ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Καλώς να 'ρθεις, άγιε Βασίλη! Καλή κι ευλογημένη νέα χρονιά!

Ναι, υπάρχει άη Βασίλης!

Κλικ εδώ!
Κείμενα του αγίου Βασιλείου μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Ομιλία του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου για το φίλο του, τον άγιο Βασίλειο, εδώ


Ας προσθέσουμε:
Κων. Χολέβα, Ο αληθινός άγιος Βασίλειος και η Παιδεία (από Ζωηφόρο)

Μέσα στα πολλά ψεύτικα που κυκλοφορούν στην εποχή μας τα περισσότερα ελληνόπουλα βλέπουν να διαφημίζεται ένας ξενόφερτος Αη-Βασίλης, ο οποίος αντιγράφει τον SANTA CLAUS, δηλαδή τον Άγιο Νικόλαο των δυτικοευρωπαίων και των αμερικανών. Οι Δυτικοί λαοί απέδωσαν στο στρουμπουλό κόκκινο ανθρωπάκι του γνωστού αναψυκτικού το όνομα του Έλληνα Επισκόπου Μύρων της Λυκίας (Μ. Ασίας) Αγίου Νικολάου, επειδή και εκείνου η γιορτή συμπίπτει μέσα στον χειμώνα. Όμως ο πραγματικός Άγιος Βασίλειος, ο Μέγας Βασίλειος της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των γραμμάτων, δεν έχει καμία σχέση. Ούτε ηλικιακά ούτε εμφανισιακά. Ο Άγιος, τον οποίο τιμούμε την πρώτη ημέρα του χρόνου, ήταν Καππαδόκης Μικρασιάτης και έγινε Επίσκοπος στην Καισάρεια. Εκοιμήθη σε ηλικία μόλις 49 ετών, άρα ουδεμία σχέση έχει με τον αγαθό γέροντα των διαφημίσεων. Η συνεισφορά του στην παιδεία και στην φιλανθρωπία ήταν πολύ σημαντική και αξιομνημόνευτη.

Εικ. από εδώ
            Ο Μέγας Βασίλειος έζησε τον 4ο αιώνα μ.Χ. όταν ακόμη δεν είχε εδραιωθεί πλήρως ο Χριστιανισμός. Δημιούργησε την Βασιλειάδα, ένα τεράστιο συγκρότημα ευαγών ιδρυμάτων όπου βοηθούσε και περιέθαλπε ανθρώπους κάθε φυλής, ηλικίας ή κοινωνικής προελεύσεως. Ταυτόχρονα , όμως, τόνιζε την ελληνικότητά του και την καταγωγή της μητέρας του από αρχαία ελληνικά γένη. Τα εξηγεί πολύ ωραία όλα αυτά ο πνευματικός του αδελφός Γρηγόριος ο Θεολόγος στον Επιτάφιο προς τον Μέγα Βασίλειο. Ο αληθινός Αη-Βασίλης, λοιπόν, χάριζε δώρα πνευματικά, κοινωνικά και μορφωτικά αλλά δεν ερχόταν από το Ροβανιέμι της Φινλανδίας, όπως νομίζουν τα παιδιά μας. Με τον συνδυασμό ελληνικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης απέδειξε ότι στην ελληνορθόδοξη παράδοσή μας αίρεται και καταργείται η τεχνητή διαμάχη που υπάρχει μεταξύ των συγχρόνων ιδεολογιών.
        
    Σήμερα κάποιοι δήθεν προοδευτικοί θέλουν να ταυτίσουν την ανθρωπιά και την κοινωνική δικαιοσύνη με τις αριστερόστροφες ιδεολογίες και ισχυρίζονται ότι όσοι μιλούν για Χριστό και πατρίδα είναι «δεξιοί», συντηρητικοί και αδιάφοροι για την κοινωνία. Αυτές οι αντιλήψεις του μαύρου-άσπρου καταρρίπτονται αμέσως αν μελετήσουμε τα κείμενα και τις μεγάλες μορφές της εκκλησιαστικής μας ιστορίας. Ο Μ. Βασίλειος βοηθούσε κάθε φτωχό και άρρωστο, αλλά παράλληλα καλλιεργούσε τον πατριωτισμό λέγοντας ότι την πατρίδα πρέπει να την αγαπούμε όσο αγαπούμε και τους γονείς μας (Τήν ἐνεγκοῦσαν καί θρέψασαν πατρίδα ἴσα γονεῦσι τιμᾶν, Επιστολή προς τον Μάγιστρο Σωφρόνιο). Ήταν υπερήφανος για την αρχαιοελληνική καταγωγή του, αλλά ταυτοχρόνως δίδασκε τον πανανθρώπινο χαρακτήρα της Χριστιανικής διδασκαλίας. Από τον Βασίλειο μέχρι και τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό ο Ορθόδοξος Ελληνισμός είχε λυμένα αυτά τα προβλήματα. Μπορείς κάλλιστα να είσαι πατριώτης, να καλλιεργείς την εθνική σου συνείδηση και την ταυτότητά σου και παράλληλα να ασκείς έργο κοινωνικό και να φροντίζεις τον ταλαιπωρημένο συνάνθρωπο. Η επίδραση των δυτικών ιδεολογιών του 19ου κυρίως αιώνος προκάλεσαν τη σύγχυση και μας απέκοψε από τη ρίζα μας.

          Το αντιεκκλησιαστικό μένος της Γαλλικής Επαναστάσεως, ο υλισμός του μαρξισμού και της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, ο πιθηκισμός και η ξενομανία ορισμένων διανοουμένων μας και η απομάκρυνση των ελληνορθοδόξων προτύπων από τα σχολεία μας οδήγησε την κοινωνία μας σε διλήμματα που παλαιότερα δεν υπήρχαν. Εθνικιστής ή διεθνιστής; Ιδιωτική ή κρατική οικονομία; Παραδοσιακές αξίες στην παιδεία ή μοντέρνα –δήθεν –ιδανικά; Για τον Μέγα Βασίλειο αυτά τα διλήμματα ήσαν άνευ περιεχομένου. Για να τον κατανοήσουμε αξίζει να διαβάσουμε όλοι και πρωτίστως οι εκπαιδευτικοί μας το περίφημο σύντομο κείμενο του Αγίου «Προς τους νέους: Πώς να ωφελούνται από τα ελληνικά γράμματα». Στο κείμενο αυτό απαντά σε ένα καυτό ερώτημα της εποχής εκείνης, όταν είχε μόλις γίνει η συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Δηλαδή απαντά καταφατικά ότι οι Χριστιανοί μπορούν και πρέπει να μελετούν τα Αρχαία Ελληνικά κείμενα, αλλά με τρόπο επιλεκτικό. Να αποφεύγουν συγκεκριμένα στοιχεία που αφορούν τις δοξασίες περί δώδεκα Θεών.

Σύγχρονη ορθόδοξη μελέτη της Οδύσσειας στο πνεύμα του Μ. Βασιλείου (δες εδώ)
 
            Η γενική του τοποθέτηση ξεκινά με τη διαπίστωση ότι από τη μελέτη των έργων του Ομήρου μπορεί ο νέος να οδηγηθεί στην αρετή. Προχωρεί αποδεικνύοντας μία εντυπωσιακή γνώση της Ελληνικής Ιστορίας και προβάλλει παραδείγματα από τη ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Ευκλείδη, του Σωκράτη και του Περικλή. Λαμβάνει παραδείγματα από τα αρχαία ολυμπιακά αγωνίσματα και στίχους από αρχαίους ποιητές. Μιλά για αρχές και αξίες, οι οποίες είναι αποδεκτές και από τους κλασικούς συγγραφείς και από τους Χριστιανούς Πατέρες της Εκκλησίας. Το σύντομο αυτό κείμενο, το οποίο προσωπικά διδάχθηκα ως μαθητής Γυμνασίου, αποτελεί ένα από τα θεμέλια της ελληνορθόδοξης αγωγής. Είναι οδοδείκτης για μία παιδεία ανθρωπιστική, η οποία θα φροντίζει την ψυχή και το ήθος, όχι μόνο την τσέπη. Στην εποχή μας έχουμε ανάγκη από τις διδαχές του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος μαζί με τον Γρηγόριο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο τιμώνται ως οι Τρεις Ιεράρχες, προστάτες της παιδείας μας.
            Αντί να λέμε μύθους στα παιδιά μας για έναν ροδαλό Αη-Βασίλη που φέρνει υλικά αγαθά, καλύτερα θα ήταν να τους μιλήσουμε για τον αληθινό Άγιο Βασίλειο, ο οποίος αγωνίσθηκε εμπράκτως για την αντιμετώπιση της φτώχιας και του πόνου, καλλιέργησε τα ελληνικά γράμματα και θεμελίωσε την Ελληνορθόδοξη Παιδεία. Συνδύαζε τον πατριωτισμό με την κοινωνική δικαιοσύνη, κάτι που αδυνατούν να κατανοήσουν οι φανατικοί των εισαγομένων ιδεολογιών. Σε μία εποχή βαθιάς πνευματικής κρίσης αξίζει να αναβαπτισθούμε στην ανθρωπιά και στην ελληνικότητα του Μεγάλου Βασιλείου.

Ποιος ήταν ο Άγιος Βασίλειος (για παιδιά Δημοτικού - από Παιδαγωγό)

― Άγιος Bασίλης έρχεται από την Kαισαρεία...
 
          Όλη η γειτονιά αντηχούσε απ’ τα χαρμόσυνα κάλαντα, που τραγουδούσαν τα παιδάκια την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Kαι το βράδυ, μαζεμένη γύρω στο τζάκι η οικογένεια του παπα-Θύμιου, καμάρωνε τα δώρα, που χάρισε ο ένας στον άλλο, και περίμενε την ώρα της βασιλόπιτας.
          O Γιώργος, μαθητής της πέμπτης του δημοτικού σχολείου, επάνω κάτω έντεκα χρονώ, κρατούσε στα χέρια του ένα χρυσοδεμένο βιβλίο και το στριφογύριζε απ’ όλες τις μεριές και ξεφύλλιζε τις εικόνες του. Kαι η Mαρία, ένα χρόνο μικρότερη, κρατούσε και χάιδευε και καμάρωνε μια πανώρια κούκλα.
          Kαι πάλι αντήχησαν στη γειτονιά οι χαρούμενες φωνές των παιδιών:
          ― Άγιος Bασίλης έρχεται από την Kαισαρεία...
          ― Πού είναι η Kαισαρεία, μπαμπά; ρώτησε η Mαρία.
          ― Eίναι πέρα στην Aνατολή, παιδί μου. Mα τη λένε Kαισάρεια και όχι Kαισαρεία.
          ― Kαι γιατί τα παιδιά τη λένε έτσι;
          ― Γιατί έτσι ταιριάζει καλύτερα στο τραγούδι τους. Mήπως θέλετε να σας πω την ιστορία του Aϊ-Bασίλη; Έτσι θα περάσει και η ώρα, όσο να κόψουμε τη βασιλόπιτα.
          Xαρούμενα τα παιδιά τριγύρισαν τον παπα-Θύμιο. H παπαδιά έριξε κι άλλα ξύλα στη φωτιά, έδωσε σ’ όλους από έναν κουραμπιέ κι ο παπάς άρχισε την ιστορία.


 ― Όπως ας είπα και πρωτύτερα, η Kαισάρεια είναι βαθιά στην Aνατολή, σε μια χώρα που τη λένε Kαππαδοκία. Eκεί γεννήθηκε ο Aϊ-Bασίλης τριακόσια τριάντα χρόνια ύστερ’ απ’ τη γέννηση του Xριστού. Oι γονείς του, όπως οι περισσότεροι πατριώτες του, ήταν ειδωλολάτρες. H μητέρα του, η Eμμέλεια, ήταν μια σπάνια γυναίκα κι έδωσε στο παιδί της πολύ καλή ανατροφή. Πόσα χρωστούμε όλοι οι χριστιανοί στην καλή αυτή μητέρα!
          Όταν μεγάλωσε ο Bασίλειος, πήγε στην Aθήνα να σπουδάσει κι εκεί γνωρίστηκε με τον άγιο Γρηγόριο. Έγινε στην αρχή δικηγόρος. Στην πατρίδα του ήταν και δάσκαλος μερικά χρόνια. Aλλά ούτε το ένα ούτε το άλλο επάγγελμα του γέμιζε την ψυχή.
          Mε το δυνατό του μυαλό είδε, πως η νέα θρησκεία του Xριστού ήταν καλύτερη απ’ την παλιά. Έβλεπε κάθε μέρα να κυνηγούν τους χριστιανούς και να τους βασανίζουν. O αυτοκράτορας ήταν κι αυτός ειδωλολάτρης και δεν ήθελε να πληθαίνουν οι χριστιανοί.
          H ψυχή του Bασιλείου δεν μπορούσε να υποφέρει τις αδικίες αυτές. Σε ηλικία 27 χρονών έγινε χριστιανός ["Ν": εννοεί ότι σ' αυτή την ηλικία βαφτίστηκε, γιατί χριστιανός στην καρδιά ήταν από μικρός, αφού εξάλλου μεγάλωσε σε μια οικογένεια γεμάτη αγίους], μοίρασε όλη την περιουσία του στους φτωχούς και ξεκίνησε να γυρίσει κι άλλους τόπους, να γνωρίσει κι άλλους χριστιανούς, ν’ αγωνιστεί κι αυτός για τη θρησκεία του Xριστού.


Θέλοντας να δει με τα μάτια του τα μέρη που γεννήθηκε κι έζησε ο Xριστός, ταξίδεψε στην Aίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία, τη Mεσοποταμία. Στην Aίγυπτο γνώρισε και τον άγιο Aντώνιο.
          Bλέπω στα μάτια σας, παιδάκια μου, ν’ αναγαλλιάζει η ψυχή σας ακούοντας τα ταξίδια αυτά, σα να τα ζηλεύετε. Mα λέτε, πως ήταν ευχάριστα τα ταξίδια αυτά; Eκείνον τον καιρό ούτε σιδηρόδρομοι υπήρχαν, ούτε ατμόπλοια, ούτε αυτοκίνητα. Mην ξεχνάτε πως ούτε χρήματα είχε πια ο Bασίλειος.
          Mην ξεχνάτε και πόσο κυνηγούσανε παντού τους χριστιανούς· και θα καταλάβετε πόσο βασανισμένο ήταν αυτό το μεγάλο ταξίδι του βασιλείου.

          Σ’ ένα άλλο του ταξίδι στον Πόντο, που είχε κι ένα πατρικό του κτήμα, αποφάσισε να ζήσει κάμποσον καιρό στην ερημιά, μόνος του σαν καλόγερος. Διάλεξε μια τοποθεσία ήσυχη και τερπνή κι αφοσιώθηκε στη λατρεία του Θεού.
          Aκούστε, πώς περιγράφει ο ίδιος σ’ ένα γράμμα στο φίλο του Γρηγόριο, τον τόπο που διάλεξε να ζήσει:

          «Aφού απελπίστηκα πια ότι θα μ’ ακολουθήσεις, ζήτησα καταφύγιο εδώ, στον Πόντο. Kαι ο Θεός μ’ οδήγησε σ’ έναν τόπο που μ’ ευχαριστεί πάρα πολύ. Θυμάσαι καμιά φορά που παίζοντας πλάθαμε με τη φαντασία μας όμορφες τοποθεσίες; Tέτοιο είναι και το μέρος που ζω σήμερα. Eίναι ένα ψηλό βουνό σκεπασμένο από πυκνό δάσος. Eδώ κι εκεί τρέχουν κρύα και κατακάθαρα νερά. Στα πόδια του βουνού είναι μια πεδιάδα που ποτίζεται άφθονα από τα νερά αυτά. Στην πεδιάδα αυτή μόνα τους έχουν φυτρώσει όλων των λογιών τα δέντρα και τόσο πυκνά, που καμιά φορά δυσκολεύεται κανένας να περάσει. Mπροστά στην τοποθεσία αυτή δεν είναι τίποτε το νησί της Kαλυψώς, που τόσο θαύμασε την ομορφιά του ο Όμηρος.»  
  Πολλοί φίλοι του πηγαίνανε να τον δουν στην ερημική ζωή του· πήγε κι ο Γρηγόριος, μα πολύ λίγο έμεινε μαζί του, γιατί δεν του άρεσε η ζωή της ερημιάς.
Aλλά κι ο Bασίλειος αναγκάστηκε ν’ αφήσει τη μοναχική ζωή. Oι διωγμοί των χριστιανών εξακολουθούσαν αγριότεροι και η εξάπλωση της νέας θρησκείας του Xριστού κινδύνευε να σταματήσει. O αυτοκράτορας Iουλιανός προστάτευε με φανατισμό την ειδωλολατρία.
          Γύρισε στην πατρίδα του ο Bασίλειος και χειροτονήθηκε παπάς, τον ίδιο σχεδόν καιρό με το Γρηγόριο. Mε τη ρητορική του δύναμη έδωσε θάρρος στους κατατρεγμένους χριστιανούς και με την απλή και φιλάνθρωπη ζωή του έδωσε το καλύτερο παράδειγμα του αληθινού χριστιανού. Kαι όταν ένας μεγάλος λιμός ξαπλώθηκε σ’ όλη την Kαππαδοκία και τον Πόντο, ο Bασίλειος τρέχοντας παντού, μάζευε βοηθήματα από τους πλούσιους και μοίραζε στους φτωχούς και παρηγορούσε τους δυστυχισμένους, θυσιάζοντας και τη λίγη περιουσία που του είχε απομείνει.

Εικ. από εδώ

          Σε ηλικία σαράντα χρονών, ο Bασίλειος έγινε επίσκοπος Kαππαδοκίας κι έμεινε πάντα ο πατέρας του λαού κι ο φίλος των δυστυχισμένων. Φορώντας πάντα το ίδιο ράσο και τρώγοντας μόνο ψωμί και χόρτα, εξοικονομούσε ό,τι χρειαζόταν για τους φτωχούς κι έχτισε στην Kαισάρεια μεγάλο νοσοκομείο και πτωχοκομείο. Kι έτσι όλος ο βίος του ήταν ένα πολύτιμο στήριγμα της χριστιανοσύνης.
O νέος αυτοκράτορας Oυάλης ―εχθρός κι αυτός του χριστιανισμού― έστειλε στην Kαισάρεια έναν αξιωματικό, το Mόδεστο, για να φοβίσει το Bασίλειο και να τον αναγκάσει να πάψει το κήρυγμά του και τις φιλανθρωπίες του.
          Aτάραχος έμεινε ο Bασίλειος στις φοβέρες του αξιωματικού.
          ― Πώς, του λέει αυτός, δεν φοβάσαι τη δύναμή μου;
          ― Kαι γιατί να τη φοβηθώ; απάντησε ο Bασίλειος. Tι μπορείς να μου κάμεις;
          ― Tι μπορώ να σου κάμω; Όλα είναι στην εξουσία μου. Mπορώ να δημέψω την περιουσία σου, μπορώ να σ’ εξορίσω, μπορώ να σε βασανίσω, μπορώ ακόμη και να σε θανατώσω.
          ― Mε τίποτε άλλο να με φοβερίσεις, γιατί αυτά δεν τα φοβούμαι. Tη δήμευση δεν τη φοβούμαι, γιατί δεν έχω τίποτε άλλο από δυο τριμμένα ράσα και λίγα βιβλία. Tην εξορία δεν την φοβούμαι, γιατί όλη τη γη τη θεωρώ πατρίδα μου. Tα βάσανα δεν τα φοβούμαι, γιατί το σώμα μου είναι τόσο αδύνατο, ώστε θα νεκρωθεί, πριν προφτάσεις να το βασανίσεις. Kαι τέλος, δε φοβούμαι το θάνατο, γιατί αυτός θα με φέρει συντομότερα κοντά στο Θεό.
          ― Ποτέ δεν άκουσα τέτοια λόγια, αποκρίθηκε ο αξιωματικός με αληθινή κατάπληξη.
          ― Γιατί και ποτέ δεν απάντησες αληθινόν επίσκοπο. Eμείς είμαστε ήσυχοι και ταπεινοί, όχι μοναχά μπροστά στο βασιλιά, αλλά και στον τελευταίο άνθρωπο. Άμα όμως πρόκειται για την πίστη μας στο Θεό, ούτε τη φωτιά φοβόμαστε, ούτε το σπαθί, ούτε τα άγρια θηρία· αυτά τα θεωρούμε διασκέδαση. Aυτά ας μάθει ο αυτοκράτορας μια για πάντα.
          ― Tέτοιος, εξακολούθησε ο παπα-Θύμιος, ήταν, παιδιά μου, ο σπάνιος αυτός ο επίσκοπος. Kαι με το ασθενικό του σώμα και μέσα σε πολλές κακουχίες αυτός εξακολούθησε να περιοδεύει παντού, να ελεεί τους δυστυχισμένους, να παρηγορεί τους θλιμμένους, να δίνει θάρρος στους βασανισμένους χριστιανούς.
          Kι από τους κόπους και τις στερήσεις πέθανε σε ηλικία πενήντα χρονών, την ημέρα της Πρωτοχρονιάς.
          Όλος ο τόπος έχασε τον πατέρα του και τον προστάτη του. Xιλιάδες απ’ όλη την επαρχία έτρεξαν στην κηδεία του. Xριστιανοί και Iουδαίοι και ειδωλολάτρες έκλαψαν μαζί την ημέρα αυτή. Aπό τον πυκνό συνωστισμό πολλοί βρήκαν το θάνατο κι οι άλλοι τους καλοτύχιζαν, που πέθαναν μαζί με το Bασίλειο.
          ― Kαι τώρα, παιδιά μου, είπε τελειώνοντας ο παπα-Θύμιος, ας ζητήσουμε την ευχή του Aϊ-Bασίλη και ας κόψουμε τη βασιλόπιτα για την καλή χρονιά.

Ο Μέγας Βασίλειος πρότυπο πραγματικού ηγέτη! 
«πήρε πάνω του την ανημπόρια όλου του κόσμου»


  Η Εκκλησία μας γιορτάζει την πρώτη κάθε έτους την μνήμη ενός μεγάλου, του αγίου Βασιλείου, αρχιεπισκόπου Καππαδοκίας. Λαοφίλητος και πολυαγαπημένος άγιος, έχει ταυτιστεί με το θρύλο και την παράδοση του κατ'εξοχήν φιλελεήμονος πατέρα και ιερωμένου αλλά και εμπραγμάτως τέτοιος πολιτεύτηκε και τέτοιος υπήρξε.    Οι παιδαγωγοί τον διεκδικούν για δικό τους, οι ασκητές τον θεωρούν υπογραμμό, οι ελεήμονες υπόδειγμα, οι ρήτορες και οι ποιητές τον αντιγράφουν,οι ιερείς τον έχουν παράδειγμα, οι αδικημένοι σύμμαχο, οι επιστήμονες ομοτράπεζο και διδάσκαλο, οι ιατροί καθηγητή και οι ασθενείς ιατρό, οι φιλόσοφοι κανόνα, ο λαός πατέρα, ηγέτη και προστάτη εν πάσι.

O Mέγας Βασίλειος, γόνος πλουσίας και αριστοκρατικής οικογένειας, πούλησε όλα τα υπάρχοντα του και τα διαμοίρασε στους φτωχούς. Δεν αναλώθηκε λοιπόν σε απλά κοινωνιστικά και στηλιτευτικά κηρύγματα προς τον άδικο πλούτο, την εκμετάλλευση του φτωχού και του αδικημένου και τις όποιες κοινωνικές ανισότητες (γιατί ο λόγος του περιστρέφεται συχνά γύρω από τα κοινωνικά αυτά προβλήματα με θάρρος, παρρησία και καίρια), αλλά έκαμε την ζωή του ζωντανό ευαγγελικό κήρυγμα και έμπρακτη αγάπη και τον εαυτό του παρανάλωμα αυτοθυσίας και ανακούφισης και του πιο ελάχιστου αδελφού.

Υπερασκητικός ο ίδιος, με μόνη περιουσία πλέον ένα τριμμένο ράσο και λίγα βιβλία, με προσωπική διακονία στον φτωχό,τον άρρωστο,τον αδικημένο, ανήγειρε πλήθος κοινωφελών ιδρυμάτων, την γνωστή "Βασιλειάδα".  Και μπορεί, ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα, η ανέγερση ενός νοσοκομείου ή ξενώνα ή φιλανθρωπικού ιδρύματος από έναν επίσκοπο -δεσπότες τους λέμε σήμερα- ή έναν κοινωνικό λειτουργό-σήμερα λέγονται άρχοντες και αφεντικά και σε ένα παραλήρημα κολακείας ηγέτες- να μην φαντάζει τόσο σπουδαία υπόθεση, αλλά η ανέγερση ενός πλήρους εξοπλισμένου νοσοκομείου, η ίδρυση συσσιτίων και πτωχοκομείων ήταν κάτι πρωτοφανές για την εποχή, ακόμα και για το ρωμαϊκό χριστιανικό κράτος.   Και όλα αυτά διωκόμενος για την ορθοδοξία, κακουχούμενος, ασθενής εμπύρετος και απολύτως νήστις και ακτήμων. Βασιλείς εστηλίτευσε, απειλές δέχτηκε, κολακείες απέκρουσε, τις αιρέσεις εφίμωσε, τον φτωχό διακόνησε.

Το παράδειγμα του αγίου Βασιλείου μας γεννά κάποιες επίκαιρες σκέψεις και ουσιαστικούς άμεσους προβληματισμούς. Η χριστιανικη διδασκαλία θέλει τους εκκλησιαστικούς ηγέτες, αλλά και τους πολιτικούς άρχοντες, εκλεγμένους και μη, στα μέτρα των αρχομένων, ακόμα και αυτούς τους αθέους ή εκκλησιομάχους άρχοντες. Αυτό όμως αποτελεί ευθύνη τεράστια στους ώμους τους.  Είναι εδώ για να διακονήσουν  πένητες τους συμπένητες και ασθενείς τους ομοιοπαθείς και όχι για να διακονηθούν καταδυναστευτικά και με συβαριτισμό. Είναι εδώ για να επιλύσουν προβλήματα και όχι να τα περιπλέξουν ή να δημιουργήσουν άλλα. Οι άρχοντες ημών χρέος έχουν να αποκτήσουν παρρησία και θάρρος απέναντι στις προκλήσεις, τις παρεμβάσεις των ξένων παραγόντων, όπως ο Βασίλειος έναντι του Μόδεστου και του Ουάλη και του Ιουλιανού του Παραβάτη. Οι άρχοντες μας είναι εδώ για να μοιραστούν το ψωμί τους με τον νηστικό και αν μπορούν να μείνουν οι ίδιοι νηστικοί για να εξασφαλίσουν το απαραίτητο σε αυτόν που ζεί σε ένδεια. Καλούνται να φορέσουν τον τρίβωνα και τον σάκκο γιατί ανάμεσα μας ζούν οι γυμνοί και να βαδίσουν πεζοί και με σεμνότητα γιατί πλάι μας επιβιώνουν οι ανάπηροι και οι ταπεινοί.

Η οικογένεια του Μ. Βασιλείου, μια οικογένεια αγίων. Εικ. από εδώ, όπου και σχετικό άρθρο.

Ο Μέγας Βασίλειος «πήρε πάνω του την ανημπόρια όλου του κόσμου», όπως θα έλεγε ο προφήτης της ρωμιοσύνης Οδυσσέας Ελύτης. Πίστεψε βαθιά στον ευαγγελικό λόγο της απέραντης αγάπης. Θεώρησε πως δεν είχε το δικαίωμα να θεωρεί τον εαυτό του ευτυχισμένο, καθησυχασμένο, ΑΥΤΑΡΚΗ και το χειρότερο δυνάστη, δεσπότη και ανώτερο των όλων. Γι'αυτό και έδωσε την σάρκα και το αίμα του για να ζήσουν οι άσαρκοι και οι οι άναιμοι και οι ενδεείς, όπως ο Δεσπότης Χριστός πέθανε στον σταυρό για να αναστηθούν οι νεκροί και οι απεγνωσμένοι.
Γι' αυτό το τέλος του Μεγάλου Βασιλείου ήταν πρόωρο. Κοιμήθηκε σε ηλικία 49 ετών από τις κακουχίες και κυρίως από την ΑΥΤΟΠΡΟΣΦΟΡΑ την ανύσταχτη και την ανιδιοτελή. ΠΕΘΑΝΕ ΣΤΙΣ ΕΠΑΛΞΕΙΣ! ΕΚΕΙ ΑΦΗΝΟΥΝ ΤΗΝ ΠΝΟΗ ΤΟΥΣ ΟΙ ΗΓΕΤΕΣ ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΗΡΩΕΣ. 

Καλούνται λοιπόν οι εκκλησιαστικοί και πολιτικοί άρχοντες να πάρουν επιτέλους την ευθύνη στις πλάτες τους, αντί να καταδυναστεύουν τον λαό και να μεταθέτουν τις ευθύνες ηθικές και υλικές στους απλούς, τους πολλούς και τους αδύναμους.

Κύριοι της εξουσίας καλείστε από τον ΛΑΟ του Θεού να ΠΕΘΑΝΕΤΕ ΣΤΙΣ ΕΠΑΛΞΕΙΣ. Καλείστε να αναλάβετε την πλήρη ευθύνη της κρίσεως, οικονομικής και ηθικής, να ματώσετε και να παραδώσετε το πνεύμα στην μάχη ή να πεθάνετε. Φτάνει πια η μετάθεση ευθύνης και των βαρέων στους πολλούς. Αν δειλιάζετε μπροστά στον Γολγοθά να ΠΑΤΕ ΣΠΙΤΙΑ σας, για να παραλάβει το άροτρο και τα ηνία ο πιό άξιος. Ο πραγματικός ηγέτης πεθαίνει για τον λαό του, δεν επιβιώνει πάνω στο πτώμα του λαού του, δεν κτίζει μια ζωή υπεροχής πάνω στις πλάτες των εξουθενημένων και κυρίως ματώνει και αυτοαναλώνεται γι'αυτούς. Όποιος ηγέτης δεν μπορέσει κάτι τέτοιο ας θεωρείται αποτυχημένος, καθαιρετέος και απόβλητος.

Ο Μέγας Βασίλειος ας αποτελεί παράδειγμα για όλους μας.

Καλή φώτιση.

Το κλασικό διήγημα του Φώτη Κόντογλου "Το βλογημένο μαντρί" - με ήρωα τον άη Βασίλη - διαβάζει η μεγάλη μας ηθοποιός Άννα Συνοδινού:
 

Γέροντας Τιμόθεος Τζαννής: Ο σύγχρονος άγιος του Ηρακλείου

† 30 Δεκεμβρίου 1991

"Εν τη ημέρα, Παρθένε, τη του θανάτου μου, τη φοβερά εκείνη, Συ παράστηθι μόνη βοήθεια την ώραν του χωρισμού εκ του αθλίου μου σώματος, και της ψυχής μου την άνοδον ασφαλή εκ των δαιμόνων διαφύλαξον..."
(Τροπάριο - προσευχή του π. Τιμόθεου Τζαννή)

Click to view full size image
Φωτο από εδώ
Σχεδόν ένα μήνα μετά το γέροντα Πορφύριο, κοιμήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης, στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίων Θεοδώρων, ο μεγάλος σύγχρονος πνευματικός πατέρας της Κρήτης γέροντας Τιμόθεος Τζαννής. Ο γέροντας Πορφύριος τον γνώριζε και του είχε προείπει ότι "θα φύγουν μαζί".

Σύντομα βιογραφικά

Ο γέροντας γεννήθηκε το 1928 στο μικρό χωριό Κεραμούτσι Μαλεβιζίου, του νομού Ηρακλείου, και το κοσμικό του όνομα (αυτό δηλ. που είχε πριν γίνει μοναχός) ήταν Κωνσταντίνος.
Από παιδί ήταν πολύ πιστός και γεμάτος αγάπη και καλοσύνη. Με μεγάλη φτώχεια και πολλές στερήσεις τελείωσε την Πάντειο, έδωσε εξετάσεις με επιτυχία και διορίστηκε ως αγρονόμος, αρχικά στην Ολυμπία και κατόπιν στην Κρήτη, όπου έλαμψε με το ήθος και την καλοσύνη του. Αν και είχε αποφασίσει να γίνει μοναχός, η οικογένειά του τον πίεσε για ένα προξενιό με μια κοπέλα κι εκείνος υπάκουσε και την παντρεύτηκε. Ευτυχώς, η σύζυγός του, Μαρία, ήταν κι εκείνη πολύ πιστή, συνετή και καλή.

Την ημέρα της κηδείας του πατέρα του, το 1964, υπέστη σοβαρό τροχαίο και κινδύνεψε να χάσει τα πόδια του. Έταξε λοιπόν στον άγιο Νεκτάριο ότι, αν τον βοηθήσει να γίνει καλά, θα γίνει ιερέας. Όταν όμως σώθηκε από τον κίνδυνο (του εμφανίστηκε μάλιστα ο άγιος) και ανακοίνωσε την απόφασή του να παραιτηθεί από αγρονόμος και να χειροτονηθεί, αντιμετώπισε τρομερό ψυχολογικό πόλεμο από τη σύζυγό του (που όμως αργότερα τον στηριξε πολύ), την οικογένειά του και την οικογένεια της συζύγου του, αλλά και τους συναδέλφους και τους γνωστούς του! 
Γνωστός του τον σταμάτησε στο δρόμο και του είπε: "Φτου σου, μωρέ, πώς κατάντησες!". Θείος της γυναίκας του τη συνάντησε και της είπε: "Ε, ανηψιά, ήμαθα πως ο άντρας σου, ο Κωστής, γίνηκε παπάς. Όπου τεμπέλης και καλοφαγάς γίνεται παπάς. Ε, ανηψιά;". Όμως αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος, είπε στην παπαδιά: "Ήμαθα, μπρε ανηψιά, πως ο παπάς σου είναι ο καλύτερος παπάς τση χώρας!".

Ως νέος ιερέας τοποθετήθηκε στο μεγάλο ορεινό χωριό Αγία Βαρβάρα Ηρακλείου, δίπλα στον ενάρετο παπά Μανώλη, και εκεί έγινε σπουδαίος πνευματικός πατέρας του λαού, αλλά εκδηλώθηκε και το διορατικό του χάρισμα. Το 1979 η παπαδιά κοιμήθηκε, μετά από 4ετή μάχη με τον καρκίνο, αφού, λίγους μήνες αργότερα, είχε καρεί μοναχή - παίρνοντας και επίσημα το μοναχικό σχήμα, αφού για χρόνια, με κοινή συμφωνία, ζούσαν ζωή αγνότητας με το σύζυγό της.
Μετά από αυτό, ο γέροντας ταξίδεψε στο Άγιο Όρος και έγινε μοναχός με το όνομα Τιμόθεος (προς τιμήν του τότε Κρήτης Τιμόθεου) από τον π. Βασίλειο Γοντικάκη, που ήταν τότε καθηγούμενος της Μονής Σταυρονικήτα. Επιστρέφοντας στην Κρήτη, ίδρυσε το γυναικείο Ησυχαστήριο των Αγίων Θεοδώρων (αντιμετωπίζοντας πάλι πολλά προβλήματα, με τη χάρη του Θεού), όπου έζησε και έλαμψε ως πνευματικός του λαού.

Ο γέροντας Τιμόθεος αντιμετώπισε με ταπείνωση και αγάπη, δοξάζοντας το Θεό, τρομακτικά προβλήματα υγείας (όπως και άλλοι γέροντες, π.χ. Πορφύριος, και άλλοι άγιοι). Εκτός των άλλων, πέρασε 102 πνευμονικά οιδήματα, ένα από τα οποία ήταν και η αιτία του θανάτου του.
Η ζωή του, οι ασκητικοί του αγώνες, η διδασκαλία του και οι συγκλονιστικές περιπέτειές του δημοσιεύονται στο βιβλίο "Ο γέροντας Τιμόθεος Τζαννής ο Πνευματικός", έκδοση του Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίων Θεοδώρων Ηρακλείου. Εκεί αναφέρονται και τα παραπάνω λόγια του γέροντα Πορφύριου (σελ. 90) και το τροπάριο της αρχής (σελ. 94). Από εκεί και τα βιογραφικά που ανεβάσαμε.

Τιμώντας αδέξια και ταπεινά τη μνήμη του αγιασμένου γέροντα, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από την εισήγηση του Μητροπολίτη Ιεραπύτνης και Σητείας π. Ευγένιου, με θέμα: «Πνευματική πατρότης του Γέροντος π. Τιμοθέου», από την ημερίδα προς τιμήν του, που έγινε στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης (Ηράκλειο) στις 18 Δεκεμβρίου 2011 (λαμβάνουμε από εδώ). Μακάρι όλος ο κόσμος, "πιστοί" & "άπιστοι", να έχει τις πρεσβείες του γέροντα και όλων των αγίων, παλαιών και σύγχρονων.

Πνευματική πατρότης του Γέροντος π. Τιμοθέου

[...] Ο μακαριστός Γέροντας π. Τιμόθεος, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Τζαννής, από νεαράς ηλικίας μελετούσε τον λόγο του Θεού. «Ο λόγος σου μελέτη μου εστίν» (Ψαλμ. 118) και προσπαθούσε να φωτίσει κάθε πράξη, γνώμη και προτροπή αναφέροντας πάντοτε και το αντίστοιχο κατάλληλο χωρίο από το ιερό Ευαγγέλιο η από τα Πατερικά κείμενα. Η αοριστολογία, η προχειρότητα, η επιπολαιότητα ήταν άγνωστα σ᾽ αυτόν. Ο λόγος ευθύς, σαφής, καθαρός, απλός, χωρίς περιστροφές, «άλατι ηρτυμένος» (Κολοσσαείς 4,6). Σε έπειθε περί του λόγου το αληθές, αλλά σε στήριζε συνάμα με τη πανθομολογούμενη πνευματική πείρα και την προσωπική εμπειρία του.
Χωρίς άλλη προσπάθεια ο συνομιλητής η εξομολογούμενος διαπίστωνε ένα έμπειρο πνευματικό, κατηρτισμένο και ξεκάθαρο. Δεν άφηνε περιθώρια σε κανένα κι αν κάποιος δυσκολεύονταν να τα αποδεκτεί, τον προσγείωνε λέγοντας: «Πρόσεχε θα χάσεις την ψυχή σου, θα κολασθείς».
Όταν όμως διέβλεπε τη δυσκολία, για να μη φθάσει στην απραξία, με τέχνη πνευματικού ιατρού επιμελείτο σιγά-σιγά, μεθοδικά το τραύμα. Έβαζε ένα μικρό κανόνα, έδιδε τις πιο απαραίτητες συμβουλές και δείχνοντας την ικανοποίησή του με ευχάριστη διάθεση προέπεμπε τον εξομολογούμενο λέγοντας χαρακτηριστικά: «μετά από λίγο καιρό …σε περιμένω, θέλω να τα ξαναπούμε». Οικονομούσε τον καθένα ανάλογα με τις πνευματικές αντοχές και τη διάθεσή του, τον ενίσχυε για αγώνα πνευματικό, λαμβάνοντας πάντοτε υπ᾽ όψιν το ευρύτερο οικογενειακό η εργασιακό περιβάλλον.
Έτσι εφήρμοζε την οικονομία και την αναλογία, αρχές βασικές και απαραίτητες για τον Εξομολόγο - Πνευματικό. Οικονομία θεωρείται η προσωρινή παρέκλιση από την αυστηρή τήρηση των κανόνων και εφαρμόζεται ως ειδικός τρόπος αντιμετώπισης με διπλή έννοια, αφορά δε κυρίως στην ιδιαιτερότητα του προσώπου, που ποθεί τη σωτηρία του, όμως δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στο άγνωστο εκκλησιαστικό, κοινωνικό η οικογενειακό περιβάλλον.
Η μακαρία υπομονή του Γέροντος Τιμοθέου σε συνδυασμό με την ακρίβεια και την οικονομία, η πατρική αγάπη και η ανεκτικότητά του σε
δύσκολες περιπτώσεις, του χάρησαν άνεση για μια προσέγγιση εξατομικευμένης ποιμαντικής αγωγής, προσωπικής άμεσης επικοινωνίας και συνεργασίας, ώστε να φεύγεις από κοντά του με την εσωτερική ικανοποίηση, ότι σε άκουσε, σε κατάλαβε και σε περιμένει, γιατί θέλει να προοδεύσεις πνευματικά. Η αμεσότητα της ενδοεπικοινωνίας αναιρεί κάθε αρνητική εικόνα η παρεξήγηση, που εύκολα δημιουργείται σήμερα αναιτίως, είτε από άγνοια, είτε από βιασύνη, είτε από αδιαφορία των εξομολόγων.
«Το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας είναι το πρόβλημα της επικοινωνίας σήμερα», έλεγε ο μακαριστός Γέροντας Πορφύριος. Οι άνθρωποι ζουν και εργάζονται στον ίδιο χώρο, έχουν τις ίδιες αρχές, τους ίδιους στόχους, παραταύτα δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Πολλοί, μάλιστα, δεν σου αφήνουν καν περιθώρια προσέγγισης η επικοινωνίας.
Τέτοια παραδείγματα ανέφερε ο Γέροντας Τιμόθεος πολλές φορές και άφηνε να εννοηθεί πόσο τον ταλαιπωρούσαν στην εξομολόγηση οι άσχετοι. «Γιατί ήρθες στην εξομολόγηση; Πες μου κάτι», είπε σε ένα εξομολογούμενο. Σιωπηλός και βλοσυρός εκείνος απάντησε: «Μου τόπε η γυναίκα μου». Ο π. Τιμόθεος χαμογέλασε… για λίγο. Όμως προσπαθούσε πάντοτε να μη χάσει την ευκαιρία, ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις, που οι άνθρωποι ήταν άσχετοι με την Εκκλησία, η ήταν δύστροποι η έρχονταν για πρώτη φορά σε επικοινωνία με εξομολόγο και πνευματικό, για να γίνει έτσι η πρώτη καλή αρχή.
Έτσι συνδύαζε άριστα την πράξη της Εκκλησίας με τη διδασκαλία και τη θεολογία των Πατέρων και γι᾽ αυτό ήταν πάντοτε αποτελεσματικός. Δεν ήταν μετέωρος. Είχε βάση και αρχές. Η εκκλησιαστική ακρίβεια ήταν το ζητούμενο, η εφαρμογή της οικονομίας συνεπίκουρος και βοηθός προς επίτευξη αυτής της ακρίβειας. ["Ν": οικονομία: η ελαστικότητα στην εφαρμογή των εκκλησιαστικών κανόνων, για να βοηθηθεί περισσότερο στη σωτηρία κάποιος άνθρωπος].
Γι᾽ αυτό και τα επιτίμια στην Εκκλησία μας έχουν θεραπευτικό, εκκλησιολογικό, παιδαγωγικό και φιλάνθρωπο χαρακτήρα. Δεν είναι ποινές εξιλέωσης της προσβληθείσης αγάπης του Θεού για την απόδοση της δικαιοσύνης Του, όπως ισχυρίζεται η δυτική Εκκλησία.
Click to view full size image
Ο π. Τιμόθεος (φωτο από εδώ)
Η πνευματική ανακαίνιση και ωραιότητα είναι καρπός πρωτίστως της θείας Χάριτος και της πνευματικής ανυστάκτου φροντίδος και επιμέλειας του έμπειρου πνευματικού σε συνεργασία και συνδυασμό με την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Αυτό το έργο είναι δύσκολο. απαιτητικό, κουραστικό μέχρι εξουθένωσης. «Παθαίνω ναυτία από την πολύωρη εξομολόγηση», μου έλεγε. Πολλές φορές στα νειάτα του εξομολογούσε από φυλακής πρωΐας μέχρι νυκτός η και τανάπαλιν.
Οι δυσκολίες και οι πνευματικοί πόνοι απορρέουν από τις αδυναμίες, τις πτώσεις, την αδιαλλαξία η αμετανοησία, τη σκληροκαρδία και τις επαναστροφές στους πειρασμούς και τις αναμνήσεις του πρότερου βίου. Σ᾽ αυτή την τρικυμία των λογισμών και των αισθημάτων ο π. Τιμόθεος ήταν απείρακτος. Δηλ. ψύχραιμος, ανεπηρέαστος, σταθερός. Η ψυχραιμία είναι πίστη και γνώση στο θέλημα του Θεού. Ως καλός κυβερνήτης του πηδαλίου της ζωής γνώριζε το του ιερού Χρυσοστόμου «Κλυδωνίζεται η Εκκλησία μας, αλλ᾽ ου καταποντίζεται». Κατ᾽ επέκταση και ο κάθε πιστός δέχεται κλυδωνισμούς αλλά δεν γνωρίζει ναυάγιο, όταν αναζητά την γαλήνη της ψυχής του στον εύδιο των χειμαζομένων λιμένα, τον Ιησού Χριστό. Αυτό είναι το κέρδος του αγώνα κάθε πνευματικού, το κέρδος και η αποτίμηση της Εκκλησίας. Η ζωή μας ολόκληρη αποτιμάται και εκτιμάται από το τέλος της, από την έκβαση, γιατί γίνεται από τη ζωή αυτή της νέας «βιοτής της αιωνίου απαρχή».
Εδώ πρέπει να αναφέρομε έστω κι επιγραμματικά τη μεγάλη αρετή της διάκρισης, που θεωρούν και μητέρα των αρετών όλοι οι άγιοι Πατέρες. Με αυτή την αρετή ανακάλυπτε ο π. Τιμόθεος σε κάθε περίπτωση, αναλογικά και κατά περίπτωση, το «τι το θέλημα του Θεού, το αγαθόν, το ευάρεστον και τέλειον» (Ρωμ. 12,2). Όλες οι αρετές είναι απαραίτητες, αλλά δεν πρέπει να γίνεται αυστηρή ιεράρχηση, διότι πάντα υπάρχει ο κίνδυνος της πλάνης είτε από υπερβολή, είτε από έλλειψη. Η διάκριση είναι «ο οφθαλμός της ψυχής πάσας τας πράξεις και τας ενθυμήσεις του ανθρώπου διερευνώσα, διαστέλλει και διαχωρίζει παν φαύλον και  απαρέσκον Θεώ πράγμα και μακράν αυτού ποιεί την πλάνην» (αγ. Κασσιανού του Ρωμαίου, Προς Λεόντιον Ηγούμενον, Φιλοκαλία Τομ. Α´, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1982, σελ. 87). Η αρετή της διακρίσεως δεν είναι μόνο για τους Πνευματικούς, επώνυμους και λιγότερο γνωστούς, αλλά είναι εξίσου απαραίτητη και βασική αρετή και για τους εξομολογουμένους. Έτσι αποφεύγεται η δημοσιοποίηση της αρετής και η προβολή η διαφήμιση του Πνευματικού.
Ο μακαριστός παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης έλεγε: «Αλλοίμονο στον άγιο που βγήκε η φήμη του μέχρι την Αθήνα». Πολλοί άγιοι παρακαλούν τον Θεόν να μη τους φανερώσει στον κόσμο, για να τους ανταμείψει για το φιλότιμό τους αυτό ο Θεός στην άλλη ζωή.
Είναι οι γνήσιοι αγωνιστές, τα γνήσια φιλότιμα παιδιά του Θεού και αποφεύγουν συστηματικά κάθε εκδήλωση ανθρωποπαθούς θαυματουργίας και «γεροντολαγνείας». Κάτι παρόμοιο με την αναζήτηση σήμερα μάγων, γιόγκι, οραματιστών, πολυπληθών απατεώνων, που εμπορεύονται τις ανθρώπινες ψυχές. Δεν ζω για την αρετή, αλλά για την Αλήθεια «Όθεν ο δια την αλήθειαν πράττων την αρετήν, κενοδοξίας ου τιτρώσκεται βέλεσιν» (Αγίου Μαξίμου Ομολογητού Προς Θαλάσσιον, P.G. 90, 369Α).
***
[...] Η όλη παρουσία του π. Τιμοθέου μέσα στην προσωπική παλαίστρα -το κελλί του- σε τοποθετούσε σοβαρά απέναντί του, σε εντυπωσίαζε και συγχρόνως σε βοηθούσε να απελευθερωθείς, να εξομολογηθείς και να διδαχθείς. Πάντα διδακτικός, συμβουλευτικός, σώφρων και νουνεχής, σκόρπιζε απλόχερα όπου κι αν βρισκόταν, με όποιον κι αν μιλούσε, την πατρική αγάπη, το προσωπικό ενδιαφέρον του και την αναζήτηση και αναφορά στην άνω Ιερουσαλήμ. Στα άνω μη τα επί της γης. Ιδιαίτερα εντυπωσίαζε τον συνομιλητή του η ολόθυμη διάθεση να ακούσει και να βοηθήσει, όταν ο ίδιος ήθελε βοήθεια η ανάπαυση του σαρκίου του, που τόσο γρήγορα και εύκολα είχε ραγίσει. Ελευθερώθηκε κι από αυτό ακόμα το ταλαιπωρημένο σαρκίο του με την πολύχρονη αρρώστειά του. Δεν συζητούσε το πρόβλημα της υγείας του. Ενδιαφερόταν για το πρόβλημα του άλλου.
«Άσε με μένα, εγώ τώρα πια»!!! κ.οκ. απαντούσε όταν επίμονα τον ρωτούσαν για την κλονισμένη υγεία του. Προ οφθαλμών του ήταν τα έσχατα της ζωής του κατά την προτροπή του Σοφού  Σολομώντος «Μιμνήσκου τα έσχατά σου» (Σοφία Σειράχ 7, 36), που με πολυχρόνιες ασκήσεις και παθήσεις εργάστηκε. Έτσι κατάφερε και ο ίδιος την πνευματική καρποφορία και αξιοποίησε τα δικά του παθήματα, τα πολλά επίκτητα χαρίσματα και τις σπάνιες αρετές του, που τα έκρυβε προβάλλοντας το ασθενές του σώματος και ερευνώντας το χάρισμα του άλλου. Αυτός είναι ο σκοπός και ο στόχος της πνευματικής χειραφέτησης η χειραγώγησης. Όλοι να βγουν κερδισμένοι και παρηγορημένοι από τη θεϊκή παρηγορία. Όλοι να κινούνται άνετα, ελεύθερα χωρίς σκοπιμότητα η πειθαναγκασμό, ώστε η καθοδήγηση να οδηγεί στην εν Χριστώ ελευθερία. Τότε αξιοποιείται η πνευματική πατρότητα και λάμπει με όλη της την αρχοντιά, αλλά και καλλιεργείται παράλληλα και η πνευματική υιότητα, η εμπιστοσύνη και η αφοσίωση.
Ο π. Τιμόθεος φαινόταν «συντετριμμένος και τεταπεινωμένος». Αλλά δυνατός στην πίστη και την ελπίδα για ζωή, για προσφορά. Ο αδύνατος και ασθενικός Γέροντας τελικά είναι ο αληθινός άνθρωπος. Είναι ο γνήσιος. Όλοι θέλουν να τον πλησιάσουν, να τον γνωρίσουν. Ιδιαίτερα ο σφρυγιλός νέος καταφεύγει στον αδύνατο όχι από συμπάθεια η συμπόνοια, αλλά από ελπίδα για πίστη και ζωή. Πιστεύει στην εμπειρία του και επιζητεί την καθοδήγησή του. Γιατί ο συντετριμμένος και τεταπεινωμένος δεν εξουθενώνεται από τον Θεόν, κατά τον Ψαλμωδόν, αλλά γιατί ο ίδιος δεν έχει την αγωνία να προστατεύσει τον εαυτό του, να προβάλλει την εικόνα του, να επιδείξει τα έργα του. Δεν μιλά για τον πόνο του στον άλλο, αλλά προσπαθεί νάναι δίπλα στον πόνο του άλλου, ως συμμέτοχος και συνυπεύθυνος του πάθους των άλλων. Γι᾽ αυτό πάσχει και συμπάσχει. Είναι αυτός, που μπορεί να εμπνεύσει, να διδάξει, να στηρίξει, γιατί έμαθε εμπειρικά και προσωπικά να διαχειρίζεται τον πόνο του. Έτσι εύκολα διακρίνει μέσα από την αμαρτία την αρετή, μέσα από τη σκοτισμένη διάνοια κάποιο φως, μέσα απ᾽ τη σκληρότητα την αγάπη. Ο νέος βλέπει μέσα από το πρόσωπο του συντετριμμένου πνευματικού-Γέροντος τη σταυρωμένη Εκκλησία του Χριστού. Βλέπει το χώρο το δικό του και βρίσκει τον τρόπο να του αποδίδει αξία, αναγνώριση, τιμή σ᾽ όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται. Αυτό που η κοινωνία του στερεί. Όποιος δεν πειθαρχεί στους νόμους ή τις απαιτήσεις της και αμαρτάνει, αποβάλλεται, διαγράφεται επιδεικτικά και τελεσίδικα.
Η Εκκλησία δεν είναι το δικαστήριο που ψάχνει αφορμές και αποδείξεις για να καταδικάσει η να εντάξει κάποιον σε κάποια κατηγορία. Είναι το θεραπευτήριο των ψυχών και των σωμάτων με τον μεγάλο ιατρό, τον Ιησού Χριστόν, με μέσα και φάρμακα τον αγιασμό και τη θεώση, με νονσηλευτές και ιατρούς τον κάθε πνευματικό και Επίσκοπο, γιατί ανίατη και αθεράπευτη ασθένεια δεν υπάρχει για τον Χριστό και την Εκκλησία Του.
Ο π. Εφραίμ Κατουνακιώτης (από εδώ)
Η κοινή αναφορά του εξομολόγου και εξομολογούμενου στο θέλημα του Θεού εξασφαλίζει την ελεύθερη και θεληματική υπακοή. Μόνο όταν διασφαλίζεται η ελευθερία της ανθρώπινης ψυχής, σ᾽ όποια κατάσταση και αν βρίσκεται, τότε γεννιούνται υγιή πνευματικά παιδιά, συνειδητοί χριστιανοί και ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Ο πνευματικός π. Τιμόθεος το εξασφάλισε αυτό όχι για τον εαυτό του, αλλά πρωτίστως για τους άλλους. Γι᾽ αυτό το έργο και η προσφορά του ακόμα διακρίνεται, ομολογείται και αναγνωρίζεται ύστερα από 20 χρόνια απ᾽ τον θάνατό του. Γνώστης της δικανικής τέχνης δεν είχε νομικίστικη νοοτροπία η σκέψη, ούτε παρίστανε τον αυστηρό τηρητή του νόμου, τον νομοκάνονα η νομοφύλακα. Ως χαρισματικός πνευματικός νομοθετούσε και χειραγωγούσε την ψυχή στην Εκκλησία, στην Αλήθεια, στην εν Χριστώ ζωή, στη ζωή του αγίου Πνεύματος.
Αυτή η αμφίδρομη ελεύθερη ενδοεποικοινωνία και θεοκοινωνία είναι ένα μεγάλο πνευματικό άθλημα, που έχει περιοριστεί  σε ολίγους στην εποχή μας. Η ελεύθερη και θεληματική υπακοή στο θέλημα του Θεού, που εκφράζεται εν μυστηρίω από τον πνευματικό Καθοδηγητή εξασφαλίζει  συν τω χρόνω στον ασκούμενο κληρικό η λαϊκό ωρίμανση, ενδυνάμωση των ψυχικών δυνάμεων, αποφασιστικότητα για αγώνα και αθλήματα, ακλόνητη πίστη και χειραφέτηση.
Με αυτές τις προϋποθέσεις λειτουργείται το μυστήριο της μετανοίας και σωτηρίας μιας ψυχής, κατά κανόνα σήμερα ταλαιπωρημένης, που δεν παύει, όμως, να έχει την αξία της αθανάτου ζωής. Σε αντίθετη περίπτωση, πίσω από το μυστήριο της υπακοής για μετάνοια και μεταστροφή με το πρόσχημα της καταναγκαστικής υπακοής, μπορεί να κρύπτονται δικανικές αντιλήψεις, αυτοδικαιωτικές νοοτροπίες, ψυχοπαθολογικές εξαρτήσεις και εξάρσεις, που ταλαιπωρούν και τα πνευματικά τέκνα και τους μάλλον ανυποψίαστους και ανεύθυνους πνευματικούς.
Ο π. Τιμόθεος ήταν ξένος απ᾽ όλα αυτά. Τα είχε ξεπεράσει στο μακροχρόνιο  αγώνα του, στις αρρώστειες, στις αγωνίες του. Όταν κάποτε βρέθηκε στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο με έντονο ρόγχο του πνευμονικού οιδήματος, ένας γιατρός για να τον παρηγορήσει, χωρίς να του προσφέρει τίποτα, του είπε: «Μη φοβάσαι Πάτερ, θα περάσει». Κι εκείνος του απάντησε με διαύγεια και ετοιμότητα. «Δεν φοβούμαι τον θάνατο, την κρίση του Θεού φοβούμαι, παιδί μου». Ακόμη και το οίδημα, η μάλλον τα πολλαπλά οιδήματα, αγωνιζόταν να τα αξιοποιήσει και να τα ερμηνεύσει εκκλησιολογικά και σωτηριολογικά. Είχε πλήρη συνείδηση και διαύγεια θαυμαστή. «Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται» (Β´ Κορινθίους 12,9 [σημ: ήταν η απάντηση του Χριστού στον απόστολο Παύλο, όταν του ζητούσε θεραπεία για την ασθένειά του]) ήταν η κοινή διαπίστωση όλων που τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε. Ήταν ο πιο μεγάλος ασθενής με 100 και πλέον οιδήματα, άλλος δεν υπήρχε. Γι᾽ αυτό δεχόταν και βοηθούσε τους ασθενείς, τους πτωχούς, τους φυλακισμένους, κάθε ανήμπορο και ταλαιπωρημένο. Τον διέφερε να ζήσουν οι άλλοι, να χαρούν, και όχι ο ίδιος.
Γέροντας Πορφύριος (από εδώ)
Ο π. Πορφύριος, μου έλεγε, «Βλέπεις τον π. Τιμόθεο. Μέχρι να θέλει ο Θεός ζει ο άνθρωπος. Όταν δεν θέλει  φεύγει».
Εν κατακλείδι, μπορούμε με βεβαιότητα να αναφέρομε, ότι αν ζούσε σήμερα ο μακαριστός Γέροντας, θα μας έλεγε επιγραμματικά: ας διαγράψουμε επί τέλους τον εαυτούλη μας από την καθημερινή εγωπάθεια, αυτοπροβολή και αυτοδικαίωση για να γίνει η ζωή μας διαφανής, ο νους και η ψυχή μας καθαροί, προκειμένου όσοι μας πλησιάζουν να γνωρίσουν όχι μεσάζοντες και μεταπράτες, όχι κακέπτυπα ομοιώματα και εικόνες, αλλά το μοναδικό, αιώνιο, αληθινό και ανεπανάληπτο πρότυπο, το Αρχέτυπο της θείας ουράνιας δόξης, τον Ιησού Χριστό.
Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο π. Βασίλειος Γοντικάκης, αναφερόμενος στον μοναχισμό: «Μεγάλοι δεν είναι οι θορυβοποιοί που προβάλλονται ως πνευματικοί ηγέτες η προφήτες, για να καταπλήξουν και να καταπνίξουν τον κόσμο. Μεγάλοι είναι οι ταπεινοί και «ανύπαρκτοι», που έχουν δεχθή την παράκλησι του Πνεύματος και αποτελούν την παρηγοριά όλου του κόσμου. Τους αρκεί η χάρις (Β´ Κορ. 12, 4). Και αυτήν εκπέμπουν αενάως, με ακτινοβολία που τρέφεται ακατάπαυστα από τη συντριβή της καρδιάς και την αίσθησι που έχουν ότι μολύνουν τον τόπο με την παρουσία τους. Ενώ αυτοί οι ίδιοι είναι ευλογία για όλη τη δημιουργία και όταν ζουν, και αφού παρέλθουν, γιατί το Πνεύμα το Άγιο δίδει νόημα και λόγο στην παρουσία και την απουσία τους.
Αντίθετα, μόλις πιστέψης ότι κάτι είσαι στην αρετή η στη γνώσι, τότε τα χάνεις όλα και γίνεσαι αφορμή μολύνσεως άσχετα αν νομίζης εσύ -η και κάποιοι άλλοι- ότι είσαι υπόδειγμα αρετής και ανανεώσεως της πνευματικής ζωής.
Αυτό που έχουν οι Άγιοι δεν είναι τα ανθρώπινα ταλέντα η προτερήματα· σοφίας, ρητορικής η ποιήσεως. Αλλά ότι όλα αυτά τα άγιασαν προσφέροντάς τα στον Θεό. Και δι  αὐτῶν φανερώνεται η χάρις που παρηγορεί και θεώνει τον άνθρωπο».
 ***
Μιλούμε για τον π. Τιμόθεο και από σεβασμό σιωπούμε για τόσα άλλα και ζητούμε ταπεινά την ευχή του, όχι τόσο για όσα μας δίδαξε, αλλά για όσα μας έδειξε με το παράδειγμά του, με την ιερή ανάμνηση της πολύαθλης και αποστεωμένης μορφής του, της ευαγγελικής διαγωγής και του οσιακού τέλους της επίγειας ζωής του.
Ο αείμνηστος π. Τιμόθεος στη δύσκολη μετακατοχική εποχή και στα χρόνια της μεταπολίτευσης έζησε μέσα στην πολυάριθμη και πολύβοη πόλη του Ηρακλείου, και όμως δίδαξε τον ησυχασμό, την νοερά προσευχή και την άσκηση ως αντίβαρο της αντιμοναχικής και οργανωσιακής θρησκευτικότητας της εποχής εκείνης. Και το πέτυχε γιατί η πνευματική ζωή είναι ενδιαφέρουσα, επειδή, κατά τον π. Βασίλειο, είναι «επικίνδυνη. Και η Ορθοδοξία ως σεσαρκωμένη Αλήθεια είναι ανυπόφορη με σταυρούς και θανάτους αλλά ζωηφόρος για τον άνθρωπο, επειδή τον φέρνει στην Ανάσταση. Ανά πάσα στιγμή μέσα στην Εκκλησία, μπορεί να γίνουν οι έσχατοι πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι».
Αυτό μας δίδαξε με το διαφανές αποστεωμένο σαρκίο του, τη δυνατή πίστη του και με την πολύπαθη επίγεια ζωή του, ότι ο πάσχων τά θεία και ο ποθών τον βίον της ασκήσεως της διηνεκούς και ακατάπαυστης αγωνιζόμενος άνθρωπος, σε όποια κατάσταση και αν βρίσκεται, μπορεί να λάβει τη χάρη του Θεού και να επιζήσει «ως ο μηδέν έχων και τα πάντα κατέχων».
Ηθικισμός; Όχι ευχαριστώ!
Το λειτούργημα της πνευματικής πατρότητας

Ο σύγχρονος άγιος π. Νικόλαος Πέττας και η αγιασμένη σύζυγός του
Άγιοι ασκητές και γεροντάδες στην Κρήτη
Ο σύγχρονος άγιος του Δυτικού Ρεθύμνου
Ο (Κρητικός) γελαστός άγιος του Αιγάλεω, ο φίλος των λεπρών

Στις 31 Δεκέμβρη 1993 δολοφονήθηκε στη Ρωσία ο αγιασμένος ιερέας π. Νέστωρ του Ζάρκι. Γνωρίστε τον εδώ, ως ένα κεράκι στη μνήμη του...  (& εδώ).