλλά και όλοι όσοι με ακούουν σήμερα, να γίνουν τέτοιοι όπως είμαι εγώ, εκτός από αυτές τις αλυσίδες».
30 Και όταν είπε αυτά ο Παύλος, εσηκώθηκε ο βασιλεύς και ο ηγεμών και η Βερνίκη και όσοι εκάθοντο μαζί τους,
31 και όταν έφυγαν συνωμιλούσαν μεταξύ τους και έλεγαν, «Ο άνθρωπος αυτός δεν κάνει τίποτε άξιον θανάτου η φυλακίσεως».
32 Ο δε Αγρίππας είπε εις τον Φήστον, «Θα μπορούσε να είχε απολυθή ο άνθρωπος αυτός, εάν δεν είχε επικαλεσθή τον Καίσαρα».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 27

Ο Απόστολος Παύλος εγκαθιστά εις Γόρτυνα τον Τίτο, πρώτο επίσκοπο Κρήτης. Τοιχογραφία Ι.Ν. Αγίας Βαρβάρας (από εδώ & εδώ)
Ο Παύλος αποπλέει δια την Ρώμην. – Εις Κρήτην

1 Όταν απεφασίσθη να αποπλεύσωμεν εις την Ιταλίαν, παρέδωκαν τον Παύλον και μερικούς άλλους φυλακισμένους εις κάποιον εκατόνταρχον ονομαζόμενον Ιούλιον, της αυτοκρατορικής φρουράς.
2 Επιβιβασθήκαμε εις πλοίον Αδραμυττηνόν, που θα έπλεε εις λιμένας της Ασίας, και ξεκινήσαμε, είχαμε δε μαζί μας τον Αρίσταρχον, Μακεδόνα από την Θεσσαλονίκην.
3 Την επομένην εφθάσαμεν εις την Σιδώνα και ο Ιούλιος εφέρθηκε ευγενικά προς τον Παύλον και του επέτρεψε να μεταβή εις τους φίλους του δια να τον περιποιηθούν.
4 Απ’ εκεί εφύγαμεν και επλεύσαμεν προς τα υπήνεμα μέρη της Κύπρου, διότι οι άνεμοι ήσαν αντίθετοι,
5 και αφού επλεύσαμεν το πέλαγος της Κιλικίας και της Παμφυλίας, ήλθαμεν εις τα Μύρα της Λυκίας.
6 Εκεί ο εκατόνταρχος ευρήκε πλοίον Αλεξανδρινόν που προωρίζετο δια την Ιταλίαν και μας επιβίβασεν εις αυτό.
7 Επί πολλάς ημέρας επλέαμεν σιγά και με δυσκολίαν εφθάσαμεν κοντά εις την Κνίδον, επειδή δε ο άνεμος δεν μας επέτρεπε να προχωρήσωμεν, επλεύσαμεν, όταν επεράσαμε την Σαλμώνην, νοτίως της Κρήτης.
8 Πλέοντες με κόπον πλησίον της ακτής, ήλθαμεν σε κάποιον τόπον που ωνομάζετο Καλοί Λιμένες, πλησίον του οποίου ήτο η πόλις Λασαία.
9 Επειδή είχε περάσει αρκετός χρόνος και το ταξίδι ήτο επικίνδυνον, διότι και η νηστεία είχε ήδη περάσει, ο Παύλος είπε, «Άνδρες, βλέπω ότι το ταξίδι θα γίνη με κακοπάθειαν και με μεγάλην ζημίαν όχι μόνον του φορτίου και του πλοίου αλλά και της ζωής μας».
11 Ο εκατόνταρχοε επείθετο μάλλον εις τον κυβερνήτην και εις τον ιδιοκτήτην του πλοίου παρά εις τα λεγόμενα του Παύλου.
12 Επειδή δε ο λιμήν δεν ήτο κατάλληλος δια να παραχειμάσουν, οι περισσότεροι ήσαν της γνώμης ν’ αναχωρήσουν απ’ εκεί, μήπως μπορέσουν να φθάσουν εις τον Φοίνικα, λιμένα της Κρήτης, ο οποίος βλέπει προς τα νοτιοδυτικά και βορειοδυτικά, και να παραχειμάσουν εκεί.

Θύελλα και ναυάγιον εις Μελίτην (Μάλταν)

13 Όταν άρχισε να πνέη ελαφρός νότιος άνεμος, ενόμισαν ότι μπορούν να πραγματοποιήσουν το σχέδιόν τους και, σηκώσαντες την άγκυραν, έπλεαν κατά μήκος της Κρήτης, κοντά εις την ακτήν.
14 Αλλ’ ύστερα από λίγο ξέσπασε εναντίον της ένας ανεμοστρόβιλος που ονομάζεται Ευροκλύδων.
15 Επειδή δε το πλοίον συμπαρασύρθηκε και δεν ήτο δυνατόν να αντισταθή, παρεδόθημεν εις τον άνεμον και παρεσυρόμεθα.
16 Όταν δε επλεύσαμεν κάτω από κάποιο νησάκι που ονομάζεται Κλαύδη, μόλις κατωρθώσαμεν να γίνωμεν κύριοι της λέμβου·
17 αφού την έσυραν επάνω, εχρησιμοποιούσαν βοηθητικά μέσα και έζωναν γύρω το πλοίον με καραβόσχοινο. Επειδή δε εφοβούντο μήπως πέσουν έξω εις την Σύρτιν, κατέβασαν τα πανιά και εσύροντο από το ρεύμα.
18 Επειδή υποφέραμεν πολύ από την θαλασσοταραχήν,
19 έρριξαν την επομένην εις την θάλασσαν μέρος του φορτίου και κατά την τρίτην ημέραν, με τα χέρια μας ερρίξαμε τον εξοπλισμόν του πλοίου.
20 Επειδή δε ούτε ήλιος ούτε άστρα εφαίνοντο επί πολλάς ημέρας και μια φοβερή θύελλα ήτο επάνω μας, είχε χαθή πλέον κάθε ελπίδα να σωθούμε.
21 Επέρασαν αρκεταί ημέραι χωρίς να έχουν φάγει τίποτε, και τότε ο Παύλος εστάθηκε μεταξύ τους και είπε, «Έπρεπε, ω άνδρες, να ακούσετε εμέ και να μη αναχωρήσετε από την Κρήτην και έτσι θα αποφεύγατε την ταλαιπωρίαν αυτήν και την ζημίαν.
22 Και τώρα σάς προτρέπω να έχετε θάρρος· κανείς από σάς δεν πρόκειται να χαθή, παρά μόνον το πλοίο.
23 Διότι μου παρουσιάσθηκε την νύχτα αυτήν άγγελος του Θεού, εις τον οποίον ανήκω και τον οποίον λατρεύω,
24 και μου είπε, «Μη φοβάσαι Παύλε. Πρέπει να παρουσιασθής εις τον Καίσαρα και ιδού, ο Θεός σου εχάρισε όλους τους συνταξιδιώτας σου».
25 Δια τούτο έχετε θάρρος, ω άνδρες· πιστεύω εις τον Θεόν, ότι έτσι θα συμβή καθώς μου ελέχθη. Πρέπει όμως να πέσωμεν έξω σε κάποιο νησί».
27 Την δεκάτην τετάρτην νύχτα, ενώ εφερόμεθα ακόμη εις το Αδριατικόν πέλαγος, οι ναύται, κατά τα μεσάνυχτα, ένοιωσαν ότι κάποια ξηρά ήτο πλησίον.
28 Εβυθομέτρησαν, ευρήκαν είκοσι οργυιές, όταν δε πέρασε ολίγον διάστημα και πάλιν εβυθομέτρησαν, ευρήκαν δέκα πέντε οργυιές.
29 Επειδή εφοβούντο μήπως πέσωμεν σε πετρώδεις τόπους, έρριξαν από την πρύμναν τέσσερις άγκυρες και παρακαλούσαν να ξημερώση.
30 Αλλ’ οι ναύται εζητούσαν να φύγουν από το πλοίον και είχαν κατεβάσει την λέμβον εις την θάλασσαν με την πρόφασιν ότι θα ρίξουν άγκυρες και από την πρώραν.
31 Τότε είπε ο Παύλος εις τον εκατόνταρχον και τους στρατιώτας, «Εάν αυτοί δεν μείνουν εις το πλοίον, δεν θα μπορέσετε σεις να σωθήτε».
32 Οι στρατιώται τότε απέκοψαν τα σχοινιά της λέμβου και την άφησαν να πέση έξω.
Ο Ύμνος της Αγάπης (από εδώ)
33 Ενώ επερίμεναν να ξημερώση, ο Παύλος προέτρεπε όλους να φάγουν, λέγων, «Σήμερα είναι η δεκάτη τετάρτη ημέρα που είσθε εις αναμονήν και νηστικοί, χωρίς να έχετε πάρει τίποτε.
34 Γι’ αυτό σάς παρακαλώ να φάτε, διότι πρόκειται περί της ζωής σας· κανενός από σάς δεν θα πέση ούτε τρίχα της κεφαλής του».
35 Όταν είπε αυτά, επήρε ψωμί, ευχαρίστησε τον Θεόν ενώπιον όλων και αφού το έκοψε άρχισε να τρώγη.
36 Τότε επήραν όλοι θάρρος και έφαγαν και αυτοί.
37 Εις το πλοίον ήμεθα εν συνόλω διακόσια εβδομήντα έξη πρόσωπα.
38 Και όταν εχόρτασαν από τροφήν, εξαλάφρωσαν το πλοίον ρίχνοντες το σιτάρι εις την θάλασσαν.
39 Όταν έγινε ημέρα, δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν την χώραν, αλλά παρετήρησαν κάποιον κόλπον με ακρογιαλιά, εις την οποίαν εσχεδίαζαν, εάν ήτο δυνατόν, να προσαράξουν το πλοίον.
40 Έλυσαν λοιπόν τις έγκυρες, τις έρριξαν εις την θάλασσαν, συγχρόνως δε εχαλάρωσαν τα λουριά των πηδαλίων, εσήκωσαν το πανί της πρώρας προς την κατεύθυνσιν του ανέμου και εφέροντο προς την ακρογιαλιά.
41 Αλλ’ επειδή έπεσαν σε μέρος που εκυκλώνετο εις τα δύο μέρη από θάλασσαν, έρριξαν το πλοίον εις τη ξηράν και η μεν πρώρα, επειδή ακούμπησε εις την αμμουδιά, έμεινε ακίνητη, ενώ η πρύμνη άρχισε να διαλύεται από την ορμήν των κυμάτων.
42 Τότε οι στρατιώται εσκέφθησαν να σκοτώσουν τους φυλακισμένους δια να μη κολυμπήση κανείς και φύγη.
43 Αλλ’ ο εκατόνταρχος, επειδή ήθελε να σώση τον Παύλον, δεν τους άφησε να εκτελέσουν το σχέδιόν τους και διέταξε να ριφθούν εις την θάλασσαν πρώτοι όσοι ήξεραν να κολυμπούν και να κατευθυνθούν προς την ξηράν,
44 οι δε λοιποί να βγούν, άλλοι μεν επάνω σε σανίδια, μερικοί δε επάνω σε συντρίμματα του πλοίου. Και έτσι εσώθηκαν όλοι εις την ξηράν.


Ο απόστολος Παύλος δαγκώνεται από την έχιδνα. Εικ. από αυτό το τουρκόφωνο ορθόδοξο site.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28

Ο Παύλος εις Μελίτην

1 Όταν εσωθήκαμε, τότε εμάθαμε ότι η νήσος ονομάζεται Μελίτη.
2 Οι ιθαγενείς μας φέρθηκαν με ασυνήθη ευγένειαν. Μας πήραν όλους κοντά σε μια φωτιά που είχε ανάψει επειδή είχε αρχίσει να βράχη και έκανε κρύο.
3 Ο Παύλος εμάζεψε αρκετά φρύγανα και τα έβαλε στην φωτιά και τότε βγήκε μια έχιδνα ένεκα της θερμότητος και εκρεμάσθηκε από το χέρι του.
4 Όταν οι ιθαγενείς είδαν το φίδι να κρέμεται από το χέρι του, έλεγαν μεταξύ τους: «Εξάπαντος φωνηάς πρέπει να είναι ο άνθρωπος αυτός, αφού ενώ εξέφυγε από την θάλασσαν, η θεία δίκη δεν τον άφησε να ζήση».
5 Αλλ’ ο Παύλος ετίναξε το φίδι στην φωτιά και δεν έπαθε τίποτε.
6 Εκείνοι επερίμεναν να πρησθή ή να πέση ξαφνικά νεκρός, αλλ’ αφού επερίμεναν πολλήν ώραν χωρίς να ιδούν να του συμβή κανένα κακό, αλλαξαν γνώμην και έλεγαν ότι είναι θεός.
7 Γύρω από τον τόπον εκείνον υπήρχαν κτήματα που ανήκαν εις τον πρώτον του νησιού που ωνομάζετο Πόπλιος, ο οποίος μας εδέχθηκε και μας εφιλοξένησε φιλόφρονα επί τρεις ημέρες.
8 Συνέβη δε να είναι ο πατέρας του Ποπλίου κατάκοιτος από πυρετούς και δυσεντερίαν. Ο Παύλος τον επισκέφθηκε και αφού προσευχήθηκε και έβαλε τα χέρια επάνω του, τον εθεράπευσε.
9 Έπειτα από αυτό, και οι λοιποί εις το νησί, που ήσαν άρρωστοι, ήρχοντο προς αυτόν και εθεραπεύοντο,
10 μας ετίμησαν δε με πολλάς εκδηλώσεις αγάπης, και όταν εφύγαμε μας έδωκαν και τα αναγκαία τρόφιμα.

Συνεχίζεται το ταξίδι προς την Ρώμην

11 Μετά τρεις μήνας αναχωρήσαμεν με πλοίον Αλεξανδρινόν, το οποίον είχε παραχειμάσει εις το νησί και είχε για σήμα τους Διοσκούρους.
12 Προσεγγίσαμε εις τας Συρακούσας και εμείναμεν εκεί τρεις ημέρες.
13 Απ’ εκεί, αφού περιήλθομεν την νήσον, εφθάσαμεν εις το Ρήγιον. Μετά μίαν ημέραν έπνευσε νότιος άνεμος και ήλθαμεν εις Ποτιόλους εντός δύο ημερών.
14 Εκεί ευρήκαμε αδελφούς και μας παρεκάλεσαν να μείνωμεν επτά ημέρες μαζί τους. Και έτσι ήλθαμεν εις την Ρώμην.
15 Οι εκεί αδελφοί, όταν άκουσαν για μας, ήλθαν μέχρι του Αππίου Φόρου και των Τριών Ταβερνών δια να μας προϋπαντήσουν και όταν ο Παύλος τους είδε ευχαρίστησε τον Θεόν και έλαβε θάρρος.
16 Όταν εμπήκαμε εις την Ρώμην, ο εκατόνταρχος παρέδωκε τους φυλακισμένους εις τον στρατοπεδάρχην, αλλ’ εις τον Παύλον επετράπη να μένη μόνος του μαζί με τον στρατώτην που τον εφύλαγε.

Ο Παύλος συζητεί με τους Ιουδαίους της Ρώμης

Ιστορική προσωπογραφία του απ. Παύλου (4ος αι. μ.Χ.) από την Κατακόμβη της Αγίας Θέκλας στη Ρώμη. Από αυτό το άρθρο για τη διερεύνηση του τάφου και των λειψάνων του αγίου στη Ρώμη.

17 Ύστερα από τρεις ημέρας, ο Παύλος προσκάλεσε τους προύχοντας από τους Ιουδαίους· και όταν εμαζεύθηκαν τους είπε, «Άνδρες αδελφοί, εγώ που δεν έκανα τίποτε εναντίον του λαού μας η των πατρικών εθίμων, παραδόθηκα δέσμιος από τα Ιεροσόλυμα εις τα χέρια των Ρωμαίων,
18 οι οποίοι, αφού με ανέκριναν, ήθελαν να με απολύσουν, διότι δεν υπήρχε σ’ εμέ τίποτε άξιον θανάτου.
19 Αλλ’ οι Ιουδαίοι έφεραν αντιρρήσεις και αναγκάσθηκα να επικαλεσθώ τον Καίσαρα· όχι διότι είχα να κατηγορήσω για τίποτε το έθνος μου.
20 Αυτός είναι ο λόγος που εζήτησα να σάς ιδώ και να σάς μιλήσω, διότι εξ αιτίας της ελπίδος του Ισραήλ είμαι δεμένος με την αλυσίδα αυτήν».
21 Αυτοί δε του είπαν, «Εμείς ούτε επιστολάς επήραμεν από την Ιουδαίαν, ούτε ήλθε κανείς από τους αδελφούς να εκθέση ή να πη τίποτε κακό για σένα.
22 Αλλ’ επιθυμούμεν να ακούσωμεν από σένα ποια είναι τα φρονήματά σου· διότι δια την θρησκευτικήν αυτήν αίρεσιν γνωρίζομεν ότι παντού κατηγορείται».
23 Αφού δε του ώρισαν ημέραν, ήλθαν εις αυτόν πολλοί εκεί που έμενε, εις τους οποίους ανέπτυσσε το θέμα, δίδων μαρτυρίαν δια την βασιλείαν του Θεού και προσπαθών να τους αποδείξη τα σχετικά με τον Ιησούν από τον νόμον του Μωϋσέως και από τους Προφήτας. Αυτό εγένετο από το πρωΐ έως το βράδυ.
24 Και μερικοί μεν επείθοντο από όσα ελέγοντο, ενώ άλλοι δεν επίστευαν.
25 Επειδή διαφωνούσαν μεταξύ τους, έφυγαν, αφού ο Παύλος τους είπε ένα λόγον: «Πόσον ορθά εμίλησε το Πνεύμα το Άγιον δια του Ησαΐα του προφήτου εις τους πατέρας μας όταν είπε:
26 Πήγαινε εις τον λαόν τούτον και πες: Θα ακούετε καλά, αλλά ποτέ δεν θα καταλάβετε και θα κυττάζετε καλά αλλά ποτέ δεν θα ιδήτε.
27 Διότι έγινε αναίσθητη η καρδιά του λαού τούτου και βαρειά ακούουν με τα αυτιά τους και έκλεισαν τα μάτια τους, μη τυχόν ιδούν με τα μάτια και ακούσουν με τα αυτιά και καταλάβουν με την καρδιά και μετανοήσουν και εγώ τους θεραπεύσω.
28 Ας είναι λοιπόν γνωστόν σ’ εσάς ότι εις τα έθνη απεστάλη η σωτηρία αυτή του Θεού, αυτοί και θα ακούσουν».
29 Και αφού είπε αυτά, έφυγαν οι Ιουδαίοι και είχαν μεγάλην συζήτησιν μεταξύ τους.

Επίλογος

30 Έμεινε δε ο Παύλος ολόκληρην διετίαν σε δικό του μισθωμένο σπίτι και εδέχετο όλους που επήγαιναν σ’ αυτόν
31 και εκήρυττε την βασιλείαν του Θεού και εδίδασκε τα σχετικά με τον Κύριον Ιησούν Χριστόν με παρρησίαν και χωρίς εμπόδια.


ΤΕΛΟΣ

"Ν": Εδώ τελειώνει το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Για τη συνέχεια και στοιχεία για τη δράση των άλλων αποστόλων, ένα κλικ αγάπης εδώ.

Orthodox Christian Easter 2014 in the Hong Kong & Taiwan - Πάσχα 2014 στην Κίνα, λειτουργίες και προβληματισμοί



The Website of the Orthodox Metropolitanate of Hong Kong & South East Asia
台灣基督東正教會 The Orthodox Church in Taiwan
Orthodox martyrs blood, saints and spiritual agonists in China 


Πηγή των βίντεο: το Ιστολόγιο της Ορθόδοξης Ιεραποστολής

Πάσχα 2014 στην Κίνα


Του κ. Ανδρέα Κυριακού

Σε ρωσσικό ιστολόγιο (pravoslavie.ru) εντόπισα κάποιες πληροφορίες σχετικά με το φετινό Πάσχα στην Κίνα. Κατ’ αρχήν τις παραθέτω. 
Κατά την ημέρα του Πάσχα ο π. Δημήτριος Φεντόριν, ορθόδοξος κληρικός από το Βλαδιβοστόκ, πόλη της Σιβηρίας κοντά στα κινεζικά σύνορα, βρέθηκε στην κινεζική πόλη Χαρμπίν (Μαντζουρία). Εκεί τέλεσε τη θεία λειτουργία σε ορθόδοξη εκκλησία της πόλεως ενώπιον 120 ορθοδόξων. Δεν διευκρινίζεται αν ήταν Κινεζοι και Ρώσσοι ή μόνο Ρώσσοι. 
Στη Σαγκάη, κινεζική μεγαλούπολη στο ανατολικό μέρος της Χώρας, ο π. Αλέξιος Κισέλεβιτς τέλεσε την παρχαλινή λειτουργία στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου ενώπιον 350 Ρώσσων, Ουκρανών, Ελλήνων, Γάλλων κι Αμερικανών Ορθόδοξων. Τέλος στην πρωτεύουσα της Χώρας Πεκίνο (Μπέιτζινγκ) στους χώρους της Ρωσσικής πρεσβείας, ο π. Σέργιος Βαρόνιν, εφημέριος του ναού, τέλεσε την πασχαλινή λειτουργία στον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ενώπιον 300 Ορθοδόξων. Πρέπει να αναφέρω την πληροφορία ότι στο Χόνγκ Κόνγκ (αυτόνομη περιοχή της Κίνας από το 1997) τελέστηκε πασχαλινή θ. λειτουργία στην εκκλησία των Απ. Πέτρου και Παύλου.

Από το Μάιο του 2013, που ο πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος πραγματοποιήσε επίσκεψη στη Χώρα, δεν ακούστηκε τίποτε το συγκεκριμένο από τους κυβερνώντες την κομμουνιστική Κίνα για την αναγνώριση της Ορθοδοξίας. 
Ενώ οι ντόπιες θρησκείες του Ταοϊσμού και Κομφουκιανισμού επιτρέπονται, όπως κι ο Βουδδισμός και το Ισλάμ, μόνο ο Παπισμός κι ο Προτεσταντισμός τυγχάνουν αναγνώρισης από το καθεστώς. Η περσινή παρουσία κινέζων ορθόδοξων στις λατρευτικές συνάξεις όπου χοροστάτησε ο πατριάρχης Κύριλλος δεν ήταν παρά ένα πυροτέχνημα, μια προσωρινή κατάσταση προς το θεαθήναι. Το κινεζικό καθεστώς δεν θέλει -όπως φαίνεται μέσα από τα γεγονότα- να επιτρέψει την επίσημη παρουσία της Ορθοδοξίας στη Χώρα. Οταν σκεφθεί κανείς ότι για να μπει κανείς στη ρωσσική πρεσβεία για να εκκλησιαστεί χρειάζεται να δείξει διαβατήριο, αυτό σημαίνει πως αυτόματα οι κινέζοι ορθόδοξοι αποκλείονται από τις λατρευτικές συνάξεις, έστω κι αν γίνονται κάθε Κυριακή.

Οσο για τις υπόλοιπες λειτουργίες, δηλαδή στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας και στη Σαγκάη, θυμίζουν τις πολυδιαφημιζόμενες λειτουργίες σε κατεχόμενες εκκλησίες της Κύπρου, όπως λ.χ. στον Αγιο Γεώργιο τον Εξωρινό στην εντός των τειχών Αμμόχωστο. Για το Χονγκ Κονγκ είναι γνωστό ότι εκεί υφίσταται από το 1997 Μητρόπολη του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ομως κι εκεί ο εθνοφυλετισμός τονίζει εμφαντικά την παρουσία του.

Δυστυχώς, ένα χρόνο μετά την επίσκεψη του πατριάρχη της Μόσχας δεν έγινε ουσιαστικά τίποτε που να μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως μπορεί οι Ορθόδοξοι της Κίνας να αποκτήσουν ξανά τα δικαιώματα που στερήθηκαν βάναυσα το 1949 με την επικράτηση του αθειστικού καθεστώτος του Μάο.

Ενώ ο Προτεσταντισμός προελαύνει ακάθεκτος (ελέω Αμερικής), η Ορθοδοξία βρίσκεται ουσιαστικά στην παρανομία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Δείτε και τα links που δίνουμε παραπάνω (ανάμεσα στα βίντεο), καθώς και: Η Ορθοδοξία στην Κίνα, άλλοτε και τώρα & Άγνωστοι Κινέζοι νεομάρτυρες
Αλλά και: «Όπως τα γουρούνια στο σφαγείο»: Η ημέρα που οι Κινέζοι αξιωματούχοι δολοφόνησαν βάναυσα το αγέννητο παιδί μου

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Οι Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. 21-24


Το αρχαίο κείμενο των Πράξεων μπορείτε να το δείτε εδώ & εδώ. Τη μετάφραση την αναδημοσιεύουμε από εδώ. Το προηγούμενο τμήμα είναι εδώ & το 1ο μέρος - με εισαγωγικά στοιχεία - εδώ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21

Από Μίλητον εις Τύρον

1 Όταν τους αποχωρισθήκαμε και αναχωρήσαμε, ήλθαμεν κατ’ ευθείαν εις την Κώ, την δε επομένην εις την Ρόδον και απ’ εκεί εις τα Πάταρα.
2 Εκεί ευρήκαμε πλοίον που θα επήγαινε εις την Φοινίκην, εις το οποίον επιβιβασθήκαμε και αναχωρήσαμε.
3 Όταν διακρίναμε την Κύπρον, την αφήσαμεν αριστερά, και επλέαμε προς την Συρίαν, προσεγγίσαμεν δε εις την Τύρον, διότι εκεί το πλοίον θα ξεφόρτωνε.
4 Επήγαμε και ευρήκαμε τους μαθητάς και εμείναμεν εκεί επτά ημέρες. Οι μαθηταί αυτοί υπό την έμπνευσιν του Πνεύματος έλεγαν εις τον Παύλον να μη ανεβή εις τα Ιεροσόλυμα.
5 Αλλ’ όταν συμπληρώσαμε τας ημέρας της διαμονής μας, εφύγαμεν, όλοι δε συν γυναιξί και τέκνοις μας συνώδευαν έως έξω από την πόλιν. Εις το ακρογιάλι εγονατίσαμε και προσευχηθήκαμε, αφού δε αποχαιρετίσαμεν ο ένας τον άλλον,
6 εμπήκαμε εις το πλοίον, ενώ εκείνοι επέστρεψαν εις τα σπίτια τους.

Εις Καισάρειαν

7 Επλεύσαμεν το διάστημα από την Τύρον και εφθάσαμεν εις την Πτολεμαΐδα, όπου εχαιρετήσαμεν τους αδελφούς και εμείναμεν μαζί τους μίαν ημέραν.
8 Την άλλην ημέραν αναχωρήσαμεν και ήλθαμεν εις την Καισάρειαν, επήγαμε δε εις το σπίτι του Φιλίππου του ευαγγελιστού, ο οποίος ήτο ένας από τους επτά, και εμείναμεν μαζί του.
9 Είχε τέσσερις θυγατέρες παρθένους, αι οποίαι επροφήτευαν.
10 Είχαμε μείνει εκεί αρκετές ημέρες ότε κατέβηκε από την Ιουδαίαν κάποιος προφήτης ονομαζόμενος Άγαβος,
11 ο οποίος όταν μας επεσκέφθη, επήρε την ζώνην του Παύλου, του έδεσε τα χέρια και τα πόδια, και είπε, «Αυτά λέγει το Πνεύμα το Άγιον: Εις την Ιερουσαλήμ έτσι θα δέσουν οι Ιουδαίοι τον άνδρα εις τον οποίον ανήκει αυτή η ζώνη και θα τον παραδώσουν εις τα χέρια των εθνικών».
12 Μόλις ακούσαμεν αυτά, εμείς και οι εντόπιοι τον παρακαλούσαμε να μη ανεβή εις την Ιερουσαλήμ.
13 Αλλ’ ο Πέτρος απεκρίθη, «Τι κερδίζετε με το να κλαίτε και να μου ραγίζετε την καρδιά; Εγώ είμαι πρόθυμος όχι μόνον να δεθώ αλλά και να πεθάνω εις την Ιερουσαλήμ δια το όνομα του Κυρίου Ιησού».
14 Αφού δεν επείθετο, ησυχάσαμε και είπαμε, «Ας γίνη το θέλημα του Κυρίου».

Προς τα Ιεροσόλυμα

15 Ύστερα από τας ημέρας αυτάς, ετοιμασθήκαμε και αρχίσαμε να ανεβαίνωμεν προς την Ιερουσαλήμ.
16 Μαζί μας ήλθαν και μερικοί από τους μαθητάς της Καισαρείας και έφεραν κάποιον Μνάσωνα Κύπριον, παλαιόν μαθητήν, εις το σπίτι του οποίου επρόκειτο να φιλοξενηθούμε.
17 Όταν εφθάσαμεν εις τα Ιεροσόλυμα, οι αδελφοί μας εδέχθησαν με χαράν.

Ο Παύλος προσπαθεί να εξευμενίση τους Ιουδαίους χριστιανούς

18 Την επομένην ημέραν ο Παύλος επήγε μαζί μας να επισκεφθή τον Ιάκωβον και ήλθαν και όλοι οι πρεσβύτεροι.
19 Αφού τους εχαιρέτησε, τους διηγήθηκε λεπτομερώς όσα ο Θεός έκανε εις τους εθνικούς δια της υπηρεσίας του.
20 Αυτοί όταν τα άκουσαν, εδόξαζαν τον Κύριον και είπαν εις τον Παύλον, «Βλέπεις, αδελφέ, ότι πολλές χιλιάδες από τους Ιουδαίους έχουν πιστέψει και όλοι είναι ζηλωταί του νόμου.
21 Επληροφορήθησαν όμως για σένα ότι διδάσκεις όλους τους Ιουδαίους, που ζουν μεταξύ των εθνικών, αποστασίαν από τον Μωϋσήν, διότι τους λέγεις να μη περιτέμνουν τα παιδιά τους ούτε να τηρούν τα έθιμα.
22 Το πρέπει να γίνη λοιπόν; Χωρίς άλλο θα μαζευθή πλήθος, διότι θα ακούσουν ότι ήλθες.
23 Κάνε λοιπόν ό,τι σου πούμε. Έχομεν τέσσερις άνδρες που έχουν επάνω τους τάξιμο.
24 Πάρε τους μαζί σου, κάνε το τυπικόν του καθαρισμού μαζί τους και πλήρωσε τα έξοδά τους δια το ξύρισμα της κεφαλής και έτσι όλοι θα μάθουν ότι τίποτε από όσα έχουν πληροφορηθή για σένα δεν είναι αληθές, αλλά ότι και εσύ ο ίδιος εξακολουθείς να φυλάττης τον νόμον.
25 Ως προς δε τους εθνικούς που επίστεψαν, τους εγνωστοποιήσαμεν με επιστολήν την απόφασίν μας να μη τηρούν τίποτε από αυτά παρά να απέχουν από κρέας που έχει προσφερθή εις τα είδωλα, από αίμα, από ό,τι έχει στραγγαλισθή και από την πορνείαν».
26 Τότε ο Παύλος επήρε τους άνδρας, και την επομένην ημέραν έκανε το τυπικόν του καθαρισμού μαζί τους και εμπήκε εις τον ναόν, δια να δηλώση πότε θα έχουν συμπληρωθή αι ημέραι του καθαρισμού και να προσφερθή θυσία δια τον καθένα από αυτούς.

Ταραχή εις τα Ιεροσόλυμα και σύλληψις του Παύλου

27 Όταν επρόκειτο να συμπληρωθούν αι επτά ημέραι, οι Ιουδαίοι που ήσαν από την Ασίαν, τον είδαν εις τον ναόν, ξεσήκωσαν όλον τον λαόν και τον συνέλαβαν φωνάζοντες,
28 «Άνδρες Ισραηλίται, βοηθάτε! Αυτός είναι ο άνθρωπος που παντού διδάσκει όλους κατά του λαού, του νόμου και του τόπου τούτου, ακόμη δε και Έλληνας έμπασε εις τον ναόν και εμόλυνε τον άγιον τούτον τόπον».
29 Διότι είχαν ιδή προηγουμένως τον Τρόφιμον τον Εφέσιον εις την πόλιν μαζί του και υπέθεσαν ότι ο Παύλος τον είχε φέρει εις τον ναόν.
30 Και όλη η πόλις είχε εξεγερθή και είχε συρρεύσει λαός. Έπιασαν τον Παύλον, τον έσυραν έξω από τον ναόν και αμέσως έκλεισαν οι πόρτες.
31 Ενώ δε εζητούσαν να τον σκοτώσουν, έφθασε η είδησις εις τον χιλίαρχον της φρουράς ότι ολόκληρη η Ιερουσαλήμ είναι ανάστατη.
32 Αυτός επήρε αμέσως στρατιώτες και εκατοντάρχους και έτρεξε εναντίον τους. Όταν εκείνοι είδαν τον χιλίαρχον και τους στρατιώτες, έπαυσαν να κτυπούν τον Παύλον.
33 Ο χιλίαρχος επλησίασε, τον έπιασε και διέταξε να δεθή με δύο αλυσίδες· ύστερα ερώτησε ποιος είναι και τι είχε κάνει.
34 Μεταξύ του όχλου μερικοί εφώναζαν τούτο και άλλοι εκείνο. Επειδή δε δεν μπορούσε να μάθη την αλήθειαν εξ αιτίας του θορύβου, διέταξε να οδηγηθή εις τον στρατώνα.
35 Όταν έφθασε ο Παύλος εις τα σκαλιά, εδέησε να βασταχθή από τους στρατιώτες εξ αιτίας της βίας του όχλου,
36 διότι ακολουθούσε πλήθος λαού και έκραζε, «Εξαφάνισέ τον».
37 Ενώ επρόκειτο ο Παύλος να εισαχθή εις τον στρατώνα, λέγει εις τον χιλίαρχον, «Επιτρέπεται να σου πω κάτι;». Και εκείνος είπε, «Ώτε ξέρεις ελληνικά;.
38 Δεν είσαι λοιπόν συ ο Αιγύπτιος που επαναστάτησε προ ολίγων ημερών και ωδήγησε εις την έρημον τέσσερις χιλιάδες τρομοκράτας;».
39 Ο Παύλος απεκρίθη, «Εγώ είμαι Ιουδαίος από την Ταρσόν της Κιλικίας, πολίτης όχι ασήμου πόλεως. Σε παρακαλώ να μου επιτρέψης να μιλήσω εις τον λαόν».
40 Αυτός το επέτρεψε, και ο Παύλος εστάθηκε εις τα σκαλιά και ένευσε με το χέρι εις τον λαόν. Όταν επεκράτησε ησυχία, τους προσεφώνησε εις την Εβραϊκήν διάλεκτον και είπε:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22

Ομιλία του Παύλου προς τους Ιουδαίους

1 «Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούστέ με τώρα να απολογούμαι σ’ εσάς».
2 Όταν άκουσαν ότι τους προσφωνούσε εις την Εβραϊκήν διάλεκτον, ησύχασαν ακόμη περισσότερον.
3 Και συνέχισε, «Εγώ είμαι Ιουδαίος, εγεννήθηκα εις την Ταρσόν της Κιλικίας, αλλ’ ανατράφηκα εις την πόλιν αυτήν· ως μαθητής του Γαμαλιήλ έμαθα με ακρίβειαν τον πατρικόν νόμον και ήμουν ζηλωτής του Θεού, καθώς είσθε όλοι σεις σήμερα.
4 Την νέαν αυτήν διδασκαλίαν κατεδίωξα μέχρι θανάτου και παρέδιδα αλυσοδεμένους σε φυλακές άνδρες και γυναίκες,
5 όπως ο αρχιερεύς μαρτυρεί δι’ εμέ και όλον το σώμα των πρεσβυτέρων, παρά των οποίων έλαβα και επιστολάς προς τους συναδέλφους της Δαμασκού και επήγαινα δια να φέρω εις την Ιερουσαλήμ δεμένους και εκείνους που ήσαν εκεί, δια να τιμωρηθούν.
6 Ενώ εβάδιζα και επλησίαζα εις την Δαμασκόν, αιφνιδίως κατά την μεσημβρίαν άστραψε γύρω μου μεγάλο φως από τον ουρανόν.
7 Έπεσα εις το έδαφος και άκουσα φωνήν να μου λέγει, «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις;».
8 Εγώ απεκρίθην, «Ποιος είσαι, Κύριε;». Και αυτός μου είπε, «Εγώ είμαι ο Ιησούς ο Ναζωραίος, τον οποίον συ καταδιώκεις».

Ο απόστολος Παύλος με σκηνές από τη ζωή του (από εδώ)

9 Εκείνοι που ήσαν μαζί μου είδαν το φως και εφοβήθηκαν, δεν άκουσαν όμως την φωνήν εκείνου που μου μιλούσε.
10 Είπα τότε, «Τι να κάνω, Κύριε;». Ο δε Κύριος μου είπε, «Σήκω, πήγαινε εις την Δαμασκόν και εκεί θα σου πουν όλα όσα είναι καθωρισμένα δια σε να κάνης».
11 Επειδή δε δεν έβλεπα από την λάμψιν του φωτός εκείνου, με ωδηγούσαν από το χέρι οι σύντροφοί μου και έτσι ήλθα εις την Δαμασκόν.
12 Κάποιος Ανανίας, άνθρωπος ευσεβής κατά τον νόμον, ο οποίος είχε καλήν φήμην από όλους τους Ιουδαίους κατοίκους της Δαμασκού,
13 ήλθε και στάθηκε μπροστά μου και μου είπε, «Σαούλ αδελφέ, απόκτησε πάλιν το φως σου». Και αμέσως ύψωσα το βλέμμα μου προς αυτόν.
14 Αυτός δε μου είπε, «Ο Θεός των πατέρων μας σε προώρισε να μάθης το θέλημά του και να ιδής τον Δίκαιον και να ακούσης φωνήν από το στόμα του.
15 Διότι θα του είσαι μάρτυς εις όλους τους ανθρώπους δι’ όσα είδες και άκουσες.
16 Και τώρα γιατί χρονοτριβείς; Σήκω και βαπτίσου και πλύσου από τας αμαρτίας σου αφού επικαλεσθής το όνομα του Κυρίου».
17 Όταν επέστρεψα εις την Ιερουσαλήμ και ενώ προσευχόμουν εις τον ναόν, περιέπεσα εις έκστασιν και τον είδα,
18 μου έλεγε δε: «Τρέξε και φύγε γρήγορα από την Ιερουσαλήμ, διότι δεν θα δεχθούν την αμαρτίαν σου για μένα».
19 Και εγώ είπα, «Κύριε, αυτοί ξέρουν ότι εγώ εφυλάκιζα και έδερνα εις τας συναγωγάς εκείνους που επίστευαν σ’ εσένα.
20 Και όταν εχύνετο το αίμα του Στεφάνου του μάρτυρά σου, ήμουν και εγώ παρών και συγκατένευα εις τον φόνον του και εφύλαγα τα ενδύματα εκείνων που τον εφόνευαν».
21 Και αυτός μου είπε, «Πήγαινε, διότι εγώ θα σε στείλω μακρυά εις εθνικούς».

Ο Παύλος επικαλείται την ιδιότητά του του Ρωμαίου πολίτου

22 Έως αυτό το σημείον του λόγου τον άκουαν, αλλά ύστερα άρχισαν να φωνάζουν, «Εξαφάνισε από την γην ένα τέτοιον άνθρωπον, διότι δεν πρέπει να ζη».
23 Επειδή δε εφώναζαν και έρριχναν τα ενδύματά τους και εσκόρπιζαν σκόνιν εις τον αέρα,
24 ο χιλίαρχος διέταξε να οδηγηθή εις τον στρατώνα και να τον ανακρίνουν με μαστιγώσεις δια να μάθη την αιτίαν δια την κατακραυγήν αυτήν εναντίον του.
25 Αλλ’ όταν τον είχαν δέσει δια να τον μαστιγώσουν, είπε ο Παύλος εις τον εκατόνταρχον που ήτο εκεί, «Σάς επιτρέπεται από τον νόμον να μαστιγώσετε Ρωμαίον πολίτην χωρίς να έχει καταδικασθή;».
26 Όταν άκουσε αυτό ο εκατόνταρχος, επήγε εις τον χιλίαρχον και του είπε, «Πρόσεξε τι πας να κάνης, διότι ο άνθρωπος αυτός είναι Ρωμαίος πολίτης».
Εικ. από εδώ
27 Ήλθε τότε ο χιλίαρχος και του είπε, «Πες μου, είσαι Ρωμαίος πολίτης;». Αυτός δε είπε, «Ναι».
28 Και ο χιλίαρχος απεκρίθη, «Εγώ με πολλά χρήματα απέκτησα το δικαίωμα τούτο του πολίτου». Ο Παύλος είπε, «Εγώ όμως το έχω εκ γενετής».
29 Τότε απεσύρθησαν αμέσως εκείνοι που επρόκειτο να τον ανακρίνουν και ο ίδιος ο χιλίαρχος εφοβήθηκε, όταν είδε ότι ο Παύλος είναι Ρωμαίος πολίτης και τον είχε δέσει.

Ο Παύλος απολογείται ενώπιον του Συνεδρίου

30 Την άλλην ημέραν, επειδή ήθελε να μάθη ακριβώς δια ποίαν αιτίαν κατηγορείτο από τους Ιουδαίους, τον έλυσε από τα δεσμά και διέταξε να συνέλθουν οι αρχιερείς και ολόκληρον το συνέδριόν τους. Ύστερα έφερε κάτω τον Παύλον και τους τον παρουσίασε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23

1 Ο Παύλος έρριξε το βλέμμα του εις το συνέδριον και είπε, «Άνδρες αδελφοί, εγώ έζησα ενώπιον του Θεού έως σήμερα με τελείως αγαθήν συνείδησιν».
2 Ο αρχιερέας Ανανίας τότε διέταξε εκείνους που εστέκοντο πλησίον του να τον κτυπήσουν εις το στόμα.
3 Ο Παύλος τότε του είπε, ο Θεός θα κτυπήση σε,  τοίχε ασβεστωμένε· κάθεσαι εκεί δια να με κρίνης σύμφωνα με τον νόμον, και όμως παραβαίνεις τον νόμον και διατάσσεις να με κτυπήσουν;».
4 Εκείνοι που εστέκοντο πλησίον του είπαν, «Τον αρχιερέα του Θεού υβρίζεις;».
5 Και ο Παύλος είπε, «Δεν εγνώριζα, αδελφοί, ότι είναι αρχιερεύς· διότι είναι γραμμένον: Να μη κακολογήσης άρχοντα του λαού σου».
6 Όταν ο Παύλος αντελήφθη ότι μία μερίς ήσαν Σαδδουκαίοι και η άλλη Φαρισαίοι, εφώναξε εις το συνέδριον, «Άνδρες αδελφοί, εγώ είμαι Φαρισαίος, υιος Φαρισαίου· δια την ελπίδα και την ανάστασιν των νεκρών εγώ δικάζομαι».
7 Όταν είπε αυτό, έγινε φιλονεικία μεταξύ των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων και εδιχάσθηκε το συνέδριον.
8 – Οι μεν Σαδδουκαίοι λέγουν ότι δεν υπάρχει ανάστασις ούτε άγγελος ούτε πνεύμα, οι δε Φαρισαίοι παραδέχονται και τα δύο. –
9 Έγινε θόρυβος μεγάλος και σηκώθηκαν οι γραμματείς της μερίδος των Φαρισαίων και φιλονεικούσαν λέγοντες, «Κανένα κακό δεν βρίσκομε εις τον άνθρωπον αυτόν. Εάν του μίλησε κάποιο πνεύμα η κάποιος άγγελος, ας μη πολεμούμε εναντίον του Θεού».
10 Επειδή δε έγινε μεγάλη φιλονεικία, ο χιλίαρχος εφοβήθηκε μήπως διασπαράξουν τον Παύλον και διέταξε το στράτευμα να κατεβή, να τον πάρουν από αυτούς δια της βίας και να τον φέρουν εις τον στρατώνα.
11 Την επομένην νύχτα παρουσιάσθηκε εις αυτόν ο Κύριος και του είπε, «Έχε θάρρος, Παύλε. Διότι όπως έμαρτύρησες για μένα εις την Ιερουσαλήμ, έτσι πρέπει να δώσης μαρτυρίαν και εις την Ρώμην».

Συνωμοσία των Ιουδαίων εναντίον του Παύλου

12 Όταν εξημέρωσε, μερικοί από τους Ιουδαίους συνωμότησαν και ωρκίσθηκαν να μη φάγουν ούτε να πιούν έως ότου σκοτώσουν τον Παύλον.
13 Ήσαν δε περισσότεροι από σαράντα εκείνοι που έκαναν την συνωμοσίαν αυτήν·
14 και επήγαν εις τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους και είπαν, «Εδεσμευτήκαμε με όρκον να μη γευθούμε τίποτε, , έως ότου σκοτώσωμε τον Παύλον.
15 Τώρα λοιπόν σεις και το συνέδριον ειδοποιήσατε τον χιλίαρχον να σάς τον παρουσιάση αύριον με την δικαιολογίαν ότι θα εξετάσετε ακριβέστερα την υπόθεσίν του· εμείς δε πριν πλησιάση, θα είμεθα έτοιμοι να τον σκοτώσωμε».
16 Αλλ’ ο υιος της αδελφής του Παύλου άκουσε την ενέδραν, επήγε εις τον στρατώνα, εμπήκε μέσα και το ανέφερε εις τον Παύλον.
17 Ο Παύλος εκάλεσεν ένα από τους εκατόνταρχους και του είπε, «Οδήγησε αυτόν τον νέον εις τον χιλίαρχον, διότι έχει να του πη κάτι».
18 Ο εκατόνταρχος τον επήρε και τον ωδήγησεν εις τον χιλίαρχον, και είπε, «Ο Παύλος που είναι φυλακισμένος με εκάλεσε και μου είπε να φέρω αυτόν τον νέον σ’ εσένα, διότι έχει κάτι να σου πη».
19 Ο χιλίαρχος τον έπιασε από το χέρι, τον επήρε ιδιαιτέρως και τον ερώτησε, «Τι έχεις να μου πης;».
20 Αυτός δε είπε, «Οι Ιουδαίοι συνεφώνησαν να σε παρακαλέσουν να φέρης τον Παύλον αύριον εις το συνέδριον, με την δικαιολογίαν ότι θέλουν να μάθουν ακριβέστερα γι’ αυτόν.
21 Αλλά μην τους πιστέψης διότι τον παραμονεύουν περισσότεροι από σαράντα άνδρες οι οποίοι ωρκίσθησαν να μη φάγουν ούτε να πιούν, έως ότου τον σκοτώσουν και τώρα είναι έτοιμοι και περιμένουν την συγκατάθεσίν σου».
22 Ο χιλίαρχος απέλυσε τον νέον με την εντολήν: «Να μη πης σε κανένα ότι μου τα εφανέρωσες».

Ο Παύλος αποστέλλεται εις Καισάρειαν

23 Ύστερα εκάλεσε δύο από τους εκατοντάρχους και τους είπε, «Ετοιμάστε από την τρίτην νυχτερινήν ώραν διακοσίους στρατιώτας δια να μεταβούν έως την Καισάρειαν μαζί με εβδομήντα ιππείς και διακοσίους λογχοφόρους.
24 Να έχουν και ζώα δια να καθήση ο Παύλος και να τον φέρουν με ασφάλειαν εις τον Φήλικα τον ηγεμόνα».
25 Έγραψε και επιστολήν, η οποία είχε τον εξής τύπον:
26 «Ο Κλαύδιος Λυσίας στέλλει χαιρετισμούς εις τον εξοχώτατον ηγεμόνα Φήλικα.
27 Ο άνθρωπος αυτός συνελήφθη από τους Ιουδαίους και επρόκειτο να τον σκοτώσουν ότε επενέβην με τους στρατιώτας και τον έσωσα, επειδή έμαθα ότι είναι Ρωμαίος πολίτης.
28 Επειδή δε ήθελα να μάθω δια ποίαν αιτίαν τον κατηγορούσαν, τον επήρα κάτω εις το συνέδριόν τους·
29 και είδα ότι κατηγορείται δια ζητήματα του νόμου των, αλλά δεν υπήρχε καμμία κατηγορία εναντίον του που να τιμωρείται με θάνατον η φυλάκισιν.
30 Επειδή όμως μου εγνωστοποιήθη ότι επρόκειτο να γίνη επίθεσις των Ιουδαίων εναντίον του, τον έστειλα αμέσως προς σε, και παρήγγειλα επίσης εις τους κατηγόρους να πουν ενώπιόν σου ό,τι έχουν εναντίον του. Υγίαινε».
31 Οι στρατιώται λοιπόν, σύμφωνα με την διαταγήν που είχαν, επήραν τον Παύλον και τον έφεραν την νύχτα εις την Αντιπατρίδα,
32 την άλλην δε ημέραν άφησαν τους ιππείς να πορευθούν μαζί του, αυτοί δε επέστρεψαν εις τον στρατώνα.
33 Εκείνοι, όταν ήλθαν εις την Καισάρειαν, έδωκαν την επιστολήν εις τον ηγεμόνα και του παρουσίασαν τον Παύλον.
34 Ο ηγεμών εδιάβασε την επιστολήν και τον ερώτησε από ποιάν επαρχίαν είναι.
35 Όταν έμαθε ότι είναι από την Κιλικίαν, «Θα σε ανακρίνω», είπε, «όταν έλθουν και οι κατήγοροί σου». Διέταξε να τον έχουν υπό φρούρησιν εις το διοικητήριον του Ηρώδη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24

Ο Παύλος δικάζεται από τον Ρωμαίον ηγεμόνα Φήλικα

1 Μετά πέντε ημέρας, κατέβηκε ο αρχιερεύς Ανανίας μαζί με τους πρεσβυτέρους και κάποιον δικηγόρον Τέρτυλλον, και διετύπωσαν κατηγορίας εις τον ηγεμόνα κατά του Παύλου.
2 Όταν δε αυτός εκλήθη, άρχισε ο Τέρτυλλος να τον κατηγορή, λέγων,
3 «Το ότι χάρις σ’ εσέ, εξοχώτατε Φήλιξ, απολαμβάνομεν αδιάκοπον ειρήνην και ότι γίνονται έργα εις το έθνος τούτο χάρις εις την πρόνοιάν σου, με κάθε τρόπον και παντού το αναγνωρίζομεν με μεγάλην ευγνωμοσύνην.
4 Δια να μη σε κουράσω περισσότερον, σε παρακαλώ να έχης την καλωσύνην να μας ακούσης συντόμως.
5 Τον άνθρωπον αυτόν τον θεωρούμεν σαν πανούκλα και πρόξενον ταραχής μεταξύ όλων των Ιουδαίων εις όλον τον κόσμον, είναι δε πρωτοστάτης της αιρέσεως των Ναζωραίων· ακόμη και τον ναόν επεχείρησε να μολύνη.
6 Γι’ αυτό τον επιάσαμε και ηθέλαμε να τον κρίνωμεν σύμφωνα με τον νόμον μας,
7 αλλά ήλθε ο Λυσίας ο χιλίαρχος και τον επήρε με μεγάλην βίαν από τα χέρια μας,
8 διέτεξε δε τους κατηγόρους του να παρουσιασθούν ενώπιόν σου. Αφού τον ανακρίνης συ ο ίδιος, θα μπορέσης να μάθης δι’ όλα όσα εμείς τον κατηγορούμεν».
9 Την κατηγορίαν υπεστήριξαν και οι Ιουδαίοι, λέγοντες ότι έτσι έχουν τα πράγματα.
10 Τότε ο Παύλος, αφού του έκανε νεύμα ο ηγεμών να μιλήση, είπε, «Επειδή γνωρίζω ότι από πολλά χρόνια είσαι δικαστής εις το έθνος τούτο, απολογούμαι με μεγαλυτέραν προθυμίαν δια τον εαυτόν μου,
11 επειδή είσαι εις θέσιν να μάθης ότι δεν επέρασαν περισσότερες από δώδεκα ημέρες που ανέβηκα δια να προσκυνήσω εις την Ιερουσαλήμ·
12 και δεν με ευρήκαν να συζητώ με κανένα ή να παρακινώ τον λαόν εις επανάστασιν ούτε εις τον ναόν ούτε εις τας συναγωγάς, ούτε εις την πόλιν·
13 ούτε μπορούν να αποδείξουν εκείνα που τώρα με κατηγορούν.
14 Ομολογώ δε σ’ εσέ τούτο, ότι κατά την διδασκαλίαν που ονομάζουν αίρεσιν, έτσι λατρεύω τον Θεόν των πατέρων μας και πιστεύω όλα που είναι γραμμένα εις τον νόμον και εις τους προφήτας,
15 και έχω ελπίδα εις τον Θεόν, την οποίαν και αυτοί δέχονται, ότι μέλλει να γίνη ανάστασις των νεκρών, τόσο των δικαίων όσον και των αδίκων.
16 Δια τούτο και εγώ προσπαθώ με κάθε τρόπον να έχω πάντοτε καθαράν συνείδησιν προς τον Θεόν και τους ανθρώπους.
17 Ύστερα από πολλά χρόνια ήλθα δια να φέρω εις το έθνος μου ελεημοσύνας και να κάνω θυσίας.
18 Κατ’ αυτήν την περίστασιν με ευρήκαν εις τον ναόν να υποβάλλωμαι εις αγνισμόν, όχι μαζί με όχλον ούτε με θόρυβον, μερικοί Ιουδαίοι από την Ασίαν,
19 οι οποίοι έπρεπε να παρουσιασθούν ενώπιόν σου και να με κατηγορήσουν εάν έχουν τίποτε εναντίον μου.
20 Η αυτοί εδώ ας πουν τι αδίκημα μου ευρήκαν, όταν παρουσιάσθηκα εις το συνέδριον,
21 εκτός από το ένα αυτό πράγμα που εφώναξα, όταν έστεκα μεταξύ τους, δηλαδή, «Δια την ανάστασιν των νεκρών δικάζομαι από σάς σήμερα».

Ο Φήλιξ αναβάλλει την δίκην

22 Όταν άκουσε αυτά ο Φήλιξ, ανέβαλε την δίκην, διότι εγνώριζε ακριβέστερα τα σχετικά προς την διδασκαλίαν, και είπε, «Όταν κατεβή ο Λυσίας ο χιλίαρχος, θα αποφασίσω επί της υποθέσεώς σας».
23 Διέταξε δε τον εκατόνταρχον να κρατή υπό επιτήρησιν τον Παύλον και να του παρέχη ευκολίαν και να μη εμποδίζη κανένα από τους φίλους του να τον υπηρετή ή να τον επισκέπτεται.
24 Ύστερα από λίγες ημέρες ήλθε ο Φήλιξ μαζί με την σύζυγόν του Δρουσίλλαν, η οποία ήτο Ιουδαία, και καλέσας τον Παύλον, τον άκουσε να του μιλή περί πίστεως εις τον Χριστόν.
25 Αλλά όταν εμιλούσε δια ζητήματα δικαιοσύνης και εγκρατείας και μελλούσης κρίσεως, φοβισμένος ο Φήλιξ είπε, «Επί του παρόντος πήγαινε και όταν θα έχω καιρόν θα σε καλέσω».
26 Συγχρόνως ήλπιζε ότι θα του εδίδοντο χρήματα από τον Παύλο δια να τον απολύση· δια τούτο τον εκαλούσε συχνά και μιλούσε μαζί του.
27 Όταν συμπληρώθηκε διετία, τον Φήλικα διεδέχθη ο Πόρκιος Φήστος. Επειδή δε ο Φήλιξ ήθελε να κάνη χάριν εις τους Ιουδαίους, άφησε τον Παύλο φυλακισμένον.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ (ΕΔΩ)...